ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 26ης Φεβρουαρίου 2015 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Κανονισμός (ΕΚ) 785/2004 — Αερομεταφορείς και επιχειρήσεις εκμεταλλεύσεως αεροσκαφών — Ασφάλειες — Απαιτήσεις — Έννοια “επιβάτη” και “μέλους πληρώματος” — Ελικόπτερο — Μεταφορά ειδικού στον τομέα της ανατινάξεως χιονοστιβάδων με εκρηκτικά — Ζημία επελθούσα κατά τη διάρκεια πτήσεως στο πλαίσιο της εργασίας — Αποζημίωση»
Στην υπόθεση C‑6/14,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 9 Ιανουαρίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης
Wucher Helicopter GmbH,
Euro-Aviation Versicherungs AG
κατά
Fridolin Santer,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, S. Rodin (εισηγητή), A. Borg Barthet, E. Levits και F. Biltgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: K. Malacek, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Νοεμβρίου 2014,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Wucher Helicopter GmbH και η Euro-Aviation Versicherungs AG, εκπροσωπούμενες από τον J. J. Janezic, Rechtsanwalt,
—
ο F. Santer, εκπροσωπούμενος από τους Ch. Schlechl και M. Peter, Rechtsanwälte,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από την C. Colelli, avvocato dello Stato,
—
η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους W. Mölls, G. Braun και F. Wilman,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 785/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις απαιτήσεις ασφάλισης των αερομεταφορέων και των επιχειρήσεων εκμετάλλευσης αεροσκαφών (ΕΕ L 138, σ. 1), καθώς και του άρθρου 17, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων για τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στο Μόντρεαλ στις 28 Μαΐου 1999, υπεγράφη από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 9 Δεκεμβρίου 1999 δυνάμει του άρθρου 300, παράγραφος 2, ΕΚ, και εγκρίθηκε εξ ονόματός της με την απόφαση 2001/539/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2001 (ΕΕ L 194, σ. 38, στο εξής: Σύμβαση του Μόντρεαλ).
2
Η ως άνω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο αναιρετικής δίκης (Révision) μεταξύ της Wucher Helicopter GmbH (στο εξής: Wucher), αυστριακού αερομεταφορέα, και της Euro-Aviation Versicherungs AG, (στο εξής: Euro-Aviation), γερμανικής ασφαλιστικής εταιρίας, και του F. Santer, σχετικά με αποζημίωση του F. Santer για τραυματισμό που προκλήθηκε κατά τη διάρκεια αεροπορικού ατυχήματος.
Το νομικό πλαίσιο
Το διεθνές δίκαιο
3
Το άρθρο 3, παράγραφοι 1, 2 και 5, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, προβλέπει τα εξής:
«1. Όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών, παρέχεται ατομικός ή συλλογικός τίτλος μεταφοράς στον οποίο:
α)
αναγράφεται ο τόπος αναχώρησης και προορισμού,
β)
εφόσον ο τόπος αναχώρησης και προορισμού ευρίσκονται επί του εδάφους ενός και μόνον συμβαλλομένου κράτους, και ένας ή περισσότεροι από τους συμφωνηθέντες ενδιάμεσους σταθμούς ευρίσκονται επί του εδάφους άλλου κράτους, αναγράφεται τουλάχιστον ένας από αυτούς τους ενδιάμεσους σταθμούς.
2. Οιοδήποτε άλλο μέσο το οποίο διατηρεί τις πληροφορίες που περιέχει η παράγραφος 1, μπορεί να υποκαθιστά την έκδοση του τίτλου μεταφοράς που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο. Όταν χρησιμοποιείται αυτό το άλλο μέσο, ο μεταφορέας παραδίδει στον επιβάτη γραπτή δήλωση με τις διατηρούμενες πληροφορίες.
[...]
5. Η μη τήρηση των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων δεν θίγει την ύπαρξη ή την ισχύ σύμβασης μεταφοράς, η οποία, ωστόσο, υπόκειται στους κανόνες της παρούσας σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον περιορισμό της ευθύνης.»
4
Το άρθρο 17, παράγραφος 1, της ως άνω συμβάσεως ορίζει τα εξής:
«Ο μεταφορέας ευθύνεται για τη ζημία που προκαλείται σε περίπτωση θανάτου ή σωματικού τραυματισμού επιβάτη, υπό τον όρο μόνον ότι, το δυστύχημα που προκάλεσε τον θάνατο ή τον τραυματισμό σημειώθηκε όταν ο επιβάτης ευρίσκετο επί του αεροσκάφους ή κατά τη διάρκεια της επιβίβασης ή της αποβίβασης.»
Το δίκαιο της Ένωσης
5
Ο κανονισμός (ΕΚ) 2027/97 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1997, για την ευθύνη των αερομεταφορέων όσον αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους (ΕΕ L 285, σ. 1), τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 889/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Μαΐου 2002 (ΕΕ L 140, σ. 2, στο εξής: κανονισμός 2027/97).
6
Η αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 889/2002 αναφέρει τα εξής:
«Στην εσωτερική αγορά αεροπορικών μεταφορών έχει εξαλειφθεί ο διαχωρισμός μεταξύ εθνικής και διεθνούς μεταφοράς και επομένως είναι σκόπιμο να υπάρχει το ίδιο επίπεδο και η ιδία φύση της ευθύνης στις εθνικές και διεθνείς μεταφορές εντός της Κοινότητας.»
7
Το άρθρο 1 του κανονισμού 2027/97 ορίζει τα εξής:
«Ο παρών κανονισμός θέτει σε εφαρμογή τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης του Μόντρεαλ σε ό,τι αφορά την αεροπορική μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους και καθορίζει μερικές επιπλέον διατάξεις. Επίσης, επεκτείνει την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στην αεροπορική μεταφορά εντός ενός κράτους μέλους.»
8
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Έννοιες περιεχόμενες στον παρόντα κανονισμό και μη οριζόμενες στην παράγραφο 1, είναι ταυτόσημες με τις έννοιες που χρησιμοποιούνται στη σύμβαση του Μόντρεαλ.»
9
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Η ευθύνη ενός κοινοτικού αερομεταφορέα έναντι επιβατών και των αποσκευών τους διέπεται από όλες τις διατάξεις της σύμβασης του Μόντρεαλ σχετικά με την εν λόγω ευθύνη.»
10
Το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 785/2004 έχει ως εξής:
«Για τους σκοπούς του κανονισμού αυτού, νοούνται ως:
[...]
ζ)
“επιβάτης”, κάθε πρόσωπο που επιβαίνει στην πτήση με τη συγκατάθεση του αερομεταφορέα ή της επιχείρησης εκμετάλλευσης αεροσκαφών, εξαιρουμένων των εν υπηρεσία μελών του πληρώματος πτήσεως καθώς και του πληρώματος θαλάμου επιβατών·
[...]».
11
Το σημείο 1, στοιχείο γʹ, του παραρτήματος ΙV του κανονισμού (ΕΚ) 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2008, για τη θέσπιση κοινών κανόνων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφαλείας της Αεροπορίας, καθώς και για την κατάργηση της οδηγίας 91/670/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1592/2002 και της οδηγίας 2004/36/ΕΚ (ΕΕ L 79, σ. 1), έχει ως εξής:
«Πριν από κάθε πτήση, πρέπει να προσδιορίζονται οι ρόλοι και τα καθήκοντα κάθε μέλους του πληρώματος. Ο κυβερνήτης πρέπει να είναι υπεύθυνος για την πτητική λειτουργία και την ασφάλεια του αεροσκάφους και για την ασφάλεια όλων των μελών του πληρώματος, των επιβατών και του φορτίου του αεροσκάφους.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
12
Στις 9 Φεβρουαρίου 2009, ο F. Santer, ο οποίος επέβαινε σε ελικόπτερο το οποίο ανήκε στη Wucher, η οποία το είχε ασφαλίσει για υποχρεωτική κάλυψη αστικής ευθύνης στην Euro-Aviation, τραυματίσθηκε σοβαρά κατά τη διάρκεια πτήσεως εσωτερικού πάνω από την περιοχή του παγετώνα του Sölden στην Αυστρία.
13
Ο F. Santer, εργαζόμενος της Ötztaler Gletscherbahn-GmbH&Co. KG (στο εξής: Ötztaler), είναι υπεύθυνος, ως μέλος της επιτροπής χιονοστιβάδων, για την ασφάλεια στην περιοχή του παγετώνα και στις χιονοδρομικές πίστες που εκμεταλλεύεται η εργοδότριά του. Τα καθήκοντα του F. Santer συνίστανται, μεταξύ άλλων, στο να εκτιμά πού είναι αναγκαίες οι ανατινάξεις χιονοστιβάδων. Οι ανατινάξεις διενεργούνται μέσα από ελικόπτερο.
14
Την ημέρα του ατυχήματος, η Wucher έλαβε από την Ötztaler, αίτημα εκτελέσεως «πτήσεως προς ανατίναξη χιονοστιβάδων». Κατά τη διάρκεια της πτήσεως αυτής, ο πιλότος, εργαζόμενος της Wucher, συνοδευόταν από τον F. Santer και άλλα δύο άτομα, επίσης εργαζομένους της Ötztaler. Ο F. Santer κατηύθυνε τον πιλότο προς το σημείο όπου έπρεπε να εκτοξευθούν τα εκρηκτικά. Στο πλαίσιο της αποστολής αυτής, ο F. Santer όφειλε να ανοίγει την πόρτα, κατόπιν εντολής του πιλότου, και να την κρατά ανοιχτή, ώστε να μπορέσει ο ειδικός ανατινάξεων να προβεί στην εκτόξευση των εκρηκτικών. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, μια ριπή του ανέμου χτύπησε τη μισάνοιχτη πόρτα, με αποτέλεσμα αυτή να αναδιπλωθεί. Μην προλαβαίνοντας να αφήσει εγκαίρως τη θυρολαβή, ο F. Santer υπέστη σοβαρό τραυματισμό στην άρθρωση του αγκώνα.
15
Ο F. Santer άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου αυστριακού δικαστηρίου αγωγή αποζημιώσεως κατά της Wucher και της Euro‑Aviation. Το ως άνω δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή αποζημιώσεως ήταν, καταρχήν, βάσιμη και ότι ο F. Santer ταξίδευε ως επιβάτης. Εκτιμώντας ότι έπρεπε να αποκλεισθεί ο περιορισμός της ευθύνης του εργοδότη, το ως άνω δικαστήριο διαπίστωσε ότι η ευθύνη της Wucher και της Euro-Aviation θεμελιωνόταν στο αυστριακό δίκαιο.
16
Το εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά έκρινε ότι ο F. Santer δεν ταξίδευε ως «επιβάτης» υπό την έννοια της ως άνω συμβάσεως, διότι δεν επρόκειτο για μεταφορά του από έναν τόπο σε άλλον, αλλά ότι ο κύριος σκοπός της επίμαχης πτήσεως ήταν η συνδρομή στις ανατινάξεις χιονοστιβάδων με χρήση εκρηκτικών υλών. Κατά το εν λόγω δικαστήριο, ο κανονισμός 2027/97 δεν αντιτίθεται στην εφαρμογή της αυστριακής νομοθεσίας σχετικά με τις αερομεταφορές, δεδομένου ότι η Σύμβαση του Μόντρεαλ, στην οποία παραπέμπει ο ως άνω κανονισμός, εφαρμόζεται στους επιβάτες και στις αποσκευές τους.
17
Το εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Wucher ήταν υπεύθυνη για τη ζημία που προκλήθηκε στον F. Santer λόγω του πταίσματος του πιλότου το οποίο έπρεπε να της καταλογισθεί, καθώς και λόγω των οργανωτικών πλημμελειών στις οποίες υπέπεσε η ίδια η Wucher, και ότι ο F. Santer είχε συμβατική αξίωση αποζημιώσεως απορρέουσα από τη μεταξύ της εργοδότριάς του και της Wucher σύμβαση. Κατά το δικαστήριο αυτό, το αυστριακό δίκαιο επιβάλλει αυξημένη αστική ευθύνη στη Wucher και, ως εκ τούτου, ο περιορισμός της ευθύνης αποκλείεται.
18
Οι εναγόμενες στην κύρια δίκη άσκησαν αναίρεση («Révision») κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Oberster Gerichtshof, εκτιμώντας ότι το εφετείο δεν είχε ορθώς ερμηνεύσει τον κανονισμό 2027/97, ούτε αναγνωρίσει τον περιορισμό της ευθύνης του εργοδότη, καθόσον ο F. Santer ήταν, κατ’ αυτές, όχι επιβάτης αλλά μέλος του πληρώματος, στοιχείο το οποίο αποκλείει την εφαρμογή του αυστριακού δικαίου περί γενικής κοινωνικής ασφαλίσεως.
19
Το Oberster Gerichtshof εκτιμά ότι το ζήτημα εάν ο F. Santer πρέπει να εκληφθεί ως «επιβάτης» είναι κρίσιμο για την εφαρμογή του συστήματος ευθύνης που προβλέπεται στη Σύμβαση του Μόντρεαλ. Το εν λόγω δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν υφίσταται ορισμός της έννοιας αυτής στη Σύμβαση του Μόντρεαλ, ούτε στη νομολογία του Δικαστηρίου. Ομοίως, υπενθυμίζει ότι πτήση πραγματοποιούμενη για συγκεκριμένο σκοπό θεωρείται από πλείονα δικαστήρια όχι ως εμπορική μεταφορά αλλά ως «εναέρια εργασία». Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει σχετικά με τη δυνατότητα χαρακτηρισμού του F. Santer, αφενός, ως «επιβάτη» και, αφετέρου, είτε ως «μέλους πληρώματος» είτε ως «τρίτου». Φρονεί ότι πρέπει να διασφαλισθεί ένα ελάχιστο επίπεδο ασφαλίσεως για την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών και ότι είναι σκόπιμη η ομοιόμορφη ερμηνεία της έννοιας του «ταξιδιώτη» στο δίκαιο της Ένωσης και στη Σύμβαση του Μόντρεαλ.
20
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberster Gerichtshof αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 785/2004 την έννοια ότι ο επιβαίνων σε ελικόπτερο κοινοτικού αερομεταφορέα,
—
του οποίου η μεταφορά, μολονότι βασίζεται επί συμβατικής σχέσεως (στην προκειμένη περίπτωση: σύμβαση μεταξύ του αερομεταφορέα και της εργοδότριας του επιβαίνοντος),
—
του οποίου η μεταφορά διενεργείται προς εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας (στην προκειμένη περίπτωση: την ανατίναξη χιονοστιβάδων),
και
—
ο οποίος συμβάλλει στην εν λόγω εργασία λειτουργώντας ως “οδηγός-γνώστης της περιοχής” και οφείλει, κατόπιν εντολής του πιλότου, να ανοίγει την πόρτα του ελικόπτερου κατά τη διάρκεια της πτήσεως και να την κρατά ανοικτή με συγκεκριμένο τρόπο και για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια,
α)
είναι “επιβάτης”;
ή
β)
εμπίπτει στην έννοια των “εν υπηρεσία μελών του πληρώματος πτήσεως, καθώς και του πληρώματος θαλάμου επιβατών”;
2)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα 1α:
Έχει το άρθρο 17, παράγραφος 1, της [Σ]υμβάσεως του Μόντρεαλ την έννοια ότι η έννοια του “ταξιδιώτη”, η οποία προβλέπεται σε αυτήν, καταλαμβάνει σε κάθε περίπτωση και τον “επιβάτη” υπό την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 785/2004;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ερώτημα 2:
Έχει το άρθρο 17, παράγραφος 1, της [Σ]υμβάσεως του Μόντρεαλ την έννοια ότι ο επιβαίνων σε ελικόπτερο κοινοτικού αερομεταφορέα υπό τις συνθήκες που περιγράφηκαν στο ερώτημα 1 είναι “ταξιδιώτης” υπό την έννοια της διατάξεως αυτής;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
21
Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 785/2004 έχει την έννοια ότι ο επιβαίνων σε ελικόπτερο κοινοτικού αερομεταφορέα, ο οποίος μεταφέρεται δυνάμει συμβάσεως μεταξύ του εργοδότη του και του εν λόγω αερομεταφορέα προκειμένου να εκτελέσει συγκεκριμένη εργασία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, είναι «επιβάτης» ή εμπίπτει στην έννοια των «εν υπηρεσία μελών του πληρώματος πτήσεως, καθώς και του πληρώματος θαλάμου επιβατών» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
22
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, πρέπει να υπομνησθεί ότι η έννοια του «επιβάτη», υπό την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 785/2004, περιλαμβάνει κάθε πρόσωπο που επιβαίνει στην πτήση με τη συγκατάθεση του αερομεταφορέα ή της επιχείρησης εκμετάλλευσης αεροσκαφών, εξαιρουμένων των εν υπηρεσία μελών του πληρώματος πτήσεως καθώς και του πληρώματος θαλάμου επιβατών.
23
Ως εκ τούτου, η ένταξη προσώπου στην κατηγορία του μέλους πληρώματος πτήσεως ή του πληρώματος θαλάμου επιβατών αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα κατά τον οποίον το πρόσωπο αυτό εμπίπτει στην κατηγορία των επιβατών.
24
Πρέπει εξαρχής να επισημανθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται στενώς, ώστε να μην καθίστανται άνευ αντικειμένου οι γενικές ρυθμίσεις (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑346/08, EU:C:2010:213, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
25
Κατά συνέπεια, πρέπει, καταρχάς, να εξετασθεί, εάν ο αντίδικος κατ’ αναίρεση στην υπόθεση της κύριας δίκης εμπίπτει στην κατηγορία του «εν υπηρεσία μελών του πληρώματος πτήσεως, καθώς και του πληρώματος θαλάμου επιβατών».
26
Στην υπόθεση της κύριας δίκης, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που περιέγραψε το αιτούν δικαστήριο, ο F. Santer, εργαζόμενος σε εταιρία η οποία εκμεταλλεύεται χιονοδρομικές πίστες, πραγματοποίησε την πτήση ως «οδηγός-γνώστης της περιοχής» και είχε το καθήκον, κατόπιν εντολής του πιλότου, να ανοίγει την πόρτα του ελικόπτερου κατά τη διάρκεια της πτήσεως και να την κρατά ανοικτή με συγκεκριμένο τρόπο και για συγκεκριμένη χρονική διάρκεια.
27
Ως εκ τούτου, ο F. Santer δεν εκτέλεσε καθήκοντα οδηγήσεως του αεροσκάφους και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στην κατηγορία του «μέλους πληρώματος πτήσεως».
28
Επιπροσθέτως, αντιθέτως προς το επιχείρημα της Wucher, το γεγονός ότι ο F. Santer είχε το καθήκον να ανοίγει την πόρτα κατόπιν εντολής του πιλότου δεν εξαρκεί για να τον εντάξει στην κατηγορία του «μέλους πληρώματος θαλάμου επιβατών». Συγκεκριμένα, ο πιλότος, ως κυβερνήτης της πτήσεως, επιτρέπεται πάντα να δίνει εντολές στο σύνολο των προσώπων που επιβαίνουν στο αεροσκάφος, συμπεριλαμβανομένων των επιβατών.
29
Ως εκ τούτου, ο F. Santer δεν εμπίπτει ούτε στην κατηγορία του «μέλους πληρώματος θαλάμου επιβατών».
30
Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι πρόσωπο όπως ο F. Santer πρέπει να εκληφθεί ως επιβάτης υπό την έννοια του κανονισμού 785/2004.
31
Κατόπιν των προηγουμένων σκέψεων, το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 785/2004 έχει την έννοια ότι ο επιβαίνων σε ελικόπτερο κοινοτικού αερομεταφορέα, ο οποίος μεταφέρεται δυνάμει συμβάσεως μεταξύ του εργοδότη του και του εν λόγω αερομεταφορέα προκειμένου να εκτελέσει συγκεκριμένη εργασία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, είναι «επιβάτης» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
Επί του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος
32
Με το δεύτερο και το τρίτο του ερώτημα, που επιβάλλεται να εξετασθούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί εάν το άρθρο 17 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο εμπίπτει στην έννοια του «επιβάτη» του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 785/2004 εμπίπτει επίσης στην έννοια του «ταξιδιώτη» του άρθρου 17 της συμβάσεως αυτής.
33
Συναφώς, είναι σαφές ότι η Σύμβαση του Μόντρεαλ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξεως της Ένωσης και ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται προδικαστικώς επί της ερμηνείας της (βλ. αποφάσεις IATA και ELFAA, C‑344/04, EU:C:2006:10, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και σκέψη 40 και Walz, C‑63/09, EU:C:2010:251, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34
Η ως άνω σύμβαση κατέστη εφαρμοστέα στις πτήσεις εσωτερικού εντός κράτους μέλους δυνάμει του κανονισμού 2027/97, με τον οποίον επιδιώκεται να διασφαλισθεί το ίδιο επίπεδο και η ίδια φύση ευθύνης αερομεταφορέων και κοινοτικών αερομεταφορέων τόσο στις διεθνείς όσο και στις εθνικές αερομεταφορές εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
35
Εντούτοις, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η Wucher εμπίπτει στην έννοια του «κοινοτικού αερομεταφορέα», επί της οποίας εφαρμόζεται ο κανονισμός 2027/97, δεδομένου ότι η Wucher είναι επιχείρηση αερομεταφορών, κάτοχος έγκυρης άδειας εκμεταλλεύσεως εκδοθείσας από τη Δημοκρατία της Αυστρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 2407/92 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1992, περί της εκδόσεως αδειών των αερομεταφορέων (ΕΕ L 240, σ. 1).
36
Έτσι, πρέπει να εξακριβωθεί εάν οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής της Συμβάσεως του Μόντρεαλ συντρέχουν στην υπόθεση της κύριας δίκης. Συναφώς, πρέπει να κριθεί εάν ο F. Santer εμπίπτει στην έννοια του «επιβάτη» κατά την έννοια της συμβάσεως αυτής, στοιχείο που συνεπάγεται ότι πρέπει να εξακριβωθεί εάν ο σκοπός της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης πτήσεως ήταν η «μεταφορά επιβατών» υπό την έννοια της ως άνω συμβάσεως.
37
Προς τον σκοπό αυτό, είναι βεβαίως σημαντική η διαπίστωση ότι, κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, η ιδιότητα του «επιβάτη» υπό την έννοια της συμβάσεως αυτής συνδέεται προς την παροχή ατομικού ή συλλογικού τίτλου μεταφοράς του οποίου το περιεχόμενο ορίζεται στην ως άνω παράγραφο 1 ή, άλλως, από άλλο τύπο εγγράφου με παρόμοιο περιεχόμενο.
38
Εντούτοις, από το άρθρο 3, παράγραφος 5, της ως άνω συμβάσεως προκύπτει ότι η μη τήρηση των διατάξεων των παραγράφων που προηγούνται της παραγράφου 5 δεν θίγει ούτε την ύπαρξη ούτε την ισχύ της συμβάσεως μεταφοράς, η οποία, ωστόσο, υπόκειται στους κανόνες της συμβάσεως αυτής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον περιορισμό της ευθύνης.
39
Ως εκ τούτου, εάν υφίσταται σύμβαση μεταφοράς και συντρέχουν όλες οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής της Συμβάσεως του Μόντρεαλ, η δεύτερη εφαρμόζεται ανεξαρτήτως της μορφής της συμβάσεως μεταφοράς.
40
Εντούτοις, προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής ότι ο F. Santer, εργαζόμενος της Ötztaler, με την ιδιότητα του μέλους της επιτροπής χιονοστιβάδων που είναι αρμόδιο για την ασφάλεια στην περιοχή του παγετώνα και των χιονοδρομικών πιστών, εκτέλεσε την ανατίναξη χιονοστιβάδων ως μέρος της καθημερινής του εργασίας. Επιπροσθέτως, η Wucher μετακίνησε τον F. Santer και τους λοιπούς εργαζομένους της δυνάμει αυτής ακριβώς της συμβατικής σχέσεως από τον τόπο απογειώσεως του ελικοπτέρου στον τόπο όπου έπρεπε να λάβει χώρα η ανατίναξη των χιονοστιβάδων, πριν τους επαναφέρει, στη συνέχεια, στον τόπο απογειώσεως.
41
Ως εκ τούτου, ο σκοπός της πτήσεως στην υπόθεση της κύριας δίκης ήταν η μεταφορά εργαζομένων της Ötztaler στον τόπο όπου υποχρεούντο να εκτελέσουν την καθημερινή τους εργασία.
42
Κατόπιν των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το άρθρο 17 της Συμβάσεως του Μόντρεαλ έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο εμπίπτει στην έννοια του «επιβάτη» υπό την έννοια του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 785/2004 εμπίπτει επίσης στην έννοια του «ταξιδιώτη» υπό την έννοια του άρθρου 17 της συμβάσεως αυτής, καθόσον το πρόσωπο αυτό μεταφέρθηκε δυνάμει «συμβάσεως μεταφοράς» υπό την έννοια του άρθρου 3 της ως άνω συμβάσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
43
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σε αυτό απόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 785/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις απαιτήσεις ασφάλισης των αερομεταφορέων και των επιχειρήσεων εκμετάλλευσης αεροσκαφών, έχει την έννοια ότι επιβαίνων σε ελικόπτερο κοινοτικού αερομεταφορέα, ο οποίος μεταφέρεται δυνάμει συμβάσεως μεταξύ του εργοδότη του και του εν λόγω αερομεταφορέα προκειμένου να εκτελέσει συγκεκριμένη εργασία όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, είναι «επιβάτης» υπό την έννοια της διατάξεως αυτής.
2)
Το άρθρο 17 της συμβάσεως για την ενοποίηση ορισμένων κανόνων για τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, η οποία συνήφθη στο Μόντρεαλ στις 28 Μαΐου 1999, υπεγράφη από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα στις 9 Δεκεμβρίου 1999 δυνάμει του άρθρου 300, παράγραφος 2, ΕΚ και εγκρίθηκε εξ ονόματός της με την απόφαση 2001/539/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2001, έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο εμπίπτει στην έννοια του «επιβάτη» του άρθρου 3, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 785/2004 εμπίπτει επίσης στην έννοια του «ταξιδιώτη» του άρθρου 17 της συμβάσεως αυτής, καθόσον το πρόσωπο αυτό μεταφέρθηκε δυνάμει «συμβάσεως μεταφοράς» υπό την έννοια του άρθρου 3 της ως άνω συμβάσεως.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy