ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως)
της 6ης Οκτωβρίου 2015 ( * )
«Προσφυγή ακυρώσεως — Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας — Διεθνές Δικαστήριο για το δίκαιο της θάλασσας — Παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία — Διαδικασία συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως — Υποβολή γραπτής δηλώσεως εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Επιτροπή — Απουσία προηγούμενης εγκρίσεως του περιεχομένου της δηλώσεως αυτής από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρα 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, 16 ΣΕΕ και 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ — Άρθρα 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ και 335 ΣΛΕΕ — Εκπροσώπηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Αρχές της κατανομής των αρμοδιοτήτων και της θεσμικής ισορροπίας — Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας»
Στην υπόθεση C‑73/14,
με αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, η οποία ασκήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 2014,
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τις A. Westerhof Löfflerová, E. Finnegan και R. Liudvinaviciute-Cordeiro,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από:
την Τσεχική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους M. Smolek, E. Ruffer και J. Vláčil, καθώς και από την M. Hedvábná,
την Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Γ. Καριψιάδη και K. Μπόσκοβιτς, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον M. Sampol Pucurull,
τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues, D. Colas και F. Fize, καθώς και από την N. Rouam,
τη Δημοκρατία της Λιθουανίας, εκπροσωπούμενη από τον D. Kriaučiūnas και την G. Taluntytė,
το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τις M. Bulterman, M. Gijzen και M. de Ree,
τη Δημοκρατία της Αυστρίας, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer και τον G. Eberhard,
την Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον L. Inez Fernandes και την M. L. Duarte,
τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski και την H. Leppo,
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενο από την E. Jenkinson και τον M. Holt, επικουρούμενους από τον J. Holmes, barrister,
παρεμβαίνοντες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την K. Banks και τους A. Bouquet, E. Paasivirta και P. Van Nuffel, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τμήμα μείζονος συνθέσεως),
συγκείμενο από τους Β. Σκουρή, Πρόεδρο, K. Lenaerts (εισηγητή), αντιπρόεδρο, R. Silva de Lapuerta, M. Ilešič, L. Bay Larsen, A. Ó Caoimh, J.-C. Bonichot, C. Vajda, S. Rodin και K. Jürimäe, προέδρους τμήματος, J. Malenovský, J. L. da Cruz Vilaça και F. Biltgen, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 14ης Απριλίου 2015,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 16ης Ιουλίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την προσφυγή του, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 29ης Νοεμβρίου 2013 περί υποβολής «γραπτής δηλώσεως εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή» (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) στο Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας (στο εξής: ΔΔΔΘ) στην υπόθεση αριθ. 21.
Το νομικό πλαίσιο
Οι σχετικές με το ΔΔΔΘ διατάξεις
2
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας, η οποία υπογράφηκε στο Montego Bay στις 10 Δεκεμβρίου 1982 και τέθηκε σε ισχύ στις 16 Νοεμβρίου 1994 (στο εξής: UNCLOS), εγκρίθηκε έξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 98/392/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1998, για τη σύναψη από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών, της 10ης Δεκεμβρίου 1982, για το δίκαιο της θάλασσας και της συμφωνίας, της 28ης Ιουλίου 1994, σχετικά με την εφαρμογή του μέρους XI της εν λόγω σύμβασης (ΕΕ L 179, σ. 1).
3
Το άρθρο 191 της UNCLOS ορίζει τα εξής:
«Το τμήμα επίλυσης θαλάσσιου βυθού παρέχει συμβουλευτικές γνώμες μετά από αίτηση της συνέλευσης ή του συμβουλίου για νομικά θέματα που προκύπτουν στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους. Οι γνώμες αυτές δίδονται εντός συντομοτάτου χρονικού διαστήματος.»
4
Κατά το άρθρο 287, παράγραφος 1, της UNCLOS:
«Όταν υπογράφει, επικυρώνει ή προσχωρεί στην [UNCLOS] ή οποτεδήποτε μεταγενέστερα, κάθε κράτος είναι ελεύθερο να επιλέξει με γραπτή δήλωσή του ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέσα για την επίλυση διαφορών σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή της [UNCLOS]:
α)
το [ΔΔΔΘ] που ιδρύεται σύμφωνα με το παράρτημα VI·
[...]».
5
Το παράρτημα VI της UNCLOS περιλαμβάνει το Καταστατικό για το ΔΔΔΘ.
6
Το άρθρο 16 του καταστατικού αυτού, το οποίο επιγράφεται «Κανόνες [του ΔΔΔΘ]», προβλέπει τα εξής:
«Το [ΔΔΔΘ] διαμορφώνει κανόνες για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων του. Ιδιαίτερα θα διατυπώνει διαδικαστικούς κανόνες.»
7
Κατά το άρθρο 21 του εν λόγω καταστατικού, το οποίο επιγράφεται «Δικαιοδοσία»:
«Η δικαιοδοσία του [ΔΔΔΘ] καλύπτει όλες τις διαφορές και όλες τις αιτήσεις που υποβάλλονται σ’ αυτό σύμφωνα με τη [UNCLOS] και όλα τα θέματα που προβλέπονται ειδικά σ’ οποιαδήποτε άλλη συμφωνία που παρέχει δικαιοδοσία στο [ΔΔΔΘ].»
8
Το καταστατικό του ΔΔΔΘ, όπως αναθεωρήθηκε στις 17 Μαρτίου 2009, ρυθμίζει, στα άρθρα του 130 έως 137, την «αρμοδιότητα εκδόσεως συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως» ενώπιον του τμήματος διευθέτησης διαφορών θαλάσσιου βυθού. Από το άρθρο 133 του καταστατικού αυτού προκύπτει ότι τα κράτη μέρη της UNCLOS και οι διακυβερνητικοί οργανισμοί οι οποίοι δύνανται να δώσουν στοιχεία όσον αφορά το ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο αιτήσεως για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως καλούνται να υποβάλουν γραπτές δηλώσεις επί του θέματος αυτού, όπως επίσης, σε περίπτωση διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, να παρουσιάσουν προφορικώς τις απόψεις τους κατά την εν λόγω συζήτηση.
9
Το άρθρο 138 του εν λόγω καταστατικού ορίζει ότι:
«1. Το [ΔΔΔΘ] μπορεί να εκδίδει συμβουλευτική γνωμοδότηση επί νομικού ζητήματος εφόσον διεθνής συμφωνία η οποία σχετίζεται με τους σκοπούς της [UNCLOS] προβλέπει ειδικώς την υποβολή σχετικής αιτήσεως ενώπιον του [ΔΔΔΘ].
2. Η αίτηση για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως διαβιβάζεται στο [ΔΔΔΘ] από κάθε σχετικώς εξουσιοδοτημένο όργανο από ή δυνάμει της συμφωνίας αυτής.
3. Το [ΔΔΔΘ] εφαρμόζει, τηρουμένων των αναλογιών, τα άρθρα 130 έως 137.»
Οι διεθνείς διατάξεις περί παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας
10
Πλήθος διατάξεων διεθνών συμβάσεων των οποίων μέλος είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση ρυθμίζουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και αρμοδιότητες του κράτους σημαίας και των παράκτιων κρατών στον τομέα της αλιείας ανοικτής θαλάσσης ή εντός αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, οπότε είναι συναφείς με την καταπολέμηση της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας (στο εξής: ΠΛΑ αλιεία), η οποία θέτει σε κίνδυνο τη διατήρηση και διαχείριση των αποθεμάτων ιχθύων.
11
Το ίδιο ισχύει ειδικότερα και για τα άρθρα 56, 61 έως 68, 73, 91, 94 και 116 έως 120 της UNCLOS, τα άρθρα III, V, VI και VIII της συμφωνίας για την προώθηση της τήρησης των διεθνών μέτρων διατήρησης και διαχείρισης από τα αλιευτικά σκάφη στην ανοικτή θάλασσα, η οποία εγκρίθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1993 με το ψήφισμα 15/93 κατά την εικοστή έβδομη σύνοδο της Διασκέψεως της Οργανώσεως Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (στο εξής: συμφωνία συμμορφώσεως FAO), στην οποία προσχώρησε η Κοινότητα δυνάμει της αποφάσεως 96/428/ΕΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996 (ΕΕ L 177, σ. 24), καθώς και για τα άρθρα 5 έως 14 και 17 έως 21 της συμφωνίας που υπογράφηκε στις 4 Αυγούστου 1995 στη Νέα Υόρκη (Ηνωμένες Πολιτείες) για την εφαρμογή των διατάξεων της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το δίκαιο της θάλασσας της 10ης Δεκεμβρίου 1982, οι οποίες αφορούν τη διατήρηση και τη διαχείριση των αλληλοεπικαλυπτομένων αποθεμάτων ιχθύων (ιχθείς που απαντώνται τόσο εντός όσο και εκτός των αποκλειστικών οικονομικών ζωνών) (αλληλοεπικαλυπτόμενα αποθέματα) και των αποθεμάτων άκρως μεταναστευτικών ιχθύων (στο εξής: συμφωνία των Ηνωμένων Εθνών για τα αποθέματα ιχθύων), η οποία επικυρώθηκε, εξ ονόματος της Κοινότητας, με την απόφαση 98/414/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ L 189, σ. 14).
Οι συμφωνίες αλιευτικής συμπράξεως μεταξύ της Ένωσης και παράκτιων κρατών
12
Η Υποπεριφερειακή Επιτροπή Αλιείας (στο εξής: CSRP) είναι διακυβερνητικός οργανισμός για τη συνεργασία στην αλιεία ο οποίος ιδρύθηκε από τη σύμβαση της 29ης Μαρτίου 1995 μεταξύ της Δημοκρατίας του Πράσινου Ακρωτηρίου, της Δημοκρατίας της Γκάμπια, της Δημοκρατίας της Γουινέας, της Δημοκρατίας της Γουινέας Μπισσάου, της Ισλαμικής Δημοκρατίας Μαυριτανίας, της Δημοκρατίας της Σενεγάλης και της Δημοκρατίας της Σιέρρα Λεόνε.
13
Η Ένωση έχει συνάψει συμφωνίες συμπράξεως με διάφορα κράτη μέλη της CSRP. Η πλειονότητα των συμφωνιών αυτών περιέχουν διάταξη αντίστοιχη με εκείνη του άρθρου 5, παράγραφος 4, της συμφωνίας αλιευτικής συμπράξεως μεταξύ της Ένωσης και της Δημοκρατίας του Πράσινου Ακρωτηρίου (ΕΕ 2006, L 414, σ. 3), κατά την οποία «[η] Κοινότητα αναλαμβάνει την υποχρέωση να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι τα σκάφη της τηρούν τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας καθώς και τη νομοθεσία που διέπει την αλιεία στα ύδατα που υπάγονται στη δικαιοδοσία του Πράσινου Ακρωτηρίου».
Τα μέτρα της Ένωσης στον τομέα της ΠΛΑ αλιείας
14
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1005/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, περί δημιουργίας κοινοτικού συστήματος πρόληψης, αποτροπής και εξάλειψης της παράνομης, λαθραίας και άναρχης αλιείας, τροποποίησης των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, (ΕΚ) αριθ. 1936/2001 και (ΕΚ) αριθ. 601/2004 και κατάργησης των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1093/94 και (ΕΚ) αριθ. 1447/1999 (ΕΕ L 286, σ. 1, στο εξής: κανονισμός ΠΛΑ), προβλέπει λεπτομερές πλαίσιο μέτρων για την καταπολέμηση της ΠΛΑ αλιείας.
15
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη του 5, σκοπός του κανονισμού αυτού είναι η ενίσχυση της δράσεως της Ένωσης κατά της ΠΛΑ αλιείας, «[β]άσει των διεθνών […] δεσμεύσεων» της Ένωσης μνεία των οποίων γίνεται στην αιτιολογική σκέψη 1 του εν λόγω κανονισμού, ήτοι βάσει εκείνων που απορρέουν από την UNCLOS, τη συμφωνία συμμορφώσεως FAO και τη συμφωνία των Ηνωμένων Εθνών για τα αποθέματα ιχθύων.
16
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1006/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με τις άδειες αλιείας κοινοτικών αλιευτικών σκαφών εκτός των υδάτων της Κοινότητας και για την πρόσβαση σκαφών τρίτων χωρών στα ύδατα της Κοινότητας, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 και (ΕΚ) αριθ. 1627/94 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3317/94 (ΕΕ L 286, σ. 33), ρυθμίζει την πρόσβαση των σκαφών τρίτων χωρών στα ύδατα της Ένωσης καθώς και την πρόσβαση των σκαφών της Ένωσης στα ύδατα τρίτων χωρών.
17
Η επιβολή και ο έλεγχος της τηρήσεως του κανονισμού ΠΛΑ διασφαλίζονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009, περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τροποποιήσεως των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 847/96, (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, (ΕΚ) αριθ. 811/2004, (ΕΚ) αριθ. 768/2005, (ΕΚ) αριθ. 2115/2005, (ΕΚ) αριθ. 2166/2005, (ΕΚ) αριθ. 388/2006, (ΕΚ) αριθ. 509/2007, (ΕΚ) αριθ. 676/2007, (ΕΚ) αριθ. 1098/2007, (ΕΚ) αριθ. 1300/2008, (ΕΚ) αριθ. 1342/2008 και καταργήσεως των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, (ΕΚ) αριθ. 1627/94 και (ΕΚ) αριθ. 1966/2006 (ΕΕ L 343, σ. 1).
18
Κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού ΠΛΑ, η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΕ) 468/2010, της 28ης Μαΐου 2010, περί θεσπίσεως του καταλόγου της ΕΕ με τα σκάφη που συμμετέχουν σε παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία (ΕΕ L 131, σ. 22), ο οποίος έχει επανειλημμένως τροποποιηθεί, εξέδωσε κατάλογο της Ένωσης σχετικά με τα σκάφη που συμμετέχουν σε ΠΛΑ αλιεία, βάσει των καταλόγων που έχουν καταρτιστεί από τις περιφερειακές οργανώσεις διαχείρισης της αλιείας (στο εξής: ΠΟΔΑ). Η Ένωση είναι μέλος στις περισσότερες από αυτές τις ΠΟΔΑ.
19
Η Ένωση έχει επίσης εκδώσει διάφορους κανονισμούς για την εφαρμογή μέτρων ληφθέντων από τις ΠΟΔΑ έναντι ορισμένων τρίτων χωρών. Για παράδειγμα, ο κανονισμός (ΕΚ) 826/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 2004, για την απαγόρευση της εισαγωγής ερυθρού τόννου του Ατλαντικού (Thunnus thynnus) καταγωγής Ισημερινής Γουινέας και Σιέρα Λεόνε και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2092/2000 (ΕΕ L 127, σ. 19), και ο κανονισμός (ΕΚ) 827/2004 του Συμβουλίου, της 26ης Απριλίου 2004, για την απαγόρευση της εισαγωγής τόννου μεγαλόφθαλμου του Ατλαντικού (Τhunnus obesus), καταγωγής Βολιβίας, Καμπότζης, Γεωργίας, Ισημερινής Γουινέας και Σιέρρα Λεόνε και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1036/2001 (ΕΕ L 127, σ. 21).
Ιστορικό της διαφοράς
20
Στις 28 Μαρτίου 2013, η CSRP υπέβαλε στο ΔΔΔΘ αίτηση για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως (στο εξής: αίτηση για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως).
21
Η αίτηση αυτή, η οποία πρωτοκολλήθηκε ως υπόθεση αριθ. 21, αφορούσε τα ακόλουθα ερωτήματα:
«1)
Ποιες είναι οι υποχρεώσεις του κράτους σημαίας σε περίπτωση [ΠΛΑ αλιείας] στο εσωτερικό της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης τρίτων χωρών;
2)
Έως ποιό βαθμό το κράτος σημαίας μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για την ΠΛΑ αλιεία που ασκείται από τα σκάφη υπό τη σημαία του;
3)
Μπορεί διεθνής οργανισμός ο οποίος διαθέτει άδειες αλιείας να θεωρηθεί υπεύθυνος για παραβιάσεις της αλιευτικής νομοθεσίας του παράκτιου κράτους εκ μέρους των αλιευτικών σκαφών που χρησιμοποιούν τις εν λόγω άδειες;
4)
Ποια είναι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του παράκτιου κράτους ώστε να διασφαλίσει τη βιώσιμη διαχείριση των κοινών αποθεμάτων και των αποθεμάτων κοινού ενδιαφέροντος, και δη των θυννοειδών και των μικρών πελαγικών ειδών;»
22
Με διάταξη της 24ης Μαΐου 2013, το ΔΔΔΘ κάλεσε τα συμβαλλόμενα μέρη στην UNCLOS, τη CSRP καθώς και άλλους διακυβερνητικούς οργανισμούς να υποβάλουν, έως τις 29 Νοεμβρίου 2013, γραπτές δηλώσεις στην υπόθεση αριθ. 21. Αποφάσισε επίσης τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής.
23
Στις 5 Αυγούστου 2013, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση «για την υποβολή γραπτής δηλώσεως εξ ονόματος της Ένωσης όσον αφορά την αίτηση της Υποπεριφερειακής Επιτροπής Αλιείας για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως από το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας στην υπόθεση αριθ. 21» [C(2013) 4989 τελικό, στο εξής: απόφαση της 5ης Αυγούστου 2013)].
24
Οι αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10 της αποφάσεως αυτής προβλέπουν ότι, «δυνάμει του άρθρου 335 ΣΛΕΕ, η Ένωση εκπροσωπείται από την Επιτροπή στο πλαίσιο των δικαστικών διαδικασιών» και ότι «είναι σκόπιμο [...] να υποβάλει η Επιτροπή γραπτές παρατηρήσεις εξ ονόματος της Ένωσης επί των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν ενώπιον του ΔΔΔΘ και να μετάσχει στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση». Η αιτιολογική σκέψη 11 της εν λόγω αποφάσεως προσθέτει ότι, «δυνάμει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας η Επιτροπή θα ενημερώσει το Συμβούλιο μέσω της αρμόδιας ομάδας εργασίας του».
25
Το άρθρο 1 της αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 2013 ορίζει ότι «η Επιτροπή θα καταθέσει γραπτές δηλώσεις εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν στις 27 Μαρτίου 2013 για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως από τη [CSRP] ενώπιον του [ΔΔΔΘ] στο πλαίσιο της υποθέσεως αριθ. 21 [και] [...] θα μετάσχει στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση αριθ. 21». Κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής, «ανατίθεται στη νομική υπηρεσία της Επιτροπής η εκτέλεση της παρούσας αποφάσεως».
26
Εντός του Συμβουλίου, η αίτηση για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως είχε συζητηθεί, αφενός, από την ομάδα εργασίας «Δίκαιο της θάλασσας» (στο εξής: ομάδα COMAR) ως προς την αρμοδιότητα του ΔΔΔΘ να εκδώσει αυτήν την συμβουλευτική γνωμοδότηση καθώς και ως προς το παραδεκτό των υποβληθέντων ερωτημάτων και, αφετέρου, από την ομάδα εργασίας «Εσωτερική και εξωτερική αλιευτική πολιτική» (στο εξής: ομάδα FISH) ως προς την ουσία των ερωτημάτων.
27
Κατά τις συναντήσεις της ομάδας FISH της 12ης Σεπτεμβρίου 2013 και της ομάδας COMAR της 17ης Σεπτεμβρίου 2013, η Επιτροπή επανέλαβε την πρόθεσή της να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις εξ ονόματος της Ένωσης στην υπόθεση αριθ. 21 και επιβεβαίωσε ότι δεν έκρινε αναγκαία την προηγούμενη σχετική έγκριση από το Συμβούλιο. Κατά τη συνάντηση της ομάδας FISH, η Προεδρία του Συμβουλίου επισήμανε, από πλευράς της, ότι το Συμβούλιο ήταν το αρμόδιο όργανο να εγκρίνει το περιεχόμενο αυτών των γραπτών παρατηρήσεων και κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει στο Συμβούλιο σχέδιο γραπτών παρατηρήσεων έως τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου 2013.
28
Στις 22 Οκτωβρίου 2013, η Επιτροπή απέστειλε στο Συμβούλιο «έγγραφο εργασίας όπου περιγράφονταν τα κύρια σημεία των παρατηρήσεων της Ένωσης στην υπόθεση αριθ. 21 του [ΔΔΔΘ]» (στο εξής: έγγραφο εργασίας της 22ας Οκτωβρίου 2013). Στο έγγραφο αυτό η Επιτροπή, παραπέμποντας στην απόφασή της της 5ης Αυγούστου 2013, επαναλάμβανε ότι, «σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας», το Συμβούλιο έπρεπε να «ενημερωθεί». Υπογράμμιζε ότι «προτίθετο να λάβει ιδιαιτέρως υπόψη τις οποιεσδήποτε συστάσεις και συμβουλές των κρατών μελών προκειμένου να καταστήσει όσο το δυνατόν ισχυρότερη τη θέση της Ένωσης».
29
Κατά τις συναντήσεις της ομάδας FISH της 24ης Οκτωβρίου 2013 και της ομάδας COMAR της 30ής Οκτωβρίου 2013, κατά τη διάρκεια των οποίων συζητήθηκε το σχέδιο εργασίας της 22ας Οκτωβρίου 2013, η Επιτροπή επιβεβαίωσε εκ νέου ότι δεν επρόκειτο να υποβάλει σχέδιο των γραπτών παρατηρήσεών της στο Συμβούλιο προς έγκριση.
30
Το σχέδιο εργασίας της 22ας Οκτωβρίου 2013 υπέστη επανειλημμένες τροποποιήσεις, στις 15, 18 και 26 Νοεμβρίου 2013. Αυτές οι αναθεωρημένες εκδόσεις του συζητήθηκαν κατά τις συναντήσεις της ομάδας FISH της 15ης και της 22ας Νοεμβρίου 2013. Στο εισαγωγικό μέρος της αναθεωρημένης εκδόσεως του εν λόγω εγγράφου με ημερομηνία 15 Νοεμβρίου 2013, η Επιτροπή υπογράμμισε εκ νέου ότι, δυνάμει του άρθρου 335 ΣΛΕΕ, ήταν αρμόδια να εκπροσωπήσει την Ένωση στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών και ότι η εκπροσώπηση αυτή δεν απαιτούσε την προηγούμενη έγκριση εκ μέρους του Συμβουλίου των υποβαλλόμενων εξ ονόματος της Ένωσης γραπτών παρατηρήσεων.
31
Στις 27 Νοεμβρίου 2013, το ζήτημα της ενδεχόμενης υποβολής γραπτών παρατηρήσεων εξ ονόματος της Ένωσης ενώπιον του ΔΔΔΘ εξετάσθηκε από την Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων (Coreper) των κρατών μελών βάσει εκθέσεως συνταχθείσας από την ομάδα FISH. Οι αντιπροσωπείες των κρατών μελών και της Προεδρίας του Coreper υποστήριξαν ότι το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 16 ΣΕΕ, ήταν αρμόδιο να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού και, εφόσον ήταν αναγκαίο, να εγκρίνει ή να τροποποιήσει το περιεχόμενο αυτών των γραπτών παρατηρήσεων. Το Coreper έκρινε ότι, σε περίπτωση αδυναμίας του Συμβουλίου να υιοθετήσει μια θέση όσον αφορά την ενδεχόμενη υποβολή τέτοιων παρατηρήσεων, δεν υφίστατο θέση της Ένωσης και δεν μπορούσε, κατά συνέπεια, να υποβληθεί στο ΔΔΔΘ οποιαδήποτε γραπτή παρατήρηση εξ ονόματος της Ένωσης επί της αιτήσεως για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως. Η Επιτροπή, από πλευράς της, ενέμεινε στην άποψή της ότι δεν ήταν αναγκαία εν προκειμένω η τυπική έγκριση από το Συμβούλιο και επισήμανε ότι επρόκειτο να υποβάλει, εξ ονόματος της Ένωσης, γραπτή δήλωση στο ΔΔΔΘ.
32
Αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι αντιπροσωπείες ορισμένων κρατών μελών, η Επιτροπή απηύθυνε στο ΔΔΔΘ, στις 29 Νοεμβρίου 2013, τη «γραπτή δήλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης» στην υπόθεση αριθ. 21. Το Συμβούλιο ενημερώθηκε αυθημερόν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
33
Επτά κράτη μέλη, υπό την ιδιότητά τους ως συμβαλλόμενα μέρη της UNCLOS, υπέβαλαν τις γραπτές δηλώσεις τους στο ΔΔΔΘ στην υπόθεση αυτή.
Αιτήματα των διαδίκων και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
34
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
35
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και, επικουρικώς, να διατηρήσει τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως έως την έκδοση νέας αποφάσεως εντός εύλογης προθεσμίας, καθώς και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
36
Επετράπη στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Ελληνική Δημοκρατία, στο Βασίλειο της Ισπανίας, στη Γαλλική Δημοκρατία, στη Δημοκρατία της Λιθουανίας, στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών, στη Δημοκρατία της Αυστρίας, στην Πορτογαλική Δημοκρατία, στη Δημοκρατία της Φινλανδίας, καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου. Εντούτοις, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν μετείχε σε κανένα στάδιο της παρούσας διαδικασίας.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
37
Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή, κατόπιν της ανταλλαγής απόψεων μεταξύ του Συμβουλίου και της ιδίας, υλοποίησε τις εκφρασθείσες στις 5 Αυγούστου 2013 προθέσεις της, υποβάλλοντας, εξ ονόματος της Ένωσης, ενώπιον του ΔΔΔΘ στην υπόθεση αριθ. 21, γραπτή δήλωση το περιεχόμενο της οποίας δεν είχε υποβληθεί προς έγκριση στο Συμβούλιο παρά το σχετικό αίτημά του.
38
Η υπό κρίση προσφυγή πρέπει, υπό τις περιστάσεις αυτές, να εκληφθεί υπό την έννοια ότι προσάπτει στην Επιτροπή ότι ενήργησε κατά παράβαση των προνομίων του Συμβουλίου μην υποβάλλοντας το περιεχόμενο της υποβληθείσας γραπτής δηλώσεως, εξ ονόματος της Ένωσης, στην εν λόγω υπόθεση, στην προηγούμενη έγκριση του Συμβουλίου.
Επί της ουσίας
39
Προς στήριξη της προσφυγής του, το Συμβούλιο προβάλλει δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά παραβίαση της αρχής της κατανομής αρμοδιοτήτων που κατοχυρώνεται στο άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, καθώς και της αρχής της θεσμικής ισορροπίας. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορά παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνεται στην ίδια διάταξη.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως
40
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως έχει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά παράβαση του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ. Ο δεύτερος λόγος αφορά παράβαση του άρθρου 16, παράγραφος 1, ΣΕΕ. Επιβάλλεται η από κοινού εξέταση των δύο αυτών σκελών.
Επιχειρήματα των διαδίκων
41
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το σύνολο των παρεμβαινόντων κρατών μελών, εξαιρέσει της Δημοκρατίας της Αυστρίας, υποστηρίζει, στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ότι οι προνομίες που του απονέμει το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ εν προκειμένω δεν έγιναν σεβαστές από την Επιτροπή.
42
Οι εν λόγω διάδικοι υποστηρίζουν ότι η διάταξη αυτή αφορά κάθε περίπτωση κατά την οποία όργανο, οποιασδήποτε φύσεως, το οποίο ιδρύθηκε βάσει διεθνούς συμφωνίας, εφαρμόζει τη συμφωνία αυτή με πράξη η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα, υποχρεωτικά ή μη, εντός της Ένωσης. Τούτο συμβαίνει εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, το ΔΔΔΘ ιδρύθηκε βάσει διεθνούς συμφωνίας, ήτοι της UNCLOS, και η επίμαχη εν προκειμένω συμβουλευτική γνωμοδότηση είναι ικανή να παραγάγει σημαντικά αποτελέσματα όσον αφορά την εφαρμογή της UNCLOS και άλλων διεθνών συμφωνιών στις οποίες είναι μέλος η Ένωση, και, κατά συνέπεια, για την έννομη τάξη αυτής. Δεδομένου ότι η αίτηση για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως αφορά τομέα ο οποίος σε σημαντικό βαθμό ρυθμίζεται από το δίκαιο της Ένωσης, η γνωμοδότηση αυτή δύναται να επηρεάσει την άσκηση της αρμοδιότητας της Ένωσης και το κεκτημένο αυτής στον εν λόγω τομέα. Δεν αποκλείεται να προκύψει και ανάγκη προσαρμογής του ρυθμιστικού πλαισίου της Ένωσης στον τομέα της ΠΛΑ αλιείας.
43
Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το σύνολο των παρεμβαινόντων κρατών μελών, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή σε κάθε περίπτωση παρέβη το άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΕΕ, αντιποιούμενη εξουσίες οι οποίες εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Συμβουλίου.
44
Οι εν λόγω διάδικοι υποστηρίζουν συναφώς, πρώτον, ότι το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ δεν απονέμει στην Επιτροπή την εξουσία να αναλαμβάνει κατά τρόπο ανεξάρτητο την εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης, αγνοώντας την αρμοδιότητα χαράξεως πολιτικής που αναθέτει στο Συμβούλιο το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ.
45
Εν προκειμένω, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των συνεπειών τις οποίες θα μπορούσε να έχει σε διεθνές επίπεδο, ιδίως στις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και των συμβαλλομένων μερών στη CSRP το περιεχόμενο της υποβληθείσας ενώπιον του ΔΔΔΘ γραπτής δηλώσεως, εξ ονόματος της Ένωσης, απόκειται στο Συμβούλιο, σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, να καθορίσει το περιεχόμενο αυτό. Ο δε ρόλος της Επιτροπής συνίσταται στην εφαρμογή της πολιτικής που χαράσσει το Συμβούλιο και στην εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης βάσει της πολιτικής αυτής.
46
Δεύτερον, το Συμβούλιο και το σύνολο των παρεμβαινόντων κρατών μελών υποστηρίζουν ότι το άρθρο 335 ΣΛΕΕ δεν δύναται να αναιρέσει την προηγηθείσα επιχειρηματολογία.
47
Συναφώς, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας και η Δημοκρατία της Φινλανδίας υποστηρίζουν ότι το άρθρο 335 ΣΛΕΕ αφορά αποκλειστικώς την εκπροσώπηση της Ένωσης στο πλαίσιο των εθνικών δικαστικών διαδικασιών και όχι την υποβολή παρατηρήσεων εξ ονόματος της Ένωσης, στο πλαίσιο της εξωτερικής δράσεώς της, ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου ιδρυθέντος βάσει διεθνούς συμφωνίας.
48
Το Συμβούλιο και το σύνολο των παρεμβαινόντων κρατών μελών υποστηρίζουν ότι, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 335 ΣΛΕΕ δεν μπορεί, λαμβανομένης υπόψη της συνήθους έννοιας του όρου της «εκπροσωπήσεως» καθώς και την αρχή της κατανομής των αρμοδιοτήτων που κατοχυρώνει το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, να ερμηνευτεί ως παρέχον στην Επιτροπή την εξουσία, πέραν των ενδίκων διαφορών που σχετίζονται με τη λειτουργία της, να ενεργεί ενώπιον δικαστηρίου κατά τρόπο ανεξάρτητο, μη σεβόμενη την αρμοδιότητα του Συμβουλίου περί καθορισμού του περιεχομένου της θέσεως της Ένωσης επί των επίμαχων ζητημάτων. Ανεξαρτήτως αν είναι πολιτική ή νομική, η εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης από την Επιτροπή εμπίπτει στο άρθρο 17, παράγραφος 1, έκτη περίοδος, ΣΕΕ, όπερ απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η ανατιθέμενη στο Συμβούλιο αρμοδιότητα χαράξεως των πολιτικών με το άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
49
Τρίτον, το Συμβούλιο και τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι η εκπροσώπηση της Ένωσης από την Επιτροπή ενώπιον του ΔΔΔΘ δεν σχετίζεται με την εφαρμογή των Συνθηκών, υπό την έννοια του άρθρου 17, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν δύναται να επικαλείται την αποστολή της ως θεματοφύλακας των Συνθηκών ώστε να αναπτύξει, όλως ανεξαρτήτως, τη δική της ερμηνεία των επίμαχων διεθνών κανόνων. Περαιτέρω, η υποβολή παρατηρήσεων εξ ονόματος της Ένωσης στην υπόθεση αριθ. 21 δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική περιγραφή του κεκτημένου της Ένωσης στον οικείο τομέα. Συνεπάγεται, επίσης, πολιτικές και στρατηγικές επιλογές επί σειράς ζητημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, όπως της αρμοδιότητας του ΔΔΔΘ να εκδώσει τη ζητηθείσα εν προκειμένω συμβουλευτική γνωμοδότηση και του παραδεκτού των τεθέντων ερωτημάτων.
50
Τέταρτον, το Συμβούλιο, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λιθουανίας και η Δημοκρατία της Φινλανδίας υποστηρίζουν ότι δεν υφίσταται, στον τομέα της καταπολεμήσεως της ΠΛΑ αλιείας, ήδη καθορισθείσα πολιτική της Ένωσης, ώστε να μην υπέχει η Επιτροπή την υποχρέωση να ζητήσει εν προκειμένω την προηγούμενη έγκριση του Συμβουλίου. Δεν υφίσταται περαιτέρω ούτε ήδη καθορισθείσα πολιτική της Ένωσης ως προς το ζήτημα το οποίο δεν έχει αντιμετωπισθεί έως τώρα της γενικής αρμοδιότητας του ΔΔΔΘ να εκδίδει συμβουλευτικές γνωμοδοτήσεις ούτε ως προς τα ζητήματα που αφορούν τις ευθύνες που αντιστοιχούν στο κράτος σημαίας, στο παράκτιο κράτος και στους διεθνείς οργανισμούς στον τομέα της ΠΛΑ αλιείας.
51
Απαντώντας στο πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ τυγχάνει εφαρμογής μόνον όταν όργανο ιδρυθέν βάσει διεθνούς συμφωνίας είναι αρμόδιο, έχοντας την ιδιότητα του εκτελεστικού οργάνου, να θέτει κανόνες ή να υιοθετεί αποφάσεις στο πλαίσιο μιας τέτοιας συμφωνίας. Αυτή η διάταξη δεν αφορά, επομένως, τις προς έκφραση θέσεις εξ ονόματος της Ένωσης ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου.
52
Απαντώντας στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 335 ΣΛΕΕ απηχεί τη γενική αρχή κατά την οποία η ίδια εκπροσωπεί την Ένωση σε κάθε δικαστική διαδικασία, εθνική ή διεθνή. Η διάταξη αυτή δεν επιτάσσει να λαμβάνει η Επιτροπή την έγκριση άλλου θεσμικού οργάνου της Ένωσης ώστε να ενεργήσει εξ ονόματος της Ένωσης ενώπιον δικαστηρίου. Στο πλαίσιο του συστήματος που έχουν δημιουργήσει οι Συνθήκες, η εκπροσώπηση της Ένωσης ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου εμπίπτει στη θεσμική αποστολή που έχει η Επιτροπή δυνάμει των άρθρων 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, 17, παράγραφος 1, πρώτη και δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ και 335 ΣΛΕΕ.
53
Κατά την Επιτροπή, είναι σημαντικό να υπάρξει διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων. Η πρώτη περίπτωση αφορά την εξωτερική εκπροσώπηση της Ένωσης για πολιτικούς και διπλωματικούς σκοπούς όπως στην περίπτωση διαπραγματεύσεως διεθνών συμφωνιών, η οποία διέπεται από την έκτη περίοδο του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ και δύναται να εμπίπτει στο άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΕΕ ελλείψει υφιστάμενης πολιτικής της Ένωσης. Η δεύτερη περίπτωση, όπως η προκειμένη στην υπό κρίση υπόθεση, αφορά την εκπροσώπηση της Ένωσης ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή οφείλει να μεριμνήσει, προς το γενικό συμφέρον της Ένωσης σύμφωνα με την πρώτη περίοδο αυτού του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, για την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, υπό την έννοια της δεύτερης περιόδου της ίδιας αυτής διατάξεως, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών συμφωνιών στις οποίες είναι μέλος η Ένωση.
54
Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η έκτη περίοδος του άρθρου 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ εφαρμοζόταν εν προκειμένω, είναι αρμόδια να εκπροσωπήσει την Ένωση στο πλαίσιο πολιτικής της Ένωσης η οποία έχει ήδη καθορισθεί από το Συμβούλιο. Εν προκειμένω, ισχύει πλήρες νομικό και πολιτικό πλαίσιο σε επίπεδο Ένωσης δυνάμει του οποίου η Επιτροπή μπορεί να εκπληρώσει την αποστολή της εξωτερικής εκπροσωπήσεως της Ένωσης χωρίς να απαιτείται να λάβει πρόσθετες κατευθύνσεις από το Συμβούλιο.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
55
Γίνεται δεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι τα υποβληθέντα ερωτήματα με την αίτηση για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως ενέπιπταν, έστω εν μέρει, στον τομέα της διατηρήσεως των βιολογικών πόρων της θάλασσας στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, ο οποίος συνιστά, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, ΣΛΕΕ, τομέα αποκλειστικής αρμοδιότητας της Ένωσης, και ότι η Ένωση, υπό την ιδιότητα του συμβαλλομένου μέρους στην UNCLOS, βάσει της οποίας ιδρύθηκε το ΔΔΔΘ, ήταν αρμόδια να μετάσχει στη διαδικασία εκδόσεως συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού στην υπόθεση αριθ. 21, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 133 του καταστατικού του ΔΔΔΘ.
56
Προς στήριξη της αποφάσεώς της να εκπροσωπήσει την Ένωση στο πλαίσιο της συμμετοχής της στην εν λόγω διαδικασία και να υποβάλει συναφώς γραπτή δήλωση εξ ονόματος της Ένωσης, η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 335 ΣΛΕΕ, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας και όπως επιβεβαίωσε τόσο με τα υπομνήματά της όσο και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
57
Ορισμένα εκ των παρεμβαινόντων κρατών μελών αμφισβητούν εντούτοις ότι το άρθρο 335 ΣΛΕΕ τυγχάνει εφαρμογής όσον αφορά την εκπροσώπηση της Ένωσης ενώπιον διεθνούς δικαστηρίου όπως το ΔΔΔΘ. Κατά την άποψή τους, το άρθρο αυτό αφορά αποκλειστικώς τις διαδικασίες ενώπιον εθνικών δικαστηρίων.
58
Παρά ταύτα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει ότι το άρθρο 335 ΣΛΕΕ, καίτοι, κατά το γράμμα του, περιορίζεται στα κράτη μέλη, αποτυπώνει μια γενική αρχή, σύμφωνα με την οποία η Ένωση έχει νομική ικανότητα, εκπροσωπείται δε, προς τούτο, από την Επιτροπή (βλ., συναφώς, απόφαση Reynolds Tobacco κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑131/03 P, EU:C:2006:541, σκέψη 94).
59
Επομένως, το άρθρο 335 ΣΛΕΕ παρείχε στην Επιτροπή τη βάση ώστε να εκπροσωπήσει την Ένωση ενώπιον του ΔΔΔΘ στην υπόθεση αριθ. 21.
60
Όπως υπογράμμισε το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο ως προς το σημείο αυτό από τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη, η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 335 ΣΛΕΕ εν προκειμένω δεν απαντά παρά ταύτα στο ζήτημα το οποίο εγείρεται με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως αν η τήρηση της αρχής της κατανομής των αρμοδιοτήτων την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ απαιτούσε την προηγούμενη έγκριση από το Συμβούλιο του περιεχομένου της γραπτής δηλώσεως που υποβλήθηκε στο ΔΔΔΘ στην υπόθεση αριθ. 21 από την Επιτροπή, εξ ονόματος της Ένωσης.
61
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, κάθε θεσμικό όργανο της Ένωσης δρα εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που του ανατίθενται από τις Συνθήκες, σύμφωνα με τις διαδικασίες, τους όρους και τους σκοπούς τους οποίους προβλέπουν. Η διάταξη αυτή εκφράζει την αρχή της θεσμικής ισορροπίας, χαρακτηριστικό της θεσμικής δομής της Ένωσης, η οποία σημαίνει ότι κάθε θεσμικό όργανο ασκεί τις αρμοδιότητές του σεβόμενο τις αρμοδιότητες των υπολοίπων (βλ. απόφαση Συμβούλιο κατά Επιτροπής, C‑409/13, EU:C:2015:217, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62
Εν προκειμένω, με την επιχειρηματολογία τους το Συμβούλιο και τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι, υποβάλλοντας στο ΔΔΔΘ στην υπόθεση αριθ. 21, γραπτή δήλωση εξ ονόματος της Ένωσης το περιεχόμενο της οποίας δεν είχε εγκριθεί από το Συμβούλιο, η Επιτροπή δεν σεβάστηκε τις αρμοδιότητες που αναθέτει στο Συμβούλιο το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ και, σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ.
63
Πρώτον, όσον αφορά το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, η αναφορά του στις θέσεις που θα πρέπει να ληφθούν εξ ονόματος της Ένωσης «σε» όργανο που συνιστάται από διεθνή συμφωνία, όταν το εν λόγω όργανο καλείται να θεσπίσει πράξεις που παράγουν έννομα αποτελέσματα σημαίνει ότι η εφαρμογή της διατάξεως αυτής αφορά τις θέσεις που θα πρέπει να ληφθούν εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο της συμμετοχής της, διά των θεσμικών οργάνων της ή, εφόσον απαιτείται, διά των κρατών μελών της που ενεργούν από κοινού προς το συμφέρον της, για την έκδοση τέτοιων πράξεων εντός του οικείου διεθνούς οργάνου. Η Ένωση, όμως, καλείται να εκφράσει, υπό την ιδιότητα του συμβαλλομένου μέρους, θέση «ενώπιον» διεθνούς δικαστηρίου, και όχι «σε» αυτό.
64
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το πλαίσιο και τον σκοπό εντός των οποίων εντάσσεται το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ.
65
Συγκεκριμένα, όπως εξέθεσε και η γενική εισαγγελέας στα σημεία 70 έως 74 των προτάσεών της η εν λόγω διάταξη προβλέπει, κατά παρέκκλιση από τη συνήθη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 218, παράγραφοι 1 έως 8, ΣΛΕΕ για τη διαπραγμάτευση και τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας από την Ένωση, μια απλοποιημένη διαδικασία για τον καθορισμό των θέσεων που πρέπει να ληφθούν εξ ονόματος της Ένωσης για τη συμμετοχή της στη διαδικασία θεσπίσεως, στο πλαίσιο αποφασιστικού οργάνου συσταθέντος δυνάμει της οικείας διεθνούς συμφωνίας, πράξεων σχετικών με την εφαρμογή ή τη θέση σε εφαρμογή της συμφωνίας αυτής.
66
Σε αντίθεση, όμως, με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Γερμανία κατά Συμβουλίου (C‑399/12, EU:C:2014:2258), η οποία αφορούσε τη θέση που έπρεπε να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης στο πλαίσιο της συμμετοχής της, διά των κρατών μελών, στη διαδικασία θεσπίσεως συστάσεων στο πλαίσιο οργάνου συσταθέντος δυνάμει της επίμαχης διεθνούς συμφωνίας, η υπό κρίση υπόθεση αφορά τον καθορισμό θέσεως εξ ονόματος της Ένωσης η οποία πρόκειται να εκτεθεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, η οποία ζητήθηκε για τη διαμόρφωση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως, η έκδοση της οποίας εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων και ευθύνης αποκλειστικώς των μελών αυτού του οργάνου, τα οποία ασκούν τις σχετικές αρμοδιότητές τους σε καθεστώς πλήρους ανεξαρτησίας έναντι των συμβαλλομένων μερών.
67
Επομένως, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση του ζητήματος αν η ζητηθείσα συμβουλευτική γνωμοδότηση του ΔΔΔΘ στην υπόθεση αριθ. 21 εμπίπτει στην έννοια των «πράξεων που παράγουν έννομα αποτελέσματα», κατά το άρθρο 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, η διάταξη αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω.
68
Δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ, επιβάλλεται να εξετασθεί αν απορρέει από τη διάταξη αυτή ότι το Συμβούλιο έπρεπε να εγκρίνει το περιεχόμενο της γραπτής δηλώσεως που υποβλήθηκε στο ΔΔΔΘ εξ ονόματος της Ένωσης στην υπόθεση αριθ. 21 προτού η δήλωση αυτή απευθυνθεί προς το εν λόγω δικαστήριο.
69
Υπογραμμίζεται συναφώς ότι η αίτηση για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως αφορούσε τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που αναλογούν στο κράτος σημαίας και στο παράκτιο κράτος όσον αφορά την ΠΛΑ αλιεία η οποία υπονομεύει τη διατήρηση και τη διαχείριση των αποθεμάτων ιχθύων. Όπως εκτέθηκε στις σκέψεις 10 και 11 της παρούσας αποφάσεως, η ΠΛΑ αλιεία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής ενός συνόλου διατάξεων της UNCLOS, στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, της συμφωνίας συμμορφώσεως FAO, στην οποία προσχώρησε η Κοινότητα με την απόφαση 96/428, της συμφωνίας των Ηνωμένων Εθνών για τα αποθέματα ιχθύων, την οποία επικύρωσε η Κοινότητα με την απόφαση 98/414, καθώς και των συμφωνιών συμπράξεως που συνάφθηκαν μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της CSRP, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του δικαίου της Ένωσης δυνάμει του άρθρου 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (βλ., συναφώς, απόφαση Air Transport Association of America κ.λπ., C‑366/10, EU:C:2011:864, σκέψη 73 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αποτελεί, εξάλλου, αντικείμενο λεπτομερούς ρυθμίσεως στο δίκαιο της Ένωσης, η οποία, περαιτέρω, ενισχύθηκε κατά τη διάρκεια του έτους 2008 ώστε να λάβει υπόψη τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ένωσης, όπως υπενθυμίζεται στις σκέψεις 14 έως 19 της παρούσας αποφάσεως.
70
Όπως προκύπτει από την υποβληθείσα, εξ ονόματος της Ένωσης, γραπτή δήλωση στο ΔΔΔΘ στην υπόθεση αριθ. 21, η δήλωση αυτή συνίστατο, στο πλαίσιο αυτό, στην πρόταση απαντήσεων επί των ερωτημάτων που είχαν τεθεί στην υπόθεση αυτή, εκθέτοντας τον τρόπο με τον οποίο η Ένωση αντιλαμβανόταν την ερμηνεία και την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της UNCLOS, της συμφωνίας συμμορφώσεως FAO και της συμφωνίας των Ηνωμένων Εθνών για τα αποθέματα ιχθύων στον τομέα της ΠΛΑ αλιείας, καθώς και περιγράφοντας τα μέτρα που περιλαμβάνονται, ως προς αυτόν τον τομέα, στις συμφωνίες συμπράξεως και στις ρυθμίσεις της Ένωσης που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη.
71
Σκοπός της δηλώσεως αυτής ήταν, επομένως, όχι να χαράξει πολιτική στον τομέα της ΠΛΑ αλιείας, υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφο 1, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ, αλλά να εκθέσει στο ΔΔΔΘ, αναλύοντας τις οικείες διεθνείς διατάξεις και ρυθμίσεις της Ένωσης στον τομέα αυτό, ένα σύνολο νομικών παρατηρήσεων ώστε το εν λόγω δικαστήριο να είναι σε θέση, όντας συναφώς ενήμερο, να εκδώσει, εφόσον ήταν αναγκαίο, συμβουλευτική γνωμοδότηση επί των ερωτημάτων που του είχαν υποβληθεί.
72
Το Συμβούλιο και ορισμένα εκ των παρεμβαινόντων κρατών μελών υποστηρίζουν ότι η υποβληθείσα στο ΔΔΔΘ γραπτή δήλωση εξ ονόματος της Ένωσης στην υπόθεση αριθ. 21 περιείχε επίσης και εκτιμήσεις σχετικά με την αρμοδιότητα του εν λόγω δικαστηρίου να απαντήσει επί της αιτήσεως για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως καθώς και σχετικά με το παραδεκτό των υποβληθέντων ερωτημάτων, εκτιμήσεις οι οποίες αφορούσαν στρατηγικές ή πολιτικές επιλογές στις οποίες έπρεπε να είχε προβεί το Συμβούλιο.
73
Παρά ταύτα, αυτές οι εκτιμήσεις είναι, όπως και οι παρατηρήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν ως προς την ουσία της επίμαχης υποθέσεως, χαρακτηριστικές της συμμετοχής σε διαδικασία ενώπιον δικαιοδοτικού οργάνου. Δεν είναι δυνατόν, υπό τις περιστάσεις αυτές, να θεωρηθούν αντίστοιχες με τη χάραξη πολιτικής υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
74
Το Συμβούλιο και ορισμένα εκ των παρεμβαινόντων κρατών μελών εμμένουν περαιτέρω στις σοβαρές συνέπειες που ενδεχομένως θα έχει, ιδίως επί των σχέσεων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της CSRP, το περιεχόμενο της υποβληθείσας στο ΔΔΔΘ γραπτής δηλώσεως εξ ονόματος της Ένωσης στην υπόθεση αριθ. 21.
75
Πάντως, το ενδεχόμενο αυτό, ακόμη και αν είναι ακριβές, δεν αρκεί σε κάθε περίπτωση, δεδομένων των εκτεθέντων στις σκέψεις 69 έως 71 της παρούσας αποφάσεως, ώστε να θεωρηθεί ότι ο καθορισμός του περιεχομένου αυτής της γραπτής δηλώσεως ενέπιπτε στην άσκηση του καθήκοντος χαράξεως πολιτικής, υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ.
76
Εκ των ανωτέρω απορρέει ότι, απευθύνοντας τη γραπτή δήλωση, εξ ονόματος της Ένωσης, στο ΔΔΔΘ στην υπόθεση αριθ. 21 χωρίς να υποβάλει προηγουμένως το περιεχόμενό της προς έγκριση από το Συμβούλιο, η Επιτροπή δεν παρέβη τη διάταξη αυτή.
77
Βάσει όλων των προεκτεθέντων, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
78
Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Τσεχική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Λιθουανίας και τη Δημοκρατία της Αυστρίας, υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παραβίασε εν προκειμένω την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ.
79
Οι εν λόγω διάδικοι επικρίνουν συναφώς, πρώτον, το γεγονός ότι αντιθέτως προς την επιταγή του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δεν υπέβαλε στο Συμβούλιο πρόταση της αποφάσεως περί καθορισμού της θέσεως που έπρεπε να ληφθεί εξ ονόματος της Ένωσης ενώπιον του ΔΔΔΘ, γεγονός που εμπόδισε το Συμβούλιο να λάβει τέτοια απόφαση. Αυτή η παράλειψη της Επιτροπής συνιστά περαιτέρω αθέτηση της υποχρεώσεώς της, η οποία απορρέει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, ΣΕΕ, να αναλαμβάνει τις κατάλληλες πρωτοβουλίες για την προαγωγή του γενικού συμφέροντος της Ένωσης, αθέτηση η οποία εμπόδισε το Συμβούλιο να ασκήσει τα καθήκοντα που του ανατίθενται με το άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΕΕ.
80
Δεύτερον, η Επιτροπή δεν συνεργάσθηκε καλή τη πίστει με το Συμβούλιο όσον αφορά τον καθορισμό του περιεχομένου της γραπτής δηλώσεως που υποβλήθηκε ενώπιον του ΔΔΔΘ. Συγκεκριμένα, απλώς απηύθυνε στο Συμβούλιο, αποκλειστικώς προς ενημέρωση, διάφορα προπαρασκευαστικά έγγραφα, σαφώς λιγότερο λεπτομερή από τη γραπτή δήλωση την οποία εν τέλει απηύθυνε στο ΔΔΔΘ, ενώ οι αντιπροσωπείες των κρατών μελών στο Συμβούλιο είχαν ζητήσει σχέδιο με το πλήρες κείμενο βάσει του οποίου θα μπορούσαν, ειδικότερα, να προετοιμάσουν τη δική τους γραπτή δήλωση έχοντας πλήρη ενημέρωση σχετικά με την εν προκειμένω προτεινόμενη θέση της Ένωσης.
81
Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι υπήρξε εκ μέρους της οποιαδήποτε παραβίαση της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας.
82
Υποστηρίζει, πρώτον, ότι, δεδομένου ότι δεν ήταν αναγκαίο να εκδώσει απόφαση βάσει του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ, δεν ήταν απαραίτητη η σχετική με την απόφαση αυτή πρόταση.
83
Δεύτερον, υποστηρίζει ότι συνεργάσθηκε πλήρως με το Συμβούλιο εν προκειμένω και ότι έλαβε υπόψη τόσο τις αποκλίνουσες απόψεις που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου επί ορισμένων πτυχών που ήγειρε η αίτηση για την έκδοση συμβουλευτικής γνωμοδοτήσεως όσο και τις συστάσεις που διατύπωσαν τα κράτη μέλη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
84
Βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης συνεργάζονται μεταξύ τους καλή τη πίστει. Αυτή η καλόπιστη συνεργασία ασκείται, όμως, χωρίς να παρακάμπτονται τα όρια που τίθενται από τις εξουσίες που απονέμουν οι Συνθήκες σε κάθε θεσμικό όργανο. Η υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 13, παράγραφος 2, ΣΕΕ δεν μπορεί, επομένως, να τροποποιήσει τις εν λόγω εξουσίες (απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, C‑48/14, EU:C:2015:91, σκέψεις 57 και 58).
85
Εν προκειμένω, η κύρια επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε το Συμβούλιο και ορισμένα εκ των παρεμβαινόντων κρατών μελών στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου ακυρώσεως στηρίζεται επί της παραδοχής ότι ο καθορισμός του περιεχομένου της υποβληθείσας στο ΔΔΔΘ γραπτής δηλώσεως, εξ ονόματος της Ένωσης, στην υπόθεση αριθ. 21 ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 218, παράγραφος 9, ΣΛΕΕ ή του άρθρου 16, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, ΣΕΕ. Τούτο, όμως, δεν ίσχυε, όπως προκύπτει από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι παρέβη το καθήκον της για καλόπιστη συνεργασία μην αναλαμβάνοντας τις κατάλληλες πρωτοβουλίες κατά την εφαρμογή των δύο αυτών διατάξεων.
86
Περαιτέρω, η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας επιβάλλει στην Επιτροπή, όταν αυτή προτίθεται να διατυπώσει θέσεις εξ ονόματος της Ένωσης ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, την υποχρέωση να συμβουλεύεται προηγουμένως το Συμβούλιο.
87
Εν προκειμένω, η Επιτροπή φέρεται ότι συμμορφώθηκε πλήρως προς την εν λόγω υποχρέωση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που περιγράφονται στις σκέψεις 28 έως 32 της παρούσας αποφάσεως, προηγήθηκε της υποβολής από την Επιτροπή στο ΔΔΔΘ της γραπτής δηλώσεως εξ ονόματος της Ένωσης στην υπόθεση αριθ. 21 η κοινοποίηση από την Επιτροπή προς το Συμβούλιο του εγγράφου εργασίας της 22ας Οκτωβρίου 2013, το οποίο υπέστη επανειλημμένες τροποποιήσεις έως τις 26 Νοεμβρίου 2013, ώστε να ληφθούν υπόψη οι διατυπωθείσες στο πλαίσιο των ομάδων FISH και COMAR παρατηρήσεις. Επομένως, εσφαλμένως το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε καλή τη πίστει κατά την επεξεργασία του περιεχομένου αυτής της γραπτής δηλώσεως.
88
Επιβάλλεται, τέλος η παρατήρηση ότι, χωρίς να αμφισβητηθεί ως προς το σημείο αυτό από το Συμβούλιο ή από τα παρεμβαίνοντα κράτη μέλη, η Επιτροπή επισήμανε ότι η ουδέτερη θέση την οποία διατύπωσε, στην εν λόγω γραπτή δήλωση, επί του ζητήματος της αρμοδιότητας του ΔΔΔΘ να εκδώσει τη ζητηθείσα εν προκειμένω συμβουλευτική γνωμοδότηση είχε υπαγορευθεί από την μέριμνά της να ληφθούν υπόψη, καλή τη πίστει, οι αποκλίνουσες απόψεις οι οποίες διατυπώθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Συμβουλίου επί του ζητήματος αυτού.
89
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
90
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
91
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Συμβουλίου στα δικαστικά έξοδα και το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα. Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, δυνάμει του οποίου τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, αποφασίζεται ότι η Τσεχική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Φινλανδίας καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τμήμα μείζονος συνθέσεως) αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα.
3)
Η Τσεχική Δημοκρατία, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Λιθουανίας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
(υπογραφές)
( * ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy