19.5.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 151/9
Αναίρεση που άσκησαν 7 Φεβρουαρίου 2014 οι Sven A. Von Storch κ.λπ. κατά της διατάξεως την οποία εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) στις 10 Δεκεμβρίου 2013 στην υπόθεση T-492/12, Sven A. Von Storch κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
(Υπόθεση C-64/14 P)
2014/C 151/11
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείοντες: Sven A. Von Storch κ.λπ. (εκπρόσωποι: M. C. Kerber, B. von Storch, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα
Αιτήματα των αναιρεσειόντων
Οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει τη διάταξη την οποία εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 10 Δεκεμβρίου 2013 επί της υποθέσεως Τ-492/12,
—
να κάνει δεκτά τα αιτήματα που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες με την ασκηθείσα στις 11 Νοεμβρίου 2012 προσφυγή τους, και
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (στο εξής: ΕΚΤ) στα δικαστικά έξοδα, δυνάμει του άρθρου 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η διάταξη την οποία εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 10 Δεκεμβρίου 2013 επί της υποθέσεως Τ-492/12 ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και πρέπει να αναιρεθεί για τους εξής λόγους:
1.
Στον βαθμό που, αφενός, οι αποφάσεις της ΕΚΤ της 6ης Σεπτεμβρίου 2012 σχετικά με ορισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά των Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών του Ευρωσυστήματος στη δευτερογενή αγορά κρατικών ομολόγων και, αφετέρου, η απόφαση της ίδιας ημέρας για λήψη πρόσθετων μέτρων ώστε να υπάρχουν διαθέσιμες ασφάλειες για τους αντισυμβαλλομένους προκειμένου να εξακολουθήσουν να έχουν πρόσβαση σε φορείς του Ευρωσυστήματος οι οποίοι παρέχουν ρευστότητα, καθώς και
—
επικουρικώς, η κατευθυντήρια γραμμή 2012/641/ΕΕ της ΕΚΤ, της 10ης Οκτωβρίου 2012, που τροποποιεί την κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/2012/18 σχετικά με συμπληρωματικά προσωρινά μέτρα όσον αφορά τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος και την καταλληλότητα των ασφαλειών (ΕΚΤ/2012/23) (1), παράγουν έννομα αποτελέσματα, μπορεί να ασκηθεί παραδεκτώς προσφυγή κατά των πράξεων αυτών. Κατά πάγια νομολογία σχετικά με το άρθρο 19 ΣΛΕΕ, το ζήτημα αν μια πράξη παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα εκτιμάται με γνώμονα τον σκοπό της οικείας πράξεως.
2.
Οι προσβαλλόμενες πράξεις αφορούσαν, όπως προκύπτει από το κείμενό τους, άμεσα και ατομικά τους αναιρεσείοντες, έστω και αν δεν απευθύνονταν σε αυτούς.
3.
Η διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 2013 ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε το επιχείρημα της ΕΚΤ ότι οι επίμαχες πράξεις ουδέν αποτέλεσμα είχαν επί της νομικής θέσεως των πολιτών. Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε επίσης υπόψη ότι οι πράξεις αυτές είχαν συνέπειες, και μάλιστα σοβαρές, για τις αγορές τίτλων, ιδίως δε κρατικών ομολόγων, όπως ακριβώς επιδίωκε η ΕΚΤ όταν τις εξέδωσε.
4.
Η διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 2013 ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι νυν αναιρεσείοντες θα είχαν ενεργητική νομιμοποίηση μόνο σε περίπτωση πραγματικής παρεμβάσεως της ΕΚΤ, δηλαδή μόνον εφόσον διενεργούνταν στη συνέχεια συγκεκριμένες πράξεις, τις οποίες οι νυν αναιρεσείοντες δεν γνώριζαν, ανεξαρτήτως της αδυναμίας να επιδιωχθεί και να επιτευχθεί στην πράξη η ακύρωση των σχετικών πράξεων αγοράς τίτλων.
5.
Η διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 2013 ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε το δικαίωμα των νυν αναιρεσειόντων σε αποτελεσματική ένδικη προστασία, όπως αυτό κατοχυρώνεται τόσο στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950. Συγκεκριμένα, η δυνατότητα παρεμπίπτοντος ελέγχου της νομιμότητας βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, για την οποία έκανε λόγο το Γενικό Δικαστηρίου, δεν έχει σε καμία περίπτωση τα ίδια έννομα αποτελέσματα με την άσκηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ.
(1) ΕΕ 2012 L 284, σ. 14.
Full & Egal Universal Law Academy