ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 10ης Σεπτεμβρίου 2015 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Συνταξιούχος υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία, πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της, ασκούσε μισθωτή δραστηριότητα στο κράτος μέλος όπου υπηρέτησε — Συνταξιοδοτικό δικαίωμα δυνάμει εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματος μισθωτών — Μονάδα του ασφαλιστικού βίου — Άρνηση χορηγήσεως της συντάξεως γήρατος μισθωτού — Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας»
Στην υπόθεση C‑408/14,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το tribunal du travail de Bruxelles (Βέλγιο) με απόφαση της 19ης Αυγούστου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 28 Αυγούστου 2014, στο πλαίσιο της δίκης
Aliny Wojciechowski
κατά
Office national des pensions (ONP),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Ilešič, πρόεδρο τμήματος, A. Ó Caoimh, C. Toader, E. Jarašiūnas (εισηγητή) και C. G. Fernlund, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Mengozzi
γραμματέας: V. Tourrès, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 7ης Μαΐου 2015,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
—
η Α. Wojciechowski, εκπροσωπούμενη από τους V. Vannes και S. Rodrigues, avocats,
—
η Βελγική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον J.-C. Halleux και την C. Pochet, επικουρούμενους από τον M. Leclercq, δικηγόρο,
—
η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον D. Martin,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας και του άρθρου 34, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Α. Wojciechowski και του Office national des pensions (ONP) με αντικείμενο την άρνηση του οργανισμού αυτού να χορηγήσει στην ενδιαφερομένη σύνταξη γήρατος μισθωτού.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Υπό τον τίτλο «Συνταξιοδοτικό καθεστώς», το παράρτημα VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ L 56, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1080/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010 (ΕΕ L 311, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2012, L 144, σ. 48, στο εξής: ΚΥΚ), ορίζει, στο άρθρο 11, παράγραφος 2, ότι:
«Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία της Ένωσης:
[...]
—
μετά την άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας,
δικαιούται, από της μονιμοποιήσεώς του και μέχρι τη στιγμή που θεμελιώνει το δικαίωμα συντάξεως αρχαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 77 του [ΚΥΚ], να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στην Ένωση το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στον χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του, που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης τα οποία έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων.
[...]»
Το βελγικό δίκαιο
4
Το βασιλικό διάταγμα 50, της 24ης Οκτωβρίου 1967, περί συντάξεως γήρατος και επιζώντων των μισθωτών εργαζομένων (Moniteur belge της 27ης Οκτωβρίου 1967, σ. 11246), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών στην υπόθεση της κύριας δίκης (στο εξής: βασιλικό διάταγμα 50), περιλαμβάνει το άρθρο 10bis το οποίο καθιερώνει την καλούμενη αρχή «της μονάδας του ασφαλιστικού βίου». Το άρθρο αυτό προστέθηκε με το βασιλικό διάταγμα 205, της 29ης Αυγούστου 1983, για την τροποποίηση της νομοθεσίας περί συντάξεων του κοινωνικού τομέα (Moniteur belge της 6ης Σεπτεμβρίου 1983, σ. 11094).
5
Το εν λόγω άρθρο 10bis προβλέπει, στο πρώτο, το δεύτερο και το τέταρτο εδάφιό του, τα εξής:
«Οσάκις ο μισθωτός εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει σύνταξη γήρατος δυνάμει του παρόντος διατάγματος και σύνταξη γήρατος ή ανάλογο πλεονέκτημα δυνάμει ενός ή πλειόνων άλλων συστημάτων και οσάκις το άθροισμα των κλασμάτων που εκφράζουν την αναλογία καθεμίας από τις συντάξεις αυτές υπερβαίνει τη μονάδα, αφαιρούνται από την επαγγελματική σταδιοδρομία που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος μισθωτού εργαζομένου όσα έτη απαιτούνται ώστε να ισούται το εν λόγω άθροισμα με τη μονάδα. [...]
Το κατά το προηγούμενο εδάφιο κλάσμα εκφράζει τη σχέση μεταξύ της διαρκείας των περιόδων, του ποσοστού ή οποιουδήποτε άλλου κριτηρίου, με εξαίρεση το ύψος του ποσού, που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της χορηγουμένης συντάξεως και του ανωτάτου χρόνου διαρκείας, του ποσοστού ή οποιουδήποτε άλλου κριτηρίου με βάση το οποίο μπορεί να χορηγηθεί πλήρης σύνταξη.
[...]
Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου πρέπει να νοείται ως “άλλο σύστημα” οποιοδήποτε άλλο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα, εξαιρέσει αυτού των μη μισθωτών, και κάθε συγκρίσιμο σύστημα άλλου κράτους ή ένα επί του προσωπικού ενός οργανισμού του διεθνούς δημοσίου δικαίου εφαρμοστέο σύστημα.»
6
Το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος της 14ης Οκτωβρίου 1983, περί εκτελέσεως του άρθρου 10bis του βασιλικού διατάγματος 50 (Moniteur belge της 27ης Οκτωβρίου 1983, σ. 13650), ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: βασιλικό διάταγμα της 14ης Οκτωβρίου 1983), ορίζει ότι:
«Έκαστο κλάσμα κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 10bis [...] πολλαπλασιάζεται με τον παρονομαστή του κλάσματος που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως του μισθωτού εργαζομένου. Όταν η σύνταξη αυτή υπολογίζεται επί τη βάσει κλασμάτων με διαφορετικούς παρανομαστές, τα κλάσματα αυτά εξισώνονται προς τον υψηλότερο των παρανομαστών αυτών και προστίθενται.
Ο αριθμός των ετών που αφαιρούνται από τον ασφαλιστικό βίο ισούται προς τη θετική διαφορά, στρογγυλοποιημένη προς την αμέσως προηγούμενη ακέραιη μονάδα, μεταξύ του αθροίσματος των γινομένων που προκύπτουν κατ’ εφαρμογήν του προηγουμένου εδαφίου και του παρονομαστή ή του μεγαλύτερου παρονομαστή βάσει του οποίου η σύνταξη του μισθωτού εργαζομένου έχει υπολογισθεί.
Ο αριθμός των ετών που αφαιρούνται δεν δύναται να υπερβαίνει τα 15, ούτε το πηλίκο, στρογγυλοποιημένο προς την αμέσως επόμενη ακέραιη μονάδα, που προκύπτει από τη διαίρεση της διαφοράς μεταξύ του μετατρεπόμενου ποσού και του κατ’ αποκοπήν ποσού, προς ποσό ίσο προς το 10 [%] του εν λόγω κατ’ αποκοπήν ποσού. [...]
Η μείωση της διάρκειας του ασφαλιστικού βίου αφορά κατά προτεραιότητα τα έτη βάσει των οποίων θεμελιώνεται δικαίωμα για τη λιγότερο ευνοϊκή σύνταξη.»
7
Το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 14ης Οκτωβρίου 1983 προβλέπει τα εξής
«Για την εφαρμογή του παρόντος διατάγματος:
[...]
b)
μετατρεπόμενο ποσό είναι το γινόμενο της χορηγoύμενης βάσει άλλου συστήματος συντάξεως επί το αντεστραμμένο κλάσμα του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 10bis του βασιλικού διατάγματος 50 [...]
c)
κατ’ αποκοπήν ποσό είναι το 75 [%] των αναπροσαρμοζόμενων κατ’ αποκοπήν αποδοχών που λαμβάνονται υπόψη για απασχόληση εργάτη επί ένα έτος προ της 1ης Ιανουαρίου 1955.»
8
Το άρθρο 2 του βασιλικού διατάγματος της 14ης Οκτωβρίου 1983 ορίζει στην παράγραφο 3 ότι:
«Ως πλήρης σύνταξη χορηγούμενη βάσει άλλου συστήματος νοείται η σύνταξη η οποία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν επιδόματα, συμπληρώματα ή παροχές διαφορετικής φύσεως από τη σύνταξη, ανέρχεται στο ανώτατο ύψος που δύναται να χορηγηθεί στην κατηγορία στην οποία ανήκει ο δικαιούχος.»
9
Από την υποβληθείσα δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, οσάκις το ύψος της χορηγούμενης βάσει άλλου συστήματος συντάξεως δεν είναι γνωστό, σύμφωνα με τη διοικητική πρακτική, θεωρείται κατά μαχητό τεκμήριο ως πλήρης σύνταξη ποσό ίσο με 2,5 φορές το κατ’ αποκοπήν ποσό των 6506,98 ευρώ βάσει του δείκτη 138,01.
Τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10
Από την απόφαση του αιτούντος δικαστηρίου προκύπτει ότι η A. Wojciechowski, Βελγίδα υπήκοος, εργάσθηκε ως μισθωτή στο Βέλγιο από το 1965 έως το 1977, εν συνεχεία δε ως μόνιμη υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από της 17ης Οκτωβρίου 1977 έως την 30ή Νοεμβρίου 2011.
11
Τον Μάιο του 2012 ο ONP εξέτασε αυτεπαγγέλτως το δικαίωμα της A. Wojciechowski για λήψη συντάξεως γήρατος μισθωτού, δεδομένου ότι την 26η Απριλίου 2013 αυτή θα συμπλήρωνε το νόμιμο ηλικιακό όριο συνταξιοδοτήσεως στο Βέλγιο, ήτοι τα 65 έτη.
12
Στο έντυπο πρώτων πληροφοριών, το οποίο συμπλήρωσε την 21η Μαΐου 2012, η ενδιαφερομένη δήλωσε ότι εργάσθηκε στο Βέλγιο ως μισθωτή από το 1965 έως το 1977, ενώ ανέφερε ότι από 1ης Δεκεμβρίου 2011 λαμβάνει σύνταξη από την Επιτροπή. Διευκρίνισε, επίσης, ότι από της εν λόγω ημερομηνίας είχε παύσει κάθε επαγγελματική δραστηριότητα.
13
Με έγγραφο της 12ης Ιουνίου 2012 ο ONP ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει εάν η A. Wojciechowski πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος βάσει του συστήματος της Ένωσης. Με έγγραφο της 17ης Αυγούστου 2012 η Επιτροπή ενημέρωσε τον ONP ότι, συμφώνως προς τη διοικητική πρακτική της, είχε διαβιβάσει τα σχετικά με την απάντηση στοιχεία στην ενδιαφερομένη.
14
Με έγγραφο της 24ης Αυγούστου 2012 η A. Wojciechowski διαβίβασε στον ONP την παραληφθείσα από την Επιτροπή βεβαίωση, εκ της οποίας προκύπτει ότι αυτή λαμβάνει από 1ης Δεκεμβρίου 2011 σύνταξη από την Επιτροπή, καθορισθείσα βάσει των ασφαλιστικών εισφορών που αυτή είχε καταβάλει στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης κατά το διάστημα από της 17ης Οκτωβρίου 1977 έως την 30ή Νοεμβρίου 2011. Η A. Wojciechowski δεν κοινοποίησε στον ONP το ύψος της εν λόγω συντάξεως. Με το ίδιο έγγραφο η A. Wojciechowski επιβεβαίωσε εξάλλου στον ONP ότι δεν είχε κάνει χρήση της προσφερόμενης από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ δυνατότητας για καταβολή στην Ένωση του κεφαλαίου που αντιστοιχεί στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που αυτή είχε αποκτήσει βάσει της μισθωτής δραστηριότητάς της.
15
Με απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, ο ONP επισήμανε στην ενδιαφερομένη, αναφερόμενος στο άρθρο 10bis του βασιλικού διατάγματος 50, τα εξής:
«Πέραν της ασφαλιστικής διαδρομής σας [στον ΟΝP], έχετε ασφαλιστική διαδρομή σε άλλο συνταξιοδοτικό σύστημα (δημόσια υπηρεσία, διεθνής οργανισμός). Εντούτοις, υπέρβαση της μονάδας του ασφαλιστικού βίου, μέσω της σωρεύσεως των συνταξιοδοτικών συστημάτων, δεν επιτρέπεται, όπερ σημαίνει ότι η συνολική διάρκεια του ασφαλιστικού βίου σας δεν δύναται να υπερβαίνει τα 45 έτη.
[...] ο ασφαλιστικός βίος σας πρέπει να μειωθεί κατά 10 έτη. [...]»
16
Από την εν λόγω απόφαση και από την υποβληθείσα δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ONP δέχθηκε ότι η A. Wojciechowski είχε διανύσει 13/45α ασφαλιστικού βίου ως ασφαλισμένη στο σύστημα των μισθωτών και 45/45α ασφαλιστικού βίου ως ασφαλισμένη σε άλλο σύστημα. Κατ’ εφαρμογήν των κείμενων κανόνων υπολογισμού, ο ΟΝΡ αποφάσισε αρχικώς ότι η ενδιαφερομένη δικαιούτο, βάσει του χρόνου εργασίας της ως μισθωτής στο Βέλγιο, σύνταξη ύψους 83,05 ευρώ, αντιστοιχούσας σε 3/45 ασφαλιστικού βίου μισθωτού, στο μέτρο, βεβαίως, που, καίτοι ο ασφαλιστικός βίος καταρχήν υπερέβαινε τα 13 έτη, εντούτοις κατ’ εφαρμογήν του ηπιότερου υπολογισμού, που προβλέπεται στο τρίτο εδάφιο του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος της 14ης Οκτωβρίου 1983, ήταν δυνατός ο περιορισμός της υπερβάσεως αυτής στα 10 έτη.
17
Με ηλεκτρονική επιστολή της 13ης Νοεμβρίου 2012 ο ONP διευκρίνισε στην A. Wojciechowski ότι, δεδομένου ότι το ύψος της καταβαλλόμενης από την Επιτροπή συντάξεως δεν του είχε γνωστοποιηθεί, είχε θεωρήσει ότι, μετά 35 έτη υπηρεσίας της στο εν λόγω θεσμικό όργανο, το κλάσμα που εξέφραζε την αναλογία της συντάξεώς της που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 10bis ισούτο με 70/70 ή με 45/45, λαμβανομένου υπόψη ότι για κάθε έτος συντάξιμης υπηρεσίας ο υπάλληλος της Ένωσης που είχε αναλάβει καθήκοντα προ της 1ης Μαΐου 2004 λαμβάνει το 2 % του τελευταίου μισθού του, με ανώτατο ποσοστό το 70 % του τελευταίου βασικού μισθού του. Διαπίστωσε, επομένως, υπέρβαση της μονάδας του ασφαλιστικού βίου κατά 13 έτη.
18
Ως προς τον υπολογισμό της περικοπής της συντάξεως εξαιτίας της εν λόγω υπερβάσεως, με την ίδια ηλεκτρονική επιστολή ο ONP επισήμανε στην ενδιαφερομένη ότι, οσάκις το ποσό της συντάξεως που εισπράττεται από άλλο συνταξιοδοτικό σύστημα δεν είναι γνωστό, όπως εν προκειμένω, ο εν λόγω υπολογισμός πραγματοποιείται βάσει του μετατρεπόμενου ποσού του άλλου συστήματος, το οποίο, «κατά μαχητό τεκμήριο, θεωρείται ότι είναι ίσο με 2,5 φορές το κατ’ αποκοπήν ποσό των 6506,98 [ευρώ] βάσει του δείκτη 138,01». Εξ αυτού, κατά τον ONP, πρόεκυπτε ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι είχε γίνει δεκτό με την απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, δεν ηδύνατο να συνυπολογισθεί κανένα έτος της επαγγελματικής δραστηριότητας της A. Wojciechowski ως μισθωτής. Συγκεκριμένα, από την υποβληθείσα δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, με την απόφαση αυτή, λόγω σφάλματος κωδικοποιήσεως του εν λόγω μετατρεπόμενου ποσού, ο ONP είχε κρίνει εσφαλμένως ότι η μείωση του ασφαλιστικού βίου ήταν δυνατό να περιορισθεί στα 10 έτη κατ’ εφαρμογήν του τρίτου εδαφίου του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος της 14ης Οκτωβρίου 1983. Ο ONP δεν κοινοποίησε νέα απόφαση στην ενδιαφερομένη, αλλά από τον Ιούλιο του 2013 έπαυσε να της καταβάλλει σύνταξη.
19
Με δικόγραφο που κατέθεσε την 11η Δεκεμβρίου 2012 η A. Wojciechowski άσκησε ενώπιον του tribunal du travail de Bruxelles (Βέλγιο) προσφυγή, ζητώντας να ακυρωθεί η απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2012, καθώς και να υποχρεωθεί ο ONP να της απονείμει σύνταξη γήρατος καθοριζόμενη σε 13/45, ήτοι, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Α. Wojciechowski, μηνιαία σύνταξη ύψους 367,07 ευρώ περίπου. Προς στήριξη της προσφυγής της η A. Wojciechowski υποστηρίζει ειδικότερα ότι, εάν επί της καταστάσεώς της εφαρμοζόταν ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 149, σ. 2), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 28, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71), ή ο κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1), βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου, ο ONP δεν θα ηδύνατο να εφαρμόσει, για τον υπολογισμό της βελγικής συντάξεώς της, την εν λόγω αρχή της μονάδας του ασφαλιστικού βίου. Εκτιμά, επίσης, ότι ο ONP υπέπεσε σε πλάνη, καθώς ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της στην Ένωση ανέρχεται σε 34 έτη και 11 μήνες, ήτοι σε 35 έτη, και όχι σε 45. Στο πλαίσιο αυτό η Α. Wojciechowski διερωτάται επί ποίας νομικής βάσεως προσδιόρισε ο ONP κατά προσέγγιση το ύψος της συντάξεως που αυτή λαμβάνει από την Ένωση.
20
Ο ONP υποστηρίζει ότι οι καταβαλλόμενες από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης συντάξεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης περί σωρεύσεως, καθώς οι κανονισμοί 1408/71 και 883/2004 δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Το Cour de cassation απεφάνθη εξάλλου υπέρ της συνταγματικότητας της αρχής της μονάδας του ασφαλιστικού βίου, ενώ ο ΟΝΡ εκτιμά ότι ενήργησε συμμορφούμενος προς την αρχή της προφυλάξεως, εφαρμόζοντας το άρθρο 10bis του βασιλικού διατάγματος 50 βάσει θεωρητικών υπολογισμών, καθώς δεν είχε στη διάθεσή του τα ζητηθέντα από την Επιτροπή στοιχεία.
21
Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι η αρχή της μονάδας του ασφαλιστικού βίου πρακτικώς αποσαφηνίζει τον συμπληρωματικό χαρακτήρα του συνταξιοδοτικού συστήματος των μισθωτών σε σχέση με τα λοιπά συνταξιοδοτικά συστήματα. Συναφώς επισημαίνει ότι, κατ’ επιταγήν της εν λόγω αρχής, όλοι οι αναγνωρισμένοι ασφαλιστικοί χρόνοι, πλην του διανυθέντος υπό καθεστώς ανεξαρτήτως απασχολούμενου, προστίθενται σε εκείνον του μισθωτού και, οσάκις το σύνολο των κλασμάτων που εκφράζουν την αναλογία εκάστης των συντάξεων υπερβαίνει τη μονάδα, η επαγγελματική σταδιοδρομία που λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεως γήρατος μισθωτού μειώνεται κατά τόσα έτη όσα απαιτούνται για την εξίσωση του εν λόγω συνόλου με τη μονάδα. Όπως έχει κρίνει το Cour d’arbitrage, νυν Cour constitutionnelle, με απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2011, παραπέμποντας στην έκθεση προς τον Βασιλέα η οποία προηγήθηκε του βασιλικού διατάγματος 205, της 29ης Αυγούστου 1983, το εν λόγω άρθρο 10bis σκοπεί στην εξασφάλιση «της ίσης μεταχειρίσεως όλων των εργαζομένων με μικτή επαγγελματική σταδιοδρομία και, παράλληλα, στην περιστολή των δαπανών στον τομέα των συντάξεων».
22
Το tribunal du travail de Bruxelles, αφού διαπίστωσε ότι το εφαρμοστέο επί του οργανικού προσωπικού της Επιτροπής σύστημα, ως σύστημα εφαρμοστέο επί του προσωπικού οργανισμού του δημοσίου [διεθνούς] δικαίου, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10bis του βασιλικού διατάγματος 50 και ότι, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου, η A. Wojciechowski δεν δύναται να επικαλείται τα άρθρα 45 ΣΛΕΕ και 48 ΣΛΕΕ ούτε τους κανονισμούς 1408/71 και 883/2004, παραθέτει εκτεταμένα αποσπάσματα της περί παραπομπής αποφάσεως του Cour du travail de Bruxelles στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Melchior (C-647/13, EU:C:2015:54). Μολονότι εκτιμά ότι το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως δεν δύναται να μεταφερθεί αυτούσιο στην υπό κρίση διαφορά, δεδομένου ότι οι επίμαχες βελγικές κανονιστικές ρυθμίσεις είναι διαφορετικές, και ότι ούτε η λύση που προκρίθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση My (C-293/03, EU:C:2004:821) δύναται να εφαρμοσθεί ως έχει επί της εν λόγω διαφοράς, το tribunal du travail de Bruxelles εκτιμά ότι το άρθρο 10bis του βασιλικού διατάγματος 50 ενδεχομένως καθιστά δυσχερέστερη την εκ μέρους της Ένωσης πρόσληψη υπαλλήλων βελγικής υπηκοότητας που έχουν ορισμένη προϋπηρεσία.
23
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Tribunal du travail de Bruxelles αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Προσκρούει, αφενός, στην αρχή της καλόπιστης συνεργασίας και στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και, αφετέρου, στο άρθρο 34, παράγραφος 1, του [Χάρτη], η εκ μέρους κράτους μέλους περικοπή ή ακόμη και άρνηση απονομής συντάξεως γήρατος οφειλόμενης σε μισθωτό εργαζόμενο βάσει του ασφαλιστικού χρόνου που αυτός διένυσε υπό τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, όταν το σύνολο των ετών της ασφαλιστικής διαδρομής του εν λόγω εργαζομένου στο συγκεκριμένο κράτος μέλος και στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα υπερβαίνει τη μονάδα του ασφαλιστικού βίου των 45 ετών που προβλέπεται από το άρθρο 10bis του [βασιλικού διατάγματος 50];»
Ως προς την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
24
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να δώσει απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα, καθώς η υπόθεση της κύριας δίκης δεν παρουσιάζει κανένα συνδετικό στοιχείο με το δίκαιο της Ένωσης. Η Επιτροπή αμφισβήτησε την εν λόγω αιτίαση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
25
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο πρέπει να εξακριβώσει αν είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της ζητηθείσας ερμηνείας (βλ., συναφώς, αποφάσεις Omalet, C‑245/09, EU:C:2010:808, σκέψη 10 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Impacto Azul, C‑186/12, EU:C:2013:412, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφανθεί όταν είναι πρόδηλο ότι δεν δύναται να έχει εφαρμογή η διάταξη του δικαίου της Ένωσης της οποίας ζητήθηκε η ερμηνεία (βλ., συναφώς, αποφάσεις Omalet, C‑245/09, EU:C:2010:808, σκέψη 11· Impacto Azul, C‑186/12, EU:C:2013:412 σκέψη 18, καθώς και Caixa d’Estalvis i Pensions de Barcelona, C‑139/12, EU:C:2014:174, σκέψη 41), όπερ καταρχήν συμβαίνει όταν όλα τα κρίσιμα για την υπόθεση της κύριας δίκης στοιχεία περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους (βλ. ειδικότερα, συναφώς, απόφαση Omalet, C‑245/09, EU:C:2010:808, σκέψεις 12 έως 15 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν προσκρούει στην αρχή της καλόπιστης συνεργασίας την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία είναι δυνατή η περικοπή ή ακόμη και η άρνηση απονομής συντάξεως γήρατος οφειλόμενης σε μισθωτό εργαζόμενο βάσει του ασφαλιστικού χρόνου που αυτός διένυσε υπό τη νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, με το σκεπτικό ότι ο εργαζόμενος αυτός είχε επίσης ασκήσει, μεταγενεστέρως, επαγγελματική δραστηριότητα εντός θεσμικού οργάνου της Ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ζητεί να διευκρινιστεί ειδικότερα αν είναι δυνατή η εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου βάσει της αποφάσεως My (C‑293/03, EU:C:2004:821) στην υπόθεση της οποίας έχει επιληφθεί στην κύρια δίκη.
28
Ως εκ τούτου, όπως κατ’ ουσίαν επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 33 και 34 των προτάσεών του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η διαφορά της κύριας δίκης δεν παρουσιάζει κανένα συνδετικό στοιχείο με το δίκαιο της Ένωσης δυνάμενο να θεμελιώσει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να δώσει απάντηση στο υποβληθέν ερώτημα. Πράγματι, από την απόφασή του προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο ζητεί ειδικότερα να διευκρινιστεί αν εθνική νομοθεσία, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθιστά δυσχερέστερη την εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης πρόσληψη εθνικών υπαλλήλων που έχουν ορισμένη προϋπηρεσία. Επομένως, η εν λόγω δικαστική παραπομπή αφορά, κατ’ ουσίαν, το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ σε συνδυασμό με τον ΚΥΚ, και παρουσιάζει, κατά συνέπεια, συνδετικό στοιχείο με το δίκαιο της Ένωσης.
29
Εξάλλου, το ζήτημα που θέτει η Βελγική Κυβέρνηση, ότι η επίμαχη κατάσταση στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν είναι συγκρίσιμη με τις αντίστοιχες στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις My (C‑293/03, EU:C:2004:821) και Melchior (C‑647/13, EU:C:2015:54) και ότι, ως εκ τούτου, οι αρχές που έθεσε το Δικαστήριο με τις εν λόγω αποφάσεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα επίμαχα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, ανάγεται στην επί της ουσίας ανάλυση του υποβληθέντος ερωτήματος, και, ως εκ τούτου, ουδόλως επηρεάζει την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει σε αυτό.
30
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να απαντήσει επί του υποβληθέντος ερωτήματος.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Επί του παραδεκτού
31
Η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το υποβληθέν ερώτημα έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα και, κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτο, καθόσον το αιτούν δικαστήριο στηρίζει την απόφασή του περί υποβολής στο Δικαστήριο αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως στο μη εξακριβωμένο γεγονός ότι το άρθρο 10bis του βασιλικού διατάγματος 50 «ενδεχομένως καθιστά δυσχερέστερη την εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πρόσληψη υπαλλήλων βελγικής υπηκοότητας που έχουν ορισμένη προϋπηρεσία».
32
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, για τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του κανονιστικού και πραγματικού πλαισίου το οποίο έχει προσδιορίσει με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν είναι αρμόδιο να ελέγξει το Δικαστήριο, ισχύει τεκμήριο λυσιτέλειας. Το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αίτηση που έχει υποβάλει το εθνικό δικαστήριο μόνον όταν προκύπτει προδήλως ότι η ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή επίσης όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Commune de Mesquer, C‑188/07, EU:C:2008:359, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Verder LabTec, C‑657/13, EU:C:2015:331, σκέψη 29).
33
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι καμία από τις περιστάσεις αυτές δεν συντρέχει εν προκειμένω. Ειδικότερα, η εικασία εκ της οποίας εκκινεί το αιτούν δικαστήριο, στην οποία στηρίζει την επιχειρηματολογία της και η Βελγική Κυβέρνηση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσδίδει υποθετικό χαρακτήρα στο υποβληθέν ερώτημα, καθώς στην πραγματικότητα συνιστά ακριβώς τον λόγο επί του οποίου ερείδεται η προδικαστική παραπομπή του. Κατ’ ουσίαν, το tribunal du travail de Bruxelles ζητεί να διευκρινισθεί αν η επίμαχη νομοθεσία στην υπόθεση της κύριας δίκης ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα το επισημαινόμενο στη σκέψη 31 της παρούσας αποφάσεως εμπόδιο, υπό την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου, και για τον λόγο αυτό υπέβαλε το παρατιθέμενο στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως προδικαστικό ερώτημα. Επομένως, το εν λόγω ερώτημα είναι παραδεκτό.
Επί της ουσίας
34
Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινισθεί αν το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, αφενός, και το άρθρο 34, παράγραφος 1, του Χάρτη, αφετέρου, έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία είναι δυνατή η περικοπή ή ακόμη και η άρνηση απονομής συντάξεως γήρατος οφειλόμενης σε μισθωτό εργαζόμενο, υπήκοο αυτού του κράτους μέλους, βάσει του ασφαλιστικού χρόνου που αυτός διένυσε υπό τη νομοθεσία του ιδίου κράτους μέλους, όταν κατ’ εφαρμογήν των κανόνων υπολογισμού που προβλέπει η νομοθεσία αυτή, το σύνολο των ετών της ασφαλιστικής διαδρομής του εργαζομένου ως μισθωτού στο εν λόγω κράτος μέλος και ως μονίμου υπαλλήλου της Ένωσης υπηρετούντος στο ίδιο κράτος μέλος υπερβαίνει τη μονάδα του ασφαλιστικού βίου των 45 ετών που προβλέπεται από την εν λόγω νομοθεσία.
35
Υπενθυμίζεται ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να οργανώνουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως και ότι, ελλείψει εναρμονίσεως στο επίπεδο της Ένωσης, απόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους να καθορίσει τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση των κοινωνικοασφαλιστικών παροχών. Παρά ταύτα, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης (απόφαση Melchior, C‑647/13, EU:C:2015:54, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), το οποίο περιλαμβάνει τις αρχές τις οποίες έχει θέσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του η οποία αφορά την ερμηνεία της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας σε σχέση με τον ΚΥΚ.
36
Το Δικαστήριο έχει ήδη επισημάνει συναφώς ότι ο ΚΥΚ θεσπίσθηκε με κανονισμό του Συμβουλίου, και συγκεκριμένα με τον κανονισμό 259/68, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 288, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, έχει γενική ισχύ, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος, οπότε, πέραν των αποτελεσμάτων που αναπτύσσει εντός του διοικητικού μηχανισμού της Ένωσης, συνεπάγεται επίσης υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη, καθόσον η σύμπραξή τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή του (βλ., συναφώς, αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου, 137/80, EU:C:1981:237, σκέψεις 7 και 8, καθώς και Επιτροπή κατά Βελγίου, 186/85, EU:C:1987:208, σκέψη 21).
37
Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, με την απόφαση My (C‑293/03, EU:C:2004:821), ότι η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας την οποία καθιερώνει το άρθρο 10 ΕΚ –η οποία πλέον εκφράζεται με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ–, σε συνδυασμό με τον ΚΥΚ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία δεν επιτρέπει να συνυπολογίζονται τα συμπληρωθέντα από υπήκοο της Ένωσης έτη εργασίας στην υπηρεσία οργάνου της Ένωσης προς θεμελίωση δικαιώματος λήψεως πρόωρης συντάξεως γήρατος βάσει του εθνικού συνταξιοδοτικού συστήματός του. Με τη διάταξη Ricci και Pisaneschi (C-286/09 και C-287/09, EU:C:2010:420), το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το ίδιο ίσχυε όσον αφορά τη θεμελίωση δικαιώματος λήψεως της συνήθους συντάξεως γήρατος.
38
Το Δικαστήριο, προς στήριξη της αποφάσεώς του, διαπίστωσε, στις σκέψεις 45 έως 47 της αποφάσεως My (C-293/03, EU:C:2004:821) καθώς και στις σκέψεις 29 έως 32 της διατάξεως Ricci και Pisaneschi (C-286/09 και C-287/09, EU:C:2010:420), ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν η ως άνω απόφαση και η ως άνω διάταξη μπορούσαν να καταστήσουν δυσχερέστερη την πρόσληψη, από τα όργανα ή τους οργανισμούς της Ένωσης, υπαλλήλων της εθνικής διοικήσεως που έχουν ορισμένη προϋπηρεσία.
39
Κατά το Δικαστήριο, πράγματι, τέτοιες ρυθμίσεις ήταν ικανές να εμποδίσουν και, επομένως, να αποθαρρύνουν την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας σε όργανο ή οργανισμό της Ένωσης, κατά το μέτρο που ένας εργαζόμενος ο οποίος υπαγόταν προηγουμένως σε εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα και αποδέχθηκε θέση απασχολήσεως σε όργανο ή οργανισμό της Ένωσης κινδύνευε να απολέσει τη δυνατότητα λήψεως, δυνάμει του ως άνω συστήματος, παροχής γήρατος την οποία θα εδικαιούτο αν δεν είχε δεχθεί την εν λόγω θέση.
40
Το Δικαστήριο έκρινε ότι τέτοιες συνέπειες δεν μπορούν να γίνονται αποδεκτές δεδομένου του καθήκοντος καλόπιστης συνεργασίας και συνδρομής που υπέχουν τα κράτη μέλη έναντι της Ένωσης και το οποίο συγκεκριμενοποιείται με την προβλεπόμενη στο άρθρο 10 ΕΚ υποχρέωσή τους να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής της Ένωσης (βλ. απόφαση My, C‑293/03, EU:C:2004:821, σκέψη 48, καθώς και διάταξη Ricci και Pisaneschi, C‑286/09 και C‑287/09, EU:C:2010:420, σκέψη 33).
41
Στη σκέψη 29 της αποφάσεως Melchior (C‑647/13, EU:C:2015:54), το Δικαστήριο, κατά παρόμοιο τρόπο, διαπίστωσε ότι το άρθρο 10 ΕΚ, σε συνδυασμό με το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο θεσπίσθηκε με τον κανονισμό 259/68, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004 (ΕΕ L 124, σ. 1), –το οποίο, όπως και ο ΚΥΚ, συνεπάγεται υποχρέωση για τα κράτη μέλη καθόσον η σύμπραξή τους είναι αναγκαία για την εφαρμογή του (απόφαση Melchior C‑647/13, EU:C:2015:54, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)– αντιτίθεται σε ρύθμιση κράτους μέλους ερμηνευόμενη υπό την έννοια ότι, όσον αφορά τη θεμελίωση δικαιώματος λήψεως επιδομάτων ανεργίας, δεν συνυπολογίζονται οι περίοδοι εργασίας που συμπληρώθηκαν από τον ενδιαφερόμενο υπό την ιδιότητα του συμβασιούχου υπαλλήλου σε θεσμικό όργανο της Ένωσης με έδρα στο εν λόγω κράτος μέλος και δεν εξομοιώνονται με ημέρες εργασίας οι ημέρες ανεργίας για τις οποίες καταβάλλεται επίδομα ανεργίας κατ’ εφαρμογήν του εν λόγω καθεστώτος, ενώ οι ημέρες ανεργίας για τις οποίες καταβάλλεται αποζημίωση βάσει της ρυθμίσεως του εν λόγω κράτους μέλους τυγχάνουν τέτοιας εξομοιώσεως.
42
Το Δικαστήριο, για την κρίση του αυτή, στηρίχθηκε επίσης στο ότι η επίμαχη ρύθμιση δεν αποκλειόταν να παρεμποδίσει την πρόσληψη εκ μέρους οργάνων της Ένωσης, ως συμβασιούχων υπαλλήλων, εργαζομένων που κατοικούν στο κράτος μέλος όπου το οικείο όργανο έχει την έδρα του (βλ. απόφαση Melchior, C‑647/13, EU:C:2015:54, σκέψεις 27 και 28).
43
Νομοθεσία, όμως, κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας σύνταξη γήρατος οφειλόμενη σε εργαζόμενο βάσει του ασφαλιστικού χρόνου που αυτός διένυσε στο εν λόγω κράτος μέλος περικόπτεται ή δεν χορηγείται λόγω της μεταγενέστερης ασφαλιστικής διαδρομής του σε όργανο της Ένωσης επίσης δύναται να καταστήσει δυσχερέστερη όχι μόνον την πρόσληψη, εκ μέρους των οργάνων αυτών, εθνικών υπαλλήλων που έχουν ορισμένη προϋπηρεσία, αλλά και την παραμονή έμπειρων υπαλλήλων στην υπηρεσία των οργάνων αυτών.
44
Πράγματι, μια τέτοια νομοθεσία δύναται να αποτρέψει εργαζόμενο ο οποίος έχει ορισμένη προϋπηρεσία υπό το συνταξιοδοτικό σύστημα μισθωτών εργαζομένων του εν λόγω κράτους μέλους να αποδεχθεί εργασία στην υπηρεσία θεσμικού οργάνου της Ένωσης ή δύναται να τον προτρέψει να εγκαταλείψει τα καθήκοντα που ασκεί στο όργανο πρόωρα, καθόσον, εξαιτίας της νομοθεσίας αυτής, διατρέχει τον κίνδυνο, υπηρετώντας σε θέση εργασίας ενός τέτοιου οργάνου ή παραμένοντας εκεί για μεγάλο διάστημα, να απολέσει τη δυνατότητα λήψεως συντάξεως βάσει της δραστηριότητας μισθωτού που άσκησε στο κράτος μέλος αυτό πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στην Ένωση.
45
Τέτοιες συνέπειες δεν μπορούν να επιτραπούν με γνώμονα το καθήκον της καλόπιστης συνεργασίας και συνδρομής που υπέχουν τα κράτη μέλη έναντι της Ένωσης, το οποίο συγκεκριμενοποιείται με την υποχρέωση, που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της.
46
Βεβαίως, όπως επισήμανε η Βελγική Κυβέρνηση, στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις My (C‑293/03, EU:C:2004:821) και Melchior (C‑647/13, EU:C:2015:54) καθώς και η διάταξη Ricci και Pisaneschi (C‑286/09 και C‑287/09, EU:C:2010:420), οι περίοδοι εργασίας που συμπληρώθηκαν στην υπηρεσία των οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης δεν είχαν ληφθεί υπόψη προς θεμελίωση του δικαιώματος σε παροχές προβλεπόμενες από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του οικείου κράτους μέλους τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να αξιώσουν εάν, κατά τις περιόδους αυτές, υπάγονταν στο σύστημα αυτό, ενώ, στην υπόθεση της κύριας δίκης, η περίοδος εργασίας την οποία συμπλήρωσε η Α. Wojciechowski στην υπηρεσία της Επιτροπής είχε όντως ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της συντάξεώς της γήρατος μισθωτού βάσει του βελγικού συστήματος.
47
Εντούτοις, το γεγονός αυτό δεν δύναται να αναιρέσει την εκτιθέμενη στις σκέψεις 43 έως 45 της παρούσας αποφάσεως διαπίστωση, καθόσον αυτός ο συνυπολογισμός επιφέρει το ίδιο αποτέλεσμα περιορισμού, ή ακόμη και καταργήσεως, των δικαιωμάτων τα οποία η Α. Wojciechowski θα μπορούσε να διεκδικήσει βάσει του βελγικού συστήματος μισθωτών εργαζομένων αν δεν είχε ακολούθως αναλάβει καθήκοντα στην υπηρεσία θεσμικού οργάνου της Ένωσης και, ως εκ τούτου, έχει επίσης αποτρεπτικό χαρακτήρα από την άποψη αυτή.
48
Επιβάλλεται, πάντως, η επισήμανση ότι από την υποβληθείσα δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η απώλεια όλων των δικαιωμάτων σε σύνταξη της Α. Wojciechowski τα οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει αν συνέχιζε να υπάγεται στο βελγικό σύστημα μισθωτών εργαζομένων για το σύνολο της σταδιοδρομίας της απορρέει όχι από την εφαρμογή αυτής καθαυτήν της αρχής της μονάδας του ασφαλιστικού βίου σύμφωνα με το άρθρο 10bis του βασιλικού διατάγματος 50, αλλά από τη μέθοδο την οποία εφήρμοσε η αρμόδια βελγική αρχή για τον υπολογισμό του κλάσματος που εκφράζει την αναλογία της συντάξεως γήρατος της Α. Wojciechowski βάσει του συστήματος της Ένωσης, που εξομοιώνει μια σταδιοδρομία 35 ετών σε όργανα της Ένωσης με μια σταδιοδρομία 45 ετών υπό το βελγικό σύστημα μισθωτών εργαζομένων.
49
Πράγματι, από την εν λόγω δικογραφία προκύπτει ότι αυτά τα δικαιώματα συντάξεως δεν θα είχαν καταργηθεί εάν η βελγική διοίκηση είχε κρίνει ότι τα 35 έτη τα οποία συμπληρώθηκαν στην υπηρεσία της Επιτροπής αντιστοιχούσαν σε κλάσμα 35/45 της σταδιοδρομίας μισθωτού εργαζομένου στο Βέλγιο και εάν η διοίκηση αυτή είχε, κατά συνέπεια, διαπιστώσει ότι η συνολική σταδιοδρομία της Α. Wojciechowski συνίστατο σε κλάσμα 48/45, όπερ θα επέφερε, για τον υπολογισμό της συντάξεώς της βάσει της μισθωτής εργασίας της στο Βέλγιο, μείωση αντιστοιχούσα το πολύ σε τρία έτη για τη θεμελίωση δικαιώματος για τη λιγότερο ευνοϊκή σύνταξη, όπως και η μείωση που θα είχε επέλθει για κάθε άλλο Βέλγο εργαζόμενο με συμπληρωμένη σταδιοδρομία 48 ετών υπό το βελγικό σύστημα μισθωτών εργαζομένων.
50
Επιβάλλεται συναφώς να υπογραμμισθεί ότι θα ήταν αρκετό τα έτη της σταδιοδρομίας που συμπληρώθηκαν στην υπηρεσία ενός οργάνου της Ένωσης να εξομοιωθούν από χρονικής απόψεως με τα έτη σταδιοδρομίας που συμπληρώθηκαν υπό το βελγικό σύστημα μισθωτών εργαζομένων προκειμένου να αποκλεισθεί ο κίνδυνος του αποτρεπτικού αποτελέσματος που επισημαίνεται στις σκέψεις 43 έως 45 της παρούσας αποφάσεως. Πράγματι, μόνον ένας τέτοιος συνυπολογισμός των περιόδων εργασίας που συμπλήρωσε ο ενδιαφερόμενος, αφενός, ως μισθωτός εργαζόμενος και, αφετέρου, ως υπάλληλος της Ένωσης καθιστά δυνατή την αντιστάθμιση του εν λόγω αποτρεπτικού αποτελέσματος το οποίο, ελλείψει τέτοιας εξομοιώσεως, μπορεί να προέλθει, όπως διαπιστώθηκε στις εν λόγω σκέψεις, λόγω της αποδοχής εργασίας στην υπηρεσία οργάνου της Ένωσης μετά την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας στο Βέλγιο.
51
Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση δεν δύναται να επικαλείται, προκειμένου να δικαιολογήσει την απώλεια του συνόλου των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων της Α. Wojciechowski που είχε θεμελιώσει βάσει του βελγικού συστήματος μισθωτών εργαζομένων, το ότι είχε επιλέξει να μην καταβληθεί στην Ένωση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII, του ΚΥΚ, το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα συντάξεως τα οποία έχει αποκτήσει βάσει της μισθωτής δραστηριότητας την οποία είχε ασκήσει πριν από την ανάληψη υπηρεσίας στην Ένωση.
52
Πράγματι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, η διάταξη προβλέπει απλώς δικαίωμα, το οποίο κάθε υπάλληλος είναι ελεύθερος να ασκήσει ή όχι. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν η μη άσκηση του δικαιώματος αυτού να επιφέρει απώλεια δικαιωμάτων τα οποία ο υπάλληλος έχει θεμελιώσει βάσει των εισφορών που είχε καταβάλει στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο υπαγόταν προ της αναλήψεως υπηρεσίας στην Ένωση, άλλως το δικαίωμα αυτό θα μετατρεπόταν σε υποχρέωση, όπερ έρχεται σε αντίθεση προς το σαφές περιεχόμενο της διατάξεως αυτής, οπότε δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
53
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, χωρίς να συντρέχει λόγος εξετάσεως του υποβληθέντος ερωτήματος από απόψεως του άρθρου 34, παράγραφος 1, του Χάρτη, επιβάλλεται να δοθεί στο ερώτημα αυτό η απάντηση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με τον ΚΥΚ, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία είναι δυνατή η περικοπή ή η άρνηση απονομής συντάξεως γήρατος οφειλόμενης σε μισθωτό εργαζόμενο, υπήκοο αυτού του κράτους μέλους, βάσει του ασφαλιστικού χρόνου που αυτός διένυσε υπό τη νομοθεσία του ιδίου κράτους μέλους, όταν το σύνολο των ετών της ασφαλιστικής διαδρομής του εν λόγω εργαζομένου ως μισθωτού στο εν λόγω κράτος μέλος και ως μονίμου υπαλλήλου της Ένωσης υπηρετούντος στο ίδιο κράτος μέλος υπερβαίνει τη μονάδα του ασφαλιστικού βίου των 45 ετών που προβλέπεται από την εν λόγω νομοθεσία, καθόσον, λόγω της μεθόδου υπολογισμού του κλάσματος που εκφράζει την αναλογία συντάξεως βάσει του συστήματος της Ένωσης, η περικοπή αυτή είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα ίσχυε αν ο εν λόγω εργαζόμενος είχε συμπληρώσει το σύνολο της σταδιοδρομίας του ως υπάλληλος στο επίμαχο κράτος μέλος.
Επί των δικαστικών εξόδων
54
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, σε συνδυασμό με τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1080/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε νομοθεσία κράτους μέλους, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατά την οποία είναι δυνατή η περικοπή ή η άρνηση απονομής συντάξεως γήρατος οφειλόμενης σε μισθωτό εργαζόμενο, υπήκοο αυτού του κράτους μέλους, βάσει του ασφαλιστικού χρόνου που αυτός διένυσε υπό τη νομοθεσία του ιδίου κράτους μέλους, όταν το σύνολο των ετών της ασφαλιστικής διαδρομής του εν λόγω εργαζομένου ως μισθωτού στο εν λόγω κράτος μέλος και ως μονίμου υπαλλήλου της Ένωσης υπηρετούντος στο ίδιο κράτος μέλος υπερβαίνει τη μονάδα του ασφαλιστικού βίου των 45 ετών που προβλέπεται από την εν λόγω νομοθεσία, καθόσον, λόγω της μεθόδου υπολογισμού του κλάσματος που εκφράζει την αναλογία της συντάξεως βάσει του συστήματος της Ένωσης, η περικοπή αυτή είναι μεγαλύτερη από εκείνη που θα ίσχυε αν ο εν λόγω εργαζόμενος είχε συμπληρώσει το σύνολο της σταδιοδρομίας του ως υπάλληλος στο επίμαχο κράτος μέλος.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy