ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 14ης Ιανουαρίου 2016 ( *1 )
«Παράβαση κράτους μέλους — Άρθρο 343 ΣΛΕΕ — Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρο 3 — Φορολογικές απαλλαγές — Περιφέρεια Βρυξελλών — Εισφορές επί της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και αερίου»
Στην υπόθεση C‑163/14,
με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, η οποία ασκήθηκε στις 4 Απριλίου 2014,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις F. Clotuche-Duvieusart και I. Martínez del Peral, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τους J.-C. Halleux, S. Vanrie και T. Materne, επικουρούμενους από τους G. Block, D. Remy και H. Delahaije, avocats,
καθού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο του τέταρτου τμήματος, προεδρεύοντος του πέμπτου τμήματος, D. Šváby, A. Rosas, E. Juhász (εισηγητή) και C. Vajda, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Cruz Villalón
γραμματέας: C. Strömholm, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 23ης Απριλίου 2015,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 2ας Ιουλίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη παρέχοντας στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαλλαγή από τις εισφορές που έχουν θεσπιστεί με το άρθρο 26 της υπουργικής αποφάσεως περί οργανώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Περιφέρεια Βρυξελλών, καθώς και με το άρθρο 20 της υπουργικής αποφάσεως περί οργανώσεως της αγοράς αερίου στην Περιφέρεια Βρυξελλών, όπως έχουν τροποποιηθεί, και αρνούμενο την επιστροφή των εν λόγω εισφορών που έχουν εισπραχθεί από την Περιφέρεια Βρυξελλών (στο εξής: επίμαχες εισφορές), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου της 8ης Απριλίου 1965, περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο επισυνάφθηκε αρχικώς στη Συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (JO 1967, 152, σ. 13) και, ακολούθως, δυνάμει της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ως Πρωτόκολλο αριθ. 7, στις Συνθήκες ΕΕ, ΛΕΕ και ΑΧ (στο εξής: Πρωτόκολλο).
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
2
Δυνάμει του άρθρου 28, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, ακολούθως, μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, δυνάμει του άρθρου 343 ΣΛΕΕ, η Ένωση απολαύει στην επικράτεια των κρατών μελών των αναγκαίων προνομίων και ασυλιών για την εκπλήρωση της αποστολής της υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Πρωτόκολλο.
3
Το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου ορίζει:
«Η Ένωση, τα στοιχεία ενεργητικού της, τα έσοδα και λοιπά περιουσιακά της στοιχεία απαλλάσσονται όλων των αμέσων φόρων.
Οι κυβερνήσεις των κρατών μελών λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, όταν τους είναι δυνατό, για την έκπτωση ή επιστροφή του ποσού των εμμέσων φόρων και των τελών επί των πωλήσεων που περιλαμβάνονται στην τιμή των κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων, όταν η Ένωση πραγματοποιεί για υπηρεσιακή χρήση σημαντικές αγορές των οποίων η τιμή περιλαμβάνει φόρους και τέλη αυτής της φύσεως. Εντούτοις, η εφαρμογή των διατάξεων αυτών δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της Ένωσης.
Δεν παρέχονται απαλλαγές όσον αφορά τους φόρους, τέλη και δικαιώματα που επιβάλλονται ως ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφελείας.»
Το βελγικό δίκαιο
4
Το άρθρο 26 της υπουργικής αποφάσεως της Περιφέρειας Βρυξελλών της 19ης Ιουλίου 2001, περί οργανώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Περιφέρεια Βρυξελλών, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2003 (Moniteur belge της 17ης Νοεμβρίου 2001, σ. 39135, στο εξής: υπουργική απόφαση περί ηλεκτρικής ενέργειας), όριζε:
«§ 1 Η κατοχή άδειας παροχής εκδοθείσας βάσει του άρθρου 21 συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής μηνιαίου τέλους από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται η άδεια, στο εξής αποκαλούμενου οφειλέτη.
§ 2 Το τέλος οφείλεται την 1η Ιανουαρίου του οικονομικού έτους και είναι καταβλητέο την 31η Μαρτίου του οικονομικού έτους.
§ 3 Το τέλος υπολογίζεται επί τη βάσει της ισχύος που θέτει ο οφειλέτης στη διάθεση των επιλέξιμων τελικών πελατών, μέσω δικτύων, συνδέσεων και απευθείας γραμμών έως 70 kV, σε περιοχές καταναλώσεως ευρισκόμενες στην Περιφέρεια Βρυξελλών. Για τους πελάτες υψηλής τάσεως, ως διατιθέμενη ισχύς νοείται η ισχύς συνδέσεως. Αυτή είναι ίση προς την ανώτατη ισχύ, εκφραζόμενη σε kVa, η οποία διατίθεται βάσει της συμβάσεως συνδέσεως. Εφόσον δεν υπάρχει μνεία στη σύμβαση συνδέσεως ή σε περίπτωση υπερβάσεως της ληφθείσας ισχύος σε σχέση με την ανώτατη διατιθέμενη βάσει της συμβάσεως συνδέσεως ισχύ, η ισχύς της συνδέσεως είναι ίση προς την ανώτατη ισχύ, εκφραζόμενη σε kV, η οποία έχει ληφθεί κατά τους 36 προηγούμενους μήνες, πολλαπλασιαζόμενη με τον συντελεστή 1,2.
Για τους πελάτες χαμηλής τάσεως, η διατιθέμενη ισχύς είναι η ισχύς που καθορίζεται βάσει του διαμετρήματος των ασφαλειών τους, εκφραζόμενη σε kVa. Ο πίνακας αντιστοιχίας μεταξύ ονομαστικής τάσεως των ασφαλειών και ισχύος παρατίθεται σε παράρτημα της παρούσας αποφάσεως.
§ 4 Το μηνιαίο τέλος ορίζεται σε 0,67 ευρώ ανά kVa για την υψηλή τάση.
Για τη χαμηλή τάση καθορίζεται βάσει της ακόλουθης κλίμακας:
1°
διαθέσιμη ισχύς έως 1,44 kVa: 0 ευρώ·
2°
διαθέσιμη ισχύς κυμαινόμενη μεταξύ:
1,44 και 6,00 kVa: 0,60 ευρώ
6,01 και 9,60 kVa: 0,96 ευρώ
9,61 και 12,00 kVa: 1,20 ευρώ
12,01 και 36,00 kVa: 2,40 ευρώ
36,01 και 56,00 kVa: 4,80 ευρώ
56,01 και 100,00 kVa: 7,80 ευρώ.
Το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται ετησίως βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή του Βασιλείου. [...]
§ 5 Η κυβέρνηση ορίζει τα μέτρα εκτελέσεως του παρόντος άρθρου. Δύναται να υποχρεώσει τον διαχειριστή του δικτύου διανομής, τον διαχειριστή του περιφερειακού δικτύου μεταφοράς και τους χρήστες απευθείας γραμμών να της διαβιβάζουν τα απαραίτητα για την είσπραξη του τέλους στοιχεία.
Η κυβέρνηση δύναται να υποχρεώσει τον διαχειριστή του δικτύου διανομής να ειδοποιεί τους οφειλέτες για την καταβολή του τέλους. Στην ειδοποίηση αναγράφονται τουλάχιστον η περίοδος χρήσεως, η βάση υπολογισμού, ο συντελεστής, η προθεσμία καταβολής και ο τρόπος καταβολής του τέλους. Ωστόσο, η αποστολή ή η παράλειψη αποστολής της εν λόγω ειδοποιήσεως ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των οφειλετών.
§ 6 Για την είσπραξη του τέλους ισχύουν οι κανόνες του κεφαλαίου VI της υπουργικής αποφάσεως της 23ης Ιουλίου 1992, σχετικά με τον περιφερειακό φόρο με τον οποίο βαρύνονται οι κύριοι οικοδομών και οι κάτοχοι εμπραγμάτων δικαιωμάτων περί ορισμένων ακινήτων. Η προθεσμία καταβολής του τέλους ορίζεται κατά την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.
§ 7 Τα εισπραττόμενα τέλη διατίθενται στον διαχειριστή του δικτύου διανομής προς κάλυψη των δαπανών παροχής δημόσιας υπηρεσίας προβλεπόμενης από το άρθρο 24. [Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε αργότερα, με διεύρυνση του κύκλου των προσώπων στα οποία διατίθενται τα εισπραττόμενα τέλη και με καθορισμό της κατανομής του εισπραττόμενου ποσού.]
§ 8 Το τέλος οφείλεται από τον Ιανουάριο του 2004.
§ 9 Οι δαπάνες που σχετίζονται με την παροχή των δημοσίων υπηρεσιών που προβλέπονται στο άρθρο 24 και υπερβαίνουν το ποσό των εισπραχθέντων κατά το παρόν άρθρο τελών βαρύνουν τον διαχειριστή του δικτύου διανομής, ως δαπάνες λειτουργίας. Η μετακύλιση των δαπανών αυτών ρυθμίζεται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία.
[...]»
5
Το άρθρο 26 της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας τροποποιήθηκε επανειλημμένως, η τελευταία δε τροποποίηση επήλθε με την υπουργική απόφαση της 20ής Ιουλίου 2011 (Moniteur belge της 10ης Αυγούστου 2011) και με την υπουργική απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2012, περί θεσπίσεως της φορολογικής διαδικασίας στην Περιφέρεια Βρυξελλών (Moniteur belge της 8ης Φεβρουαρίου 2013). Η παράγραφος 2 αυτού του άρθρου έχει πλέον ως εξής:
«Το τέλος οφείλεται την 1η ημέρα κάθε μήνα και είναι καταβλητέο τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται από το τέλος όσον αφορά την ισχύ που θέτει στη διάθεση των πελατών για το δίκτυο μεταφορών μέσω σιδηροδρόμου, τραμ ή υπόγειου σιδηροδρόμου [...].»
6
Κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών, η κλίμακα των τελών που παρατίθεται στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου 26 έχει μερικώς αναδιαρθρωθεί.
7
Το άρθρο 24 της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 26, παράγραφος 7, της αποφάσεως αυτής, ορίζει ποιες δημόσιες υπηρεσίες υποχρεούται να παρέχει ο διαχειριστής του δικτύου και έχει ως εξής:
«Ο διαχειριστής του δικτύου διανομής υπέχει τις σχετικές με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας υποχρεώσεις που ορίζονται στα σημεία 1 έως 5 κατωτέρω:
1°
Διάθεση αδιαλείπτως ελάχιστου ορίου ηλεκτρικής ενέργειας για οικιακή κατανάλωση, υπό τους όρους που καθορίζονται με την υπουργική απόφαση της 11ης Ιουλίου 1991.
2°
Παροχή ηλεκτρικής ενέργειας με ειδικό κοινωνικό τιμολόγιο στα πρόσωπα και υπό τους όρους που καθορίζονται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία.
3°
Ενημέρωση, επίδειξη και διάθεση εξοπλισμού, παροχή υπηρεσιών και οικονομικής ενισχύσεως για την προώθηση της ορθολογικής χρήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας, προς όφελος όλων των κατηγοριών τελικών πελατών, επιλέξιμων και μη. Ο διαχειριστής του δικτύου διανομής καταρτίζει, προς τούτο, σε συνεργασία με την υπηρεσία, τριετές πρόγραμμα ορθολογικής χρήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας.
4°
Ενδεχομένως, η ανάκτηση της ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από συμπαραγωγή υψηλής ποιότητας, η οποία δεν ιδιοκαταναλώνεται ούτε διατίθεται σε τρίτους, εντός των ορίων των ιδίων αναγκών.
5°
α)
Κατασκευή, συντήρηση και ανακαίνιση εγκαταστάσεων δημοσίου φωτισμού του οδικού δικτύου και των κοινόχρηστων χώρων, τηρουμένων των προνομίων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 135 του νέου νόμου περί τοπικής αυτοδιοίκησης, στο πλαίσιο τριετούς προγράμματος που καταρτίζεται βάσει συμφωνίας μεταξύ του διαχειριστή του δικτύου διανομής και εκάστου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης·
β)
Τροφοδότηση των εγκαταστάσεων αυτών με ηλεκτρική ενέργεια.
6°
Οργάνωση υπηρεσίας διαμεσολαβητή και ενημέρωση των οικιακών πελατών όσον αφορά τις τιμές και τους όρους παροχής ηλεκτρικής ενέργειας.»
8
Τα σχετικά με τις προαναφερθείσες υποχρεώσεις τροποποιήθηκαν εν συνεχεία, η τελευταία δε τροποποίηση επήλθε με την υπουργική απόφαση της 20ής Ιουλίου 2011 (Moniteur belge της 10ης Αυγούστου 2011). Οι υποχρεώσεις αυτές ορίζονται πλέον ως εξής:
«Άρθρο 24
§ 1 Ο διαχειριστής του δικτύου διανομής και οι προμηθευτές υπέχουν, κατά περίπτωση, τις σχετικές με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας υποχρεώσεις που καθορίζονται στα σημεία 1 έως 3 κατωτέρω:
1°
διάθεση αδιαλείπτως ελάχιστου ορίου ηλεκτρικής ενέργειας για οικιακή κατανάλωση, υπό τους όρους που καθορίζονται στο κεφάλαιο IV bis·
2°
παροχή ηλεκτρικής ενέργειας με ειδικό κοινωνικό τιμολόγιο στα πρόσωπα και υπό τους όρους που καθορίζονται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία και στο κεφάλαιο IV bis·
§ 2 Το Ινστιτούτο αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας που αφορούν την προώθηση της ορθολογικής χρήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας μέσω ενημερώσεως, επιδείξεων και διαθέσεως εξοπλισμού, υπηρεσιών και οικονομικής βοήθειας προς τους τελικούς πελάτες, καθώς και σε τοπικούς προμηθευτές οι οποίοι καλύπτουν εν όλω ή εν μέρει τις ανάγκες των πελατών τους με εγκατάσταση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ευρισκόμενη εντός περιορισμένης και σαφώς καθορισμένης περιοχής και συνδεδεμένη στον κεντρικό μετρητή του κοινού και/ή του ιδιωτικού δικτύου το οποίο οι εν λόγω προμηθευτές προμηθεύουν με ηλεκτρική ενέργεια […].
Άρθρο 24bis
Ο διαχειριστής του δικτύου διανομής αναλαμβάνει επίσης τις εξής σχετικές με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας υποχρεώσεις:
1°
ανάκτηση της παραγόμενης πράσινης ηλεκτρικής ενέργειας που δεν ιδιοκαταναλώνεται ούτε παρέχεται σε τρίτους, εντός των ορίων των ίδιων αναγκών του·
2°
κατ’ αποκλειστικότητα παροχή υπηρεσίας που συνίσταται στην κατασκευή, συντήρηση και ανανέωση των εγκαταστάσεων δημόσιου φωτισμού του οδικού δικτύου και των δημόσιων χώρων, τηρουμένων των προνομίων που προβλέπει το άρθρο 135 του νέου νόμου περί τοπικής αυτοδιοίκησης, στο πλαίσιο τριετούς προγράμματος που καταρτίζεται βάσει συμφωνίας μεταξύ του διαχειριστή του δικτύου διανομής και εκάστου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή κατόπιν αιτημάτων πραγματοποιήσεως συμπληρωματικών εργασιών, καθώς και την τροφοδότηση των εγκαταστάσεων αυτών με ηλεκτρική ενέργεια, δίδοντας προτεραιότητα σε εγκαταστάσεις παραγωγής οι οποίες χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή σε εγκαταστάσεις συμπαραγωγής υψηλής ποιότητας, με σκοπό τη βελτίωση της ενεργειακής αποτελεσματικότητας και την εξοικονόμηση ενέργειας. [...]·
3°
να ενεργεί ως ύστατος προμηθευτής και να οργανώσει υπηρεσία παρακολουθήσεως των πελατών που του μεταβιβάζονται στο πλαίσιο αυτού του ρόλου·
4°
ενημέρωση των οικιακών και επαγγελματικών πελατών που είναι συνδεδεμένοι σε χαμηλή τάση για τις τιμές και τους όρους συνδέσεως και παροχής·
5°
μετάδοση, από διακομιστή προσβάσιμο μέσω Διαδικτύου, πληροφοριών σχετικών με τα μέτρα υποδοχής οικιακών πελατών τους οποίους αναλαμβάνει ο διαχειριστής του δικτύου διανομής υπό την ιδιότητά του ως ύστατου προμηθευτή·
6°
ετήσια υποβολή στην Brugel [ρυθμιστική αρχή των Βρυξελλών για τις αγορές αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας] εκθέσεως σχετικά με την ποιότητα της υποδοχής οικιακών πελατών από τον διαχειριστή του δικτύου διανομής υπό την ιδιότητά του ως ύστατου προμηθευτή·
7°
ετήσια υποβολή στην Brugel εκθέσεως σχετικά με το πρόγραμμα των δεσμεύσεων διά των οποίων ο διαχειριστής του δικτύου διανομής διασφαλίζει την εξάλειψη δυσμενών διακρίσεων. Η Brugel γνωστοποιεί την έκθεση αυτή και τη γνώμη της στην κυβέρνηση και στο κοινό·
8°
σε περίπτωση αναλήψεως ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο διανομής, παροχή ηλεκτρικής ενέργειας για προσωρινές εορταστικές εκδηλώσεις που διεξάγονται σε δημόσιους χώρους υπό τους τεχνικούς και οικονομικούς όρους που καθορίζονται με τους τεχνικούς κανόνες που διέπουν τη λειτουργία του δικτύου.»
9
Η υπουργική απόφαση της 1ης Απριλίου 2004, περί οργανώσεως της αγοράς αερίου στην Περιφέρεια Βρυξελλών, όσον αφορά τα τέλη οδικού δικτύου στον τομέα του αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας και περί τροποποιήσεως της υπουργικής αποφάσεως της 19ης Ιουλίου 2001, περί οργανώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Περιφέρεια Βρυξελλών (Moniteur belge της 26ης Απριλίου 2004, σ. 34281) προβλέπει την καταβολή εισφοράς για την παροχή αερίου, καταβαλλόμενη από 1ης Ιουλίου 2004 (στο εξής: υπουργική απόφαση περί αερίου). Το άρθρο 20 της εν λόγω αποφάσεως, ως είχε αρχικώς, όριζε:
«Οι δαπάνες που σχετίζονται με την παροχή των δημοσίων υπηρεσιών που προβλέπονται στο άρθρο 18 βαρύνουν τον διαχειριστή του δικτύου διανομής, ως δαπάνες λειτουργίας. Η μετακύλιση των δαπανών αυτών ρυθμίζεται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία.»
10
Το εν λόγω άρθρο 20 της υπουργικής αποφάσεως περί αερίου καταργήθηκε με την υπουργική απόφαση της 20ής Ιουλίου, για την τροποποίηση της αποφάσεως περί αερίου (Moniteur belge της 10ης Αυγούστου 2011), και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 septiesdecies, το οποίο ορίζει:
«§ 1 Η κατοχή άδειας παροχής εκδοθείσας βάσει του άρθρου 15 συνεπάγεται υποχρέωση καταβολής μηνιαίου τέλους από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδίδεται η άδεια, στο εξής αποκαλούμενου οφειλέτη.
§ 2 Το τέλος οφείλεται την 1η ημέρα κάθε μήνα και είναι καταβλητέο τη 15η ημέρα του επόμενου μήνα.
§ 3 Με την επιφύλαξη των διευκρινιζομένων στο εδάφιο 2, το τέλος υπολογίζεται βάσει του διαμετρήματος των μετρητών που εκμεταλλεύεται ο διαχειριστής του δικτύου, σε περιοχές καταναλώσεως ευρισκόμενες στην Περιφέρεια Βρυξελλών, στις εγκαταστάσεις των τελικών πελατών. Το διαμέτρημα του μετρητή προσδιορίζεται από τη μέγιστη παροχή αερίου σε κυβικά μέτρα ανά ώρα για την οποία έχει σχεδιαστεί ο μετρητής. Για τους τελικούς πελάτες που διαθέτουν μετρητή διαμετρήματος 6 έως 10 m3/h, το τέλος υπολογίζεται συνυπολογιζομένης επίσης της τελευταίας ετήσιας μέσης καταναλώσεως η οποία έχει υπολογιστεί σύμφωνα με το MIG που ισχύει στην Περιφέρεια Βρυξελλών.
§ 4 To μηνιαίως εισπραττόμενο τέλος ορίζεται σε:
1.
0,2 ευρώ με μετρητή διαμετρήματος 6 ή 10 m3/h εφόσον η τελευταία μέση ετήσια κατανάλωση δεν υπερβαίνει τις 5000 kWh·
2.
0,7 ευρώ με μετρητή διαμετρήματος 6 ή 10 m3/h εφόσον η τελευταία μέση ετήσια κατανάλωση υπερβαίνει τις 5000 kWh·
3.
1,7 ευρώ με μετρητή διαμετρήματος 16 m3/h·
4.
4,2 ευρώ με μετρητή διαμετρήματος 25 m3/h·
5.
8,4 ευρώ με μετρητή διαμετρήματος 40 m3/h·
6.
21 ευρώ με μετρητή διαμετρήματος 65 m3/h·
7.
29,2 ευρώ με μετρητή διαμετρήματος 100 m3/h·
8.
37,5 ευρώ με μετρητή διαμετρήματος 160 m3/h·
9.
54,2 ευρώ με μετρητή διαμετρήματος άνω των 160 m3/h.
Το ποσά αυτά αναπροσαρμόζονται ετησίως βάσει του δείκτη τιμών καταναλωτή του Βασιλείου. [...]
§ 5 Η κυβέρνηση ορίζει τα μέτρα εκτελέσεως του παρόντος άρθρου. Δύναται να υποχρεώσει τον διαχειριστή του δικτύου και τους χρήστες των απευθείας γραμμών να της διαβιβάζουν τα απαραίτητα για την είσπραξη του τέλους στοιχεία.
Η κυβέρνηση δύναται να υποχρεώσει τον διαχειριστή του δικτύου διανομής να ειδοποιεί τους οφειλέτες για την καταβολή του τέλους. Στην ειδοποίηση αναγράφονται τουλάχιστον η περίοδος χρήσεως, η βάση υπολογισμού, ο συντελεστής, η προθεσμία καταβολής και ο τρόπος καταβολής του τέλους. Ωστόσο, η αποστολή ή η παράλειψη αποστολής της εν λόγω ειδοποιήσεως ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των οφειλετών.
§ 6 Για την είσπραξη του τέλους ισχύουν οι κανόνες των άρθρων [13 έως 19], 22 και 23 της υπουργικής αποφάσεως περί φορολογικής διαδικασίας στην Περιφέρεια Βρυξελλών.
§ 7 Τα εισπραττόμενα τέλη διατίθενται κατά τα οριζόμενα στα σημεία 15 και 16 του άρθρου 2 της υπουργικής αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 1991, σχετικά με τους πόρους του προϋπολογισμού, και κατανέμονται ως εξής:
1°
5 % στο “Ταμείο ενεργειακής καθοδηγήσεως” [...]·
2°
95 % στο “Ταμείο Ενεργειακής Πολιτικής”.
§ 8 Το τέλος οφείλεται από τον Ιανουάριο του 2012.»
11
Οι σχετικές με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας υποχρεώσεις που υπέχει ο διαχειριστής του δικτύου αερίου καθορίζονται στο άρθρο 18 της υπουργικής αποφάσεως περί αερίου, το οποίο όριζε αρχικώς τα εξής:
«Ο διαχειριστής του δικτύου υπέχει τις εξής σχετικές με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας υποχρεώσεις:
1°
παροχή αερίου με ειδικό κοινωνικό τιμολόγιο στα πρόσωπα και υπό τους όρους που καθορίζονται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία·
2°
προληπτική δράση και επέμβαση όσον αφορά τη διακοπή της παροχής αερίου κατά τα οριζόμενα στην υπουργική απόφαση της 11ης Μαρτίου 1999·
3°
προληπτική δράση προς διασφάλιση μέγιστης ασφάλειας κατά τη χρήση του αερίου για οικιακούς σκοπούς·
4°
οργάνωση υπηρεσίας διαμεσολαβητή και ενημέρωση των οικιακών πελατών όσον αφορά της τιμές και τους όρους παροχής αερίου·
5°
ενημέρωση, επίδειξη και διάθεση εξοπλισμού, παροχή υπηρεσιών και οικονομικής ενισχύσεως για την προώθηση της ορθολογικής χρήσεως του αερίου, προς όφελος όλων των κατηγοριών τελικών πελατών, επιλέξιμων και μη. Ο διαχειριστής του δικτύου διανομής καταρτίζει, προς τούτο, σε συνεργασία με την υπηρεσία, τριετές πρόγραμμα ορθολογικής χρήσεως του αερίου.»
12
Από τον Αύγουστο του 2011 οι εν λόγω συναφείς με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας υποχρεώσεις ορίζονται ως εξής:
«Άρθρο 18
Ο διαχειριστής του δικτύου και οι προμηθευτές υπέχουν, έκαστος στον τομέα ευθύνης του, τις σχετικές με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας υποχρεώσεις που ορίζονται στα σημεία 1 έως 3 κατωτέρω:
1°
διάθεση αδιαλείπτως ελάχιστου ορίου αερίου για οικιακή κατανάλωση υπό τους όρους του κεφαλαίου V bis·
2°
παροχή αερίου με ειδικό κοινωνικό τιμολόγιο στα πρόσωπα και υπό τους όρους που καθορίζονται από την ομοσπονδιακή νομοθεσία και το κεφάλαιο V bis·
3°
δωρεάν υπηρεσία αποτροπής κινδύνων συναφών με τη χρήση φυσικού αερίου για τους οικιακούς πελάτες που υποβάλλουν σχετικό αίτημα. Η κυβέρνηση αποφασίζει το περιεχόμενο και τους όρους τηρήσεως της συγκεκριμένης υποχρεώσεως.
Άρθρο 18bis
Ο διαχειριστής του δικτύου διανομής υπέχει ακόμη τις εξής υποχρεώσεις:
1°
οργάνωση υπηρεσίας παρακολουθήσεως των σχέσεων με τους καταναλωτές και παροχής πληροφοριών σχετικά με τις τιμές και τους όρους συνδέσεως προς τους οικιακούς πελάτες·
2°
ενημέρωση, επίδειξη και διάθεση εξοπλισμού, παροχή υπηρεσιών και οικονομικής ενισχύσεως για την προώθηση της ορθολογικής χρήσεως του αερίου, προς όφελος των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών τελικών πελατών.
[...]»
13
Το άρθρο 9 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Φεβρουαρίου 2004, περί της γενικής τιμολογιακής δομής και των βασικών αρχών και διαδικασιών των τιμολογίων και της λογιστικής των διαχειριστών των δικτύων διανομής φυσικού αερίου που δραστηριοποιούνται στη βελγική επικράτεια (Moniteur belge της 11ης Μαρτίου 2004), έχει ως εξής:
«Στην τιμολόγηση ενσωματώνονται τα κονδύλια που σχετίζονται με τους φόρους, επιβαρύνσεις, προσαυξήσεις, εισφορές και αμοιβές. Τα κονδύλια αυτά δεν αποτελούν τιμές κατά την έννοια των άρθρων 3 έως 8 του παρόντος διατάγματος, αλλά ενσωματώνονται στο τιμολόγιο των χρηστών του δικτύου. Περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση:
1°
τις προσαυξήσεις, επιβαρύνσεις ή αμοιβές για τη χρηματοδότηση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, οι οποίες πρέπει να διακρίνονται από τα μέτρα κοινωνικής φύσεως, τα μέτρα υπέρ της ορθολογικής χρήσεως της ενέργειας και τα μέτρα υπέρ της χρήσεως ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και εγκαταστάσεων συμπαραγωγής υψηλής ποιότητας [...]»
14
Το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 3ης Απριλίου 2003, περί των τιμολογίων παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου (Moniteur belge της 2ας Μαΐου 2003), ορίζει:
«Τα εκκαθαριστικά τιμολόγια που καταρτίζονται μετά την καταγραφή των ενδείξεων του μετρητή παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και αποστέλλονται στους συνδεδεμένους με το δίκτυο χαμηλής τάσεως τελικούς καταναλωτές και τα αντίστοιχα τιμολόγια παροχής αερίου προς τους τελικούς καταναλωτές των οποίων η ετήσια κατανάλωση δεν υπερβαίνει τις 60000 kWh πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον τις εξής πληροφορίες:
[...]
10.
αναλυτικό υπολογισμό του προς καταβολή ποσού·
11.
το τιμολόγιο που ισχύει για τη μεταφορά·
12.
το τιμολόγιο που ισχύει για τη διανομή·
13.
το σύνολο των ποσών που εισπράττονται για όλες τις δημόσιες αρχές ανά κατηγορία·
[...]»
15
Το άρθρο 22 bis του ομοσπονδιακού νόμου της 29ης Απριλίου 1999, περί οργανώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, ορίζει:
«§ l Επιβάλλεται ετήσια ομοσπονδιακή εισφορά προς αντιστάθμιση της απώλειας εσόδων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εξαιτίας της ελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας επί της εξής βάσεως: [...]
[...]
§ 4 Η εισφορά που προβλέπεται στις προηγούμενες παραγράφους εισπράττεται από τους διαχειριστές του δικτύου διανομής.
Οι διαχειριστές του δικτύου διανομής δύνανται να μετακυλίουν στους πελάτες τους, υπό μορφή επιβαρύνσεως των τιμών συνδέσεως με το αντίστοιχο δίκτυο διανομής που ισχύουν για τους υπόχρεους ανάλογα με το σημείο παροχής, την ομοσπονδιακή εισφορά που προορίζεται προς αντιστάθμιση της απώλειας εσόδων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εξαιτίας της ελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι δύνανται, εν συνεχεία, να την τιμολογούν στους δικούς τους πελάτες, έως ότου η επιβάρυνση χρεωθεί τελικά σε αυτό που έχει καταναλώσει τις MWh για ίδιο λογαριασμό.»
16
Το άρθρο 3 της υπουργικής αποφάσεως της 13ης Μαΐου 2005, για την εφαρμογή του του εν λόγω άρθρου 22 bis (Moniteur belge της 18ης Μαΐου 2005, σ. 23450), προβλέπει:
«Η ομοσπονδιακή εισφορά του άρθρου 22 bis του νόμου χρεώνεται από τους προμηθευτές στους τελικούς πελάτες μηνιαίως ως εξής: [...].»
Ιστορικό της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
17
Από της ενάρξεως ισχύος των υπουργικών αποφάσεων περί ηλεκτρικής ενέργειας και περί αερίου, η Electrabel SA (στο εξής: Electrabel), προμηθευτής ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου, χρεώνει στα θεσμικά όργανα της Ένωσης που εδρεύουν στις Βρυξέλλες τις σχετικές με την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου εισφορές, οι οποίες από 1ης Ιουλίου 2004 αναγράφονται στους λογαριασμούς χωριστά, υπό τον τίτλο «περιφερειακές εισφορές».
18
Από τον Αύγουστο 2004 τα θεσμικά όργανα της Ένωσης άρχισαν να διερευνούν το ζήτημα της φύσεως των εισφορών αυτών, καθώς και της φύσεως των αντίστοιχων ομοσπονδιακών εισφορών επί του αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας. Κρίνοντας ότι οι επίμαχες εισφορές αποτελούν έμμεσους φόρους, η Επιτροπή ζήτησε από τις ομοσπονδιακές βελγικές αρχές, καθώς και από τις αρχές της Περιφέρειας Βρυξελλών, με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 2005, απαλλαγή από τα επίμαχα τέλη, καθώς και την επιστροφή των καταβληθέντων τελών, και έπαυσε, από την ημερομηνία αυτή, να καταβάλλει στην Electrabel τις περιφερειακές και τις ομοσπονδιακές εισφορές.
19
Με έγγραφα της 3ης Μαρτίου 2006, της 20ής Δεκεμβρίου 2007 και της 18ης Απριλίου 2008, οι ομοσπονδιακές αρχές χορήγησαν τη ζητηθείσα απαλλαγή από τις ομοσπονδιακές εισφορές, εκτιμώντας ότι αυτές αποτελούν ενσωματωμένο στην τιμή φόρο επί της πωλήσεως.
20
Τον Σεπτέμβριο 2008 η Επιτροπή κατέβαλε, ωστόσο, τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις περιφερειακές εισφορές και συνέχισε, εν συνεχεία, να τα καταβάλει, προκειμένου να αποφύγει τη διακοπή της παροχής από την Electrabel, η οποία ήταν επίσης υποχρεωμένη να καταβάλει τα ποσά αυτά στον διαχειριστή του δικτύου, τη Sibelga, που ήταν ο μοναδικός διαδημοτικός διαχειριστής των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου στην Περιφέρεια Βρυξελλών.
21
Με έγγραφο της 3ης Ιανουαρίου 2007, ο αρμόδιος υπουργός της Περιφέρειας Βρυξελλών απάντησε ότι δεν μπορούσε να κάνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής της 28ης Ιουλίου 2005, με το αιτιολογικό ότι η σχετική με την ηλεκτρική ενέργεια εισφορά αποτελεί το αντίτιμο για την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας, στην οποία είχε ή μπορούσε να έχει πρόσβαση η Επιτροπή, και ότι η υπουργική απόφαση περί ηλεκτρικής ενέργειας δεν επέβαλλε καμία φορολογική υποχρέωση στην Επιτροπή, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή αφορούσε μόνον τους κατόχους άδειας παροχής, εν προκειμένω την Electrabel.
22
Με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 2007, ο αρμόδιος υπουργός της Περιφέρειας Βρυξελλών παρέθεσε τους λόγους για τους οποίους διαφωνούσε με τη θέση της Επιτροπής ότι δεν είναι πιθανή η παροχή στην Επιτροπή των περισσοτέρων από τις υπηρεσίες τις οποίες αφορά το άρθρο 24 της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας. Περαιτέρω, όσον αφορά τη φύση της επίμαχης εισφοράς, ο υπουργός επικαλέστηκε την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑437/04, EU:C:2007:178) και τόνισε ότι, σε αντίθεση με την ομοσπονδιακή εισφορά, η εισφορά του άρθρου 26 της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας αφορούσε μόνον τους κατόχους άδειας παροχής και ότι η συμβατική ή οικονομική μετακύλισή της από αυτούς στους πελάτες τους μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση απαλλαγής.
23
Στις 27 Ιουνίου 2008 η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο το εν λόγω κράτος μέλος απάντησε με έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 2008.
24
Απαντώντας σε έγγραφο της 10ης Νοεμβρίου 2008 με το οποίο η Επιτροπή ζητούσε επισήμως από τον αρμόδιο υπουργό της Περιφέρειας Βρυξελλών την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών που αντιστοιχούσαν στις επίμαχες εισφορές, ο εν λόγω υπουργός απέρριψε το αίτημα, με το αιτιολογικό ότι πρόκειται για συμβατικές σχέσεις μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και της προμηθεύτριας Electrabel.
25
Κατόπιν της διατυπώσεως της θέσεως αυτής, η Επιτροπή απέστειλε στις 15 Απριλίου 2009 στο Βασίλειο του Βελγίου συμπληρωματικό έγγραφο οχλήσεως, στο οποίο ανέφερε ότι η εφαρμογή του άρθρου 26 της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας και του άρθρου 20 της υπουργικής αποφάσεως περί αερίου όσον αφορά τα θεσμικά όργανα της Ένωσης παραβιάζει τη φορολογική ασυλία την οποία αυτά διαθέτουν βάσει του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου. Η Επιτροπή υποστήριξε, κατ’ ουσίαν, ότι οι επίμαχες εισφορές αποτελούν έμμεσους φόρους και ότι η μετακύλισή τους στους τελικούς καταναλωτές δεν απορρέει από συμβατική διάταξη, απόρροια ελεύθερης διαπραγματεύσεως με τους προμηθευτές ενέργειας. Η Επιτροπή επισημαίνει, ακόμη, ότι οι εισφορές αυτές αποτελούν φόρους και όχι αμοιβές, διότι δεν πληρούν τις καθορισθείσες από τη νομολογία του Δικαστηρίου προϋποθέσεις ώστε να χαρακτηριστούν «ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφελείας» κατά την έννοια του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου.
26
Με έγγραφο της 10ης Ιουνίου 2009, ο αρμόδιος υπουργός της Περιφέρειας Βρυξελλών αμφισβήτησε την ανάλυση αυτή της Επιτροπής, υποστηρίζοντας, κατ’ ουσίαν, ότι σκοπός των επίμαχων εισφορών ήταν η χρηματοδότηση των σχετικών με την περιβαλλοντική πολιτική δημοσίων υπηρεσιών, ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έκαναν χρήση ή μπορούσαν να κάνουν χρήση πολλών από τις υπηρεσίες που προβλέπονται στις υπουργικές αποφάσεις περί ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου και ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν ήταν οφειλέτες των επίμαχων εισφορών, αλλ’ απλώς επιβαρύνονταν με αυτές βάσει συμβάσεων μεταξύ αυτών και των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου.
27
Με έγγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 2012, η Επιτροπή απηύθυνε στο Βασίλειο του Βελγίου αιτιολογημένη γνώμη βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, στην οποία οι βελγικές αρχές απάντησαν με έγγραφο της 23ης Απριλίου 2012, προβάλλοντας την άποψη που είχαν αναπτύξει προηγουμένως.
28
Μη έχοντας πειστεί από την επιχειρηματολογία του Βασιλείου του Βελγίου, η Επιτροπή αποφάσισε να προσφύγει στο Δικαστήριο.
29
Παράλληλα με τη διαδικασία λόγω παραβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης κίνησαν, σε εθνικό επίπεδο, διοικητική και ένδικη διαδικασία, με σκοπό την επιστροφή των ποσών που αντιστοιχούν στις επίμαχες εισφορές, ποσών τα οποία θεωρούν ότι κατέβαλαν αχρεωστήτως.
Επί της προσφυγής
Επί της εφαρμογής του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου
Επιχειρήματα των διαδίκων
30
Η Επιτροπή επισημαίνει, όσον αφορά τη φύση των επίμαχων εισφορών, ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο χαρακτηρισμός, από πλευράς δικαίου της Ένωσης, ενός φόρου, επιβαρύνσεως, τέλους ή εισφοράς εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου βάσει των αντικειμενικών χαρακτηριστικών του οικείου φόρου, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού του από το εθνικό δίκαιο (Bautiaa και Société française maritime, C‑197/94 και C‑252/94, EU:C:1996:47, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31
Ουσιώδες στοιχείο του έμμεσου χαρακτήρα ενός φόρου είναι ότι αυτός εισπράττεται σε περίπτωση δαπάνης ή καταναλώσεως, ενώ ο άμεσος φόρος επιβάλλεται στο εισόδημα ή στην περιουσία. Πάντως, το γενεσιουργό γεγονός των επίμαχων εισφορών είναι απλώς η κατοχή άδειας παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου, στοιχείο ουδόλως σχετιζόμενο με την περιουσία ή το εισόδημα του προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας ή του διαχειριστή του δικτύου αερίου. Το εν λόγω γενεσιουργό γεγονός είναι, στην πραγματικότητα, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ή αερίου, σε συνάρτηση με την ισχύ που τίθεται στη διάθεση του τελικού καταναλωτή. Τούτο αποδεικνύεται, άλλωστε, από το γεγονός ότι το ύψος των εισφορών αυτών υπολογίζεται βάσει της εν λόγω ισχύος.
32
Επομένως, οι επίμαχες εισφορές αποτελούν έμμεσους φόρους ενσωματωμένους στην τιμή καταναλώσεως ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου που χρεώνεται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου. Συναφώς, μικρή σημασία έχει, ενόψει του χαρακτηρισμού ενός φόρου, το ποιος είναι τυπικώς ο «οφειλέτης» του. Εξάλλου, το γεγονός ότι δεν υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση μετακυλίσεως του φόρου δεν μεταβάλλει έναν φόρο καταναλώσεως σε άμεσο φόρο που πλήττει το εισόδημα ή την περιουσία.
33
Η Επιτροπή προβάλλει ότι εν προκειμένω πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου. Συγκεκριμένα, η ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο εξομοιώνονται, κατά την Επιτροπή, με μη ενσώματα αγαθά τα οποία αγοράζει μαζικά η Επιτροπή για υπηρεσιακή χρήση.
34
Το Βασίλειο του Βελγίου φρονεί ότι η προβλεπόμενη από το Πρωτόκολλο φορολογική ασυλία ισχύει μόνο έναντι εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων οι οποίες «επιβάλλουν» άμεσους ή έμμεσους φόρους στα θεσμικά όργανα της Ένωσης και ότι, αντιθέτως, η ασυλία αυτή δεν ισχύει σε περίπτωση που συμβατικές διατάξεις προβλέπουν τη μετακύλιση, στα εν λόγω θεσμικά όργανα, επιβαρύνσεως η οποία έχει αποτελέσει αντικείμενο ελεύθερης διαπραγματεύσεως με τον αντισυμβαλλόμενό τους.
35
Εν προκειμένω, με την υπουργική απόφαση περί ηλεκτρικής ενέργειας ορίζεται ως οφειλέτης της εισφοράς για την ηλεκτρική ενέργεια ο κάτοχος άδειας παροχής, με τη δε υπουργική απόφαση περί αερίου ως οφειλέτης της εισφοράς για το αέριο ορίζεται ο διαχειριστής του δικτύου διανομής. Επομένως, δεδομένου ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν ορίζονται ως οφειλέτες, η προβλεπόμενη στο άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου φορολογική ασυλία δεν μπορεί να εφαρμοστεί, καθώς καμία νομοθετική ή κανονιστική διάταξη δεν υποχρεώνει τους καθοριζόμενους οφειλέτες να μετακυλίσουν, βάσει συμβάσεως, τις επίμαχες εισφορές στους πελάτες τους. Εξάλλου, το ενδεχόμενο να υφίσταται στην αγορά μια κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας όλοι οι προμηθευτές μετακυλίουν τις επίμαχες εισφορές στους τελικούς πελάτες τους δεν μπορεί να έχει συνέπεια τη φορολογική ασυλία των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑437/04, EU:C:2007:178, σκέψεις 53 και 58).
36
Κατά τη γνώμη του Βασιλείου του Βελγίου, η ενδεχόμενη μετακύλιση των επίμαχων εισφορών δεν μετατρέπει τις εισφορές αυτές σε έμμεσους φόρους όσον αφορά τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, λόγω της συμβατικής σχέσεως μεταξύ αυτών και του προμηθευτή τους, η οποία αρκεί για να μην χαρακτηριστούν οι εν λόγω εισφορές ως «φόροι» όσον αφορά τα θεσμικά όργανα. Μικρή σημασία έχει άλλωστε το αν οι εισφορές αυτές χαρακτηριστούν «άμεσοι φόροι» ή «έμμεσοι φόροι», δεδομένου ότι ως νόμιμος οφειλέτης τους χαρακτηρίζεται ρητώς ο αντισυμβαλλόμενος των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Επομένως, οι επίμαχες εισφορές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του Πρωτοκόλλου.
37
Οι επίμαχες εισφορές δεν είναι εξάλλου συγκρίσιμες με την ομοσπονδιακή εισφορά που θεσπίστηκε με τον ομοσπονδιακό νόμο της 29ης Απριλίου 1999, δεδομένου ότι, με το άρθρο 22 bis, παράγραφος 4, του νόμου αυτού, οι τελικοί πελάτες χαρακτηρίζονται ρητώς ως οφειλέτες της ομοσπονδιακής εισφοράς.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
38
Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου προβλέπει, στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιό του, δύο διαφορετικά είδη ασυλίας, αναλόγως του αν πρόκειται για άμεσους ή έμμεσους φόρους, και ότι η διάκριση αυτή είναι ουσιώδους σημασίας για την εκτίμηση του ζητήματος της ασυλίας (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑437/04, EU:C:2007:178, σκέψεις 36 έως 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39
Δεν αμφισβητείται ότι, εν προκειμένω, οι επίμαχες εισφορές δεν επιβάλλονται επί των εισοδημάτων ή της περιουσίας κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου, C‑437/04, EU:C:2007:178, σκέψη 44). Διαπιστώνεται, ακόμη, ότι οι προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου ενσωματώνουν τις επίμαχες εισφορές στα τιμολόγια που εκδίδουν για τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Επομένως, οι εισφορές αυτές πρέπει να χαρακτηριστούν ως έμμεσοι φόροι που εμπίπτουν στο άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου.
40
Συγκεκριμένα, τονίζεται, συναφώς, ότι τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑437/04, EU:C:2007:178) δεν μπορούν να μεταφερθούν στην υπό κρίση υπόθεση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση εκείνη, επρόκειτο για άμεσο φόρο ο οποίος είχε επιβληθεί σε κατόχους εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μετακυλιόταν βάσει συμβάσεως στα θεσμικά όργανα της Ένωσης ως μισθωτές.
41
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, δεν αμφισβητείται ότι τα εγκατεστημένα στην Περιφέρεια Βρυξελλών θεσμικά όργανα της Ένωσης αγόραζαν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου για υπηρεσιακή χρήση και ότι οι αγορές αυτές ήταν απαραίτητες για την ομαλή λειτουργία τους. Η δικογραφία που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να εμφαίνει ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα είχε ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού.
42
Κατά τη γνώμη του Βασιλείου του Βελγίου, ακόμη και αν οι επίμαχες εισφορές χαρακτηρίζονταν ως «έμμεσοι φόροι», δεν θα είχε εφαρμογή το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, διότι, κατά την επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν χαρακτηρίζονται ως οφειλέτες των εισφορών αυτών.
43
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 59 και 60 των προτάσεών του, δεν προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου ότι, για να ισχύσει η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή ασυλία, θα έπρεπε η εθνική κανονιστική ρύθμιση να ορίζει ότι οφειλέτρια των έμμεσων φόρων, και συγκεκριμένα των επίμαχων εισφορών, είναι η Ένωση. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή απαιτεί μόνο οι έμμεσοι φόροι να «περιλαμβάνονται στην τιμή των κινητών ή ακινήτων περιουσιακών στοιχείων» και η τιμή αυτή να «περιλαμβάνει» φόρους αυτής της φύσεως.
44
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι, π.χ., στο σύστημα του φόρου προστιθέμενης αξίας, στο πλαίσιο του οποίου το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου τυγχάνει συχνά εφαρμογής, ως υποκείμενος στον φόρο ορίζεται κατά κανόνα ο παρέχων τα αγαθά ή τις υπηρεσίες και όχι ο τελικός καταναλωτής.
45
Επομένως, το ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ορίζονται από την επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση ως οφειλέτες δεν αποτελεί προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου.
46
Το Βασίλειο του Βελγίου προβάλλει, ακόμη, ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου ασυλία ισχύει μόνον εφόσον ο επίμαχος έμμεσος φόρος μετακυλίεται, δυνάμει της εφαρμοστέας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, στα θεσμικά όργανα της Ένωσης.
47
Ούτε η προϋπόθεση αυτή περιλαμβάνεται στο κείμενο της εξεταζόμενης διατάξεως.
48
Συνάγεται, ωστόσο, από τη φύση και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου φορολογικού συστήματος ότι ο έμμεσος φόρος έχει σχεδιαστεί και θεσπιστεί με σκοπό να μετακυλίεται στον τελικό καταναλωτή.
49
Τούτο αποδεικνύεται, εν προκειμένω, από πολλά στοιχεία.
50
Διαπιστώνεται ότι η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση ορίζει λεπτομερώς τα κύρια στοιχεία των επίμαχων εισφορών, όπως είναι η βάση υπολογισμού και ο συντελεστής, σε σχέση με την κατανάλωση και τους τελικούς πελάτες.
51
Το άρθρο 26, παράγραφος 3, της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπει ότι η εισφορά για την ηλεκτρική ενέργεια υπολογίζεται βάσει της ισχύος που τίθεται στη διάθεση των τελικών πελατών. Ομοίως, το άρθρο 20 septiesdecies, παράγραφος 3, της υπουργικής αποφάσεως περί αερίου ορίζει ότι η εισφορά για το αέριο υπολογίζεται βάσει του διαμετρήματος των μετρητών που έχουν τοποθετηθεί στους τελικούς πελάτες.
52
Εξάλλου, το άρθρο 26, παράγραφος 4, της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας, όπως έχει τροποποιηθεί, και το άρθρο 20 septiesdecies, παράγραφος 4, της υπουργικής αποφάσεως περί αερίου ορίζουν συγκεκριμένα τα τέλη που εισπράττονται μηνιαίως. Κατά τη διάταξη αυτή, τα τέλη αυτά καθορίζονται λαμβανομένης επίσης υπόψη της τελευταίας ετήσιας καταναλώσεως.
53
Το άρθρο 9 του βασιλικού διατάγματος της 29ης Φεβρουαρίου 2004 και το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 3ης Απριλίου 2003 προβλέπουν την ενσωμάτωση και χωριστή αναγραφή, στους λογαριασμούς παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου που αποστέλλονται στους τελικούς πελάτες, όλων των φόρων, επιβαρύνσεων και εισφορών που καταβάλλονται στις δημόσιες αρχές.
54
Το άρθρο 26, παράγραφος 2, της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει ότι ο οφειλέτης απαλλάσσεται από την εισφορά για την ηλεκτρική ενέργεια για την ισχύ που τίθεται στη διάθεση πελατών για το σιδηροδρομικό δίκτυο μεταφοράς, το τραμ ή το μετρό. Επομένως, η Περιφέρεια Βρυξελλών είχε την πρόθεση να χορηγήσει φορολογικό πλεονέκτημα στις επιχειρήσεις που ασκούν τέτοιες δραστηριότητες, πράγμα που σημαίνει ότι ο νομοθέτης θεωρεί δεδομένο ότι ο συγκεκριμένος έμμεσος φόρος βαρύνει τον τελικό καταναλωτή και ότι, αν δεν είχε θεσπιστεί η απαλλαγή αυτή, οι προαναφερθείσες επιχειρήσεις θα ήταν υποχρεωμένες να τον καταβάλουν.
55
Οι εκτιμήσεις αυτές δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι το άρθρο 22 bis του ομοσπονδιακού νόμου της 29ης Απριλίου 1999 προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα μετακυλίσεως της ομοσπονδιακής εισφοράς στον τελικό καταναλωτή. Συγκεκριμένα, τυχόν διαφορετική μεταχείριση όσον αφορά την απαλλαγή από το ομοσπονδιακό και το περιφερειακό τέλος, τα οποία είναι της ίδιας φύσεως, θα συνεπαγόταν έλλειψη συνοχής του φορολογικού συστήματος του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
56
Επισημαίνεται, τέλος, ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου, είναι δυνατή η έκπτωση ή η επιστροφή των επίμαχων εισφορών.
57
Κατόπιν των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι οι επίμαχες εισφορές και οι περιπτώσεις επιβολής τους πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου.
Επί της εφαρμογής του άρθρου 3, τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου
Επιχειρήματα των διαδίκων
58
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επίμαχες εισφορές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφελείας», κατά την έννοια του άρθρου 3, τρίτο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια εισφορά αποτελεί απλώς την ανταπόδοση για παροχή υπηρεσιών κοινωνικής ωφελείας κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μόνον εάν τέτοιες υπηρεσίες παρέχονται πράγματι, ή τουλάχιστον μπορούν να παρασχεθούν, σε αυτούς που υποχρεούνται να καταβάλουν την εισφορά (απόφαση AGF Belgium, C‑191/94, EU:C:1996:144, σκέψη 26). Εξάλλου, για τον χαρακτηρισμό ενός τέλους ως «ανταποδόσεως για παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας» απαιτείται να υφίσταται άμεση και αναλογική σχέση μεταξύ του πραγματικού κόστους της υπηρεσίας και του τέλους που καταβάλλει ο χρήστης της υπηρεσίας (απόφαση Ευρωπαϊκή Κοινότητα, C‑199/05, EU:C:2006:678, σκέψη 25). Οι δύο αυτές προϋποθέσεις πληρούνταν εν προκειμένω.
59
Όσον αφορά την πρώτη εκ των προϋποθέσεων αυτών, η Επιτροπή προβάλλει, σχετικά με την εισφορά για την ηλεκτρική ενέργεια, ότι οι βελγικές αρχές ανέφεραν, με την απάντησή τους στην αιτιολογημένη γνώμη, ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έκαναν χρήση των εξής τριών υπηρεσιών, ήτοι των προγραμμάτων προωθήσεως της ορθολογικής χρήσεως ηλεκτρικής ενέργειας, της ανακτήσεως ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με συμπαραγωγή και του δημόσιου φωτισμού.
60
Όσον αφορά την πρώτη από τις υπηρεσίες αυτές, η οποία περιλαμβάνει τη χορήγηση επιδοτήσεων, το πρόγραμμα αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπηρεσία. Όσον αφορά τη δεύτερη υπηρεσία, ήτοι την ανάκτηση, από τον διαχειριστή του δικτύου, της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με συμπαραγωγή, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν παρέχουν υπηρεσίες ούτε ασκούν κερδοσκοπικές δραστηριότητες. Όσον αφορά την τρίτη υπηρεσία, τη σχετική με τον δημόσιο φωτισμό, πρόκειται για υπηρεσία κοινής ωφέλειας η οποία δεν απευθύνεται ειδικά στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, αλλά σε κάθε πρόσωπο στις οδούς των Βρυξελλών, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για τελικό πελάτη του προμηθευτή ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, μια εισφορά μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ανταπόδοση για παροχή υπηρεσιών κοινής ωφελείας» μόνον εφόσον αποτελεί αντάλλαγμα για συγκεκριμένη υπηρεσία που παρέχεται ή δύναται να παρασχεθεί ειδικά σε αυτόν που υποχρεούται να καταβάλει την εισφορά.
61
Όσον αφορά την εισφορά για το αέριο, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν μπορούν να είναι χρήστες των υπηρεσιών που αναφέρονται στα άρθρα 18 και 18 bis της υπουργικής αποφάσεως περί αερίου, διότι αυτές αφορούν μόνον τους οικιακούς πελάτες, τα πρόσωπα που δικαιούνται ειδικό κοινωνικό τιμολόγιο και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης.
62
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση που απορρέει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η εισφορά για την ηλεκτρική ενέργεια υπολογίζεται κατ’ αναλογία προς την ισχύ που τίθεται στη διάθεση του τελικού καταναλωτή, οπότε δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ του ποσού που καταβάλλεται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και το κόστος των υπηρεσιών που φέρονται ως παρεχόμενες σε αυτά. Η Επιτροπή επικαλείται, συναφώς, το παράδειγμα της υπηρεσίας δημόσιου φωτισμού: οι μεγάλοι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι καταβάλλουν υψηλότερη εισφορά, δεν ωφελούνται από τον δημόσιο φωτισμό περισσότερο απ’ ό,τι οι λοιποί καταναλωτές. Όσον αφορά την εισφορά για το αέριο, αυτή υπολογίζεται κατ’ αναλογία προς τις καταναλωθείσες κιλοβατώρες, οπότε δεν υφίσταται άμεση και αναλογική σχέση μεταξύ του πραγματικού κόστους της υπηρεσίας και του καταβαλλόμενου από τον χρήστη τέλους.
63
Το Βασίλειο του Βελγίου, επικαλούμενο την απόφαση AGF Belgium (C‑191/94, EU:C:1996:144, σκέψεις 25 και 26), υποστηρίζει ότι οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας με τις οποίες συνδέονται οι επίμαχες εισφορές πληρούν το πρώτο κριτήριο που έχει τεθεί συναφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου, πρόκειται, δηλαδή, για υπηρεσίες που δύνανται να παρασχεθούν στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Συγκεκριμένα, τα σχετικά με την ορθολογική χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας και του αερίου προγράμματα περιλαμβάνουν στοιχεία, όπως οι επιδοτήσεις, από τα οποία δύνανται να ωφεληθούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, εφαρμόζοντας μέτρα ενεργειακής αποδοτικότητας. Το Βασίλειο του Βελγίου παραθέτει, συναφώς, πίνακα στο οποίον αναγράφονται οι επιδοτήσεις που έλαβαν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης κατά τα τελευταία έτη.
64
Ομοίως, τα εν λόγω θεσμικά όργανα θα μπορούσαν να ωφεληθούν από μέτρα σχετικά με την ανάκτηση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με συμπαραγωγή, δεδομένου ότι διαθέτουν κατάλληλες εγκαταστάσεις. Τούτο ισχύει και όσον αφορά την υπηρεσία δημόσιου φωτισμού από την οποία θα μπορούσαν να ωφεληθούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Πέραν του ότι ούτε κατά το Πρωτόκολλο ούτε κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου απαιτείται οι υπηρεσίες αυτές να παρέχονται «ειδικά» στους χρήστες, μέρος του δημοσίου φωτισμού της Περιφέρειας Βρυξελλών έχει επιλεγεί ειδικά για τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και είναι ως επί το πλείστον προσαρμοσμένο στις δικές τους απαιτήσεις.
65
Η δεύτερη προϋπόθεση που έχει τεθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου επίσης πληρούται εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, οι επίμαχες εισφορές υπολογίζονται ανάλογα με την ποσότητα που τίθεται στη διάθεση των χρηστών του δικτύου, πράγμα που εμφαίνει τη σχέση μεταξύ του ποσού των εισφορών αυτών και της παρεχομένης υπηρεσίας. Το κριτήριο της διατιθέμενης ποσότητας φαίνεται ως το μόνο αποτελεσματικό όσον αφορά, ειδικότερα, τον δημόσιο φωτισμό, του οποίου η χρήση είναι εξαιρετικά δυσχερές να μετρηθεί.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
66
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, για να χαρακτηριστεί ένα τέλος, όπως οι επίμαχες εισφορές, απλώς ως ανταπόδοση για παροχές υπηρεσιών κοινής ωφελείας πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις. Σύμφωνα με την πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να παρέχονται ή να δύνανται να παρασχεθούν σε αυτούς που υποχρεούνται να καταβάλλουν τον έμμεσο φόρο (απόφαση AGF Belgium, C‑191/94, EU:C:1996:144, σκέψη 26). Κατά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται άμεση και αναλογική σχέση μεταξύ του πραγματικού κόστους της υπηρεσίας αυτής και του καταβληθέντος από τον χρήστη τέλους (απόφαση Ευρωπαϊκή Κοινότητα, C‑199/05, EU:C:2006:678, σκέψη 25). Οι δύο αυτές υποχρεώσεις πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς.
67
Διαπιστώνεται, αφενός, ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση ορίζει επακριβώς, με τα άρθρα 24 και 24 bis της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και με τα άρθρα 18 και 18 bis της υπουργικής αποφάσεως περί αερίου, τις δημόσιες υπηρεσίες που πρέπει να χρηματοδοτούνται με τις επίμαχες εισφορές.
68
Όπως, όμως, παραδέχεται το Βασίλειο του Βελγίου, δεν πρόκειται για υπηρεσίες που είναι πιθανό να παρασχεθούν στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Πρόκειται, ειδικότερα, για την αδιάλειπτη διάθεση ελάχιστης παροχής ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου για οικιακή κατανάλωση, καθώς και για την παροχή αμφοτέρων αυτών των αγαθών με ειδικό κοινωνικό τιμολόγιο. Το Βασίλειο του Βελγίου παραδέχεται ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης μπορούν να κάνουν χρήση τριών μόνο εκ των υπηρεσιών αυτών, και συγκεκριμένα της ανακτήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται με συμπαραγωγή, της προωθήσεως της ορθολογικής χρήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας και του αερίου, και του δημόσιου φωτισμού.
69
Αφετέρου, όπως προκύπτει από την επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση, τα προερχόμενα από τις επίμαχες εισφορές ποσά θεωρείται ότι καλύπτουν το κόστος των προβλεπομένων από τη συγκεκριμένη ρύθμιση δημοσίων υπηρεσιών.
70
Διαπιστώνεται, συνεπώς, ότι οι επίμαχες εισφορές τις οποίες έχουν καταβάλει τα θεσμικά όργανα της Ένωσης χρησιμεύουν επίσης για τη χρηματοδότηση δημοσίων υπηρεσιών των οποίων τα θεσμικά όργανα δεν κάνουν χρήση. Επομένως, αυτό το γεγονός και μόνο αρκεί για να γίνει δεκτό ότι δεν πληρούται η πρώτη προϋπόθεση που αναφέρεται στη σκέψη 66 της παρούσας αποφάσεως και επίσης ότι, όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δεν υφίσταται άμεση και αναλογική σχέση μεταξύ του ποσού των επίμαχων εισφορών και του πραγματικού κόστους των προβλεπομένων από την εθνική κανονιστική ρύθμιση υπηρεσιών.
71
Η απουσία τέτοιας σχέσεως διαπιστώνεται ακόμη και ως προς τις τρεις υπηρεσίες από τις οποίες είναι πιθανόν να ωφεληθούν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης.
72
Συγκεκριμένα, η βάση υπολογισμού των επίμαχων εισφορών δεν συνδέεται επαρκώς με τις συνήθεις μονάδες μετρήσεως που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της παραγόμενης με συμπαραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, όπως είναι η κιλοβατώρα, ή για τη μέτρηση του δημόσιου φωτισμού, όπως θα μπορούσε να είναι οι διαστάσεις της φωτιζόμενης περιοχής ή η μονάδα μετρήσεως της ενέργειας του φωτός.
73
Επομένως, ακόμη και αν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ενδέχεται να ωφεληθούν από ορισμένες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, η εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν καθιστά δυνατό να προσδιοριστεί σε ποιο βαθμό συμβαίνει αυτό.
74
Επομένως, ελλείπει εν προκειμένω η άμεση και αναλογική σχέση που πρέπει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να υφίσταται μεταξύ του πραγματικού κόστους παροχής της προβλεπόμενης από την εθνική κανονιστική ρύθμιση δημόσιας υπηρεσίας και των επίμαχων εισφορών τις οποίες πρέπει να καταβάλλουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ως χρήστες των υπηρεσιών αυτών.
75
Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη παρέχοντας στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαλλαγή από τις εισφορές που έχουν θεσπιστεί με το άρθρο 26 της υπουργικής αποφάσεως περί ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και με το άρθρο 20 της υπουργικής αποφάσεως περί αερίου, όπως έχουν τροποποιηθεί, και αρνούμενο την επιστροφή των εν λόγω εισφορών που έχουν εισπραχθεί από την Περιφέρεια Βρυξελλών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου.
Επί των δικαστικών εξόδων
76
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα και διαπιστώθηκε η ύπαρξη παραβάσεως, πρέπει να καταδικασθεί το κράτος μέλος αυτό στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Το Βασίλειο του Βελγίου, μη παρέχοντας στα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαλλαγή από τις εισφορές που έχουν θεσπιστεί με το άρθρο 26 της υπουργικής αποφάσεως περί οργανώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Περιφέρεια Βρυξελλών, καθώς και με το άρθρο 20 της υπουργικής αποφάσεως περί οργανώσεως της αγοράς αερίου στην Περιφέρεια Βρυξελλών, όπως έχουν τροποποιηθεί, και αρνούμενο την επιστροφή των εν λόγω εισφορών που έχουν εισπραχθεί από την Περιφέρεια Βρυξελλών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, του Πρωτοκόλλου της 8ης Απριλίου 1965, περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο είχε αρχικώς επισυναφθεί στη Συνθήκη περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, ακολούθως, δυνάμει της Συνθήκης της Λισσαβώνας, ως Πρωτόκολλο αριθ. 7, στις Συνθήκες ΕΕ, ΛΕΕ και ΑΧ.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy