ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 24ης Απριλίου 2017 ( 1 )
Υπόθεση C-600/14
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Προσφυγή ακυρώσεως – Εξωτερική δράση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Αρμοδιότητες της Ένωσης – Άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ – Άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ – Καθορισμός της θέσεως που πρέπει να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης σε όργανο το οποίο έχει συσταθεί με διεθνή συμφωνία – Αναθεωρητική επιτροπή του Διακυβερνητικού Οργανισμού Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών (OTIF) – Τροποποιήσεις της Συμβάσεως περί των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών (COTIF) και των προσαρτημάτων της – Κύρος της αποφάσεως 2014/699/ΕΕ»
Περιεχόμενα
I. Εισαγωγή
II. Το νομικό πλαίσιο
A. Το διεθνές δίκαιο
1. Η Σύμβαση περί των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών (COTIF)
2. Η συμφωνία προσχωρήσεως
B. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η απόφαση 2013/103/ΕΕ
2. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92
3. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93
4. Ο κανονισμός (ΕΕ) 952/2013
5. Ο κανονισμός (ΕΚ) 136/2004
6. Η οδηγία 2008/110
7. Η οδηγία 2004/49
III. Το ιστορικό της διαφοράς και η προσβαλλόμενη απόφαση
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
V. Εκτίμηση
Α. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ
1. Επί του άρθρου 218 ΣΛΕΕ
2. Επί του συστήματος αρμοδιοτήτων της Ένωσης
α) Εσωτερικές και εξωτερικές αρμοδιότητες
β) Αρμοδιότητες αποκλειστικές και συντρέχουσες
γ) Συντρέχουσα αρμοδιότητα και μικτή συμφωνία: δύο διαφορετικά ζητήματα
3. Ύπαρξη εξωτερικής αρμοδιότητας;
α) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
β) Εκτίμηση
1) Επί του άρθρου 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ
2) Επί των λοιπών υποχρεώσεων του Συμβουλίου
γ) Πρόταση
4. Ύπαρξη αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας;
α) Επί του άρθρου 3, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ
β) Θέμα 5: μερική αναθεώρηση του προσαρτήματος Β (CIM)
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
2) Εκτίμηση
γ) Θέματα 4 και 7: μερική αναθεώρηση της COTIF – κυρίως Συμβάσεως και του προσαρτήματος Δ (CUV)
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
2) Εκτίμηση
δ) Θέμα 12: μερική αναθεώρηση του προσαρτήματος Ε (CUI)
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
2) Εκτίμηση
Β. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 296 ΣΛΕΕ
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
2. Εκτίμηση
Γ. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
2. Εκτίμηση
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
VII. Πρόταση
I. Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση προσφυγή ακυρώσεως, η οποία ασκήθηκε από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφορά μεταξύ τους διαφορά σχετικά με την εξωτερική αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των μεταφορών.
2.
Παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι μια συντρέχουσα αρμοδιότητα –εν προκειμένω στον τομέα των μεταφορών– μπορεί καταρχήν να ασκηθεί χωρίς να υφίσταται αντίστοιχη εσωτερική κανονιστική ρύθμιση. Ειδικότερα, με βάση το άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αρκεί η άσκηση της εξωτερικής αρμοδιότητας να είναι αναγκαία για την επίτευξη, στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης, ενός εκ των στόχων που καθορίζονται από τις Συνθήκες.
II. Το νομικό πλαίσιο
A. Το διεθνές δίκαιο
1. Η Σύμβαση περί των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών (COTIF)
3.
Όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης, πλην της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Μάλτας, είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση περί των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών (Convention relative aux transports internationaux ferroviaires, COTIF) της 9ης Μαΐου 1980, με την οποία ιδρύθηκε ο Διακυβερνητικός Οργανισμός Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών (Organisation intergouvernementale pour les transports internationaux ferroviaires, OTIF). H COTIF τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο του Βίλνιους της 3ης Ιουνίου 1999. Η Ένωση προσχώρησε στην COTIF με ισχύ από 1ης Ιουλίου 2011.
4.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της COTIF, ο OTIF έχει ως σκοπό να ευνοήσει, να βελτιώσει και να διευκολύνει, από κάθε άποψη, τη διεθνή σιδηροδρομική κυκλοφορία, κυρίως καταρτίζοντας ενιαία νομικά καθεστώτα σε διάφορους νομικούς τομείς σχετικούς με τη διεθνή σιδηροδρομική κυκλοφορία.
5.
Κατά το άρθρο 6 της COTIF, το οποίο τιτλοφορείται «Ενιαίοι νομικοί κανόνες»:
«§ 1 Εφόσον δεν έχουν γίνει ή διατυπωθεί δηλώσεις ή επιφυλάξεις σύμφωνα με τις διατάξεις της πρώτης φράσης της παρ. 1 του άρθρου 42 της κυρίως Σύμβασης COTIF 1999, η διεθνής σιδηροδρομική κυκλοφορία και η αποδοχή του σιδηροδρομικού υλικού προς χρήση στη διεθνή κυκλοφορία, διέπονται από:
α)
τους “Ενιαίους Νομικούς Κανόνες (ΕΝΚ) σχετικά με το συμβόλαιο διεθνούς σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών (CIV)”, που αποτελούν το Προσάρτημα Α στην [COTIF],
β)
τους “Ενιαίους Νομικούς Κανόνες (ΕΝΚ) σχετικά με το συμβόλαιο διεθνούς σιδηροδρομικής μεταφοράς εμπορευμάτων (CΙΜ)”, που αποτελούν το Προσάρτημα Β στην [COTIF] [στο εξής: προσάρτημα Β (CIM)],
γ)
τον “Κανονισμό σχετικά με τη διεθνή σιδηροδρομική μεταφορά επικινδύνων εμπορευμάτων (RID)”, που αποτελεί το Προσάρτημα Γ στην [COTIF],
δ)
τους “Ενιαίους Νομικούς Κανόνες (ΕΝΚ) σχετικά με τα συμβόλαια χρήσης οχημάτων στη διεθνή σιδηροδρομική κυκλοφορία (CUV)”, που αποτελούν το Προσάρτημα Δ στην [COTIF] [στο εξής: προσάρτημα Δ (CUV)],
ε)
τους “Ενιαίους Νομικούς Κανόνες (ΕΝΚ) σχετικά με το συμβόλαιο χρήσης της υποδομής στη διεθνή σιδηροδρομική κυκλοφορία (CUI)”, που αποτελούν το Προσάρτημα Ε στην [COTIF] [στο εξής: προσάρτημα Ε (CUI)],
στ)
τους “Ενιαίους Νομικούς Κανόνες (ΕΝΚ) σχετικά με την επικύρωση των τεχνικών προτύπων και την υιοθέτηση ενιαίων τεχνικών κανόνων που εφαρμόζονται στο σιδηροδρομικό υλικό που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί στη διεθνή κυκλοφορία (APTU)”, που αποτελούν το Προσάρτημα ΣΤ στην [COTIF],
ζ)
τους “Ενιαίους Νομικούς Κανόνες (ΕΝΚ) σχετικά με την τεχνική αποδοχή σιδηροδρομικού υλικού που χρησιμοποιείται στη διεθνή κυκλοφορία (ATMF)”, που αποτελούν το Προσάρτημα Ζ στην [COTIF],
η)
άλλα ενιαία νομικά καθεστώτα τα οποία έχει επεξεργασθεί ο [OTIF] δυνάμει των διατάξεων της περίπτωσης α) της παρ. 2 του άρθρου 2, που αποτελούν ομοίως Προσαρτήματα στην [COTIF].
§ 2 Οι Ενιαίοι Νομικοί Κανόνες, ο Κανονισμός και τα νομικά καθεστώτα που απαριθμούνται στην παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβανομένων των Παραρτημάτων τους, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της [COTIF].»
6.
Η αναθεωρητική επιτροπή, η οποία απαρτίζεται καταρχήν από όλα τα μέρη της COTIF, αποφασίζει, κατά το άρθρο 33, παράγραφος 4, της COTIF, για τις προτάσεις που στοχεύουν στην τροποποίηση των διατάξεων της COTIF και των προσαρτημάτων της.
7.
Το άρθρο 35 της COTIF, το οποίο τιτλοφορείται «Αποφάσεις των Επιτροπών», ορίζει:
«§ 1 Οι τροποποιήσεις της [COTIF], που αποφασίστηκαν από τις Επιτροπές, κοινοποιούνται από τον Γενικό Γραμματέα στα Κράτη μέλη.
§ 2 Οι τροποποιήσεις της κυρίως [COTIF], που αποφασίστηκαν από την Αναθεωρητική Επιτροπή, τίθενται σε ισχύ για όλα τα Κράτη μέλη την πρώτη ημέρα του δωδέκατου μήνα μετά από εκείνον κατά τη διάρκεια του οποίου ο Γενικός Γραμματέας τις κοινοποίησε στα Κράτη μέλη. Τα Κράτη μέλη μπορούν να διατυπώσουν μία αντίρρηση εντός των τεσσάρων επόμενων μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης. Σε περίπτωση αντίρρησης του ενός τετάρτου των Κρατών μελών, η τροποποίηση δεν τίθεται σε ισχύ. Εάν ένα Κράτος μέλος διατυπώσει μία αντίρρηση κατά μίας απόφασης της Αναθεωρητικής Επιτροπής εντός της προθεσμίας των τεσσάρων μηνών και καταγγείλει την [COTIF], η καταγγελία αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία που προβλέπεται για την έναρξη ισχύος αυτής της απόφασης.
§ 3 Οι τροποποιήσεις των Παραρτημάτων της [COTIF], που αποφασίστηκαν από την Αναθεωρητική Επιτροπή, τίθενται σε ισχύ για όλα τα Κράτη μέλη, την πρώτη ημέρα του δωδέκατου μήνα μετά από εκείνον κατά τη διάρκεια του οποίου ο Γενικός Γραμματέας τις κοινοποίησε στα Κράτη μέλη. […]
§ 4 Τα Κράτη μέλη μπορούν να διατυπώσουν μία αντίρρηση εντός μίας προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση αντίρρησης η οποία διατυπώθηκε από το ένα τέταρτο των Κρατών μελών, η τροποποίηση δεν τίθεται σε ισχύ. Στα Κράτη μέλη που δι[α]τύπωσαν μία αντίρρηση κατά μίας απόφασης εντός των καθορισμένων προθεσμιών, η εφαρμογή του σχετικού Παραρτήματος αναστέλλεται στο σύνολό του για την κυκλοφορία με και μεταξύ των Κρατών μελών, από τη στιγμή που τίθενται σε ισχύ οι αποφάσεις. Ωστόσο, σε περίπτωση αντίρρησης κατά της επικύρωσης ενός τεχνικού προτύπου ή κατά της υιοθέτησης ενός ενιαίου τεχνικού κανόνα, αναστέλλονται μόνον αυτά ή αυτοί που αφορούν [τ]ην κυκλοφορία με και μεταξύ των Κρατών μελών, από τη στιγμή που τίθενται σε ισχύ οι αποφάσεις. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση μερικής αντίρρησης.
[…]»
8.
Κατά το άρθρο 2 του προσαρτήματος Β (CIM), το οποίο τιτλοφορείται «Διατάξεις δημοσίου δικαίου», οι «μεταφορές στις οποίες εφαρμόζονται οι παρόντες Ενιαίοι Νομικοί Κανόνες συνεχίζουν να υπάγονται στις διατάξεις δημοσίου δικαίου, κυρίως […] στις διατάξεις τελωνειακού δικαίου και σε αυτές σχετικά με την προστασία των ζώων».
2. Η συμφωνία προσχωρήσεως
9.
Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διακυβερνητικού Οργανισμού Διεθνών Σιδηροδρομικών Μεταφορών σχετικά με την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Σύμβαση περί των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών (COTIF) της 9ης Μαΐου 1980, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο του Βίλνιους της 3ης Ιουνίου 1999 (ΕΕ 2013, L 51, σ. 8), η οποία υπεγράφη στις 23 Ιουνίου 2011 στη Βέρνη (στο εξής: συμφωνία προσχωρήσεως), τέθηκε σε ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο της 9, την 1η Ιουλίου 2011.
10.
Το άρθρο 2 της συμφωνίας προσχωρήσεως ορίζει:
«Με την επιφύλαξη του στόχου και του σκοπού της [COTIF] για την προώθηση, βελτίωση και διευκόλυνση των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών, καθώς και με την επιφύλαξη της πλήρους εφαρμογής της έναντι των λοιπών μερών της [COTIF], στις αμοιβαίες σχέσεις τους, τα μέρη της [COTIF] που είναι κράτη μέλη της Ένωσης εφαρμόζουν τους κανόνες της Ένωσης και, συνεπώς, δεν εφαρμόζουν τους κανόνες που απορρέουν από την [COTIF] παρά μόνο στον βαθμό που δεν υπάρχει κανόνας της Ένωσης ο οποίος διέπει το συγκεκριμένο ζήτημα.»
11.
Κατά το άρθρο 6 της συμφωνίας προσχωρήσεως:
«1. Όσον αφορά τις αποφάσεις επί θεμάτων τα οποία εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης, η Ένωση ασκεί τα δικαιώματα ψήφου των κρατών μελών της δυνάμει της [COTIF].
2. Όσον αφορά τις αποφάσεις επί θεμάτων για τα οποία η Ένωση έχει επιμερισμένη αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη της, ψηφίζουν είτε η Ένωση, είτε τα κράτη μέλη της.
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 26 παράγραφος 7 της [COTIF], η Ένωση διαθέτει αριθμό ψήφων ίσο με τον αριθμό των κρατών μελών της, τα οποία είναι επίσης μέρη της [COTIF]. Όταν ψηφίζει η Ένωση τα κράτη μέλη δεν ψηφίζουν.
4. Η Ένωση πληροφορεί κατά περίπτωση τα λοιπά μέρη της [COTIF] για τις περιπτώσεις όπου, αναφορικά με τα διάφορα θέματα που είναι εγγεγραμμένα στην ημερήσια διάταξη της Γενικής Συνέλευσης και των λοιπών οργάνων λήψης αποφάσεων, θα ασκήσει τα δικαιώματα ψήφου που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 3. Η υποχρέωση αυτή ισχύει επίσης και όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται με αλληλογραφία. Οι εν λόγω πληροφορίες πρέπει να παρέχονται εγκαίρως στο Γενικό Γραμματέα του OTIF έτσι ώστε να επιτρέπεται η διανομή τους μαζί με τα έγγραφα της συνεδρίασης ή η λήψη απόφασης με αλληλογραφία.»
12.
Το άρθρο 7 της συμφωνίας προσχωρήσεως ορίζει:
«Το εύρος των αρμοδιοτήτων που εκχωρούνται στην Ένωση περιγράφεται με γενικούς όρους σε γραπτή δήλωση που πραγματοποιείται από την Ένωση κατά τη σύναψη της παρούσας συμφωνίας. Η εν λόγω δήλωση μπορεί να τροποποιηθεί, εφόσον κριθεί σκόπιμο, με κοινοποίηση της Ένωσης προς τον OTIF. Η δήλωση δεν αντικαθιστά ούτε περιορίζει κατά οιονδήποτε τρόπο τα θέματα που μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο των κοινοποιήσεων ενωσιακής αρμοδιότητας που προηγούνται της λήψης αποφάσεων στους κόλπους του OTIF, με επίσημη ψηφοφορία ή με άλλη διαδικασία.»
B. Το δίκαιο της Ένωσης
1. Η απόφαση 2013/103/ΕΕ
13.
Η συμφωνία προσχωρήσεως εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ένωσης με την απόφαση 2013/103/ΕΕ ( 2 ).
14.
Το παράρτημα Ι της αποφάσεως 2013/103 περιλαμβάνει δήλωση της Ένωσης σχετικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων, η οποία διατυπώθηκε κατά την υπογραφή της συμφωνίας προσχωρήσεως.
15.
Η δήλωση αυτή έχει ως εξής:
«Στον σιδηροδρομικό τομέα, η Ευρωπαϊκή Ένωση […] έχει, μαζί με τα κράτη μέλη της Ένωσης, […] επιμερισμένη αρμοδιότητα, δυνάμει των άρθρων 90 και 91 [ΣΛΕΕ] σε συνδυασμό με το άρθρο 100 παράγραφος 1 και τα άρθρα 171 και 172 της [εν λόγω] Συνθήκης […].
[…]
Με βάση [τα άρθρα 91 και 171 ΣΛΕΕ], η Ένωση ενέκρινε σημαντικό αριθμό νομικών πράξεων που ισχύουν στις σιδηροδρομικές μεταφορές.
Δυνάμει της ενωσιακής νομοθεσίας, η Ένωση έχει αποκτήσει αποκλειστική αρμοδιότητα σε θέματα σιδηροδρομικών μεταφορών στις περιπτώσεις όπου η [COTIF] ή οι νομικές πράξεις που εγκρίθηκαν σύμφωνα με αυτήν δύνανται να έχουν αντίκτυπο στους υφιστάμενους ενωσιακούς κανόνες, ή να μεταβάλλουν το πεδίο εφαρμογής τους.
Όσον αφορά τα θέματα που διέπονται από την [COTIF] και στα οποία η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, τα κράτη μέλη δεν έχουν καμία αρμοδιότητα.
Στις περιπτώσεις που υφίστανται ενωσιακοί κανόνες αλλά δεν επηρεάζονται από την [COTIF] ή νομικές πράξεις που εγκρίθηκαν σύμφωνα με αυτήν, η Ένωση έχει επιμερισμένη αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη, σε θέματα που αφορούν την [COTIF].
Ένας κατάλογος των σχετικών ενωσιακών πράξεων που ισχύουν κατά την ημερομηνία σύναψης της παρούσας συμφωνίας περιλαμβάνεται στο προσάρτημα του παρόντος παραρτήματος. Το αντικείμενο της ενωσιακής αρμοδιότητας που απορρέει από τα εν λόγω κείμενα πρέπει να αποτιμηθεί σε σχέση με τις συγκεκριμένες διατάξεις κάθε κειμένου, ιδιαίτερα ο βαθμός στον οποίο οι εν λόγω διατάξεις θεσπίζουν κοινούς κανόνες. Η ενωσιακή αρμοδιότητα υπόκειται σε συνεχή διαδικασία εξέλιξης. Στο πλαίσιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της ΣΛΕΕ, τα αρμόδια όργανα της Ένωσης δύνανται να λαμβάνουν αποφάσεις που καθορίζουν το βαθμό αρμοδιότητας της Ένωσης. Συνεπώς, η Ένωση διατηρεί το δικαίωμα να τροποποιήσει την παρούσα δήλωση ανάλογα, χωρίς αυτό να συνιστά προϋπόθεση για την άσκηση της αρμοδιότητάς της σε θέματα που καλύπτονται από την [COTIF].»
16.
Στο προσάρτημα του παραρτήματος Ι της αποφάσεως 2013/103 απαριθμούνται οι πράξεις της Ένωσης οι οποίες σχετίζονται με θέματα που αφορούν την COTIF. Στις πράξεις αυτές συγκαταλέγονται οι οδηγίες 2001/14/ΕΚ ( 3 ), 2004/49/ΕΚ ( 4 ) και 2008/110/ΕΚ ( 5 ).
17.
Το παράρτημα ΙΙΙ της αποφάσεως 2013/103 περιέχει τους εσωτερικούς διακανονισμούς για το Συμβούλιο, τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε διαδικασίες στο πλαίσιο του OTIF.
2. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2913/92
18.
To άρθρο 94 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 ( 6 ) ορίζει:
«1. Ο κύριος υπόχρεος οφείλει να παρέχει εγγύηση για την εξασφάλιση της καταβολής της τελωνειακής οφειλής και των άλλων επιβαρύνσεων που ενδέχεται να γεννηθούν για τα εμπορεύματα.
2. Η εγγύηση είναι:
α)
είτε μεμονωμένη εγγύηση που καλύπτει μία και μόνο πράξη διαμετακόμισης·
β)
είτε συνολική εγγύηση που καλύπτει περισσότερες από μία πράξεις διαμετακόμισης, όταν ο κύριος υπόχρεος έχει άδεια από τις τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένος να χρησιμοποιεί εγγύηση τέτοιου τύπου.
3. Η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) χορηγείται μόνο σε πρόσωπα τα οποία:
α)
είναι εγκατεστημένα στην Κοινότητα·
β)
χρησιμοποιούν τακτικά τα καθεστώτα κοινοτικής διαμετακόμισης ή για τα οποία οι τελωνειακές αρχές γνωρίζουν ότι έχουν την ικανότητα να πληρούν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τα καθεστώτα αυτά
και
γ)
δεν έχουν διαπράξει σοβαρές ή επανειλημμένες παραβάσεις της τελωνειακής ή φορολογικής νομοθεσίας.
4. Πρόσωπα που, κατά τις τελωνειακές αρχές, ικανοποιούν υψηλότερα πρότυπα αξιοπιστίας, μπορούν να λαμβάνουν άδεια να παρέχουν συνολική εγγύηση μειωμένου ποσού ή να απαλλάσσονται από την εγγύηση. Τα συμπληρωματικά κριτήρια για αυτήν την άδεια περιλαμβάνουν:
α)
ορθή χρήση των καθεστώτων κοινοτικής διαμετακόμισης για ορισμένη περίοδο·
β)
συνεργασία με τις τελωνειακές αρχές
και
γ)
όσον αφορά την απαλλαγή από την εγγύηση, καλή οικονομική επιφάνεια, επαρκή για να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις των εν λόγω προσώπων.
Οι λεπτομέρειες που διέπουν τις άδειες τις χορηγούμενες βάσει της παρούσας παραγράφου, καθορίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής.
5. Η απαλλαγή από την εγγύηση, η οποία παρέχεται κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 4, δεν καλύπτει τις πράξεις εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης που αφορούν εμπορεύματα τα οποία, σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής, θεωρείται ότι παρουσιάζουν αυξημένους κινδύνους.
6. Λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν την παράγραφο 4, είναι δυνατή, στο πλαίσιο της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, η προσωρινή απαγόρευση της συνολικής εγγύησης μειωμένου ποσού. Η απαγόρευση αποφασίζεται με τη διαδικασία της επιτροπής και αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, λαμβανόμενο λόγω ειδικών περιστάσεων.
7. Λαμβανομένων υπόψη των αρχών που διέπουν την παράγραφο 4, είναι δυνατή, στο πλαίσιο της εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, η προσωρινή απαγόρευση της συνολικής εγγύησης. Η απαγόρευση αποφασίζεται με τη διαδικασία της επιτροπής και αφορά τα εμπορεύματα τα οποία, υπό την κάλυψη της συνολικής εγγύησης, απετέλεσαν αντικείμενο αποδεδειγμένων πράξεων απάτης σε μεγάλη ποσότητα.»
3. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93
19.
Τα άρθρα 412, 416 και 419 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 ( 7 ) περιλαμβάνονται στο σημείο Α, τιτλοφορούμενο «Γενικές διατάξεις για τις σιδηροδρομικές μεταφορές», του υποτμήματος 8 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο επιγράφεται «Απλουστευμένες διαδικασίες ειδικά για εμπορεύματα που μεταφέρονται σιδηροδρομικώς ή με μεγάλα εμπορευματοκιβώτια».
20.
Το άρθρο 412 του εφαρμοστικού κανονισμού ορίζει:
«Το άρθρο 359 [σχετικά με τις διατυπώσεις που πρέπει να διεκπεραιώνονται στο τελωνείο διέλευσης κατά τη μεταφορά] δεν εφαρμόζεται στις σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων.»
21.
Κατά το άρθρο 416, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού:
«Η επιχείρηση σιδηροδρόμων, που παραλαμβάνει προς μεταφορά το εμπόρευμα το οποίο συνοδεύεται από φορτωτική CIM, που επέχει θέση δήλωσης κοινοτικής διαμετακόμισης, καθίσταται, για την πράξη αυτή, κύριος υπόχρεος.»
22.
Το άρθρο 419, παράγραφοι 1 και 2, του ίδιου κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Εφόσον μια μεταφορά στην οποία εφαρμόζεται το καθεστώς κοινοτικής διαμετακόμισης αρχίζει και πρέπει να περατωθεί στο εσωτερικό του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, η φορτωτική CIM προσκομίζεται στο τελωνείο αναχώρησης.
2. Το τελωνείο αναχώρησης θέτει, κατά τρόπο εμφανή, στη θέση που προορίζεται για το τελωνείο των αντιτύπων 1, 2 και 3 της φορτωτικής CIM:
α)
το σύμβολο “Τ1”, αν τα εμπορεύματα κυκλοφορούν στο πλαίσιο της διαδικασίας εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης·
β)
το σύμβολο “T2”, αν τα εμπορεύματα κυκλοφορούν στο πλαίσιο του καθεστώτος εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, σύμφωνα με το άρθρο 165 του κώδικα, με εξαίρεση την περίπτωση που προβλέπεται στο άρθρο 340γ παράγραφος 1·
γ)
το σύμβολο “T2F”, αν τα εμπορεύματα κυκλοφορούν στο πλαίσιο της διαδικασίας εσωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης, σύμφωνα με το άρθρο 340γ, παράγραφος 1·
Το σύμβολο “Τ2” ή “T2F” επικυρώνεται με την επίθεση της σφραγίδας του τελωνείου αναχώρησης.»
4. Ο κανονισμός (ΕΕ) 952/2013
23.
Το άρθρο 233 του κανονισμού (ΕΕ) 952/2013 ( 8 ), το οποίο τιτλοφορείται «Υποχρεώσεις του δικαιούχου καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης και του μεταφορέα και του παραλήπτη εμπορευμάτων που διακινούνται στο πλαίσιο καθεστώτος ενωσιακής διαμετακόμισης», ορίζει, στην παράγραφο 4, τα εξής:
«Κατόπιν αιτήσεως, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να χορηγούν άδεια για οποιαδήποτε από τις ακόλουθες απλουστεύσεις όσον αφορά την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης ή τη λήξη του εν λόγω καθεστώτος.
[…]
ε)
τη χρήση ηλεκτρονικού εγγράφου μεταφοράς ως τελωνειακής διασάφησης για την υπαγωγή εμπορευμάτων στο καθεστώς ενωσιακής διαμετακόμισης, εφόσον περιλαμβάνει τα στοιχεία αυτής της διασάφησης και οι τελωνειακές αρχές έχουν τα στοιχεία αυτά στη διάθεσή τους στον τόπο αναχώρησης και προορισμού για να είναι δυνατή η τελωνειακή επιτήρηση των εμπορευμάτων και η εκκαθάριση του καθεστώτος.»
5. Ο κανονισμός (ΕΚ) 136/2004
24.
Το άρθρο 2, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού (ΕΚ) 136/2004 ( 9 ) προβλέπει τα εξής:
«3. To [κοινό κτηνιατρικό έγγραφο εισόδου (KKEE)] συντάσσεται σε ένα πρωτότυπο και σε αντίγραφα που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή για την εκπλήρωση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού. Το πρόσωπο το αρμόδιο για το φορτίο συμπληρώνει το τμήμα 1 του KKEE και στα τέσσερα έγγραφα και το διαβιβάζει στο κτηνιατρικό προσωπικό του συνοριακού σταθμού επιθεώρησης.
4. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 3, οι πληροφορίες που περιέχονται στο KKEE ενδέχεται, κατόπιν συμφωνίας των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους το οποίο αφορά η αποστολή, να αποτελέσουν αντικείμενο εκ των προτέρων κοινοποίησης μέσω τηλεπικοινωνιών ή άλλων συστημάτων μετάδοσης ηλεκτρονικών δεδομένων. Εφόσον συμβαίνει αυτό, οι πληροφορίες που παρέχονται σε ηλεκτρονική μορφή πρέπει να είναι εκείνες που ζητούνται στο μέρος 1 του προτύπου του KKEE.»
25.
Το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:
«2. Το πρωτότυπο του KKEE για αποστολές για τις οποίες δόθηκε κτηνιατρική έγκριση αποτελείται από τα μέρη 1 και 2 δεόντως συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα.
3. Ο επίσημος κτηνίατρος ή ο αρμόδιος υπάλληλος κοινοποιεί στις τελωνειακές αρχές τις αρμόδιες για το συνοριακό σταθμό επιθεώρησης σχετικά με την κτηνιατρική έγκριση της αποστολής, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 υποβάλλοντας το πρωτότυπο του KKEE ή με ηλεκτρονικά μέσα.
–
Μετά την τελωνειακή έγκριση […] το πρωτότυπο του KKEE συνοδεύει την αποστολή στην πρώτη εγκατάσταση προορισμού.
–
Ο επίσημος κτηνίατρος στο συνοριακό σταθμό επιθεώρησης κρατεί ένα αντίγραφο του KKEE.
–
Ο επίσημος κτηνίατρος διαβιβάζει αντίγραφο του KKEE στο πρόσωπο το αρμόδιο για το φορτίο.»
26.
Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού:
«Για το πρώτο πιστοποιητικό τελωνειακού ελέγχου το πρόσωπο το αρμόδιο για το φορτίο υποβάλλει το KKEE στο πρωτότυπο στο τελωνείο το αρμόδιο για την εγκατάσταση όπου ευρίσκεται η αποστολή. Μπορεί επίσης να υποβληθεί με ηλεκτρονικά μέσα εφόσον υπάρχει έγκριση της αρμόδιας αρχής.»
27.
Το άρθρο 10 του κανονισμού 136/2004 ορίζει:
«Η κατάρτιση, η χρήση, η μετάδοση και η αποθήκευση του ΚΚΕΕ όπως καθορίζεται στις διάφορες περιπτώσεις που περιγράφονται στον παρόντα κανονισμό μπορούν να γίνουν με ηλεκτρονικά μέσα κατά τη διάκριση της αρμόδιας αρχής.»
6. Η οδηγία 2008/110
28.
Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 της οδηγίας 2008/110:
«(3)
Η έναρξη ισχύος, την 1η Ιουλίου 2006, της [COTIF] είχε ως αποτέλεσμα νέους κανόνες για τα συμβόλαια χρήσης οχημάτων. Σύμφωνα με το προσάρτημα [Δ (CUV)], οι κάτοχοι δεν είναι πλέον υποχρεωμένοι να τηρούν μητρώο για τα βαγόνια τους σε σιδηροδρομική επιχείρηση. Η παλαιά συμφωνία RIV (Regolamento Internazionale Veicoli — Διεθνής κανονισμός για τα οχήματα) μεταξύ σιδηροδρομικών επιχειρήσεων έπαυσε να ισχύει και αντικαταστάθηκε εν μέρει από τη νέα ιδιωτική και εκούσια σύμβαση GCU (General Contract of Use for Wagons — Γενική Σύμβαση Χρήσης Αμαξών) μεταξύ σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και κατόχων, σύμφωνα με την οποία οι κάτοχοι είναι υπεύθυνοι για τη συντήρηση των βαγονιών τους. Για να αντικατοπτρίζονται οι αλλαγές αυτές και να καταστεί ευκολότερη η εφαρμογή της οδηγίας 2004/49 για τα πιστοποιητικά ασφάλειας των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να καθορισθούν η έννοια του “κατόχου” και η έννοια του “υπεύθυνου για τη συντήρηση φορέα” καθώς και τα χαρακτηριστικά της σχέσης μεταξύ των φορέων αυτών και των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων.
(4)
Ο ορισμός του “κατόχου” θα πρέπει να πλησιάζει [κατά] το δυνατόν τον ορισμό που χρησιμοποιείται [στην COTIF] του 1999. Πολλοί φορείς μπορούν να προσδιοριστούν ως κάτοχοι οχήματος: π.χ. ο ιδιοκτήτης, η εταιρεία για τη δημιουργία επιχειρήσεων από στόλο βαγονιών, η εταιρεία χρηματοδοτικής μίσθωσης οχημάτων σε σιδηροδρομική επιχείρηση, η σιδηροδρομική επιχείρηση, ο διαχειριστής υποδομής για τη συντήρηση των οικείων υποδομών, κλπ. Οι φορείς αυτοί ελέγχουν το όχημα προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως μέσο μεταφοράς από τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και τους διαχειριστές υποδομής. Για την αποφυγή κάθε αμφιβολίας, ο κάτοχος θα πρέπει να καταχωρισθεί σαφώς στο Εθνικό Μητρώο Οχημάτων (ΕΜΟ) του άρθρου 33 της οδηγίας για τη διαλειτουργικότητα [εντός της Κοινότητας] ( 10 )».
7. Η οδηγία 2004/49
29.
Η οδηγία 2004/49, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2008/110 ( 11 ) (στο εξής: οδηγία 2004/49), ορίζει, στο άρθρο 1, τα εξής:
«Σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι να εξασφαλίσει την ανάπτυξη και τη βελτίωση της ασφάλειας των κοινοτικών σιδηροδρόμων, καθώς και της πρόσβασης στην αγορά όσων παρέχουν σιδηροδρομικές υπηρεσίες:
[…]
β)
καθορίζοντας τις αρμοδιότητες των παραγόντων·
[…]».
30.
Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει τα εξής:
«Για το σκοπό της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
[…]
ιθ)
“κάτοχος”: το πρόσωπο ή ο φορέας ο οποίος, όντας ιδιοκτήτης ή νομέας οχήματος, το εκμεταλλεύεται ως μέσο μεταφοράς καταχωρισμένο στο Εθνικό Μητρώο Οχημάτων (ΕΜΟ) του άρθρου 33 της [οδηγίας για τη διαλειτουργικότητα του σιδηροδρομικού συστήματος]·
κ)
“υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας”: ο υπεύθυνος για τη συντήρηση του οχήματος φορέας που έχει καταχωρισθεί με την ιδιότητα αυτή στο ΕΜΟ·
[…]».
31.
Το άρθρο 4, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας αυτής έχει ως εξής:
«3. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι την ευθύνη για την ασφαλή λειτουργία του σιδηροδρομικού συστήματος και τον έλεγχο των σχετικών κινδύνων αναλαμβάνουν οι διαχειριστές υποδομής και οι σιδηροδρομικές επιχειρήσεις, που υποχρεούνται να εφαρμόζουν τα απαραίτητα μέτρα ελέγχου των κινδύνων, κατά περίπτωση, σε συνεργασία μεταξύ τους καθώς και τους εθνικούς κανόνες και πρότυπα ασφάλειας, και να καταρτίζουν συστήματα διαχείρισης της ασφάλειας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
Με επιφύλαξη της αστικής ευθύνης σύμφωνα με τις απαιτήσεις του δικαίου των κρατών μελών, κάθε διαχειριστής υποδομής και σιδηροδρομική επιχείρηση αναλαμβάνει την ευθύνη για το τμήμα του συστήματος που εμπίπτει στην αρμοδιότητά του και για την ασφαλή λειτουργία του, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας υλικού και της ανάθεσης υπηρεσιών, έναντι των χρηστών, των πελατών, των εμπλεκομένων εργαζομένων και των τρίτων.
4. Τούτο δεν θίγει την ευθύνη κάθε κατασκευαστή, συντηρητή, παρέχοντος υπηρεσίες και προμηθευτή να παραδίδουν τροχαίο υλικό, εγκαταστάσεις, εξαρτήματα και άλλο υλικό ή υπηρεσίες σύμφωνα με τις ισχύουσες προϋποθέσεις και όρους χρήσης, προκειμένου να είναι δυνατή η ασφαλής χρησιμοποίησή τους από τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις ή/και τους διαχειριστές υποδομής.»
32.
Κατά το άρθρο 14α της οδηγίας 2004/49:
«1. Κάθε όχημα, πριν τεθεί σε λειτουργία ή χρησιμοποιηθεί στο δίκτυο, έχει φορέα που είναι υπεύθυνος για τη συντήρησή του. Ο φορέας αυτός καταχωρίζεται στο ΕΜΟ σύμφωνα με το άρθρο 33 της οδηγίας για τη διαλειτουργικότητα.
2. Ο υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας μπορεί να είναι επιχείρηση σιδηροδρόμων, διαχειριστής υποδομής ή κάτοχος οχημάτων.
3. Με την επιφύλαξη της ευθύνης των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και των διαχειριστών υποδομής για την ασφαλή λειτουργία των αμαξοστοιχιών κατά το άρθρο 4, ο φορέας εξασφαλίζει, μέσω συστήματος συντήρησης, ότι τα οχήματα για τη συντήρηση των οποίων είναι υπεύθυνος βρίσκονται σε ασφαλή κατάσταση κυκλοφορίας. Για το σκοπό αυτό, ο υπεύθυνος για τη συντήρηση φορέας διασφαλίζει ότι τα οχήματα συντηρούνται σύμφωνα με:
α)
το βιβλίο συντήρησης εκάστου οχήματος
β)
τις ισχύουσες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων συντήρησης και των διατάξεων [περί των τεχνικών προδιαγραφών διαλειτουργικότητας].
Ο αρμόδιος για τη συντήρηση φορέας πραγματοποιεί τη συντήρηση μόνος του ή την αναθέτει σε συμβεβλημένα συνεργεία συντήρησης.
[…]»
III. Το ιστορικό της διαφοράς και η προσβαλλόμενη απόφαση
33.
Τον Απρίλιο του 2014, ο γενικός γραμματέας του OTIF κοινοποίησε στα συμβαλλόμενα μέρη της COTIF προτάσεις τροποποιήσεών της, οι οποίες υποβλήθηκαν στην αναθεωρητική επιτροπή του OTIF κατά την 25η σύνοδό της στη Βέρνη (Ελβετία) που έλαβε χώρα από τις 25 έως τις 27 Ιουνίου 2014. Οι εν λόγω προτάσεις τροποποιήσεων αφορούσαν μεταξύ άλλων τα προσαρτήματα Β (CIM), Δ (CUV), από κοινού με το άρθρο 12 της COTIF, καθώς και το προσάρτημα Ε (CUI). Στις 25 Απριλίου και στις 27 Μαΐου 2014 αντίστοιχα, η Γαλλική Δημοκρατία και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατέθεσαν προτάσεις τροποποιήσεων σχετικά με το προσάρτημα Δ (CUV), που επίσης υποβλήθηκαν στην αναθεωρητική επιτροπή του OTIF κατά την ίδια σύνοδο.
34.
Στις 26 Μαΐου 2014, η Επιτροπή παρουσίασε έγγραφο εργασίας της ομάδας εργασίας «Χερσαίες μεταφορές» του Συμβουλίου ενόψει της προετοιμασίας της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, σχετικά με ορισμένες τροποποιήσεις της COTIF. Στις 5 Ιουνίου 2014 διαβίβασε στο Συμβούλιο πρόταση αποφάσεως του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό της θέσεως της Ένωσης κατά την εν λόγω σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF [COM(2014) 338 τελικό]. Μετά το πέρας των εργασιών των προπαρασκευαστικών οργάνων του Συμβουλίου, το Συμβούλιο «Γενικές υποθέσεις» εξέδωσε την απόφαση 2014/699/ΕΕ ( 12 ) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) κατά τη σύνοδό του της 24ης Ιουνίου 2014, με βάση το άρθρο 91 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ.
35.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καταψήφισε την ανωτέρω πρόταση και διατύπωσε, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, την ακόλουθη δήλωση:
«Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι της γνώμης ότι η [Ένωση] δεν είναι αρμόδια για τις τροποποιήσεις του προσαρτήματος Β (ενιαίοι κανόνες CIM), του προσαρτήματος Δ (ενιαίοι κανόνες CUV) και του προσαρτήματος Ε (ενιαίοι κανόνες CUI) της [COTIF] και συνεπώς εκτιμά ότι δεν πρέπει να συντονιστεί η θέση της [Ένωσης] κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, η οποία θα λάβει χώρα από τις 25 έως τις 27 Ιουνίου 2014. Μέχρι στιγμής, η [Ένωση] δεν έχει ασκήσει τη νομοθετική της αρμοδιότητα στους τομείς του ιδιωτικού δικαίου των μεταφορών οι οποίοι διέπονται από τα προαναφερθέντα προσαρτήματα. Επομένως, τα κράτη μέλη εξακολουθούν να μπορούν να ασκούν την αρμοδιότητά τους, συμφώνως προς τη δεύτερη περίοδο του άρθρου 2, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΛΕΕ. Επιπλέον, στις περιπτώσεις επιμερισμένης αρμοδιότητας, το άρθρο 6, παράγραφος 2, της [συμφωνίας προσχωρήσεως] προβλέπει ρητώς ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να μπορούν να ασκούν ανεξάρτητα το δικαίωμα ψήφου τους στους εν λόγω τομείς. Διά της παρούσης, η [Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας] δηλώνει προληπτικώς ότι αρνείται την άσκηση του δικαιώματος ψήφου της από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.»
36.
Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 4 έως 6 και 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως:
«(4)
Οι τροπολογίες [στην] COTIF αποσκοπούν στην επικαιροποίηση των καθηκόντων της επιτροπής τεχνικών εμπειρογνωμόνων και του ορισμού του “κατόχου” σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και στην τροποποίηση ορισμένων κανόνων σχετικά με τη χρηματοδότηση [του OTIF], τους ελέγχους των λογαριασμών του και τις εκθέσεις του, καθώς και σε διοικητικές αλλαγές ήσσονος σημασίας.
(5)
Στόχος των τροπολογιών στο προσάρτημα Β (CIM) είναι να χρησιμοποιείται κατά προτίμηση η ηλεκτρονική μορφή της φορτωτικής και των εγγράφων που τη συνοδεύουν και να διασαφηνιστούν ορισμένες διατάξεις του συμβολαίου μεταφοράς.
(6)
Οι τροπολογίες στο προσάρτημα Δ (CUV), που κατέθεσε ο γενικός γραμματέας [του] OTIF, αποσκοπούν στη διασαφήνιση των ρόλων του κατόχου και του υπεύθυνου για τη συντήρηση στα συμβόλαια χρήσης οχημάτων στη διεθνή σιδηροδρομική κυκλοφορία. Η Γαλλία υπέβαλε χωριστή πρόταση σχετικά με την ευθύνη για τις ζημίες που προκαλούνται από τα οχήματα. Η Γερμανία υπέβαλε χωριστή πρόταση σχετικά με το πεδίο εφαρμογής των ενιαίων νομικών κανόνων CUV.
[…]
(9)
Στόχος των τροπολογιών στο προσάρτημα Ε (CUI), που πρότεινε η Διεθνής Επιτροπή Σιδηροδρομικών Μεταφορών (CIT), είναι η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής των ενιαίων κανόνων σχετικά με το συμβόλαιο χρήσης της υποδομής στις εγχώριες σιδηροδρομικές μεταφορές, η δημιουργία νομικής βάσης για τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις χρήσης της σιδηροδρομικής υποδομής, καθώς και η επέκταση της ευθύνης του διαχειριστή της υποδομής για ζημίες ή απώλειες που οφείλονται στην υποδομή.»
37.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι «[η] θέση που θα ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής που έχει θεσπισθεί από τη[ν COTIF] είναι σύμφωνη με το παράρτημα της παρούσας απόφασης».
38.
Το θέμα 4 του παραρτήματος αυτού, σχετικά με τη μερική αναθεώρηση της συμβάσεως COTIF, έχει ως εξής:
«[…]
Αρμοδιότητα: επιμερισμένη.
Άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου: κράτη μέλη.
Συνιστώμενη συντονισμένη θέση:
[…]
Να υποστηριχθούν οι τροπολογίες στο άρθρο 12 (Εκτέλεση αποφάσεων. Κατασχέσεις) δεδομένου ότι τροποποιούν τον ορισμό του “κατόχου” καθιστώντας τον σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης.
[…]»
39.
Το θέμα 5 του εν λόγω παραρτήματος, σχετικά με τη μερική αναθεώρηση του προσαρτήματος Β (CIM), έχει ως εξής:
«[…]
Αρμοδιότητα: επιμερισμένη.
Άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου: Ένωση για τα άρθρα 6 και 6α, κράτη μέλη για τα υπόλοιπα άρθρα.
Συνιστώμενη συντονισμένη θέση:
Οι τροπολογίες στο άρθρο 6 και το άρθρο 6α αφορούν το δίκαιο της Ένωσης, λόγω της χρήσης της φορτωτικής (δελτίο αποστολής) και των εγγράφων που τη συνοδεύουν σε τελωνειακές, υγειονομικές και φυτοϋγειονομικές διαδικασίες. Η Ένωση συμφωνεί με την πρόθεση [του] OTIF να δώσει προτεραιότητα στην ηλεκτρονική μορφή των φορτωτικών. Ωστόσο, η έγκριση των τροπολογιών αυτών στην παρούσα φάση θα μπορούσε να έχει ανεπιθύμητες συνέπειες. Η ισχύουσα απλουστευμένη διαδικασία τελωνειακής διαμετακόμισης σε περίπτωση σιδηροδρομικής μεταφοράς είναι δυνατή μόνο με έντυπα έγγραφα. Επομένως, εάν οι εταιρείες σιδηροδρόμων επιλέξουν την ηλεκτρονική φορτωτική, θα υποχρεούνται να ακολουθούν την κανονική διαδικασία διαμετακόμισης και να χρησιμοποιούν το νέο μηχανογραφημένο σύστημα διαμετακόμισης (New Computerised Transit System/NCTS).
Η Επιτροπή έχει αρχίσει τις προετοιμασίες για τη συζήτηση, σε ομάδα εργασίας, της χρήσης ηλεκτρονικών εγγράφων μεταφοράς για τη διαμετακόμιση βάσει του κανονισμού [952/2013]. Η πρώτη συνεδρίαση της εν λόγω ομάδας εργασίας έχει προγραμματιστεί για τις 4-5 Ιουνίου 2014. Η Ένωση συμφωνεί επίσης με την επιδίωξη να υποβάλλονται τα συνοδευτικά έγγραφα σε ηλεκτρονική μορφή. Ωστόσο, η ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης δεν παρέχει νομική βάση για την ηλεκτρονική υποβολή των εγγράφων που πρέπει να συνοδεύουν τα υποκείμενα σε υγειονομικές και φυτοϋγειονομικές διαδικασίες εμπορεύματα (π.χ. κοινό κτηνιατρικό έγγραφο εισόδου, κοινό έγγραφο εισόδου) και, ως εκ τούτου, τα έγγραφα αυτά πρέπει να υποβάλλονται σε έντυπη μορφή. Η Επιτροπή έχει καταρτίσει σχέδιο κανονισμού που θα καλύπτει την ηλεκτρονική πιστοποίηση, το οποίο συζητείται επί του παρόντος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Ο εν λόγω κανονισμός (κανονισμός για τον επίσημο έλεγχο) προβλέπεται να εκδοθεί στα τέλη του 2015 ή στις αρχές του 2016· ωστόσο, θα υπάρξει μεταβατική περίοδος για την εφαρμογή του.
Ως εκ τούτου, η Ένωση εισηγείται να μη ληφθεί απόφαση σχετικά με τα θέματα αυτά κατά την παρούσα σύνοδο της RC και να εξακολουθήσει [ο] OTIF να συνεργάζεται με την Ένωση στο συγκεκριμένο ζήτημα, ώστε να διατυπωθεί μια εμπεριστατωμένη λύση για την επόμενη αναθεώρηση του προσαρτήματος CIM, η οποία, στην ιδανική περίπτωση, θα συμπέσει χρονικά με τον κανονισμό [952/2013] και τις διατάξεις εφαρμογής του, που θα αρχίσουν να ισχύουν από 1ης Μαΐου 2016. Ορισμένες ηλεκτρονικές διαδικασίες είναι δυνατόν να εφαρμοστούν σταδιακά από το 2016 έως το 2020, σύμφωνα με το άρθρο 278 του κανονισμού [952/2013].
[…]»
40.
Το θέμα 7 του ίδιου παραρτήματος, σχετικά με τη μερική αναθεώρηση του προσαρτήματος Δ (CUV), έχει ως εξής:
«[…]
Αρμοδιότητα: επιμερισμένη.
Άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου: Ένωση.
Συνιστώμενη ενωσιακή θέση: Να υποστηριχθούν οι τροπολογίες στα άρθρα 2 και 9, δεδομένου ότι διασαφηνίζουν τους ρόλους του κατόχου και του υπεύθυνου για τη συντήρηση σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης [οδηγία 2008/110]. Ωστόσο, η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 7 –η οποία υποβλήθηκε από τη [Γαλλική Δημοκρατία] και αφορά την ευθύνη του προσώπου που έχει προμηθεύσει το όχημα για χρήση ως μέσο μεταφοράς, σε περίπτωση ζημίας οφειλόμενης σε ελάττωμα του οχήματος– πρέπει να μελετηθεί διεξοδικότερα στην Ένωση προτού ληφθεί απόφαση στ[ον] OTIF. Συνεπώς, η Ένωση δεν είναι σε θέση να υποστηρίξει την εν λόγω πρόταση τροποποίησης κατά την επικείμενη σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής και προτείνει την αναβολή της απόφασης για την επόμενη Γενική Συνέλευση με σκοπό την περαιτέρω εξέταση του εν λόγω ζητήματος. Η Ένωση λαμβάνει την ίδια θέση, ήτοι αναβολή της απόφασης για την επόμενη Γενική Συνέλευση με σκοπό την περαιτέρω εξέταση του ζητήματος, όσον αφορά την πρόταση της [Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της] Γερμανίας για ένα νέο άρθρο 1α που παρουσιάστηκε στ[ον] OTIF κατά τον ενωσιακό συντονισμό.
Επιπρόσθετη συνιστώμενη ενωσιακή θέση: Στο έγγραφο CR 25/7 ADD 1, σελίδα 6, στο τέλος της παραγράφου 8α, να προστεθεί η ακόλουθη πρόταση: “The amendment to Article 9, paragraph 3, first indent, does not affect the existing allocation of liabilities between ECM and the keeper of the vehicles.”»
41.
Το θέμα 12 του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με τη μερική αναθεώρηση του προσαρτήματος Ε (CUI), έχει ως εξής:
«[…]
Αρμοδιότητα: επιμερισμένη.
Άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου: Ένωση
Συνιστώμενη συντονισμένη θέση: να απορριφθούν οι τροπολογίες. Οι εν λόγω τροπολογίες που πρότεινε η CIT (Διεθνής Επιτροπή Σιδηροδρομικών Μεταφορών) περιλαμβάνουν την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του CUI στις εγχώριες δραστηριότητες, την εισαγωγή συμβατικά δεσμευτικών γενικών όρων και προϋποθέσεων και την επέκταση της ευθύνης του διαχειριστή της υποδομής για ζημίες. Χρειάζεται ενδεχομένως να μελετηθούν διεξοδικότερα, πλην όμως, εφόσον δεν συζητήθηκαν σε κανένα εσωτερικό φόρουμ τ[ου] OTIF πριν από τη σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής, δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις τους με επαρκείς λεπτομέρειες. Κρίνεται πρόωρη η τροποποίηση του CUI (που, επί του παρόντος, είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης) κατά την επικείμενη σύνοδο της RC, χωρίς να έχει προηγηθεί κατάλληλη προετοιμασία.»
42.
Κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, η Επιτροπή παρουσίασε τη θέση της Ένωσης, όπως αυτή καθορίστηκε στο παράρτημα της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστήριξε ανεξάρτητη θέση όσον αφορά τις προτάσεις τροποποιήσεων σχετικά με το άρθρο 12 της COTIF καθώς και με τα προσαρτήματα B (CIM), Δ (CUV) και Ε (CUI) (στο εξής από κοινού: επίμαχες τροποποιήσεις), και απαίτησε να ασκήσει η ίδια δικαίωμα ψήφου ως προς τα θέματα αυτά. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καταψήφισε τη θέση της Ένωσης αναφορικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του άρθρου 12 της COTIF και του προσαρτήματος Δ (CUV). Δεδομένου ότι οι προτάσεις αυτές συγκέντρωσαν την απαιτούμενη πλειοψηφία, η αναθεωρητική επιτροπή του OTIF ενέκρινε τις επίμαχες τροποποιήσεις.
43.
Ακολούθως, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έγγραφο οχλήσεως σχετικά με την αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση ψήφο της κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF.
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
44.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον αφορά τις επίμαχες τροποποιήσεις και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
45.
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και, επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διατηρήσει τα αποτελέσματά της, και να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
46.
Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας παρενέβησαν προς στήριξη των αιτημάτων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ενώ η Επιτροπή παρενέβη υπέρ του Συμβουλίου.
47.
Όλοι οι προαναφερθέντες διάδικοι, με εξαίρεση το Ηνωμένο Βασίλειο, έλαβαν μέρος στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Οκτωβρίου 2016.
V. Εκτίμηση
48.
Η υπό κρίση υπόθεση ανάγεται σε διαφορά μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Συμβουλίου σχετικά με απόφαση του τελευταίου περί καθορισμού της θέσεως της Ένωσης σε σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF όσον αφορά ορισμένες τροποποιήσεις της COTIF και των προσαρτημάτων της.
49.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αντλείται από παραβίαση της αρχής της δοτής αρμοδιότητας λόγω αναρμοδιότητας της Ένωσης, ο δεύτερος από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και ο τρίτος από παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας σε συνδυασμό με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
50.
Θα εξετάσω τους τρεις αυτούς λόγους ακυρώσεως κατά τη σειρά προβολής τους από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Α. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ
51.
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι η Ένωση δεν είχε αρμοδιότητα, με βάση το άρθρο 91 και το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, να καθορίσει τη θέση της Ένωσης κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF όσον αφορά τις προτεινόμενες τροποποιήσεις των προσαρτημάτων B (CIM), Δ (CUV) και E (CUI).
52.
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της COTIF καθιερώνει αναθεωρητική επιτροπή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 4, της COTIF, αποφασίζει για τις προτάσεις που στοχεύουν στην τροποποίηση της τελευταίας ή των προσαρτημάτων της ( 13 ).
53.
Οι επίμαχες στην υπό κρίση υπόθεση τροποποιήσεις περιλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 33 της COTIF.
1. Επί του άρθρου 218 ΣΛΕΕ
54.
Το άρθρο 218 ΣΛΕΕ ρυθμίζει τη διαδικασία διαπραγμάτευσης και σύναψης συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών. Το Συμβούλιο, ως θεσμικό όργανο που εκπροσωπεί τα συμφέροντα των κρατών μελών, είναι το βασικό όργανο λήψεως αποφάσεων στη διαδικασία αυτή. Προς τούτο, δυνάμει του άρθρου 218, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, εγκρίνει την έναρξη διαπραγματεύσεων (τις οποίες διεξάγει συνήθως η Επιτροπή) ( 14 ), εκδίδει οδηγίες διαπραγμάτευσης ( 15 ), επιτρέπει την υπογραφή ( 16 ) και συνάπτει τις συμφωνίες ( 17 ). Το άρθρο αυτό καθορίζει επίσης τον βαθμό συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, είτε πρόκειται για έγκριση σε εξαντλητικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις ( 18 ) είτε, ειδάλλως, για διαβούλευση ( 19 ). Κατά τα λοιπά, το Κοινοβούλιο ενημερώνεται σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ( 20 ). Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία ( 21 ), εκτός από ειδικά καθορισμένες περιπτώσεις ( 22 ).
55.
Όσον αφορά την τροποποίηση των συμφωνιών, ισχύει κατά γενικό κανόνα η αναλογία των τύπων, στο μέτρο που η διαδικασία τροποποιήσεως συμφωνίας είναι η ίδια με τη διαδικασία συνάψεως συμφωνίας ( 23 ).
56.
Ωστόσο, το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ προβλέπει, ως εξαίρεση από τον γενικό αυτό κανόνα, μια απλοποιημένη διαδικασία ( 24 ). Κατά τη διάταξη αυτή, η οποία προστέθηκε στη Συνθήκη ΛΕΕ με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ ( 25 ) και τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Νίκαιας ( 26 ), το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, εκδίδει απόφαση για τον καθορισμό των θέσεων που θα πρέπει να ληφθούν, εξ ονόματος της Ένωσης, σε όργανο που συνιστάται από δεδομένη συμφωνία, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα, με εξαίρεση τις πράξεις που συμπληρώνουν ή τροποποιούν το θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας ( 27 ).
57.
Τέλος, σημειώνεται ότι, όσον αφορά την τροποποίηση συμφωνίας, το άρθρο 218, παράγραφος 7, ΣΛΕΕ ( 28 ) εισάγει παρέκκλιση από το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ. Η πρώτη εκ των διατάξεων αυτών καθιερώνει, ούτως ειπείν, μια διαδικασία ακόμα πιο απλοποιημένη σε σχέση με την απλοποιημένη διαδικασία ( 29 ), αλλά εν πάση περιπτώσει δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω.
58.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, εξέδωσε απόφαση για τον καθορισμό της θέσεως της Ένωσης στην αναθεωρητική επιτροπή (ήτοι σε όργανο που έχει συσταθεί με την COTIF). Το όργανο αυτό καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα, καθώς στοχεύουν στην τροποποίηση της COTIF και των προσαρτημάτων της. Επιπλέον, όπως θα εκθέσω διεξοδικά κατωτέρω, οι σχεδιαζόμενες τροποποιήσεις δεν έχουν αντίκτυπο στο θεσμικό πλαίσιο της COTIF ( 30 ). Συνεπώς, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ.
59.
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση διαφορά εμπίπτει πλήρως στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Θα έλεγα μάλιστα ότι αποτελεί «τυπική περίπτωση» της απλοποιημένης διαδικασίας που καθιερώνει η διάταξη αυτή ( 31 ).
60.
Προφανώς, οποιαδήποτε τροποποίηση συμφωνίας με βάση τη διαδικασία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ προϋποθέτει την ύπαρξη αρμοδιότητας της Ένωσης.
61.
Το γεγονός αυτό μας οδηγεί στο σύστημα αρμοδιοτήτων που καθιερώνουν οι Συνθήκες ( 32 ).
2. Επί του συστήματος αρμοδιοτήτων της Ένωσης
62.
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης διέπεται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ, η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των στόχων που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν. Κάθε αρμοδιότητα η οποία δεν απονέμεται στην Ένωση με τις Συνθήκες ανήκει στα κράτη μέλη ( 33 ).
63.
Η αρχή της δοτής αρμοδιότητας εφαρμόζεται τόσο επί των εσωτερικών όσο και επί των εξωτερικών αρμοδιοτήτων.
α) Εσωτερικές και εξωτερικές αρμοδιότητες
64.
Η Συνθήκη ΛΕΕ απονέμει αρμοδιότητες στην Ένωση. Συναφώς, η εν λόγω Συνθήκη περιλαμβάνει διάφορες νομικές βάσεις επί των οποίων ερείδεται η εξουσία δράσεως της Ένωσης, όπως το άρθρο 91 ΣΛΕΕ στον τομέα των μεταφορών, επί του οποίου θα επανέλθω.
65.
Όσον αφορά ειδικότερα την εξωτερική αρμοδιότητα, δηλαδή τη δυνατότητα της Ένωσης (η οποία διαθέτει νομική ικανότητα βάσει του άρθρου 335 ΣΛΕΕ) να συνάπτει συμφωνίες με τρίτες χώρες ή με διεθνείς οργανισμούς, η Συνθήκη της Λισσαβώνας, για πρώτη φορά στην ιστορία της Ένωσης ( 34 ), εξειδικεύει ( 35 ) συνοπτικά τις περιπτώσεις στις οποίες η Ένωση έχει τέτοια αρμοδιότητα. Το άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προβλέπει εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης σε τέσσερις περιπτώσεις, οι οποίες αποτυπώνουν εν πολλοίς τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις εξωτερικές αρμοδιότητες ( 36 ).
66.
Κατά το άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η Ένωση μπορεί να συνάπτει συμφωνία με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς, πρώτον, όταν το προβλέπουν οι Συνθήκες ( 37 ), ή όταν η σύναψη συμφωνίας είναι, δεύτερον ( 38 ), αναγκαία για την επίτευξη, στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης, ενός εκ των στόχων που καθορίζονται από τις Συνθήκες ( 39 ), ή, τρίτον, προβλέπεται σε νομικά δεσμευτική πράξη της Ένωσης ( 40 ), ή ακόμη, τέταρτον, ενδέχεται να επηρεάσει κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους ( 41 ).
67.
Σημειωτέον ότι η δεύτερη και η τέταρτη περίπτωση αποτελούν περιπτώσεις οι οποίες, πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, καλούνταν κοινώς «σιωπηρές» αρμοδιότητες.
68.
Το άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ σιωπά, και ορθώς, ως προς το κατά πόσον η εξωτερική αρμοδιότητα είναι αποκλειστική ή συντρέχουσα. Θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό σε επόμενα σημεία των προτάσεών μου.
β) Αρμοδιότητες αποκλειστικές και συντρέχουσες
69.
Οι κατηγορίες και οι τομείς αρμοδιοτήτων της Ένωσης, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, εξειδικεύονται λεπτομερώς στον τίτλο Ι («Κατηγορίες και τομείς αρμοδιοτήτων της Ένωσης») του πρώτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ, επιγραφόμενου «Οι αρχές».
70.
Καταρχάς, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όταν οι Συνθήκες απονέμουν στην Ένωση αποκλειστική αρμοδιότητα σε συγκεκριμένο τομέα, μόνον η Ένωση δύναται να νομοθετεί και να εκδίδει νομικά δεσμευτικές πράξεις. Αντίθετα, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, όταν οι Συνθήκες απονέμουν στην Ένωση συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη σε συγκεκριμένο τομέα, η Ένωση και τα κράτη μέλη δύνανται να νομοθετούν και να εκδίδουν νομικά δεσμευτικές πράξεις στον τομέα αυτό.
71.
Η τελευταία διάταξη κατοχυρώνει την αρχή του αμοιβαίου αποκλεισμού, καθόσον διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη ασκούν την αρμοδιότητά τους κατά το μέτρο που η Ένωση δεν έχει ασκήσει τη δική της και ότι ασκούν εκ νέου την αρμοδιότητά τους κατά το μέτρο που η Ένωση αποφάσισε να παύσει να ασκεί τη δική της.
72.
Η αρχή αυτή έχει εφαρμογή τόσο επί των εσωτερικών όσο και επί των εξωτερικών αρμοδιοτήτων ( 42 ).
73.
Έπειτα, τα άρθρα 3 έως 6 ΣΛΕΕ καθορίζουν τα διάφορα είδη αρμοδιοτήτων που διαθέτει η Ένωση ανάλογα με τους τομείς της δραστηριότητάς της. Το άρθρο 3 ΣΛΕΕ, επί του οποίου θα επανέλθω διεξοδικά κατωτέρω, αφορά τις αποκλειστικές αρμοδιότητες, το άρθρο 4 ΣΛΕΕ προβλέπει τη συντρέχουσα αρμοδιότητα ως «προεπιλεγμένη» αρμοδιότητα ( 43 ) και εξειδικεύει τους κύριους τομείς τους οποίους αφορούν οι συντρέχουσες αρμοδιότητες της Ένωσης και των κρατών μελών ( 44 ) (μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ρητώς οι μεταφορές) ( 45 ), το άρθρο 5 ΣΛΕΕ αφορά τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών στο πλαίσιο της Ένωσης και το άρθρο 6 ΣΛΕΕ ορίζει ότι η Ένωση έχει αρμοδιότητα «να αναλαμβάνει δράσεις για να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών» σε ορισμένους τομείς, όπως η προστασία και η βελτίωση της ανθρώπινης υγείας και η βιομηχανία.
74.
Επανέρχομαι στο άρθρο 3 ΣΛΕΕ. Η διάταξη αυτή καθορίζει εξαντλητικώς τους τομείς στους οποίους η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα. Στην παράγραφο 1 απαριθμούνται οι τομείς στους οποίους η Ένωση έχει (ρητή) αποκλειστική αρμοδιότητα, ήτοι η τελωνειακή ένωση, η θέσπιση των κανόνων ανταγωνισμού που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η νομισματική πολιτική για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ, η διατήρηση των βιολογικών πόρων της θάλασσας στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής και η κοινή εμπορική πολιτική.
75.
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ορίζει ότι η Ένωση διαθέτει επίσης αποκλειστική αρμοδιότητα για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας, πρώτον, όταν η σύναψη αυτή προβλέπεται σε νομοθετική πράξη της Ένωσης ή, δεύτερον, είναι απαραίτητη για να μπορέσει η Ένωση να ασκήσει την εσωτερική της αρμοδιότητα ή, τρίτον, κατά το μέτρο που ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους. Υπογραμμίζεται ότι, αντίθετα προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η παράγραφος 2 της διατάξεως αυτής, καθόσον αναφέρεται στη «σύναψη διεθνούς συμφωνίας», περιορίζεται στις εξωτερικές αρμοδιότητες της Ένωσης.
76.
Αντίθετα, όταν η Ένωση έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα, τότε δυνατότητα δράσεως έχει και η ίδια και τα κράτη μέλη.
77.
Ωστόσο, εάν και στο μέτρο που η Ένωση άσκησε την εξωτερική συντρέχουσα αρμοδιότητά της, τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να δράσουν ( 46 ). Τα κράτη μέλη ασκούν τις αρμοδιότητές τους κατά το μέτρο που η Ένωση δεν έχει ασκήσει τη δική της ( 47 ). Εάν η Ένωση ασκήσει τη συντρέχουσα εξωτερική αρμοδιότητά της, ενεργεί μόνη της ( 48 ). Επομένως, η άσκηση από την Ένωση συντρέχουσας αρμοδιότητας ενέχει ένα στοιχείο αποκλειστικότητας, καθώς τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να δράσουν. Σε μια τέτοια περίπτωση έχει εφαρμογή η αρχή του αμοιβαίου αποκλεισμού, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ( 49 ).
78.
Ο χρόνος και ο τρόπος ασκήσεως της αρμοδιότητας αυτής από την Ένωση αποτελούν κατ’ ουσίαν πολιτικό ζήτημα ( 50 ), το οποίο οριοθετείται από τη διαδικασία του άρθρου 218 ΣΛΕΕ ( 51 ).
79.
Επιβάλλεται να τονιστεί η διάκριση μεταξύ αποκλειστικής αρμοδιότητας, κατά την έννοια του άρθρου 3 ΣΛΕΕ, και συντρέχουσας αρμοδιότητας την οποία η Ένωση αποφάσισε να ασκήσει. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη ασκούν εκ νέου την αρμοδιότητά τους κατά το μέτρο που η Ένωση αποφάσισε να παύσει να ασκεί τη δική της. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή μόνον επί των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων.
80.
Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του άρθρου 216, παράγραφος 1, και του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, επισημαίνεται ότι η πρώτη εκ των διατάξεων αυτών αφορά την ύπαρξη εξωτερικής αρμοδιότητας, ενώ η δεύτερη επιλύει το ζήτημα αν η εξωτερική αρμοδιότητα (που θεμελιώνεται στο άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) είναι αποκλειστική ή όχι ( 52 ).
81.
Τούτο προκύπτει σαφώς, κατά τη γνώμη μου, από το γράμμα των δύο αυτών διατάξεων καθώς και από την αντίστοιχη θέση της καθεμίας στη Συνθήκη ΛΕΕ. Επιπλέον, προκύπτει ότι το γράμμα, και συνεπώς το πεδίο εφαρμογής, του άρθρου 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ είναι ευρύτερο από εκείνο του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Μόνον ένα μέρος των αρμοδιοτήτων που μνημονεύονται στο άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ συνιστούν αποκλειστικές αρμοδιότητες βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ( 53 ).
82.
Επομένως, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν υφίσταται αρμοδιότητα της Ένωσης, με βάση το άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με άλλες διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ, και έπειτα να εξεταστεί το ζήτημα της φύσεως της αρμοδιότητας αυτής, και ιδίως το αν αυτή είναι αποκλειστική με βάση το άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ή απλώς συντρέχουσα. Την ίδια προσέγγιση ακολουθεί και το Δικαστήριο ( 54 ).
γ) Συντρέχουσα αρμοδιότητα και μικτή συμφωνία: δύο διαφορετικά ζητήματα
83.
Τονίζω ότι το ζήτημα της αρμοδιότητας –αποκλειστικής ή συντρέχουσας– δεν πρέπει να συγχέεται με το ζήτημα της μικτής συμφωνίας, ήτοι συμφωνίας με ένα ή περισσότερα τρίτα κράτη ή με διεθνή οργανισμό στον οποίο είναι ταυτόχρονα μέρη και η Ένωση και τα κράτη μέλη.
84.
Ειδικότερα, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας Ν. Wahl στις προτάσεις του στη γνωμοδότηση 3/15 ( 55 ), «η επιλογή μεταξύ μικτής συμφωνίας και συμφωνίας της Ένωσης και μόνον, οσάκις το αντικείμενο της συμφωνίας περιλαμβάνεται σε τομέα συντρέχουσας αρμοδιότητας […], αποτελεί γενικώς ζήτημα που εμπίπτει στην ευχέρεια του νομοθέτη της Ένωσης».
85.
Το δίκαιο της Ένωσης απαιτεί τη σύναψη μικτής συμφωνίας μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ένα τμήμα της συμφωνίας αυτής υπάγεται στην αρμοδιότητα της Ένωσης και ένα άλλο τμήμα υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, χωρίς οποιοδήποτε εκ των τμημάτων αυτών να είναι παρεπόμενο του άλλου ( 56 ).
86.
Αντίστοιχα, η ίδια αρχή ισχύει και για τις τροποποιήσεις μικτής συμφωνίας, όπως εν προκειμένω. Εάν, για παράδειγμα, η Ένωση αποφασίσει να ασκήσει την αρμοδιότητά της αναφορικά με τέτοιες τροποποιήσεις σε κάποιον τομέα συντρεχουσών αρμοδιοτήτων, τότε τη σχετική απόφαση δεν την λαμβάνουν τα κράτη μέλη αλλά η Ένωση.
87.
Τα ανωτέρω αποτυπώνονται στη συμφωνία περί προσχωρήσεως μεταξύ της Ένωσης και του OTIF. Βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 2, της συμφωνίας αυτής, όσον αφορά τις αποφάσεις επί θεμάτων για τα οποία η Ένωση έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη της, ψηφίζουν είτε η Ένωση είτε τα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, εάν η Ένωση αποφάσισε να ασκήσει τη συντρέχουσα εξωτερική αρμοδιότητά της, τότε ψηφίζει μόνη της στο πλαίσιο του OTIF.
88.
Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο ζʹ, ΣΛΕΕ, υφίσταται συντρέχουσα αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών μελών όσον αφορά τα μέτρα σχετικά με την πολιτική μεταφορών στο εσωτερικό της Ένωσης και ότι, επί συντρέχουσας αρμοδιότητας, από το άρθρο 2, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι τόσο η Ένωση όσο και τα κράτη μέλη δύνανται να νομοθετούν και να εκδίδουν νομικά δεσμευτικές πράξεις και ότι τα κράτη μέλη ασκούν την αρμοδιότητά τους μόνο κατά το μέτρο που η Ένωση δεν έχει ασκήσει τη δική της.
89.
Επιπλέον, οι διάδικοι συμφωνούν ( 57 ) ότι, αφενός, η Ένωση έχει εσωτερική αρμοδιότητα, βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, να θεσπίζει διατάξεις για τις επιχειρήσεις σιδηροδρομικών μεταφορών στους οικείους τομείς του ιδιωτικού δικαίου των μεταφορών, ήτοι το (ιδιωτικό) δίκαιο μεταφοράς εμπορευμάτων, το δίκαιο των συμβάσεων ναυλώσεως ή των συμβάσεων που αφορούν τη διάθεση της χρήσεως οχήματος καθώς και το δίκαιο των συμβάσεων χρήσεως εγκαταστάσεως, και ότι, αφετέρου, η Ένωση δεν έχει κάνει ακόμα χρήση της αρμοδιότητας αυτής.
90.
Περιέργως, στις αμφισβητούμενες σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως το Συμβούλιο επισημαίνει ότι πρόκειται για συντρέχουσα αρμοδιότητα, ενώ στο υπόμνημά του απαντήσεως υποστηρίζει ότι η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα.
3. Ύπαρξη εξωτερικής αρμοδιότητας;
α) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
91.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι, στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων, η πολιτική μεταφορών υπάγεται σε συντρέχουσα αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών μελών, πλην των περιπτώσεων του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, στις οποίες η εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης είναι αποκλειστική.
92.
Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι η Ένωση έχει αρμοδιότητα, βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, να εκδώσει απόφαση για τον καθορισμό της θέσεως της Ένωσης σε διεθνές όργανο, θα πρέπει, όταν η πράξη που εκδίδει το όργανο αυτό αποσκοπεί στην τροποποίηση των διατάξεων μικτής συμφωνίας, να εξακριβωθεί αν οι τροποποιήσεις αφορούν διατάξεις της συμφωνίας υπαγόμενες στην αρμοδιότητα της Ένωσης. Ελλείψει τέτοιας αρμοδιότητας, δεν μπορεί να εκδοθεί απόφαση για τον καθορισμό της θέσεως της Ένωσης. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στο πλαίσιο της εξακριβώσεως αυτής σημασία έχει αν η απόφαση του εν λόγω διεθνούς οργάνου έχει άμεσο αντίκτυπο στο κεκτημένο της Ένωσης και, επομένως, αν υφίστανται κοινοί κανόνες οι οποίοι ενδέχεται να επηρεαστούν ή να μεταβληθεί η εμβέλειά τους εξαιτίας της αποφάσεως αυτής. Το ενδεχόμενο αυτό προϋποθέτει, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ότι οι τροποποιήσεις των διατάξεων της διεθνούς συμφωνίας εμπίπτουν σε τομέα στον οποίο η Ένωση έχει θεσπίσει κοινούς κανόνες. Συναφώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας μνημονεύει την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση AETR ( 58 ).
93.
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, επισημαίνει ότι η δράση της Ένωσης στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων δεν περιορίζεται στους τομείς που ρυθμίζονται ήδη με εσωτερικές διατάξεις της Ένωσης. Ισχυρίζεται ότι η Ένωση μπορεί να ενεργήσει στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων ακόμη και όταν οι οικείοι τομείς δεν έχουν αποτελέσει ή έχουν αποτελέσει μόνον εν μέρει αντικείμενο ενωσιακής κανονιστικής ρυθμίσεως, η οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να επηρεαστεί. Εκτιμά ότι η Ένωση δύναται να συνάψει μόνη της διεθνή συμφωνία κάνοντας χρήση, στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων, μιας «εν δυνάμει» αρμοδιότητας.
94.
Το Συμβούλιο, σε αντίθεση με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκτιμά ότι, σε τομέα που υπάγεται σε συντρέχουσα αρμοδιότητα, η θέση της Ένωσης σε όργανο που έχει συσταθεί με διεθνή συμφωνία δύναται να καθοριστεί με απόφαση που εκδίδεται βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, εφόσον η θέση αυτή εξυπηρετεί το συμφέρον της Ένωσης, και τούτο ακόμη και αν δεν υφίστανται κοινοί κανόνες στον οικείο τομέα. Πρόκειται, στην περίπτωση αυτή, για την άσκηση συντρέχουσας εξωτερικής αρμοδιότητας, η οποία περιορίζεται, συμφώνως προς το πρωτόκολλο (αριθ. 25) σχετικά με την άσκηση των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων, το οποίο προσαρτάται στις Συνθήκες ΕΕ και ΛΕΕ ( 59 ), στα συγκεκριμένα σημεία που καλύπτονται από τη νομική πράξη της Ένωσης.
95.
Εν προκειμένω, η Ένωση επέλεξε να ασκήσει την εξωτερική της αρμοδιότητα στον τομέα των μεταφορών προκειμένου να καταστεί συμβαλλόμενο μέρος της COTIF, προσδιορίζοντας την έκταση και τη φύση της αρμοδιότητάς της στους τομείς στους οποίους ανέλαβε αρμοδιότητες, όπως επιβεβαιώνει η μνεία του άρθρου 91 στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 2013/103 καθώς και η δήλωση σχετικά με την αρμοδιότητα της Ένωσης, η οποία προσαρτάται στην ίδια απόφαση. Η δήλωση αυτή, η οποία δημιουργεί ενδεχομένως την εντύπωση ότι η μεταβίβαση των συντρεχουσών αρμοδιοτήτων προϋποθέτει την ύπαρξη διατάξεων της Ένωσης, δεν αποκλείει στην πραγματικότητα τη δυνατότητα νέας μεταβιβάσεως συντρεχουσών αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της COTIF.
β) Εκτίμηση
96.
Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί αν εν προκειμένω η Ένωση είχε εξωτερική αρμοδιότητα με βάση το άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
1) Επί του άρθρου 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ
97.
Όπως επισήμανα ήδη, το άρθρο 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ παρέχει στην Ένωση την εξουσία να συνάπτει συμφωνίες με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες ή διεθνείς οργανισμούς όταν η σύναψη συμφωνίας «είναι αναγκαία για την επίτευξη, στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης, ενός εκ των στόχων που καθορίζονται από τις Συνθήκες».
98.
Εν προκειμένω, η επίμαχη Σύμβαση εμπίπτει πράγματι σε πολιτική της Ένωσης ( 60 ), δεδομένου ότι οι μεταφορές αποτελούν αντικείμενο του τίτλου VI του τρίτου μέρους της Συνθήκης ΛΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 90 ΣΛΕΕ, οι στόχοι των Συνθηκών επιδιώκονται, όσον αφορά το αντικείμενο του τίτλου αυτού, στο πλαίσιο κοινής πολιτικής μεταφορών. Ειδικότερα, από το άρθρο 91, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι η Ένωση έχει (εσωτερική) αρμοδιότητα να καθορίζει την εν λόγω πολιτική μεταφορών. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 100, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, οι διατάξεις του τίτλου VI εφαρμόζονται, inter alia, στις σιδηροδρομικές μεταφορές.
99.
Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 91, παράγραφος 1, και το άρθρο 80, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προβλέπουν εξουσία δράσεως της Ένωσης στον τομέα των μεταφορών ( 61 ).
100.
Ευρύτερα, η πολιτική των μεταφορών συνδέεται άρρηκτα με εκείνη της εσωτερικής αγοράς. Η πολιτική μεταφορών συμβάλλει άμεσα στην υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς και, επιπλέον, η ίδια η Συνθήκη ΛΕΕ προβλέπει ότι ορισμένες πτυχές των μεταφορών συνιστούν, αυτές καθεαυτές, ειδική κατηγορία υπηρεσιών ( 62 ).
101.
Όσον αφορά το κριτήριο της αναγκαιότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ ( 63 ), φρονώ ότι αυτό πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως ( 64 ). Συναφώς, τα αρμόδια πολιτικά θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως. Το κριτήριο της αναγκαιότητας θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί ως απλή επιβεβαίωση, δηλωτικού χαρακτήρα, των αρχών της επικουρικότητας ( 65 ) και της αναλογικότητας ( 66 ).
102.
Εν πάση περιπτώσει, κατά τη δική μου αντίληψη για το άρθρο 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, το κριτήριο της αναγκαιότητας χρησιμεύει πρωτίστως ως κριτήριο αποκλεισμού της εξωτερικής αρμοδιότητας της Ένωσης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εξωτερική δράση της Ένωσης δεν καθιστά δυνατή την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης ΛΕΕ.
103.
Αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Ειδικότερα, οι επίμαχες τροποποιήσεις κατατείνουν στην επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης ΛΕΕ, στο πλαίσιο της πολιτικής μεταφορών.
104.
Τίθεται πλέον το ερώτημα αν η Ένωση έχει εξωτερική αρμοδιότητα εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ ή αν πρέπει να πληρούνται περαιτέρω απαιτήσεις. Έχει η Ένωση εξωτερική αρμοδιότητα χωρίς να απαιτείται προϋπάρχουσα εσωτερική κανονιστική ρύθμιση;
105.
Φρονώ πως ναι.
106.
Η διατύπωση του άρθρου 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, η οποία θυμίζει πολύ έντονα τη διατύπωση του άρθρου 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 67 ), όπερ εξηγείται διότι η προ της θεσπίσεως της Συνθήκης της Λισσαβώνας νομολογία του Δικαστηρίου «δανείστηκε, κατά κάποιον τρόπο, προκειμένου να την εφαρμόσει στον τομέα των αρμοδιοτήτων της [Ένωσης] στις εξωτερικές σχέσεις, τη λογική στην οποία στηρίζεται το άρθρο [352 ΣΛΕΕ]» ( 68 ), είναι σαφής και δεν καταλείπει καμία αμφιβολία. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους στόχους που καθορίζονται από τις Συνθήκες, στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης ( 69 ). Δεν απαιτείται προηγούμενη εσωτερική κανονιστική ρύθμιση. Στις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ, το ζήτημα της εσωτερικής κανονιστικής ρυθμίσεως, το οποίο ρυθμίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ ( 70 ), ανακύπτει το πρώτον κατά το στάδιο του χαρακτηρισμού μιας εξωτερικής αρμοδιότητας (καθιερούμενης με βάση το άρθρο 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) και, ακόμη και τότε, δεν απαιτείται προηγούμενη εσωτερική κανονιστική ρύθμιση ( 71 ).
107.
Επιπλέον, ούτε από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει απαίτηση για προηγούμενη εσωτερική κανονιστική ρύθμιση. Οσάκις ανέκυψε ζήτημα προηγούμενης εσωτερικής κανονιστικής ρυθμίσεως, η υπόθεση δεν αφορούσε την ύπαρξη εξωτερικής αρμοδιότητας, αλλά τον χαρακτηρισμό εξωτερικής αρμοδιότητας ως αποκλειστικής ή όχι ( 72 ).
108.
Περαιτέρω, από την απόφαση Kramer κ.λπ. ( 73 ) προκύπτει ότι και μόνον η ύπαρξη εσωτερικής αρμοδιότητας συνεπάγεται εξωτερική αρμοδιότητα, έστω και αν δεν έχουν θεσπιστεί (ακόμη) εσωτερικά μέτρα ( 74 ).
109.
Στη γνωμοδότηση 2/00 ( 75 ), το Δικαστήριο απεφάνθη σχετικά με την επιλογή της κατάλληλης νομικής βάσεως για την πράξη με την οποία το Συμβούλιο προτίθετο να συνάψει το πρωτόκολλο της Καρθαγένης για την πρόληψη των προερχόμενων από τη βιοτεχνολογία κινδύνων. Tο ζήτημα αυτό δίχαζε την Επιτροπή, αφενός, και το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη, αφετέρου. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το πρωτόκολλο αυτό ενέπιπτε κατ’ ουσίαν στο πεδίο εφαρμογής της κοινής εμπορικής πολιτικής με βάση το άρθρο 207 ΣΛΕΕ, η οποία συνιστά αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης, ενώ κατά το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη ενέπιπτε στην πολιτική περιβάλλοντος με βάση το άρθρο 192, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η οποία συνιστά (επίσης) εξωτερική αρμοδιότητα, αλλά συντρέχουσα.
110.
Κατά το Δικαστήριο, η σύναψη του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης, εξ ονόματος της Ένωσης, έπρεπε να θεμελιωθεί σε μία μόνο νομική βάση, ειδική για την πολιτική περιβάλλοντος, ήτοι στο άρθρο 192, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ( 76 ). Περαιτέρω, μνημονεύοντας την απόφαση AETR ( 77 ), το Δικαστήριο επισήμανε ότι «[π]ρέπει επομένως να εξεταστεί ακόμη αν η [Ένωση] έχει, βάσει του άρθρου [192 ΣΛΕΕ], αποκλειστική αρμοδιότητα [ ( 78 )] να συνάψει το πρωτόκολλο λόγω της υπάρξεως πράξεων του παραγώγου δικαίου που έχουν θεσπιστεί στο [πλαίσιο της Ένωσης], οι οποίες καλύπτουν ενδεχομένως τον τομέα της βιοασφάλειας και θα μπορούσαν να θιγούν σε περίπτωση συμμετοχής των κρατών μελών στη διαδικασία συνάψεως του εν λόγω πρωτοκόλλου» ( 79 ). Συνεπώς, το Δικαστήριο έκρινε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η πραγματοποιηθείσα σε εσωτερικό επίπεδο εναρμόνιση, στον τομέα εφαρμογής του πρωτοκόλλου της Καρθαγένης, κάλυπτε μόνον εν μέρει τέτοιον τομέα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Ένωση και τα κράτη μέλη είχαν συντρέχουσα αρμοδιότητα να συνάψουν το πρωτόκολλο ( 80 ).
111.
Επομένως, σε πρώτο στάδιο, το Δικαστήριο διαπίστωσε την ύπαρξη αρμοδιότητας, προτού εξετάσει το ζήτημα της αποκλειστικότητάς της. Μόνο σε δεύτερο στάδιο εξέτασε την ύπαρξη πράξεων του παράγωγου δικαίου. Συνεπώς, από τη γνωμοδότηση 2/00 ( 81 ) προκύπτει ότι η ύπαρξη εξωτερικής συντρέχουσας αρμοδιότητας είναι ανεξάρτητη από την ύπαρξη πράξεων του παράγωγου δικαίου και, άρα, από την άσκηση εσωτερικής αρμοδιότητας.
112.
Περαιτέρω, από τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας ( 82 ) και Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ( 83 ) προκύπτει ότι η Ένωση έχει την ευχέρεια να συνάπτει διεθνείς συμφωνίες ακόμη και αν τα ειδικά ζητήματα που διέπουν οι συμφωνίες αυτές δεν αποτελούν ήδη ή αποτελούν όλως μερικώς αντικείμενο κανονιστικής ρυθμίσεως στο επίπεδο της Ένωσης, ρυθμίσεως μη δυνάμενης να θιγεί εξ αυτού.
113.
Οι τρεις αυτές υποθέσεις ( 84 ) αφορούσαν την εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος, η οποία είναι συντρέχουσα. Το γεγονός ότι επρόκειτο για ρητή εξωτερική αρμοδιότητα με βάση το άρθρο 192 και το άρθρο 191, παράγραφος 1, τέταρτη περίπτωση, ΣΛΕΕ ( 85 ), και όχι για σιωπηρή εξωτερική αρμοδιότητα με βάση το άρθρο 91 ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, ουδόλως επηρεάζει τη διαπίστωση που διατυπώθηκε στο προηγούμενο σημείο, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Η σιωπηρή αρμοδιότητα δεν έχει λιγότερη ισχύ από τη ρητή αρμοδιότητα.
114.
Εξάλλου, έχω επίγνωση του γεγονότος ότι το πλαίσιο των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας και Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ήταν διαφορετικό από το πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, στο μέτρο που οι υποθέσεις εκείνες αφορούσαν πρωτίστως την εξέταση, εκ μέρους του Δικαστηρίου, της ίδιας της αρμοδιότητάς του να ερμηνεύσει τις διατάξεις μικτής συμφωνίας και να κρίνει διαφορά σχετική με την τήρηση των διατάξεων αυτών. Ωστόσο, αυτό ουδόλως θίγει τις κρίσεις του Δικαστηρίου στις εν λόγω υποθέσεις. Το πλαίσιο μπορεί να είναι διαφορετικό, όχι όμως και το δίκαιο. Οι εν λόγω δύο υποθέσεις αφορούσαν την εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος, αρμοδιότητα που είναι, καταρχήν, συντρέχουσα.
115.
Επομένως, οι κρίσεις του Δικαστηρίου στις αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας και Επιτροπή κατά Ιρλανδίας ισχύουν και στην υπό κρίση υπόθεση ( 86 ).
2) Επί των λοιπών υποχρεώσεων του Συμβουλίου
116.
Η ερμηνεία του άρθρου 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ την οποία προτείνω δεν σημαίνει ότι τα πολιτικά θεσμικά όργανα της Ένωσης διαθέτουν απεριόριστο περιθώριο εκτιμήσεως.
117.
Πρώτον, τα εν λόγω όργανα υπόκεινται στην υποχρέωση αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Θα αναλύσω το σημείο αυτό στο πλαίσιο της εξετάσεως του δεύτερου λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
118.
Δεύτερον, σε περίπτωση που ασκούν συντρέχουσα αρμοδιότητα, τα εν λόγω θεσμικά όργανα οφείλουν να τηρούν την αρχή της επικουρικότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 3, ΣΕΕ. Η αρχή αυτή έχει εφαρμογή στην άσκηση οποιασδήποτε συντρέχουσας αρμοδιότητας, είτε εσωτερικής είτε εξωτερικής ( 87 ).
γ) Πρόταση
119.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η Ένωση έχει εξωτερική αρμοδιότητα με βάση το άρθρο 91 σε συνδυασμό με το άρθρο 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ. Όπως επισήμανα νωρίτερα, τα επίμαχα μέτρα συμβάλλουν, στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης, στην επίτευξη των στόχων που καθιερώνουν οι Συνθήκες. Το Συμβούλιο άσκησε την αρμοδιότητα αυτή. Επομένως, συμφώνως προς το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, ΣΛΕΕ, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν μπορεί πλέον να ασκήσει τη συντρέχουσα αρμοδιότητά της.
120.
Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο δεν παραβίασε την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, ΣΕΕ, και άρα ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
121.
Η εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως θα έπρεπε να ολοκληρωθεί εδώ, δεδομένου ότι προτείνω την απόρριψή του. Ωστόσο, θα συνεχίσω την ανάλυσή μου για την περίπτωση που το Δικαστήριο επιθυμεί να εξεταστεί επιπλέον το ζήτημα αν, εν προκειμένω, η Ένωση είχε και αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα.
4. Ύπαρξη αποκλειστικής εξωτερικής αρμοδιότητας;
α) Επί του άρθρου 3, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ
122.
Πρέπει να εξεταστεί αν η Ένωση έχει αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
123.
Ελλείψει σχετικής ρήτρας σε νομοθετική πράξη της Ένωσης, η πρώτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ πρέπει ευθύς εξαρχής να αποκλειστεί.
124.
Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη περίπτωση του ίδιου άρθρου, η οποία, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει εφαρμογή, καθώς δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι η έκδοση της αποφάσεως του Συμβουλίου είναι «απαραίτητη για να μπορέσει η Ένωση να ασκήσει την εσωτερική της αρμοδιότητα». Επομένως, η υπό κρίση υπόθεση δεν αποτελεί περίπτωση ανάλογη με εκείνη της γνωμοδοτήσεως 1/76 ( 88 ).
125.
Απομένει συνεπώς η τρίτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
126.
Τίθεται το εξής ερώτημα: πώς πρέπει να ερμηνευθεί η φράση «κατά το μέτρο που [η σύναψη διεθνούς συμφωνίας] ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους» του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ;
127.
Η φράση αυτή αντιστοιχεί στη διατύπωση με την οποία το Δικαστήριο, στη σκέψη 22 της αποφάσεως AETR ( 89 ), καθόρισε τη φύση των διεθνών δεσμεύσεων τις οποίες απαγορεύεται να αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη εκτός του πλαισίου των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, όταν έχουν θεσπιστεί κοινοί κανόνες της Ένωσης για την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης ΛΕΕ ( 90 ). Επομένως, η φράση αυτή πρέπει να ερμηνευθεί βάσει των διευκρινίσεων που παρέσχε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση AETR και με τη διαμορφωθείσα σε συνέχεια της αποφάσεως αυτής νομολογία ( 91 ).
128.
Πώς πρέπει συνεπώς να ερμηνευθεί η φράση «ενδέχεται να επηρεάσει τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους»;
129.
Το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ υπονοεί ότι θα πρέπει να υπάρχουν ήδη κανόνες της Ένωσης αναφορικά με τον τομέα που καλύπτεται από τη διεθνή συμφωνία. Εάν δεν υπάρχουν τέτοιοι κανόνες, τότε δυσχερώς μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς η διεθνής συμφωνία θα μπορούσε να επηρεάσει ή να μεταβάλει την εμβέλειά τους ( 92 ). Κατά τη γνώμη μου, «κοινοί κανόνες» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής περιέχονται κατ’ ανάγκην σε διατάξεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης και όχι και σε διατάξεις των Συνθηκών, για τον απλό λόγο ότι με τη φράση αυτή κωδικοποιείται, σε γενικές γραμμές, η νομολογία που διαμορφώθηκε σε συνέχεια της αποφάσεως AETR ( 93 ).
130.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διεθνείς δεσμεύσεις ενδέχεται να επηρεάσουν τους κοινούς κανόνες της Ένωσης, ή να μεταβάλουν την εμβέλειά τους, όπερ δικαιολογεί την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης, όταν οι δεσμεύσεις αυτές εμπίπτουν στον τομέα εφαρμογής των εν λόγω κανόνων ( 94 ). Η διαπίστωση ενός τέτοιου ενδεχομένου δεν προϋποθέτει πλήρη σύμπτωση του τομέα τον οποίο καλύπτουν οι διεθνείς δεσμεύσεις και του τομέα ο οποίος καλύπτεται από τη νομοθεσία της Ένωσης ( 95 ). Το περιεχόμενο των κοινών κανόνων της Ένωσης μπορεί να επηρεαστεί ή η εμβέλειά του να μεταβληθεί από τέτοιες δεσμεύσεις και στην περίπτωση κατά την οποία οι δεσμεύσεις εμπίπτουν σε τομέα που ήδη καλύπτεται σε μεγάλο βαθμό από τους κανόνες αυτούς ( 96 ).
131.
Επιπλέον, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η ύπαρξη αρμοδιότητας της Ένωσης, και μάλιστα αποκλειστικής, πρέπει να θεμελιώνεται σε πορίσματα σφαιρικής και συγκεκριμένης αναλύσεως της υφιστάμενης σχέσεως μεταξύ της μελετώμενης συμφωνίας και του ισχύοντος δικαίου της Ένωσης. Η ανάλυση αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους τομείς που καλύπτουν, αντιστοίχως, οι κανόνες της Ένωσης και οι διατάξεις της υπό εξέταση συμφωνίας, τις προβλέψιμες προοπτικές εξελίξεώς τους, καθώς και το είδος και το περιεχόμενο αυτών των κανόνων και διατάξεων, προκειμένου να διακριβωθεί αν η επίμαχη συμφωνία ενδέχεται να θίξει την ενιαία και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων της Ένωσης και την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος που θεσπίζεται με τους κανόνες αυτούς ( 97 ).
132.
Η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των ανωτέρω στοιχείων.
133.
Οι επίμαχες τροποποιήσεις αφορούν το ιδιωτικό δίκαιο των συμβάσεων στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών εμπορευμάτων και προσώπων. Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι η Ένωση δεν έχει ακόμη νομοθετήσει στον τομέα αυτό.
134.
Συναφώς, το Συμβούλιο δεν αμφισβητεί την απουσία πλήρους και συνεκτικής νομοθεσίας της Ένωσης στο ιδιωτικό δίκαιο των μεταφορών. Ωστόσο, εκτιμά ότι οι επίμαχες τροποποιήσεις ενδέχεται να θίξουν άλλες διατάξεις της Ένωσης, οι οποίες στην πλειοψηφία τους περιλαμβάνονται στο «παράρτημα ΙΙΙ» ( 98 ) της αποφάσεως 2013/103, και ότι, συνεπώς, υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης.
β) Θέμα 5: μερική αναθεώρηση του προσαρτήματος Β (CIM)
135.
Οι προτάσεις τροποποιήσεως του άρθρου 6 και του άρθρου 6α του προσαρτήματος B (CIM) προβλέπουν την καθιέρωση ηλεκτρονικής φορτωτικής.
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
136.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι το δίκαιο της Ένωσης σχετικά με τη μεταφορά εμπορευμάτων δεν περιλαμβάνει συναφώς καμία διάταξη. Υπό τις συνθήκες αυτές, καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να θιγεί από την τροποποίηση του προσαρτήματος Β (CIM). Το ενδεχόμενο αντανακλαστικό αποτέλεσμα της τροποποιήσεως αυτής επί ορισμένων διατάξεων της Ένωσης στον τελωνειακό ή τον κτηνιατρικό τομέα, οι οποίες υπάγονται στο δημόσιο δίκαιο, δεν αρκεί ώστε να διαπιστωθεί αντίκτυπος στο δίκαιο της Ένωσης. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 2 του προσαρτήματος Β (CIM), κατά το οποίο οι διατάξεις τελωνειακού δικαίου και οι διατάξεις σχετικά με την προστασία των ζώων παραμένουν ανέπαφες, αποκλείει οποιοδήποτε αντανακλαστικό αποτέλεσμα επί των διατάξεων της Ένωσης στους τομείς αυτούς. Εξάλλου, η επίμαχη τροποποίηση δεν θίγει το δικαίωμα των μερών να συμφωνήσουν ενδεχομένως τη χρήση έντυπης φορτωτικής.
137.
Το Συμβούλιο προβάλλει ότι η καθιέρωση της ηλεκτρονικής φορτωτικής θα έχει αντίκτυπο στην απλουστευμένη διαδικασία τελωνειακής διαμετακομίσεως επί σιδηροδρομικής μεταφοράς, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 414 και 419 του κανονισμού 2454/93, και, ειδικότερα, στις διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 412, στο άρθρο 416, παράγραφος 1, και στο άρθρο 419, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού καθώς και στο άρθρο 94 του κανονισμού 2913/92. Ειδικότερα, η χρήση ηλεκτρονικής φορτωτικής θα καταστήσει αδύνατη την επιλογή της απλουστευμένης τελωνειακής διαδικασίας και, κατά συνέπεια, θα επιβαρύνει σημαντικά τους τελωνειακούς ελέγχους. Επιπλέον, η καθιέρωση του εν λόγω τύπου φορτωτικής θα έχει αντίκτυπο και στη νομοθεσία σε θέματα προστασίας των ζώων και φυτοϋγειονομικής προστασίας, ήτοι στην οδηγία 97/78/ΕΚ ( 99 ), στην οδηγία 2000/29/ΕΚ ( 100 ) καθώς και στον κανονισμό 136/2004, που προβλέπουν ως γενικό κανόνα τη χρήση έντυπων συνοδευτικών εγγράφων. Εξάλλου, το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 6, παράγραφος 7, του προσαρτήματος Β (CIM) καταδεικνύει επίσης την άμεση σύνδεση μεταξύ της φορτωτικής CIM και της τελωνειακής νομοθεσίας της Ένωσης. Επομένως, η τροποποίηση του άρθρου 6 και η εισαγωγή του άρθρου 6α στο προσάρτημα Β (CIM) ενδέχεται να θίξει τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.
138.
Κατά το Συμβούλιο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά το οποίο δεν θίγονται οι διατάξεις του δικαίου των μεταφορών που μνημονεύονται στο παράρτημα Ι της αποφάσεως 2013/103. Πέραν του ότι το εν λόγω παράρτημα δεν περιέχει εξανλητικό κατάλογο των πράξεων της Ένωσης που σχετίζονται με τα θέματα τα οποία αφορά η COTIF, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν απαιτεί οι κανόνες της Ένωσης που ενδέχεται να θιγούν να περιέχονται σε μία και την αυτή πράξη της Ένωσης.
139.
Επομένως, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα όσον αφορά τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του προσαρτήματος Β (CIM).
2) Εκτίμηση
140.
Με βάση την προμνησθείσα νομολογία σχετικά με την αποκλειστική εξωτερική αρμοδιότητα της Ένωσης και την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, δεν αντιλαμβάνομαι, εν προκειμένω, πώς οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του προσαρτήματος Β (CIM) «ενδέχεται να επηρεάσ[ουν] τους κοινούς κανόνες ή να μεταβάλ[ουν] την εμβέλειά τους».
141.
Το προσάρτημα Β (CIM) αφορά το συμβόλαιο διεθνούς σιδηροδρομικής μεταφοράς εμπορευμάτων (CIM), δηλαδή τη σύμβαση μεταξύ του αποστολέα εμπορευμάτων και του σιδηροδρομικού μεταφορέα. Η σύμβαση αυτή πρέπει να αποτυπώνεται σε «φορτωτική» με βάση ενιαίο πρότυπο, η οποία συνοδεύει κάθε αποστολή. Η φορτωτική περιέχει, μεταξύ άλλων, λεπτομερείς πληροφορίες για τη διαδρομή και για τα αποστελλόμενα εμπορεύματα. Στο πλαίσιο της τελωνειακής διαδικασίας της Ένωσης, η φορτωτική αντικαθιστά τη διασάφηση διαμετακομίσεως που απαιτείται κατά κανόνα για όλα τα εμπορεύματα σε καθεστώς κοινοτικής διαμετακομίσεως ( 101 ). Μολονότι ο εφαρμοστικός κανονισμός του τελωνειακού κώδικα μνημονεύει ρητώς τη φορτωτική CIM, η απλοποίηση αυτή, όπως υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας χωρίς να αμφισβητείται συναφώς από το Συμβούλιο, έχει εφαρμογή, στην πράξη ( 102 ), και στις φορτωτικές που διέπονται από άλλες διεθνείς συμβάσεις.
142.
Η προτεινόμενη τροποποίηση αφορά την προσθήκη ενός νέου άρθρου 6α στο προσάρτημα Β (CIM), το οποίο, μεταξύ άλλων, θα καθορίζει τις απαιτήσεις σχετικά με τις ηλεκτρονικές φορτωτικές. Επί του παρόντος, με βάση το άρθρο 6, παράγραφος 9, του προσαρτήματος Β (CIM), «[η] φορτωτική, όπως και το αντίγραφό της, δύναται να συνταχθεί με τη μορφή ηλεκτρονικής εγγραφής των δεδομένων, τα οποία μπορούν να μετατραπούν σε ευανάγνωστους γραφικούς χαρακτήρες» ( 103 ). Επομένως, υφίσταται ήδη η δυνατότητα χρήσεως φορτωτικής υπό ηλεκτρονική μορφή, μολονότι δεν προσδιορίζεται ενιαίος τύπος. Ο κανονισμός 2913/92 δεν περιέχει ρητή διάταξη σχετικά με τη χρήση της εν λόγω ηλεκτρονικής φορτωτικής. Μόνο το άρθρο 233, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού πραγματεύεται το ζήτημα των «ηλεκτρονικών εγγράφων» εν γένει. Η διάταξη αυτή ορίζει απλώς ότι η χρήση ηλεκτρονικών εγγράφων είναι καταρχήν δυνατή. Αντίθετα, η ίδια διάταξη ουδόλως αναφέρεται στη μορφή της φορτωτικής.
143.
Η προτεινόμενη τροποποίηση η οποία συνίσταται στην προσθήκη του άρθρου 6α στο προσάρτημα Β (CIM), ήτοι η καθιέρωση της ηλεκτρονικής μορφής ως κανόνα για τη φορτωτική, δεν έχει άμεσο αντίκτυπο στη διεξαγωγή της τελωνειακής διαδικασίας. Μολονότι το Συμβούλιο προβάλλει συναφώς ότι οι ηλεκτρονικές φορτωτικές, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου της Ένωσης, δεν θα γίνονται δεκτές από τις αρμόδιες αρχές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αρκεί η εκτύπωση του ηλεκτρονικού εγγράφου προκειμένου να τηρηθεί η τελωνειακή διαδικασία.
144.
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποκλειστική αρμοδιότητα.
γ) Θέματα 4 και 7: μερική αναθεώρηση της COTIF – κυρίως Συμβάσεως και του προσαρτήματος Δ (CUV)
145.
Το προσάρτημα Δ (CUV), δηλαδή οι ενιαίοι κανόνες σχετικά με τα συμβόλαια χρήσης σιδηροδρομικών οχημάτων (CUV) αφορά, μεταξύ άλλων, τη ρύθμιση της ευθύνης σε περίπτωση απώλειας ή βλάβης οχήματος ή σε περίπτωση ζημιών που οφείλονται σε αυτό. Η προτεινόμενη τροποποίηση αφορά τον ορισμό του «κατόχου» οχήματος κατά την έννοια της COTIF.
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
146.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι στον τομέα αυτό δεν υφίσταται επί του παρόντος καμία ενωσιακή διάταξη. Η μοναδική πράξη της Ένωσης που μνημονεύει το Συμβούλιο αναφορικά με μία από τις πέντε οικείες τροποποιήσεις, δηλαδή η οδηγία 2008/110, αφορά μόνο ζητήματα δημοσίου δικαίου σχετικά με τη σιδηροδρομική ασφάλεια. Επομένως, μολονότι ο όρος «κάτοχος» χρησιμοποιείται τόσο στην οδηγία 2008/110 όσο και στο προσάρτημα Δ (CUV), εντάσσεται, σε έκαστη των περιπτώσεων, σε διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο. Η οδηγία 2008/110 ρυθμίζει τις δημοσίου δικαίου υποχρεώσεις της σιδηροδρομικής επιχειρήσεως και τις αρμοδιότητες των αρχών, ενώ το προσάρτημα Δ (CUV) αφορά τα συμβατικά δικαιώματα και τις συμβατικές υποχρεώσεις σε περίπτωση απώλειας σιδηροδρομικού οχήματος ή ζημιών που οφείλονται σε τέτοιο όχημα. Για τον λόγο αυτό, ο ορισμός του «κατόχου» ο οποίος περιλαμβάνεται στις οικείες τροποποιήσεις διαφέρει, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, από τον ορισμό που δίνει το δίκαιο της Ένωσης.
147.
Αντίθετα, το Συμβούλιο τονίζει τη στενή σχέση μεταξύ των διατάξεων του προσαρτήματος Δ (CUV) και του δικαίου της Ένωσης. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 της οδηγίας 2008/110, παλαιότερες τροποποιήσεις του προσαρτήματος αυτού σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των κατόχων έχουν οδηγήσει στο παρελθόν σε τροποποιήσεις της οδηγίας 2004/49. Οι παρούσες προτάσεις τροποποιήσεων επιδιώκουν, αφενός, την σύγκλιση του ορισμού του «κατόχου» κατά το προσάρτημα Δ (CUV) με τον ορισμό που περιλαμβάνεται στην οδηγία 2008/110. Αφετέρου, σκοπούν στο να επιβάλουν στον κάτοχο την υποχρέωση να καθορίσει, κατά τη σύναψη συμβολαίου χρήσεως, έναν υπεύθυνο για τη συντήρηση φορέα (στο εξής: ECE) και να ρυθμίσει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του κατόχου και του ECE, ζητήματα τα οποία έχουν αποτελέσει ήδη αντικείμενο λεπτομερούς κανονιστικής ρυθμίσεως στο δίκαιο της Ένωσης, ήτοι στην οδηγία 2008/110 και στον κανονισμό (ΕΕ) 445/2011 ( 104 ). Οι τροποποιήσεις αυτές, αν είχαν διαφορετικό περιεχόμενο, θα μπορούσαν να θίξουν τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης και να προκαλέσουν δυσχέρειες στην εφαρμογή τους, ενώ συγχρόνως θα εξέπεμπαν αρνητικό μήνυμα στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων.
148.
Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του προσαρτήματος Δ (CUV) υπάγονται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης.
2) Εκτίμηση
149.
Είναι προφανές ότι η προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 12 και του προσαρτήματος Δ (CUV) επιδίωκε τη σύγκλιση του ορισμού που χρησιμοποιείται στην COTIF με τον ορισμό που δίνει η οδηγία 2004/49 όσον αφορά την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων. Η οδηγία αυτή περιλαμβάνει διάταξη κατά την οποία ο κάτοχος δύναται να είναι ECE. Κατά τις αιτιολογικές σκέψεις 3 και 4 της οδηγίας 2008/110, ο ορισμός του «κατόχου» κατά την έννοια της οδηγίας αυτής θα πρέπει να πλησιάζει κατά το δυνατόν τον ορισμό που χρησιμοποιείται στην COTIF. Εφόσον οι ορισμοί της ίδιας έννοιας οι οποίοι περιλαμβάνονται σε ειδική πράξη της Ένωσης, εν προκειμένω την οδηγία 2008/110, και στην COTIF εμπνέονται ο ένας από τον άλλον, οποιαδήποτε μεταβολή του εν λόγω ορισμού στην COTIF θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην ως άνω ειδική πράξη και άρα ενδέχεται να την επηρεάσει.
150.
Κατά συνέπεια, η Ένωση έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επί του θέματος αυτού.
δ) Θέμα 12: μερική αναθεώρηση του προσαρτήματος Ε (CUI)
1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων
151.
Σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του προσαρτήματος Ε (CUI), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι αυτές αφορούν αποκλειστικώς ιδιωτικού δικαίου ζητήματα σχετικά με τη συμβατική ευθύνη ή ζητήματα που εμπίπτουν στο ιδιωτικό δίκαιο της χρήσεως σιδηροδρομικών υποδομών. Βεβαίως, στον τομέα των σιδηροδρομικών υποδομών η Ένωση έχει εκδώσει ορισμένες πράξεις, οι οποίες μνημονεύονται στο προσάρτημα του παραρτήματος Ι της αποφάσεως 2013/103, όπως η οδηγία 2001/14 ή η οδηγία 2004/49. Ωστόσο, οι πράξεις αυτές επιδιώκουν σκοπούς δημοσίου δικαίου και συνεπώς δεν διέπουν τα ζητήματα που αποτελούν αντικείμενο του προσαρτήματος Ε (CUI). Αντίθετα, η οδηγία 2004/49 εξαιρεί ρητώς τα ζητήματα ιδιωτικού δικαίου από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεών της. Εξάλλου, το άρθρο 5α του προσαρτήματος Ε (CUI) συνεπάγεται τον αποκλεισμό κάθε αντανακλαστικού αποτελέσματος των οικείων τροποποιήσεων επί των δημοσίου δικαίου διατάξεων της Ένωσης.
152.
Όσον αφορά τη θέση της Ένωσης επί των προτεινόμενων τροποποιήσεων του προσαρτήματος Ε (CUI), το Συμβούλιο εκτιμά ότι οι διατάξεις της Συμβάσεως σχετικά με τη χρήση υποδομών δεν πρέπει να εξετάζονται μεμονωμένα, διότι συνδέονται με τις διατάξεις του διεθνούς και του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικαίου, και, ειδικότερα, με τις δημοσίου δικαίου διατάξεις σχετικά με την ασφάλεια. Η επέκταση της ευθύνης του διαχειριστή για χρηματικές ζημίες που προκαλούνται από αποζημιώσεις τις οποίες καταβάλλει ο μεταφορέας και που οφείλονται στην υποδομή ενδέχεται να οδηγήσει σε τροποποίηση των προϋποθέσεων ευθύνης όπως αυτές ρυθμίζονται από το δίκαιο της Ένωσης, παρά τη ρήτρα του άρθρου 5α του προσαρτήματος Ε (CUI) περί μη επηρεασμού του δικαιώματος. Το ίδιο ισχύει και για τις προτάσεις τροποποιήσεων που κατατείνουν στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής του προσαρτήματος Ε (CUI) στις εγχώριες μεταφορές και στη δημιουργία νομικής βάσεως για τους γενικούς όρους των συμβολαίων χρήσεως υποδομών στη διεθνή σιδηροδρομική κυκλοφορία.
2) Εκτίμηση
153.
Το προσάρτημα Ε (CUI) διέπει τα συμβόλαια χρήσης της σιδηροδρομικής υποδομής (CUI) για μεταφορικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένης της μορφής και των γενικών όρων του συμβολαίου. Οι τροποποιήσεις που πρότεινε η CIT περιλαμβάνουν την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του CUI στις εγχώριες δραστηριότητες, την εισαγωγή δεσμευτικών συμβατικων γενικών όρων και προϋποθέσεων και την επέκταση της ευθύνης του διαχειριστή της υποδομής για ζημίες.
154.
Ένα μόνον άρθρο του δικαίου της Ένωσης αφορά τις συμφωνίες μεταξύ των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων και των διαχειριστών υποδομής. Πρόκειται για το άρθρο 28 της οδηγίας 2012/34/ΕΕ ( 105 ), το οποίο ορίζει ότι οι συμφωνίες αυτές είναι αμερόληπτες και διαφανείς.
155.
Αυτό δεν αρκεί για τη θεμελίωση αποκλειστικής αρμοδιότητας.
Β. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 296 ΣΛΕΕ
156.
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, υποστηριζόμενη από τη Γαλλική Δημοκρατία, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από ελλιπή αιτιολογία, διότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι τα θέματα επί των οποίων έλαβε θέση η Ένωση αφορούσαν τομέα που είχε αποτελέσει ήδη, σε μεγάλο βαθμό, αντικείμενο κανονιστικής ρυθμίσεως στο δίκαιο της Ένωσης.
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
157.
Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η σαφής οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων είναι ιδιαιτέρως σημαντική επί μικτών συμφωνιών, προκειμένου να προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των διαφόρων παραγόντων στα όργανα των διεθνών οργανισμών. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο δεν μνημόνευσε καμία νομική πράξη της Ένωσης ή αναφέρθηκε αποκλειστικά σε πράξεις σχετικές με το δημόσιο δίκαιο, ενώ οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αφορούσαν αποκλειστικά το ιδιωτικό δίκαιο των μεταφορών. Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Συμβούλιο δεν ανέφερε ούτε στην προσβαλλόμενη απόφαση ούτε στο υπόμνημά του απαντήσεως τη νομική βάση επί της οποίας θεμελιώνεται εξωτερική ουσιαστική αρμοδιότητα της Ένωσης. Προσθέτει ότι, μολονότι το Συμβούλιο επικαλέστηκε στο υπόμνημά του απαντήσεως ορισμένες πράξεις της Ένωσης οι οποίες, κατά τη γνώμη του, ενδέχεται να θιγούν αν εγκριθούν οι επίμαχες τροποποιήσεις, εντούτοις η πλειοψηφία των πράξεων αυτών δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά ούτε και στην απόφαση 2013/103.
158.
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι η αιτιολόγηση της αρμοδιότητας της Ένωσης προκύπτει σαφώς από την προσβαλλόμενη απόφαση. Οι διατάξεις της Ένωσης που ενδέχεται να θιγούν από τις επίμαχες τροποποιήσεις παρατίθενται στην εν λόγω απόφαση. Το γεγονός ότι, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, οι μνημονευόμενες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης δεν είναι κρίσιμες δεν κλονίζει την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εν πάση περιπτώσει, σε έναν τομέα που υπάγεται, αν μη τι άλλο, σε συντρέχουσα αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών μελών, το Συμβούλιο εκπλήρωσε την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως ήδη με τη μνεία της νομικής βάσεως της δράσεώς του και με την περιγραφή της θέσεώς του. Κατά το Συμβούλιο, το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δεν ήταν απαραίτητη περαιτέρω αιτιολόγηση. Επιπλέον, κατά την άποψη του Συμβουλίου, δεν είναι κρίσιμο το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώνεται σε διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες δεν μνημονεύονται στην απόφαση 2013/103.
2. Εκτίμηση
159.
Ο λόγος αυτός βασίζεται στην επιχειρηματολογία που προβάλλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, του οποίου προτείνω την απόρριψη από το Δικαστήριο. Εφόσον ο τομέας τον οποίο αφορά η τροποποίηση δεν χρειάζεται να έχει αποτελέσει σε μεγάλο βαθμό αντικείμενο εσωτερικής κανονιστικής ρυθμίσεως, όπως εξήγησα ανωτέρω, οι σχετικές με την αιτιολογία απαιτήσεις είναι, συνεπώς, μειωμένες.
160.
Κατά το άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, οι νομικές πράξεις αιτιολογούνται και αναφέρονται στις προτάσεις, πρωτοβουλίες, συστάσεις, αιτήσεις ή γνώμες που προβλέπονται από τις Συνθήκες.
161.
Κατά πάγια νομολογία, η εν λόγω υποχρέωση αιτιολογήσεως επιβάλλει ότι όλες οι οικείες πράξεις πρέπει να εκθέτουν τους λόγους που οδήγησαν το θεσμικό όργανο στην έκδοσή τους, ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του, τα δε κράτη μέλη αλλά και οι ενδιαφερόμενοι πολίτες να λαμβάνουν γνώση των συνθηκών υπό τις οποίες τα θεσμικά όργανα της Ένωσης εφάρμοσαν τη Συνθήκη ΛΕΕ ( 106 ). Στην υποχρέωση αιτιολογήσεως εμπίπτει και η υποχρέωση αναφοράς της νομικής βάσεως της πράξεως ( 107 ). Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία δεν απαιτείται να παραθέτει καταλεπτώς όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία ( 108 ). Το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 296 ΣΛΕΕ πρέπει να κρίνεται βάσει τόσο της διατυπώσεώς της, όσο και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό ζήτημα ( 109 ).
162.
Εφόσον το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ αποτελεί τη διαδικαστική νομική βάση για την έκδοση αποφάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας την οποία οφείλουν να ακολουθήσουν τα πολιτικά θεσμικά όργανα της Ένωσης προκειμένου να τροποποιήσουν διατάξεις συμφωνίας μη ανήκουσες στο θεσμικό πλαίσιο της συμφωνίας αυτής, και δεδομένου, όπως σημείωσα νωρίτερα στις παρούσες προτάσεις, ότι η διάταξη αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη ουσιαστικής αρμοδιότητας της Ένωσης, το Συμβούλιο οφείλει να παραθέσει, στην εν λόγω απόφαση, την ουσιαστική νομική βάση στην οποία θεμελιώνεται η αρμοδιότητα της Ένωσης καθώς και την αιτιολόγηση της αρμοδιότητας αυτής. Ειδικότερα, το Συμβούλιο οφείλει να αναφέρει τις ουσιαστικής και διαδικαστικής φύσεως νομικές βάσεις που έχουν εφαρμογή ( 110 ). Η υποχρέωση αυτή απορρέει από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ ( 111 ).
163.
Εν προκειμένω, το Συμβούλιο τήρησε την ανωτέρω υποχρέωση. Παρέθεσε σαφώς την εφαρμοστέα ουσιαστική νομική βάση, δηλαδή το άρθρο 91, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και αιτιολόγησε τη θέση του. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση το Συμβούλιο αιτιολόγησε σημείο προς σημείο τους λόγους που καθιστούν αναγκαία τη δράση της Ένωσης. Το Συμβούλιο επισήμανε περαιτέρω ότι εφαρμοστέα ήταν η διαδικασία του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ.
164.
Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο εξέφρασε την άποψη ότι όχι μόνον υφίσταται (συντρέχουσα) αρμοδιότητα με βάση το άρθρο 91, παράγραφος 1, και το άρθρο 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ, αλλά και ότι η αρμοδιότητα αυτή είναι αποκλειστική δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
165.
Η τελευταία αυτή διάταξη δεν μνημονεύεται στην αιτιολογία του Συμβουλίου. Επιπροσθέτως, δεδομένου ότι η Ένωση, εξαιρουμένων ειδικών περιπτώσεων, δεν έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, το Συμβούλιο δεν ήταν δυνατόν να αιτιολογήσει ότι η Ένωση διέθετε τέτοια αρμοδιότητα.
166.
Παρά ταύτα, η έλλειψη μνείας του άρθρου 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου, διότι η έλλειψη αιτιολογίας σχετικά με (ανύπαρκτη) αποκλειστική αρμοδιότητα είναι αδιάφορη υπό το πρίσμα του άρθρου 296 ΣΛΕΕ.
167.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Γ. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ
1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
168.
H Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει ότι η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, επιβάλλει, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των κρατών μελών και της Ένωσης ως προς την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων στο πλαίσιο της ασκήσεως των δικαιωμάτων τους ως μελών διεθνούς οργανισμού, να διασφαλίζεται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης η έγκαιρη έκδοση της πράξεως της Ένωσης περί καθορισμού της θέσεώς της, προκειμένου το κράτος μέλος που αμφισβητεί την αρμοδιότητα της Ένωσης να είναι σε θέση να προσφύγει εγκαίρως ενώπιον του Δικαστηρίου για την αποσαφήνιση του εν λόγω ζητήματος. Επίσης, η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας επιβάλλει την οργάνωση της διαδικασίας εκδόσεως κατά τρόπον ώστε το κράτος μέλος που αμφισβητεί την εκδοθείσα πράξη να μπορεί να προσφύγει στα δικαστήρια της Ένωσης προκειμένου να ζητήσει αναστολή εκτελέσεως προτού η εν λόγω πράξη αναπτύξει μη αναστρέψιμα αποτελέσματα.
169.
Εν προκειμένω, μολονότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εξέφρασε τις επιφυλάξεις της σχετικά με τις αρμοδιότητες της Ένωσης αμέσως μετά την παρουσίαση από την Επιτροπή, στις 5 Ιουνίου 2014, της προτάσεως αποφάσεως, το Συμβούλιο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση μόλις στις 24 Ιουνίου 2014, δηλαδή την παραμονή της ενάρξεως της 25ης συνόδου της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF, αφήνοντας έτσι στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας περιθώριο μικρότερο των 24 ωρών για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Συμβούλιο παραβίασε τόσο την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας όσο και την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Μολονότι δεν είναι πλέον δυνατόν να ανατραπούν οι πράξεις που εξέδωσε η αναθεωρητική επιτροπή του OTIF, η ανάγκη δικαστικής προστασίας εξακολουθεί να υφίσταται, λόγω της κινήσεως, από την Επιτροπή, διαδικασίας EU Pilot κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή προσάπτει στην τελευταία ότι παραβίασε την προσβαλλόμενη απόφαση. Εξάλλου, υπάρχει κίνδυνος να επαναληφθεί το ενδεχόμενο να εκδοθεί απόφαση από το Συμβούλιο με βάση το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ στο πλαίσιο των εργασιών της αναθεωρητικής επιτροπής του OTIF.
170.
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, εκτιμά ότι σεβάστηκε την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας. Ειδικότερα, πλείονες συνεδριάσεις των προπαρασκευαστικών οργάνων του Συμβουλίου αφιερώθηκαν μεταξύ άλλων στη συζήτηση των θεμάτων στο πλαίσιο των οποίων η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είχε εκφράσει αμφιβολίες σχετικά με την αρμοδιότητα της Ένωσης. Η άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, κατά την οποία η θέση της Ένωσης έπρεπε να καθοριστεί αρκετά νωρίς ώστε η ίδια να μπορέσει να ζητήσει αναστολή εκτελέσεως από το Δικαστήριο, είναι υπερβολική και μη ρεαλιστική. Επιπροσθέτως, κατά το Συμβούλιο, το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κίνησε την παρούσα διαδικασία αποδεικνύει ακριβώς την τήρηση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
171.
Εξάλλου, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι, λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας εντός της οποίας πρόκειται να τεθούν σε ισχύ οι επίμαχες τροποποιήσεις με βάση τους ισχύοντες κανόνες της COTIF, δεν προκύπτει μη αναστρέψιμο αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Εν πάση περιπτώσει, η Ένωση, η οποία κατέχει την πλειοψηφία στους κόλπους του OTIF, δύναται να ασκήσει επιρροή στο εσωτερικό του εν λόγω οργανισμού σε περίπτωση που, κατόπιν της εκδοθησομένης αποφάσεως του Δικαστηρίου, θα πρέπει να καθοριστεί νέα θέση της Ένωσης ή νέα συντονισμένη θέση. Το Συμβούλιο προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, αν το Δικαστήριο ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, το ίδιο θα υποχρεωθεί, με βάση το άρθρο 266, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να λάβει όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Άλλωστε, η εκτέλεση αυτή είναι δυνατή, δεδομένου ότι η Ένωση κατέχει την πλειοψηφία στους κόλπους του OTIF.
2. Εκτίμηση
172.
Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, λαμβανομένων υπόψη των θέσεων των διαφόρων κρατών μελών του OTIF και των διατυπώσεων που ισχύουν για την έκδοση των αποφάσεων, δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Η ίδια η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αναγνωρίζει ότι, ακόμη και χωρίς τη δική της ψήφο, η πλειοψηφία τασσόταν υπέρ της εγκρίσεως των τροποποιήσεων. Ελλείψει αιτιώδους συνάφειας κατά την ανωτέρω έννοια, και έστω μόνο για τον λόγο αυτό, δεν τίθεται ζήτημα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
173.
Πρέπει επομένως να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ακυρώσεως καθώς και η προσφυγή ακυρώσεως στο σύνολό της.
VI. Επί των δικαστικών εξόδων
174.
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Το Συμβούλιο υπέβαλε σχετικό αίτημα, ενώ ηττηθείς διάδικος είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
175.
Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρενέβησαν στην ένδικη διαδικασία φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
VII. Πρόταση
176.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως·
–
να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα, και
–
να αποφανθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2011, για την υπογραφή και τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Διακυβερνητικής Οργάνωσης περί των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών σχετικά με την προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη σύμβαση περί των διεθνών σιδηροδρομικών μεταφορών (COTIF), της 9ης Μαΐου 1980, όπως τροποποιήθηκε από το πρωτόκολλο του Βίλνιους στις 3 Ιουνίου 1999 (ΕΕ 2013, L 51, σ. 1).
( 3 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2001, σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής καθώς και με την πιστοποίηση ασφαλείας (ΕΕ 2001, L 75, σ. 29).
( 4 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων, η οποία τροποποιεί την οδηγία 95/18/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τις άδειες σε σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και την οδηγία 2001/14/ΕΚ σχετικά με την κατανομή της χωρητικότητας των σιδηροδρομικών υποδομών και τις χρεώσεις για τη χρήση σιδηροδρομικής υποδομής καθώς και με την πιστοποίηση ασφάλειας (oδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων) (ΕΕ 2004, L 164, σ. 44, και διορθωτικό ΕΕ 2004, L 220, σ. 16).
( 5 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2004/49/ΕΚ για την ασφάλεια των κοινοτικών σιδηροδρόμων (οδηγία για την ασφάλεια των σιδηροδρόμων) (ΕΕ 2008, L 345, σ. 62).
( 6 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1992, L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 955/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 1999 (ΕΕ 1999, L 119, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 2913/92).
( 7 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ 1993, L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2787/2000 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ 2000, L 330, σ. 1) (στο εξής: εφαρμοστικός κανονισμός).
( 8 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2013, L 269, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου 2013. Από 1ης Μαΐου 2016, ο κανονισμός αυτός αντικαθιστά, μεταξύ άλλων, τον κανονισμό 2913/92.
( 9 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 22ας Ιανουαρίου 2004, για τη θέσπιση διαδικασιών κτηνιατρικών ελέγχων στους συνοριακούς σταθμούς επιθεώρησης της Κοινότητας κατά την εισαγωγή προϊόντων που προέρχονται από τρίτες χώρες (ΕΕ 2004, L 21, σ. 11).
( 10 ) Οδηγία 2008/57/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008 (αναδιατύπωση) (ΕΕ 2008, L 191, σ. 1).
( 11 ) Στο εξής: οδηγία 2004/49 (ΕΕ 2008, L 345, σ. 62).
( 12 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2014, σχετικά με τον καθορισμό της θέσεως που θα ληφθεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την 25η σύνοδο της αναθεωρητικής επιτροπής της OTIF, όσον αφορά ορισμένες τροπολογίες στη σύμβαση για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές (Σύμβαση COTIF) και στα προσαρτήματά της (ΕΕ 2014, L 293, σ. 26).
( 13 ) Βλ., επίσης, άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της COTIF.
( 14 ) Βλ. άρθρο 218, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
( 15 ) Βλ. άρθρο 218, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ.
( 16 ) Βλ. άρθρο 218, παράγραφος 5, ΣΛΕΕ.
( 17 ) Βλ. άρθρο 218, παράγραφος 6, ΣΛΕΕ.
( 18 ) Βλ. άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, ΣΛΕΕ: σύνδεση, προσχώρηση στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ), συμφωνίες που δημιουργούν ειδικό θεσμικό πλαίσιο θεσπίζοντας διαδικασίες συνεργασίας, συμφωνίες που έχουν σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις για την Ένωση και συμφωνίες που καλύπτουν τομείς στους οποίους εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία ή η ειδική νομοθετική διαδικασία όταν απαιτείται η έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
( 19 ) Βλ. άρθρο 218, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ.
( 20 ) Και τούτο «αμέσως και πλήρως», βλ. άρθρο 218, παράγραφος 10, ΣΛΕΕ.
( 21 ) Βλ. άρθρο 16, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
( 22 ) Βλ. άρθρο 218, παράγραφος 8, ΣΛΕΕ: απαιτείται ομοφωνία όταν η συμφωνία αφορά τομέα για τον οποίο απαιτείται ομοφωνία για τη θέσπιση πράξης της Ένωσης, καθώς και για τις συμφωνίες σύνδεσης, τις συμφωνίες οικονομικής, χρηματοοικονομικής και τεχνικής συνεργασίας με τα υποψήφια για προσχώρηση κράτη και για την προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ.
( 23 ) Βλ., για παράδειγμα, Eeckhout, P., EU External Relations Law, 2η έκδ., Oxford University Press, 2012, σ. 209· Bungenberg, M., σε von der Groeben, H., Schwarze, J., και Hatje, A. (επιμ.), Europäisches Unionsrecht (Kommentar), 7η έκδ., Nomos, Μπάντεν-Μπάντεν, 2015, Artikel 218 AEUV, σημείο 81, και Terhechte, J. Ph., σε Schwarze, J. (επιμ.), EU-Kommentar, 3η έκδ., Nomos, Μπάντεν-Μπάντεν, 2012.
( 24 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (C-81/13, EU:C:2014:2114, υποσημείωση 63).
( 25 ) Βλ. άρθρο 300, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
( 26 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Επιτροπής (C-73/14, EU:C:2015:490, σημεία 71 έως 73). Βλ., επίσης, Eeckhout, P., EU External Relations Law, 2η έκδ., Oxford University Press, 2012, σ. 208.
( 27 ) Για μια διεξοδική παρουσίαση του ιστορικού θεσπίσεως της διατάξεως αυτής, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ρ. Cruz Villalón στην υπόθεση Γερμανία κατά Συμβουλίου (C-399/12, EU:C:2014:289, σημεία 39 επ.).
( 28 ) Με βάση τη διάταξη αυτή, κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 5, 6 και 9 του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, το Συμβούλιο μπορεί, κατά τη σύναψη συμφωνίας, να εξουσιοδοτεί τον διαπραγματευτή να εγκρίνει εξ ονόματος της Ένωσης τις τροποποιήσεις της συμφωνίας, εφόσον η συμφωνία προβλέπει ότι οι τροποποιήσεις αυτές πρέπει να θεσπισθούν με απλοποιημένη διαδικασία ή μέσω οργάνου που συνιστάται με την εν λόγω συμφωνία. Το Συμβούλιο μπορεί να εξαρτά την εξουσιοδότηση αυτή από ειδικούς όρους.
( 29 ) Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Επιτροπής (C-73/14, EU:C:2015:490, σημείο 67).
( 30 ) Πράγματι, πρόκειται για ελάσσονες και μάλλον τεχνικού χαρακτήρα τροποποιήσεις.
( 31 ) Για παράδειγμα, το Δικαστήριο απέκλεισε την εφαρμογή του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ σε περίπτωση που αφορούσε τον καθορισμό θέσεως εξ ονόματος της Ένωσης που επρόκειτο να διατυπωθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, βλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2015, Συμβούλιο κατά Επιτροπής (C-73/14, EU:C:2015:663, σκέψεις 66 και 67).
( 32 ) Συναφώς, παραπέμπω στις διεξοδικότατες προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στη γνωμοδότηση 2/15 [(Συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με τη Σιγκαπούρη), EU:C:2016:992, σημεία 54 έως 78].
( 33 ) Η αρχή αυτή, σύμφυτη με την ίδια τη λογική των Συνθηκών, διατυπώθηκε ρητώς ως αρχή που διέπει τις κάθετες αρμοδιότητες (δηλαδή τις αρμοδιότητες της Ένωσης έναντι των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών) το πρώτον με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (βλ. άρθρο 3β, μετέπειτα άρθρο 5 ΕΚ).
( 34 ) Βλ. Geiger, R., σε Geiger, R., Khan, D.-E., και Kotzur, M. (επιμ.), European Union Treaties, C. H. Beck, Hart, Μόναχο, Οξφόρδη, 2015, Άρθρο 216, σημείο 1.
( 35 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑137/12, EU:C:2013:441, σημείο 42). Βλ., επίσης, Cremona, M., «Defining competence in EU external relations: lessons from the Treaty reform process», σε Dashwood, A., Maresceau, M., Law and practice of EU external relations – salient features of a changing landscape, Cambridge University Press, 2008, σ. 34 έως 69, ιδίως σ. 56.
( 36 ) Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στη γνωμοδότηση 2/15 [(Συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με τη Σιγκαπούρη), EU:C:2016:992, σημείο 64].
( 37 ) Πρόκειται για απλή επιβεβαίωση της αρχής της δοτής αρμοδιότητας. Βλ., επίσης, γνωμοδότηση 1/13 (Προσχώρηση τρίτων κρατών στη Σύμβαση της Χάγης), της 14ης Οκτωβρίου 2014 (EU:C:2014:2303, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 38 ) Υπογραμμίζεται ότι στη γερμανική απόδοση του άρθρου 216, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η φράση «στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης» δεν αναφέρεται μόνο στη δεύτερη περίπτωση, αλλά και στην τρίτη και στην τέταρτη περίπτωση. Κατά τούτο, η γερμανική απόδοση διαφοροποιείται για παράδειγμα –η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική– από την αγγλική, τη γαλλική, την πολωνική, την ολλανδική, την ιταλική, την ισπανική, την πορτογαλική, τη δανική και τη σουηδική απόδοση. Ωστόσο, η διαπίστωση αυτή δεν ασκεί επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.
( 39 ) Βλ. γνωμοδότηση 1/76 (Συμφωνία σχετική με την ίδρυση ευρωπαϊκού ταμείου ακινητοποιήσεως πλοίων εξυπηρετούντων εσωτερικές γραμμές), της 26ης Απριλίου 1977 (EU:C:1977:63, σκέψη 3)· γνωμοδότηση 2/91 (Σύμβαση υπ’ αριθ. 170 ΔΟΕ), της 19ης Μαρτίου 1993 (EU:C:1993:106, σημείο 7), και γνωμοδότηση 1/03 (Νέα Σύμβαση του Λουγκάνο), της 7ης Φεβρουαρίου 2006 (EU:C:2006:81, σκέψη 115).
( 40 ) Βλ. γνωμοδότηση 1/94 (Συμφωνίες προσαρτημένες στη Συμφωνία ΠΟΕ), της 15ης Νοεμβρίου 1994 (EU:C:1994:384, σκέψη 95).
( 41 ) Βλ. απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (22/70, στο εξής: απόφαση AETR, EU:C:1971:32, σκέψεις 17 και 18).
( 42 ) Βλ. γνωμοδότηση 2/94 (Προσχώρηση της Κοινότητας στην ΕΣΔΑ), της 28ης Μαρτίου 1996 (EU:C:1996:140, σκέψη 24), και απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-370/07, EU:C:2009:59, σκέψη 46).
( 43 ) Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η Ένωση έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα με τα κράτη μέλη όταν οι Συνθήκες της απονέμουν αρμοδιότητα μη εμπίπτουσα στους τομείς των άρθρων 3 και 6 ΣΛΕΕ.
( 44 ) Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ.
( 45 ) Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 2, περίπτωση ζʹ, ΣΛΕΕ.
( 46 ) Βλ., επίσης, Lenaerts, K., «Les répercussions des compétences de la Communauté européenne sur les compétences externes des États membres et la question de “préemption”», σε Demaret, P. (επιμ.), Relations extérieures de la Communauté européenne et marché intérieur: aspects juridiques et fonctionnels, Bruges, 1986, σ. 37 έως 62, ιδίως σ. 61.
( 47 ) Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίοδος, ΣΛΕΕ. Βλ., επίσης, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, Kramer κ.λπ. (3/76, 4/76 και 6/76, EU:C:1976:114, παράγραφος 39).
( 48 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑13/07, EU:C:2009:190, σημείο 76).
( 49 ) Η διάταξη αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως κωδικοποίηση του μέχρι τούδε ισχύοντος δικαίου. Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-13/07, EU:C:2009:190, σημείο 76 και υποσημείωση 40).
( 50 ) Υπό την έννοια αυτή, βλ., επίσης, Mögele, R., σε: Streinz, R. (επιμ.), EUV/AEUV (Kommentar), 2η έκδ., C. H. Beck, Μόναχο, 2012, Artikel 216 AEUV, σημείο 32.
( 51 ) Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στη γνωμοδότηση 2/15 [(Συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με τη Σιγκαπούρη, EU:C:2016:992, σημείο 74].
( 52 ) Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στη γνωμοδότηση 2/15 [(Συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με τη Σιγκαπούρη), EU:C:2016:992, σημείο 64]. Προσθέτω ότι η νομική θεωρία, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, συμμερίζεται την προσέγγιση αυτή. Βλ., για παράδειγμα, Eeckhout, P., EU External Relations Law, 2η έκδ., Oxford University Press, 2012, σ. 112· Hartley, T., The foundations of European Union law, 8η έκδ., Oxford University Press, 2014, σ. 186· Geiger, R., σε Geiger, R., Khan, D.-E., και Kotzur, M., European Union Treaties, C. H. Beck, Hart, Μόναχο, Οξφόρδη, 2015, Artikel 216 AEUV, σημείο 3· Lachmayer, K., von Förster, St., σε von der Groeben, H., Schwarze, J. και Hatje, A. (επιμ.), Europäisches Unionsrecht (Kommentar), 7η έκδ., Nomos, Μπάντεν-Μπάντεν, 2015, Artikel 216 AEUV, σημείο 4· Mögele, R., σε Streinz, R. (επιμ.), EUV/AEUV (Kommentar), 2η έκδ., C. H. Beck, Mόναχο, 2012, Artikel 216 AEUV, σημείο 29.
( 53 ) Παραδόξως, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, το άρθρο 216, παράγραφος 1, τέταρτη περίπτωση, ΣΛΕΕ ενδέχεται να εμφανίζεται ως περιοριστικότερο σε σχέση με το άρθρο 3, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, ΣΛΕΕ. Αυτό δεν συμβαίνει στη γαλλική απόδοση. Εν πάση περιπτώσει, όπως και η γενική εισαγγελέας E. Sharpston στις προτάσεις της στη γνωμοδότηση 2/15 [(Συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών με τη Σιγκαπούρη), EU:C:2016:992, υποσημείωση 26], δεν θεωρώ ότι έχει αποφασιστική σημασία η τυχόν διαφορά στη διατύπωση των δύο αυτών διατάξεων σε κάποιες γλωσσικές αποδόσεις.
( 54 ) Βλ., για παράδειγμα, γνωμοδότηση 1/13 (Προσχώρηση τρίτων κρατών στη Σύμβαση της Χάγης), της 14ης Οκτωβρίου 2014 (EU:C:2014:2303, σκέψεις 67 επ.).
( 55 ) Γνωμοδότηση Συνθήκη του Μαρακές για την πρόσβαση σε δημοσιευμένα έργα (EU:C:2016:657, σκέψη 119).
( 56 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ν. Wahl στη γνωμοδότηση 3/15 [(Συνθήκη του Μαρακές για την πρόσβαση σε δημοσιευμένα έργα), EU:C:2016:657, σημείο 122].
( 57 ) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δέχεται ότι η «Ένωση μπορεί ενδεχομένως […] να θεσπίσει κοινές διατάξεις».
( 58 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971 (22/70, EU:C:1971:32).
( 59 ) ΕΕ 2016, C 202, σ. 306.
( 60 ) Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι η Ένωση έχει εσωτερική αρμοδιότητα με βάση το άρθρο 91, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Επομένως, βρισκόμαστε πράγματι στο πλαίσιο της πολιτικής μεταφορών.
( 61 ) Βλ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 2005, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-433/03, EU:C:2005:462, σκέψη 41).
( 62 ) Κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών στον τομέα των μεταφορών διέπεται από τις διατάξεις του τίτλου που αναφέρεται στις μεταφορές.
( 63 ) Δηλαδή «αναγκαία για την επίτευξη, στο πλαίσιο των πολιτικών της Ένωσης, ενός εκ των στόχων που καθορίζονται από τις Συνθήκες».
( 64 ) Και αυτό σε αντίθεση με το κριτήριο της αναγκαιότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, διάταξη η οποία, υπενθυμίζω, αφορά την αποκλειστική φύση μιας αρμοδιότητας.
( 65 ) Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
( 66 ) Βλ. άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ.
( 67 ) Κατά το οποίο, «[ε]άν, στο πλαίσιο των πολιτικών που καθορίζονται από τις Συνθήκες, η δράση της Ένωσης θεωρείται απαραίτητη για την επίτευξη ενός από τους στόχους που τίθενται με τις Συνθήκες, χωρίς αυτές να προβλέπουν τις εξουσίες δράσης που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής και την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, θεσπίζει τις κατάλληλες διατάξεις».
( 68 ) Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Α. Tizzano στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (C-466/98, EU:C:2002:63, σημείο 48).
( 69 ) Βλ., επίσης, Schmalenbach, K., σε Calliess, Chr., Ruffert, M. (επιμ.), EUV/AEUV, 5η έκδ., C. H. Beck, Μόναχο, 2016, Artikel 216 AEUV, σημείο 12· Schütze, R., European Union Law, Cambridge University Press, 2015, σ. 272. Μάλιστα, κατά τον Hartley, T., The foundations of European Union law, 8η έκδ., Oxford University Press, 2014, σ. 186, η διατύπωση του άρθρου 216, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, ΣΛΕΕ «βασίζεται» στη διατύπωση του άρθρου 352 ΣΛΕΕ.
( 70 ) Δηλαδή «απαραίτητη για να μπορέσει η Ένωση να ασκήσει την εσωτερική της αρμοδιότητα».
( 71 ) Υπό την έννοια αυτή, βλ., επίσης, Kadelbach, S., σε von der Groeben, H., Schwarze, J., και Hatje, A. (επιμ.), Europäisches Unionsrecht (Kommentar), 7η έκδ., Nomos, Μπάντεν-Μπάντεν, 2015, Artikel 5 EUV, σημείο 24, και Hartley, T., The foundations of European Union law, 8η έκδ., Oxford University Press, 2014, σ. 180.
( 72 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, AETR (22/70, EU:C:1971:32, σκέψη 31)· γνωμοδότηση 1/76 (Συμφωνία σχετική με την ίδρυση ευρωπαϊκού ταμείου ακινητοποιήσεως πλοίων εξυπηρετούντων εσωτερικές γραμμές), της 26ης Απριλίου 1977 (EU:C:1977:63)· γνωμοδότηση 1/94 (Συμφωνίες προσαρτημένες στη Συμφωνία ΠΟΕ), της 15ης Νοεμβρίου 1994 (EU:C:1994:384, σκέψη 77), και απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Γερμανίας (C-476/98, EU:C:2002:631, σκέψη 89).
( 73 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976 (3/76, 4/76 και 6/76, EU:C:1976:114).
( 74 ) Βλ., επίσης, Craig, P., De Burca, G., EU law, 6η έκδ., Oxford University Press, 2015, σ. 80.
( 75 ) Γνωμοδότηση (Πρωτόκολλο της Καρθαγένης για την πρόληψη των προερχόμενων από τη βιοτεχνολογία κινδύνων), της 6ης Δεκεμβρίου 2001 (EU:C:2001:664, σκέψεις 44 έως 47).
( 76 ) Γνωμοδότηση 2/00 (Πρωτόκολλο της Καρθαγένης περί προλήψεως των κινδύνων που απορρέουν από τη βιοτεχνολογία), της 6ης Δεκεμβρίου 2001 (EU:C:2001:664, σκέψεις 42 και 44).
( 77 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, AETR (22/70, EU:C:1971:32).
( 78 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 79 ) Γνωμοδότηση 2/00 (Πρωτόκολλο της Καρθαγένης περί προλήψεως των κινδύνων που απορρέουν από τη βιοτεχνολογία), της 6ης Δεκεμβρίου 2001 (EU:C:2001:664, σκέψη 45).
( 80 ) Γνωμοδότηση 2/00 (Πρωτόκολλο της Καρθαγένης περί προλήψεως των κινδύνων που απορρέουν από τη βιοτεχνολογία), της 6ης Δεκεμβρίου 2001 (EU:C:2001:664, σκέψεις 46 και 47).
( 81 ) Γνωμοδότηση (Πρωτόκολλο της Καρθαγένης περί προλήψεως των κινδύνων που απορρέουν από τη βιοτεχνολογία), της 6ης Δεκεμβρίου 2001 (EU:C:2001:664).
( 82 ) Απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2004 (C-239/03, EU:C:2004:598, σκέψη 30).
( 83 ) Απόφαση της 30ής Μαΐου 2006 (C-459/03, EU:C:2006:345, σκέψη 95).
( 84 ) Γνωμοδότηση 2/00 (Πρωτόκολλο της Καρθαγένης περί προλήψεως των κινδύνων που απορρέουν από τη βιοτεχνολογία), της 6ης Δεκεμβρίου 2001 (EU:C:2001:664)· αποφάσεις της 7ης Οκτωβρίου 2004, Επιτροπή κατά Γαλλίας (C-239/03, EU:C:2004:598), και της 30ής Μαΐου 2006, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C-459/03, EU:C:2006:345).
( 85 ) Βλ., επίσης, άρθρο 216, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, ΣΛΕΕ.
( 86 ) Η απόφαση της 8ης Μαρτίου 2011, Lesoochranárske zoskupenie (C-240/09, EU:C:2011:125, σκέψη 36), την οποία επικαλείται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ουδόλως επηρεάζει τις διαπιστώσεις αυτές. Ειδικότερα, στην υπόθεση αυτή, υφίστατο εσωτερική κανονιστική ρύθμιση (βλ. σκέψη 37 της αποφάσεως αυτής).
( 87 ) Υπό την έννοια αυτή, βλ., επίσης, Lorz, R. A., Meurers, V., σε von Arnauld, A. (επιμ.), Europäische Außenbeziehungen (Enzyklopädie Europarecht, Band 10), Nomos, Μπάντεν-Μπάντεν, 2014, § 2, σημείο 42· Kadelbach, S., σε von der Groeben, H., Schwarze, J., και Hatje, A. (επιμ.), Europäisches Unionsrecht (Kommentar), 7η έκδ., Nomos, Μπάντεν-Μπάντεν, 2015, Artikel 5 EUV, σημείο 24· Roldán Barbero, J., «The relationship of the Member States’ International Agreements with the EU», σε Eeckhout, P., Lopez-Escudero, M. (επιμ.), The European Union’s external action in times of crisis, Hart, Oxford, Πόρτλαντ (Όρεγκον), 2014, σ. 249 έως 269, ιδίως σ. 266.
( 88 ) Γνωμοδότηση (Συμφωνία σχετική με την ίδρυση ευρωπαϊκού ταμείου ακινητοποιήσεως πλοίων εξυπηρετούντων εσωτερικές γραμμές), της 26ης Απριλίου 1977 (EU:C:1977:63).
( 89 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, AETR (22/70, EU:C:1971:32).
( 90 ) Απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151, σκέψη 66).
( 91 ) Βλ. απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151, σκέψη 67).
( 92 ) Βλ., επίσης, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:224, σημείο 89).
( 93 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971 (22/70, EU:C:1971:32). Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-137/12, EU:C:2013:441, σημεία 111 έως 117), και προτάσεις της γενικής εισαγγελέα E. Sharpston στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:224, σημείο 96). Βλ., επίσης, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151, σκέψη 67).
( 94 ) Βλ. αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1971, AETR (22/70, EU:C:1971:32, σκέψη 30)· της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Δανίας (C-467/98, EU:C:2002:625, σκέψη 82), και της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151, σκέψη 68).
( 95 ) Βλ. γνωμοδότηση 1/03 (Νέα Σύμβαση του Λουγκάνο), της 7ης Φεβρουαρίου 2006 (EU:C:2006:81, σκέψη 126), και απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151, σκέψη 69).
( 96 ) Βλ. γνωμοδότηση 2/91 (Σύμβαση υπ’ αριθ. 170 της ΔΟΕ), της 19ης Μαρτίου 1993 (EU:C:1993:106, σκέψη 25)· απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Δανίας (C‑467/98, EU:C:2002:625, σκέψη 82)· γνωμοδότηση 1/03 (Νέα Σύμβαση του Λουγκάνο), της 7ης Φεβρουαρίου 2006 (EU:C:2006:81, σκέψεις 120 και 126), και απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151, σκέψη 70).
( 97 ) Βλ. γνωμοδότηση 1/03 (Νέα Σύμβαση του Λουγκάνο), της 7ης Φεβρουαρίου 2006 (EU:C:2006:81, σκέψη 124)· απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-114/12, EU:C:2014:2151, σκέψη 74), και γνωμοδότηση 1/13 (Προσχώρηση τρίτων κρατών στη Σύμβαση της Χάγης), της 14ης Οκτωβρίου 2014 (EU:C:2014:2303, σκέψη 74).
( 98 ) Υποθέτω ότι το Συμβούλιο αναφέρεται μάλλον στο προσάρτημα του παραρτήματος Ι.
( 99 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1997, για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των κτηνιατρικών ελέγχων των προϊόντων που εισάγονται στην Κοινότητα από τρίτες χώρες (ΕΕ 1998, L 24, σ. 9).
( 100 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, περί μέτρων κατά της εισαγωγής στην Κοινότητα οργανισμών επιβλαβών για τα φυτά ή τα φυτικά προϊόντα και κατά της εξάπλωσής τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ 2000, L 169, σ. 1).
( 101 ) Βλ. άρθρο 413 του εφαρμοστικού κανονισμού.
( 102 ) Όπως προκύπτει και από τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εξαγωγή και την έξοδο στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) 648/2005, της 27ης Οκτωβρίου 2010, οι οποίες εκδόθηκαν από την επιτροπή του τελωνειακού κώδικα και δημοσιεύθηκαν από την Επιτροπή υπό τον αριθμό «TAXUD/A3/0034/2010» στη διεύθυνση (βλ. μέρος Β, σημείο 10.4). Προφανώς, το έγγραφο αυτό δεν είναι νομικώς δεσμευτικό, αλλά περιγράφει με ακρίβεια την πραγματικότητα.
( 103 ) Στη συνέχεια της ίδιας διατάξεως διαλαμβάνεται ότι «[ο]ι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την εγγραφή και την επεξεργασία των δεδομένων πρέπει να είναι ισότιμοι από λειτουργική άποψη, κυρίως σε ό,τι αφορά την αποδεικτική ισχύ της φορτωτικής που αντιπροσωπεύεται από αυτά τα δεδομένα».
( 104 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 10ης Μαΐου 2011, για σύστημα πιστοποίησης φορέων υπεύθυνων για τη συντήρηση εμπορευματικών φορταμαξών και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 653/2007 (ΕΕ 2011, L 122, σ. 22).
( 105 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τη δημιουργία ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου (ΕΕ 2012, L 343, σ. 32).
( 106 ) Βλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 107 ) Βλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 108 ) Βλ. απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-350/88, EU:C:1990:71, σκέψη 16).
( 109 ) Βλ. απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (C-350/88, EU:C:1990:71, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 110 ) Βλ. προτάσεις της γενικής εισαγγελέα J. Kokott στην υπόθεση Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C‑370/07, EU:C:2009:249, σημείο 78).
( 111 ) Βλ. απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (C-370/07, EU:C:2009:590, σκέψη 37).
Full & Egal Universal Law Academy