ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 25ης Ιουνίου 2015 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Προσέγγιση των νομοθεσιών — Πρωτασφάλιση εκτός της ασφαλίσεως ζωής — Οδηγία 92/49/ΕΟΚ — Άρθρα 15, 15α και 15β — Προληπτική αξιολόγηση της αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής και των αυξήσεων της συμμετοχής αυτής — Δυνατότητα επιβολής όρων ή απαιτήσεων κατά την έγκριση σχεδιαζόμενης αποκτήσεως τέτοιας συμμετοχής»
Στην υπόθεση C‑18/14,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το College van Beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 30ής Δεκεμβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Ιανουαρίου 2014, στο πλαίσιο των δικών
CO Sociedad de Gestión y Participación SA,
Depsa 96 SA,
INOC SA,
Corporación Catalana Occidente SA,
La Previsión 96 SA,
Grupo Catalana Occidente SA,
Grupo Compañia Española de Crédito y Caución SL,
Atradius NV,
Atradius Insurance Holding NV,
J. M. Serra Farré,
M. A. Serra Farré,
J. Serra Farré
κατά
De Nederlandsche Bank NV,
και
De Nederlandsche Bank NV
κατά
CO Sociedad de Gestión y Participación SA,
Depsa 96 SA,
INOC SA,
Corporación Catalana Occidente SA,
La Previsión 96 SA,
Grupo Catalana Occidente SA,
Grupo Compañia Española de Crédito y Caución SL,
Atradius NV,
Atradius Insurance Holding NV,
J. M. Serra Farré,
M. A. Serra Farré,
J. Serra Farré,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο τμήματος, K. Jürimäe, J. Malenovský (εισηγητή), M. Safjan και A. Prechal, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Νοεμβρίου 2014,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
οι CO Sociedad de Gestión y Participación SA, Depsa 96 SA, INOC SA, Corporación Catalana Occidente SA, La Previsión 96 SA, Grupo Catalana Occidente SA, Grupo Compañia Española de Crédito y Caución SL, Atradius NV, Atradius Insurance Holding NV, καθώς και ο J. M. Serra Farré, η M. A. Serra Farré και η J. Serra Farré, εκπροσωπούμενοι από τους S. Kröner-Rosmalen, R. Raas και J. van Angeren, advocaten,
—
η Nederlandsche Bank NV, εκπροσωπούμενη από τους A. Boorsma και B. Drijber, advocaten,
—
η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις M. Bulterman, M. Noort και B. Koopman,
—
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J.-C. Halleux και την M. Jacobs,
—
η Εσθονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την K. Kraavi-Käerdi,
—
η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους D. Colas και F. Fize,
—
η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την G. Palmieri, επικουρούμενη από τον A. De Stefano, avvocato dello Stato,
—
η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Inez Fernandes και από τις M. Rebelo, E. Ferreira και I. Palma Ramalho,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους F. Wilman και K.‑P. Wojcik,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 15, 15α και 15β της οδηγίας 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής) (ΕΕ L 228, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007 (ΕΕ L 247, σ. 1, στο εξής: οδηγία 92/49).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ των εταιριών CO Sociedad de Gestión y Participación SA, Depsa 96 SA, INOC SA, Corporación Catalana Occidente SA, La Previsión 96 SA, Grupo Catalana Occidente SA, Grupo Compañia Española de Crédito y Caución SL, Atradius NV, Atradius Insurance Holding NV και του J. M. Serra Farré, της M. A. Serra Farré και της J. Serra Farré (στο εξής: CO Sociedad de Gestión y Participación κ.λπ.) αφενός και της De Nederlandsche Bank NV (Κεντρικής Τράπεζας των Κάτω Χωρών, στο εξής: DNB) αφετέρου, αντικείμενο της οποίας είναι οι όροι που επέβαλε η DNB κατά την έγκριση ορισμένων σχεδίων αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής στο κεφάλαιο της Atradius NV (στο εξής: ATNV).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 92/49
3
Η αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 92/49 έχει ως εξής:
«Είναι αναγκαίο να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά στον τομέα της πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλειας ζωής, τόσο όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης όσο και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, προκειμένου να διευκολυνθεί η κάλυψη των κινδύνων στο εσωτερικό της Κοινότητας από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν την έδρα στο έδαφός της.»
4
Το άρθρο 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας 92/49 ορίζει την «ειδική συμμετοχή» ως την άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης, ή κάθε άλλη δυνατότητα άσκησης ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχειρήσεως στην οποία υπάρχει συμμετοχή.
5
Το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως έχει διαμορφωθεί από την οδηγία 2007/44, ορίζει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (στο εξής “υποψήφιος αγοραστής”), το οποίο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, την ειδική συμμετοχή σε ασφαλιστική επιχείρηση, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του 20, του 30 ή του 50 % ή ώστε η ασφαλιστική επιχείρηση να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση (στο εξής “προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής”), καταρχήν απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στις αρμόδιες αρχές της ασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία επιδιώκει είτε να αποκτήσει ειδική συμμετοχή είτε να την αυξήσει, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τις σχετικές πληροφορίες [...]»
6
Το άρθρο 15α της οδηγίας 92/49, όπως έχει διαμορφωθεί από την οδηγία 2007/44, προβλέπει τα εξής:
«1. [...]
Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν μέγιστη προθεσμία εξήντα εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που τα κράτη μέλη απαιτούν να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση βάσει του καταλόγου που προβλέπει το άρθρο 15β, παράγραφος 4 (στο εξής “περίοδος αξιολόγησης”), προκειμένου να διενεργήσουν την αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1 (στο εξής “αξιολόγηση”).
[...]
5. Εάν οι αρμόδιες αρχές δεν αντιταχθούν εγγράφως στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής εντός της περιόδου εκτίμησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.
[...]
7. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν απαιτήσεις για την κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές και την έγκριση από αυτές άμεσης ή έμμεσης απόκτησης δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία.»
7
Το άρθρο 15β της οδηγίας 92/49, όπως έχει διαμορφωθεί από την οδηγία 2007/44, προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης του άρθρου 15, παράγραφος 1, και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 15α, παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές, προκειμένου να εξασφαλίσουν την ορθή και συνετή διοίκηση της ασφαλιστικής επιχείρησης για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στην ασφαλιστική επιχείρηση, αξιολογούν την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
α)
τη φήμη του υποψήφιου αγοραστή,
β)
τη φήμη και την πείρα οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής,
γ)
τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκούνται από την ασφαλιστική επιχείρηση για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής,
δ)
την ικανότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης να ανταποκρίνεται και να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της παρούσας οδηγίας, και κατά περίπτωση βάσει άλλων οδηγιών, […] ιδίως δε το κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει δομή που καθιστά δυνατή τη διενέργεια αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ τους,
[...]
2. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1 ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.
[…]»
Η οδηγία 2007/44
8
Οι αιτιολογικές σκέψεις 2, 3, 6 και 7 της οδηγίας 2007/44, προβλέπουν τα εξής:
«(2)
Το νομικό πλαίσιο δεν έχει προβλέψει ακόμη λεπτομερή κριτήρια για την προληπτική αξιολόγηση προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής, ούτε διαδικασία για την εφαρμογή τους. Απαιτείται διευκρίνιση των κριτηρίων και της διαδικασίας προληπτικής αξιολόγησης για την παροχή της αναγκαίας ασφάλειας δικαίου, σαφήνειας και προβλεψιμότητας όσον αφορά τη διαδικασία αξιολόγησης καθώς και τα αποτελέσματά της.
(3)
Ο ρόλος των αρμοδίων αρχών, τόσο σε εσωτερικές όσο και σε διασυνοριακές περιπτώσεις, αποκτήσεων συμμετοχών, θα πρέπει να είναι η διενέργεια της προληπτικής αξιολόγησης σε πλαίσιο σαφούς και διαφανούς διαδικασίας και περιορισμένου αριθμού σαφών κριτηρίων αξιολόγησης καθαρώς προληπτικής φύσεως. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να καθορισθούν κριτήρια για την αξιολόγηση των μετόχων και της διοίκησης, στο πλαίσιο της εποπτείας, σε σχέση με τυχόν προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, καθώς και σαφής διαδικασία για την εφαρμογή τους. […] Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη τους τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνονται από τον υποψήφιο αγοραστή προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας στο πλαίσιο των κριτηρίων αξιολόγησης που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία, υπό τον όρο ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα που του αναγνωρίζει η παρούσα οδηγία.
[...]
(6)
[...] η μέγιστη εναρμόνιση της διαδικασίας και των προληπτικών αξιολογήσεων σε ολόκληρη την Κοινότητα, χωρίς να θεσπίζουν τα κράτη μέλη αυστηρότερους κανόνες, είναι θέμα καίριας σημασίας. Τα ελάχιστα όρια γνωστοποίησης προτεινόμενης απόκτησης ή της παύσης κατοχής ειδικής συμμετοχής, η διαδικασία αξιολόγησης, ο κατάλογος των κριτηρίων αξιολόγησης και άλλες διατάξεις της παρούσας οδηγίας που θα εφαρμοστεί στην προληπτική αξιολόγηση προτεινόμενων αποκτήσεων θα πρέπει, κατά συνέπεια, να εναρμονισθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό. [...]
(7)
Προκειμένου να διασφαλισθούν η σαφήνεια και η προβλεψιμότητα της διαδικασίας αξιολόγησης, θα πρέπει να ισχύει περιορισμένη μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προληπτικής αξιολόγησης. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να διακόπτουν τη χρονική περίοδο της διαδικασίας αξιολόγησης, μόνον άπαξ και με αποκλειστικό σκοπό την αίτηση πρόσθετων πληροφοριών. Μετά τη διακοπή αυτή, οι αρχές θα πρέπει οπωσδήποτε να ολοκληρώνουν την αξιολόγηση εντός της μέγιστης περιόδου αξιολόγησης Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές […] να αντιτίθενται, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της μέγιστης περιόδου αξιολόγησης. Η συνεργασία μεταξύ του υποψήφιου αγοραστή και των αρμοδίων αρχών παραμένει, επομένως, κομβικό στοιχείο ολόκληρης της περιόδου αξιολόγησης. Οι τακτικές επαφές μεταξύ του υποψήφιου αγοραστή και της αρμόδιας αρχής της υποκείμενης σε ρυθμιστικό πλαίσιο οντότητας, για την οποία προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, μπορούν επίσης να αρχίζουν και πριν από την επίσημη κοινοποίησή της. Η συνεργασία αυτή θα πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή προσπάθεια αμοιβαίας αρωγής χάρη στην οποία θα μπορούν, παραδείγματος χάριν, να αποφεύγονται απρόβλεπτα αιτήματα για πληροφορίες ή η υποβολή πληροφοριών κατά το τέλος της περιόδου αξιολόγησης.»
Το ολλανδικό δίκαιο
9
Η DNB είναι η αρμόδια αρχή στις Κάτω Χώρες για την έγκριση της αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση ή της μεταβιβάσεως τέτοιας συμμετοχής.
10
Κατά το άρθρο 3:95, παράγραφος 1, του νόμου περί χρηματοοικονομικής εποπτείας (Wet op het financieel toezicht), της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την κύρια δίκη χρόνο (στο εξής: Wft), η απόκτηση «ειδικής συμμετοχής» σε ασφαλιστική επιχείρηση υπόκειται στην προηγούμενη χορήγηση από την DNB «δηλώσεως για μη διατύπωση αντιρρήσεων». Κατά το άρθρο 1:1 του Wft, ως «ειδική συμμετοχή» νοείται «η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10 % του καλυφθέντος εταιρικού κεφαλαίου ή η άμεση ή έμμεση δυνατότητα άσκησης τουλάχιστον του 10 % των δικαιωμάτων ψήφου σε επιχείρηση ή η άμεση ή έμμεση δυνατότητα ασκήσεως ανάλογου ελέγχου σε επιχείρηση».
11
Το άρθρο 3:100 του Wft προβλέπει τα εξής:
«Η [DNB] χορηγεί δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων για πράξη προβλεπόμενη στο άρθρο 3:95, παράγραφος 1, εκτός αν:
a.
η πράξη θα μπορούσε να έχει ή θα είχε τέτοια επιρροή στη συγκεκριμένη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, που θα έθετε σε κίνδυνο την ορθή και συνετή διαχείριση της εν λόγω επιχειρήσεως,
b.
σε περίπτωση πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 3:95, παράγραφος 1, στοιχεία a, d ή e, η πράξη θα μπορούσε να έχει ή θα είχε ως αποτέλεσμα τη σύνδεση της συγκεκριμένης χρηματοπιστωτικής επιχειρήσεως με άτομα μέσω μιας de jure ή de facto τόσο αδιαφανούς δομής ελέγχου, ώστε να παρακωλύεται η προσήκουσα εποπτεία της χρηματοπιστωτικής επιχειρήσεως, ή
c.
σε περίπτωση πράξεως κατά την έννοια του άρθρου 3:95, παράγραφος 1, στοιχεία a, d ή e, η πράξη θα μπορούσε να έχει ή θα είχε ως αποτέλεσμα μια ανεπιθύμητη εξέλιξη του χρηματοπιστωτικού τομέα.»
12
Κατά το άρθρο 3:104, παράγραφος 1, του Wft:
«Η [DNB] μπορεί, για τη διαφύλαξη των συμφερόντων στην προστασία των οποίων αποβλέπει το άρθρο 3:100 του Wft, να επιβάλλει, με τη δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 3:95, παράγραφος 1, του Wft, όρους ή απαιτήσεις.»
Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
13
Η Atradius Credit Insurance NV (στο εξής: ACINV), που εδρεύει στο Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες), είναι επιχείρηση ασφάλισης πιστώσεων, η κυριότερη δραστηριότητα της οποίας είναι η ασφάλιση των επιχειρήσεων κατά του κινδύνου αφερεγγυότητας των οφειλετών τους. Η εταιρία αυτή ανήκει στον όμιλο Atradius, επικεφαλής του οποίου είναι η εταιρία χαρτοφυλακίου ATNV.
14
Το 2007 η Grupo Catalana Occidente SA (στο εξής: GCO), που εδρεύει στη Βαρκελώνη (Ισπανία), αποφάσισε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, τον έλεγχο του 64,23 % του κεφαλαίου της ATNV.
15
Με απόφαση της 13ης Αυγούστου 2007, η DNB χορήγησε στην GCO δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων κατ’ εφαρμογή των άρθρων 3:95 και 3:100 του Wft.
16
Η GCO και οι θυγατρικές της αποφάσισαν στη συνέχεια να αυξήσουν τη συμμετοχή τους στο κεφάλαιο της ATNV, ώστε να έχουν τη δυνατότητα άμεσου ή έμμεσου ελέγχου του συνόλου σχεδόν του κεφαλαίου της εταιρίας αυτής.
17
Με απόφαση της 25ης Μαΐου 2010, η DNB εξέδωσε, για την τελευταία αυτή πράξη, δήλωση μη διατυπώσεως αντιρρήσεων κατ’ εφαρμογή των άρθρων 3:95 και 3:100 του Wft. Η δήλωση αυτή συνοδευόταν πάντως από την επιβολή τριών όρων, και συγκεκριμένα, πρώτον, ότι η ATNV και οι εταιρίες του ομίλου Atradius οφείλουν να παρέχουν στην DNB συνδρομή για την προληπτική εποπτεία της ACINV και της ATNV, διαβιβάζοντάς της ιδίως κάθε στοιχείο που θα τους ζητεί ενδεχομένως η DNB, δεύτερον, ότι η διανομή μερισμάτων από την ATNV και την ACINV δεν θα καταλήγει σε μείωση των συντελεστών φερεγγυότητάς τους κάτω από ορισμένα κατώτατα όρια και, τρίτον, ότι τουλάχιστον τα μισά από τα μέλη των εποπτικών συμβουλίων της ATNV και της ACINV θα είναι ανεξάρτητα από τους μετόχους και ότι το εποπτικό συμβούλιο της ACINV θα προεδρεύεται από άτομο ανεξάρτητο από τους μετόχους.
18
Με απόφαση της 20ής Ιουλίου 2010, η DNB τροποποίησε την απόφασή της της 13ης Αυγούστου 2007, με σκοπό να επιβάλει αναδρομικά τους ίδιους όρους με εκείνους που περιείχε η απόφασή της της 25ης Μαΐου 2010.
19
Οι CO Sociedad de Gestión y Participación κ.λπ. υπέβαλαν στην DNB ενστάσεις κατά των αποφάσεων της 25ης Μαΐου 2010 και της 20ής Ιουλίου 2010, κατά το μέρος κατά οποίο η DNB είχε επιβάλει τους εν λόγω όρους με τις δηλώσεις μη διατυπώσεως αντιρρήσεων που είχε εκδώσει.
20
Αφού οι ενστάσεις αυτές απορρίφθηκαν κατά το ουσιώδες μέρος τους με απόφαση της DNB της 8ης Δεκεμβρίου 2010, οι CO Sociedad de Gestión y Participación κ.λπ. άσκησαν ένδικη προσφυγή ενώπιον του Rechtbank Rotterdam.
21
Με απόφαση της 4ης Αυγούστου 2011, το εν λόγω δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημα ακυρώσεως του πρώτου όρου που είχε επιβληθεί με τις αποφάσεις της DNB της 25ης Μαΐου 2010 και της 20ής Ιουλίου 2010, με το σκεπτικό ότι ο όρος αυτός ήταν απλώς ένα αίτημα της DNB προς την ATNV και τις εταιρίες του ομίλου Atradius να της διαβιβάζουν κάθε στοιχείο που θα τους ζητεί ενδεχομένως η DNB. Αντίθετα, το Rechtbank Rotterdam ακύρωσε τις παραπάνω αποφάσεις κατά το μέρος κατά το οποίο επέβαλλαν τον δεύτερο και τον τρίτο όρο. Το σκεπτικό του εν λόγω δικαστηρίου ήταν συγκεκριμένα ότι η οδηγία 92/49 δεν εμποδίζει μεν την DNB να συμπεριλαμβάνει ορισμένους όρους στις δηλώσεις μη διατυπώσεως αντιρρήσεων που εκδίδει, αλλά οι όροι αυτοί δεν μπορούν να αφορούν παρά μόνο τα πρόσωπα που έχουν υποβάλει την αίτηση για την οικεία δήλωση. Εν προκειμένω όμως, ο δεύτερος και ο τρίτος όρος που επέβαλε η DNB αφορούν την ATNV και την ACINV και όχι τις CO Sociedad de Gestión y Participación κ.λπ.
22
Οι CO Sociedad de Gestión y Participación κ.λπ., θεωρώντας ότι η οδηγία 92/49 δεν παρείχε σε καμία περίπτωση στην DNB την ευχέρεια να συμπεριλάβει ειδικούς όρους ή ειδικές απαιτήσεις στις επίμαχες δηλώσεις μη διατυπώσεως αντιρρήσεων, άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως του Rechtbank te Rotterdam ενώπιον του College van Beroep voor het bedrijfsleven, ενώ ταυτόχρονα άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής και η DNB. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού οι CO Sociedad de Gestión y Participación κ.λπ. υπενθυμίζουν ότι οι διατάξεις της οδηγίας 92/49, όπως έχουν διαμορφωθεί από την οδηγία 2007/44, αποσκοπούν, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 6 της τελευταίας αυτής οδηγίας, στη «μέγιστη εναρμόνιση» της διαδικασίας και των προληπτικών αξιολογήσεων. Αφού όμως οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν την ευχέρεια της εθνικής αρχής που είναι αρμόδια για τον προληπτικό έλεγχο της αποκτήσεως ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση ή της αυξήσεως τέτοιας συμμετοχής (στο εξής: αρμόδια εθνική αρχή) να επιβάλλει όρους ή απαιτήσεις με τις αποφάσεις με τις οποίες εγκρίνει ένα σχέδιο αποκτήσεως ή αυξήσεως ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική επιχείρηση, η οδηγία 92/49 πρέπει να ερμηνευθεί με την έννοια ότι απαγορεύει στην εν λόγω αρχή να επιβάλλει, με τις αποφάσεις της αυτές, τέτοιους όρους ή τέτοιες απαιτήσεις.
23
Με βάση τα δεδομένα αυτά, το αιτούν δικαστήριο δήλωσε την πρόθεσή του να ερμηνεύσει τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3:100 και 3:104 του Wft σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 2007/44.
24
Υπό τις συνθήκες αυτές, το College van Beroep voor het bedrijfsleven αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει η αρμόδια αρχή, η οποία ρητώς εγκρίνει σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής κατά την έννοια του άρθρου 15α της οδηγίας 92/49, τη δυνατότητα να συνοδεύσει, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, με απαιτήσεις ή όρους την έγκριση αυτή; Έχει εν προκειμένω σημασία το αν οι εν λόγω απαιτήσεις ή όροι στηρίζονται σε δεσμεύσεις τις οποίες ανέλαβε προηγουμένως ο υποψήφιος αγοραστής και στις οποίες αναφέρεται η αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2007/44;
2)
Αν το πρώτο ερώτημα χρήζει καταφατικής απαντήσεως, πρέπει οι απαιτήσεις ή οι όροι που τίθενται από την αρμόδια αρχή να είναι αναγκαίοι υπό την έννοια ότι, αν δεν είχαν τεθεί, η αξιολόγηση με γνώμονα τα κριτήρια του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49 θα υποχρέωνε την αρμόδια αρχή να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής;
3)
Αν επιτρέπεται να τεθούν απαιτήσεις ή όροι, παρέχει το άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49 βάση στην αρμόδια αρχή για να τεθούν, στο πλαίσιο της αποκτήσεως συμμετοχής, απαιτήσεις σχετικά με την “εταιρική διακυβέρνηση” της επιχειρήσεως για την οποία σχεδιάζεται η απόκτηση συμμετοχής, όπως για παράδειγμα ένα δυαδικό σύστημα συνθέσεως του εποπτικού συμβουλίου;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
25
Το αιτούν δικαστήριο, με το πρώτο ερώτημα, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν η οδηγία 92/49 έχει την έννοια ότι απαγορεύει στην αρμόδια εθνική αρχή να επιβάλλει, με την απόφαση με την οποία εγκρίνει τη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής, όρους ή απαιτήσεις, βάσει της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, είτε με δική της πρωτοβουλία είτε αποτυπώνοντας στην απόφαση αυτή δεσμεύσεις των οποίων την ανάληψη έχει προτείνει ο υποψήφιος αγοραστής.
26
Στο σημείο αυτό επισημαίνεται, όσον αφορά το γράμμα της οδηγίας 92/49, ότι καμία από τις διατάξεις της δεν προβλέπει ρητά τη δυνατότητα των αρμόδιων εθνικών αρχών να επιβάλλουν όρους ή απαιτήσεις κατά την έγκριση της σχεδιαζόμενης αποκτήσεως συμμετοχής.
27
Εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, για την ερμηνεία των διατάξεων των πράξεων του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όχι μόνον το γράμμα των διατάξεων αυτών, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται και οι σκοποί που επιδιώκονται με την οικεία πράξη (βλ. επ’ αυτού απόφαση SGAE, C‑306/05, EU:C:2006:764, σκέψη 34).
28
Όσον αφορά το πλαίσιο, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 15α, παράγραφος 7, της οδηγίας 92/49 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν, για την έγκριση από τις αρμόδιες εθνικές αρχές των σχεδίων αποκτήσεως συμμετοχής, αυστηρότερες απαιτήσεις από τις προβλεπόμενες στην εν λόγω οδηγία.
29
Από τα παραπάνω συνάγεται a contrario ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο αυτό επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν, για την έγκριση από τις αρμόδιες εθνικές αρχές των σχεδίων αποκτήσεως συμμετοχής, λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις από τις προβλεπόμενες στην οδηγία 92/49, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
30
Η διάταξη όμως με την οποία ένα κράτος μέλος απονέμει στην αρμόδια αρχή την εξουσία να επιβάλλει, κατά την έγκριση των σχεδίων αποκτήσεως συμμετοχής, όρους ή απαιτήσεις, εφόσον συντρέχει περίπτωση στην οποία η αρχή αυτή θα μπορούσε νομίμως, δυνάμει του άρθρου 15β, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση, έχει ως αποτέλεσμα να επιβάλλονται, για την έγκριση αυτή, λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις από τις προβλεπόμενες στην οδηγία 92/49.
31
Κατά συνέπεια, η οδηγία 92/49 πρέπει να ερμηνευθεί με την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν στην αρμόδια εθνική αρχή, εφόσον συντρέχει περίπτωση στην οποία θα μπορούσε νομίμως να ληφθεί απορριπτική απόφαση δυνάμει του άρθρου 15β, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, να επιβάλλει, κατά την έγκριση των σχεδίων αποκτήσεως συμμετοχής, όρους ή απαιτήσεις είτε με δική της πρωτοβουλία είτε αποτυπώνοντας στην απόφαση αυτή δεσμεύσεις των οποίων την ανάληψη έχει προτείνει ο υποψήφιος αγοραστής, υπό την προϋπόθεση ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2007/44, δεν θίγονται τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η ως άνω οδηγία, στη συνέχεια δε η οδηγία 92/49, στον υποψήφιο αγοραστή.
32
Η ορθότητα του παραπάνω συμπεράσματος επιβεβαιώνεται αφενός από τον σκοπό που επιδιώκει η οδηγία 92/49 και ο οποίος συνίσταται, όπως αναφέρει η αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας αυτής, στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα της πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλειας ζωής, τόσο όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης όσο και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, και αφετέρου από τον σκοπό που επιδιώκεται με την προληπτική αξιολόγηση και ο οποίος συνίσταται, όπως προκύπτει από το άρθρο 15β της οδηγίας 92/49, στην εξασφάλιση της ορθής και συνετής διοικήσεως της ασφαλιστικής επιχειρήσεως την οποία αφορά η σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής.
33
Συγκεκριμένα, πρώτον, η ευχέρεια που παρέχεται στην αρμόδια εθνική αρχή, στις περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε νομίμως να αντιταχθεί στο σχέδιο αποκτήσεως συμμετοχής, να εγκρίνει το σχέδιο επιβάλλοντας στον υποψήφιο αγοραστή όρους ή απαιτήσεις είναι ικανή να βοηθεί την άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα της πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλειας ζωής. Δεύτερον, η επιβολή όρων ή απαιτήσεων από την αρχή αυτή μπορεί να συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου χειροτερεύσεως της φερεγγυότητας της οικείας ασφαλιστικής επιχειρήσεως την οποία θα μπορούσε να συνεπάγεται μια μεταβολή στη σύνθεση των μετόχων.
34
Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 92/49 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν στην αρμόδια εθνική αρχή, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον συντρέχει περίπτωση στην οποία η αρχή αυτή θα μπορούσε νομίμως να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής δυνάμει του άρθρου 15β, παράγραφος 2, της ίδιας αυτής οδηγίας, να επιβάλλει, κατά την έγκριση της σχεδιαζόμενης αποκτήσεως συμμετοχής, όρους ή απαιτήσεις είτε με δική της πρωτοβουλία είτε αποτυπώνοντας στην απόφασή της δεσμεύσεις των οποίων την ανάληψη έχει προτείνει ο υποψήφιος αγοραστής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η εν λόγω οδηγία στον υποψήφιο αγοραστή αυτό.
Επί του δεύτερου ερωτήματος
35
Το αιτούν δικαστήριο, με το δεύτερο ερώτημα, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν η οδηγία 92/49 έχει την έννοια ότι η αρμόδια εθνική αρχή είναι υποχρεωμένη να επιβάλλει στον υποψήφιο αγοραστή όρους ή απαιτήσεις πριν να έχει τη δυνατότητα να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν οι όροι αυτοί ή οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να καθορίζονται σε συνάρτηση με τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
36
Πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 15β, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49 προβλέπει ότι η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια του άρθρου 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ή αν οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.
37
Αφού το άρθρο 15β, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας, όπως προκύπτει από το γράμμα του, δεν προβλέπει ρητά την υποχρέωση των αρμόδιων εθνικών αρχών να επιβάλλουν όρους ή απαιτήσεις πριν να έχουν τη δυνατότητα να αντιταχθούν στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής, η ύπαρξη τέτοιας υποχρεώσεως δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη αυτή.
38
Κατά συνέπεια, η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής χωρίς να είναι προηγουμένως υποχρεωμένη να επιβάλει όρους ή απαιτήσεις στον υποψήφιο αγοραστή.
39
Με το δεδομένο αυτό, αφού από την αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2007/44 προκύπτει ότι η αρμόδια εθνική αρχή και ο υποψήφιος αγοραστής πρέπει να συνεργάζονται, καταβάλλοντας ειλικρινή προσπάθεια αμοιβαίας αρωγής, στο πλαίσιο της αξιολογήσεως της σχεδιαζόμενης αποκτήσεως συμμετοχής από την άποψη των κριτηρίων που προβλέπονται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, η εν λόγω αρχή οφείλει, σε περίπτωση που ο υποψήφιος αγοραστής είναι διατεθειμένος να αναλάβει δεσμεύσεις έναντι της αρχής αυτής, να εξετάσει με τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια μήπως ο καθορισμός όρων ή απαιτήσεων με βάση τις δεσμεύσεις αυτές καλύπτει επαρκώς τους βάσιμους λόγους που έχει εντοπίσει η εν λόγω αρχή και της επιτρέπει συνεπώς να εγκρίνει τη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής.
40
Εν πάση περιπτώσει, η αρμόδια εθνική αρχή δεν μπορεί να ασκεί την ευχέρειά της να επιβάλλει όρους ή απαιτήσεις στον υποψήφιο αγοραστή παρά μόνο εντός ορισμένων ορίων.
41
Συγκεκριμένα, από το άρθρο 15β, παράγραφος 2, της οδηγίας 92/49 και από τις αιτιολογικές σκέψεις 2, 3 και 6 της οδηγίας 2007/44 προκύπτει ότι η απαρίθμηση των κριτηρίων στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, βάσει των οποίων πρέπει να πραγματοποιείται η προληπτική αξιολόγηση της σχεδιαζόμενης αποκτήσεως συμμετοχής, είναι περιοριστική.
42
Το γεγονός ότι πρόκειται για περιοριστική απαρίθμηση επιβεβαιώνεται από το γράμμα του άρθρου 15α, παράγραφος 7, της οδηγίας 92/49, κατά το οποίο τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν απαιτήσεις για την κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές και την έγκριση από αυτές άμεσης ή έμμεσης αποκτήσεως δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην εν λόγω οδηγία.
43
Υπό τις συνθήκες αυτές, οι όροι ή οι απαιτήσεις που μπορεί να επιβάλλει η αρμόδια εθνική αρχή, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, κατά την έγκριση ενός σχεδίου αποκτήσεως συμμετοχής δεν επιτρέπεται να στηρίζονται σε κριτήριο αξιολογήσεως που να μην περιλαμβάνεται στα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49.
44
Στη συνέχεια υπενθυμίζεται ότι, όταν μια εθνική αρχή θεσπίζει μέτρα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δικαίου αυτού, όπως είναι ιδίως η αρχή της αναλογικότητας, η οποία απαιτεί να είναι τα εν λόγω μέτρα πρόσφορα για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και να μη βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού (βλ. επ’ αυτού, μεταξύ άλλων, απόφαση ABNA κ.λπ., C‑453/03, C‑11/04, C‑12/04 και C‑194/04, EU:C:2005:741, σκέψη 68).
45
Κατά συνέπεια, όταν η αρμόδια εθνική αρχή αποφασίζει να επιβάλει, κατά την έγκριση της σχεδιαζόμενης αποκτήσεως συμμετοχής, όρους ή απαιτήσεις, οι όροι αυτοί ή οι απαιτήσεις αυτές δεν επιτρέπεται να βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για να ανταποκρίνεται η απόκτηση αυτή στα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49.
46
Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η οδηγία 92/49 έχει την έννοια ότι η αρμόδια εθνική αρχή δεν είναι υποχρεωμένη να επιβάλλει στον υποψήφιο αγοραστή όρους ή απαιτήσεις πριν να έχει τη δυνατότητα να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής. Όταν η αρχή αυτή αποφασίζει να επιβάλει, κατά την έγκριση της σχεδιαζόμενης αποκτήσεως συμμετοχής, όρους ή απαιτήσεις, οι όροι αυτοί και οι απαιτήσεις αυτές δεν επιτρέπεται να στηρίζονται σε κριτήριο αξιολογήσεως που δεν περιλαμβάνεται στα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ούτε να βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για να ανταποκρίνεται η σχεδιαζόμενη απόκτηση στα κριτήρια αυτά.
Επί του τρίτου ερωτήματος
47
Το αιτούν δικαστήριο, με το τρίτο ερώτημα, θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν το άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49 έχει την έννοια ότι μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση για την εκ μέρους της αρμόδιας εθνικής αρχής επιβολή στον υποψήφιο αγοραστή απαιτήσεων σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση της επιχειρήσεως οι οποίες να αφορούν, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, τη σύνθεση των εποπτικών συμβουλίων των ενδιαφερόμενων ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
48
Καταρχάς, από το άρθρο 15β, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 92/49 συνάγεται ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές μπορούν να αντιτάσσονται στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής για λόγο που αφορά την ικανότητα της ασφαλιστικής επιχειρήσεως να ανταποκρίνεται και να εξακολουθήσει να ανταποκρίνεται, σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί αυτή η απόκτηση, στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει της οδηγίας αυτής, με δεδομένο ότι, κατά τη διάταξη αυτή, η ικανότητα της ασφαλιστικής επιχειρήσεως να ανταποκρίνεται και να εξακολουθήσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας προϋποθέτει ότι ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει δομή που παρέχει στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα διενέργειας αποτελεσματικής εποπτείας.
49
Επομένως, το άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49 έχει την έννοια ότι η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί καταρχήν να επιβάλλει, κατά την έγκριση των σχεδίων αποκτήσεως συμμετοχής, όρους ή απαιτήσεις σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση της επιχειρήσεως, με σκοπό τη διασφάλιση της ύπαρξης μιας τέτοιας δομής.
50
Στη συνέχεια, όπως διαπιστώθηκε παραπάνω στη σκέψη 45, μια απαίτηση, για να είναι σύμφωνη με την οδηγία 92/49, πρέπει να μη βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για να ανταποκρίνεται η σχεδιαζόμενη απόκτηση στα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
51
Εν προκειμένω ο τρίτος όρος, ο οποίος έχει σχέση με την εταιρική διακυβέρνηση της ATNV και της ACINV και τον οποίο επέβαλε η DNB με τις αποφάσεις της της 25ης Μαΐου 2010 και της 20ής Ιουλίου 2010, αφορά τη σύνθεση των εποπτικών συμβουλίων των δύο αυτών εταιριών, καθόσον η DNB απαιτεί να είναι τα μισά τουλάχιστον από τα μέλη των εποπτικών συμβουλίων αυτών ανεξάρτητα από τους μετόχους και να προεδρεύεται το εποπτικό συμβούλιο της ACINV από άτομο ανεξάρτητο από τους μετόχους.
52
Συναφώς είναι θεμιτό να γίνει δεκτό ότι η απαίτηση που επιβάλλεται με σκοπό τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του οργάνου εποπτείας μιας εταιρίας συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας και της αξιοπιστίας των στοιχείων που οφείλει να παρέχει η εταιρία αυτή ενόψει της προληπτικής αξιολόγησης και τα οποία είναι αναγκαία για την άσκηση από την αρμόδια αρχή αποτελεσματικής εποπτείας επί της εταιρίας αυτής.
53
Κατά συνέπεια, η απαίτηση αυτή μπορεί καταρχήν να θεωρηθεί ως έχουσα σχέση με ένα από τα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49.
54
Δεδομένου μάλιστα ότι, πρώτον, το εποπτικό συμβούλιο αποτελεί ελεγκτικό όργανο και όχι όργανο λήψεως αποφάσεων και, δεύτερον, κατόπιν των δύο επίμαχων στην κύρια δίκη πράξεων αγοράς, η GCO και οι θυγατρικές της θα ελέγχουν το σύνολο σχεδόν του κεφαλαίου της ATNV και της ACINV, η εν λόγω απαίτηση δεν βαίνει, εκ πρώτης όψεως, πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για να μπορεί η DNB να εξασφαλίσει ότι οι πράξεις αυτές ανταποκρίνονται στο κριτήριο που προβλέπεται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 92/49.
55
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται πάντως να εξακριβώσει αν αυτό συμβαίνει πράγματι εν προκειμένω, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, και ιδίως τη φύση και την έκταση των εξουσιών που απονέμει η εθνική νομοθεσία στο εποπτικό συμβούλιο και στον πρόεδρό του.
56
Κατόπιν των ανωτέρω, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει καταρχήν στην αρμόδια εθνική αρχή να επιβάλλει απαιτήσεις σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση οι οποίες να αφορούν, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, τη σύνθεση των εποπτικών συμβουλίων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής. Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, αν η απαίτηση αυτή είναι αναγκαία για να ανταποκρίνονται τα σχέδια αποκτήσεως συμμετοχής στα κριτήρια που προβλέπει η διάταξη αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
57
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Η οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής, και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να επιτρέπουν στην αρμόδια εθνική αρχή, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, εφόσον συντρέχει περίπτωση στην οποία η αρχή αυτή θα μπορούσε νομίμως να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής δυνάμει του άρθρου 15β, παράγραφος 2, της ίδιας αυτής οδηγίας, να επιβάλλει, κατά την έγκριση της σχεδιαζόμενης αποκτήσεως συμμετοχής, όρους ή απαιτήσεις είτε με δική της πρωτοβουλία είτε αποτυπώνοντας στην απόφασή της δεσμεύσεις των οποίων την ανάληψη έχει προτείνει ο υποψήφιος αγοραστής, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα που αναγνωρίζει η εν λόγω οδηγία στον υποψήφιο αγοραστή αυτό.
2)
Η οδηγία 92/49, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/44, έχει την έννοια ότι η αρμόδια εθνική αρχή δεν είναι υποχρεωμένη να επιβάλλει στον υποψήφιο αγοραστή όρους ή απαιτήσεις πριν να έχει τη δυνατότητα να αντιταχθεί στη σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής. Όταν η αρχή αυτή αποφασίζει να επιβάλει, κατά την έγκριση της σχεδιαζόμενης αποκτήσεως συμμετοχής, όρους ή απαιτήσεις, οι όροι αυτοί και οι απαιτήσεις αυτές δεν επιτρέπεται να στηρίζονται σε κριτήριο αξιολογήσεως που δεν περιλαμβάνεται στα κριτήρια που απαριθμούνται στο άρθρο 15β, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας ούτε να βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για να ανταποκρίνεται η σχεδιαζόμενη απόκτηση στα κριτήρια αυτά.
3)
Το άρθρο 15β, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/49, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2007/44, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει καταρχήν στην αρμόδια εθνική αρχή να επιβάλλει απαιτήσεις σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση οι οποίες να αφορούν, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης, τη σύνθεση των εποπτικών συμβουλίων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η σχεδιαζόμενη απόκτηση συμμετοχής.
Στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει, αφού λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης της κύριας δίκης, αν η απαίτηση αυτή είναι αναγκαία για να ανταποκρίνονται τα σχέδια αποκτήσεως συμμετοχής στα κριτήρια που προβλέπει η διάταξη αυτή.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy