14.7.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 223/10
Αναίρεση που άσκησε στις 22 Μαΐου 2014 η HeidelbergCement AG κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) στις 14 Μαρτίου 2014 στην υπόθεση T-302/11, HeidelbergCement κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-247/14 P)
2014/C 223/15
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: HeidelbergCement AG (εκπρόσωποι: U. Denzel, C. von Köckritz και P. Pichler, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
1.
να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
2.
να ακυρώσει, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, την απόφαση C(2011) 2361 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2011 (Υπόθεση COMP/39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα) στο μέτρο που αφορά την αναιρεσείουσα·
3.
επικουρικώς, σε σχέση με το αίτημα που διατυπώθηκε στο σημείο 2, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο για να αποφανθεί το τελευταίο σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου· και
4.
εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας στη δίκη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναίρεση ασκείται κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 14 Μαρτίου 2014 στην υπόθεση T-302/11. Η εν λόγω απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 14 Μαρτίου 2014. Με την απόφαση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της αποφάσεως C(2011) 2361 τελικό της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 2011, στην υπόθεση COMP/39520 — Τσιμέντο και συναφή προϊόντα.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει συνολικώς επτά λόγους αναιρέσεως.
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε ανεπαρκώς και εφάρμοσε εσφαλμένως την υποχρέωση αναγραφής του σκοπού της αιτήσεως παροχής πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 (1). Δεν εξέτασε επαρκώς το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής για τη λήψη πληροφοριών και δεν έλαβε υπόψη τις απαιτήσεις όσον αφορά την υποχρέωση της Επιτροπής προς αιτιολόγηση.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η απορρέουσα από το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ υποχρέωση προς αιτιολόγηση μπορούσε να περιοριστεί από το άρθρο 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε την αιτίαση περί της ελλιπούς αιτιολογίας όσον αφορά την επιλογή της αποφάσεως να ζητήσει την παροχή πληροφοριών. Το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε επαρκώς ούτε την αιτίαση περί της ελλιπούς αιτιολογίας όσον αφορά την ταχθείσα προθεσμία. Αιτιολογεί την απόφασή του χρησιμοποιώντας όρους πανομοιότυπα διατυπωθέντες με αυτούς που χρησιμοποίησε για να απαντήσει σε διαφορετικού περιεχομένου αιτίαση προβληθείσα στο πλαίσιο παράλληλης δίκης.
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε επαρκώς την «αναγκαιότητα», κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003, αφού έκρινε περιττή την εκ μέρους της Επιτροπής εμπεριστατωμένη έκθεση όλων των τεκμηρίων. Επιπλέον, επέβαλε αδικαιολόγητες απαιτήσεις όσον αφορά τη σχέση μεταξύ βάσιμης υπόνοιας παραβάσεως και αναγκαιότητας των πληροφοριών που έχουν ζητηθεί. Επιπροσθέτως, ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 18, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003, διότι έκρινε ότι η επαλήθευση του πρόσφορου χαρακτήρα των πληροφοριών που ζητήθηκαν δεν ήταν αναγκαία. Αυτό οδηγεί, εξάλλου, σε υπονόμευση του δικαιώματος προσφυγής που απορρέει από το άρθρο 18, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003.
Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε εσφαλμένως ότι το άρθρο 18, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003 αποτελούσε τη νομική βάση της αιτήσεως της Επιτροπής για προετοιμασία, συγκέντρωση και επεξεργασία πληροφοριών που η αναιρεσείουσα δεν είχε στην κατοχή της.
Πέμπτον, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αιτίαση περί της υπερβολικά σύντομης προθεσμίας απαντήσεως αναφερόμενο μόνον, αορίστως, στην οικονομική ισχύ της αναιρεσείουσας και, ως εκ τούτου, χρησιμοποιώντας ανεπαρκή και ανακόλουθη αιτιολογία.
Έκτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το κριτήριο ακρίβειας των πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κρίνοντας ότι η απόφαση αιτήσεως για την παροχή πληροφοριών ήταν επαρκώς ακριβής, αν και το ίδιο διαπίστωσε ότι τα περιλαμβανόμενα σ’ αυτήν ερωτήματα διατυπώνονταν κατά τρόπο αόριστο. Επιπλέον, δεν εξέτασε τις αντλούμενες από έλλειψη ακρίβειας ειδικές αιτιάσεις και υπονόμευσε το δικαίωμα προσφυγής (βλ. άρθρο 18, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 1/2003).
Έβδομον, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα δικαιώματα άμυνας της αναιρεσείουσας, διότι έκρινε ότι η τελευταία όφειλε να προβεί σε εκτιμήσεις που η Επιτροπή μπορούσε να χρησιμοποιήσει στο πλαίσιο οικονομικής αναλύσεως με σκοπό την απόδειξη εικαζόμενης παραβιάσεως του δικαίου της Ένωσης περί συμπράξεων επιχειρήσεων.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ L 1, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy