ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 22ας Ιουνίου 2016 ( *1 )
«Παράβαση κράτους μέλους — Οδηγία 91/271/ΕΟΚ — Επεξεργασία των αστικών λυμάτων — Απόφαση του Δικαστηρίου διαπιστώνουσα παράβαση — Μη εκτέλεση — Άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ — Χρηματικές κυρώσεις — Κατ’ αποκοπήν ποσό και χρηματική ποινή»
Στην υπόθεση C‑557/14,
με αντικείμενο προσφυγή λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ασκηθείσα στις 4 Δεκεμβρίου 2014,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους G. Braga da Cruz και E. Manhaeve, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Πορτογαλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τους L. Inez Fernandes, J. Reis Silva και J. Brito e Silva,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους L. Bay Larsen (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, A. Tizzano, αντιπρόεδρο του Δικαστηρίου, ασκούντα καθήκοντα δικαστή του τρίτου τμήματος, D. Šváby, J. Malenovský και Μ. Βηλαρά, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: Juliane Kokott
γραμματέας: M. Ferreira, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Ιανουαρίου 2016,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με την προσφυγή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να διαπιστώσει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ·
—
να υποχρεώσει την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή χρηματική ποινή ύψους 20196 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως στην εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), από την ημέρα εκδόσεως της αποφάσεως στην υπό κρίση υπόθεση μέχρι την ημέρα που θα εκτελεστεί η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292)·
—
να υποχρεώσει την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλει στην Επιτροπή ημερήσιο κατ’ αποκοπήν ποσό 2244 ευρώ, από της εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), μέχρι της εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως ή της πλήρους εκτελέσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009 (C‑530/07, EU:C:2009:292), αν αυτή χωρήσει ενωρίτερα, και
—
να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Το νομικό πλαίσιο
2
Η οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (ΕΕ 1991, L 135, σ. 40), αφορά, κατά το άρθρο της 1, τη συλλογή, την επεξεργασία και την απόρριψη αστικών λυμάτων και την επεξεργασία και την απόρριψη λυμάτων από ορισμένους βιομηχανικούς τομείς. Σκοπός της είναι η προστασία του περιβάλλοντος από τις αρνητικές επιπτώσεις της απόρριψης των αστικών λυμάτων.
3
Το άρθρο 2 της ως άνω οδηγίας ορίζει τα «αστικά λύματα» ως «τα οικιακά λύματα ή το μείγμα οικιακών με βιομηχανικά λύματα ή/και όμβρια ύδατα». Το ως άνω άρθρο ορίζει επίσης τους «οικισμούς» ως «[τις] περιοχές στις οποίες ο πληθυσμός ή/και οι οικονομικές δραστηριότητες είναι επαρκώς συγκεντρωμένα ώστε τα αστικά λύματα να μπορούν να συλλέγονται και να διοχετεύονται σε σταθμό επεξεργασίας αστικών λυμάτων ή σε τελικό σημείο απόρριψης» και το «ι.π. (μονάδα ισοδύναμου πληθυσμού)» ως «το αποικοδομήσιμο οργανικό φορτίο που παρουσιάζει βιο[χημι]κές ανάγκες σε οξυγόνο πέντε ημερών (BOD 5) ίσες προς 60 g/ημέρα».
4
Το άρθρο 4 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα αστικά λύματα που διοχετεύονται σε αποχετευτικά δίκτυα να υποβάλλονται, πριν από την απόρριψή τους, σε δευτεροβάθμια ή σε ισοδύναμη επεξεργασία, ως εξής:
—
το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2000, για όλες τις απορρίψεις λυμάτων από οικισμούς με ι.π. άνω των 15000,
[...]
3. Οι απορρίψεις από τους περιγραφόμενους στις παραγράφους 1 και 2 σταθμούς επεξεργασίας αστικών λυμάτων πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του παραρτήματος I σημείο Β. [...]
4. Το φορτίο που εκφράζεται με ι.π. υπολογίζεται με βάση το μέγιστο μέσο εβδομαδιαίο [φορτίο] που εισέρχεται στο σταθμό επεξεργασίας στη διάρκεια του έτους, εξαιρουμένων των ασυνήθων καταστάσεων, όπως οι περιπτώσεις καταρρακτώδους βροχής.»
5
Το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 4, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«2. Τα αστικά λύματα που απορρίπτονται σε παράκτια ύδατα από οικισμούς με 10000 έως 150000 ι.π. ή σε ύδατα εκβολών ποταμών από οικισμούς με 2000 έως 10000 ι.π. μπορούν, εάν οι απορρίψεις γίνονται στις περιγραφόμενες στην παράγραφο 1 περιοχές, να υποβάλλονται σε επεξεργασία λιγότερο αυστηρή από την επεξεργασία που περιγράφεται στο άρθρο 4, υπό την προϋπόθεση ότι:
—
οι απορρίψεις αυτές υποβάλλονται τουλάχιστον σε πρωτοβάθμια επεξεργασία όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 7, σύμφωνα με τις διαδικασίες ελέγχου του παραρτήματος I σημείο Δ.
—
ολοκληρωμένες μελέτες δείχνουν ότι οι απορρίψεις αυτές δεν επηρεάζουν αρνητικά το περιβάλλον.
Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με τις προαναφερόμενες μελέτες.
[...]
4. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ο κατάλογος των λιγότερο ευαίσθητων περιοχών να επανεξετάζεται ανά τετραετία τουλάχιστον.»
6
Το άρθρο 8, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/271 έχει ως εξής:
«Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, και όταν μπορεί να αποδειχθεί ότι η επεξεργασία των αποβλήτων με περισσότερο προηγμένες τεχνολογ[ικέ]ς μεθόδους δεν αποφέρει κανένα όφελος για το περιβάλλον, τα αστικά λύματα, που απορρίπτονται σε λιγότερο ευαίσθητες περιοχές, από οικισμούς με άνω των 150000 ι.π., μπορούν να υποβάλονται στην επεξεργασία που προβλέπει το άρθρο 6 για τα λύματα που προέρχονται από οικισμούς με ι.π. μεταξύ 10000 και 150000.
Στις περιπτώσεις αυτές, τα κράτη μέλη υποβάλλουν εκ των προτέρων στην Επιτροπή τη σχετική έγγραφη τεκμηρίωση. Η Επιτροπή εξετάζει την περίπτωση και λαμβάνει κατάλληλα μέτρα, με τη διαδικασία του άρθρου 18.»
7
Το παράρτημα I της ως άνω οδηγίας, που φέρει τον τίτλο «Απαιτήσεις για τα αστικά λύματα», έχει ως εξής:
«[...]
B.
Απόρριψη από σταθμούς επεξεργασίας αστικών λυμάτων στα ύδατα υποδοχής [...]
1.
Ο σχεδιασμός ή η μετασκευή των σταθμών επεξεργασίας λυμάτων γίνεται έτσι ώστε να μπορούν να λαμβάνονται αντιπροσωπευτικά δείγματα των εισερχομένων και των επεξεργασμένων λυμάτων προτού απορριφθούν στα ύδατα υποδοχής.
2.
Οι απορρίψεις από σταθμούς επεξεργασίας αστικών λυμάτων, οι οποίες υποβάλλονται σε επεξεργασία, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της παρούσας οδηγίας, πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που παρατίθενται στον πίνακα 1.
[...]»
8
Το σημείο Δ του παραρτήματος I της οδηγίας 91/271, που φέρει τον τίτλο «Μέθοδοι αναφοράς για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων», προβλέπει τα εξής:
«1.
Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε η μέθοδος παρακολούθησης που εφαρμόζεται να ανταποκρίνεται τουλάχιστον στο επίπεδο απαιτήσεων που περιγράφεται κατωτέρω.
Είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά και άλλες μέθοδοι, διαφορετικές από εκείνες που αναφέρονται στα σημεία 2, 3 και 4, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω μέθοδοι αποδεδειγμένα παράγουν ισοδύναμα αποτελέσματα.
[...]
2.
Εικοσιτετράωρα δείγματα ανάλογα προς τη ροή ή βασισμένα στη χρονική διάρκεια συλλέγονται στο ίδιο, σαφώς καθορισμένο σημείο της εξόδου και, εφόσον χρειάζεται, της εισόδου του σταθμού επεξεργασίας, ώστε να ελέγχεται κατά πόσον τα εξερχόμενα λύματα πληρούν τις απαιτήσεις απόρριψης που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.
[...]
3.
Ο ελάχιστος ετήσιος αριθμός δειγμάτων καθορίζεται ανάλογα με το μέγεθος του σταθμού επεξεργασίας και συλλέγεται σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια του έτους:
—
[...]
—
10000 – 49999 ι.π.: 12 δείγματα.
—
[...]
4.
Τα επεξεργαζόμενα λύματα θεωρείται ότι ανταποκρίνονται στις σχετικές παραμέτρους εάν, για καθεμία σχετική παράμετρο χωριστά, τα δείγματα δείχνουν ότι τα εν λόγω λύματα ανταποκρίν[οντ]αι στη σχετική τιμή της παραμέτρου ως εξής:
α)
για τις παραμέτρους που ορίζονται στον πίνακα 1 και στο άρθρο 2 σημείο 7, ο ανώτατος αριθμός δειγμάτων ο οποίος επιτρέπεται να μην συμφωνεί με τις απαιτήσεις για τις συγκεντρώσεις ή/και τα ποσοστά μείωσης του πίνακα 1 και του άρθρου 2 σημείο 7, καθορίζεται στον πίνακα 3·
[...]»
Η απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας
9
Στις 9 Ιουλίου 2004 η Επιτροπή απέστειλε στην Πορτογαλική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως, με το οποίο προέβαινε στη διαπίστωση ότι πολλοί οικισμοί οι οποίοι ευρίσκονταν στο έδαφος του ως άνω κράτους μέλους και είχαν ι.π. άνω του 15000 δεν διέθεταν δίκτυα αποχέτευσης αστικών λυμάτων που να πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 3 της οδηγίας 91/271 ούτε συστήματα επεξεργασίας των αστικών λυμάτων που να πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 4 της ως άνω οδηγίας.
10
Εκτιμώντας ως μη ικανοποιητικές τις εξηγήσεις του ως άνω κράτους μέλους όσον αφορά 17 από τους οικισμούς αυτούς, η Επιτροπή, στις 13 Ιουλίου 2005, απέστειλε στο κράτος αυτό αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας το να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δύο μηνών από την παραλαβή της.
11
Η Πορτογαλική Δημοκρατία απάντησε στη γνώμη αυτή με έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 2005.
12
Εκτιμώντας, κατόπιν της απαντήσεως αυτής, ότι ορισμένοι οικισμοί έπρεπε να εξαιρεθούν από τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως, ενώ, για ορισμένους άλλους οικισμούς, οι οποίοι αναφέρονταν στο παράρτημα του εγγράφου οχλήσεως της 9ης Ιουλίου 2004 αλλά όχι στην αιτιολογημένη γνώμη της 13ης Ιουλίου 2005, η παράβαση των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας 91/271 συνεχιζόταν, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 4 Ιουλίου 2006, συμπληρωματική αιτιολογημένη γνώμη που αφορούσε πλέον 32 οικισμούς. Με την εν λόγω γνώμη, καλούσε την Πορτογαλική Δημοκρατία να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός δύο μηνών από την παραλαβή της.
13
Η Επιτροπή, εκτιμώντας, παρά τις εξηγήσεις τις οποίες παρέσχε το ως άνω κράτος μέλος με έγγραφο της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, ότι για πολλούς οικισμούς η κατάσταση εξακολουθούσε να μην είναι ικανοποιητική λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της ως άνω οδηγίας, αποφάσισε να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή λόγω παραβάσεως, που αποτέλεσε το αντικείμενο της υποθέσεως C‑530/07.
14
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, η Επιτροπή παραιτήθηκε από την προσφυγή της κατά το μέτρο που αφορούσε τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων, αφενός, από το άρθρο 3 της οδηγίας 91/271 σε ό,τι αφορούσε πέντε από τους οικισμούς αυτούς και, αφετέρου, από το άρθρο 4 της ως άνω οδηγίας σε ό,τι αφορούσε έντεκα από τους εν λόγω οικισμούς, περιορίζοντας έτσι το αντικείμενο της προσφυγής λόγω παραβάσεως στους υπόλοιπους οικισμούς.
15
Στην απόφασή του της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), το Δικαστήριο έκρινε ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει ότι οι οικισμοί Bacia do Rio Uima (Fiães S. Jorge), Costa de Aveiro, Covilhã, Espinho/Feira, Ponta Delgada, Póvoa de Varzim/Vila do Conde και Santa Cita διέθεταν δίκτυα αποχέτευσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας 91/271, και παραλείποντας να υποβάλει σε δευτεροβάθμια ή σε ισοδύναμη επεξεργασία, σύμφωνα με το άρθρο 4 της ως άνω οδηγίας, τα αστικά λύματα των οικισμών Alverca, Bacia do Rio Uima (Fiães S. Jorge), Carvoeiro, Costa de Aveiro, Costa Oeste, Covilhã, Λισσαβώνα, Matosinhos, Milfontes, Nazaré/Famalicão, Ponta Delgada, Póvoa de Varzim/Vila do Conde, Santa Cita, Vila Franca de Xira και Vila Real de Santo António, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 3 και 4 της εν λόγω οδηγίας.
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
16
Στο πλαίσιο του ελέγχου της εκτελέσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), η Επιτροπή, με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 2009, ζήτησε από την Πορτογαλική Δημοκρατία πληροφορίες σχετικά με τα ληφθέντα μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
17
Με έγγραφο της 24ης Ιουλίου 2009, το ως άνω κράτος μέλος ενημέρωσε την Επιτροπή για τα μέτρα τα οποία είχε λάβει.
18
Στις 11 Δεκεμβρίου 2009 η Επιτροπή ζήτησε από το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίσεις, τούτο δε απάντησε, με διάφορες επιστολές και συμπληρωματικά στοιχεία, ότι, όσον αφορά τον οικισμό Vila Real de Santo António, ο νέος σταθμός επεξεργασίας λειτουργούσε από το 2009, αλλά το 30 % των αποχετευόμενων ροών ρύπων δεν είχαν ακόμη συνδεθεί στην πράξη με τον σταθμό επεξεργασίας, οι δε αναγκαίες εργασίες προβλέπονταν να περατωθούν κατά το τέλος του 2012. Όσον αφορά τον οικισμό Matosinhos, η περάτωση των εργασιών κατασκευής του νέου σταθμού επεξεργασίας είχε αρχικώς προβλεφθεί για το τέλος του 2011, αλλά τελικώς αναβλήθηκε για τον Απρίλιο του 2013.
19
Με διάφορες επιστολές καθώς και στο πλαίσιο συναντήσεως με τους εκπροσώπους της Επιτροπής, η Πορτογαλική Δημοκρατία ενημέρωσε το ως άνω θεσμικό όργανο για το πώς είχε εξελιχθεί η κατάσταση ως προς τους δύο αυτούς οικισμούς.
20
Από το έγγραφο του ως άνω κράτους μέλους της 26ης Νοεμβρίου 2013, σχετικά με τον οικισμό Vila Real de Santo António, προκύπτει ότι η περάτωση των αναγκαίων εργασιών για τη σύνδεση με τον νέο σταθμό επεξεργασίας όλων των ροών ρύπων του οικισμού προβλεπόταν για το πρώτο τρίμηνο του 2014. Όσον αφορά τον οικισμό Matosinhos, από το έγγραφο αυτό προέκυπτε ότι, ελλείψει χρηματοδοτήσεως, οι εργασίες κατασκευής του νέου σταθμού επεξεργασίας δεν είχαν ακόμη αρχίσει, αλλά ότι θα υποβαλλόταν νέα αίτηση χρηματοδοτήσεως εντός του 2014.
21
Η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι δεν είχε επέλθει συμμόρφωση προς την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), ως προς 2 από τους 22 οικισμούς που αποτελούσαν το αντικείμενο της αποφάσεως αυτής, δηλαδή ως προς τους οικισμούς Vila Real de Santo António και Matosinhos, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Επί της παραβάσεως
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
22
Όσον αφορά τον οικισμό Vila Real de Santo António, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία από της εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), κατά τον κρίσιμο χρόνο για να εκτιμηθεί κατά πόσον υπήρξε παράβαση στην υπό κρίση υπόθεση, δηλαδή στις 21 Απριλίου 2014, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προθεσμία που τασσόταν με το έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής προς την Πορτογαλική Δημοκρατία, το ως άνω κράτος μέλος δεν είχε υποβάλει τα αστικά λύματα του οικισμού αυτού σε δευτεροβάθμια ή σε ισοδύναμη επεξεργασία, σύμφωνα με το άρθρο 4 της οδηγίας 91/271. Ειδικότερα, από το έγγραφο της Πορτογαλικής Δημοκρατίας της 23ης Απριλίου 2014 προκύπτει ότι, κατά την ως άνω ημερομηνία, συνεχιζόταν η εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών για την πλήρη σύνδεση του οικισμού αυτού με τον σταθμό επεξεργασίας.
23
Σε ό,τι αφορά τον οικισμό Matosinhos, η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο υφιστάμενος σταθμός επεξεργασίας δεν επιτρέπει παρά μόνο την πρωτοβάθμια επεξεργασία των λυμάτων του οικισμού αυτού, τα οποία εν συνεχεία απορρίπτονται στη θάλασσα μέσω υποθαλάσσιου αγωγού διάθεσης. Επισημαίνει, συναφώς, ότι, όπως προκύπτει από το έγγραφο της Πορτογαλικής Δημοκρατίας της 23ης Απριλίου 2014, οι εργασίες κατασκευής ενός σταθμού δευτεροβάθμιας επεξεργασίας δεν έχουν ακόμη αρχίσει εξαιτίας υποτιθέμενων χρηματοδοτικών προβλημάτων, η δε ολοκλήρωση των εν λόγω εργασιών έχει αναβληθεί για το 2017.
24
Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία στο υπόμνημά της αντικρούσεως, περί του ότι η υποβολή των αστικών λυμάτων σε πρωτοβάθμια επεξεργασία δεν έχει επιπτώσεις για την ποιότητα των υδάτων υποδοχής και περί του ότι η εν λόγω επεξεργασία αρκεί για να εξασφαλισθεί η ποιότητα των υδάτων και να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι για το περιβάλλον καθώς και για την υγεία του ανθρώπου, είναι αβάσιμα, στο μέτρο που ο πραγματικός σκοπός των επιχειρημάτων αυτών είναι να αμφισβητήσουν τα όσα κρίθηκαν από το Δικαστήριο στην απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292).
25
Η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει γενικώς ότι η απόφαση αυτή εκτελέσθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό.
26
Σχετικά με τον οικισμό Vila Real de Santo António, η Πορτογαλική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι επίμαχα είναι τρία σχέδια διασυνδέσεως των δικτύων απορροής. Το πρώτο εξ αυτών αφορά το δίκτυο απορροής που κείται δυτικώς του δήμου Vila Nova de Cacela και το δίκτυο μεταφοράς προς τον σταθμό επεξεργασίας των λυμάτων, η σύνδεση των οποίων ολοκληρώθηκε τον Νοέμβριο του 2014. Το δεύτερο σχέδιο αφορά τη σύνδεση των παράκτιων δικτύων απορροής του οικισμού αυτού με τον συλλεκτήρα και τη μεταφορά των λυμάτων στον σταθμό επεξεργασίας τους που ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2015. Το τρίτο σχέδιο αφορά τη σύνδεση των δικτύων απορροής του κέντρου της πόλεως που ευρίσκεται στον εν λόγω οικισμό με τον συλλεκτήρα και τη μεταφορά των λυμάτων στον σταθμό επεξεργασίας τους.
27
Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία είχε υποστηρίξει ότι η εκτέλεση του τρίτου αυτού σχεδίου ευρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο. Το ως άνω κράτος μέλος επισήμανε, στο υπόμνημά του ανταπαντήσεως, ότι η σύνδεση των λυμάτων με τον λειτουργούντα από το 2009 σταθμό επεξεργασίας λυμάτων ολοκληρώθηκε στις 11 Απριλίου 2015, οι δε υπηρεσίες της Επιτροπής ενημερώθηκαν σχετικά.
28
Σε ό,τι αφορά τον οικισμό Matosinhos, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει, αφενός, ότι η υφιστάμενη πρωτοβάθμια επεξεργασία αρκεί για να εγγυηθεί την ποιότητα των υδάτων και να αποσοβήσει τους κινδύνους για το περιβάλλον και για την υγεία του ανθρώπου, η δε μη πραγματοποίηση δευτεροβάθμιας επεξεργασίας δεν έχει επιπτώσεις για την ποιότητα των υδάτων υποδοχής. Ειδικότερα, τα επεξεργασμένα λύματα του οικισμού αυτού δεν απορρίπτονται σε ύδατα λιμνών ή ποταμών, αλλά σε θαλάσσια ύδατα με υψηλό βαθμό αλατότητας, τα οποία βρίσκονται σε κίνηση και διατρέχονται από ισχυρά θαλάσσια ρεύματα.
29
Το ως άνω κράτος μέλος υποστηρίζει, συναφώς, ότι η κατάσταση που υφίσταται στον οικισμό Matosinhos εμπίπτει στο άρθρο 8, παράγραφος 5, της οδηγίας 91/271. Δυνάμει όμως του άρθρου αυτού, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και στους παραθαλάσσιους οικισμούς που θεωρούνται ως λιγότερο ευαίσθητοι, τα απορριπτόμενα αστικά λύματα μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία έχουσα λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις.
30
Η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι, με την υφιστάμενη πρωτοβάθμια επεξεργασία, επιτεύχθηκε μέση μείωση των χημικών και βιοχημικών αναγκών των λυμάτων σε οξυγόνο κατά 42 % και 43 %, ήτοι τιμή υπερβαίνουσα το διπλάσιο του μέσου ποσοστού του 20 % το οποίο προβλέπει η ως άνω οδηγία.
31
Το κράτος μέλος αυτό υποστηρίζει συναφώς ότι ο σταθμός επεξεργασίας των λυμάτων που λειτουργεί επί του παρόντος συνδέεται με υποθαλάσσιο αγωγό διάθεσης ο οποίος οδηγεί τα εξερχόμενα από την πρωτοβάθμια επεξεργασία ύδατα στον Ατλαντικό Ωκεανό, σε απόσταση περίπου 2 χιλιομέτρων από την ακτή, έτσι ώστε η ποιότητα των υδάτων αυτών κολύμβησης να μην επηρεάζεται. Μένει ακόμη να πραγματοποιηθούν ορισμένες αναπροσαρμογές, οι οποίες αφορούν μόνο την εγκατάσταση υποδομών, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί σταθερή ποιότητα των υδάτων αυτών.
32
Η Πορτογαλική Δημοκρατία αναφέρεται επίσης στις αναλύσεις των υδάτων κολύμβησης που διενεργούνται τακτικά εντός της περιφέρειας του οικισμού αυτού, οι οποίες επιβεβαιώνουν την «άριστη» ποιότητα των εν λόγω υδάτων. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, δεν υπάρχουν λόγοι να θεωρηθεί ότι υφίσταται κίνδυνος για την υγεία των κατοίκων ή για τον τουριστικό τομέα.
33
Το ως άνω κράτος μέλος υποστηρίζει, αφετέρου, ότι, παρά το γεγονός ότι ελήφθησαν μέτρα συμμορφώσεως προς τις διατάξεις του άρθρου 4 της οδηγίας 91/271, η κατασκευή του σταθμού επεξεργασίας εμποδίσθηκε από χρηματοδοτικές δυσχέρειες. Εξάλλου, το 2008 και το 2011 προκηρύχθηκαν διαγωνισμοί, αλλά η υλοποίηση του σχεδίου κατασκευής του σταθμού αυτού εμποδίσθηκε λόγω ανωτέρας βίας.
34
Η Πορτογαλική Δημοκρατία προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, πλέον συντρέχουν οι προϋποθέσεις κατασκευής του σταθμού επεξεργασίας των λυμάτων ο οποίος θα παρέχει δυνατότητα δευτεροβάθμιας επεξεργασίας τους και ότι η απαραίτητη προς τούτο χρηματοδότηση αποδεσμεύθηκε, πράγμα για το οποίο ενημερώθηκε η Επιτροπή. Συναφώς, η Πορτογαλική Δημοκρατία υπέβαλε στο ως άνω θεσμικό όργανο χρονοδιάγραμμα των κατασκευαστικών εργασιών που θα άρχιζαν κατά το πρώτο εξάμηνο του 2016, ενώ η πλήρης θέση σε λειτουργία της εγκαταστάσεως προβλεπόταν για το δεύτερο εξάμηνο του 2019.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
35
Προκειμένου να κριθεί αν η Πορτογαλική Δημοκρατία έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), πρέπει να εξακριβωθεί αν το κράτος αυτό τήρησε πλήρως το άρθρο 4 της οδηγίας 91/271, εξασφαλίζοντας ειδικότερα ότι οι επίμαχοι οικισμοί διαθέτουν σύστημα επεξεργασίας των αστικών λυμάτων που να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου αυτού.
36
Όσον αφορά τη διαδικασία λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ως ημερομηνία αναφοράς προς εκτίμηση του κατά πόσον υπήρξε παράβαση πρέπει να χρησιμοποιηθεί η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας που είχε ταχθεί με το έγγραφο οχλήσεως το οποίο εκδόθηκε δυνάμει ως άνω διατάξεως (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας,C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37
Εν προκειμένω, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως, εφόσον η Επιτροπή απέστειλε στην Πορτογαλική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η διαλαμβανόμενη στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως ημερομηνία αναφοράς είναι αυτή της λήξεως της προθεσμίας που τασσόταν στο εν λόγω έγγραφο, ήτοι η 21η Απριλίου 2014.
38
Διαπιστώνεται όμως ότι, κατά την ως άνω ημερομηνία, οι οικισμοί Vila Real de Santo António και Matosinhos δεν διέθεταν ακόμη σύστημα επεξεργασίας των αστικών λυμάτων, σύμφωνα με το άρθρο 4 της ως άνω οδηγίας.
39
Ειδικότερα, όσον αφορά τον οικισμό Vila Real de Santo António, από τις δηλώσεις της Πορτογαλικής Δημοκρατίας προκύπτει ότι, κατά την 21η Απριλίου 2014, δεν είχε γίνει ακόμη η εγκατάσταση του συστήματος επεξεργασίας των αστικών λυμάτων. Όσον αφορά δε τον οικισμό Matosinhos, η Πορτογαλική Δημοκρατία ενημέρωσε την Επιτροπή, με επιστολή της 23ης Απριλίου 2014, ότι δεν είχαν ακόμη αρχίσει οι εργασίες κατασκευής του σταθμού επεξεργασίας των λυμάτων ο οποίος θα παρείχε τη δυνατότητα δευτεροβάθμιας επεξεργασίας τους.
40
Τα επιχειρήματα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας σχετικά με τον δεύτερο αυτό οικισμό, συνιστάμενα στο ότι η αποκλειστικώς πρωτοβάθμια επεξεργασία των αστικών λυμάτων δεν έχει επιπτώσεις στην ποιότητα των υδάτων υποδοχής και στο ότι μια τέτοια επεξεργασία αρκεί για να εγγυηθεί την ποιότητα των υδάτων αυτών και να αποσοβήσει τους κινδύνους για το περιβάλλον και για την υγεία του ανθρώπου, έχουν στην πραγματικότητα τον σκοπό να αμφισβητήσουν τα όσα κρίθηκαν από το Δικαστήριο με την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), και δεν μπορούν επομένως να γίνουν δεκτά.
41
Σε ό,τι αφορά την επιχειρηματολογία της Πορτογαλικής Δημοκρατίας περί δυσχερειών τις οποίες αντιμετώπισε όσον αφορά τη συμμόρφωσή της προς την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), υπενθυμίζεται ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξεώς τους για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης, με συνέπεια μια τέτοια επιχειρηματολογία να μην μπορεί να ευδοκιμήσει (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
42
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, διαπιστώνεται ότι, μη έχοντας λάβει όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
Επί των χρηματικών κυρώσεων
Επί της χρηματικής ποινής
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
43
Σχετικά με τον οικισμό Vila Real de Santo António, η Επιτροπή υποστήριξε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι, παρά τα όσα προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία περί εκ μέρους της λήψεως όλων των μέτρων που συνεπάγεται η πλήρης εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), η συμμόρφωση της λειτουργίας του σταθμού επεξεργασίας του οικισμού αυτού προς το άρθρο 4 της οδηγίας 91/271 διασφαλίζεται μόνο σε περίπτωση που πραγματοποιούνται αναλύσεις των λυμάτων οι οποίες ανταποκρίνονται στις σχετικές προδιαγραφές, βάσει δειγματοληψιών που πραγματοποιούνται πριν από τις απορρίψεις των λυμάτων, σε διάστημα ενός έτους, από τις οποίες προκύπτει, μετά την ημερομηνία αυτή, ότι η δευτεροβάθμια επεξεργασία τους είναι σύμφωνη προς τις επιταγές της ως άνω οδηγίας. Κατά την Επιτροπή, οι εν λόγω απορρίψεις πρέπει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του σημείου B του παραρτήματος I της εν λόγω οδηγίας. Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι πρέπει να τηρούνται οι μέθοδοι αναφοράς για τον έλεγχο και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, όπως προβλέπονται στο σημείο Δ του ως άνω παραρτήματος, το οποίο καθορίζει τον ελάχιστο ετήσιο αριθμό δειγμάτων που πρέπει να λαμβάνεται ώστε τα δείγματα αυτά να θεωρηθούν ως αντιπροσωπευτικά σε συνάρτηση με το μέγεθος του σταθμού επεξεργασίας.
44
Εν προκειμένω όμως δεν έχουν ληφθεί τέτοια μέτρα.
45
Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και βάσει της από 13 Δεκεμβρίου 2005 ανακοινώσεώς της, που φέρει τον τίτλο «Εφαρμογή του άρθρου [260 ΣΛΕΕ]» [SEC(2005) 1658], όπως ενημερώθηκε με την ανακοίνωσή της της 17ης Σεπτεμβρίου 2014, που φέρει τον τίτλο «Επικαιροποίηση των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του κατ’ αποκοπή ποσού και των χρηματικών ποινών που προτείνονται από την Επιτροπή στο Δικαστήριο σε διαδικασίες επί παραβάσει» [C(2014) 6767 τελικό] (στο εξής: ανακοίνωση του 2005), να τιμωρήσει την επίμαχη παράλειψη εκτελέσεως με την επιβολή, μεταξύ άλλων, χρηματικής ποινής.
46
Δυνάμει του σημείου 6 της ανακοινώσεως της Επιτροπής του 2005, το ως άνω θεσμικό όργανο στηρίζεται σε τρία κριτήρια προκειμένου να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ποινής, ήτοι τη σοβαρότητα της παραβάσεως, τη διάρκειά της και την ανάγκη να εξασφαλισθεί το αποτρεπτικό αποτέλεσμα της κυρώσεως.
47
Σε ό,τι αφορά τη σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παραβάσεως, η Επιτροπή υπογραμμίζει, πρώτον, τη σπουδαιότητα των παραβιασθέντων ενωσιακών κανόνων καθώς και, δεύτερον, τις συνέπειες της παραβάσεως αυτής για τα γενικά και ειδικά συμφέροντα, όπως, μεταξύ άλλων, η προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, η διατήρηση και βελτίωση της ποιότητας των υδάτων υποδοχής και των συνδεόμενων με αυτά υδάτινων οικοσυστημάτων, ή η άσκηση δραστηριοτήτων αναψυχής συναφών προς τα οικοσυστήματα αυτά. Τρίτον, η Επιτροπή, διαπιστώνοντας μεν την ύπαρξη ελαφρυντικών περιστάσεων λόγω των προόδων τις οποίες πραγματοποίησε το ως άνω κράτος μέλος, επικαλείται ακόμη επιβαρυντικές περιστάσεις λόγω μη συμμορφώσεως, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, τόσο προς το άρθρο 4 της οδηγίας 91/271 όσο και προς την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), λόγω σαφήνειας των παραβιασθεισών διατάξεων, μη τηρήσεως των αλλεπάλληλων χρονοδιαγραμμάτων που υπέβαλαν οι πορτογαλικές αρχές με τις επιστολές τους προς την Επιτροπή και, τέλος, επαναλαμβανόμενης παραβατικής συμπεριφοράς του ως άνω κράτους μέλους όσον αφορά την τήρηση του δικαίου της Ένωσης σε τομέα στο πλαίσιο του οποίου οι επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου και στο περιβάλλον είναι ιδιαιτέρως σοβαρές.
48
Βάσει του συνόλου των στοιχείων αυτών, η Επιτροπή εκτιμά ότι πρέπει να εφαρμοσθεί συντελεστής σοβαρότητας 3 στο πλαίσιο της κλίμακας από το 1 έως το 20 την οποία προβλέπει η ανακοίνωση του 2005.
49
Όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η απόφαση περί κινήσεως της παρούσας διαδικασίας ελήφθη στις 16 Οκτωβρίου 2014, ήτοι 65 μήνες μετά την έκδοση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), δηλαδή στις 7 Μαΐου 2009, γεγονός που δικαιολογεί την εφαρμογή του μέγιστου συντελεστή 3.
50
Όσον αφορά τον συντελεστή που συνδέεται με την ικανότητα πληρωμής του καθού η προσφυγή κράτους μέλους, τον καλούμενο συντελεστή «n», το ως άνω θεσμικό όργανο υπενθυμίζει ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής του 2005 καθορίζει τον συντελεστή αυτόν στο 3,40 για την Πορτογαλική Δημοκρατία.
51
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά τον μαθηματικό τύπο της ανακοινώσεως αυτής, η ημερήσια χρηματική ποινή ισούται προς το ενιαίο βασικό κατ’ αποκοπήν ποσό, ύψους 660 ευρώ, πολλαπλασιαζόμενο επί τον συντελεστή σοβαρότητας, τον συντελεστή διάρκειας και τον συντελεστή «n». Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, η Επιτροπή προτείνει ημερήσια χρηματική ποινή 20196,00 ευρώ (660 ευρώ × 3 × 3 × 3,40).
52
Το ως άνω θεσμικό όργανο προτείνει την επιβολή μιας απομειούμενης ημερήσιας χρηματικής ποινής, το πραγματικό ποσό της οποίας θα υπολογίζεται ανά εξάμηνο, μειώνοντας το συνολικό ποσό για καθεμία από τις περιόδους αυτές κατά ποσοστό αντίστοιχο προς την αναλογία μεταξύ του ι.π. των οικισμών ως προς τους οποίους έχει επιτευχθεί συμμόρφωση των εγκαταστάσεών τους προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4 της οδηγίας 91/271 και του ι.π. των οικισμών που δεν διαθέτουν τέτοια συστήματα κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως.
53
Βάσει των στοιχείων τα οποία διέθετε η Επιτροπή πριν από την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής, ο αθροιστικός ι.π. των οικισμών οι οποίοι δεν διαθέτουν συστήματα επεξεργασίας συμμορφούμενα προς το άρθρο 4 της ως άνω οδηγίας ανέρχεται σε 321950. Το άθροισμα αυτό κατανέμεται μεταξύ των δύο επίμαχων οικισμών ως εξής: 34950 για τον οικισμό Vila Real de Santo António και 287000 για τον οικισμό Matosinhos.
54
Η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ούτε η σοβαρότητα, ούτε η διάρκεια της παραβάσεως, ούτε το πνεύμα συνεργασίας και η επιμέλεια που επέδειξε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ούτε η επιτευχθείσα πρόοδος στην εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), δικαιολογούν την επιβολή χρηματικής ποινής τέτοιας βαρύτητας. Το ως άνω κράτος μέλος αμφισβητεί ως εκ τούτου τη μέθοδο υπολογισμού των προτεινόμενων ποσών. Η Πορτογαλική Δημοκρατία φρονεί ότι η χρηματική ποινή την οποία ζητεί η Επιτροπή είναι υπέρμετρα υψηλή και δυσανάλογη προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως, οι συνέπειες της οποίας για το περιβάλλον είναι αμφίβολες. Το ως άνω κράτος μέλος διαψεύδει τα όσα υποστηρίζει η Επιτροπή όσον αφορά τη σοβαρότητα της παραβάσεως. Ειδικότερα, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 27 της παρούσας αποφάσεως, σχετικά με τον οικισμό Vila Real de Santo António, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η σύνδεση των λυμάτων με τον λειτουργούντα από το 2009 σταθμό επεξεργασίας λυμάτων ολοκληρώθηκε στις 11 Απριλίου 2015, οι δε υπηρεσίες της Επιτροπής ενημερώθηκαν σχετικά. Συνεπώς, η προβαλλόμενη παράβαση έχει παύσει να υφίσταται σε ό,τι αφορά τον οικισμό Vila Real de Santo António, οπότε η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), έχει πλήρως εκτελεσθεί κατά το μέτρο που αφορά τον οικισμό αυτό.
55
Σε ό,τι αφορά τον οικισμό Matosinhos, κατά το ως άνω κράτος μέλος, πρέπει, στο μέτρο που η προβαλλόμενη παράβαση αφορά μόνο την πραγματοποίηση των αναγκαίων εργασιών επεκτάσεως του σταθμού επεξεργασίας των λυμάτων για τους σκοπούς της δευτεροβάθμιας επεξεργασίας, να ληφθεί υπόψη, κατά την αντίστοιχη περίοδο, προσαυξημένη κατά ένα έτος, η πρόοδος των εν λόγω εργασιών προκειμένου να ελεγχθεί η λειτουργία του σταθμού αυτού υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του άρθρου 4 της οδηγίας 91/271. Συνεπώς, ο χρόνος που απαιτείται για την πραγματοποίηση των εργασιών είναι τέσσερα έτη, ήτοι τριετής περίοδος προσαυξημένη κατά ένα έτος για τυχόν απρόβλεπτα γεγονότα. Το συνολικό διάστημα των τεσσάρων ετών μπορεί να διαιρεθεί σε οκτώ στάδια, καθένα εκ των οποίων θα υποβάλλεται σε έλεγχο για την εξακρίβωση της προόδου των εργασιών του σταθμού αυτού ενόψει της θέσεώς του σε λειτουργία.
56
Στο μέτρο που, πρώτον, όσον αφορά τον οικισμό Vila Real de Santo António, οι στόχοι της συνδέσεως με τον σταθμό δευτεροβάθμιας επεξεργασίας έχουν πλέον πλήρως επιτευχθεί, δεύτερον, όσον αφορά τον οικισμό Matosinhos, αναλήφθησαν και εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι αναγκαίες δράσεις για τη διατήρηση της άριστης ποιότητας των παράκτιων υδάτων και, τρίτον, εκ των 22 οικισμών τους οποίους αφορούσε η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), υπήρξε συμμόρφωση ως προς 21 οικισμούς, ο εφαρμοζόμενος συντελεστής δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 1 στο πλαίσιο της κλίμακας από το 1 έως το 20 την οποία προβλέπει η ανακοίνωση του 2005.
57
Η Πορτογαλική Δημοκρατία τονίζει εξάλλου τις προσπάθειες που κατέβαλε για την πλήρη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απέρρευσαν από την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), και υπογραμμίζει περαιτέρω τη διαρκή συνεργασία την οποία είχαν οι πορτογαλικές αρχές με τις υπηρεσίες της Επιτροπής.
58
Πρέπει ακόμη να ληφθεί υπόψη ο βαθμός στον οποίο έχει ήδη υπάρξει εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Ακόμη και λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που έχει παρέλθει από της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, το κριτήριο της διάρκειας της παραβάσεως είναι απρόσφορο ως προς το 90 % των οικισμών στους οποίους αναφερόταν η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292). Θα ήταν επομένως θεμιτό η ως άνω περίσταση, δεδομένου του υπολοίπου των εργασιών που απομένει να εκτελεσθεί χάριν συμμορφώσεως προς την ως άνω απόφαση, να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της σταθμίσεως του Δικαστηρίου, έτσι ώστε το αποτέλεσμα που θα προκύψει εξ αυτής να μην υπερβαίνει το 10 % του συντελεστή 3 την εφαρμογή του οποίου ζητεί η Επιτροπή, με συνέπεια η σταθμισμένη τιμή του κριτηρίου αυτού να μην υπερβαίνει το 1.
59
Ακόμη, δεδομένων των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, η εν λόγω χρηματική ποινή είναι δυσανάλογη και σε σχέση με την ικανότητα πληρωμής της Πορτογαλικής Δημοκρατίας. Άλλωστε, ο ισχύων για την Πορτογαλική Δημοκρατία συντελεστής «n» είναι αμφισβητήσιμος, δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας στην οποία ευρίσκεται προσωρινά το ως άνω κράτος μέλος εξαιτίας της οικονομικής κρίσεως των κρατών της ευρωζώνης και εφόσον η εκτέλεση δημοσίων έργων προϋποθέτει σημαντικές δημόσιες επενδύσεις. Η Πορτογαλική Δημοκρατία επαφίεται ως εκ τούτου στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς την τυχόν επαναξιολόγηση του συντελεστή αυτού, θεωρεί όμως ότι, εφόσον η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), έχει ήδη εκτελεσθεί σε ποσοστό άνω του 90 %, το Δικαστήριο θα πρέπει προσωρινά να μειώσει τον εν λόγω συντελεστή.
60
Κατά συνέπεια, εφόσον το Δικαστήριο δεχθεί το αίτημα του ως άνω κράτους μέλους περί μειώσεως των συντελεστών σοβαρότητας και διάρκειας καθώς και του συντελεστή «n» ο οποίος αφορά την ικανότητα πληρωμής του, η ημερήσια χρηματική ποινή θα πρέπει να υπολογισθεί με τον ακόλουθο τύπο: 660 ευρώ × 1 × 1 × 3,40 = 2244 διά 287000 ι.π., ήτοι 0,007 ευρώ ημερησίως ανά μονάδα ι.π.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
61
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιβολή χρηματικής ποινής δεν δικαιολογείται καταρχήν παρά μόνον εφόσον, κατά την εξέταση των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο, εξακολουθεί να υφίσταται η παράβαση που συνίσταται στη μη εκτέλεση προηγούμενης αποφάσεως (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62
Σχετικά με τον οικισμό Vila Real de Santo António, επισημαίνεται ότι, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 27 και 54 της παρούσας αποφάσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία εξέθεσε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι οι αναγκαίες εργασίες για τον σταθμό επεξεργασίας περατώθηκαν στις 11 Απριλίου 2015 και ότι στην Επιτροπή απεστάλησαν πολλά δείγματα που καταδεικνύουν την αποτελεσματικότητα της δευτεροβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων και τα οποία αφορούν το διάστημα μεταξύ Απριλίου και Νοεμβρίου 2015, το οποίο περιλαμβάνει την τουριστική περίοδο, που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ρυπάνσεως των λυμάτων αυτών. Συναφώς, η Επιτροπή δεν διέψευσε τα όσα υποστήριξε το ως άνω κράτος μέλος, ιδίως περί συμμορφώσεως των κατά τα ανωτέρω προσκομισθέντων δειγμάτων προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4 της οδηγίας 91/271.
63
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, σχετικά με τον οικισμό Vila Real de Santo Antonio, η Πορτογαλική Δημοκρατία απέδειξε τη λήψη δειγμάτων σε τακτά χρονικά διαστήματα από τον Απρίλιο του 2015 και μετά και ότι, κατά συνέπεια, οι απορρίψεις που προέρχονται από τον σταθμό επεξεργασίας των αστικών λυμάτων ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, της ως άνω οδηγίας, οπότε, σε ό,τι αφορά τον οικισμό αυτό, δεν πρέπει να επιβληθεί στο ως άνω κράτος μέλος χρηματική ποινή προς εξασφάλιση της συμμορφώσεως προς την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292).
64
Σε ό,τι αφορά τον οικισμό Matosinhos, από τις δηλώσεις της Πορτογαλικής Δημοκρατίας προκύπτει ότι η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), δεν είχε πλήρως εκτελεσθεί κατά την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
65
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η επιβολή υποχρεώσεως στην Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλει χρηματική ποινή συνιστά πρόσφορο οικονομικής φύσεως μέσο προκειμένου το κράτος μέλος αυτό να παρακινηθεί σε λήψη των αναγκαίων μέτρων ώστε να θέσει τέρμα στη διαπιστωθείσα παράβαση και να εξασφαλίσει την πλήρη εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292).
66
Δεν μπορεί όμως εκ προοιμίου να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), να έχει πλήρως εκτελεσθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως. Έτσι, η χρηματική ποινή δεν μπορεί να επιβληθεί παρά μόνο σε περίπτωση που η παράβαση εξακολουθεί να υφίσταται κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
67
Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η χρηματική ποινή πρέπει να είναι ανάλογη προς τον βαθμό πιέσεως που απαιτείται ώστε το κράτος μέλος που δεν εκτέλεσε απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση να μεταβάλει τη συμπεριφορά του και να θέσει τέρμα στην προσαπτόμενη παράβαση (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
68
Στο Δικαστήριο εναπόκειται, κατά την άσκηση της συναφούς εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει, να καθορίζει το ύψος της χρηματικής ποινής κατά τρόπον ώστε να είναι, αφενός, προσαρμοσμένο στις περιστάσεις και, αφετέρου, ανάλογο τόσο προς τη διαπιστωθείσα παράβαση όσο και προς την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
69
Οι προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με τη χρηματική ποινή δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο και αποτελούν απλώς χρήσιμη βάση αναφοράς. Ομοίως, τυχόν κατευθυντήριες γραμμές όπως οι περιεχόμενες στις ανακοινώσεις της Επιτροπής δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο, αλλά συμβάλλουν στην εξασφάλιση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της ασφάλειας δικαίου στη δράση της Επιτροπής, όταν το όργανο αυτό διατυπώνει προτάσεις προς το Δικαστήριο. Ειδικότερα, στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του άρθρου 260, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, η οποία αφορά εξακολούθηση της παραβάσεως κράτους μέλους παρά το γεγονός ότι η παράβαση διαπιστώθηκε με μια πρώτη απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ ή του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει ελευθέρως χρηματική ποινή σε ύψος και με τη μορφή που ενδείκνυνται κατά την κρίση του προκειμένου να παρακινηθεί το κράτος μέλος αυτό να παύσει τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει από την ως άνω πρώτη απόφαση του Δικαστηρίου (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
70
Για τους σκοπούς του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ποινής, τα βασικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να εξασφαλίζεται ο χαρακτήρας αυτής ως μέτρου εξαναγκασμού με σκοπό την ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης είναι, καταρχήν, η σοβαρότητα της παραβάσεως, η διάρκειά της και η ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους. Για την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ιδίως οι συνέπειες που έχει η παράλειψη εκτελέσεως επί των ιδιωτικών και δημόσιων συμφερόντων καθώς και ο βαθμός στον οποίο υπάρχει επείγουσα ανάγκη συμμορφώσεως του οικείου κράτους μέλους προς τις υποχρεώσεις του (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
71
Πρώτον, σχετικά με τη σοβαρότητα της παραβάσεως, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία 91/271 αποσκοπεί στην προστασία του περιβάλλοντος. Η έλλειψη ή η ανεπάρκεια συστημάτων, μεταξύ άλλων, επεξεργασίας των αστικών λυμάτων είναι ικανές να βλάψουν το περιβάλλον και πρέπει να θεωρούνται ως ιδιαιτέρως σοβαρές (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
72
Ακόμη, σε ό,τι αφορά τη μείωση των χημικών και βιοχημικών αναγκών σε οξυγόνο, την οποία επικαλέσθηκε η Πορτογαλική Δημοκρατία, τονίζεται ότι, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 63 των προτάσεών της, οι τιμές-στόχοι της εν λόγω οδηγίας δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί από το ως άνω κράτος μέλος, δεδομένου ότι η οδηγία αυτή καθορίζει, για τη δευτεροβάθμια επεξεργασία, μείωση των χημικών αναγκών σε οξυγόνο κατά 75 % τουλάχιστον και των βιοχημικών αναγκών σε οξυγόνο κατά 70 έως 90 %, ενώ το ως άνω κράτος μέλος κάνει λόγο για μείωση των χημικών αναγκών σε οξυγόνο μόνο κατά 20 %.
73
Εξάλλου, μολονότι από τα στοιχεία τα οποία παρέσχε η Πορτογαλική Δημοκρατία προκύπτει ότι η ποιότητα των υδάτων κολύμβησης χαρακτηρίζεται ως «άριστη» στις περισσότερες παραλίες του οικισμού Matosinhos, εντούτοις η ποιότητα των υδάτων αυτών, ειδικότερα αφενός στην παραλία «Azul-Conchina», στην οποία, σύμφωνα με τα μη αμφισβητούμενα στοιχεία της Επιτροπής, απορρίπτονται τα υποβληθέντα σε πρωτοβάθμια επεξεργασία αστικά λύματα, και αφετέρου στην πλησιέστερη στην αστική ζώνη του οικισμού αυτού παραλία «Matosinhos» κρίθηκε αντιστοίχως ως «επαρκής» και «καλή». Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 64 των προτάσεών της, εξ αυτού συνάγεται ότι η ανεπαρκής επεξεργασία των αστικών λυμάτων επηρεάζει την ποιότητα των υδάτων αυτών.
74
Πρέπει εξάλλου να κριθεί ως επιβαρυντική περίσταση το ότι η πλήρης εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), δεν θα επέλθει, σύμφωνα με τα στοιχεία της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, παρά μόνο το 2019, πράγμα που σημαίνει καθυστέρηση είκοσι σχεδόν ετών, στο μέτρο που η υποχρέωση να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση της δευτεροβάθμιας επεξεργασίας των αστικών λυμάτων του οικισμού Matosinhos έπρεπε να είχε εκπληρωθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2000. Εφόσον όμως η Πορτογαλική Δημοκρατία δηλώνει ότι δεν είναι σε θέση να συμμορφωθεί προς το σύνολο των απορρεουσών από την ως άνω οδηγία υποχρεώσεών της πριν την παρέλευση 20 σχεδόν ετών από την τελευταία αυτή ημερομηνία, το Δικαστήριο διαπιστώνει αναπόφευκτα την ιδιαιτέρως μακρά διάρκεια μιας παραβάσεως η οποία, δεδομένου του κατά τα ανωτέρω σκοπού, είναι αρκετά σοβαρή [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (C‑374/11, EU:C:2012:827, σκέψη 38)].
75
Πάντως, πρέπει ακόμη να υπομνησθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο στη σκέψη 57 της αποφάσεως της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑167/14, EU:C:2015:684), το μέγεθος της προκαλούμενης στο περιβάλλον βλάβης αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, συνάρτηση του αριθμού των οικισμών τους οποίους αφορά η προσαπτόμενη παράβαση. Επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, ο αριθμός των οικισμών ως προς τους οποίους η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν απέδειξε, κατά την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, την ύπαρξη συστημάτων επεξεργασίας των αστικών λυμάτων που να συμμορφώνονται προς την εν λόγω οδηγία, ήτοι ένας και μόνον οικισμός, είναι σαφώς χαμηλότερος από τους δεκαπέντε οικισμούς που δεν διέθεταν σύμφωνες προς την οδηγία εγκαταστάσεις, στους οποίους αναφερόταν η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292). Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η βλάβη αυτή είναι λιγότερο σοβαρή από την προκαλούμενη από την αρχική παράβαση που είχε διαπιστωθεί με την ως άνω απόφαση. Η Πορτογαλική Δημοκρατία μείωσε επομένως ουσιωδώς την πρόσθετη βλάβη για το περιβάλλον η οποία προέκυπτε από την παράβαση που διαπιστώθηκε με την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292).
76
Δεύτερον, όσον αφορά τη διάρκεια της παραβάσεως, αυτή πρέπει να αξιολογείται βάσει του χρονικού σημείου κατά το οποίο το Δικαστήριο εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά και όχι του χρονικού σημείου της ασκήσεως της προσφυγής της Επιτροπής. Εν προκειμένω, η διάρκεια της παραβάσεως, ήτοι επτά και πλέον έτη από της εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), είναι σημαντική.
77
Ειδικότερα, μολονότι το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ δεν αποσαφηνίζει εντός ποιου χρονικού διαστήματος πρέπει να χωρήσει η εκτέλεση μιας αποφάσεως, το συμφέρον προς άμεση και ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης επιτάσσει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η εκτέλεση αυτή να αρχίσει αμέσως και να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑367/14, EU:C:2015:611, σκέψη 95 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
78
Τρίτον, σε ό,τι αφορά την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πρόσφατη εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕγχΠ) ενός κράτους μέλους, όπως έχει κατά την ημερομηνία της εξετάσεως των πραγματικών περιστατικών από το Δικαστήριο (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 60). Συναφώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα επιχειρήματα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας περί μειώσεως του ΑΕγχΠ της κατά 7,4 % μεταξύ 2009 και 2013.
79
Σε ό,τι αφορά την πρόταση της Επιτροπής για εφαρμογή απομειούμενης χρηματικής ποινής και τα επιχειρήματα της Πορτογαλικής Δημοκρατίας υπέρ της προοδευτικής μειώσεως του ύψους της χρηματικής ποινής, υπενθυμίζεται ότι η πρόοδος όσον αφορά την εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), και η τήρηση των διατάξεων του άρθρου 4 της οδηγίας 91/271 είναι δυνατόν να επαληθευτούν μόνον από τη στιγμή που διαπιστώνεται, ως προς τον οικισμό περί του οποίου πρόκειται, αύξηση της αναλογίας του ι.π. του το οποίο υποβάλλεται σε επεξεργασία κατά τρόπο σύμφωνο προς τις διατάξεις της ως άνω οδηγίας. Ειδικότερα, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 76 των προτάσεών της, απλώς και μόνον η πρόοδος των εργασιών κατασκευής, όσο και αν έχουν προχωρήσει, δεν επιφέρει μείωση της προκαλούμενης βλάβης στο περιβάλλον, δεδομένου ότι μια τέτοια μείωση θα μπορέσει να διαπιστωθεί μόνο μετά τη θέση σε λειτουργία της εγκαταστάσεως δευτεροβάθμιας επεξεργασίας, λόγω της οποίας και μόνο θα καταστεί δυνατή για τον ως άνω οικισμό η επεξεργασία, κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία 91/271, ενός μεγαλύτερου σε σχέση με το παρελθόν αναλογικού μέρους του ι.π. του.
80
Καθόσον η Πορτογαλική Δημοκρατία προβάλλει αδυναμία της, σε ό,τι αφορά τον οικισμό Matosinhos, να αυξήσει το αναλογικό μέρος του ι.π. του που υποβάλλεται σε επεξεργασία κατά τρόπο σύμφωνο προς την εν λόγω οδηγία και συνεπώς να μειώσει την προκαλούμενη στο περιβάλλον επιβάρυνση, πρέπει να εφαρμοσθεί πάγια χρηματική ποινή.
81
Βάσει του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, το Δικαστήριο κρίνει ως πρόσφορη την επιβολή χρηματικής ποινής ύψους 8000 ευρώ ημερησίως.
82
Κατά συνέπεια, η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», χρηματική ποινή 8000 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως στην εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), από της εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως και μέχρι πλήρους εκτελέσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292).
Επί του κατ ’ αποκοπήν ποσού
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
83
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να υποχρεώσει την Πορτογαλική Δημοκρατία σε καταβολή ενός ημερήσιου κατ’ αποκοπήν ποσού 2244 ευρώ, το οποίο προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του ενιαίου βασικού κατ’ αποκοπήν ποσού, που καθορίζεται σε 220 ευρώ, επί τον ίδιο συντελεστή σοβαρότητας 3 όπως ο εφαρμοζόμενος στη χρηματική ποινή και επί τον συντελεστή «n» ύψους 3,40, από της εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), έως την ημερομηνία της παρούσας αποφάσεως ή την ημερομηνία εκτελέσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), αν η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής χωρήσει ενωρίτερα.
84
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά τον υπολογισμό του ημερήσιου ποσού για τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού, πρέπει να εξετάζεται, λαμβανομένου υπόψη του κατώτατου κατ’ αποκοπήν ποσού, αν πρέπει να προταθεί στο Δικαστήριο ημερήσιο ή κατ’ αποκοπήν ποσό. Προς τούτο, είναι απαραίτητη η σύγκριση μεταξύ, αφενός, του σωρευτικού ύψους του ημερήσιου ποσού για τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού, υπολογιζόμενου έως την ημερομηνία της αποφάσεως της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, του κατώτατου κατ’ αποκοπήν ποσού που καθορίζεται για το οικείο κράτος μέλος.
85
Εν προκειμένω, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ είναι η 7η Μαΐου 2009. Ημερομηνία λήψεως της αποφάσεως της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ είναι η 16η Οκτωβρίου 2014. Μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών μεσολάβησαν 1987 ημέρες. Συνεπώς, κατά την ημερομηνία λήψεως της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής, το σωρευτικό ύψος του ημερήσιου ποσού για τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού ισούται με το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του εν λόγω ημερήσιου ποσού για τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού επί τον αριθμό ημερών, ήτοι: 2244 ευρώ × 1987 ημέρες = 4458828 ευρώ.
86
Βάσει της ανακοινώσεως του 2005, το κατώτατo κατ’ αποκοπήν ποσό για την Πορτογαλική Δημοκρατία ανέρχεται επί του παρόντος στα 1875000 ευρώ.
87
Επομένως, δεδομένου ότι, στις 16 Οκτωβρίου 2014, το σωρευτικό ύψος του ημερήσιου ποσού για τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού υπερβαίνει το κατώτατo κατ’ αποκοπήν ποσό που καθορίζεται για την Πορτογαλική Δημοκρατία, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να υποχρεώσει την Πορτογαλική Δημοκρατία σε καταβολή του ημερήσιου ποσού για τον καθορισμό του κατ’ αποκοπήν ποσού, ήτοι 2244 ευρώ ημερησίως από της εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως ή την ημερομηνία κατά την οποία το ως άνω κράτος μέλος θα εκτελέσει πλήρως την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), αν αυτή είναι προγενέστερη.
88
H Πορτογαλική Δημοκρατία αμφισβητεί αυτή τη μέθοδο υπολογισμού. Υποστηρίζει ότι, αν το Δικαστήριο ακολουθούσε την πρόταση να μετριάσει τους εφαρμοσθέντες από την Επιτροπή συντελεστές με τον τρόπο που προτείνεται από το ως άνω κράτος μέλος, το τελευταίο θα έπρεπε να υποχρεωθεί σε καταβολή ενός ημερήσιου κατ’ αποκοπήν ποσού ύψους όχι 2244 ευρώ, αλλά 748 ευρώ. Το δεύτερο αυτό ποσό είναι το γινόμενο του πολλαπλασιασμού του ενιαίου βασικού κατ’ αποκοπήν ποσού, καθοριζόμενου σε 220 ευρώ, επί συντελεστή σοβαρότητας 1 και συντελεστή «n» 3,40.
89
Η Πορτογαλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προθεσμία δύο μηνών που ετάχθη από την Επιτροπή με το έγγραφό της οχλήσεως της 21ης Φεβρουαρίου 2014 έληξε στις 21 Απριλίου 2014. Επομένως, μεταξύ της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), και της λήξεως της προθεσμίας που ετάχθη από την Επιτροπή με το έγγραφό της οχλήσεως μεσολάβησαν 1810 ημέρες.
90
Κατά το ως άνω κράτος μέλος, από τον πολλαπλασιασμό του ως άνω αριθμού ημερών με το ποσό των 748 ευρώ προκύπτει γινόμενο 1339000 ευρώ. Δεδομένου ότι η απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), έχει ήδη εκτελεσθεί κατά ποσοστό 90 %, πρέπει να εφαρμοσθεί αντίστοιχος προς το ποσοστό αυτό συντελεστής επί του ποσού των 1875000 ευρώ, με συνέπεια το τυχόν κατ’ αποκοπήν ποσό που θα επιβληθεί στην Πορτογαλική Δημοκρατία να μη δύναται να υπερβεί τα 187500 ευρώ.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
91
Υπενθυμίζεται εκ προοιμίου ότι το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει στον συγκεκριμένο τομέα, έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει σωρευτικώς χρηματική ποινή και κατ’ αποκοπήν ποσό (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 72).
92
Η επιβολή της υποχρεώσεως καταβολής κατ’ αποκοπήν ποσού και ο καθορισμός του ύψους του ποσού αυτού πρέπει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να αποφασίζονται βάσει του συνόλου των κρίσιμων στοιχείων που συνδέονται τόσο με τα χαρακτηριστικά της διαπιστωθείσας παραβάσεως όσο και με τη συμπεριφορά του κράτους μέλους το οποίο αφορά η διαδικασία που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου 260 ΣΛΕΕ. Συναφώς, η εν λόγω διάταξη παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως προκειμένου να κρίνει κατά πόσον πρέπει να επιβάλει μια τέτοια κύρωση και να καθορίσει, ενδεχομένως, το ύψος της (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 73).
93
Στην υπό κρίση υπόθεση, το σύνολο των νομικών και πραγματικών στοιχείων που οδήγησαν στη διαπίστωση της υπό εξέταση παραβάσεως, ιδίως το γεγονός ότι έχουν ήδη εκδοθεί και άλλες αποφάσεις, ήτοι οι αποφάσεις της 8ης Μαΐου 2008, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑233/07,EU:C:2008:271), της 8ης Σεπτεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑220/10, EU:C:2011:558) και της 28ης Ιανουαρίου 2016, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑398/14, EU:C:2016:61), με τις οποίες διαπιστώνεται η εκ μέρους της Πορτογαλικής Δημοκρατίας παράβαση των υποχρεώσεών της σχετικά με την επεξεργασία των αστικών λυμάτων, συνιστούν ένδειξη περί του ότι για να αποσοβηθεί αποτελεσματικώς η επανάληψη στο μέλλον αναλόγων παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης μπορεί να απαιτείται η λήψη μέτρου αποτρεπτικού χαρακτήρα, όπως η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 74).
94
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, εναπόκειται στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας του εκτιμήσεως, να καθορίσει το ύψος του ως άνω κατ’ αποκοπήν ποσού κατά τρόπον ώστε να είναι, αφενός, προσαρμοσμένο στις περιστάσεις και, αφετέρου, ανάλογο προς τη διαπραχθείσα παράβαση (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 75).
95
Μεταξύ των κρίσιμων συναφώς παραγόντων περιλαμβάνονται, ιδίως, η σοβαρότητα της διαπιστωθείσας παραβάσεως και το χρονικό διάστημα επί το οποίο εξακολούθησε η παράβαση μετά την έκδοση της αποφάσεως με την οποία διαπιστώθηκε η τέλεσή της (απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2015, Επιτροπή κατά Ελλάδας, C‑167/14, EU:C:2015:684, σκέψη 76).
96
Οι περιστάσεις που πρέπει εν προκειμένω να ληφθούν υπόψη απορρέουν ιδίως από τα όσα εκτίθενται στις σκέψεις 71 έως 78 της παρούσας αποφάσεως, σχετικά με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παραβάσεως καθώς και την ικανότητα πληρωμής του οικείου κράτους μέλους.
97
Σε ό,τι αφορά τη σοβαρότητα της επίδικης παραβάσεως, διαπιστώνεται πάντως ότι, έστω και αν, κατά την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι ένας μόνο οικισμός, δηλαδή ο οικισμός Matosinhos, δεν διέθετε σύμφωνα προς την οδηγία συστήματα επεξεργασίας των αστικών λυμάτων τα οποία αποτελούσαν το αντικείμενο της προσαπτόμενης παραβάσεως, κατά το μεγαλύτερο μέρος του διαστήματος που μεσολάβησε μεταξύ της εκδόσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), και της ημερομηνίας εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, δύο οικισμοί δεν διέθεταν τέτοια συστήματα. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται στη σκέψη 75 της παρούσας αποφάσεως σχετικά με ότι το μέγεθος της προκαλούμενης στο περιβάλλον βλάβης αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, συνάρτηση του αριθμού των οικισμών τους οποίους αφορά η προσαπτόμενη παράβαση, η παράβαση αυτή πρέπει να θεωρηθεί σοβαρότερη για τους σκοπούς του υπολογισμού του κατ’ αποκοπήν ποσού απ’ ό,τι για τους σκοπούς του καθορισμού της χρηματικής ποινής.
98
Εξάλλου, για τους σκοπούς του καθορισμού του κατ’ αποκοπήν ποσού, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, έστω και αν συνεργάστηκε συστηματικά με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, δεν τήρησε τα χρονοδιαγράμματα που η ίδια είχε καταρτίσει όσον αφορά την εγκατάσταση επεξεργασίας των αστικών λυμάτων του οικισμού Matosinhos. Ειδικότερα, από το υπόμνημα ανταπαντήσεως του ως άνω κράτους μέλους προκύπτει ότι, σε ό,τι αφορά τον οικισμό αυτό, η απαραίτητη εγκατάσταση δεν θα λειτουργήσει παρά το 2019.
99
Τέλος, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο μεγάλος αριθμός των αποφάσεων, στις οποίες γίνεται μνεία στη σκέψη 93 της παρούσας αποφάσεως, με τις οποίες διαπιστώθηκαν παραβάσεις εκ μέρους της Πορτογαλικής Δημοκρατίας των υποχρεώσεών της σχετικά με την επεξεργασία των αστικών λυμάτων. Η καθ’ υποτροπή παραβατική συμπεριφορά ενός κράτους μέλους είναι όμως κατά μείζονα λόγο επικριτέα καθόσον εκδηλώνεται σε τομέα στο πλαίσιο του οποίου οι επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου και στο περιβάλλον είναι ιδιαιτέρως σοβαρές. Συναφώς, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 89 των προτάσεών της, οι καθ’ υποτροπή παραβάσεις ενός κράτους μέλους σε συγκεκριμένο τομέα μπορούν να αποτελέσουν ένδειξη περί του ότι, για να αποσοβηθεί αποτελεσματικώς η επανάληψη στο μέλλον αναλόγων παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης, μπορεί να απαιτείται η λήψη μέτρου αποτρεπτικού χαρακτήρα, όπως η επιβολή κατ’ αποκοπήν ποσού (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, C‑279/11, EU:C:2012:834, σκέψη 70).
100
Βάσει του συνόλου των στοιχείων αυτών, το Δικαστήριο εκτιμά ότι, κατά δίκαιη εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, το κατ’ αποκοπήν ποσό που θα πρέπει να καταβάλει η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να καθοριστεί σε 3000000 ευρώ.
101
Κατά συνέπεια, η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 3000000 ευρώ.
Επί των δικαστικών εξόδων
102
Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικασθεί η Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα και δεδομένου ότι διαπιστώθηκε η ύπαρξη παραβάσεως, η Πορτογαλική Δημοκρατία πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφασίζει:
1)
Η Πορτογαλική Δημοκρατία, μη έχοντας λάβει όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 260, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
2)
Για την περίπτωση που η παράβαση που διαπιστώνεται στο σημείο 1 εξακολουθεί κατά την ημερομηνία εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως, υποχρεώνει την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», χρηματική ποινή ύψους 8000 ευρώ ανά ημέρα καθυστερήσεως όσον αφορά την εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την απόφαση της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292), από της εκδόσεως της παρούσας αποφάσεως και μέχρι πλήρους εκτελέσεως της αποφάσεως της 7ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (C‑530/07, EU:C:2009:292).
3)
Υποχρεώνει την Πορτογαλική Δημοκρατία να καταβάλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στον λογαριασμό «Ίδιοι πόροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης», κατ’ αποκοπήν ποσό ύψους 3000000 ευρώ.
4)
Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική.
Full & Egal Universal Law Academy