ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 17ης Φεβρουαρίου 2016 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Οδηγία 2010/13/ΕE — Άρθρο 19, παράγραφος 1 — Διαχωρισμός μεταξύ των τηλεοπτικών διαφημίσεων και προγραμμάτων — Διαχωρισμός οθόνης (“Split screen”) — Άρθρο 23, παράγραφοι 1 και 2 — Περιορισμός του χρόνου μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων στο 20 % ανά ωρολογιακή ώρα — Ανακοινώσεις χορηγίας — Άλλου είδους αναφορές σε χορηγό — “Διαστήματα μαύρης οθόνης”»
Στην υπόθεση C‑314/14,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, την οποία υπέβαλε το Korkein hallinto–oikeus (Φινλανδία) με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο την 1η Ιουλίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης
Sanoma Media Finland Oy–Nelonen Media
κατά
Viestintävirasto,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen, πρόεδρο του τρίτου τμήματος, προεδρεύοντα του τέταρτου τμήματος, J. Malenovský (εισηγητή), M. Safjan, A. Prechal και K. Jürimäe, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Szpunar
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J. Heliskoski,
—
η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις N. Δαφνίου και Λ. Κοτρώνη,
—
η Αυστριακή Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Pesendorfer,
—
η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον I. Koskinen και την A. Marcoulli,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 19, παράγραφος 1, και 23, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων) (ΕΕ L 95, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2010, L 263, σ. 15).
2
Η εν λόγω αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς μεταξύ της Sanoma Media Finland Oy–Nelonen Media (στο εξής: Sanoma) και της Viestintävirasto (Ρυθμιστικής Αρχής Τηλεπικοινωνιών, στο εξής: ρυθμιστική αρχή) με αντικείμενο τη νομιμότητα αποφάσεως με την οποία η δεύτερη διαπίστωσε ότι η Sanoma παρέβη τη φινλανδική νομοθεσία περί τηλεοπτικών διαφημίσεων και τη διέταξε να παύσει την παράβαση αυτή.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Η οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων κωδικοποίησε και κατήργησε την οδηγία 89/552/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ L 298, σ. 23).
4
Οι αιτιολογικές σκέψεις 79, 81, 83, 85 και 87 της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων έχουν ως εξής:
«(79)
[...] Σε όλες τις οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις θα πρέπει, μολαταύτα, να τηρούνται όχι μόνο οι κανόνες αναγνώρισης αλλά και μια βασική δέσμη ποιοτικών κανόνων ώστε να ανταποκρίνονται σε σαφείς στόχους δημόσιας πολιτικής.
[...]
(81)
Οι εμπορικές και τεχνολογικές εξελίξεις διευρύνουν τη δυνατότητα επιλογής και την ευθύνη των χρηστών κατά τη χρήση υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων. Για να παραμείνει ανάλογη προς τους στόχους γενικού συμφέροντος, η κανονιστική ρύθμιση θα πρέπει να επιτρέπει ορισμένο βαθμό ευελιξίας όσον αφορά τις τηλεοπτικές μεταδόσεις. Η αρχή του διαχωρισμού θα πρέπει να περιορίζεται στην τηλεοπτική διαφήμιση και τις τηλεαγορές, και η τοποθέτηση προϊόντων θα πρέπει να επιτρέπεται υπό ορισμένες περιστάσεις, εκτός εάν ένα κράτος μέλος αποφασίζει άλλως. Ωστόσο, θα πρέπει να απαγορεύεται η συγκαλυμμένη τοποθέτηση προϊόντων. Η αρχή του διαχωρισμού δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη χρήση νέων διαφημιστικών τεχνικών.
[...]
(83)
Προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης και σωστή προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, δηλαδή των τηλεθεατών, είναι ουσιώδες η τηλεοπτική διαφήμιση να υπόκειται σε ορισμένο αριθμό ελάχιστων κανόνων και κριτηρίων και να έχουν τα κράτη μέλη την ευχέρεια να καθορίζουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διαφορετικούς όρους για τους τηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους.
[...]
(85)
Λόγω της αυξημένης δυνατότητας των θεατών να αποφεύγουν τη διαφήμιση μέσω χρήσης νέων τεχνολογιών όπως οι ψηφιακές προσωπικές συσκευές μαγνητοσκόπησης και η αυξημένη δυνατότητα επιλογής καναλιών, δεν δικαιολογείται διεξοδική κανονιστική ρύθμιση όσον αφορά την παρεμβολή διαφημιστικών μηνυμάτων με σκοπό την προστασία των θεατών. Ενώ ο ωριαίος επιτρεπτός χρόνος διαφήμισης δεν θα πρέπει να αυξηθεί, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να παρέχει στους τηλεοπτικούς οργανισμούς ευελιξία ως προς την εισαγωγή της, όπου αυτό δεν εμποδίζει αδικαιολόγητα την ακεραιότητα των προγραμμάτων.
[...]
(87)
Θα πρέπει να θεσπισθεί ανώτατο όριο 20 % ανά ωρολογιακή ώρα για τα τηλεοπτικά διαφημιστικά μηνύματα και μηνύματα τηλεαγοράς, που θα ισχύει και κατά τη διάρκεια της υψηλής περιόδου τηλεθέασης. Ως τηλεοπτικό διαφημιστικό μήνυμα, θα πρέπει να νοείται η τηλεοπτική διαφήμιση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο θ), με διάρκεια που δεν υπερβαίνει τα 12 λεπτά.»
5
Μεταξύ των εννοιών τις οποίες ορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι εξής:
«α)
“υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων”:
i)
υπηρεσία όπως ορίζεται στα άρθρα 49 και 50 της [Σ]υνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία τελεί υπό τη συντακτική ευθύνη παρόχου υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, κύριος σκοπός της οποίας είναι η παροχή προγραμμάτων με σκοπό την ενημέρωση, την ψυχαγωγία ή την εκπαίδευση του ευρέως κοινού μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών […]. Οι εν λόγω υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων είναι είτε τηλεοπτικές εκπομπές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο στοιχείο ε) της παρούσας παραγράφου, είτε κατά παραγγελία υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο στοιχείο ζ) της παρούσας παραγράφου,
ii)
οπτικοακουστική εμπορική ανακοίνωση·
β)
“πρόγραμμα”: σειρά κινούμενων εικόνων με ή χωρίς ήχο η οποία συνιστά μεμονωμένο στοιχείο στο πλαίσιο προγραμματισμού ή καταλόγου που καθορίζεται από πάροχο υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων και της οποίας η μορφή και το περιεχόμενο είναι συγκρίσιμα με τη μορφή και το περιεχόμενο τηλεοπτικής εκπομπής. Ως παραδείγματα προγραμμάτων αναφέρονται οι ταινίες μεγάλου μήκους, οι αθλητικές διοργανώσεις, οι κωμικές σειρές, τα ντοκιμαντέρ, τα παιδικά προγράμματα και τα δραματοποιημένα έργα·
[...]
η)
“οπτικοακουστική εμπορική ανακοίνωση”: εικόνες με ή χωρίς ήχο που προορίζονται για την άμεση ή έμμεση προώθηση των εμπορευμάτων, υπηρεσιών ή της εικόνας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου που ασκεί οικονομική δραστηριότητα. Οι εικόνες αυτές συνοδεύουν ή περιλαμβάνονται σε πρόγραμμα έναντι πληρωμής ή αναλόγου ανταλλάγματος ή για λόγους αυτοπροβολής. Μεταξύ των μορφών οπτικοακουστικής εμπορικής ανακοίνωσης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η τηλεοπτική διαφήμιση, η χορηγία, η τηλεπώληση και η τοποθέτηση προϊόντος·
θ)
“τηλεοπτική διαφήμιση”: κάθε μορφή τηλεοπτικής ανακοίνωσης που μεταδίδεται έναντι πληρωμής ή αναλόγου ανταλλάγματος ή για λόγους αυτοπροβολής, από μια δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής ή βιοτεχνικής δραστηριότητας ή άσκησης επαγγέλματος, με σκοπό την προώθηση της παροχής αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων ακινήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έναντι πληρωμής·
[...]
ια)
“χορηγία”: κάθε συνεισφορά δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων ή φυσικών προσώπων, που δεν παρέχουν υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων ή δεν παράγουν οπτικοακουστικά έργα, για τη χρηματοδότηση υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων ή προγραμμάτων, με σκοπό την προώθηση της επωνυμίας, του εμπορικού σήματος, της εικόνας, των δραστηριοτήτων ή των προϊόντων τους·
[...]».
6
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, όσον αφορά παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, να προβλέπουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες στα πεδία που καλύπτει η παρούσα οδηγία, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο.»
7
Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας:
«Οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων ή τα προγράμματα που δέχονται χορηγία πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
[...]
γ)
οι θεατές πρέπει να ενημερώνονται σαφώς για την ύπαρξη συμφωνίας χορηγίας. Προγράμματα τα οποία δέχονται χορηγία πρέπει να επισημαίνονται σαφώς με την επωνυμία, το λογότυπο ή/και κάθε άλλο σύμβολο του χορηγού, όπως π.χ. αναφορά στο προϊόν ή τα προϊόντα ή στην υπηρεσία ή τις υπηρεσίες με διακριτικό σήμα κατά κατάλληλο τρόπο για προγράμματα, κατά την έναρξη, τη διάρκεια ή/και το τέλος των προγραμμάτων.»
8
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων προβλέπει τα ακόλουθα:
«Η τηλεοπτική διαφήμιση και οι τηλεπωλήσεις πρέπει να είναι άμεσα αναγνωρίσιμες και διακριτές από το συντακτικό περιεχόμενο. Με την επιφύλαξη της χρήσης νέων διαφημιστικών τεχνικών, η τηλεοπτική διαφήμιση και οι τηλεπωλήσεις διακρίνονται σαφώς από τα άλλα μέρη της υπηρεσίας του προγράμματος μέσω οπτικών ή/και ακουστικών ή/και χωρικών μέσων.»
9
Το άρθρο 23 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Η αναλογία του χρόνου μετάδοσης διαφημιστικών μηνυμάτων και μηνυμάτων τηλεπώλησης μέσα σε κάθε δεδομένη ωρολογιακή ώρα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20 %.
2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όσον αφορά ανακοινώσεις που γίνονται από τηλεοπτικό οργανισμό για τα δικά του προγράμματα και δευτερεύοντα προϊόντα που προέρχονται απευθείας από τα προγράμματα αυτά, ανακοινώσεις χορηγίας και τοποθέτηση προϊόντος.»
10
Το άρθρο 26 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, τα κράτη μέλη δύνανται, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το ενωσιακό δίκαιο, να καθορίζουν όρους διαφορετικούς από εκείνους του άρθρου 20 παράγραφος 2 και του άρθρου 23 όσον αφορά τηλεοπτικές εκπομπές που απευθύνονται αποκλειστικά στην εθνική επικράτεια και οι οποίες δεν είναι δυνατόν να λαμβάνονται, άμεσα ή έμμεσα, από το κοινό σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη.»
Το φινλανδικό δίκαιο
11
Η οδηγία 89/552 μεταφέρθηκε στο φινλανδικό δίκαιο με τον νόμο 744/1998 σχετικά με τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές δραστηριότητες (televisio– ja radiotoiminnasta annettu laki, στο εξής: νόμος 744/1998).
12
Το άρθρο 2, παράγραφος 16, του νόμου 744/1998 ορίζει ότι «εμπορική ανακοίνωση» συνιστούν, μεταξύ άλλων, η διαφήμιση και η χορηγία. Η χορηγία και η διαφήμιση ορίζονται στις παραγράφους 13 και 14 του εν λόγω άρθρου. Όπως προκύπτει από την παράγραφο 14, ως «διαφήμιση» νοείται πληροφορία, δήλωση ή κάθε μορφή τηλεοπτικής ή ραδιοφωνικής ανακοινώσεως που μεταδίδεται κατά κανόνα έναντι πληρωμής ή αναλόγου ανταλλάγματος, η οποία δεν συνιστά ούτε χορηγία ούτε τοποθέτηση προϊόντος και αποσκοπεί στην προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων του διαφημιζομένου ή την προβολή διαφημιζόμενου ο οποίος ασκεί οικονομική δραστηριότητα.
13
Κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου, το οποίο θέτει σε εφαρμογή το άρθρο της οδηγίας 89/552 που αντιστοιχεί στο άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, η τηλεοπτική διαφήμιση και η τηλεπώληση πρέπει να διακρίνεται από τα οπτικοακουστικά προγράμματα μέσω οπτικού ή ακουστικού σήματος ή διαχωρισμού της οθόνης.
14
Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 2, του εν λόγω νόμου, το οποίο θέτει σε εφαρμογή το άρθρο της οδηγίας 89/552 που αντιστοιχεί στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, η επωνυμία ή το λογότυπο του χορηγού πρέπει να αναγράφονται με σαφήνεια κατά την έναρξη ή το τέλος των οπτικοακουστικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων που δέχονται χορηγία.
15
Κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ίδιου νόμου, το οποίο θέτει σε εφαρμογή το άρθρο της οδηγίας 89/552 που αντιστοιχεί στο άρθρο 23 της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, ο χρόνος μεταδόσεως διαφημίσεων και μηνυμάτων τηλεπωλήσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει τα δώδεκα λεπτά ανά ωρολογιακή ώρα. Από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις ανακοινώσεις χορηγίας.
16
Όπως προκύπτει από το άρθρο 35, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 36, παράγραφος 1, του νόμου 744/1998, αν η ρυθμιστική αρχή διαπιστώσει ότι εταιρία που μεταδίδει τηλεοπτικά ή ραδιοφωνικά προγράμματα παραβαίνει διατάξεις του εν λόγω νόμου, έχει την εξουσία να της ζητήσει να παύσει την παράνομη συμπεριφορά της.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
17
Η Sanoma παρέχει υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων και είναι εγκατεστημένη στη Φινλανδία. Στις υπηρεσίες που παρέχει συγκαταλέγεται η εκπομπή τηλεοπτικών προγραμμάτων στο πλαίσιο των οποίων μεταδίδει, αφενός, διαφημίσεις και, αφετέρου, προγράμματα τα οποία δέχονται χορηγία.
18
Προκειμένου να διαχωρίσει τα παρεμβαλλόμενα μεταξύ δύο τηλεοπτικών προγραμμάτων διαφημιστικά διαλείμματα, η Sanoma εφάρμοζε τη μέθοδο «split screen» ή «διαχωρισμού οθόνης», η οποία συνίσταται στον χωρισμό της οθόνης σε δύο τμήματα μετά την έναρξη των τίτλων τέλους ενός προγράμματος και την ταυτόχρονη εμφάνιση των τίτλων τέλους του προγράμματος σε μία στήλη και της αναγγελίας των προγραμμάτων που θα ακολουθήσουν με σχετικό πίνακα σε άλλη. Επιπλέον, η Sanoma, πριν και μετά από το κάθε μεμονωμένο διαφημιστικό μήνυμα που μεταδίδει στο πλαίσιο των διαφημιστικών διαλειμμάτων παρεμβάλλει διαστήματα διάρκειας 0,4 έως 1 δευτερολέπτου κατά τα οποία η οθόνη είναι μαύρη, τα οποία αποκαλούνται «διαστήματα μαύρης οθόνης».
19
Εξάλλου, όταν η Sanoma μεταδίδει πρόγραμμα που δέχεται χορηγία, είναι πιθανή η εμφάνιση σημάτων τα οποία παραπέμπουν στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι χορηγός του προγράμματος αυτού, όχι μόνο κατά τη διάρκεια του προγράμματος που δέχεται τη χορηγία αλλά και, αφενός, στις προαναγγελίες του προγράμματος αυτού, αφετέρου, στο πλαίσιο άλλων προγραμμάτων.
20
Με την από 9 Μαρτίου 2012 απόφαση, η ρυθμιστική αρχή έκρινε ότι οι διάφορες πρακτικές της Sanoma ήταν αντίθετες προς ορισμένες διατάξεις του νόμου 744/1998 και της ζήτησε να τις παύσει.
21
Στο πλαίσιο αυτό, η ρυθμιστική αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, πρώτον, η Sanoma δεν πληρούσε την επιταγή περί διαχωρισμού μεταξύ των διαφημίσεων και των προγραμμάτων, την οποία προβλέπει το άρθρο 22, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου. Η ρυθμιστική αρχή απεφάνθη συναφώς ότι η χρήση της τεχνικής που συνίσταται στην εμφάνιση της αναγγελίας των προγραμμάτων που ακολουθούν σε διαχωρισμένη οθόνη, παράλληλα με τους τίτλους τέλους του προβαλλόμενου προγράμματος, δεν διασφαλίζει τον επαρκή διαχωρισμό μεταξύ του εν λόγω προγράμματος και του διαφημιστικού διαλείμματος που παρεμβάλλεται μεταξύ αυτού και του προγράμματος που έπεται.
22
Δεύτερον, η ρυθμιστική αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Sanoma μετέδιδε 12 λεπτά και 7 δευτερόλεπτα διαφημίσεις ανά ωρολογιακή ώρα, υπερβαίνοντας, ως εκ τούτου, το ανώτατο όριο των 12 λεπτών ανά ώρα που επιβάλλει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του νόμου 744/1998. Κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, κρίνοντας, αφενός, ότι η εμφάνιση σημείων που παραπέμπουν στον χορηγό προγράμματος σε προγράμματα διαφορετικά από αυτό που δέχεται τη χορηγία έπρεπε να χαρακτηρισθεί διαφημιστικός χρόνος. Αφετέρου, απεφάνθη ότι τα «διαστήματα μαύρης οθόνης» που παρεμβάλλει η Sanoma μεταξύ των διαφημιστικών διαλειμμάτων και του προγράμματος που προηγείται αυτών πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν τμήμα του προγράμματος αυτού, αλλά ότι τα διαστήματα μαύρης οθόνης που, αφενός, χωρίζουν τα διάφορα διαφημιστικά μηνύματα ενός διαφημιστικού διαλείμματος και, αφετέρου, παρεμβάλλονται μεταξύ του διαφημιστικού διαλείμματος και του προγράμματος που έπεται πρέπει να θεωρηθούν διαφημιστικός χρόνος.
23
Τρίτον και τελευταίον, η ρυθμιστική αρχή ζήτησε από τη Sanoma να τροποποιήσει την τεχνική που χρησιμοποιεί προκειμένου να διαχωρίζει τα τηλεοπτικά προγράμματα που μεταδίδει από το διαφημιστικό διάλειμμα το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ των εν λόγω προγραμμάτων. Επιπλέον, η ρυθμιστική αρχή επέβαλλε στη Sanoma την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά τον υπολογισμό του χρόνου που διαθέτει στη μετάδοση των τηλεοπτικών διαφημίσεων, αφενός, τα σημεία που παραπέμπουν σε χορηγό όταν αυτά εμφανίζονται σε προγράμματα διαφορετικά από αυτό που δέχεται τη χορηγία και, αφετέρου, τις «μαύρες οθόνες» που παρεμβάλλονται μεταξύ των διάφορων διαφημιστικών μηνυμάτων ενός διαφημιστικού διαλείμματος καθώς και μεταξύ του διαλείμματος αυτού και του προγράμματος που έπεται.
24
Η Sanoma άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της ρυθμιστικής αρχής ενώπιον του Helsingin hallinto–oikeus (διοικητικού δικαστηρίου του Ελσίνκι), το οποίο την απέρριψε με την από 9 Απριλίου 2013 απόφαση. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε, καταρχάς, ότι η χρήση της διαχωρισμένης οθόνης μεταξύ δύο διαφορετικών τηλεοπτικών προγραμμάτων (αυτού που τελειώνει και αυτού που ακολουθεί) δεν πληροί την απαίτηση περί πλήρους διαχωρισμού μεταξύ της διαφημίσεως και των προγραμμάτων, την οποία προβλέπει το άρθρο 22, παράγραφος 1, του νόμου 744/1998. Ακολούθως, έκρινε ότι η εμφάνιση σημείων που παραπέμπουν σε χορηγό στο πλαίσιο προγράμματος διαφορετικού από αυτό που δέχεται τη χορηγία συνιστά καταστρατήγηση του μέγιστου διαφημιστικού χρόνου ανά ώρα τον οποίο επιτρέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου αν δεν προσμετρούνταν κατά τον υπολογισμό του χρόνου των διαφημίσεων που μεταδίδουν οι πάροχοι υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων. Τέλος, το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι δεν απάδει προς τον νόμο 744/1998 ο χαρακτηρισμός των «διαστημάτων μαύρης οθόνης» που έπονται διαφημιστικού διαλείμματος ως διαφημιστικού χρόνου.
25
Η Sanoma άσκησε αναίρεση κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Korkein hallinto–oikeus (ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου), το οποίο ζητεί να διευκρινισθεί η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στα άρθρα 19, παράγραφος 1, και 23, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, προκειμένου να μπορέσει να προσδιορίσει το ακριβές νόημα και περιεχόμενο των διατάξεων του νόμου 774/1998, τις οποίες παρέβη, κατά τη ρυθμιστική αρχή και το Helsingin hallinto–oikeus, η Sanoma.
26
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein hallinto–oikeus αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχει το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, την έννοια ότι προσκρούει προς αυτό ερμηνεία των διατάξεων του εθνικού δικαίου κατά την οποία δεν θεωρείται ως διαχωριστικό μέσο διαφημίσεων ο διαχωρισμός της οθόνης βάσει του οποίου το οπτικοακουστικό πρόγραμμα διακρίνεται από την τηλεοπτική διαφήμιση εάν ένα τμήμα της οθόνης χρησιμοποιείται για τη μετάδοση των τίτλων τέλους του προγράμματος και ένα άλλο τμήμα της χρησιμοποιείται για την αναγγελία των ακόλουθων εκπομπών του ραδιοτηλεοπτικού σταθμού με σχετικό πίνακα, ενώ ούτε στη διαχωρισμένη οθόνη ούτε στη συνέχεια εκπέμπεται ακουστικό ή οπτικό μέσο το οποίο σηματοδοτεί ρητώς την έναρξη διαφημιστικού διαλείμματος;
2)
Δοθέντος ότι η οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων προβλέπει ένα ελάχιστο ρυθμιστικό πλαίσιο, έχει το άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, την έννοια ότι δεν συνάδει προς την οδηγία το γεγονός ότι οι ανακοινώσεις χορηγίας που εκπέμπονται σε συνδυασμό με άλλα, εκτός των δεχομένων τη χορηγία προγράμματα, πρέπει να χαρακτηρισθούν ως “διαφημιστικά μηνύματα” κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα οποία πρέπει να προσμετρώνται για τον υπολογισμό του μέγιστου επιτρεπόμενου διαφημιστικού χρόνου;
3)
Δοθέντος ότι η οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων προβλέπει ένα ελάχιστο ρυθμιστικό πλαίσιο, πρέπει, υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, ο όρος “διαφημιστικά μηνύματα” του άρθρου 23, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με την έκφραση που ορίζει τον μέγιστο επιτρεπόμενο διαφημιστικό χρόνο και κατά την οποία “η αναλογία [...] μέσα σε κάθε δεδομένη […] ώρα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20 %”, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν συνάδει προς την οδηγία η προσμέτρηση στον διαφημιστικό χρόνο των διαστημάτων κατά τα οποία “η οθόνη είναι μαύρη” και τα οποία παρεμβάλλονται μεταξύ μεμονωμένων διαφημιστικών μηνυμάτων και κατά τη λήξη διαφημιστικού διαλείμματος;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
27
Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, αφενός, η επίμαχη εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι δεν μπορεί να απαιτείται, πέραν της διαχωρισμένης οθόνης, η χρήση ειδικού ακουστικού και/ή οπτικού σήματος προκειμένου να διαχωρίζεται το πρόγραμμα που τελειώνει από το διαφημιστικό διάλειμμα που έπεται αυτού και, αφετέρου, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι επιπρόσθετες απαιτήσεις μπορούν να γίνουν συναφώς δεκτές μόνο εφόσον επιβάλλονται από το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων.
28
Υπό αυτές τις συνθήκες, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, με το πρώτο του προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία επιτρέπει την ύπαρξη διαχωρισμένης οθόνης στην οποία εμφανίζονται σε μία στήλη οι τίτλοι τέλους τηλεοπτικού προγράμματος και σε άλλη η αναγγελία των εκπομπών του παρόχου που ακολουθούν, προκειμένου να διαχωρίζεται το πρόγραμμα που τελειώνει από το διαφημιστικό διάλειμμα που έπεται αυτού, χωρίς να συνδυάζεται κατ’ ανάγκη με, ή να ακολουθείται από, ακουστικό ή οπτικό σήμα.
29
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων προβλέπει ότι η τηλεοπτική διαφήμιση και οι τηλεπωλήσεις πρέπει να είναι άμεσα αναγνωρίσιμες και διακριτές από το συντακτικό περιεχόμενο. Κατά τη δεύτερη περίοδο του εν λόγω άρθρου 19, παράγραφος 1, με την επιφύλαξη της χρήσεως νέων διαφημιστικών τεχνικών, η τηλεοπτική διαφήμιση και οι τηλεπωλήσεις διακρίνονται σαφώς από τα προγράμματα μέσω οπτικών ή/και ακουστικών ή/και χωρικών μέσων.
30
Κατά συνέπεια, η πρώτη περίοδος της διατάξεως αυτής επιβάλλει δύο βασικές επιταγές, ήτοι, αφενός, τον άμεσα αναγνωρίσιμο χαρακτήρα της τηλεοπτικής διαφημίσεως και των τηλεπωλήσεων και, αφετέρου, τον διακριτό τους χαρακτήρα από το συντακτικό περιεχόμενο και, ως εκ τούτου, τις τηλεοπτικές εκπομπές.
31
Οι επιταγές αυτές πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του σκοπού τον οποίο εκθέτει η αιτιολογική σκέψη 83 της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων.
32
Κατά την προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη, μεταξύ άλλων, προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης και σωστή προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, δηλαδή των τηλεθεατών, είναι ουσιώδες η τηλεοπτική διαφήμιση να υπόκειται σε ορισμένους ελάχιστους κανόνες και κριτήρια.
33
Εντούτοις, το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων αναγνωρίζει ρητώς στα κράτη μέλη την ευχέρεια να προβλέπουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες στα πεδία που καλύπτει η παρούσα οδηγία, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης.
34
Ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 83 της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, η πρώτη περίοδος του άρθρου 19, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας έχει την έννοια ότι ο νομοθέτης θέλησε να διασφαλισθεί η πλήρης και σωστή προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, δηλαδή των τηλεθεατών (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις Österreichischer Rundfunk, C‑195/06, EU:C:2007:613, σκέψεις 26 και 27, και Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑281/09, EU:C:2011:767, σκέψη 46).
35
Η δεύτερη περίοδος του άρθρου 19, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων διευκρινίζει το πεδίο εφαρμογής του κανόνα της πρώτης περιόδου του εν λόγω άρθρου, απαριθμώντας τα μέσα των οποίων τη χρήση μπορούν να προβλέπουν τα κράτη μέλη προκειμένου να διασφαλίζουν την τήρηση του συγκεκριμένου κανόνα.
36
Όπως προκύπτει ιδίως από τη διπλή χρήση των όρων «ή/και», η δεύτερη περίοδος καταλείπει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να επιλέγουν ορισμένα από τα μέσα αυτά και να αποκλείουν άλλα.
37
Κατά συνέπεια, μολονότι η τηλεοπτική διαφήμιση και οι τηλεπωλήσεις πρέπει να διαχωρίζονται σαφώς από τις τηλεοπτικές εκπομπές, διά της χρήσεως των διαφόρων μέσων που απαριθμεί το άρθρο 19, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, εντούτοις, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή απαιτεί σωρευτική εφαρμογή των διαφόρων μέσων. Ειδικότερα, αν ένα από αυτά, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται περί οπτικού, ακουστικού ή χωρικού μέσου, είναι ικανό να διασφαλίσει την πλήρη τήρηση των απαιτήσεων που απορρέουν από την πρώτη περίοδο του άρθρου 19, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να μην απαιτούν τη συνδυαστική εφαρμογή των εν λόγω μέσων.
38
Εν προκειμένω, από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης τεχνική συνίσταται στον διαχωρισμό του τερματιζόμενου προγράμματος από το διαφημιστικό διάλειμμα που έπεται αυτού διά της χρήσεως διαχωρισμένης οθόνης, μέσω, δηλαδή, χωρικού διαχωρισμού.
39
Δεδομένου ότι η μέθοδος αυτή πληροί, αυτή καθεαυτήν, τις δύο επιταγές που απορρέουν από τον κανόνα του άρθρου 19, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, δεν είναι αναγκαίο να συνδυάζεται με, ή να ακολουθείται από, άλλα μέσα διαχωρισμού, ακουστικά ή οπτικά. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν τούτο ισχύει.
40
Επομένως, στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία επιτρέπει την ύπαρξη διαχωρισμένης οθόνης στην οποία εμφανίζονται σε μία στήλη οι τίτλοι τέλους τηλεοπτικού προγράμματος και σε άλλη η αναγγελία των εκπομπών του παρόχου που ακολουθούν, προς τον σκοπό διαχωρισμού του τερματιζόμενου προγράμματος από το διαφημιστικό διάλειμμα που έπεται αυτού, χωρίς να συνδυάζεται κατ’ ανάγκη με, ή να ακολουθείται από, ακουστικό ή οπτικό σήμα, υπό τον όρο ότι η εν λόγω μέθοδος διαχωρισμού πληροί, αυτή καθεαυτήν, τις προϋποθέσεις της πρώτης περιόδου του εν λόγω άρθρου 19, παράγραφος 1, πράγμα που οφείλει να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
41
Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων αντιτίθεται στην προσμέτρηση των ανακοινώσεων χορηγίας που εκπέμπονται σε προγράμματα διαφορετικά από αυτό που δέχεται τη χορηγία, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά τον υπολογισμό του μέγιστου επιτρεπόμενου διαφημιστικού χρόνου ανά ωρολογιακή ώρα που ορίζει το άρθρο 23, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
42
Το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων ορίζει ότι η αναλογία του χρόνου μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων και μηνυμάτων τηλεπωλήσεων ανά ωρολογιακή ώρα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20 %.
43
Εντούτοις, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει ότι η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις ανακοινώσεις χορηγίας.
44
Δεδομένου ότι το γράμμα του άρθρου 23, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων δεν διευκρινίζει την ακριβή σημασία και το περιεχόμενο του όρου «ανακοινώσεις χορηγίας», ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου εντάσσεται και του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία.
45
Συναφώς, επισημαίνεται καταρχάς ότι, κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία ηʹ και ιαʹ, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, η χορηγία είναι μία μορφή οπτικοακουστικής εμπορικής ανακοινώσεως μέσω της οποίας φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν παρέχει υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων ή δεν παράγει οπτικοακουστικά έργα συνεισφέρει για τη χρηματοδότηση υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων ή προγραμμάτων, με σκοπό την προώθηση της επωνυμίας, του εμπορικού σήματος, της εικόνας, των δραστηριοτήτων ή των προϊόντων του.
46
Ακολούθως, το άρθρο 10, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, το οποίο ορίζει τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να πληροί κάθε χορηγία, προβλέπει, ιδίως στο στοιχείο γʹ, ότι οι θεατές πρέπει να ενημερώνονται σαφώς για την ύπαρξη συμφωνίας χορηγίας και ότι τα προγράμματα τα οποία δέχονται χορηγία πρέπει να επισημαίνονται σαφώς με τα σύμβολα του χορηγού, αναφορές στα προϊόντα του ή τις υπηρεσίες του ή με άλλα διακριτικά σήματα.
47
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται το συμπέρασμα ότι, δεδομένου ότι η παρέμβαση του χορηγού αφορά αποκλειστικώς τη συνεισφορά στη χρηματοδότηση υπηρεσίας ή προγράμματος, τα σύμβολα, αναφορές ή άλλα διακριτικά σήματα χορηγίας πρέπει να συνδέονται στενά με την υπηρεσία ή το πρόγραμμα που χρηματοδοτείται ή συγχρηματοδοτείται από τον εν λόγω χορηγό.
48
Για τον λόγο αυτό, όσον αφορά τα προγράμματα που δέχονται χορηγία, και όπως ορίζει ρητώς το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, in fine, τα εν λόγω σύμβολα, αναφορές ή άλλα διακριτικά σήματα που συναρτώνται προς χορηγία πρέπει να εμφανίζονται στην έναρξη, τη διάρκεια ή/και το τέλος του προγράμματος που δέχεται τη χορηγία και, κατά συνέπεια, όχι εκτός του προγράμματος αυτού.
49
Η τήρηση της υποχρεώσεως αυτής επιβάλλεται ιδίως προς το συμφέρον των καταναλωτών, δηλαδή των τηλεθεατών. Σκοπός της είναι, αφενός, να επιτρέψει στους τηλεθεατές να αντιλαμβάνονται σαφώς ότι ένα πρόγραμμα δέχεται χορηγία σε αντιδιαστολή προς προγράμματα μη δεχόμενα χορηγία καθώς και να ταυτοποιεί σαφώς τον χορηγό. Αφετέρου, αποκλείει την υπέρβαση του μέγιστου επιτρεπόμενου διαφημιστικού χρόνου ανά ωρολογιακή ώρα τον οποίο ορίζει το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων.
50
Επομένως, σε περίπτωση που αναφορές ή σύμβολα χορηγίας δεν πληρούν την προϋπόθεση περί εμφανίσεώς τους στην έναρξη, τη διάρκεια ή/και το τέλος του προγράμματος που δέχεται τη χορηγία, οι εν λόγω αναφορές ή σύμβολα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 23, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, καθόσον η διάταξη αυτή αφορά αποκλειστικώς τις ανακοινώσεις χορηγίας που εμφανίζονται στο πλαίσιο του προγράμματος που δέχεται τη χορηγία.
51
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων εξακολουθεί να τυγχάνει εφαρμογής όσον αφορά τα εν λόγω σύμβολα ή αναφορές.
52
Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων έχει την έννοια ότι οι ανακοινώσεις χορηγίας που εμφανίζονται σε προγράμματα διαφορετικά από αυτό που δέχεται τη χορηγία, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να προσμετρώνται κατά τον υπολογισμό του μέγιστου επιτρεπόμενου διαφημιστικού χρόνου ανά ωρολογιακή ώρα τον οποίο ορίζει το άρθρο 23, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
53
Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα της οδηγίας ως θεσπίζουσας ένα ελάχιστο όριο ρυθμίσεων στον τομέα των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, απάδει προς το άρθρο 23, παράγραφος 1, η προσμέτρηση των «διαστημάτων μαύρης οθόνης» τα οποία παρεμβάλλονται μεταξύ των διάφορων μηνυμάτων διαφημιστικού διαλείμματος ή μεταξύ του εν λόγω διαλείμματος και του τηλεοπτικού προγράμματος που έπεται αυτού στο ανώτατο όριο 20 % διαφημιστικού χρόνου ανά ωρολογιακή ώρα που το εν λόγω άρθρο ορίζει.
54
Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, η αναλογία του χρόνου μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων και μηνυμάτων τηλεπωλήσεων ανά ωρολογιακή ώρα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20 %.
55
Όπως προκύπτει σαφώς από το γράμμα της, η διάταξη αυτή ορίζει απλώς έναν μέγιστο επιτρεπόμενο χρόνο και, κατά συνέπεια, ένα ανώτατο όριο μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων και μηνυμάτων τηλεπωλήσεων ανά ωρολογιακή ώρα, εξυπακουομένου ότι, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν αυστηρότερο κανόνα και, κατά συνέπεια, να ορίζουν μέγιστο όριο μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων μικρότερο του ανώτατου αυτού ορίου.
56
Εντούτοις, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, και όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 15 της παρούσας αποφάσεως, στην υπόθεση της κύριας δίκης η εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι η αναλογία του χρόνου μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων και μηνυμάτων τηλεπωλήσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει ακριβώς το ανώτατο όριο που ορίζει το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων και, συνεπώς, δεν έγινε χρήση της ευχέρειας η οποία αναφέρθηκε στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως.
57
Συναφώς, από αυτό καθεαυτό το γράμμα του άρθρου 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων δεν μπορεί να προσδιορισθεί αν, σε περίπτωση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, η διάταξη αυτή επιβάλλει ή όχι να προσμετρώνται τα «διαστήματα μαύρης οθόνης», όπως τα επίμαχα, στο όριο του 20 % που αυτή ορίζει.
58
Επομένως, πρέπει να καθορισθεί το καθεστώς των «διαστημάτων μαύρης οθόνης», λαμβανομένου υπόψη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων.
59
Στον βαθμό που το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων αποσκοπεί στον ορισμό του μέγιστου χρόνου μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων και μηνυμάτων τηλεπωλήσεων ανά ωρολογιακή ώρα, από τη διάταξη αυτή προκύπτει εμμέσως, πλην σαφώς, ότι βούληση του νομοθέτη της Ένωσης είναι να διασφαλίσει την ορθή εκπλήρωση του κύριου σκοπού της οδηγίας αυτής, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των καταναλωτών, δηλαδή των τηλεθεατών, έναντι της υπερβολικής μεταδόσεως τηλεοπτικών διαφημίσεων (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Sky Italia, C‑234/12, EU:C:2013:496, σκέψη 17).
60
Επομένως, η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να μειώνουν, προς όφελος στοιχείων διαφημιστικού χαρακτήρα, τον ελάχιστο χρόνο καθαρού προγράμματος, ο οποίος πρέπει να διατίθεται για τη μετάδοση προγραμμάτων ή λοιπού συντακτικού περιεχομένου πέραν του 80 % κάθε ωρολογιακής ώρας, όριο που ορίζει εμμέσως το εν λόγω άρθρο.
61
Σε περίπτωση που κράτος μέλος δεν έχει ορίσει τον μέγιστο χρόνο μεταδόσεως διαφημιστικών μηνυμάτων κατά τρόπο αυστηρότερο σε σχέση με το ανώτατο όριο του άρθρου 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης δεν θα γινόταν σεβαστή αν «διαστήματα μαύρης οθόνης», όπως τα επίμαχα στην κύρια δίκη, τα οποία διαχωρίζουν είτε τα διάφορα διαφημιστικά μηνύματα ενός διαφημιστικού διαλείμματος είτε το τελευταίο από τα εν λόγω μηνύματα και το πρόγραμμα που έπεται του διαφημιστικού διαλείμματος, δεν θεωρούνταν διαφημιστικός χρόνος κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως. Ειδικότερα, τούτο θα οδηγούσε σε μείωση, κάτω του ορίου που κατοχυρώνει εμμέσως η διάταξη αυτή, του ωρολογιακού χρόνου που πρέπει να διατίθεται στη μετάδοση προγραμμάτων και λοιπού συντακτικού περιεχομένου αντίστοιχη των «διαστημάτων μαύρης οθόνης».
62
Ως εκ τούτου, στο τρίτο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που κράτος μέλος δεν έχει κάνει χρήση της ευχέρειας να προβλέψει αυστηρότερο κανόνα σε σχέση με τον προβλεπόμενο από το ως άνω άρθρο, όχι μόνο δεν απάδει προς αυτό η προσμέτρηση των «διαστημάτων μαύρης οθόνης» που παρεμβάλλονται μεταξύ των διαφόρων διαφημιστικών μηνυμάτων ενός διαφημιστικού διαλείμματος ή μεταξύ του εν λόγω διαλείμματος και του τηλεοπτικού προγράμματος που έπεται αυτού στο ανώτατο όριο 20 % διαφημιστικού χρόνου ανά ωρολογιακή ώρα που το εν λόγω άρθρο ορίζει, αλλ’ ότι, επίσης, επιβάλλεται η προσμέτρηση αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
63
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφαίνεται:
1)
Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων), έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία επιτρέπει την ύπαρξη διαχωρισμένης οθόνης στην οποία εμφανίζονται σε μία στήλη οι τίτλοι τέλους τηλεοπτικού προγράμματος και σε άλλη η αναγγελία των εκπομπών του παρόχου που ακολουθούν, προς τον σκοπό διαχωρισμού του τερματιζόμενου προγράμματος από το διαφημιστικό διάλειμμα που έπεται αυτού, χωρίς να συνδυάζεται κατ’ ανάγκη με, ή να ακολουθείται από, ακουστικό ή οπτικό σήμα, υπό τον όρο ότι η εν λόγω μέθοδος διαχωρισμού πληροί, αυτή καθεαυτήν, τις προϋποθέσεις της πρώτης περιόδου του εν λόγω άρθρου 19, παράγραφος 1, πράγμα που οφείλει να εξακριβώσει το αιτούν δικαστήριο.
2)
Το άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13 έχει την έννοια ότι οι ανακοινώσεις χορηγίας που εμφανίζονται σε προγράμματα διαφορετικά από αυτό που δέχεται τη χορηγία, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να προσμετρώνται κατά τον υπολογισμό του μέγιστου επιτρεπόμενου διαφημιστικού χρόνου ανά ωρολογιακή ώρα τον οποίο ορίζει το άρθρο 23, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
3)
Το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13 έχει την έννοια ότι, σε περίπτωση που κράτος μέλος δεν έχει κάνει χρήση της ευχέρειας να προβλέψει αυστηρότερο κανόνα σε σχέση με τον προβλεπόμενο από το ως άνω άρθρο, όχι μόνο δεν απάδει προς αυτό η προσμέτρηση των «διαστημάτων μαύρης οθόνης» που παρεμβάλλονται μεταξύ των διαφόρων διαφημιστικών μηνυμάτων ενός διαφημιστικού διαλείμματος ή μεταξύ του εν λόγω διαλείμματος και του τηλεοπτικού προγράμματος που έπεται αυτού στο ανώτατο όριο 20 % διαφημιστικού χρόνου ανά ωρολογιακή ώρα που το εν λόγω άρθρο ορίζει, αλλ’ ότι, επίσης, επιβάλλεται η προσμέτρηση αυτή.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy