7.4.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 102/15
Αναίρεση που άσκησε στις 21 Ιανουαρίου 2014 το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) στις 8 Νοεμβρίου 2013 στην υπόθεση T-536/10, Kessel Marketing & Vertriebs GmbH κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
(Υπόθεση C-31/14 P)
2014/C 102/21
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείον: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) (εκπρόσωπος: D. Walicka)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Kessel Marketing & Vertriebs GmbH, Janssen-Cilag GmbH
Αιτήματα του αναιρεσείοντος
Το αναιρεσείον ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση·
—
να απορρίψει την προσφυγή που είχε ασκηθεί κατά της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, στην υπόθεση R 708/2010-4, ή, επικουρικά, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο·
—
να καταδικάσει την πρωτοδίκως προσφεύγουσα στα έξοδα τόσο της πρωτόδικης όσο και της αναιρετικής διαδικασίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε την απόφαση του τμήματος προσφυγών, στο μέτρο που το τελευταίο έκρινε ότι ο εκ μέρους της προσφεύγουσας περιορισμός του καταλόγου προϊόντων και υπηρεσιών ήταν αόριστος καθόσον στηριζόταν στο κριτήριο της μη υποχρεώσεως συνταγογραφήσεως. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι αυτή η αοριστία δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα να μη ληφθεί υπόψη η αίτηση περιορισμού στο σύνολό της. Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση αοριστίας, δεν είναι δυνατόν να ζητηθεί περιορισμός του καταλόγου προϊόντων και υπηρεσιών, ούτε να διεξαχθεί σύγκριση των προϊόντων και υπηρεσιών με βάση αυτόν. Δεδομένου ότι τέτοια αοριστία διαπιστώθηκε στην προκειμένη περίπτωση, το τμήμα προσφυγών δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τη σχετική αίτηση.
Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε απαράδεκτο τον περιορισμό τον οποίο ζήτησε η προσφεύγουσα, στον βαθμό που αυτός στηριζόταν στη μη υποχρέωση συνταγογραφήσεως για τα επίμαχα προϊόντα. Το κριτήριο της μη υποχρεώσεως συνταγογραφήσεως δεν είναι κατάλληλο για τον χωρισμό των δηλωθέντων προϊόντων σε υποομάδες. Είναι γενικώς ακατάλληλο κριτήριο για την ομαδοποίηση φαρμακευτικών προϊόντων ως προς τα οποία ζητείται η καταχώριση σήματος. Το αν υφίσταται ή όχι υποχρέωση συνταγογραφήσεως εξαρτάται, ελλείψει σχετικής εναρμονίσεως σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από τις εθνικές νομοθετικές διατάξεις περί φαρμακευτικών προϊόντων, τις οποίες ο εθνικός νομοθέτης δύναται να τροποποιήσει ανά πάσα στιγμή. Το δικαίωμα προστασίας μέσω κοινοτικού σήματος όμως δεν είναι δυνατό να εξαρτάται από κριτήριο το οποίο άπτεται του εθνικού δικαίου, ούτε από κριτήριο που μπορεί να μεταβληθεί κατά την πάροδο του χρόνου. Τούτο δεν αμφισβητείται από το ΓΕΕΑ. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το τμήμα προσφυγών έσφαλε καθόσον δεν έλαβε καθόλου υπόψη τον περιορισμό. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, κακώς το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι ο περιορισμός δεν παρήγε κανένα αποτέλεσμα. Όφειλε να προβεί στη σύγκριση μεταξύ, αφενός, των προϊόντων που εξακολουθούσε να αφορά το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση μετά τον περιορισμό του σχετικού καταλόγου από την προσφεύγουσα και, αφετέρου, των προϊόντων που προσδιορίζονταν από το προγενέστερο σήμα χωρίς να λάβει υπόψη, συναφώς, το κριτήριο της μη υποχρεώσεως συνταγογραφήσεως.
Κατά το ΓΕΕΑ, λοιπόν, η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου αντιβαίνει στο άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 (1) σε συνδυασμό με τον κανόνα 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 (2), καθόσον η αοριστία καθιστά συνολικώς απαράδεκτο τον κατάλογο προϊόντων και υπηρεσιών. Απαράδεκτος περιορισμός δεν είναι δυνατόν να ζητηθεί ούτε να ληφθεί υπόψη κατά τη σύγκριση προϊόντων. Η εν λόγω απόφαση παραβιάζει επίσης την αρχή της δεσμευτικής ισχύος της αιτήσεως στην οποία στηρίζεται το σύστημα του κοινοτικού σήματος. Ο κατάλογος προϊόντων και υπηρεσιών πρέπει να κρίνεται ως έχει στη μορφή με την οποία υποβλήθηκε από τον καταθέτη. Το ΓΕΕΑ δεν διαθέτει καμία αρμοδιότητα αναδιατυπώσεως του καταλόγου.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής, της 13ης Δεκεμβρίου 1995, περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 303, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy