ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 15ης Οκτωβρίου 2015 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Προσέγγιση των νομοθεσιών — Ποιότητα των καυσίμων ντίζελ — Εθνικό τεχνικό πρότυπο που επιβάλλει πρόσθετα κριτήρια ποιότητας σε σχέση με το δίκαιο της Ένωσης»
Στην υπόθεση C‑251/14,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Kecskeméti Közigazgatási és Munkaügyi Bíróság (Ουγγαρία) με απόφαση της 23ης Απριλίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Μαΐου 2014, στο πλαίσιο της δίκης
György Balázs
κατά
Nemzeti Adó- és Vámhivatal Dél-alföldi Regionális Vám- és Pénzügyőri Főigazgatósága,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, προεδρεύοντα του πρώτου τμήματος, F. Biltgen, E. Levits, M. Berger και S. Rodin (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: L. Carrasco Marco, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 23ης Απριλίου 2015,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
ο G. Balázs, εκπροσωπούμενος από τον M. Miszkuly, ügyvéd,
—
η Nemzeti Adó- és Vámhivatal Dél-alföldi Regionális Vám- és Pénzügyőri Főigazgatósága, εκπροσωπούμενη από τον B. Gyenge, jogtanácsos,
—
η Ουγγρική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Fehér και G. Koós,
—
η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. Μπακόπουλο και τη Β. Στρουμπούλη,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους A. Tokár και K. Mifsud-Bonnici,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαΐου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 1998 σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 350, σ. 58), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Σεπτεμβρίου 2003 (ΕΕ L 284, σ. 1, στο εξής: οδηγία 98/70), καθώς και του άρθρου 1, σημεία 6 και 11, της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 204, σ. 37), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006 (ΕΕ L 363, σ. 81, στο εξής: οδηγία 98/34).
2
Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του G. Balász και της Nemzeti Adó- és Vámhivatal Dél-alföldi Regionális Vám- és Pénzügyőri Főigazgatósága (Περιφερειακής Διευθύνσεως Φορολογικής και Τελωνειακής Επιθεωρήσεως της περιφέρειας του Dél-alföld, υπαγόμενης στην Εθνική Φορολογική και Τελωνειακή Αρχή, στο εξής: Περιφερειακή Διεύθυνση Φορολογικής και Τελωνειακής Επιθεωρήσεως), σχετικά με τη νομιμότητα διοικητικής αποφάσεως με την οποία επιβλήθηκε στον G. Balász, μεταξύ άλλων, φορολογικό πρόστιμο λόγω μη καταβολής του οφειλόμενου ειδικού φόρου καταναλώσεως για τα αποθέματα καύσιμου ντίζελ που διέθετε.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Η οδηγία 98/70
3
Το άρθρο 1 της οδηγίας 98/70, που φέρει τον τίτλο «Πεδίο εφαρμογής», ορίζει τα εξής:
«Η παρούσα οδηγία καθορίζει τεχνικές προδιαγραφές για λόγους υγείας και περιβάλλοντος για τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στα οχήματα με κινητήρα επιβαλλόμενης ανάφλεξης και στα οχήματα με κινητήρες ανάφλεξης με συμπίεση.»
4
Το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής, που φέρει τον τίτλο «Καύσιμο ντίζελ», ορίζει στην παράγραφό του 1, στοιχείο εʹ, τα εξής:
«Όχι αργότερα από την 1η Ιανουαρίου 2009, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν […] ότι το καύσιμο ντίζελ μπορεί να διατίθεται στην αγορά, στην επικράτειά τους, μόνον εάν πληροί τις περιβαλλοντικές προδιαγραφές που καθορίζονται στο παράρτημα IV, εκτός της περιεκτικότητας σε θείο, η οποία πρέπει να είναι 10 mg/kg κατ’ ανώτατο όριο.»
5
Το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Ελεύθερη κυκλοφορία», προβλέπει τα εξής:
«Κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύσει, να περιορίσει ή να αποτρέψει τη διάθεση στην αγορά των καυσίμων που πληρούν τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας […]».
6
Το άρθρο 6 της αυτής οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Εμπορία καυσίμων με αυστηρότερες περιβαλλοντικές προδιαγραφές», ορίζει τα εξής:
«1. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 3, 4 και 5, και σύμφωνα με το άρθρο 95 παράγραφος 10 της [Σ]υνθήκης, κάθε κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνει μέτρα με τα οποία να απαιτεί σε ειδικές περιοχές, εντός της επικράτειάς του, τα καύσιμα να μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον πληρούν περιβαλλοντικές προδιαγραφές αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στην παρούσα οδηγία για το σύνολο ή μέρος του στόλου οχημάτων προκειμένου να προστατεύουν την υγεία του πληθυσμού σε συγκεκριμένο οικισμό ή το περιβάλλον σε συγκεκριμένη περιοχή του εν λόγω κράτους μέλους που είναι οικολογικά ή περιβαλλοντικά ευαίσθητη, εάν η ατμοσφαιρική ρύπανση ή η ρύπανση των υπογείων υδάτων αποτελεί ή μπορεί ευλόγως να αναμένεται ότι θα αποτελέσει, σοβαρό και επαναλαμβανόμενο πρόβλημα για την ανθρώπινη υγεία ή το περιβάλλον.
2. Κράτος μέλος που επιθυμεί να κάνει χρήση της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παράγραφο 1, οφείλει να υποβάλει εκ των προτέρων το αίτημα αυτό στην Επιτροπή, συνοδευόμενο από τη σχετική αιτιολόγηση. Η αιτιολόγηση θα περιλαμβάνει αποδείξεις ότι η παρέκκλιση τηρεί την αρχή της αναλογικότητας και δεν θα διακόψει την ελεύθερη διακίνηση προσώπων και αγαθών.
[...]»
7
Στο παράρτημα IV της οδηγίας 98/70 καθορίζονται οι περιβαλλοντικές προδιαγραφές καυσίμων για οχήματα με κινητήρες αναφλέξεως με συμπίεση. Στο εν λόγω παράρτημα καθορίζονται όρια για τις ακόλουθες παραμέτρους, ήτοι για τον αριθμό κετανίου, την πυκνότητα σε 15°C, την απόσταξη, τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες και την περιεκτικότητα σε θείο.
Η οδηγία 2009/30/ΕΚ
8
Στην αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2009/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, με την οποία τροποποιείται η οδηγία 98/70 όσον αφορά τις προδιαγραφές για τη βενζίνη, το ντίζελ και το πετρέλαιο εσωτερικής καύσης και την καθιέρωση μηχανισμού για την παρακολούθηση και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, τροποποιείται η οδηγία 1999/32/ΕΚ του Συμβουλίου όσον αφορά την προδιαγραφή των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στα πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας και καταργείται η οδηγία 93/12/ΕΟΚ (ΕΕ L 140, σ. 88), προβλέπονται τα εξής:
«Είναι σκόπιμο να προσαρμοσθεί το παράρτημα IV της οδηγίας 98/70/ΕΚ για να επιτραπεί η διάθεση στην αγορά καυσίμων ντίζελ με υψηλότερη περιεκτικότητα σε βιοκαύσιμα (“B7”) από την προβλεπόμενη στο πρότυπο ΕΝ 590:2004 (“B5”). Θα πρέπει το πρότυπο αυτό να ενημερωθεί καταλλήλως και επίσης να θεσπιστούν όρια για τεχνικές παραμέτρους που δεν περιλαμβάνονται στο εν λόγω παράρτημα, όπως είναι η σταθερότητα οξείδωσης, το σημείο ανάφλεξης, το υπόλειμμα άνθρακα, η περιεκτικότητα σε τέφρα, η περιεκτικότητα σε ύδωρ, η συνολική νόθευση, η διάβρωση χάλκινου ελάσματος, η λιπαντικότητα, το κινηματικό ιξώδες, το σημείο θόλωσης, το σημείο απόφραξης ψυχρού φίλτρου, η περιεκτικότητα σε φωσφόρο, ο δείκτης οξύτητας, τα υπεροξείδια, η διακύμανση δείκτη οξύτητας, η έμφραξη εγχυτήρα αγκίστρωσης και η προσθήκη αντιοξειδωτικών προσθέτων.»
Η οδηγία 98/34
9
Το άρθρο 1 της οδηγίας 98/34 ορίζει τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
[...]
3.
“Τεχνική προδιαγραφή”: η προδιαγραφή που περιέχεται σε έγγραφο στο οποίο ορίζονται τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, όπως τα επίπεδα ποιότητας ή ιδιότητες χρήσης, η ασφάλεια, οι διαστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που ισχύουν για το προϊόν όσον αφορά την ονομασία πώλησης, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και τις μεθόδους δοκιμής, τη συσκευασία, τη σήμανση και το ετικετάρισμα, καθώς και τις διαδικασίες αξιολόγησης της πιστότητας.
[...]
6.
“Πρότυπο”: οι τεχνικές προδιαγραφές που έχουν εγκριθεί από αναγνωρισμένο οργανισμό τυποποίησης, για επανειλημμένη ή διαρκή εφαρμογή, των οποίων όμως η τήρηση δεν είναι υποχρεωτική και οι οποίες υπάγονται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:
—
[...]
—
ευρωπαϊκό πρότυπο: πρότυπο εγκεκριμένο από ευρωπαϊκό οργανισμό τυποποίησης, το οποίο τίθεται στη διάθεση του κοινού,
—
εθνικό πρότυπο: πρότυπο εγκεκριμένο από εθνικό οργανισμό τυποποίησης το οποίο τίθεται στη διάθεση του κοινού·
[...]
11.
“τεχνικός κανόνας”: τεχνική προδιαγραφή ή άλλη απαίτηση ή κανόνας σχετικά με τις υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των οικείων διοικητικών διατάξεων των οποίων η τήρηση είναι υποχρεωτική de jure ή de facto, για την εμπορία, την παροχή υπηρεσιών, την εγκατάσταση ενός φορέα παροχής υπηρεσιών ή τη χρήση σε κράτος μέλος ή σε σημαντικό τμήμα του κράτους αυτού, όπως επίσης, […], οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών που απαγορεύουν την κατασκευή, εισαγωγή, εμπορία ή χρήση ενός προϊόντος και την παροχή ή χρήση μιας υπηρεσίας ή την εγκατάσταση για την παροχή των υπηρεσιών αυτών.
Τεχνικοί κανόνες de facto είναι ιδίως:
—
οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ενός κράτους μέλους οι οποίες παραπέμπουν είτε σε τεχνικές προδιαγραφές […], η τήρηση των οποίων αποτελεί τεκμήριο συμβατότητας προς τις προδιαγραφές που καθορίζονται από τις εν λόγω νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις,
[...]».
10
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής ορίζει:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός εάν πρόκειται απλώς για αυτούσια μεταφορά ενός διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή πληροφόρηση ως προς το συγκεκριμένο πρότυπο· επίσης, απευθύνουν στην Επιτροπή κοινοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός εάν οι λόγοι αυτοί συνάγονται ήδη από το ίδιο το σχέδιο.»
Τα ευρωπαϊκά πρότυπα
11
Όπως προκύπτει από το παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΕ) 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με την ευρωπαϊκή τυποποίηση, την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 89/686/ΕΟΚ και 93/15/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 94/9/ΕΚ, 94/25/ΕΚ, 95/16/ΕΚ, 97/23/ΕΚ, 98/34/ΕΚ, 2004/22/ΕΚ, 2007/23/ΕΚ, 2009/23/ΕΚ και 2009/105/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 87/95/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της απόφασης 1673/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 316, σ. 12), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ευρωπαϊκός οργανισμός τυποποιήσεως.
12
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης θέσπισε, για πρώτη φορά κατά το έτος 1993, πρότυπο για ευρωπαϊκά καύσιμα ντίζελ, ήτοι το πρότυπο EN 590:1993, που προέβλεπε, μεταξύ άλλων, επιτρεπτό σημείο αναφλέξεως, το οποίο δηλώνει τη χαμηλότερη θερμοκρασία στην οποία εξατμίζεται ποσότητα καύσιμης ύλης τόσο μεγάλη, ώστε με τον αέρα να μπορούν, με επιβαλλόμενη ανάφλεξη, να σχηματιστούν εύφλεκτα μίγματα, θερμοκρασία που για τα εν λόγω καύσιμα είναι τουλάχιστον 55 °C. Η ίδια τιμή επαναλήφθηκε και στα πρότυπα EN 590:1999, EN 590:2009 και EN 590:2013, τα οποία αντικατέστησαν το προαναφερθέν πρότυπο.
Το ουγγρικό δίκαιο
Η υπουργική απόφαση 20/2008 και το ουγγρικό πρότυπο MSZ EN 590:2009
13
Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης, τα ποιοτικά κριτήρια για το πετρέλαιο εσωτερικής καύσεως είχαν καθοριστεί με την υπουργική απόφαση 20/2008 του Υπουργείου Μεταφορών, Τηλεπικοινωνιών και Ενέργειας, της 22ας Αυγούστου 2008, σχετικά με τα κριτήρια ποιότητας των καυσίμων. Η εν λόγω υπουργική απόφαση, που είχε τον σκοπό, μεταξύ άλλων, να μεταφέρει την οδηγία 98/70 στο εσωτερικό δίκαιο, δεν προέβλεπε κανένα κριτήριο ως προς το σημείο αναφλέξεως των καυσίμων ντίζελ.
14
Αντιθέτως, το ουγγρικό πρότυπο MSZ EN 590:2009, που είχε σκοπό να μεταφέρει το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 590:2009 στο εσωτερικό δίκαιο, προέβλεπε τέτοιο κριτήριο σχετικά με το σημείο αναφλέξεως του καυσίμου ντίζελ.
Ο νόμος XXVIII του 1995 περί εθνικής τυποποιήσεως
15
Το άρθρο 3, στοιχεία c και h, του νόμου XXVIII του 1995 περί εθνικής τυποποιήσεως προβλέπει τα εξής:
«Στην εθνική τυποποίηση εφαρμόζονται οι ακόλουθες θεμελιώδεις αρχές:
[...]
c)
ο προαιρετικός χαρακτήρας της συμμετοχής στην εθνική τυποποίηση, αφενός, και της τηρήσεως των εθνικών προτύπων, αφετέρου,
[...]
h)
η προσαρμογή στην διεθνή και ευρωπαϊκή τυποποίηση».
16
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:
«Η τήρηση του εθνικού προτύπου είναι προαιρετική.»
17
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου νόμου προβλέπει τα εξής:
«Τα καθήκοντα της ουγγρικής Υπηρεσίας Τυποποιήσεως περιλαμβάνουν:
[...]
b)
τη δημοσίευση των ευρωπαϊκών προτύπων ως εθνικών προτύπων, σύμφωνα με τα συναφή καθήκοντα εναρμονίσεως και εντός των προθεσμιών που τάσσονται στους οργανισμούς μέλη των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποιήσεως».
Ο νόμος περί ειδικών φόρων καταναλώσεως
18
Το άρθρο 110, σημείο 13, του νόμου CXXVII του 2003, σχετικά με τους ειδικούς φόρους καταναλώσεως και τους ειδικούς κανόνες στο πεδίο της εμπορίας προϊόντων υποκείμενων σε ειδικούς φόρους καταναλώσεως (στο εξής: νόμος περί ειδικών φόρων καταναλώσεως), προβλέπει τα εξής:
«Εκ των δεξαμενών αποθηκεύσεως [λοιπών πρατηρίων καυσίμων πλην των πρατηρίων καυσίμων από τα οποία πραγματοποιείται ο εφοδιασμός των αεροσκαφών] μπορούν να διατίθενται προς πώληση, και αποκλειστικά με τη χρήση αντλιών καυσίμων, μόνον […] το πετρέλαιο εσωτερικής καύσεως που υπάγεται στη δασμολογική κλάση 2710 19 41, τα καύσιμα θερμάνσεως που υπάγονται στις δασμολογικές κλάσεις 2710 19 41 και 2710 19 45 […], καθώς και το ντίζελ βιολογικής προελεύσεως και η αιθανόλη Ε85 που είναι σύμφωνα με το ισχύον ουγγρικό πρότυπο. [...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
19
Στις 5 Οκτωβρίου 2009, τα αποθέματα καυσίμου ντίζελ του G. Balász υποβλήθηκαν σε έλεγχο περί ειδικών φόρων καταναλώσεως.
20
Κατά την ανάλυση του ληφθέντος κατά τον εν λόγω έλεγχο δείγματος διαπιστώθηκε ότι το σημείο αναφλέξεως του καυσίμου ντίζελ δεν ανταποκρινόταν στις προδιαγραφές του ουγγρικού προτύπου MSZ EN 590:2009. Συγκεκριμένα ανερχόταν στους 44 °C αντί της προβλεπομένης από το εν λόγω πρότυπο μεγαλύτερης τιμής των 55 °C.
21
Η αντιπροσωπεία στο Kiskörös (Ουγγαρία) της Περιφερειακής Διευθύνσεως Τελωνειακής και Φορολογικής Επιθεωρήσεως του Bács‑Kiskun, υπαγόμενης στην Εθνική Φορολογική και Τελωνειακή Αρχή, διαπίστωσε, με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2013, ότι ο G. Balázs παρέβη τον νόμο περί ειδικών φόρων καταναλώσεως και τον υποχρέωσε να καταβάλει πρόστιμο ύψους 4418080 ουγγρικών φιορινιών (HUF) (περίπου 14138 ευρώ), ειδικό φόρο καταναλώσεως ύψους 883616 HUF (περίπου 2828 ευρώ) καθώς και αμοιβή πραγματογνώμονα ύψους 58900 HUF (περίπου 189 ευρώ). Η Περιφερειακή Διεύθυνση Φορολογικής και Τελωνειακής Επιθεωρήσεως επικύρωσε την απόφαση αυτή στις 13 Ιουνίου 2013.
22
Ο G. Balász προσέβαλε την εν λόγω απόφαση ενώπιον του Kecskeméti Κözigazgatási és Μunkaügyi Βíróság (πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διοικητικών και εργατικών διαφορών του Kecskemét), επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, την οδηγία 98/34 καθώς και τον νόμο XXVIII του 1995 περί εθνικής τυποποιήσεως, που προβλέπουν ότι η τήρηση εθνικού προτύπου, όπως το ουγγρικό πρότυπο MSZ EN 590:2009, είναι προαιρετική.
23
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει, εξάλλου, ότι κατά την ημερομηνία διεξαγωγής του επίμαχου στην υπόθεση της κύριας δίκης φορολογικού ελέγχου το εν λόγω πρότυπο δεν ήταν διαθέσιμο στην ουγγρική γλώσσα.
24
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Kecskeméti Κözigazgatási és Μunkaügyi Βíróság (πρωτοβάθμιο δικαστήριο διοικητικών και εργατικών διαφορών του Kecskemét) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχουν το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 5 της οδηγίας 98/70 την έννοια ότι, πέραν των κριτηρίων ποιότητας που ορίζονται στην εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία έχει θεσπισθεί δυνάμει της εν λόγω οδηγίας, δεν μπορούν να επιβληθούν στον προμηθευτή καυσίμων κριτήρια ποιότητας προβλεπόμενα σε εθνικό πρότυπο και συμπληρωματικά σε σχέση με τα προβλεπόμενα στην οδηγία;
2)
Έχει το άρθρο 1, σημεία 6 και 11, της οδηγίας 98/34 την έννοια ότι, σε περίπτωση που τελεί σε ισχύ τεχνικός κανόνας (εν προκειμένω, υπουργική απόφαση εκδοθείσα δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως), η εφαρμογή εθνικού προτύπου θεσπισθέντος στο ίδιο πλαίσιο δύναται να είναι αποκλειστικώς προαιρετική, ήτοι η υποχρεωτική εφαρμογή του δεν μπορεί να θεσπισθεί διά νόμου;
3)
Πληροί το κριτήριο της θέσεως του εθνικού προτύπου στη διάθεση του κοινού, όπως ορίζεται στο [άρθρο 1], σημείο 6, της οδηγίας 98/34, πρότυπο το οποίο, κατά τον χρόνο υποχρεωτικής εφαρμογής του σύμφωνα με τη διοικητική αρχή, δεν είναι διαθέσιμο στην εθνική γλώσσα;»
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
25
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Περιφερειακή Διεύθυνση Φορολογικής και Τελωνειακής Επιθεωρήσεως αμφισβήτησε το παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, για τον λόγο ότι τα προδικαστικά ερωτήματα δεν έχουν σχέση με τη διαφορά της κύριας δίκης. Κατά την άποψή της, η προσβαλλόμενη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου απόφαση αφορά μόνον τους μη καταβληθέντες ειδικούς φόρους καταναλώσεως και δεν επιβάλλει ειδική κύρωση για παραβίαση των ποιοτικών προδιαγραφών για τα καύσιμα ντίζελ.
26
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, για τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλει ένα εθνικό δικαστήριο εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που προσδιορίζει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο ισχύει το τεκμήριο ότι είναι λυσιτελή. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί αιτήσεως που του έχει υποβάλει εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Budějovický Budvar, C‑478/07, EU:C:2009:521, σκέψη 63·Zanotti, C‑56/09, EU:C:2010:288, σκέψη 15, καθώς και Melki και Abdeli, C‑188/10 και C‑189/10, EU:C:2010:363, σκέψη 27).
27
Στην προκειμένη όμως περίπτωση, έστω και αν υποτεθεί ότι η προσβαλλόμενη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου απόφαση δεν είχε ευθέως ως σκοπό την επιβολή κυρώσεων για την παραβίαση των ποιοτικών προδιαγραφών που αφορούν τα καύσιμα ντίζελ, εντούτοις, όπως βεβαίωσε η Περιφερειακή Διεύθυνση Φορολογικής και Τελωνειακής Επιθεωρήσεως, σε κάθε περίπτωση, χάρη στα αποτελέσματα της έρευνας σχετικά με το σημείο αναφλέξεως διαπιστώθηκε ότι ο G. Balázs είχε διαθέσει στην αγορά καύσιμο υποκείμενο σε υψηλότερο φόρο από τον ισχύοντα για τα καύσιμα ντίζελ.
28
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης που ζητεί το αιτούν δικαστήριο δεν έχει προδήλως καμία σχέση με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης.
29
Επομένως, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι παραδεκτή.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
30
Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, κατά πόσον τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 98/70 έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν, στο εθνικό τους δίκαιο, συμπληρωματικά ποιοτικά κριτήρια σε σχέση με τα περιλαμβανόμενα στην εν λόγω οδηγία, όσον αφορά τη θέση καυσίμων ντίζελ σε κυκλοφορία, όπως είναι το κριτήριο σχετικά με το σημείο αναφλέξεως, το οποίο αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης.
31
Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, πρέπει, προκαταρκτικώς, να επισημανθεί, αφενός, ότι κατά το άρθρο 5 της οδηγίας 98/70 τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύσουν, να περιορίσουν ή να αποτρέψουν τη διάθεση στην αγορά των καυσίμων που πληρούν τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας.
32
Αφετέρου, από τη νομική βάση στην οποία στηρίχθηκαν η οδηγία 98/70 και οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις της, δηλαδή από το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΚ και το άρθρο 95 ΕΚ (νυν άρθρο 114 ΣΛΕΕ) αντιστοίχως, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών στο πλαίσιο της εγκαθιδρύσεως και της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, καθώς και από την αιτιολογική σκέψη 1 της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι αυτή στοχεύει στην προσέγγιση των σχετικών διατάξεων των κρατών μελών, ώστε να αρθούν ενδεχόμενες ανομοιότητες στον τομέα των προδιαγραφών που εφαρμόζονται στα καύσιμα.
33
Συγκεκριμένα, τόσο από το γράμμα του άρθρου 5 της οδηγίας 98/70, όσο και από τον σκοπό της εν λόγω οδηγίας προκύπτει ότι αυτή, όσον αφορά ιδίως τις προδιαγραφές που καθορίζονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, σε συνδυασμό με τα παραρτήματα ΙΙ και IV της οδηγίας, αποσκοπεί στην επιβολή απαιτήσεων εξαντλητικού χαρακτήρα, από τις οποίες τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρεκκλίνουν παρά μόνον υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 6 της αυτής οδηγίας.
34
Εντούτοις, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 39 έως 47 των προτάσεών του, η περιεχόμενη στην προηγούμενη σκέψη διαπίστωση ισχύει μόνον εντός των ορίων του καθ’ ύλην πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 98/70, δηλαδή στο μέτρο που πρόκειται για τεχνικές προδιαγραφές για τα καύσιμα, τις οποίες η εν λόγω οδηγία στοχεύει να εναρμονίσει.
35
Πράγματι, από τη διατύπωση του άρθρου 1 της εν λόγω οδηγίας, που προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής της, προκύπτει ότι η οδηγία αυτή αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές που εφαρμόζονται στα οικεία καύσιμα για λόγους προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος.
36
Σύμφωνα με τον προαναφερθέντα σκοπό της οδηγίας 98/70, οι προδιαγραφές που προβλέπονται στα παραρτήματα I έως IV της εν λόγω οδηγίας καλούνται «περιβαλλοντικές προδιαγραφές».
37
Εξάλλου, το καθεστώς παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας αφορά αποκλειστικώς και μόνον τη θέσπιση περιβαλλοντικών προδιαγραφών αυστηρότερων από τις προβλεπόμενες στην οδηγία, ήτοι, όπως προκύπτει από την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου, εκείνες που προστατεύουν «την υγεία του πληθυσμού σε συγκεκριμένο οικισμό ή το περιβάλλον σε συγκεκριμένη περιοχή του εν λόγω κράτους μέλους που είναι οικολογικά ή περιβαλλοντικά ευαίσθητη».
38
Κατά συνέπεια, η οδηγία 98/70 δεν έχει ως σκοπό να εναρμονίσει όλα τα ποιοτικά κριτήρια ή τις τεχνικές προδιαγραφές που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στα οικεία καύσιμα και, επομένως, να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να προβλέπουν σχετικούς περιορισμούς ή παρεκκλίσεις, αλλά αφορά μόνον τις τεχνικές προδιαγραφές για τα καύσιμα που έχουν περιβαλλοντικό περιεχόμενο κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, ήτοι αυτές που στηρίζονται σε εκτιμήσεις σχετικές με την υγεία και το περιβάλλον.
39
Εντούτοις, όσον αφορά την προδιαγραφή του σημείου αναφλέξεως των καυσίμων ντίζελ, την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τόσο από τον τεχνικό ορισμό της εν λόγω παραμέτρου, όπως αυτός εκτίθεται στη σκέψη 12 της παρούσας αποφάσεως, όσο και από τους ισχυρισμούς των διαδίκων της κύριας δίκης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προκύπτει ότι η εν λόγω προδιαγραφή επιδιώκει, κατά κύριο λόγο, να εξασφαλίσει ότι το καύσιμο ντίζελ, ως προϊόν, θα είναι ασφαλές και είναι επίσης σημαντική για την ικανότητα λειτουργίας και την προστασία των κινητήρων των οχημάτων. Με τον τρόπο αυτό, ο καθορισμός του σημείου αναφλέξεως αποσκοπεί, εξάλλου, να προστατεύσει τους καταναλωτές από τις ζημίες που είναι δυνατόν να υποστούν τα οχήματά τους.
40
Κατά συνέπεια, η οδηγία 98/70, και ιδίως το άρθρο 5 αυτής, δεν τυγχάνει εφαρμογής επί τεχνικής προδιαγραφής όπως αυτή του σημείου αναφλέξεως, την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να εξαρτήσουν τη διάθεση καυσίμων ντίζελ στην αγορά από ένα τέτοιο κριτήριο, στο μέτρο που αυτό δεν αποτελεί τεχνική προδιαγραφή αφορώσα την υγεία και το περιβάλλον κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας.
41
Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί ότι ή αιτιολογική σκέψη 31 της οδηγίας 2009/30 επιτάσσει ρητώς την ενημέρωση του προτύπου EN 590:2004 και επιτάσσει «να θεσπιστούν όρια για τεχνικές παραμέτρους που δεν περιλαμβάνονται στο [παράρτημα IV της οδηγίας 98/70]», όπως είναι το σημείο αναφλέξεως, πράγμα που συνηγορεί υπέρ του ότι η εν λόγω οδηγία δεν εμποδίζει, κατ’ αρχήν, τη θέσπιση τέτοιου είδους συμπληρωματικών κριτηρίων.
42
Κατά συνέπεια, στο μέτρο που η προδιαγραφή την οποία αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης δεν εμπίπτει στον τομέα που εναρμονίζεται με την οδηγία 98/70, πρέπει, πρώτον, να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να υποβάλει τη διάθεση στην αγορά στο έδαφός του ενός προϊόντος που δεν καλύπτεται από τεχνικές προδιαγραφές εναρμονισμένες ή αναγνωριζόμενες στο επίπεδο της Ένωσης παρά μόνο σε κριτήρια που συνάδουν προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη ΣΛΕΕ και ιδίως, στην προκειμένη περίπτωση, προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που διατυπώνουν τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 36 ΣΛΕΕ (βλ., συναφώς, αποφάσεις Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑432/03, EU:C:2005:669, σκέψη 35, και Lidl Magyarország, C‑132/08, EU:C:2009:281, σκέψη 45).
43
Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 98/34, εναπόκειται στα κράτη μέλη, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο προληπτικός έλεγχος όσον αφορά τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, ιδίως, όσον αφορά τη δικαιολόγηση των εμποδίων που είναι δυνατόν να δημιουργηθούν συναφώς, να γνωστοποιούν στην Επιτροπή, πριν τη θέση τους σε ισχύ, τα σχέδια των διατάξεων μέσω των οποίων οι τεχνικές προδιαγραφές καθίστανται δεσμευτικές (βλ., συναφώς, αποφάσεις Sandström, C‑433/05, EU:C:2010:184, σκέψη 42, καθώς και Belgische Petroleum Unie κ.λπ., C‑26/11, EU:C:2013:44, σκέψεις 49 και 50).
44
Λαμβανομένων υπόψη όσων προαναφέρθηκαν, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 98/70 έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν, στο εθνικό τους δίκαιο, συμπληρωματικά ποιοτικά κριτήρια σε σχέση με τα περιλαμβανόμενα στην εν λόγω οδηγία, όσον αφορά τη θέση καυσίμων ντίζελ σε κυκλοφορία, όπως είναι το κριτήριο σχετικά με το σημείο αναφλέξεως, το οποίο αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, εφόσον δεν πρόκειται για τεχνική προδιαγραφή των καυσίμων ντίζελ που αφορά την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
45
Προκαταρκτικώς, πρέπει να επισημανθεί ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η τήρηση του ουγγρικού προτύπου MSZ EN 590:2009, το οποίο προβλέπει την προδιαγραφή σχετικά με το σημείο αναφλέξεως των καυσίμων ντίζελ που αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης και με το οποίο μεταφέρεται στο εσωτερικό δίκαιο το ευρωπαϊκό πρότυπο EN 590:2009, κατέστη υποχρεωτική στο ουγγρικό δίκαιο δυνάμει του άρθρου 110, παράγραφος 13, του νόμου περί ειδικών φόρων καταναλώσεως.
46
Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο, με το δεύτερο ερώτημά του, ερωτά, κατ’ ουσίαν, κατά πόσον το άρθρο 1, σημεία 6 και 11, της οδηγίας 98/34 έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθιστούν υποχρεωτική την τήρηση εθνικού προτύπου όπως το ουγγρικό πρότυπο MSZ EN 590:2009 που αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης.
47
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί, πρώτον, ότι δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι από το άρθρο 1, σημείο 6, της οδηγίας 98/34, που δεν περιέχει παρά τον ορισμό του τι αποτελεί, μεταξύ άλλων, ευρωπαϊκό ή εθνικό πρότυπο κατά την έννοια της εν λόγω οδηγίας, και από το σημείο 11 του εν λόγω άρθρου που ορίζει την έννοια του «τεχνικού κανόνα», προκύπτει ότι ο νομοθέτης κράτους μέλους δεν μπορεί να καταστήσει, εν όλω ή εν μέρει, υποχρεωτική την τήρηση ενός τέτοιου προτύπου.
48
Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι από το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34 προκύπτει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να καταστήσουν υποχρεωτική την τήρηση ευρωπαϊκού ή διεθνούς προτύπου, μεταφέροντας το εν λόγω πρότυπο σε τεχνικό κανόνα που έχει, εξ ορισμού, δεσμευτική ισχύ. Όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 65 των προτάσεών του, δεν συντρέχει λόγος να θεωρηθεί ότι ισχύει κάτι διαφορετικό στην περίπτωση εθνικού προτύπου, ιδίως εφόσον το πρότυπο αυτό αντιστοιχεί σε ευρωπαϊκό πρότυπο, όπως συμβαίνει στην υπόθεση της κύριας δίκης.
49
Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, σημεία 6 και 11, της οδηγίας 98/34 έχει την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθιστούν υποχρεωτική την τήρηση εθνικού προτύπου, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ουγγρικό πρότυπο MSZ EN 590:2009.
Επί του τρίτου ερωτήματος
50
Πρέπει, εκ προοιμίου, να παρατηρηθεί ότι από τις παρασχεθείσες από το αιτούν δικαστήριο πληροφορίες προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, το εθνικό πρότυπο MSZ EN 590:2009 δεν ήταν διαθέσιμο στην ουγγρική γλώσσα, αλλά μόνο στην αγγλική γλώσσα.
51
Στο πλαίσιο αυτό και λαμβανομένου υπόψη του κριτηρίου της θέσεως των προτύπων στη διάθεση του κοινού, που προβλέπεται στο άρθρο 1, σημείο 6, της οδηγίας 98/34, το αιτούν δικαστήριο, με το τρίτο ερώτημά του, ερωτά, κατ’ ουσίαν, κατά πόσον η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι απαιτεί να είναι το εθνικό πρότυπο, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, διαθέσιμο στην επίσημη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους.
52
Συναφώς, όπως έχει επισημανθεί στη σκέψη 47 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 1, σημείο 6, της οδηγίας 98/34 περιέχει μόνον τον ορισμό του τι αποτελεί πρότυπο για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας, ενώ εξάλλου δεν αποσκοπεί να επιβάλει όντως κριτήρια που θα πρέπει να πληρούν τα πρότυπα, αλλά να καθιερώσει μια διαδικασία πληροφορήσεως στον τομέα των προτύπων και των τεχνικών προδιαγραφών και, με τον τρόπο αυτό, έναν προληπτικό έλεγχο για την προστασία της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων (βλ., συναφώς, απόφαση Belgische Petroleum Unie κ.λπ., C‑26/11, EU:C:2013:44, σκέψη 49).
53
Συνεπώς, ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής ενδείξεως στην εν λόγω οδηγία, δεν μπορεί να συναχθεί από το άρθρο 1, σημείο 6, της αυτής οδηγίας απαίτηση σύμφωνα με την οποία ένα πρότυπο κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, το οποίο είναι διαθέσιμο στην αγγλική γλώσσα, θα πρέπει να καταστεί διαθέσιμο στη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους.
54
Λαμβανομένων υπόψη όσων προαναφέρθηκαν, στο τρίτο ερώτημα θα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 1, σημείο 6, της οδηγίας 98/34 έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί να είναι τα πρότυπα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, διαθέσιμα στην επίσημη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους.
Επί των δικαστικών εξόδων
55
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 5 της οδηγίας 98/70/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1998, σχετικά με την ποιότητα των καυσίμων βενζίνης και ντίζελ και την τροποποίηση της οδηγίας 93/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1882/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προβλέπουν, στο εθνικό τους δίκαιο, συμπληρωματικά ποιοτικά κριτήρια σε σχέση με τα περιλαμβανόμενα στην εν λόγω οδηγία, όσον αφορά τη θέση καυσίμων ντίζελ σε κυκλοφορία, όπως είναι το κριτήριο σχετικά με το σημείο αναφλέξεως, το οποίο αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, εφόσον δεν πρόκειται για τεχνική προδιαγραφή των καυσίμων ντίζελ που αφορά την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος για τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας.
2)
Το άρθρο 1, σημεία 6 και 11, της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2006, έχει την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθιστούν υποχρεωτική την τήρηση εθνικού προτύπου, όπως το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης ουγγρικό πρότυπο MSZ EN 590:2009.
3)
Το άρθρο 1, σημείο 6, της οδηγίας 98/34, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2006/96, έχει την έννοια ότι δεν απαιτεί να είναι τα πρότυπα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, διαθέσιμα στην επίσημη γλώσσα του οικείου κράτους μέλους.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.
Full & Egal Universal Law Academy