24.6.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 194/13
Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Consiglio di Stato (Ιταλία) την 1η Απριλίου 2014 — AEEG κατά Antonella Bertazzi κ.λπ.
(Υπόθεση C-152/14)
2014/C 194/16
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Αιτούν δικαστήριο
Consiglio di Stato
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Αναιρεσείουσα: Autorità per l’Energia Elettrica e il Gas (AEEG)
Αναιρεσίβλητοι: Antonella Bertazzi, Annalise Colombo, Maria Valeria Contin, Angela Filippina Marasco, Guido Guissani, Lucia Lizzi, Fortuna Peranio
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί —όσον αφορά καθήκοντα που παραμένουν αμετάβλητα και πανομοιότυπα για τους εργαζομένους είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου— ότι συνάδει με τη ρήτρα 4, παράγραφος 4, της οδηγίας 1999/70/ΕΚ (1) η εθνική ρύθμιση (άρθρο 75, παράγραφος 2, της πράξεως νομοθετικού περιεχομένου αριθ. 112 του 2008) η οποία μηδενίζει πλήρως την αρχαιότητα που έχει αποκτηθεί στις ανεξάρτητες διοικητικές αρχές στο πλαίσιο συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, στην περίπτωση που οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι μονιμοποιήθηκαν βάσει δοκιμασιών επιλογής οι οποίες δεν μπορούν να εξομοιωθούν πλήρως με τον αυστηρότερο δημόσιο διαγωνισμό με εξετάσεις στον οποίο υποβάλλονται οι άλλοι υπάλληλοι, αλλά οι οποίες, εφόσον προβλέπονται νομοθετικά, συνάδουν με το άρθρο 97, τρίτο εδάφιο, του ιταλικού Συντάγματος, ως μέσο για την εξακρίβωση της ικανότητας για την άσκηση των καθηκόντων που θα ανατεθούν;
2)
α)
Μπορούν —σε περίπτωση που αναγνωριστεί ότι η προαναφερθείσα ρύθμιση δεν συνάδει με τις κοινοτικές αρχές, για τους συγκεκριμένους εργαζομένους ορισμένου χρόνου— να προσδιοριστούν αντικειμενικοί λόγοι παρεκκλίσεως από την ίση μεταχείριση των εν λόγω εργαζομένων με τους εργαζομένους αορίστου χρόνου, για «σκοπούς κοινωνικής πολιτικής», σε περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη αποφυγής του ενδεχομένου εργαζόμενοι που μονιμοποιήθηκαν με κατ’ εξαίρεση διαδικασία να μονιμοποιηθούν παράλληλα με εκείνους που έχουν ήδη μονιμοποιηθεί βάσει του γενικού κανόνα του διαγωνισμού προσλήψεων στον δημόσιο τομέα (κανόνα που επιβάλλεται —με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής προβλέψεως, όπως η επίμαχη η οποία απαιτεί την επιτυχία σε μια απλώς και μόνο διαδικασία επιλογής— από το προαναφερθέν άρθρο 97, τρίτο εδάφιο, του Συντάγματος) και μπορεί να θεωρηθεί —υπό το πρίσμα όσων παρατήρησε το Δικαστήριο στη [σκέψη] 47 της διατάξεώς του της 7ης Μαρτίου 2013— ότι οι λόγοι αυτοί ικανοποιούνται, όσον αφορά την αναλογικότητα, απλώς και μόνο με την παροχή, στους εργαζομένους σε προσωρινές θέσεις που μονιμοποιήθηκαν με κατ’ εξαίρεση διαδικασία, ενός προσωποπαγούς και μη δυναμένου να σωρευθεί και αναπροσαρμοστεί επιδόματος, με διακοπή τόσο της ομαλής τους εξελίξεως στα μισθολογικά κλιμάκια στα οποία είχαν φθάσει όσο και της προσβάσεώς τους στην επιλογή για τις ανώτερες βαθμίδες;
β)
ή, αντιθέτως, άπαξ διαπιστωθεί με οποιονδήποτε τρόπο η ικανότητα για την άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων, οι περιοδικές αξιολογήσεις της ορθής ασκήσεώς τους, για την παροχή ανώτερων μισθολογικών κλιμακίων και βαθμίδων, με περαιτέρω διαγωνισμό για τη μετάβαση σε άλλη κατηγορία προσωπικού, μπορούν να αποτελέσουν κατάλληλο μέσο για να αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ της θέσεως των εργαζομένων που μονιμοποιήθηκαν με κατ’ εξαίρεση διαδικασία και εκείνης των εργαζομένων που προσλήφθηκαν με δημόσιο διαγωνισμό, χωρίς να πρέπει να πραγματοποιηθεί μηδενισμός της αρχαιότητας και των μισθολογικών κλιμακίων εις βάρος των πρώτων (και μάλιστα ελλείψει οποιουδήποτε σημαντικού πλεονεκτήματος υπέρ των δεύτερων στο σύστημα προαγωγών που εφαρμόζεται στην AEEG, όπως περιγράφηκε ανωτέρω), με αποτέλεσμα να μη συντρέχουν εν προκειμένω αντικειμενικοί λόγοι παρεκκλίσεως από την οδηγία 1999/70/ΕΚ, τηρουμένων των απαιτήσεων αντικειμενικότητας και διαφάνειας, όσον αφορά τις επίμαχες συνθήκες εργασίας, στο συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς;
3)
Πρέπει, σε κάθε περίπτωση —όπως φαίνεται να μπορεί να συναχθεί από τις σκέψεις 47 και 54 της διατάξεως της 7ης Μαρτίου 2013— να γίνει δεκτός ο δυσανάλογος και γενεσιουργός δυσμενών διακρίσεων χαρακτήρας του πλήρους μηδενισμού της αρχαιότητας (με συνέπεια την αναγκαστική μη εφαρμογή της προαναφερθείσας εθνικής ρυθμίσεως [...]) —χωρίς όμως να τίθενται κατά μέρος οι επιταγές σχετικά με την προστασία των επιτυχόντων διαγωνισμού, με την επιφύλαξη ότι αφήνεται στη συνετή κρίση της διοικητικής αρχής να επιλέξει τα μέτρα που θα εφαρμόσει (με τη μορφή «bonus», δηλαδή προτεραιότητας των εν λόγω επιτυχόντων διαγωνισμού ως προς την επιλογή για την πρόσβαση στις ανώτερες βαθμίδες, ή με άλλα μέσα που εμπίπτουν στη διακριτική ευχέρεια των εθνικών αρχών για την οργάνωση των οικείων δημοσίων φορέων);
(1) Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ L 175, σ. 43).
Full & Egal Universal Law Academy