ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MANUEL CAMPOS SÁNCHEZ‑BORDONA
της 14ης Απριλίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑574/14
PGE Górnictwo i Energetyka Konwencjonalna S.A.
κατά
Prezes Urzędu Regulacji Energetyki
[αίτηση του Sąd Najwyższy (Πολωνία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας — Κρατικές ενισχύσεις — Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται η συμβατότητα κρατικής ενισχύσεως με την κοινή αγορά — Άρθρο 107 ΣΛΕΕ — Άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ — Απόφαση 2009/287/ΕΚ — Μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους — Υπολογισμός της ετήσιας αναπροσαρμογής της αποζημιώσεως για το λανθάνον κόστος — Κατάσταση της επίμαχης αγοράς — Εξουσίες των εθνικών αρχών και δικαστηρίων»
1.
Η οδηγία 96/92/ΕΚ ( 2 ), σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας έθεσε τις αρχές και τις βάσεις για το άνοιγμα του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας των κρατών μελών στον ανταγωνισμό. Η σταδιακή μετάβαση στο νέο αυτό καθεστώς συνοδεύτηκε, σε μερικά κράτη μέλη, από κρατικές ενισχύσεις υπέρ των επιχειρήσεών τους ηλεκτρικής ενέργειας.
2.
Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή καθιέρωσε, ήδη από το 2001, μεθοδολογία για την ανάλυση της συμβατότητας των κρατικών αυτών ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά. Συγκεκριμένα, θέσπισε τη μέθοδο η οποία θα έπρεπε να διέπει τον υπολογισμό του λεγόμενου λανθάνοντος κόστους, ήτοι του κόστους —αντισταθμιζόμενου με τις ενισχύσεις— που απορρέει από τη μη οικονομική βιωσιμότητα των επιχειρήσεων του τομέα εφόσον εκπλήρωναν, υπό το νέο μοντέλο ανοικτό στον ανταγωνισμό, τις προηγούμενες υποχρεώσεις τους ή τις εγγυήσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.
3.
Μεταγενέστερα, η Επιτροπή κλήθηκε να αποφανθεί, σύμφωνα με τη μεθοδολογία αυτή, επί ορισμένων κρατικών συστημάτων παροχής ενισχύσεων σε επιχειρήσεις του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας. Ένα εξ αυτών ήταν το θεσπισθέν από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
4.
Η Δημοκρατία της Πολωνίας θέσπισε το 2007 νόμο σχετικά με την αποζημίωση των επιχειρήσεων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για το λανθάνον κόστος με το οποίο ενδεχομένως επιβαρύνονταν ( 3 ). Συγκεκριμένα, οι πολωνικές αρχές έθεσαν στον νόμο αυτόν του όρους για την κάλυψη των εξόδων που προκαλούνται στους παραγωγούς συνεπεία της πρόωρης λύσεως των συναφθεισών μακροχρόνιων συμβάσεων πωλήσεως ηλεκτρικής ενέργειας. Η Επιτροπή απεφάνθη, με την απόφασή της 2009/287/ΕΚ ( 4 ), ότι οι εν λόγω κρατικές ενισχύσεις ήταν συμβατές με την κοινή αγορά.
5.
Η υπό κρίση διαφορά περιορίζεται, εν συνόψει, στο ζήτημα εάν η καταβολή των εγκριθεισών από την Επιτροπή κρατικών ενισχύσεων πρέπει να πραγματοποιηθεί με βάση την «αρχική» κατάσταση των δικαιούχων επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας (και των μονάδων τους παραγωγής), όπως αυτή είχε αποτυπωθεί στον νόμο του 2007, ή μάλλον, σύμφωνα με την κατάσταση που ίσχυε κατά τον χρόνο εκτελέσεώς της (εν προκειμένω, κατά το οικονομικό έτος 2009).
6.
Πρώτον, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως θα παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να επιβεβαιώσει τη νομολογία του σε σχέση με την αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής να αποφαίνεται επί της συμβατότητας των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά. Δεύτερον, το Δικαστήριο θα πρέπει να διασαφηνίσει ποια από τις δύο υποστηριχθείσες από τους μετέχοντες στη διαδικασία ερμηνείες (στις οποίες αναφέρονται με τους όρους «στατική και δυναμική ερμηνεία») πρέπει να υπερισχύσει κατά την εφαρμογή της αποφάσεως 2009/287.
I – Νομοθετικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μέθοδο αναλύσεως των κρατικών ενισχύσεων που σχετίζονται με λανθάνον κόστος ( 5 )
7.
Στις 26 Ιουλίου 2001, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με τη μέθοδο αναλύσεως των κρατικών ενισχύσεων που σχετίζονται με λανθάνον κόστος (στο εξής: μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους).
8.
Κατά το σημείο 2, έκτο εδάφιο, της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους, σκοπός της «είναι να παρουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή προτίθεται να εφαρμόσει τους κανόνες της Συνθήκης όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για την αντιστάθμιση του κόστους αναληφθεισών υποχρεώσεων ή εγγυήσεων που ενδέχεται να μην μπορούν να τηρηθούν λόγω [του ανοίγματος του ευρωπαϊκού τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας στον ανταγωνισμό δυνάμει] της οδηγίας 96/92/ΕΚ».
9.
Η παράγραφος 3 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους προσδιορίζει τις υποχρεώσεις ή εγγυήσεις λειτουργίας που μπορούν να χαρακτηριστούν ως λανθάνον κόστος, στο δε σημείο 3.3 προβλέπει τα ακόλουθα:
«Οι υποχρεώσεις ή εγγυήσεις λειτουργίας πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να ενδέχεται να μην μπορούν να τηρηθούν λόγω των διατάξεων της οδηγίας 96/92/ΕΚ. Κατά συνέπεια, για να αποτελεί λανθάνον κόστος, μια υποχρέωση ή εγγύηση πρέπει να μην είναι πλέον οικονομικά βιώσιμη λόγω των συνεπειών της οδηγίας και να επηρεάζει αισθητά την ανταγωνιστικότητα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης. Αυτό πρέπει ιδίως να αναγκάζει την επιχείρηση να προβεί σε κατάλληλες λογιστικές εγγραφές (π.χ. σχηματισμός προβλέψεων) προκειμένου να λάβει υπόψη τις προβλέψιμες επιπτώσεις αυτών των εγγυήσεων ή υποχρεώσεων.
Κατά μείζονα λόγο, όταν από τις εν λόγω υποχρεώσεις ή εγγυήσεις προκύπτει ότι, ελλείψει ενισχύσεων ή μεταβατικών μέτρων, μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο η βιωσιμότητα των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων, θεωρείται ότι αυτές οι υποχρεώσεις ή εγγυήσεις πληρούν τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου.
Οι επιπτώσεις των εν λόγω υποχρεώσεων ή εγγυήσεων στην ανταγωνιστικότητα ή στη βιωσιμότητα των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων θα αξιολογούνται σε επίπεδο ενοποιημένων επιχειρήσεων. Για να μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις και εγγυήσεις αποτελούν λανθάνον κόστος, πρέπει να είναι δυνατή η εξακρίβωση σχέσης αιτίας-αιτιατού μεταξύ της θέσης σε ισχύ της οδηγίας 96/92/ΕΚ και των δυσχερειών που αντιμετωπίζουν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να εκπληρώσουν ή να εξασφαλίσουν την τήρηση αυτών των υποχρεώσεων ή εγγυήσεων. Για να προσδιορίσει τη σχέση αιτίας-αιτιατού, η Επιτροπή θα λαμβάνει ιδίως υπόψη τις μειώσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας ή τις απώλειες μεριδίων αγοράς των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Οι υποχρεώσεις ή εγγυήσεις που δεν θα μπορούσαν να τηρηθούν ανεξάρτητα από την θέση σε ισχύ της οδηγίας δεν αποτελούν [λανθάνον κόστος].»
10.
Η παράγραφος 4 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους αφορά τον υπολογισμό των επιλέξιμων κρατικών ενισχύσεων και στο σημείο 4.2 αναφέρει τα εξής:
«Ο μηχανισμός καταβολής της ενίσχυσης πρέπει να επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική εξέλιξη του ανταγωνισμού. Η εξέλιξη αυτή θα μπορεί να προσδιορίζεται βάσει ποσοτικών κυρίως παραγόντων (τιμές, μερίδια αγοράς, άλλα κατάλληλα μεγέθη που επισημαίνονται από το κράτος μέλος). Εφόσον η εξέλιξη των όρων του ανταγωνισμού επηρεάζει άμεσα το ποσό του επιλέξιμου λανθάνοντος κόστους, το ποσό της [καταβαλλόμενης] ενίσχυσης εξαρτάται κατ’ ανάγκη από τη διαμόρφωση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού και ο υπολογισμός των καταβαλλόμενων ενισχύσεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη κατάλληλων παραγόντων που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του επιτευχθέντος βαθμού ανταγωνισμού.»
11.
Στο σημείο 4.5 της παραγράφου 4 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους προβλέπονται τα ακόλουθα:
«Το ανώτατο ποσό των ενισχύσεων που μπορούν να καταβληθούν σε μια επιχείρηση για την αντιστάθμιση λανθάνοντος κόστους πρέπει να αναφέρεται εκ των προτέρων. Το ποσό αυτό πρέπει να λαμβάνει υπόψη κάθε ενδεχόμενη βελτίωση της παραγωγικότητας της επιχείρησης.
Ομοίως, ο λεπτομερής τρόπος υπολογισμού και χρηματοδότησης των ενισχύσεων που προορίζονται να αντισταθμίσουν στοιχεία λανθάνοντος κόστους, καθώς και η ανώτατη διάρκεια καταβολής των ενισχύσεων αυτών πρέπει να καθορίζονται επακριβώς εκ των προτέρων. Στην κοινοποίηση των ενισχύσεων θα διευκρινίζεται ιδίως ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό του λανθάνοντος κόστους η εξέλιξη των διαφόρων παραγόντων που αναφέρονται στο σημείο 4.2.»
2. Η απόφαση 2009/287
12.
Το άρθρο 1 της αποφάσεως 2009/287 ορίζει τα εξής:
«1. Οι συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ της Polskie Sieci Elektroenergetyczne S.A. [του δημόσιου φορέα εκμεταλλεύσεως του πολωνικού δικτύου ηλεκτρικής ενέργειας] και των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο προσάρτημα 1 του Νόμου για τους κανόνες που διέπουν το κόστος που επωμίζονται επιχειρήσεις σε σχέση με την πρόωρη παύση των συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, συνιστούν κρατικές ενισχύσεις προς τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ.
2. Οι κρατικές ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, χορηγήθηκαν παρανόμως και δεν είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά.»
13.
Το άρθρο 4 της ιδίας αποφάσεως ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Η αποζημίωση που προβλέπεται στον [LCC] συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ προς τους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας που παρατίθενται στο προσάρτημα 2 του [LCC].
2. Οι κρατικές ενισχύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, είναι συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά βάσει της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους.
3. Το μέγιστο ποσό αποζημίωσης που προβλέπεται [στον LCC] είναι το ποσό που προκύπτει μετά την αφαίρεση του συνόλου των εσόδων που παρήχθησαν από τα περιουσιακά στοιχεία βάσει των συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και το οποίο είναι διαθέσιμο για την κάλυψη του κόστους επένδυσης.»
Β — Το εθνικό δίκαιο
14.
Κατά το άρθρο 2, σημείο 7, του LCC, ως «παραγωγός» νοείται η «επιχείρηση παραγωγής ενέργειας, που ασκεί οικονομική δραστηριότητα στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και έχει συμβληθεί σε μακροχρόνια σύμβαση, αποκλειομένης της Polskie Sieci Elektroenergetyczne S.A., με έδρα στη Βαρσοβία».
15.
Το άρθρο 2, σημείο 12, του LCC ορίζει το «λανθάνον κόστος» ως τα «έξοδα του παραγωγού, που δεν καλύπτονται από τα έσοδα από την πώληση της παραχθείσας ηλεκτρικής ενέργειας, τα αποθέματα και τις παρεπόμενες υπηρεσίες στην ανταγωνιστική αγορά κατόπιν της πρόωρης καταγγελίας μακροχρόνιας συμβάσεως, τα οποία αφορούν δαπάνες του παραγωγού για επενδύσεις επί περιουσιακών στοιχείων σχετιζομένων με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στις οποίες υποβλήθηκε ο παραγωγός μέχρι την 1η Μαΐου 2004».
16.
Κατά το άρθρο 32, σημείο 1, του LCC, «[ε]φόσον ο παραγωγός που ήλθε σε συμφωνία περί λύσεως μετέχει σε όμιλο, λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του λανθάνοντος κόστους τα αναφερόμενα υπό τα στοιχεία “N”, “SD”, “R” και “P” μεγέθη, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 27, παράγραφος 1, σε σχέση με κάθε παραγωγό και κάθε επιχείρηση που μετέχει στον όμιλο και ασκεί οικονομική δραστηριότητα στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην πολωνική επικράτεια σε μονάδες παραγωγής που μνημονεύονται στο προσάρτημα 7 του [LCC]».
17.
Το προσάρτημα 1 του LCC περιλαμβάνει κατάλογο των παραγωγών που έχουν συνάψει μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με μνεία των σχετικών μονάδων παραγωγής.
18.
Το προσάρτημα 2 του LCC θεσπίζει τα ανώτατα ποσά των αποζημιώσεων για το λανθάνον κόστος σε σχέση με τους διαφόρους παραγωγούς που δικαιούνταν ενίσχυση την 1η Ιανουαρίου 2007.
19.
Το προσάρτημα 7 του LCC απαριθμεί τις μονάδες παραγωγής που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του λανθάνοντος κόστους των παραγωγών, απαρίθμηση στην οποία λαμβάνονται υπόψη οι αναπροσαρμογές του εν λόγω κόστους.
II – Πραγματικά περιστατικά
20.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής και τις παρατηρήσεις των μετεχόντων στη διαδικασία, η εταιρία PGE Górnictwo i Energetyka Konwencjonalna S.A. (στο εξής: PGE) είναι παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας η οποία, ως διάδοχος της εταιρίας PGE Zespól Elektrowni Dolna Odra, υπεισήλθε στην έννομη θέση της τελευταίας.
21.
Η εταιρία PGE Zespół Elektrowni Dolna Odra, από την πλευρά της, είχε συνάψει με την Polskie Sieci Elektroenergetyczne S.A., πριν το 2007, ορισμένες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, υπό τη δέσμευση να πραγματοποιήσει, ως αντάλλαγμα, ορισμένες επενδύσεις.
22.
Δυνάμει των εν λόγω συμβάσεων, η εταιρία PGE Zespół Elektrowni Dolna Odra (μεταγενεστέρως PGE Górnictwo i Energetyka Konwencjonalna S.A.) ανέλαβε τη δέσμευση να δημιουργήσει νέες παραγωγικές ικανότητες, να εκσυγχρονίσει τους εξοπλισμούς της και να προμηθεύει στην Polskie Sieci Elektroenergetyczne S.A. μια ελάχιστη σταθερή ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας. Η τελευταία αυτή εταιρία (δημόσιος φορέας εκμεταλλεύσεως του συστήματος), από την πλευρά της, δεσμεύθηκε να αγοράζει, κατ’ ελάχιστον, την ελάχιστη ποσότητα της συμφωνηθείσας ηλεκτρικής ενέργειας έναντι τιμήματος βασιζόμενου στην αρχή της μετακυλήσεως του κόστους στους πελάτες.
23.
Το 2007, μετά την προσχώρηση της Δημοκρατίας της Πολωνίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και υπό το κράτος της οδηγίας 96/92, εκδόθηκε ο LCC, με τον οποίο θεσπίστηκε δικαίωμα αποζημιώσεως για το λανθάνον κόστος. Κατά τον χρόνο εκδόσεως του νόμου αυτού, η PGE μετείχε στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων με την εταιρία PGE Elektrownia Bełchatów S.A. (πρώην Elektrownia Belchatów S.A., στο εξής: ELB), μεταξύ άλλων παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.
24.
Η PGE και η ELB δεν ανήκαν, ωστόσο, στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων κατά τον χρόνο κατά τον οποίον η πρώτη είχε συνάψει τις συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Αμφότερες οι εταιρίες, όπως έχω ήδη αναφέρει, ανήκαν στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων κατά την ημερομηνία θεσπίσεως του LCC (29 Ιουνίου 2007) και κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως 2009/287 (25 Σεπτεμβρίου 2009).
25.
Ούτε στα προσαρτήματα του LCC ούτε σε αυτά της αποφάσεως 2009/287 αναφέρονται οι PGE και ELB ως εταιρίες ανήκουσες στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο.
26.
Στον κατάλογο των μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του λανθάνοντος κόστους (προσάρτημα 7 του LCC), οι μονάδες παραγωγής της PGE μνημονεύονται χωριστά από αυτές της ELB. Η τελευταία παρουσιάζεται ως ανήκουσα στην εταιρία χαρτοφυλακίου BOT Górnictwo i Energetyka S.A.
27.
Ο μηχανισμός αποζημιώσεως του LCC προβλέπει προκαταβολή ενός ποσού στον παραγωγό, το ύψος του οποίου δεν μπορεί να υπερβαίνει το πόσο που ορίζει ο LCC, καθώς επίσης ετήσια εκκαθάριση πραγματοποιούμενη από τον πρόεδρο της Urząd Regulacji Energetyki (ρυθμιστικής αρχής ενέργειας, στο εξής: URE) βάσει των πραγματικών οικονομικών αποτελεσμάτων.
28.
Το προσάρτημα 1 του LCC μνημονεύει την PGE ως παραγωγό, υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 7, του ιδίου νόμου. Το ανώτατο ποσό αποζημιώσεως για το λανθάνον κόστος όσον αφορά την επιχείρηση αυτή ανέρχεται, σύμφωνα με το προσάρτημα 2 του LCC, σε 633496000 πολωνικά ζλότι (PLN).
29.
Με απόφαση της 30ής Ιουλίου 2010, ο πρόεδρος της URE όρισε το ποσό της ετήσιας αποζημιώσεως υπέρ της PGE για το 2009 στα 24077793 PLN. Κατά τον καθορισμό του ποσού αυτού έλαβε υπόψη του τα οικονομικά αποτελέσματα της ELB, με το σκεπτικό ότι κατά το 2009 η εταιρία αυτή ανήκε στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων με την PGE.
30.
Η PGE προσέφυγε κατά της αποφάσεως του προέδρου της URE ενώπιον του Sąd Okręgowy w Warszawie (περιφερειακού δικαστηρίου της Βαρσοβίας), υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 32, παράγραφος 1, του LCC έχει εφαρμογή μόνο σε επιχειρήσεις οι οποίες παρατίθενται στο προσάρτημα 7 του LCC ως ανήκουσες στον ίδιο όμιλο και ότι, σύμφωνα με το προσάρτημα αυτό, η PGE δεν ανήκε στον ίδιο όμιλο με την ELB.
31.
Το Sąd Okręgowy w Warszawie, με απόφαση της 4ης Ιουνίου 2012, έκανε δεκτή την προσφυγή της PGE και υπολόγισε το ποσό της ετήσιας αποζημιώσεως του λανθάνοντος κόστους για το 2009 στα 116985205 PLN.
32.
Το Sąd Apelacyjny w Warszawie (εφετείο της Βαρσοβίας), με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2013, απέρριψε την ασκηθείσα από τον πρόεδρο της URE έφεση. Κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, προϋπόθεση για να ληφθούν υπόψη τα οικονομικά αποτελέσματα άλλης επιχειρήσεως (ήτοι, της ELB) είναι η επιχείρηση αυτή να ανήκει, σύμφωνα με το προσάρτημα 7 του LCC, στον ίδιο όμιλο με την PGE, κάτι που δεν συνέβαινε εν προκειμένω.
33.
Ο πρόεδρος της URE άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως του εφετείου ενώπιον του Sąd Najwyższy (ανωτάτου δικαστηρίου), επικαλούμενος παράβαση των άρθρων 2, σημείο 1, και 32 του LCC. Ισχυρίστηκε ότι ο LCC πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους και ότι σύμφωνα με τα σημεία 3.3 και 4.2 της μεθοδολογίας αυτής, το λανθάνον κόστος πρέπει να υπολογίζεται λαμβανομένης υπόψη της πραγματικής συμμετοχής των παραγωγών ενέργειας που εμπίπτουν στον LCC σε όμιλο κατά το έτος για το οποίο καταβάλλεται η αντίστοιχη αποζημίωση.
34.
Στο πλαίσιο αυτό, το Sąd Najwyższy υπέβαλε την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
35.
Τα ερωτήματα της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, όπως αυτή κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 11 Δεκεμβρίου 2014, έχουν ως εξής:
«1)
Έχει το άρθρο 107 [ΣΛΕΕ], σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, [ΣΕΕ] και το άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως της Επιτροπής της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, την έννοια ότι, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτηρίζει μια κρατική ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά, τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να ελέγξουν κατά πόσον οι εθνικές διατάξεις, που θεωρήθηκε ότι συνιστούν αποδεκτή κρατική ενίσχυση, είναι σύμφωνες προς τις αρχές που εξέθεσε με την ανακοίνωσή της η Επιτροπή σχετικά με τη μέθοδο αναλύσεως των κρατικών ενισχύσεων που σχετίζονται με το λανθάνον κόστος [μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους];
2)
Έχει το άρθρο 107 [ΣΛΕΕ], σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, [ΣΕΕ] και το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, υπό το πρίσμα των σημείων 3.3 και 4.2 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους, την έννοια ότι, κατά την εκτέλεση κρατικού προγράμματος ενισχύσεων που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει διαπιστώσει ότι είναι συμβατό προς την κοινή αγορά, η ετήσια αναπροσαρμογή του λανθάνοντος κόστους για τους μετέχοντες σε όμιλο επιχειρήσεων παραγωγούς γίνεται με δεδομένο ότι κρίσιμη είναι μόνον η συμμετοχή του παραγωγού σε όμιλο όπως αυτή υφίστατο σύμφωνα με τα προσαρτήματα της νομικής πράξεως που έλεγξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ή πρέπει σε κάθε έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται η αναπροσαρμογή του λανθάνοντος κόστους να ελέγχεται κατά πόσον ο ωφελούμενος από το συνδεόμενο με το λανθάνον κόστος κρατικό πρόγραμμα ενισχύσεων μετέχει πράγματι, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, στον όμιλο στον οποίο μετέχουν και οι υπόλοιποι υπαγόμενοι στο πρόγραμμα ενισχύσεων παραγωγοί;»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
36.
Στη διαδικασία παρέστησαν, καταθέτοντας γραπτές παρατηρήσεις, η PGE, ο πρόεδρος της URE, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
37.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 27ης Ιανουαρίου 2016, παρέστησαν η PGE, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
V – Επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
Α — Πρώτο προδικαστικό ερώτημα
38.
Η PGE υποστηρίζει ότι, όταν η Επιτροπή κρίνει ορισμένη κρατική ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά, το εθνικό δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να ελέγξει εάν η ενίσχυση αυτή συνάδει με τις αρχές της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους. Σε αντίθετη περίπτωση, θα θιγόταν η αποκλειστική εκ του άρθρου 108 ΣΛΕΕ αρμοδιότητα της Επιτροπής και, στην περίπτωση της κύριας δίκης, το εθνικό δικαστήριο θα μπορούσε να αγνοήσει de facto την απόφαση 2009/287, δυνατότητα που αποκλείεται ρητώς από τα σημεία 16, 17 και 20 της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων από τα εθνικά δικαστήρια ( 6 ). Μολονότι αναγνωρίζεται ότι, ενώπιον αμφιβολιών ως προς την ερμηνεία της αποφάσεως 2009/87, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να κάνει χρήση της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους ως ερμηνευτικού εργαλείου για την επίλυσή τους, δεν μπορεί, εντούτοις, να καταστρατηγεί, με τις αποφάσεις του, την ίδια την απόφαση.
39.
Ο πρόεδρος της URE υποστηρίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Ως εκ τούτου, το εθνικό δικαστήριο οφείλει, κατά τη γνώμη του, να ερμηνεύσει, στο πλαίσιο διαφοράς σχετικά με τη χορήγηση της επίμαχης κρατικής ενισχύσεως, το εσωτερικό δίκαιο λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 4 της αποφάσεως 2009/287 και τα σημεία 3.3 και 4.2 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους.
40.
Η Πολωνική Κυβέρνηση, εκκινούσα από το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί της συμβατότητας κρατικής ενισχύσεως προς την κοινή αγορά, δέχεται επίσης το ενδεχόμενο, μετά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής, να ανακύψουν περιστάσεις που δυσχεραίνουν την εκτέλεσή της, περίπτωση κατά την οποία θα ήταν επιβεβλημένη η από κοινού κατάρτιση μέτρων από την Επιτροπή και τις εθνικές αρχές. Για τον λόγο αυτό, εκτιμά ότι, σε περίπτωση όπως αυτή της κύριας δίκης, το εθνικό δικαστήριο νομιμοποιείται, και ενδεχομένως υποχρεούται, να ελέγξει εάν οι εθνικές διατάξεις που προβλέπουν την εγκεκριμένη ενίσχυση είναι σύμφωνες με τις αρχές της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ορθή εκτέλεση της αποφάσεως 2009/287 και, σε τελική ανάλυση, η προστασία των όρων του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά.
41.
Η Επιτροπή, από την πλευρά της, υιοθετεί, κατ’ ουσίαν, την ίδια θέση με την PGE. Προσθέτει ότι, εφόσον το πολωνικό σύστημα αποζημιώσεως του λανθάνοντος κόστους (ήτοι, ο νόμος του 2007) είχε εξεταστεί με την απόφαση 2009/287, βάσει των σημείων 3 και 4 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους, και είχε διαπιστωθεί η συμβατότητά του με την εσωτερική αγορά, το εθνικό δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να ελέγξει τη συμβατότητα του LCC προς τη μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους κατά τον χρόνο της πραγματικής καταβολής των αποζημιώσεων.
Β — Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
42.
Η PGE εκτιμά ότι η ετήσια αναπροσαρμογή της αποζημιώσεως πρέπει να λαμβάνει υπόψη την κατάσταση που ίσχυε κατά τον χρόνο κατά τον οποίον η Επιτροπή είχε εξετάσει το προβλεπόμενο από τον LCC καθεστώς ενισχύσεων. Κατά την PGE, η Επιτροπή, εφόσον προέβη στην εξέτασή του, πρέπει να είχε αναλύσει και εγκρίνει το καθεστώς του λανθάνοντος κόστους που περιλαμβάνεται στον LCC, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων διατάξεων του τελευταίου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ενέκρινε τη μέθοδο υπολογισμού της αποζημιώσεως σε επίπεδο ενοποιημένων επιχειρήσεων, υπό την έννοια του προσαρτήματος 7 του LCC, είναι επιβεβλημένη η προσφυγή, αυστηρώς και αποκλειστικώς, στους κανόνες του ίδιου του LCC για τη διαπίστωση του συγκεκριμένου ομίλου επιχειρήσεων στον οποίο ανήκει κάθε παραγωγός.
43.
Ο πρόεδρος της URE, η Πολωνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή κλίνουν υπέρ μιας «δυναμικής ερμηνείας» της συμμετοχής ορισμένου παραγωγού σε όμιλο επιχειρήσεων, για τον ετήσιο υπολογισμό της αποζημιώσεως του λανθάνοντος κόστους. Κατά τη γνώμη τους, τα σημεία 3.3 και 4.2 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους αναφέρονται στην πραγματική μελλοντική εξέλιξη του ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς κατά τον χρόνο καταβολής της κρατικής ενισχύσεως. Από την προκείμενη αυτή συνάγουν ότι υπερισχύει η πραγματική σύνθεση των ομίλων επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια του έτους ως προς το οποίο πραγματοποιούνται οι αναπροσαρμογές. Ειδάλλως, διευκρινίζει η Επιτροπή, εάν γινόταν δεκτή η υποστηριζόμενη από την PGE «στατική ερμηνεία», κάθε μεταβολή στη δομή των ομίλων επιχειρήσεων θα έπρεπε να θεωρείται ότι δεν καλύπτεται από την απόφαση 2009/287, με αποτέλεσμα η καταβολή αποζημιώσεων στο νέο αυτό πλαίσιο να προϋποθέτει προηγούμενη κοινοποίηση βάσει του άρθρου 108 ΣΛΕΕ.
VI – Εκτίμηση
Α — Πρώτο προδικαστικό ερώτημα
44.
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα ζητείται να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 107 ΣΛΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με την απόφαση 2009/287 και τη μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους, έχουν την έννοια ότι, όταν η Επιτροπή έχει χαρακτηρίσει ορισμένη κρατική ενίσχυση συμβατή με την κοινή αγορά, τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν να ελέγξουν, κατά τον χρόνο της εκτελέσεώς της, εάν η ενίσχυση αυτή είναι σύμφωνη προς τη μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστος.
45.
Διατυπωμένο με τους όρους που χρησιμοποιεί το αιτούν δικαστήριο, το ερώτημα είναι τόσο αόριστο ώστε να μην μπορεί παρά να τύχει αρνητικής απαντήσεως.
46.
Αποτελεί πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ότι η Επιτροπή είναι αποκλειστικώς αρμόδια να εκτιμά τη συμβατότητα των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά ( 7 ). Τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι παντελώς αμέτοχα στο σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, απλά ο ρόλος τους περιορίζεται στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του προληπτικού ελέγχου επί των σχεδίων κρατικών ενισχύσεων. Στο πλαίσιο αυτό, οι ρόλοι της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων είναι «συμπληρωματικοί αλλά διακριτοί» ( 8 ), και ως εκ τούτου, ενώ «η εκτίμηση της συμβατότητας μέτρων ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, η οποία ενεργεί υπό τον έλεγχο των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, τα εθνικά δικαστήρια μεριμνούν για τη διασφάλιση, μέχρι την τελική απόφαση της Επιτροπής, των δικαιωμάτων των υποκειμένων δικαίου ενώπιον τυχόν παραβάσεως, από τις κρατικές αρχές, της απαγορεύσεως του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ» ( 9 ).
47.
Κατά συνέπεια, τα εθνικά δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να αποφαίνονται επί της συμβατότητας κρατικής ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά ούτε επίσης να κρίνουν το κύρος των αποφάσεων που λαμβάνει στον τομέα αυτό η Επιτροπή ( 10 ).
48.
Στην πραγματικότητα, το αιτούν δικαστήριο δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη νομολογία αυτή, καθόσον οι αμφιβολίες του δεν αφορούν τη δυνατότητα ελέγχου του κύρους της αποφάσεως 2009/287 αυτής καθαυτήν. Ούτε επίσης διερωτάται εάν μπορεί να προβεί σε αναθεώρηση του περιεχομένου της και σε εκ νέου κρίση επί της συμβατότητας των κρατικών ενισχύσεων με την κοινή αγορά. Κατά τρόπο συγκεκαλυμμένο διερωτάται εάν, κατά την ερμηνεία και την κατά περίπτωση εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας (του LCC) που διέπει το πρόγραμμα ενισχύσεων, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως 2009/287, μπορεί να «προσαρμόσει την πραγματική έκταση της χορηγούμενης βάσει του LCC στους παραγωγούς ενέργειας κρατικής ενισχύσεως στις αρχές στις οποίες στηρίζεται η απόφαση της Επιτροπής» ( 11 ).
49.
Σύμφωνα με τους όρους που χρησιμοποιεί το αιτούν δικαστήριο, το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η εθνική νομοθεσία «έχει την έννοια ότι ο μηχανισμός ενισχύσεων που προβλέπει ο LCC, η συμβατότητα του οποίου με την κοινή αγορά είχε ελεγχθεί προτού καν εφαρμοστεί στην πράξη, πρέπει να θεωρείται a priori σύμφωνος προς τη μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους και δεν μπορεί πλέον, κατά την εφαρμογή του, να υποβληθεί σε σχετικό έλεγχο ή κατά πόσον η κατ’ εφαρμογήν του LCC χορηγούμενη κρατική ενίσχυση πρέπει κάθε φορά να ελέγχεται, στο πλαίσιο της εφαρμογής του LCC, από τις εθνικές αρχές και τα δικαστήρια ως προς τη συμφωνία της με την εν λόγω μεθοδολογία» ( 12 ).
50.
Θα επρόκειτο, επομένως, για εφαρμογή του LCC βάσει ενός «ερμηνευτικού μοντέλου» ( 13 ) το οποίο θα είχε ως «θεμέλιο» την απόφαση 2009/287, «από κοινού με τη μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους» ( 14 ). Η εφαρμογή, όμως, του εν λόγω «μοντέλου» θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια να κριθεί μια ενίσχυση, ως προς την οποία η Επιτροπή δεν είχε διατυπώσει επιφυλάξεις όταν προέβη «σε γενική αξιολόγηση των μηχανισμών του κρατικού προγράμματος ενισχύσεων που προβλέπει [ο LCC]» ( 15 ), ασύμβατη με την κοινή αγορά κατά τον χρόνο της εκτελέσεώς της.
51.
Κατά τη γνώμη μου, η προσέγγιση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
52.
Το καθεστώς ενισχύσεων του LCC έλαβε οριστική έγκριση με την απόφαση 2009/287, με το άρθρο 4 της οποίας η Επιτροπή, εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους, έκρινε ότι η αποζημίωση του λανθάνοντος κόστους ήταν συμβατή με την κοινή αγορά. Η απόφαση αυτή δεν μπορεί να αποτελεί απλώς το «θεμέλιο» για την κατασκευή ενός ad hoc ερμηνευτικού κριτηρίου το οποίο θα ήταν, στην πραγματικότητα, η ίδια η μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους εφαρμοζόμενη απευθείας από τα εθνικά δικαστήρια για την επίτευξη άλλων αποτελεσμάτων. Τέτοιου είδους ενέργεια θα σήμαινε την ανάληψη από τα τελευταία μιας αποκλειστικής αρμοδιότητας της Επιτροπής.
53.
Ωστόσο, είναι πιθανό μετά την απόφαση της Επιτροπής επί του θεσπισθέντος από τον LCC ειδικού καθεστώτος ενισχύσεων να ανακύψουν περιστάσεις τα αποτελέσματα των οποίων, εάν ήταν γνωστά ή τα είχε προβλέψει η Επιτροπή, θα την είχαν οδηγήσει σε άλλη απόφαση. Αυτή φαίνεται να είναι η ανησυχία που βρίσκεται πίσω από τα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, ήτοι η διαφύλαξη της τηρήσεως του δικαίου της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων.
54.
Πρόκειται για εύλογη ανησυχία η οποία, όμως, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με εκχώρηση στις εθνικές αρχές των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Τουναντίον, η λύση πρέπει να αναζητηθεί στην οριοθέτηση των «συμπληρωματικ[ών] αλλά διακριτ[ών]» ρόλων που στον τομέα αυτό απονέμονται στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη, όπως εξέθεσα ανωτέρω.
55.
Στην πραγματικότητα, η απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα ενδέχεται να μην είναι ιδιαιτέρως χρήσιμη εάν αποσυνδεθεί από την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο αφορά την επιρροή που θα μπορούσε να έχει η επιγενόμενη μεταβολή των πραγματικών περιστάσεων στις οποίες στηρίχθηκε η Επιτροπή κατά την έκδοση της αποφάσεως 2009/287.
56.
Εν πάση περιπτώσει, στον βαθμό κατά τον οποίον το ερώτημα διατυπώνεται με γενικούς ή αφηρημένους όρους, η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Όταν η Επιτροπή κρίνει ότι ορισμένη κρατική ενίσχυση είναι, σύμφωνα με τους όρους συγκεκριμένου εθνικού νόμου, συμβατή με την κοινή αγορά, το εθνικό δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει εάν ο νόμος που θεσπίζει την εν λόγω κρατική ενίσχυση είναι σύμφωνος με τις παραμέτρους της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους.
Β — Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
57.
Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται εάν, για τον ετήσιο υπολογισμό (ήτοι, για τον καθορισμό του ποσού που αντιστοιχεί σε κάθε ένα από τα έτη κατά τα οποία πραγματοποιείται αναπροσαρμογή) της οφειλόμενης σε επιχείρηση παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας αποζημιώσεως του λανθάνοντος κόστους, ο πρωταρχικός παράγοντας πρέπει να είναι: α) η συμμετοχή του παραγωγού σε επιχειρηματικό όμιλο όπως αυτή αποτυπωνόταν στα προσαρτήματα του LCC, ή β) η πραγματική συμμετοχή σε όμιλο παραγωγών διαφορετικό από αυτόν που μνημονεύεται στα εν λόγω προσαρτήματα ή στον ίδιο μεν όμιλο, αλλά με διαφορετική επιχειρηματική σύνθεση.
58.
Η απάντηση θα επηρεάσει ευθέως την υπόθεση της κύριας δίκης. Εφόσον γίνει δεκτή η δεύτερη προσέγγιση (τείνουσα προς μια «δυναμική ερμηνεία» της συμμετοχής στους ομίλους επιχειρήσεων), το κρίσιμο στοιχείο για τον υπολογισμό θα ήταν τα οικονομικά αποτελέσματα του ομίλου κατά το έτος το οποίο αφορά η αποζημίωση. Αυτή είναι η θέση της πολωνικής ρυθμιστικής αρχής ενέργειας στο πλαίσιο της κύριας δίκης, η οποία αποφάσισε, σύμφωνα με τη θέση αυτή, να μειώσει το οφειλόμενο στην PGE ποσό. Η αντίθετη θέση είναι αυτή που υποστηρίζεται από την PGE και επικυρώθηκε από το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με την οποία πρέπει να λαμβάνεται αποκλειστικώς υπόψη η κατάσταση όπως αποτυπώνεται στο προσάρτημα 7 του LCC.
59.
Το δεύτερο ερώτημα διατυπώνεται, λοιπόν, με όρους που απέχουν της αφαιρετικότητας του πρώτου. Το ζήτημα, εν τέλει, είναι εάν, για τον υπολογισμό της ετήσιας αναπροσαρμογής της αποζημιώσεως του λανθάνοντος κόστους που δικαιούται η PGE για το έτος 2009, πρέπει να ληφθούν αποκλειστικώς υπόψη οι μονάδες παραγωγής και οι επιχειρήσεις του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αυτές παρουσιάζονται στο προσάρτημα 7 του LCC, ή αυτές που, κατά το ίδιο έτος 2009, αποτελούσαν μέρος του ομίλου επιχειρήσεων στον οποίο μετείχε η PGE, ακόμη και αν πρόκειται για μονάδες που περιλαμβάνονταν στο προσάρτημα 7 ως ανήκουσες σε άλλον όμιλο από αυτόν στον οποίο ανήκει η τελευταία.
60.
Φοβούμαι, ωστόσο, ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα δεν πρόκειται να επιλύσει το κεντρικό πρόβλημα της διαφοράς της κύριας δίκης, το οποίο αποτελεί στην πραγματικότητα ζήτημα περισσότερο ερμηνείας και εφαρμογής του LCC παρά ζήτημα του δικαίου της Ένωσης. Όπως ισχυρίζεται η PGE (σημεία 30 και 54), ούτε η απόφαση 2009/287 ούτε η μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους διαλύουν από μόνες τους τις εγειρόμενες αμφιβολίες, η άρση των οποίων εξαρτάται κατά κύριο λόγο από την εφαρμογή των άρθρων 2 και 32 του LCC, σε συνδυασμό με το προσάρτημα 7 του LCC. Αυτά είναι τα άρθρα βάσει των οποίων μπορεί να διασαφηνιστεί εάν τα οικονομικά αποτελέσματα της ELB κατά το 2009 δύνανται να επηρεάσουν, επί το έλασσον, την αναπροσαρμογή της οφειλόμενης στην PGE αποζημιώσεως, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με το προσάρτημα 7 του LCC, οι προβλεπόμενες ενισχύσεις δεν λαμβάνουν υπόψη τους την εν λόγω περίσταση.
61.
Υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, η απόφαση 2009/287 αποτελεί απλώς «δήλωση συμβατότητας» των ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά απευθυνόμενη στις πολωνικές αρχές ούτως ώστε, εφόσον το κρίνουν σκόπιμο, να αποδεσμεύουν κρατικούς πόρους υπέρ των επιχειρήσεων του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας, μέχρις ενός ανώτατου ορίου x εκατομμυρίων PLN, σε διαδοχικές περιόδους ενός έτους. Εάν οι εν λόγω αρχές, στα ετήσια αυτά διαστήματα ή οικονομικά έτη, κλίνουν υπέρ της ερμηνείας του LCC κατά τρόπο ώστε να μειώνεται —και ουδέποτε να αυξάνεται— το ποσό του εγκεκριμένου «κόστους», η θέση τους αυτή δεν μπορεί να εγείρει ενστάσεις βάσει της αποφάσεως 2009/287, αυτής καθεαυτήν. Η τελευταία, επαναλαμβάνω, δεν «επιβάλλει» ούτε καθιστά αναγκαία τη χορήγηση της κρατικής ενισχύσεως, περιορίζεται απλώς στη διαπίστωση της συμβατότητάς της με την εσωτερική αγορά.
62.
Υπό την επιφύλαξη αυτή, στην οποία θα επιμείνω και στη συνέχεια των παρουσών προτάσεων, αναφέρω εκ των προτέρων ότι από τις δύο αντιτιθέμενες θέσεις κλίνω γενικώς, και κατ’ αρχήν, υπέρ της δεύτερης, ήτοι υπέρ μιας «δυναμικής ερμηνείας», η οποία λαμβάνει υπόψη τη μεταβολή των περιστάσεων. Η απόφαση 2009/287 ενθαρρύνει την ετήσια αναπροσαρμογή της αποζημιώσεως λανθάνοντος κόστους κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση της αγοράς κατά τον χρόνο της καταβολής της, πράγμα το οποίο συνεπάγεται αξιολόγηση της εξελίξεως του ανταγωνισμού και της ίδιας της αγοράς. Η σύνθεση των ομίλων επιχειρήσεων κατά τη διάρκεια του έτους το οποίο αφορά η αναπροσαρμογή μπορεί να αντικατοπτρίζει, υπό το πρίσμα αυτό, πρόοδο ή οπισθοχώρηση στις συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αποτελούσα συντελεστή προσαρμογής τον οποίον η απόφαση δεν αποκλείει.
63.
Οι διατάξεις των σημείων 3.3 και 4.2 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους συνηγορούν υπέρ της λήψεως υπόψη ορισμένων μεταβλητών παραγόντων. Σύμφωνα με το σημείο 3.3, «[γ]ια να προσδιορίσει τη σχέση αιτίας-αιτιατού, η Επιτροπή θα λαμβάνει ιδίως υπόψη τις μειώσεις των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας ή τις απώλειες μεριδίων αγοράς των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων». Ενώ σύμφωνα με το σημείο 4.2, «[ο] μηχανισμός καταβολής της ενίσχυσης πρέπει να επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική εξέλιξη του ανταγωνισμού». Εξέλιξη που «θα μπορεί να προσδιορίζεται βάσει ποσοτικών κυρίως παραγόντων (τιμές, μερίδια αγοράς, άλλα κατάλληλα μεγέθη που επισημαίνονται από το κράτος μέλος)». Τέλος, σύμφωνα με το ίδιο σημείο, «το ποσό της [καταβαλλόμενης] ενίσχυσης εξαρτάται κατ’ ανάγκη από τη διαμόρφωση συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού και ο υπολογισμός των καταβαλλόμενων ενισχύσεων πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εξέλιξη κατάλληλων παραγόντων που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του επιτευχθέντος βαθμού ανταγωνισμού».
64.
Πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί δεδομένο ότι η Επιτροπή είχε σταθμίσει, κατά την αξιολόγηση των προοπτικών εξελίξεως, τα στοιχεία αυτά, προκειμένου να εκδώσει την απόφαση 2009/287 και να εγκρίνει το θεσπισθέν από τον LCC καθεστώς αποζημιώσεως. Η ίδια η Επιτροπή είχε επίγνωση ότι, κατά την εξέταση της συμβατότητας των ενισχύσεων που σχετίζονται με το λανθάνον κόστος προς την εσωτερική αγορά, αποφαινόταν επί ενός καθεστώτος αποζημιώσεως —του θεσπισθέντος από τον LCC— το οποίο επρόκειτο να έχει εφαρμογή για μακρό χρονικό διάστημα και το οποίο θα υπέκειτο, συνεπώς, σε συγκυριακές διακυμάνσεις. Τα εξετασθέντα κατά τον χρόνο εκδόσεως του LCC δεδομένα (τα οποία περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, τα σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μονάδων παραγωγής και την ένταξη των επιχειρήσεων σε όμιλο εταιριών) δεν είχαν αμετάβλητο χαρακτήρα.
65.
Συγκεκριμένα, καθόσον ενδιαφέρει εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε, λογικά, να αγνοεί το ενδεχόμενο μεταγενέστερων τροποποιήσεων στη σύνθεση των ενοποιημένων ομίλων και, λόγω αυτών, της μεταβολής των όρων της αγοράς, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει τον υπολογισμό της προβλεπόμενης από τον LCC αναπροσαρμογής. Μολονότι στην αιτιολογική σκέψη 352 της αποφάσεως 2009/287 αναφέρεται ότι «[η] Επιτροπή έλαβε επίσης υπόψη το γεγονός ότι ο αντίκτυπος του λανθάνοντος κόστους υπολογίζεται βάσει των ενοποιημένων ομίλων», εντούτοις, το ενδεχόμενο μεταβολών στη σύνθεση των ομίλων αυτών δεν μπορούσε να αποκλειστεί.
66.
Η θέση της Επιτροπής όσον αφορά τον LCC, την οποία υιοθέτησε λαμβάνοντας ως κρίσιμα δεδομένα για τον υπολογισμό του λανθάνοντος κόστους τα περιλαμβανόμενα στο προσάρτημα 7 του νόμου αυτού, δεν εμποδίζει οι μεταγενέστερες αλλαγές να έχουν επίδραση στην ετήσια αναπροσαρμογή, εφόσον αφορούν παράγοντες που προβλέπονται τόσο στη μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους όσο και στην ίδια την απόφαση 2009/287.
67.
Η κατάσταση του ανταγωνισμού στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας ήταν ένας εκ των παραγόντων αυτών. Ακριβώς για τον λόγο αυτό, το σημείο 4.3 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους όριζε ότι «[τ]ο κράτος μέλος αναλαμβάνει να υποβάλλει στην Επιτροπή ετήσια έκθεση που αποσκοπεί ιδίως στο να διευκρινίσει την εξέλιξη του ανταγωνισμού στην εθνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, επισημαίνοντας ιδίως τις παρατηρηθείσες μεταβολές κατάλληλων ποσοτικών παραγόντων» ( 16 ). Κατά την αιτιολογική σκέψη 369 της αποφάσεως 2009/287, «[β]άσει του σημείου 4.3 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους, οι πολωνικές αρχές ανέλαβαν την υποχρέωση να παράσχουν στην Επιτροπή ετήσια έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του [LCC]».
68.
Κατά τη γνώμη μου, αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος προσαρμογής του καθεστώτος αποζημιώσεως του λανθάνοντος κόστους, το οποίο προβλέπεται από τον εθνικό νόμο, στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κατά τον χρόνο καθορισμού των διαδοχικών αναπροσαρμογών των ενισχύσεων αυτών.
69.
Οι ενδεχόμενες αλλαγές στον κατάλογο των μονάδων παραγωγής που ανήκουν στις αντίστοιχες επιχειρήσεις (και, κατά συνέπεια, στους επιχειρηματικούς ομίλους στους οποίους αυτές εντάσσονται), όπως αυτές αναφέρονται στα προσαρτήματα του LCC, ήταν ένας εκ των «ποσοτικών παραγόντων» οι οποίοι θεωρούνται σύμφωνα με το σημείο 4.2 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους πρόσφοροι κατά την εκτίμηση της «πραγματική[ς] εξελίξ[ης] του ανταγωνισμού». Αποτελούσε, συνεπώς, σημαντικό δεδομένο για τον καθορισμό του ποσού των ενισχύσεων, ο υπολογισμός των οποίων έπρεπε να λαμβάνει υπόψη «την εξέλιξη κατάλληλων παραγόντων που επιτρέπουν τον προσδιορισμό του επιτευχθέντος βαθμού ανταγωνισμού».
70.
Φρονώ ότι η απόφαση 2009/287, στον βαθμό που κάνει χρήση της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους, προβλέπει τον μηχανισμό για την προσαρμογή, με την πάροδο του χρόνου, των κρατικών ενισχύσεων στην εξέλιξη των παραγόντων που καθορίζουν την ετήσια αναπροσαρμογή τους. Εφόσον η απόφαση 2009/287 προέκρινε τη «δυναμική ερμηνεία» της συνθέσεως των ομίλων επιχειρήσεων και των ιδιοκτησιακών μεταβολών των μονάδων παραγωγής, προέβλεψε, για τον ίδιο αυτόν σκοπό, το μέσο της ανακοινώσεως στην Επιτροπή, από τα κράτη μέλη, των διακυμάνσεων που ενδεχομένως παρουσιάζουν οι ενοποιημένοι όμιλοι που μνημονεύει ο LCC στα προσαρτήματά του.
71.
Ενόσω οι πολωνικές αρχές δεν ενημερώνουν την Επιτροπή για τις επελθούσες αλλαγές σε σχέση με τις περιλαμβανόμενες στο προσάρτημα 7 του LCC μονάδες, πρέπει να περιορίζονται στο περιεχόμενο του εν λόγω προσαρτήματος, όπως αυτό έχει εγκριθεί από την Επιτροπή με την απόφαση 2009/287. Οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να εφαρμόζουν από μόνες τους τη μεθοδολογία του λανθάνοντος κόστους, κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεως της ετήσιας αναπροσαρμογής της αποζημιώσεως, εφόσον, με αυτόν τον τρόπο, καταστρατηγούν την ίδια την απόφαση 2009/287.
72.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση διαπιστώθηκε ότι οι πολωνικές αρχές υπέβαλαν, σε εύθετο χρόνο, την ετήσια έκθεση που μνημονεύει το σημείο 4.3 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους, στην οποία καταγράφονταν οι αλλαγές που είχαν επέλθει στη δομή της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η Επιτροπή, σύμφωνα με όσα δήλωσε ο εκπρόσωπός της στη συζήτηση, έλαβε γνώση των αλλαγών αυτών και εκτίμησε ότι, εφόσον οι εθνικές αρχές είχαν τηρήσει το ανώτατο θεσπισθέν όριο καταβολών, δεν ήταν αναγκαία η λήψη κάποιου πρόσθετου μέτρου, καθώς η «δυναμική ερμηνεία» της αποφάσεως 2009/287 θα επέτρεπε, αφεαυτής, την προσαρμογή του υπολογισμού της αποζημιώσεως.
73.
Εφόσον οι πολωνικές αρχές διαπίστωσαν τη νέα σύνθεση των επιχειρηματικών ομίλων και την επιρροή της στην κατανομή των σταθμών παραγωγής ή των μονάδων που μνημονεύονται στα προσαρτήματα του LCC, η Επιτροπή θα μπορούσε να αποφανθεί επί των συνεπειών στον υπολογισμό του ετήσιου ποσού και, ενδεχομένως, ασκώντας τις αποκλειστικές αρμοδιότητές της, να προσαρμόσει τις διατάξεις της αποφάσεως 2009/287 στις νέες συνθήκες της αγοράς. Η καταβολή των αποζημιώσεων, μετά τη μεταβολή της καταστάσεως που εκτίθεται στον LCC, δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την εκ νέου κίνηση της διαδικασίας προηγούμενου ελέγχου του άρθρου 108 ΣΛΕΕ. Θα γινόταν, πιο συγκεκριμένα, χρήση της διαδικασίας αναπροσαρμογής που προβλέπεται στην ίδια την απόφαση 2009/287, βάσει της ετήσιας εκθέσεως στην οποία αναφέρεται η αιτιολογική της σκέψη 369, όπως συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση.
74.
Οι όροι υπό τους οποίους προτείνω να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα συνάδουν, κατά τη γνώμη μου, με τη λογική του συστήματος της διαδικασίας εγκρίσεως των εν λόγω κρατικών ενισχύσεων, σεβόμενοι, ταυτόχρονα, την αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής, αφενός, και την καλύτερη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του ίδιου του συστήματος, αφετέρου, καθώς εξασφαλίζουν την προσαρμογή του υπολογισμού των ενισχύσεων στις συνθήκες που ισχύουν κατά τον χρόνο καταβολής τους.
75.
Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η πρότασή μου αφορά αποκλειστικώς την κοινοτική διάσταση του προβλεπόμενου στον LCC καθεστώτος ενισχύσεων. Δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο η ερμηνεία του κανονιστικού συστήματος που θεσπίζεται από την πολωνική νομοθεσία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που ανακύπτουν από το άνοιγμα της εγχώριας αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας στον ανταγωνισμό. Υπό την επιφύλαξη ή υπό τον όρο να μην υπάρξει υπέρβαση του ποσού των κρατικών ενισχύσεων που κρίθηκαν συμβατές με την απόφαση 2009/287 και να μη καταστρατηγηθεί το περιεχόμενό της, οι πολωνικές αρχές και δικαστήρια μπορούν να ερμηνεύουν τους εσωτερικούς τους κανόνες σχετικά με τις ενισχύσεις για το λανθάνον κόστος με τον τρόπο που κρίνουν πρόσφορο. Πιο συγκεκριμένα, ουδόλως απαγορεύεται ερμηνεία του LCC, είτε βάσει του περιεχομένου των προσαρτημάτων είτε βάσει της εξελίξεως των συνθηκών της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, συνεπαγόμενη την αύξηση ή τη μείωση του ποσού των ετήσιων αποζημιώσεων για το λανθάνον κόστος, εφόσον δεν υπάρχει υπέρβαση του ορίου που προανέφερα.
76.
Εννοώ δηλαδή ότι η απόφαση 2009/287 δεν έχει άλλο σκοπό από το να δώσει «πράσινο φως» στις ενισχύσεις που προβλέπουν οι εθνικές αρχές, εφόσον έχει διαπιστωθεί από την Επιτροπή η συμβατότητά τους με την εσωτερική αγορά. Εκ του γεγονότος αυτού δεν γεννάται, υπό το πρίσμα του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, προσωπικό δικαίωμα λήψεως των ενισχύσεων από τους πιθανούς δικαιούχους. Το εν λόγω προσωπικό δικαίωμα καθώς επίσης και το εύρος του είναι κάτι που θεσπίζεται από τους εθνικούς νόμους, όπως αυτοί ερμηνεύονται από τα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα.
77.
Εν τέλει, οι πολωνικές αρχές θα μπορούσαν μεταγενέστερα, ακόμη και αν έχουν λάβει έγκριση από την Επιτροπή για τη χορήγηση των επίμαχων ενισχύσεων, για αμιγώς εσωτερικούς λόγους, εδραζομένους στο εθνικό δίκαιο, να τις μειώσουν ή, ακόμη, να τις καταργήσουν, τηρώντας τους περιορισμούς που θέτουν οι συνταγματικοί τους κανόνες. Παράλληλα, ενδεχόμενη απόφαση των εθνικών δικαστηρίων με την οποία, βάσει ερμηνείας της εσωτερικής νομοθεσίας, μειώνονται τα ποσά από δημόσιους πόρους των οποίων η καταβολή στις επιχειρήσεις του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας έχει κριθεί συμβατή με την εσωτερική αγορά (στην υπόθεση της κύριας δίκης, θα επρόκειτο για προσαρμογή των ετήσιων αποζημιώσεων σε ποσά κατώτερα αυτών που προκύπτουν από την απόφαση 2009/287) ομοίως δεν θα ήγειρε ζητήματα σε σχέση με το άρθρο 107 ΣΛΕΕ.
78.
Προτείνω, επομένως, να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα διττή απάντηση: α) ότι το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2009/287 και τα σημεία 3.3 και 4.2 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους, δεν απαγορεύει την πραγματοποίηση της ετήσιας αναπροσαρμογής του λανθάνοντος κόστους λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως των ομίλων επιχειρήσεων, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην εθνική νομοθεσία που διέπει το εγκριθέν από την Επιτροπή καθεστώς κρατικών ενισχύσεων, και β) ότι στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ερμηνεύσει το εθνικό του δίκαιο προκειμένου, κατά το γράμμα του, να αντιμετωπίσει τις συνέπειες από τις αλλαγές που έχουν επέλθει στη σύνθεση των ομίλων επιχειρήσεων του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας που είναι δικαιούχοι των κρατικών ενισχύσεων, υπό τον όρο ότι το ποσό των ενισχύσεων αυτών, όπως καθορίζεται έπειτα από την οφειλόμενη στις νέες περιστάσεις αναπροσαρμογή, δεν υπερβαίνει το οριζόμενο στην απόφαση 2009/287 ανώτατο ποσό και δεν καταστρατηγεί την απόφαση αυτή.
VII – Πρόταση
79.
Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«1)
Το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και το άρθρο 4, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2009/287/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, σχετικά με κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε η Πολωνία ως μέρος συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και σχετικά με κρατική ενίσχυση την οποία σκοπεύει να χορηγήσει η Πολωνία ως αποζημίωση για την εκούσια καταγγελία συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, έχει την έννοια ότι οσάκις η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κρίνει ορισμένη κρατική ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά, το εθνικό δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να ελέγξει εάν οι θεσπίζουσες την εν λόγω κρατική ενίσχυση εθνικές διατάξεις είναι σύμφωνες με τις παραμέτρους της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους.
2)
Το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2009/287 και τα σημεία 3.3 και 4.2 της μεθοδολογίας του λανθάνοντος κόστους, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την πραγματοποίηση της ετήσιας αναπροσαρμογής του λανθάνοντος κόστους λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως των ομίλων επιχειρήσεων, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην εθνική νομοθεσία που διέπει το εγκριθέν από την Επιτροπή καθεστώς κρατικών ενισχύσεων. Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να ερμηνεύσει το εθνικό του δίκαιο προκειμένου, συμφώνως προς αυτό, να αντιμετωπίσει τις συνέπειες από τις αλλαγές που έχουν επέλθει στη σύνθεση των ομίλων επιχειρήσεων του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας που είναι δικαιούχοι των κρατικών ενισχύσεων, υπό τον όρο ότι το ποσό των ενισχύσεων αυτών, όπως καθορίζεται έπειτα από την οφειλόμενη στις νέες περιστάσεις αναπροσαρμογή, δεν υπερβαίνει τα οριζόμενα στην απόφαση 2009/287 ανώτατα όρια και δεν καταστρατηγεί την απόφαση αυτή.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 27, σ. 20).
( 3 ) Νόμος της 29ης Ιουνίου 2007 σχετικά με τους όρους καλύψεως του κόστους των παραγωγών σε περίπτωση πρόωρης καταγγελίας συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (Ustawa o zasadach pokrywania kosztów powstałych u wytwórców w związku z przedterminowym rozwiązaniem umów długoterminowych sprzedaży mocy i energii elektrycznej, Dz. U. αριθ. 130, σημείο 905, με τροποποιήσεις, στο εξής: LCC ή νόμος του 2007).
( 4 ) Απόφαση της Επιτροπής, της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, σχετικά με κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε η Πολωνία ως μέρος συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και σχετικά με κρατική ενίσχυση την οποία σκοπεύει να χορηγήσει η Πολωνία ως αποζημίωση για την εκούσια καταγγελία συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ 2009, L 83, σ. 1).
( 5 ) Έγγραφο της Επιτροπής SG(2001) D/290869, της 6ης Αυγούστου 2001, . Η αρίθμηση των παραγράφων του ακόλουθου κειμένου στα ισπανικά διαφέρει από την αντίστοιχη στην πολωνική απόδοση .
( 6 ) ΕΕ 2009, C 85, σ. 1.
( 7 ) Βλ., μεταξύ πολλών, γενικώς, απόφαση Lucchini (C‑119/05, EU:C:2007:434, σκέψεις 51 και 52).
( 8 ) Απόφαση Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:755, σκέψη 27).
( 9 ) Απόφαση Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:755, σκέψη 28), με παράθεση των αποφάσεων van Calster κ.λπ. (C‑261/01, EU:C:2003:571, σκέψη 75), και Transalpine Ölleitung in Österreich (C‑368/04, EU:C:2006:644, σκέψη 38).
( 10 ) Όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στην υπόθεση Lucchini (C‑119/05, EU:C:2007:434, σκέψη 53), «[μ]ολονότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν, κατ’ αρχήν, να εξετάζουν το κύρος μιας κοινοτικής πράξεως, δεν είναι αρμόδια να διαπιστώνουν τα ίδια την ακυρότητα των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (απόφαση […] Foto-Frost, 314/85, [EU:C:1987:452], σκέψη 20). Συνεπώς, το Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο να διαπιστώσει την ακυρότητα μιας κοινοτικής πράξεως (αποφάσεις […] Zuckerfabrik Süderdithmarschen και Zuckerfabrik Soest, C‑143/88 και C‑92/89, [EU:C:1991:65], σκέψη 17, και […] IATA και ELFAA, C‑344/04, [EU:C:2006:10], σκέψη 27)».
( 11 ) Σελίδα 13 της διατάξεως περί παραπομπής.
( 12 ) Σελίδα 14 της διατάξεως περί παραπομπής.
( 13 ) Σελίδα 16 της διατάξεως περί παραπομπής.
( 14 ) Όπ.π.
( 15 ) Σελίδα 14 της διατάξεως περί παραπομπής.
( 16 ) Η έκθεση αυτή, συνεχίζει το εν λόγω σημείο, «θα αναφέρει λεπτομερώς τον τρόπο υπολογισμού του λανθάνοντος κόστους που λαμβάνεται υπόψη για κάθε έτος και τα ποσά των ενισχύσεων που καταβλήθηκαν».
Full & Egal Universal Law Academy