ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 30ής Μαρτίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C‑-591/14
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Βασιλείου του Βελγίου
«Παράβαση κράτους μέλους – Μη τήρηση αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με κρατική ενίσχυση – Απόφαση 2011/678/ΕΕ – Κρατική ενίσχυση για τη χρηματοδότηση των εξετάσεων ανιχνεύσεως μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΜΣΕ) στα βοοειδή – Μη ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων – Αμυντικοί ισχυρισμοί – Δυσχέρειες ως προς τον προσδιορισμό των δικαιούχων των ενισχύσεων»
Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση υπόθεση έχει ως αντικείμενο προσφυγή βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ κατά του Βασιλείου του Βελγίου, με την οποία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι, παραλείποντας να λάβει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ανακτήσει από τους δικαιούχους τις κρατικές ενισχύσεις που κηρύχθηκαν παράνομες και μη συμβατές με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 1, παράγραφοι 3 και 4, της αποφάσεως 2011/678/ΕΕ της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 2011, σχετικά με την κρατική ενίσχυση για τη χρηματοδότηση της ανίχνευσης μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΜΣΕ) σε βοοειδή που τέθηκε σε εφαρμογή από το Βέλγιο [κρατική ενίσχυση C 44/08 (πρώην NN 45/04)] (στο εξής: επίμαχη απόφαση) ( 2 ), και παραλείποντας να πληροφορήσει την Επιτροπή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, για τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 288, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και από τα άρθρα 2 έως 4 της εν λόγω αποφάσεως.
Το ιστορικό της διαφοράς
Η χρηματοδότηση των εξετάσεων για την ανίχνευση μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΜΣΕ) σε βοοειδή στο Βέλγιο
2.
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, μεταξύ των ετών 2001 και 2006, το Βασίλειο του Βελγίου ανέλαβε, εν όλω ή εν μέρει, τις δαπάνες εξετάσεων για την ανίχνευση ΜΣΕ σε βοοειδή (στο εξής: εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ), οι οποίες ήταν υποχρεωτικές από την 1η Ιανουαρίου 2001.
3.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2001 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2001, οι δαπάνες αυτές χρηματοδοτούνταν με άμεση επιδότηση από το Δημόσιο Ταμείο (Βέλγιο).
4.
Από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως την 30ή Ιουνίου 2004, οι εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ προχρηματοδοτούνταν από τον βελγικό οργανισμό οικονομικών παρεμβάσεων και επιστροφών (Bureau d’intervention et de restitution belge) (στο εξής: BIRB), δημόσιο ίδρυμα που διαθέτει νομική προσωπικότητα.
5.
Από την 1η Ιουλίου 2004 έως την 30ή Νοεμβρίου 2004, οι εξετάσεις αυτές προχρηματοδοτούνταν από την Ομοσπονδιακή υπηρεσία για την ασφάλεια της τροφικής αλυσίδας (Agence fédérale pour la sécurité de la chaîne alimentaire) (στο εξής: AFSCA, Βέλγιο), δημόσιο ίδρυμα που διαθέτει νομική προσωπικότητα.
6.
Μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 2004 και 31ης Δεκεμβρίου 2005, οι εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ χρηματοδοτούνταν βάσει των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος της 15ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με τη χρηματοδότηση της ανιχνεύσεως μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών στα ζώα (στο εξής: βασιλικό διάταγμα της 15ης Οκτωβρίου 2004) ( 3 ) και του νόμου της 9ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τη χρηματοδότηση της AFSCA (στο εξής: νόμος της 9ης Δεκεμβρίου 2004) ( 4 ). Το βασιλικό διάταγμα της 15ης Οκτωβρίου 2004 όριζε ότι η AFSCA εισέπραττε τέλος, το ύψος του οποίου είχε καθοριστεί στα 10,70 ευρώ για κάθε βοοειδές προς σφαγή που έπρεπε να υποβληθεί σε ταχεία εξέταση ΣΕΒ και το οποίο επιβάρυνε το σφαγείο ( 5 ). Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, οι εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ χρηματοδοτούνταν, εν μέρει, από τα τέλη που εισπράττονταν βάσει του βασιλικού διατάγματος της 15ης Οκτωβρίου 2004 και, εν μέρει, από τα αποθεματικά της AFSCA και από την επιστρεπτέα προκαταβολή που είχε θέσει στη διάθεσή της το Δημόσιο Ταμείο ( 6 ).
7.
Ο τρόπος χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ τροποποιήθηκε εκ νέου με τη θέση σε ισχύ δύο βασιλικών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στις 10 Νοεμβρίου 2005, το πρώτο εκ των οποίων καθόριζε τις εισφορές του άρθρου 4 του νόμου της 9ης Δεκεμβρίου 2004 ( 7 ), ενώ το δεύτερο ήταν σχετικό με τα τέλη του άρθρου 5 του ίδιου νόμου (στο εξής: βασιλικά διατάγματα της 10ης Νοεμβρίου 2005) ( 8 ). Το πρώτο από τα διατάγματα αυτά, με το οποίο καταργήθηκε το βασιλικό διάταγμα της 15ης Οκτωβρίου 2004, ορίζει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να καταβάλλουν ετήσια εισφορά στην AFSCA, ανά τομέα δραστηριότητας και μονάδα εγκαταστάσεως. Περιλαμβάνονται, ιδίως, επτά τομείς δραστηριοτήτων (τομέας εισροής, πρωτογενής παραγωγή, μεταποίηση, χονδρικό εμπόριο, λιανικό εμπόριο, τομέας φιλοξενίας και εστιάσεως, μεταφορές) ( 9 ). Το δεύτερο βασιλικό διάταγμα προβλέπει την καταβολή τέλους για τις υπηρεσίες που παρέχονται από την AFSCA και οι οποίες μπορούν να καταλογιστούν σε συγκεκριμένη επιχείρηση, ιδίως δε τις παροχές υπηρεσιών «για δειγματοληψία και ανάλυση που επιβάλλονται εκ του νόμου» ( 10 ). Τα βασιλικά διατάγματα της 10ης Νοεμβρίου 2005 τέθηκαν σε ισχύ την 31η Δεκεμβρίου 2005.
8.
Η χρηματοδότηση των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ προκάλεσε διάφορες παρεμβάσεις της Επιτροπής βάσει των σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις κανόνων της Συνθήκης.
9.
Με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2002 ( 11 ), η Επιτροπή ενέκρινε την ενίσχυση που χορηγήθηκε για την περίοδο μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 30ής Ιουνίου 2002 (στο εξής: απόφαση του 2002).
10.
Το 2005, εξαίρεσε, δυνάμει του άρθρου 15, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2004 ( 12 ), καθεστώς ενισχύσεων που έφερε τον τίτλο «προχρηματοδότηση εξετάσεων για την ανίχνευση της ΜΣΕ», το οποίο εφαρμόστηκε την 1η Ιανουαρίου 2003, και καθεστώς που έφερε τον τίτλο «χρηματοδότηση εξετάσεων για την ανίχνευση της ΜΣΕ», το οποίο εφαρμόστηκε στις 15 Οκτωβρίου 2004 ( 13 ). Το πρώτο καθεστώς προέβλεπε ενίσχυση ύψους 40 ευρώ κατά το μέγιστο και το δεύτερο 33,38 ευρώ ανά εξέταση.
11.
Το 2005, επίσης, η Επιτροπή ενέκρινε, βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΕΚ και έως ύψους 33,38 ευρώ ανά εξέταση, την ενίσχυση που χρηματοδοτήθηκε μέσω εισφορών που επιβλήθηκαν στο σύνολο της τροφικής αλυσίδας, η οποία προτάθηκε στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως του συστήματος χρηματοδοτήσεως της AFSCA, υλοποιηθείσας με τα βασιλικά διατάγματα της 10ης Νοεμβρίου 2005 (στο εξής: απόφαση του 2005) ( 14 ). Με την ίδια απόφαση η Επιτροπή έκρινε ότι ούτε η χρηματοδότηση της AFSCA από τις εισφορές για τις υπηρεσίες που παρέχονται σε συγκεκριμένες επιχειρήσεις ούτε η χρηματοδότηση «σφαιρικών δειγματοληπτικών ελέγχων» από το σύστημα εισφορών το οποίο επιβαρύνει το σύνολο της τροφικής αλυσίδας αποτελούν κρατικές ενισχύσεις ( 15 ).
Η επίμαχη απόφαση
12.
Μετά από καταγγελίες που υποβλήθηκαν ενώπιόν της το 2004, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου αίτηση παροχής πληροφοριών σχετικά με τα μέτρα χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ. Οι βελγικές αρχές απάντησαν στην αίτηση αυτή στις 6 Φεβρουαρίου και στις 14 Μαΐου 2004.
13.
Με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 2004, το Βασίλειο του Βελγίου κοινοποίησε στην Επιτροπή μέτρο ενισχύσεως για την κάλυψη των δαπανών ανιχνεύσεως της ΜΣΕ σε ζώα ( 16 ). Το μέτρο αυτό αποσκοπούσε στην προχρηματοδότηση των δαπανών των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ, το ποσό των οποίων έπρεπε εν τέλει να επιστραφεί μέσω φόρων υπέρ τρίτων. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή από το Βασίλειο του Βελγίου, το σύστημα αυτό είχε ήδη εφαρμοσθεί για τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν το 2002 και το 2003 ( 17 ). Καθότι προέκυψε ότι το κοινοποιηθέν μέτρο είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή, καταχωρίσθηκε στο μητρώο μη κοινοποιηθεισών κρατικών ενισχύσεων με αριθμό NN 45/04.
14.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2004, οι βελγικές αρχές ενημέρωσαν σχετικά με νέο σχέδιο βασιλικού διατάγματος (εκδοθέν στη συνέχεια ως βασιλικό διάταγμα της 15ης Οκτωβρίου 2004), το οποίο καθόριζε σύστημα καταβολής τέλους ύψους 10,70 ευρώ ανά βοοειδές προς σφαγή.
15.
Κατά τη διαδικασία, οι βελγικές αρχές εξήγησαν εν συνεχεία ότι αποσκοπούσαν στην υλοποίηση, μέσω νέου συστήματος χρηματοδοτήσεως της AFSCA, συγκεντρωτικού συστήματος ανακτήσεως των δαπανών που συνδέονται με τις εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ εντός περιόδου δεκαπέντε ετών και ότι όλες οι ενεργές επιχειρήσεις που κατείχαν βοοειδή κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου θα υποχρεούνταν να συνεισφέρουν στο σύστημα αυτό ( 18 ).
16.
Με έγγραφο της 26ης Νοεμβρίου 2008 η Επιτροπή γνωστοποίησε στο Βασίλειο του Βελγίου την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ( 19 ).
17.
Στην αιτιολογική σκέψη 31 της επίμαχης αποφάσεως η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η εν λόγω απόφαση αφορούσε «αποκλειστικά τις ενισχύσεις που χρηματοδοτούν τις [εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ] κατά την περίοδο 2001-2006, καθώς και το σύστημα χρηματοδότησής τους δεδομένου ότι οι ενισχύσεις για τις [εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ] κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου είχαν προχρηματοδοτηθεί και αυτή η προχρηματοδότηση αποτελεί αντικείμενο επιστροφής κατανεμημένης σε περισσότερα έτη».
18.
Στις αιτιολογικές σκέψεις 32 και 33 της επίμαχης αποφάσεως, η Επιτροπή υπενθύμισε την «ορολογική διάκριση» μεταξύ «τελ[ών]», τα οποία εν προκειμένω συνίστανται στα 10,70 ευρώ που εισπράττονται από το Βασίλειο του Βελγίου από την 1η Δεκεμβρίου 2004 και εφεξής, και «εισφορ[ών]», ήτοι των επιβαρύνσεων που καταβάλλονται στην AFSCA από μονάδες εκμεταλλεύσεως που βρίσκονται στη βελγική επικράτεια και κατανέμονται σε επτά τομείς. Στην ενότητα της επίμαχης αποφάσεως που αφορά την εκτίμηση περί των οικείων μέτρων, η Επιτροπή διαπίστωσε, κατ’ αρχάς, ότι η χρηματοδότηση των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ μέσω εισφορών και άλλων κρατικών πόρων παρείχε πλεονέκτημα, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, στους «γεωργούς, στα σφαγεία και σε άλλους φορείς που μεταποιούν, χειρίζονται, πωλούν ή εμπορεύονται προϊόντα που προέρχονται από βοοειδή και υπόκεινται σε υποχρεωτική εξέταση [για την ανίχνευση της ΣΕΒ] σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία» και περιελάμβανε, ως εκ τούτου, τη χορήγηση ενισχύσεων ( 20 ). Στην αιτιολογική σκέψη 100 της επίμαχης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ενισχύσεις αυτές ήταν παράνομες, καθότι δεν είχαν κοινοποιηθεί.
19.
Εν συνεχεία, εκτίμησε τη συμβατότητα των ενισχύσεων βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ. Για τον σκοπό αυτόν, διέκρινε δύο περιόδους «ανάλογα με τη [δυνατότητα εφαρμογής] των διαφόρων νομικών διατάξεων» ( 21 ).
20.
Οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2001 και 31ης Δεκεμβρίου 2002, εξετάσθηκαν και κρίθηκαν συμβατές βάσει του σημείου 11.4 των κατευθυντηρίων γραμμών της Κοινότητας σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον γεωργικό τομέα ( 22 ).
21.
Οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2003 και 31ης Δεκεμβρίου 2005, εξετάσθηκαν, αντιθέτως, με βάση τα σημεία 21 επ. των κατευθυντήριων γραμμών της Κοινότητας σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις για εξετάσεις ΜΣΕ, νεκρά ζώα στην εκμετάλλευση και σφαγειοαπορρίμματα (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές ΜΣΕ) ( 23 ). Στο πλαίσιο της αξιολογήσεως αυτής, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι είχε πραγματοποιηθεί υπέρβαση, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2003 και 30ής Ιουνίου 2004, του ποσού των 40 ευρώ, κατά το μέγιστο, ανά εξέταση, το οποίο προβλεπόταν στο σημείο 24 αυτών των κατευθυντήριων γραμμών ( 24 ).
22.
Η Επιτροπή, ως εκ τούτου, αποφάνθηκε, στην αιτιολογική σκέψη 125 της επίμαχης αποφάσεως, ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν για τη χρηματοδότηση των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ, «ανώτερες του ποσού των 40 ευρώ ανά [εξέταση] κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2003 και 30ής Ιουνίου 2004 και των οποίων το σύνολο ανέρχεται στα 6619810,74 ευρώ, είναι [μη συμβατές] με την εσωτερική αγορά».
23.
Στις αιτιολογικές σκέψεις 126 έως 129 της επίμαχης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε το προταθέν από το Βασίλειο του Βελγίου σύστημα ανακτήσεως των ενισχύσεων αυτών μέσω εισφορών που εισπράχθηκαν για τη χρηματοδότηση της AFSCA και έκρινε ότι το σύστημα αυτό δεν συμμορφωνόταν προς τις απαιτήσεις περί ανακτήσεως, όπως αυτές προέκυπταν από τη νομολογία του Δικαστηρίου και το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 ( 25 ).
24.
Το άρθρο 1, παράγραφοι 3 και 4, της επίμαχης αποφάσεως ορίζει τα εξής:
«3. Η χρηματοδότηση των [εξετάσεων για την ανίχνευση ΣΕΒ] με κρατικούς πόρους για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2003 έως την 30ή Ιουνίου 2004 αποτελεί ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά για τους γεωργούς, τα σφαγεία και τους λοιπούς φορείς οι οποίοι μεταποιούν, [κατεργάζονται], πωλούν ή εμπορεύονται προϊόντα που προέρχονται από βοοειδή και υπόκεινται σε υποχρεωτική εξέταση [ΣΕΒ] για τα ποσά [κάτω] των 40 ευρώ ανά [εξέταση]. Τα ποσά που υπερβαίνουν τα 40 ευρώ ανά [εξέταση δεν είναι συμβατά] με την εσωτερική αγορά και πρέπει να ανακτώνται, με εξαίρεση τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν για συγκεκριμένα [προγράμματα] τα οποία, κατά τον χρόνο χορήγησης των ενισχύσεων, πληρούσαν όλους τους όρους που καθορίζονται στον ισχύοντα κανονισμό για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας.
4. Το Βέλγιο εφάρμοσε παράνομα την ενίσχυση για τη χρηματοδότηση των [εξετάσεων για την ανίχνευση ΣΕΒ] κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3 […] ΣΛΕΕ κατά την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2001 έως την 30ή Ιουνίου 2004.»
25.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της επίμαχης αποφάσεως, «[το Βασίλειο του Βελγίου] λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση των παράνομων και [μη συμβατών] ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 3 και 4, ως προς τους δικαιούχους». Η παράγραφος 4 του ως άνω άρθρου ορίζει ότι «[η] ανάκτηση πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, στο μέτρο που επιτρέπουν την άμεση και αποτελεσματική εφαρμογή της παρούσας απόφασης».
26.
Κατά το άρθρο 3, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της επίμαχης αποφάσεως, «[η] ανάκτηση της ενίσχυσης που ορίζεται στο άρθρο 1 παράγραφοι 3 και 4 είναι άμεση και αποτελεσματική» και «[το Βασίλειο του Βελγίου] φροντίζει ώστε η […] απόφαση [αυτή] να τεθεί σε εφαρμογή εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της».
27.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως δʹ, της επίμαχης αποφάσεως ορίζει ότι, εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεώς της, το Βασίλειο του Βελγίου πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή τον κατάλογο των δικαιούχων που έλαβαν την ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφοι 3 και 4, της αποφάσεως αυτής και το συνολικό ποσό ενισχύσεως που έλαβε ο καθένας από αυτούς, το συνολικό ποσό (αρχικό συν τόκοι ανακτήσεως) προς ανάκτηση από τους δικαιούχους, λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί ή προβλεφθεί με σκοπό τη συμμόρφωση προς την εν λόγω απόφαση, καθώς και έγγραφα που αποδεικνύουν ότι οι δικαιούχοι ειδοποιήθηκαν για την επιστροφή της ενισχύσεως. Οι παράγραφοι 2 και 3 του ως άνω άρθρου 4 ορίζουν ότι «[το Βασίλειο του Βελγίου] ενημερώνει την Επιτροπή για την πρόοδο που συντελέστηκε μετά τη θέσπιση των εθνικών μέτρων για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης, και αυτό έως ότου ολοκληρωθεί η ανάκτηση της ενίσχυσης που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφο[ς] 3» και ότι, «[μ]ετά την περίοδο των δύο μηνών που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το [Βασίλειο του Βελγίου] υποβάλλει, με απλή αίτηση της Επιτροπής, έκθεση σχετικά με τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί και προβλεφθεί με σκοπό τη συμμόρφωση [προς] την παρούσα απόφαση. Η εν λόγω έκθεση παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα ποσά της ενίσχυσης και τους τόκους που έχουν ήδη ανακτηθεί από τους δικαιούχους».
28.
Το Βασίλειο του Βελγίου άσκησε προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητώντας την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως, η δε προσφυγή αυτή απερρίφθη ( 26 ). Το Βασίλειο του Βελγίου ζήτησε την αναίρεση της αποφάσεως αυτής, η οποία με τη σειρά της απερρίφθη από το Δικαστήριο ( 27 ).
Η ανταλλαγή εγγράφων μεταξύ του Βασιλείου του Βελγίου και της Επιτροπής μετά την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως
29.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 2011 το Βασίλειο του Βελγίου διαβίβασε στην Επιτροπή την απάντησή του στην επίμαχη απόφαση.
30.
Πρώτον, επανέλαβε την άποψή του ότι η δημόσια χρηματοδότηση των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ δεν εγείρει ζήτημα κρατικών ενισχύσεων.
31.
Δεύτερον, σημείωσε ότι οι βελγικές αρχές ανταγωνισμού διενεργούσαν έρευνα σχετικά με ενδεχόμενες παράνομες συμπράξεις όσον αφορά την τιμολόγηση, μεταξύ εργαστηρίων, στο πλαίσιο των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ και ότι τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής θα είχαν αντίκτυπο στον υπολογισμό των προς επιστροφή ενισχύσεων.
32.
Τρίτον, το Βασίλειο του Βελγίου υποστήριξε ότι το άρθρο 2 της επίμαχης αποφάσεως, καθόσον επέβαλε την ανάκτηση των επίμαχων εγγυήσεων, ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί στην πράξη. Συναφώς, επισήμανε στην Επιτροπή ότι αδυνατούσε να συνδέσει αντικειμενικά το εξετασθέν ζώο με τους διάφορους δικαιούχους καθ’ όλα τα στάδια της διαδικασίας παραγωγής και πωλήσεως του τελικού προϊόντος.
33.
Τέταρτον, υπογράμμισε ότι ο κανόνας για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας εφαρμοζόταν «στα επίμαχα κατά μέσο όρο ποσά». Ως παράδειγμα, ανέφερε κατ’ αρχάς ότι οι ορισθέντες στην επίμαχη απόφαση δικαιούχοι μπορούσαν να χωριστούν σε έξι κατηγορίες (κτηνοτρόφοι, πωλητές ζώντων ζώων, σφαγεία, παραγωγή και μεταποίηση προϊόντων, χονδρικό εμπόριο και λιανική πώληση) και ότι το σύνολο των προς ανάκτηση ενισχύσεων μπορούσε να κατανεμηθεί ισομερώς μεταξύ των έξι αυτών κατηγοριών, μέθοδος η οποία είχε ως αποτέλεσμα ποσό ύψους 1103301,79 ευρώ ανά κατηγορία. Εν συνεχεία, διαίρεσε το ποσό αυτό με τον αριθμό των επιχειρήσεων κάθε κατηγορίας, καταλήγοντας σε ένα μέσο ποσό ανά επιχείρηση κατώτερο από το όριο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που εφαρμοζόταν στην κατηγορία.
34.
Τέλος, το Βασίλειο του Βελγίου επισήμανε την αδυναμία του να παράσχει τις πληροφορίες που διαλαμβάνονταν στο άρθρο 4 της επίμαχης αποφάσεως.
35.
Προς αντίκρουση των αντιρρήσεων που προέβαλε το Βασίλειο του Βελγίου, η Επιτροπή, με έγγραφο τηλεομοιοτυπίας της 18ης Ιουλίου 2012, διευκρίνισε ότι «άμεσος δικαιούχος της ενισχύσεως είναι η επιχείρηση που υπέχει υποχρέωση εξετάσεως για την ανίχνευση της ΣΕΒ και στην οποία χρεώνεται τέλος από το σφαγείο για τις δαπάνες των εξετάσεων ανιχνεύσεως της ΣΕΒ». Εξ αυτού συνήγαγε ότι έπρεπε να διακριβωθεί, κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, «εάν οι μεμονωμένοι αποδέκτες της υπηρεσίας της εξετάσεως για την ανίχνευση της ΣΕΒ που διενεργήθηκε στα βοοειδή τους [είχαν] λάβει μη συμβατή ενίσχυση (ήτοι πλέον των 40 ευρώ), η οποία υπερέβαινε τα όρια των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας». Συναφώς, η Επιτροπή παρέθεσε, χάριν παραδείγματος, μέθοδο υπολογισμού η οποία συνίστατο στη διαίρεση του ποσού ήσσονος σημασίας με το ποσό που υπερέβαινε τα 40 ευρώ της συμβατής ενισχύσεως, προκειμένου να εξαχθεί ο αριθμός των εξετάσεων ανά επιχείρηση πέρα από τον οποίο η ενίσχυση υπερέβαινε το όριο της ενισχύσεως ήσσονος σημασίας.
36.
Με έγγραφο που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 29 Αυγούστου 2012, το Βασίλειο του Βελγίου, αφού επανέλαβε τη θέση του σχετικά με τις μη υφιστάμενες, εν προκειμένω, κρατικές ενισχύσεις και τόνισε ότι η έρευνα των αρχών ανταγωνισμού ήταν πάντα εν εξελίξει, επισήμανε στην Επιτροπή ότι η μέθοδος που πρότεινε με το έγγραφο τηλεομοιοτυπίας της, της 18ης Ιουλίου 2012, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στους δικαιούχους που υπάγονταν σε έναν μόνο από τους αναφερθέντες στην επίμαχη απόφαση τομείς και ότι καμία ένδειξη δεν είχε, αντιθέτως, δοθεί για τους λοιπούς τομείς.
37.
Με έγγραφο τηλεομοιοτυπίας της 19ης Οκτωβρίου 2012, η Επιτροπή υπενθύμισε στο Βασίλειο του Βελγίου ότι έπρεπε να εκτελέσει την επίμαχη απόφαση κατά τρόπο άμεσο και αποτελεσματικό, υπογραμμίζοντας ότι οι προβληθείσες από το εν λόγω κράτος μέλος δυσχέρειες ποσοτικού προσδιορισμού της ενισχύσεως δεν αποτελούσαν λόγο απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως. Κάλεσε επίσης το Βασίλειο του Βελγίου να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να ανακτήσει την ενίσχυση και για να παράσχει πληροφορίες σχετικά με το ύψος αυτής το αργότερο έως την 1η Δεκεμβρίου 20012, σε αντίθετη δε περίπτωση θα εξέταζε τη δυνατότητα προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
38.
Στις 30 Νοεμβρίου 2012 το Βασίλειο του Βελγίου διαβίβασε στην Επιτροπή την απάντησή του στο έγγραφο τηλεομοιοτυπίας της 19ης Οκτωβρίου 2012. Στην απάντηση αυτή, επισήμανε κατ’ αρχάς ότι δεν ήταν δυνατό να ανακτήσει πράγματι την επίμαχη ενίσχυση ενώ βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη η έρευνα των αρχών ανταγωνισμού. Εν συνεχεία, ενέμεινε στην ήδη προταθείσα με την από 27 Σεπτεμβρίου 2011 απάντησή του μέθοδο υπολογισμού, η οποία συνίστατο στη διαίρεση του συνολικού ποσού της ενισχύσεως μεταξύ των έξι ορισθέντων στην επίμαχη απόφαση τομέων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, δεδομένου του σχετικά μικρού ποσού προς ανάκτηση και του μεγάλου αριθμού των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, «σχεδόν αποκλείεται το ενδεχόμενο υπερβάσεως των ορίων ήσσονος σημασίας». Τέλος, το Βασίλειο του Βελγίου ζήτησε από την Επιτροπή να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των περιορισμένων συνεπειών της υποθέσεως στην οικονομία και τον ανταγωνισμό, καθώς και της εκκρεμούσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας προσφυγής κατά της επίμαχης αποφάσεως.
39.
Στις 14 Μαρτίου 2013 η Επιτροπή, κρίνοντας ότι θα ήταν χρήσιμο να αναλύσει λεπτομερέστερα την μέθοδο που πρότεινε το Βασίλειο του Βελγίου, ζήτησε από αυτό να της κοινοποιήσει συγκεκριμένα δεδομένα, όσον αφορά, ιδίως, τον αριθμό των εξετασθέντων ζώων, τον αριθμό των εγκαταστάσεων στις οποίες τα ζώα αυτά σφαγιάσθηκαν, την κατανομή των ενισχύσεων μεταξύ των έξι επίμαχων τομέων, καθώς και το ύψος της ενισχύσεως ήσσονος σημασίας που είχε ήδη χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, σε εθνικό επίπεδο.
40.
Με έγγραφο που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 17 Απριλίου 2013, το Βασίλειο του Βελγίου επισήμανε, σε απάντηση του αιτήματος της Επιτροπής, κατ’ αρχάς, ότι πόρρω απείχε από την υπέρβαση των εθνικών ανώτατων ορίων σχετικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας για την πρωτογενή παραγωγή, εφόσον μεταξύ των ετών 2004 και 2006 από τα εγκεκριμένα 22077000 ευρώ μπορούσε ακόμη να καταβάλει 18737738 ευρώ. Για τις κατηγορίες των δικαιούχων που ορίζονταν στην επίμαχη απόφαση εκτός της πρωτογενούς παραγωγής, παρατήρησε ότι το ανώτατο όριο ενισχύσεως ήσσονος σημασίας ήταν, σε κάθε περίπτωση, πολύ υψηλότερο, ήτοι 200000 ευρώ για τρία έτη ανά επιχείρηση αντί για 3000 ευρώ. Περαιτέρω, το Βασίλειο του Βελγίου ανέφερε ότι το μέσο ποσό υπερβάσεως των εγκεκριμένων 40 ευρώ ανά εξέταση, εν προκειμένω 12,34 ευρώ, κατανεμηθέν στους έξι σχετικούς τομείς (2,06 ευρώ ανά τομέα) και εφαρμοσθέν στον μέσο αριθμό σφαγιασθέντων βοοειδών ανά έτος, εν προκειμένω 380738 ζώα, ήταν τέτοιο ώστε, σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρχε υπέρβαση του ορίου ενισχύσεως ήσσονος σημασίας, καθόσον ήταν δυνατό να υπάρχει υπέρβαση του εν λόγω ορίου μόνο για τις εκμεταλλεύσεις όπου είχαν σφαγιασθεί περισσότερα από 1458 ζώα κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους. Τέλος, το Βασίλειο του Βελγίου επισήμανε ότι ο καταχωρισθείς τελευταίος σύνδεσμος μεταξύ εξετασθέντος ζώου και κτηνοτροφικής εγκαταστάσεως δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι η εγκατάσταση αυτή είναι ταυτόχρονα δικαιούχος της ενισχύσεως, διότι, κατά τη διάρκεια περιόδου οκτώ ημερών πριν από τη σφαγή, το ζώο μπορεί να αλλάξει κύριο, χωρίς αυτός να πρέπει να καταχωρισθεί στις βάσεις δεδομένων.
41.
Με έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 2013, η Επιτροπή ζήτησε από το Βασίλειο του Βελγίου να παράσχει, το αργότερο μέχρι τις 15 Νοεμβρίου 2014, πλήρη κατάλογο των μεμονωμένων δικαιούχων του κανόνα για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, πλήρη κατάλογο των δικαιούχων της ενισχύσεως, καθώς και επαρκείς αποδείξεις ότι τους είχαν απευθυνθεί διαταγές ανακτήσεως της ενισχύσεως, υπενθυμίζοντας ότι επέκειτο προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Διευκρίνισε επίσης ότι οι υπηρεσίες της δεν συμμερίζονταν την άποψη ότι το συνολικό ποσό της προς ανάκτηση ενισχύσεως μπορούσε να κατανεμηθεί αναλογικά μεταξύ των έξι σχετικών τομέων και ότι, «[ε]λλείψει συγκεκριμένων δεδομένων, προκύπτει ότι κατά βάση ωφελήθηκαν από το καθεστώς ενισχύσεως οι παραγωγοί της πρωτογενούς γεωργικής παραγωγής». Επιπλέον, η Επιτροπή υπενθύμισε στις βελγικές αρχές ότι η μέθοδος υπολογισμού που πρότειναν με σκοπό την εφαρμογή της ενισχύσεως ήσσονος σημασίας δεν ήταν συμβατή με την απαίτηση βάσει της οποίας η πλήρωση των προϋποθέσεων της ενισχύσεως ήσσονος σημασίας πρέπει να αποδεικνύεται σε επίπεδο εκάστου μεμονωμένου δικαιούχου. Η Επιτροπή εν τέλει πρότεινε εναλλακτική μέθοδο υπολογισμού, κατά την οποία, όσον αφορά το έτος 2003, όλες οι αγέλες που περιλάμβαναν λιγότερα από 97 σφαγιασθέντα ζώα θα παρέμεναν κάτω από το όριο ήσσονος σημασίας. Ως εκ τούτου, κάλεσε το Βασίλειο του Βελγίου να καταγράψει τις αγέλες στις οποίες είχαν σφαγιασθεί περισσότερα από 97 ζώα το έτος 2003 και να εφαρμόσει τον ίδιο υπολογισμό για το έτος 2004.
42.
Στις 13 Νοεμβρίου 2013 το Βασίλειο του Βελγίου απάντησε ότι η μέθοδος υπολογισμού που πρότεινε η Επιτροπή στο από 16 Οκτωβρίου 2013 έγγραφό της ήταν αντίθετη προς την επίμαχη απόφαση, η οποία διευκρίνιζε ότι το προβαλλόμενο μέτρο ενισχύσεως είχε ωφελήσει όχι μόνο τους αγρότες αλλά και άλλες επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες σε διάφορους τομείς της τροφικής αλυσίδας των προϊόντων που προέρχονται από βοοειδή. Οι βελγικές αρχές, αν και είχαν την άποψη ότι η κατανομή του ποσού της ενισχύσεως στους διάφορους τομείς παρέμενε η μόνη εύλογη λύση βάσει του γράμματος της εν λόγω αποφάσεως, πρότειναν, με πνεύμα συνεργασίας, στην Επιτροπή να «καθορίσει κατά πρώτον σαφώς και ορθώς τις εφαρμοστέες αρχές», πριν να ξεκινήσει, με τα περιορισμένα μέσα που διαθέτει, το ενδεχομένως εξαιρετικά δυσχερές έργο του προσδιορισμού του ύψους της ενισχύσεως που έλαβε έκαστος δικαιούχος. Τέλος, το Βασίλειο του Βελγίου ενημέρωσε την Επιτροπή ότι η βελγική αρχή ανταγωνισμού είχε ολοκληρώσει την έρευνα περί πιθανής συμπράξεως μεταξύ των εργαστηρίων όσον αφορά την τιμολόγηση των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ και ότι η απόφαση που ελήφθη από την αρχή αυτή δεν επηρέαζε τη διαδικασία ανακτήσεως των ενισχύσεων.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
43.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως. Οι διάδικοι ανέπτυξαν τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 8ης Δεκεμβρίου 2016.
Επί της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
44.
Η Επιτροπή σημειώνει ότι, παρόλο που οι βελγικές αρχές υποχρεούνταν να ανακτήσουν την επίμαχη ενίσχυση εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποιήσεως της επίμαχης αποφάσεως, ήτοι το αργότερο την 28η Νοεμβρίου 2011, την ημερομηνία αυτή όχι μόνο δεν είχε πραγματοποιηθεί η ανάκτηση της ενισχύσεως και δεν είχε αποσταλεί στους δικαιούχους καμία εντολή ανακτήσεως, αλλά δεν είχε καν καταρτιστεί κατάλογος των δικαιούχων ή κατάλογος των οφειλομένων από έκαστο από αυτούς ποσών.
45.
Εν προκειμένω, το Βασίλειο του Βελγίου δεν τελούσε σε απόλυτη αδυναμία ανακτήσεως της επίμαχης ενισχύσεως, κατάσταση η οποία συνιστά τον μόνο αμυντικό ισχυρισμό που μπορεί να επικαλεστεί κράτος μέλος στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
46.
Συγκεκριμένα, αφενός, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σε αντίθεση με όσα διατείνεται το Βασίλειο του Βελγίου, με την επίμαχη απόφαση διευκρινίζεται η ταυτότητα και ο χαρακτήρας του πλεονεκτήματος των δικαιούχων, οι οποίοι είναι γεωργοί, σφαγεία και λοιπές μονάδες μεταποιήσεως, κατεργασίας, πωλήσεως ή εμπορίας προϊόντων που προέρχονται από βοοειδή και υπόκεινται σε υποχρεωτική εξέταση για την ανίχνευση της ΣΕΒ, καθόσον τα επίμαχα μέτρα ενισχύσεως μειώνουν τις δαπάνες που βαρύνουν τους δικαιούχους. Έχει σημασία, επομένως, να προσδιοριστεί ποιες από τις επιχειρήσεις αυτές έπρεπε να επιβαρυνθεί με τις δαπάνες των εξετάσεων. Κατά περίπτωση, η επιχείρηση αυτή μπορεί να είναι είτε γεωργός, είτε σφαγείο είτε μονάδα μεταποιήσεως ή κατεργασίας του ζώου, είτε μονάδα πωλήσεως ή εμπορίας προϊόντων που προέρχονται από βοοειδή. Αφετέρου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανταλλαγής εγγράφων με το Βασίλειο του Βελγίου, πρότεινε πρακτικές μεθόδους εφαρμογής της επίμαχης αποφάσεως, οι οποίες δεν παρουσίαζαν ανυπέρβλητες δυσκολίες.
47.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Βασιλείου του Βελγίου περί εφαρμογής των κανονισμών περί ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, για τον σκοπό αυτό, θα ήταν κατ’ αρχάς απαραίτητο να προσδιορίσουν οι βελγικές αρχές τους μεμονωμένους δικαιούχους της ενισχύσεως, να καθορίσουν το ποσό, να ελέγξουν ποιες άλλες ενισχύσεις ήσσονος σημασίας έλαβαν κατά τη διάρκεια της ίδιας τριετούς περιόδου, να διασφαλίσουν ότι η σώρευση των ενισχύσεων αυτών δεν υπερέβαινε το εγκεκριμένο από τους εν λόγω κανονισμούς ανώτατο όριο και να διαπιστώσουν ότι πληρούνται όλες οι λοιπές προϋποθέσεις που ορίζονται από τους κανονισμούς αυτούς. Κανένα όμως από τα μέτρα αυτά δεν υλοποιήθηκε από τις βελγικές αρχές. Επιπλέον, η αιτίαση του Βασιλείου του Βελγίου ότι δεν υπήρξε υπέρβαση των ορίων των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας εδράζεται εξ ολοκλήρου σε εκτίμηση της ενισχύσεως που ελήφθη από κάθε επιχείρηση βάσει του μέσου όρου μεταξύ των τομέων και μεταξύ των επιχειρήσεων του κάθε τομέα και, ως εκ τούτου, σε διττή πλάνη. Καθόσον τέτοιος τρόπος εκτιμήσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτός, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
48.
Το Βασίλειο του Βελγίου προβάλλει τρεις αμυντικούς ισχυρισμούς.
49.
Πρώτον, αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό ως ενισχύσεως της χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ. Επειδή οι δαπάνες σχετικά με τις εξετάσεις αυτές απορρέουν από υποχρέωση εκ του νόμου που επιβάλλεται για την προστασία της δημόσιας υγείας, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως δαπάνη που κανονικά επιβαρύνει τον προϋπολογισμό επιχειρήσεως.
50.
Δεύτερον, επικουρικώς, το Βασίλειο του Βελγίου ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες ενισχύσεις πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των κανονισμών για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας. Ειδικότερα, όσον αφορά τους δικαιούχους που δεν είναι επιχειρήσεις δραστηριοποιούμενες στον πρωτογενή γεωργικό τομέα, οι ενισχύσεις εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) 1998/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για την εφαρμογή των άρθρων [107 και 108 ΣΛΕΕ] στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ( 28 ). Αντιθέτως, όσον αφορά τους δικαιούχους που είναι παραγωγοί γεωργικών προϊόντων, οι ενισχύσεις καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1860/2004 της Επιτροπής, της 6ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων [107 και 108 ΣΛΕΕ] στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας ( 29 ).
51.
Το Βασίλειο του Βελγίου επισημαίνει ότι το ποσό της ενισχύσεως για κάθε μεμονωμένο δικαιούχο δεν υπερβαίνει το όριο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, το οποίο ανέρχεται σε 3000 ευρώ για τους γεωργούς και 200000 ευρώ για τους δικαιούχους που δραστηριοποιούνται στους λοιπούς τομείς. Συναφώς, παραπέμπει στην μέθοδο υπολογισμού που ανέλυσε στο από 26 Σεπτεμβρίου 2011 έγγραφό του και επανέλαβε στα από 30 Νοεμβρίου 2012 και 15 Απριλίου 2013 έγγραφά του. Κατά τη μέθοδο αυτή, η οποία βασίζεται σε «αναλογική κατανομή του συνολικού ποσού της ενισχύσεως» μεταξύ έξι τομέων δραστηριότητας, τα μέσα ποσά της ενισχύσεως για κάθε επιχείρηση είναι, ανά τομέα, τόσο κάτω από το όριο ενισχύσεως ήσσονος σημασίας «ώστε υφίσταται βεβαιότητα ότι κανείς μεμονωμένος δικαιούχος δεν υπερβαίνει [αυτό] το όριο», χωρίς να απαιτείται να διευκρινιστεί «το ενδεχόμενο υποθετικό πλεονέκτημα ανά επιχείρηση για κάθε τομέα». Η προσέγγιση αυτή είναι «συναφής και εύλογη», λαμβανομένου υπόψη ιδίως του γεγονότος ότι, «βάσει της οικονομικής πραγματικότητας […], οι δαπάνες των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ έπρεπε να ανακτηθούν σε όλους τους θιγομένους τομείς».
52.
Κατά το Βασίλειο του Βελγίου, η Επιτροπή υιοθέτησε, καθ’ όλη τη διάρκεια της ανταλλαγής εγγράφων με τις βελγικές αρχές, ανακόλουθες και αντιφατικές θέσεις, καθώς και μη συμβατές με την επίμαχη απόφαση. Αφενός, με το από 14 Μαρτίου 2013 έγγραφό της, θεώρησε ότι «χρήζει λεπτομερούς αναλύσεως» η προταθείσα από το Βασίλειο του Βελγίου μέθοδος υπολογισμού, για να την απορρίψει, άνευ αιτιολογήσεως, με το από 16 Οκτωβρίου 2013 έγγραφό της. Αφετέρου, στις παρατηρήσεις της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση της 25ης Μαρτίου 2015, Βέλγιο κατά Επιτροπής (T‑538/11, EU:T:2015:188), αναγνώρισε ότι ολόκληρη η τροφική αλυσίδα ωφελήθηκε από την επίμαχη ενίσχυση και υπέδειξε ως άμεσους δικαιούχους αυτής τα σφαγεία, ενώ με το από 16 Οκτωβρίου 2013 έγγραφό της, εκτίμησε ότι κατά κύριο λόγο επωφελήθηκαν οι γεωργοί. Προκύπτει επίσης από ορισμένες θέσεις της ότι η Επιτροπή κρίνει ως καθοριστικής σημασίας το κριτήριο της κυριότητας του ζώου, ενώ το κριτήριο αυτό δεν περιέχεται στην επίμαχη απόφαση. Συναφώς, το Βασίλειο του Βελγίου επισημαίνει ότι από την επίμαχη απόφαση δεν συνάγεται ότι υπήρχε μόνο ένας δικαιούχος ανά εξετασθέν ζώο και ότι, παραδείγματος χάριν, εστιατόριο ή κρεοπωλείο δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως δικαιούχοι στο μέτρο που ήταν κύριοι των εξετασθέντων ζώων κατά τη σφαγή. Επιπλέον, ένα τέτοιο κριτήριο δεν θεμελιώνεται στο ότι τα σφαγεία μετακυλίουν «συχνά» αυτοβούλως τις δαπάνες που συνδέονται με τις εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ στον κύριο του εξετασθέντος ζώου. Πλην όμως, αφενός, ο αυτόβουλος χαρακτήρας της μετακυλίσεως αυτής δεν σημαίνει ότι η εν λόγω μετακύλιση συνέβαινε σε κάθε περίπτωση, αφετέρου, αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη η μετακύλιση των δαπανών καθ’ όλα τα διάφορα στάδια της παρασκευής και εμπορίας προϊόντων που προέρχονται από βόειο κρέας, προκειμένου να διερευνηθεί ποιος πράγματι ωφελήθηκε από την ενίσχυση, η έρευνα αυτή θα κατέληγε στον τελικό καταναλωτή, ο οποίος, υπό την ιδιότητά του αυτή, δεν μπορεί να είναι δικαιούχος ενισχύσεως.
53.
Τρίτον, έτι επικουρικότερον, το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι συνεργάστηκε καλόπιστα και εποικοδομητικά με την Επιτροπή, παρά τα ανακύψαντα αντικειμενικά προβλήματα, προκειμένου να προσδιοριστούν οι μεμονωμένοι δικαιούχοι της ενισχύσεως και να υπολογιστούν τα ποσά με τα οποία ωφελήθηκε έκαστος εξ αυτών. Αντιθέτως, η Επιτροπή δεν ενήργησε καλόπιστα, καθότι δεν παρέσχε σαφείς κατευθυντήριες γραμμές εν όψει της ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων.
54.
Το Βασίλειο του Βελγίου, συμπερασματικά, επισημαίνει ότι είτε θα πρέπει να εφαρμοστεί η επίμαχη απόφαση, κατά την οποία οι επίμαχες ενισχύσεις ωφέλησαν το σύνολο των ενεργών φορέων στους διαφόρους τομείς της τροφικής αλυσίδας των βοείων προϊόντων, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατον να υπολογιστούν τα ποσά ανά δικαιούχο, είτε θα εφαρμοστεί η θέση που διατύπωσε η Επιτροπή στο από 16 Οκτωβρίου 2013 έγγραφό της, κατά την οποία οι ενισχύσεις πρέπει να ανακτηθούν μόνο από τους γεωργούς, περίπτωση κατά την οποία η επίμαχη απόφαση πρέπει να γίνει δεκτό ότι «[ενέχει] ιδιαιτέρως σοβαρές και προφανείς πλημμέλειες σε σημείο ώστε να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανυπόστατη πράξη», κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 30 ).
Ανάλυση
55.
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν αμφισβητεί ότι οι χρηματοδοτήσεις που χαρακτηρίστηκαν ως ενισχύσεις από το άρθρο 1, παράγραφοι 3 και 4, της επίμαχης αποφάσεως δεν αποτέλεσαν αντικείμενο κανενός μέτρου ανακτήσεως, ή ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 4 της αποφάσεως αυτής δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
56.
Αντιθέτως, προβάλλει τρεις ομάδες επιχειρημάτων για να αντικρούσει την παράβαση που του προσάπτεται. Τα επιχειρήματα αυτά αφορούν τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ ως κρατικών ενισχύσεων, την εφαρμογή, εν προκειμένω, των κανόνων για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας και αδυναμία εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως.
Επί των επιχειρημάτων που αντλούνται από τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό της χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ ως κρατικών ενισχύσεων
57.
Κατ’ αρχάς, το Βασίλειο του Βελγίου αμφισβητεί τον κατά την επίμαχη απόφαση χαρακτηρισμό της χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ ως ενισχύσεως.
58.
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί τον παράνομο χαρακτήρα αποφάσεως ως αμυντικό ισχυρισμό κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως στηριζομένης στη μη εκτέλεση της αποφάσεως αυτής ( 31 ). Πράγματι, οποιαδήποτε αμφισβήτηση της νομιμότητας τέτοιας πράξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να γίνει στο πλαίσιο χωριστής διαδικασίας, δηλαδή της διαδικασίας τής κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ προσφυγής ακυρώσεως ( 32 ).
59.
Εν προκειμένω, όπως σημειώνεται στο σημείο 43 των παρουσών προτάσεων, η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε το Βασίλειο του Βελγίου κατά της επίμαχης αποφάσεως απερρίφθη με απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, όπως και η αναίρεση που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως αυτής. Πρέπει επιπλέον να αναφερθεί ότι και στις δύο δίκες το Βασίλειο του Βελγίου προέβαλε, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό από την επίμαχη απόφαση των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ ως κρατικών ενισχύσεων, τα ίδια επιχειρήματα που ανέπτυξε και στο πλαίσιο του υπομνήματος αντικρούσεώς του στην υπό κρίση υπόθεση. Τα επιχειρήματα αυτά, ως εκ τούτου, έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί τόσο από το Γενικό Δικαστήριο όσο και από το Δικαστήριο.
60.
Η μόνη εξαίρεση στον κανόνα που αναφέρεται στο σημείο 58 των παρουσών προτάσεων αφορά το ενδεχόμενο να πρέπει να χαρακτηριστεί ως ανυπόστατη η απόφαση της οποίας αμφισβητείται η μη εκτέλεση ( 33 ). Όπως εκτίθεται στο σημείο 54 των παρουσών προτάσεων, στο υπόμνημα αντικρούσεώς του, το Βασίλειο του Βελγίου προέβαλε αιτίαση περί ανυπόστατου της επίμαχης αποφάσεως. Εντούτοις, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια της αναλύσεώς μου, ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί.
61.
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν μπορεί να αντιτάξει λυσιτελώς στο αίτημα περί διαπιστώσεως παραβάσεως που υπέβαλε η Επιτροπή επιχειρήματα που αντλούνται από τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό των επίμαχων μέτρων ως κρατικών ενισχύσεων.
Επί των επιχειρημάτων που αντλούνται από εφαρμογή των κανόνων για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας
62.
Δεύτερον, επικουρικώς, το Βασίλειο του Βελγίου επισημαίνει ότι υπάρχει «εύλογη βεβαιότητα» ότι δεν πραγματοποιήθηκε υπέρβαση των ορίων των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας όσον αφορά τις επίμαχες ενισχύσεις.
63.
Όπως παρετέθη στα σημεία 29 και 50 των παρουσών προτάσεων, η μέθοδος υπολογισμού που ακολούθησε το Βασίλειο του Βελγίου για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό συνίσταται στην αναλογική κατανομή του συνολικού ποσού των επίμαχων ενισχύσεων μεταξύ έξι τομέων, που ορίζονται στα από 26 Σεπτεμβρίου 2011, 30 Νοεμβρίου 2012 και 17 Απριλίου 2013 έγγραφα της Επιτροπής ( 34 ) και αντιστοιχούν κατ’ ουσίαν στις κατηγορίες των δικαιούχων που αναφέρονται στην επίμαχη απόφαση. Το Βασίλειο του Βελγίου, υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι αυτή η μέθοδος υπολογισμού είναι η μόνη που συμμορφώνεται προς την επίμαχη απόφαση.
64.
Για τους λόγους που θα παραθέσω, δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. Φρονώ ότι η εν λόγω μέθοδος δεν συνάδει ούτε με το γράμμα ούτε με το πνεύμα της αποφάσεως αυτής.
65.
Ο χαρακτηρισμός της κρατικής χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ ως ενισχύσεως, κατά την επίμαχη απόφαση, εδράζεται στην ιδέα ότι μια τέτοια χρηματοδότηση έχει ως αποτέλεσμα να μειώνει τη δαπάνη που κανονικά επιβαρύνει τον προϋπολογισμό μιας συγκεκριμένης επιχειρήσεως, παρέχοντάς της επιλεκτικό πλεονέκτημα ( 35 ). Επιπλέον, όπως προκύπτει σαφώς από τις αιτιολογικές σκέψεις 90, 92 και 93 της επίμαχης αποφάσεως, καθώς και από την εν γένει οικονομία αυτής, παρόλο που ο κύκλος των δυνητικών δικαιούχων της ενισχύσεως που συνδέεται με την εν λόγω χρηματοδότηση περιλαμβάνει τις διάφορες επιχειρήσεις της τροφικής αλυσίδας των προϊόντων που προέρχονται από βοοειδή, τα οποία υπόκεινται σε εξετάσεις για της ανίχνευση της ΣΕΒ, ο πραγματικός δικαιούχος της ενισχύσεως είναι μεμονωμένη επιχείρηση, την οποία και βαρύνει η υποχρέωση να πραγματοποιήσει την εν λόγω εξέταση και να αναλάβει άμεσα ή έμμεσα τις δαπάνες αυτής ( 36 ). Αυτό είναι εξάλλου και το λογικό. Καθώς οι δαπάνες των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ προκύπτουν κατά το στάδιο της σφαγής, σε αυτό το στάδιο χορηγείται η ενίσχυση και, ως εκ τούτου, σε αυτό πρέπει και να ανακτηθεί.
66.
Πρέπει να επισημανθεί ότι η επίμαχη απόφαση ακολουθεί, συναφώς, την πάγια προσέγγιση της Επιτροπής, η οποία εντοπίζεται, πέρα από την απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας ελέγχου ( 37 ), και στην απόφαση του 2005.
67.
Στην τελευταία αυτή απόφαση, η Επιτροπή διακρίνει, ιδίως, μεταξύ της χρηματοδοτήσεως των «σφαιρικών δειγματοληπτικών ελέγχων», οι οποίοι «δεν μπορούν να χρεωθούν σε μεμονωμένη επιχείρηση, γιατί αποσκοπούν στη διασφάλιση της εποπτείας ολόκληρης της τροφικής αλυσίδας, αφενός, και της χρηματοδοτήσεως των «δαπανών των υποχρεωτικών ελέγχων που αφορούν την παραγωγή και την εμπορία των προϊόντων», αφετέρου. Ενώ το πρώτο είδος χρηματοδοτήσεως «δεν παρέχει συγκεκριμένο οικονομικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις», το δεύτερο έχει ως αποτέλεσμα επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων ( 38 ). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συμπεραίνει, στις αιτιολογικές σκέψεις 74 και 75 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η χρηματοδότηση μέρους των δαπανών των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ μέσω υποχρεωτικών εισφορών, που πρότεινε το Βέλγιο στο κοινοποιηθέν σχέδιο βασιλικού διατάγματος, «μειώνει τη δαπάνη που κανονικά επιβαρύνει τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως» παρέχοντάς της επιλεκτικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ ( 39 ).
68.
Η Επιτροπή είχε διατυπώσει την ίδια θέση στην απόφαση του 2002 ( 40 ). Στην απόφαση αυτή, το κοινοποιηθέν μέτρο είχε χαρακτηριστεί ως ενίσχυση «επειδή παρείχε στους δικαιούχους οικονομικό πλεονέκτημα […] το οποίο συνεπάγεται ιδίως τη μη καταβολή από τους ιδιοκτήτες των ζώντων ζώων που έπρεπε να εξεταστούν μέρους των δαπανών των υποχρεωτικών εξετάσεων, οι οποίες καταβάλλονται για τα βοοειδή που υπόκεινται στο τέλος και δεν πρέπει να εξεταστούν» ( 41 ). Δικαιούχοι της ενισχύσεως θεωρήθηκαν οι γεωργοί.
69.
Την ίδια προσέγγιση υιοθετούν, επίσης, οι κατευθυντήριες γραμμές ΜΣΕ. Το σημείο 25 αυτών ορίζει ότι «η κρατική ενίσχυση για την κάλυψη του κόστους των εξετάσεων για ΜΣΕ πρέπει να καταβάλλεται στην επιχείρηση από τη μονάδα της οποίας πρέπει να ληφθούν τα δείγματα προς εξέταση» και ότι «πρέπει να αντικατοπτρίζεται σε αντίστοιχη μείωση των τιμών που ζητεί η εν λόγω επιχείρηση». Εν ολίγοις, η ενίσχυση, κατ’ αρχάς, καταβάλλεται στο σφαγείο ( 42 ), και μετακυλίεται υποχρεωτικά από αυτό στην επιχείρηση για λογαριασμό της οποίας διενεργήθηκε η εξέταση ( 43 ). Πρέπει να επισημανθεί ότι η επιχείρηση αυτή δεν ταυτίζεται με τον γεωργό, αντίθετα με ότι ίσχυε κατά το σημείο 11.4 των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας, που εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που αποσκοπούν στη χρηματοδότηση των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2002 ( 44 ). Μολονότι προφανώς, αυτό συμβαίνει συνηθέστερα, το κριτήριο του άρθρου 25 των κατευθυντηρίων γραμμών ΜΣΕ παρέχει τη δυνατότητα να ληφθούν επίσης υπόψη περιπτώσεις στις οποίες η εν λόγω επιχείρηση δεν είναι γεωργός, αλλά επιχείρηση που λειτουργεί σε άλλα στάδια του κλάδου του βοείου κρέατος ή ακόμη και το ίδιο το σφαγείο, το οποίο ενεργεί για λογαριασμό του και όχι για λογαριασμό πελάτη.
70.
Προκύπτει, συνεπώς, από τους λόγους που θεμελιώνουν τον χαρακτηρισμό ως ενισχύσεως της δημόσιας χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ στην επίμαχη απόφαση, ότι ο δικαιούχος της ενισχύσεως είναι, όπως και η Επιτροπή σαφώς υπέδειξε στο από 18 Ιουλίου 2012 έγγραφό της, η επιχείρηση που έπρεπε να καταβάλει το τίμημα της εξετάσεως εάν το κράτος δεν είχε αναλάβει τις δαπάνες αυτής και όχι, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει το Βασίλειο του Βελγίου, το σύνολο των εμπλεκομένων επιχειρήσεων στη διαδικασία παρασκευής, μεταποιήσεως και εμπορίας προϊόντων που προέρχονται από το εξετασθέν ζώο.
71.
Βεβαίως, η επίμαχη απόφαση αναφέρει ως δικαιούχους τους «γεωργούς, [τα] σφαγεία και […] άλλες επιχειρήσεις που μεταποιούν, [κατεργάζονται], πωλούν ή εμπορεύονται προϊόντα που προέρχονται από βοοειδή και υπόκεινται σε υποχρεωτική εξέταση [για την ανίχνευση της ΣΕΒ]». Εντούτοις, όπως ήδη επισήμανα στο σημείο 65 των παρουσώνπροτάσεων, προκύπτει σαφώς από την απόφαση αυτή ότι μια επιχείρηση, η οποία δραστηριοποιείται σε κάποιο από τα στάδια του κλάδου του βοείου κρέατος, μόνο κατά το μέτρο που ήταν υπεύθυνη για τη διενέργεια της εξετάσεως για την ανίχνευση της ΣΕΒ και υποχρεωμένη να αναλάβει τις δαπάνες αυτής μπορεί να θεωρηθεί ότι ωφελήθηκε από πλεονέκτημα κατά το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, υπό τη μορφή μειώσεως επιβαρύνσεων και μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί πραγματικός δικαιούχος της επίμαχης ενισχύσεως.
72.
Το γεγονός αυτό επιφέρει δύο συνέπειες όσον αφορά την εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως. Η πρώτη είναι ότι, αντίθετα προς ό,τι διατείνεται το Βασίλειο του Βελγίου στο από 27 Σεπτεμβρίου 2011 έγγραφό του, ουδόλως απαιτείται, προκειμένου να προσδιοριστούν οι δικαιούχοι των επίμαχων ενισχύσεων, να συνδεθεί αντικειμενικά έκαστο εξετασθέν ζώο με όλες τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις από τη σφαγή μέχρι την πώληση του τελικού προϊόντος. Ο αμυντικός ισχυρισμός που άντλησε το Βασίλειο του Βελγίου από την αδυναμία διενέργειας τέτοιας διαδικασίας δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να γίνει δεκτός.
73.
Η δεύτερη και πιο θεμελιώδης συνέπεια είναι ότι μέθοδος «συγκεντρωτικού υπολογισμού της ανακτήσεως», η οποία συνίσταται στην κατανομή του συνολικού ποσού της ενισχύσεως μεταξύ των διαφόρων τομέων του κλάδου του βοείου κρέατος και, εντός κάθε τομέα, μεταξύ των επιχειρήσεων αυτού, δεν μπορεί να πληροί τις απαιτήσεις προσήκουσας εφαρμογής της επίμαχης αποφάσεως, στο μέτρο που δεν διασφαλίζει την ανάκτηση της ενισχύσεως από την επιχείρηση που πράγματι ωφελήθηκε από αυτήν.
74.
Μια τέτοια μέθοδος δεν αντιβαίνει μόνο στη λογική που διέπει τον χαρακτηρισμό ως ενισχύσεως της χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ από την επίμαχη απόφαση. Αντιβαίνει και στο ίδιο το γράμμα της αποφάσεως αυτής.
75.
Πράγματι, στις αιτιολογικές σκέψεις 126 έως 129 της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή απέρριψε την προταθείσα από το Βασίλειο του Βελγίου μέθοδο ανακτήσεως της ενισχύσεως μέσω εισφορών που εισπράττονται για τη χρηματοδότηση της AFSCA, αναφέροντας ότι «δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις όσον αφορά την ανάκτηση σε περίπτωση παράνομης και μη συμβατής ενίσχυσης». Σε αντίθεση προς όσα προβάλλει το Βασίλειο του Βελγίου, υπάρχει σαφής αναλογία μεταξύ της απορριφθείσας από την επίμαχη απόφαση μεθόδου και της μεθόδου που προτάθηκε από το κράτος μέλος αυτό στην αλληλογραφία του με την Επιτροπή. Πράγματι, και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι ότι οι ενισχύσεις δεν ανακτώνται μεμονωμένα, από τους πραγματικούς δικαιούχους τους, αλλά κατά τρόπο «συγκεντρωτικό», από το σύνολο των επιχειρήσεων του κλάδου του βοείου κρέατος.
76.
Για να συμμορφωθεί προς την επίμαχη απόφαση και τις αρχές σχετικά με την ανάκτηση των ενισχύσεων που δεν είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά, το Βασίλειο του Βελγίου υποχρεούται συνεπώς να προβεί σε μεμονωμένη ανάκτηση των ενισχύσεων από τους πραγματικούς δικαιούχους τους. Αυτό άλλωστε συνάδει με την αρχή βάσει της οποίας η ανάκτηση ενισχύσεως αποσκοπεί στην άρση της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού που προκλήθηκε λόγω του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος του οποίου είχε τύχει στην αγορά και έναντι των ανταγωνιστών του ο δικαιούχος της ενισχύσεως αυτής, αποκαθιστώντας κατά τον τρόπο αυτόν την υφιστάμενη προ της καταβολής της εν λόγω ενισχύσεως κατάσταση ( 45 ).
77.
Καθόσον πρόκειται, εν προκειμένω, για καθεστώς ενισχύσεων, είναι δυνατόν, σε μεμονωμένη περίπτωση, το ποσό που χορηγήθηκε βάσει του καθεστώτος αυτού να εκφεύγει της απαγορεύσεως του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, επειδή εμπίπτει στους κανόνες για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας. Εντούτοις, οι βελγικές αρχές μπορούν να καταλήξουν σε τέτοιο συμπέρασμα μόνο αφότου καθορίσουν το ποσό της ενισχύσεως του οποίου ωφελήθηκε η επίμαχη επιχείρηση και αφότου ελέγξουν εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας όσον αφορά την εν λόγω επιχείρηση. Επιπλέον, οι αρχές αυτές υποχρεούνται να θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα στοιχεία που μπορούν να δικαιολογήσουν, σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση, την προσφυγή στους κανόνες για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ( 46 ).
78.
Η απλή δήλωση ότι «υπάρχει εύλογη βεβαιότητα ότι κανείς μεμονωμένος δικαιούχος δεν υπερβαίνει το όριο των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας» δεν είναι επομένως αρκετή, ιδίως υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως όπου η δήλωση αυτή βασίζεται στην εφαρμογή μεθόδου υπολογισμού η οποία, όπως μόλις κατέδειξα, αντιτίθεται στο πνεύμα και στο γράμμα της επίμαχης αποφάσεως, καθώς και στις αρχές σχετικά με την ανάκτηση των ενισχύσεων.
79.
Συνεπώς, η επιχειρηματολογία που προέβαλε το Βασίλειο του Βελγίου, η οποία αντλείται από εφαρμογή των κανόνων για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, πρέπει να απορριφθεί.
Επί των επιχειρημάτων που αντλούνται από αδυναμία εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως
80.
Τρίτον, έτι επικουρικότερον, το Βασίλειο του Βελγίου προβάλλει σειρά επιχειρημάτων περί αδυναμίας εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως λόγω, αφενός, της ελλείψεως σαφήνειας αυτής, καθώς και του αντιφατικού χαρακτήρα των ενδείξεων που παρέσχε η Επιτροπή και, αφετέρου, λόγω δυσχερειών πρακτικού χαρακτήρα. Το Βασίλειο του Βελγίου επισημαίνει επίσης ότι συνεργάστηκε καλόπιστα με την Επιτροπή.
81.
Όλα τα επιχειρήματα αυτά, πρέπει, κατά τη γνώμη μου να απορριφθούν συλλήβδην.
82.
Κατ’ αρχάς, το Βασίλειο του Βελγίου διέθετε, αντίθετα με όσα διατείνεται, επαρκώς σαφείς ενδείξεις σχετικά με τον τρόπο εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως, ιδίως όσον αφορά τις επιχειρήσεις από τις οποίες έπρεπε να ανακτήσει τις ενισχύσεις.
83.
Όπως ήδη προανέφερα στα σημεία 65 έως 75 των παρουσών προτάσεων, όχι μόνον οι ενδείξεις αυτές παρετίθεντο σαφώς στην επίμαχη απόφαση και είχαν περαιτέρω διευκρινιστεί από την Επιτροπή στην αλληλογραφία με το Βασίλειο του Βελγίου, αλλά και προέκυπταν επίσης από προγενέστερες αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με το βελγικό καθεστώς χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ, καθώς και από το εφαρμοστέο κανονιστικό πλαίσιο.
84.
Επιπλέον, όχι μόνον η επίμαχη απόφαση και οι περαιτέρω εξηγήσεις από την Επιτροπή υπεδείκνυαν ευκρινώς ως δικαιούχους των επίμαχων ενισχύσεων, για κάθε εξετασθέν ζώο, τις επιχειρήσεις που υπείχαν υποχρέωση διενέργειας της εξετάσεως και στις οποίες έπρεπε να χρεωθούν οι δαπάνες αυτής, αλλά αυτό προέκυπτε επίσης, κατά τρόπο εξίσου σαφή, και από τις κατευθυντήριες γραμμές ΜΣΕ, από την απόφαση του 2002, την απόφαση του 2005, καθώς και από την απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας ελέγχου. Επισημαίνω επίσης ότι διάφορα αποσπάσματα της επίμαχης αποφάσεως καταδεικνύουν ότι το Βασίλειο του Βελγίου είχε κατανοήσει απολύτως τη θέση της Επιτροπής, κατά την οποία οι δαπάνες των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ έπρεπε να επιβαρύνουν τις μεμονωμένες επιχειρήσεις, συνήθως τους γεωργούς, και ότι το ποσό των επίμαχων ενισχύσεων έπρεπε να ανακτηθεί από τις επιχειρήσεις αυτές ( 47 ).
85.
Το Βασίλειο του Βελγίου αγνόησε όλες αυτές τις αδιαμφισβήτητες ενδείξεις. Στην αλληλογραφία του με την Επιτροπή, και μετέπειτα, στα υπομνήματά του ενώπιον του Δικαστηρίου, επαναλάμβανε απλώς τη θέση του ότι «βάσει της οικονομικής πραγματικότητας», καθώς και «επειδή η επιδημία ΣΕΒ ήταν ένα πρόβλημα που επηρέαζε το σύνολο της τροφικής αλυσίδας», «οι δαπάνες των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ [έπρεπε] να μετακυλισθούν σε όλους τους σχετικούς τομείς» και να επιβαρύνουν ισομερώς όλες τις επιχειρήσεις του κλάδου του βοείου κρέατος ( 48 ).
86.
Η άποψη αυτή, όμως –η οποία δυσχερώς δύναται να θεωρηθεί συμβατή με την επίμαχη απόφαση, όπως διατείνεται το Βασίλειο του Βελγίου– όχι μόνον αντιβαίνει στην απόφαση αυτή, αλλά και αμφισβητεί, όλως θεμελιωδώς, τον χαρακτηρισμό ως ενισχύσεως της χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ, όπως κρίθηκε με την επίμαχη απόφαση. Η άποψη αυτή, εξάλλου, απερρίφθη ρητώς τόσο από το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση της 25ης Μαρτίου 2015, Βέλγιο κατά Επιτροπής (T‑538/11, EU:T:2015:188), όσο και κατ’ αναίρεση από το Δικαστήριο, με την απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑270/15 P, EU:C:2016:489), οι οποίες επιβεβαίωσαν αμφότερες τον χαρακτήρα ως «δαπάνη[ς] που βαρύνει τον προϋπολογισμό επιχειρήσεως» των δαπανών των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ ( 49 ).
87.
Περαιτέρω, όσον αφορά τα επιχειρήματα που αντλούνται την υποτιθέμενη αδυναμία εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως λόγω ανυπέρβλητων δυσχερειών πρακτικού χαρακτήρα, σημειώνω ότι ο προσδιορισμός των μεμονωμένων δικαιούχων των επίμαχων ενισχύσεων και ο καθορισμός του ποσού των ενισχύσεων αυτών για κάθε έναν από τους δικαιούχους αυτούς, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται το Βασίλειο του Βελγίου, δεν είναι ιδιαιτέρως περίπλοκος.
88.
Πρώτον, όπως ήδη ανέφερα στο σημείο 72 των παρουσών προτάσεων, το επιχείρημα που αντλείται από την αδυναμία αντικειμενικής συνδέσεως μεταξύ εκάστου εξετασθέντος ζώου και όλων των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, από το σφαγείο μέχρι την πώληση του τελικού προϊόντος, πρέπει να απορριφθεί ως εντελώς άνευ σημασίας, δεδομένου ότι η επίμαχη απόφαση δεν επιβάλλει μια τέτοια διαδικασία.
89.
Δεύτερον, αναφέρω ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της επίμαχης αποφάσεως, το Βασίλειο του Βελγίου είχε ήδη από πολλών ετών καθιερώσει σύστημα εισφορών για παρασχεθείσες υπηρεσίες, οι οποίες καταβάλλονται στο AFSCA από το σφαγείο, αλλά με την επιβάρυνση της επιχειρήσεως για λογαριασμό της οποίας διενεργούνταν η εξέταση για την ανίχνευση της ΣΕΒ ( 50 ). Ο προσδιορισμός της επιχειρήσεως αυτής δεν είναι συνεπώς κάτι νέο για τις βελγικές αρχές.
90.
Τρίτον, απλώς και μόνον το ότι –όπως επίσης υποστήριξε το Βασίλειο του Βελγίου προς απόδειξη της προβαλλόμενης αδυναμίας προσδιορισμού του πραγματικού δικαιούχου της επίμαχης ενισχύσεως– θα μπορούσαν οι δαπάνες της εξετάσεως για την ανίχνευση της ΣΕΒ, με βάση τις συνθήκες της αγοράς, να μετακυλιστούν εκ των υστέρων στις επιχειρήσεις και μέχρι τον τελικό καταναλωτή, δεν καθιστά δυνατό να γίνει δεκτό ότι δικαιούχος του μέτρου ενισχύσεως, σε περίπτωση αναλήψεως των εν λόγω δαπανών από το κράτος, είναι ο καταναλωτής και όχι η εν όλω ή εν μέρει απαλλαγείσα της εν λόγω καταβολής επιχείρηση ( 51 ).
91.
Τέταρτον, το Βασίλειο του Βελγίου δεν μπορεί να επικαλεστεί το ότι ο προσδιορισμός των πραγματικών δικαιούχων της ενισχύσεως μπορεί να αποδειχθεί υπερβολικά χρονοβόρος και δαπανηρός για τις οικείες υπηρεσίες, λαμβανομένων υπόψη, ιδίως, των περιορισμένων πόρων που διαθέτουν, καθώς και του γεγονότος ότι μέρος των εμπλεκομένων επιχειρήσεων δεν είναι πλέον ενεργό στην αγορά. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι απλές πρακτικές δυσχέρειες, οι οποίες δεν συνεπάγονται απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως της οικείας αποφάσεως, δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν τη μη εκτέλεσή της.
92.
Πέμπτον, φρονώ ότι δεν χωρεί επίκληση από το Βασίλειο του Βελγίου του επιχειρήματος ότι, εάν υποτεθεί ότι οι αρμόδιες αρχές πρέπει να βασιστούν στο κριτήριο της κυριότητας του εξετασθέντος ζώου για να προσδιορίσουν τους δικαιούχους της ενισχύσεως, δεν θα μπορούσαν να εντοπίσουν τις περιπτώσεις μεταβιβάσεως κυριότητος κατά το διάστημα οκτώ ημερών πριν από τη σφαγή, δεδομένου ότι τέτοια μεταβίβαση κυριότητος δεν υπόκειται σε υποχρέωση καταχωρίσεως, προκειμένου να δικαιολογηθεί αδυναμία εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως. Πράγματι, αφενός, το ενδεχόμενο στο οποίο αναφέρεται το Βασίλειο του Βελγίου αφορά, κατά τα φαινόμενα, περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων και, αφετέρου, η εσφαλμένα προσδιορισθείσα ως κύριος του ζώου επιχείρηση έχει ούτως ή άλλως τη δυνατότητα να αντιταχθεί στη διαταγή ανακτήσεως παρέχοντας απόδειξη της μεταβιβάσεως της κυριότητος. Αντιθέτως, συμπεραίνω από το επιχείρημα αυτό ότι, τη εξαιρέσει των προαναφερθεισών περιπτώσεων, ο προσδιορισμός του κυρίου του εξετασθέντος ζώου δεν δημιουργεί μείζονα προβλήματα στις βελγικές αρχές. Όπως, όμως, αναγνωρίζει η Επιτροπή, η κυριότητα του ζώου κατά τον χρόνο της σφαγής μπορεί να αποτελέσει κατάλληλο κριτήριο προκειμένου να προσδιοριστεί η επιχείρηση για λογαριασμό της οποίας διενεργήθηκε η εξέταση και η οποία πρέπει να επιβαρυνθεί με τις δαπάνες αυτής.
93.
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η επίμαχη απόφαση δεν είναι ούτε μη εκτελεστή, ή ακόμη και ανυπόστατη, λόγω του προβαλλομένου «ασαφούς» ή αντιφατικού χαρακτήρα της ούτε μη δυνάμενη να εκτελεστεί λόγω πρακτικών κωλυμάτων.
94.
Όσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα του Βασιλείου του Βελγίου που αντλείται από την καλόπιστη συνεργασία του με την Επιτροπή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αρκεί αφεαυτού να δικαιολογήσει την πλήρη παράλειψη εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως, φρονώ ότι πρέπει επίσης να απορριφθεί βάσει των προεκτεθέντων.
95.
Αντιθέτως, παρά τα όσα προβάλλει το Βασίλειο του Βελγίου, εκτιμώ ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί έλλειψη συνεργασίας στην Επιτροπή, καθώς διευκρίνισε τη θέση της όσον αφορά τους όρους εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως ήδη με το από 18 Ιουλίου 2012 έγγραφο τηλεομοιοτυπίας της, ενώ συγχρόνως φάνηκε διατεθειμένη να λάβει υπόψη τις δυσχέρειες που επικαλέστηκε το Βασίλειο του Βελγίου και να εξετάσει τις υποβληθείσες από αυτό εναλλακτικές προτάσεις.
Επί της παραβάσεως
96.
Δεν αμφισβητείται ότι κατά την ημερομηνία ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής, τρία και πλέον έτη μετά την έκδοση της επίμαχης αποφάσεως, το Βασίλειο του Βελγίου δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση των μη συμβατών και παράνομων ενισχύσεων κατά το άρθρο 1, παράγραφοι 3 και 4, της αποφάσεως αυτής. Κατά την ημερομηνία αυτή, όχι μόνο δεν είχε εκδοθεί καμία εντολή ανακτήσεως από τις βελγικές αρχές, αλλά οι αρχές αυτές δεν είχαν καν προβεί σε προσδιορισμό των μεμονωμένων δικαιούχων των ενισχύσεων ούτε και σε υπολογισμό των ποσών που είχαν ληφθεί από καθέναν από αυτούς. Το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε επίσης διαβιβάσει στην Επιτροπή, όπως υποχρεούνταν από το άρθρο 4 της επίμαχης αποφάσεως, τις πληροφορίες που παρατίθενται στην παράγραφο 1, στοιχεία αʹ έως δʹ, του άρθρου αυτού.
97.
Κατά πάγια νομολογία, μοναδικός αμυντικός ισχυρισμός τον οποίο μπορεί να επικαλεστεί κράτος μέλος, όταν ασκείται σε βάρος του από την Επιτροπή προσφυγή λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, είναι η απόλυτη αδυναμία προσήκουσας εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως ( 52 ).
98.
Όπως όμως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθέντων, το Βασίλειο του Βελγίου δεν απέδειξε καμία τέτοια αδυναμία εκτελέσεως της επίμαχης αποφάσεως.
99.
Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η αναγόμενη στην απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως προϋπόθεση δεν πληρούται στην περίπτωση που το καθού κράτος μέλος περιορίζεται να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή τις δυσχέρειες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως που παρουσιάζει η εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ουσιαστική ενέργεια προς τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, προκειμένου να ανακτήσει την ενίσχυση, και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής που θα καθιστούσαν εφικτή την υπέρβαση των ως άνω δυσχερειών ( 53 ).
100.
Εν προκειμένω, μολονότι το Βασίλειο του Βελγίου πρότεινε στην Επιτροπή εναλλακτική μέθοδο για την εκτέλεση της επίμαχης αποφάσεως, γεγονός παραμένει ότι η μέθοδος αυτή κατέληγε στη μη αναγνώριση του μεμονωμένου χαρακτήρα των επίμαχων ενισχύσεων και ορθώς απερρίφθη από την Επιτροπή. Κατά τα λοιπά, το Βασίλειο του Βελγίου περιορίζεται στη δικαιολόγηση της μη ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων λόγω των πρακτικών δυσχερειών που έθετε η εφαρμογή της επίμαχης αποφάσεως και οι οποίες, όπως κατέδειξα ανωτέρω, δεν ήταν σε θέση να καταστήσουν αδύνατη την εκτέλεσή της.
Πρόταση
101.
Με γνώμονα τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο:
–
να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, παραλείποντας να λάβει, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να ανακτήσει από τους δικαιούχους τις κρατικές ενισχύσεις που κηρύχθηκαν παράνομες και μη συμβατές με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 1, παράγραφοι 3 και 4, της αποφάσεως 2011/678/ΕΕ της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 2011, σχετικά με την κρατική ενίσχυση για τη χρηματοδότηση της ανίχνευσης μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΜΣΕ) σε βοοειδή που χορηγήθηκε από το Βασίλειο του Βελγίου [κρατική ενίσχυση C 44/08 (πρώην NN 45/04)], και παραλείποντας να ενημερώσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, για τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση αυτή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 288, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και από τα άρθρα 2 έως 4 της εν λόγω αποφάσεως, και
–
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ 2011, L 274, σ. 36.
( 3 ) Moniteur belge της 8ης Νοεμβρίου 2004, σ. 75290.
( 4 ) Moniteur Belge της 17ης Ιανουαρίου 2005.
( 5 ) Βλ. άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 15ης Οκτωβρίου 2004.
( 6 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 55 της επίμαχης αποφάσεως, η οποία επαναλαμβάνει τις παρατηρήσεις του Βασίλειου του Βελγίου όσον αφορά τη χρονολογία της χρηματοδοτήσεως των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ· βλ., επίσης, αιτιολογικές σκέψεις 83 επ. αυτής.
( 7 ) Moniteur Belge της 21ης Νοεμβρίου 2005.
( 8 ) Moniteur Belge της 21ης Νοεμβρίου 2005.
( 9 ) Βλ. άρθρα 3 έως 11.
( 10 ) Βλ. άρθρο 2, σημείο 9. Το παράρτημα ΙΙ του διατάγματος αυτού ορίζει το ποσό των τελών για τις εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ.
( 11 ) Κρατική ενίσχυση αριθ. N 21/2002 – Βέλγιο – Ανάληψη κάλυψης των δαπανών για τις υποχρεωτικές [εξετάσεις για την ανίχνευση της ΣΕΒ] [C(2002) 447 τελικό].
( 12 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2003, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων [107 και 108 ΣΛΕΕ] στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται τους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων (ΕΕ 2004, L 1, σ. 1). Το άρθρο 15 του κανονισμού αυτού αφορά συγκεκριμένα τη «στήριξη του τομέα της κτηνοτροφίας».
( 13 ) Καταχωρισθέντα αντιστοίχως υπό στοιχεία XA 53/04 και XA 54/0 (ΕΕ 2005, C 105, σ. 5).
( 14 ) Απόφαση C(2005) 4203, της 9ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις N 9/05 και N 10/05 για τη χρηματοδότηση της AFSCA. Η απόφαση αυτή είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο της Επιτροπής στην ακόλουθη ηλεκτρονική διεύθυνση: .
( 15 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 107 της αποφάσεως.
( 16 ) Το μέτρο αυτό είχε καταχωρισθεί αρχικά στο μητρώο κοινοποιηθεισών ενισχύσεων με τον αριθμό Ν 54/04.
( 17 ) Βλ. σχετική απόφαση, αιτιολογικές σκέψεις 18 έως 20.
( 18 ) Βλ. επίμαχη απόφαση, αιτιολογική σκέψη 29.
( 19 ) Η απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, C 11, σ. 8).
( 20 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 99 της επίμαχης αποφάσεως. Στην ίδια αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, αντιθέτως, η χρηματοδότηση των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ μέσω τελών δεν περιελάμβανε στοιχείο ενισχύσεως, καθότι τα εν λόγω τέλη αποσκοπούσαν στην κάλυψη των δαπανών των παρασχεθεισών υπηρεσιών στην τιμή της αγοράς.
( 21 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 112.
( 22 ) ΕΕ 2000, C 232, σ. 17 (διορθωμένη έκδοση). Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 113 έως 117 της επίμαχης αποφάσεως. Κατά το σημείο 11.4 των εν λόγω γεωργικών κατευθυντήριων γραμμών, το ύψος της ενισχύσεως για τη χρηματοδότηση των υποχρεωτικών εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ μπορούσε να προσεγγίσει το 100 % των αποδεκτών δαπανών.
( 23 ) ΕΕ 2002, C 324, σ. 2.
( 24 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 121 της επίμαχης αποφάσεως. Στην ίδια αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι από την 1η Ιουλίου 2004 το συνολικό κόστος των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ ήταν κάτω από 40 ευρώ. Όσον αφορά ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2006, η Επιτροπή παραπέμπει στην απόφαση του 2005 (βλ. αιτιολογική σκέψη 124).
( 25 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1).
( 26 ) Απόφαση της 25ης Μαρτίου 2015, Βέλγιο κατά Επιτροπής (T‑538/11, EU:T:2015:188).
( 27 ) Απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑270/15 P, EU:C:2016:489).
( 28 ) ΕΕ 2006, L 379, σ. 5.
( 29 ) ΕΕ 2004, L‑325, σ. 4.
( 30 ) Αποφάσεις της 27ης Ιουνίου 2000, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑404/97, EU:C:2000:345, σκέψη 35), και της 22ας Μαρτίου 2001, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑261/99, EU:C:2001:179, σκέψη 19).
( 31 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑37/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:90, σκέψη 77), και της 10ης Οκτωβρίου 2013, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑353/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:651, σκέψη 43).
( 32 ) Βλ. απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2008, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑419/06, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:89, σκέψη 52).
( 33 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 10ης Οκτωβρίου 2013, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑353/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:651, σκέψη 43), της 27ης Ιουνίου 2000, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑404/97, EU:C:2000:345, σκέψη 35), και της 22ας Μαρτίου 2001, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑261/99, EU:C:2001:179, σκέψη 19).
( 34 ) Σημειώνω, παρεμπιπτόντως, ότι δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία στις κατηγορίες των επιχειρήσεων που μνημονεύονται σε καθένα από τα έγγραφα αυτά.
( 35 ) Βλ., ιδίως, αιτιολογική σκέψη 90 της επίμαχης αποφάσεως.
( 36 ) Υπό την έννοια αυτή, κατ’ εμέ, πρέπει να ερμηνευθεί και η σκέψη 50 της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 2016, Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑270/15 P, EU:C:2016:489), στην οποία το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι «εν προκειμένω […] η εκ μέρους του Βασιλείου του Βελγίου χρηματοδότηση των εξετάσεων για την ανίχνευση της ΣΕΒ [ευνοεί] όλες οι επιχειρήσεις του κλάδου του βοείου κρέατος τις οποίες βαρύνει η δαπάνη για τη διενέργεια των εξετάσεων αυτών» (η υπογράμμιση δική μου).
( 37 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 56 έως 59 της αποφάσεως αυτής.
( 38 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 70 έως 75 της αποφάσεως του 2005.
( 39 ) Υπενθυμίζω ότι στην απόφαση του 2005, το εξετασθέν μέτρο ενισχύσεως θεωρήθηκε συμβατό με τις κατευθυντήριες γραμμές ΜΣΕ καθόσον πληρούσε τις προϋποθέσεις που όριζαν αυτές και, ιδίως, το μέγιστο ανώτατο εγκεκριμένο όριο των 40 ευρώ ανά εξέταση (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 93 έως 96 και 107).
( 40 ) Βλ. υποσημείωση 11 των παρουσών προτάσεων.
( 41 ) Βλ. σ. 2 της αποφάσεως.
( 42 ) Τα δείγματα προς εξέταση λαμβάνονται, γενικώς, στον χώρο της σφαγής.
( 43 ) Η τήρηση από το Βασίλειο του Βελγίου των προϋποθέσεων που ορίζονται στο εν λόγω σημείο 25 των κατευθυντηρίων γραμμών ΜΣΕ επαληθεύτηκε εξάλλου από την Επιτροπή στην επίμαχη απόφαση πριν εγκρίνει την επίμαχη χρηματοδότηση μέχρι το ανώτατο όριο των 40 ευρώ ανά εξέταση (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 122 και 123).
( 44 ) Βλ. σημείο 24 των κατευθυντήριων γραμμών ΜΣΕ.
( 45 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑496/09, EU:C:2011:740, σκέψη 61).
( 46 ) Βλ., σχετικώς, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑37/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:90, σκέψεις 70 έως 73).
( 47 ) Βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 38, 68 και 71 της επίμαχης αποφάσεως.
( 48 ) Οι δηλώσεις αυτές παρατίθενται στο σημείο 11 του υπομνήματος ανταπαντήσεως, αλλά παρόμοιες δηλώσεις εντοπίζονται σε όλη την αλληλογραφία με την Επιτροπή, καθώς και στα υπομνήματα του Βασιλείου του Βελγίου ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου στις δίκες σχετικά με την προσφυγή ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως και με την αναίρεση κατά της αποφάσεως που απέρριψε την προσφυγή εκείνη.
( 49 ) Βλ., ιδίως, σκέψεις 77 και 83 έως 96 της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και σκέψεις 35 έως 36 της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
( 50 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 32, 39 έως 44, 61 και 68 της επίμαχης αποφάσεως.
( 51 ) Βλ. σχετικώς, καίτοι σε διαφορετικό πλαίσιο, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά Aer Lingus (C‑164/15 P και C‑165/15 P, EU:C:2016:990), όπου αεροπορικές εταιρίες επικαλούνταν τη μετακύλιση στους πελάτες τους του πλεονεκτήματος που απέρρεε από ενίσχυση υπό μορφή φορολογικής ελαφρύνσεως από την οποία είχαν ωφεληθεί για να αντιταχθούν στην ανάκτηση αυτής.
( 52 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑411/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:832, σκέψη 36), καθώς και της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C‑527/12, EU:C:2014:2193, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 53 ) Βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑411/12, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:832, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy