28.4.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 129/14
Αναίρεση που άσκησε στις 18 Φεβρουαρίου 2014 η Forgital Italy SpA κατά της διάταξης που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) στις 4 Δεκεμβρίου 2013 στην υπόθεση T-438/10, Forgital Italy SpA κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
(Υπόθεση C-84/14 P)
2014/C 129/17
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Forgital Italy SpA (εκπρόσωποι: R. Mastroianni, V. Turinetti di Priero, δικηγόροι)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει τη διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 2013 με την οποία το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή στην υπόθεση T-438/10, το αίτημα της οποίας συνίστατο στην ακύρωση του κανονισμού (ΕΕ) 566/2010 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2010, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1763/2004 για την προσωρινή αναστολή των αυτόνομων δασμών του κοινού δασμολογίου για ορισμένα βιομηχανικά, γεωργικά και αλιευτικά προϊόντα (ΕΕ L 163, σ. 4), καθόσον o κανονισμός αυτός τροποποιεί την περιγραφή ορισμένων εμπορευμάτων για τα οποία αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής των αυτόνομων δασμών του κοινού δασμολογίου,
—
να αναπέμψει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την υπόθεση T-438/10 στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί επί της ουσίας,
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, καθώς και στα έξοδα της δίκης στην υπόθεση T-438/10.
Λόγοι αναίρεσης και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι συντρέχουν παράβαση του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, προσβολή του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής που παρέχει το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παραβίαση της γενικής αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας των δικαιωμάτων και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας. Η αυτεπάγγελτη εξέταση από το Γενικό Δικαστήριο του παραδεκτού της προσφυγής στην υπόθεση T-438/10, χωρίς να εκτεθούν οι πραγματικοί και νομικοί λόγοι στους οποίους θα μπορούσε να στηριχθεί μια τέτοια ένσταση απαραδέκτου και χωρίς να δοθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να διατυπώσουν την άποψή τους επ’ αυτού, όπως επιβάλλεται κατά το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ήταν νομικά εσφαλμένη. Συναφώς δεν έχει σημασία το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο έθεσε στους διαδίκους ένα ερώτημα σχετικά με τη σημασία που θα είχε για την υπόθεση T-438/10 η διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 5ης Φεβρουαρίου 2013 (υπόθεση T-551/11, BSI κατά Συμβουλίου), διότι οι διάδικοι δεν μπορούσαν να συναγάγουν από το ερώτημα αυτό, όπως δέχεται το Γενικό Δικαστήριο, ότι το δικαιοδοτικό αυτό όργανο εξέταζε τη δυνατότητα να θέσει αυτεπαγγέλτως ζήτημα απαραδέκτου.
Δεύτερον, κατά την αναιρεσείουσα πάντα, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε νομικά εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, τελευταία φράση, ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο κανονισμός (ΕΕ) 566/2010 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 2010, δεν συνιστά κανονιστική πράξη που να περιλαμβάνει εκτελεστικά μέτρα.
Full & Egal Universal Law Academy