15.9.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 315/35
Αναίρεση που άσκησε στις 9 Ιουνίου 2014 η Ιταλική Δημοκρατία κατά της απόφασης που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) στις 28 Μαρτίου 2014 στην υπόθεση T-117/10, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-280/14 P)
2014/C 315/57
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ιταλική Δημοκρατία (εκπρόσωποι: G. Palmieri και P. Gentili, avvocato dello Stato)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, την απόφαση που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 28 Μαρτίου 2014 στην υπόθεση T-117/10, αντικείμενο της οποίας ήταν η προσφυγή που είχε ασκήσει η Ιταλική Κυβέρνηση, κατά τα άρθρα 263 και 264 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση της απόφασης C(2009) 10350 τελικό της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2009, για τη μείωση της χρηματοδοτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης που είχε χορηγηθεί στην Ιταλία για τον στόχο 1 του περιφερειακού επιχειρησιακού προγράμματος (ΠΕΠ) για την Απουλία για την περίοδο 2000-2006,
—
αφού αναιρέσει την παραπάνω απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, να ακυρώσει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, την εν λόγω απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναίρεσης και κύρια επιχειρήματα
Η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει τους εξής λόγους αναίρεσης.
Πρώτος λόγος αναίρεσης: παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως και έλλειψη αιτιολογίας.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τους δύο πρώτους λόγους ακύρωσης, αφού τους συνεξέτασε, οι οποίοι αφορούσαν τις παρατηρήσεις που είχε διατυπώσει η Επιτροπή σχετικά με τους ελέγχους πρώτου και δεύτερου βαθμού. Τα δύο όμως ζητήματα διέφεραν σαφώς, κατά την αναιρεσείουσα, αφού για το καθένα είχε διατυπωθεί διαφορετική αιτίαση ως προς την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία των ελέγχων. Η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής απαριθμούσε τις διάφορες αιτιάσεις σχετικά με τους περιφερειακούς ελέγχους ως «κεφάλαια κατηγορητηρίου», τα οποία όλα κατέληγαν στο ένα και μόνο τελικό συμπέρασμα ότι οι περιφερειακοί έλεγχοι δεν ήταν αξιόπιστοι και ότι υπήρχε κίνδυνος ζημίας του προϋπολογισμού της Ένωσης, οπότε θεωρήθηκε δικαιολογημένη η επιβολή κατ’ αποκοπή μείωσης κατά 10 %. Για τον λόγο αυτό, τα διάφορα «κεφάλαια του κατηγορητηρίου» έπρεπε να εξεταστούν χωριστά, αφού, αν ένα από αυτά δεν γινόταν δεκτό ή γινόταν εν μέρει μόνο δεκτό, αυτό θα επηρέαζε το σύνολο. Επομένως, το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε συλλήβδην και αδιακρίτως επιχειρήματα με τόσο διαφορετικό περιεχόμενο εμπόδισε την προσήκουσα εξέταση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που είχε θέσει η Ιταλική Κυβέρνηση και κατέληξε επίσης σε έλλειψη αιτιολογίας: το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε δηλαδή να εξηγήσει με την απαιτούμενη πληρότητα για ποιο λόγο έκρινε αβάσιμους τους διαφόρους λόγους ακύρωσης.
Δεύτερος λόγος αναίρεσης: παράβαση του άρθρου 39, παράγραφος 2, στοιχείο γ', και του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/1999 (1), καθώς και του άρθρου 4 του κανονισμού 438/2001 (2), παραβίαση των αρχών που διέπουν το βάρος απόδειξης ανακρίβεια των διαπιστώσεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αν ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στο φάκελο της υπόθεσης που υποβλήθηκε στο Γενικό Δικαστήριο, και παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε τα μη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης, και ειδικότερα το γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές είχαν προβεί σε χωριστή ανάλυση καθεμιάς από τις αιτιάσεις που είχαν διατυπώσει οι ελεγκτές της Επιτροπής σχετικά με τις παραλείψεις που είχαν εντοπιστεί σε εννέα ελέγχους πρώτου βαθμού. Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να αναγνωρίσει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής ήταν εσφαλμένη ως προς το σημείο που αφορούσε τους εννέα αυτούς ελέγχους, οπότε έπρεπε να δεχτεί τους λόγους ακύρωσης που στηρίζονταν στον ισχυρισμό της Ιταλικής Κυβέρνησης ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 39, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 1260/1999, διότι εξέδωσε την απόφασή της για κατ’ αποκοπή μείωση κατά 10 % μολονότι από το δείγμα ελέγχων πρώτου βαθμού δεν είχαν διαπιστωθεί παρατυπίες, το δε ποσοστό αυτό (ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι υπήρξαν οι άλλες παρατυπίες) είναι οπωσδήποτε υπερβολικό, αν ληφθεί υπόψη το κριτήριο της αναλογικότητας που προβλέπει το ίδιο αυτό άρθρο 39.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις διαπιστώσεις που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που αφορούσαν την πρόοδο των ελέγχων, καθόσον δεν έλαβε υπόψη του την πραγματική ποσοτική (το όριο που είχε συμφωνηθεί με την Επιτροπή) και ποιοτική εξέλιξη των ελέγχων πρώτου και δεύτερου βαθμού, η οποία είχε διαπιστωθεί κατά τη διάρκεια του 2009.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε, κατά την αναιρεσείουσα, τα μη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης και παρέβη τα προπαρατεθέντα άρθρα, καθόσον έκρινε δικαιολογημένη την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης της Επιτροπής για τον λόγο ότι οι ιταλικές αρχές δεν είχαν αποδείξει τις προόδους της αρμόδιας για τις πληρωμές αρχής.
Τρίτος λόγος αναίρεσης: παράβαση του άρθρου 39, παράγραφος 2, στοιχείο γ', και του άρθρου 39, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/1999, καθώς και του άρθρου 10 του κανονισμού 438/2001, παραβίαση των αρχών που διέπουν το βάρος απόδειξης ανακρίβεια των διαπιστώσεων ως προς τα πραγματικά περιστατικά, αν ληφθούν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στο φάκελο της υπόθεσης που υποβλήθηκε στο Γενικό Δικαστήριο, και παραμόρφωση του περιεχομένου των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Κατά την αναιρεσείουσα, η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου βασίζεται σε τελείως αφηρημένη αναπαράσταση της πραγματικής κατάστασης σχετικά με την πρόοδο και την κατανομή των ελέγχων δεύτερου βαθμού. Το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να ακυρώσει το μέρος της προσβαλλόμενης απόφασης της Επιτροπής που περιέχει την ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με τους ελέγχους δεύτερου βαθμού και την αναξιοπιστία τους, η οποία δεν στηριζόταν σε κανένα βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με την ύπαρξη και την υπόσταση ενός πραγματικού κινδύνου για το ΕΤΠΑ.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ L 161, σ. 1).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 438/2001 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2001, για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των παρεμβάσεων των διαρθρωτικών Ταμείων (ΕΕ L 63, σ. 21).
Full & Egal Universal Law Academy