3.11.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 388/5
Αναίρεση που άσκησαν στις 2 Δεκεμβρίου 2014 οι Quimité — Comércio e Indústria Química, S.A., και José de Mello — Sociedade Gestora de Participações Sociais, S.A., κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) στις 26 Ιουνίου 2014 στην υπόθεση T-564/10, Quimité και de Mello κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-415/14 P)
2014/C 388/07
Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσες: Quimité — Comércio e Indústria Química, S.A., και José de Mello — Sociedade Gestora de Participações Sociais, S.A. (εκπρόσωπος: J. Calheiros, δικηγόρος)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα των αναιρεσειουσών
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει, συμφώνως προς το άρθρο 256 ΣΛΕΕ, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 26ης Ιουνίου 2014 (υπόθεση T-564/10), με την οποία, αφενός, απορρίφθηκε η προσφυγή των αναιρεσειουσών κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής που εξέδωσε ο υπόλογός της με το από 8 Οκτωβρίου 2010 έγγραφο, καθόσον επιβάλλει η παρασχετέα χρηματοπιστωτική εγγύηση, κατά το άρθρο 85 του κανονισμού (EΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 (1), να καταβληθεί από τράπεζα με μακροπρόθεσμο rating «AA», και, αφετέρου, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείουσες στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων και των εξόδων της Επιτροπής,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα,
—
κατόπιν της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, να κάνει δεκτά τα αιτήματα των αναιρεσειουσών στην πρωτόδικη διαδικασία και, κατά συνέπεια, να ακυρώσει μερικώς την απόφαση της Επιτροπής που εξέδωσε ο υπόλογός της με το από 8 Οκτωβρίου 2010 έγγραφο, καθόσον επιβάλλει η παρασχετέα χρηματοπιστωτική εγγύηση, κατά το άρθρο 85 του κανονισμού (EΚ, Ευρατόμ) 2342/2002, να καταβληθεί από τράπεζα με μακροπρόθεσμο rating «AA»,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Οι αναιρεσείουσες προβάλουν δύο λόγους αναιρέσεως προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως:
1.
Πρώτος λόγος: πλάνη περί το δίκαιο στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε το επιχείρημα των αναιρεσειουσών στην προσφυγή τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου περί μη αιτιολογήσεως της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή στις 8 Οκτωβρίου 2010, καθόσον επιβάλλει η παρασχετέα χρηματοπιστωτική εγγύηση να καταβληθεί από τράπεζα με μακροπρόθεσμο rating «AA».
—
Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίζεται ότι η εκδοθείσα στις 8 Οκτωβρίου 2010 απόφαση δεν περιέχει ρητή παράθεση των λόγων για τους οποίους επιβλήθηκε η απαίτηση σχετικά με το rating της εκδούσας την εγγύηση τράπεζας. Αντιθέτως, προβάλλεται ότι η βάση της συλλογιστικής της Επιτροπής συνάγεται από την ίδια την απαίτηση.
—
Συμφώνως προς το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, όλες οι πράξεις, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων πρέπει να αιτιολογούνται υποχρεωτικώς.
—
Η «βάση της συλλογιστικής της Επιτροπής» πρέπει να συνάγεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και όχι από την ίδια την προσβαλλόμενη πράξη.
—
Τούτο κατά μείζονα λόγο όταν η «προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης», η οποία αποτελεί τη «βάση της συλλογιστικής της Επιτροπής», θα μπορούσε να διασφαλισθεί επαρκώς μέσω της τραπεζικής εγγυήσεως που εισηγήθηκαν οι αναιρεσείουσες με το έγγραφο που απεστάλη στην Επιτροπή στις 3 Σεπτεμβρίου 2010.
—
Αφετέρου, ήδη το 2010, όταν η Επιτροπή επέβαλε την εν λόγω απαίτηση, ήταν προφανές ότι ο ορισμός του κριτηρίου του rating ως μοναδικού κριτηρίου για την παροχή τραπεζικής εγγυήσεως ήταν απολύτως ακατάλληλο, συνεπώς ο ορισμός του συγκεκριμένου -αντικειμενικώς αμφισβητήσιμου- κριτηρίου προϋπέθετε ισχυρότερη, σαφή και ρητή αιτιολόγηση.
—
Ομοίως, το γεγονός ότι η προθεσμία παρατάθηκε κατ’ ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας αυξάνει το επίπεδο απαιτήσεως της αιτιολογήσεως σε σύγκριση με την περίπτωση της ασκήσεως δέσμιας αρμοδιότητας.
—
Στα προαναφερθέντα πρέπει να προστεθεί ότι στην απόφαση δεν περιελήφθη καμία κοινοτική διάταξη στην οποία να μπορεί να βασισθεί η απαίτηση αυτή.
—
Δεδομένου ότι, όπως αναγνωρίστηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η από 8 Οκτωβρίου 2010 απόφαση δεν περιλαμβάνει καμία ρητή αιτιολογία για την απαίτηση περί rating της εκδούσας την εγγύηση τράπεζα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξεως δεν είναι ανεπαρκής, αντιθέτως προς ό,τι προέβαλαν οι αναιρεσείουσες στην προσφυγή τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
2.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: πλάνη περί το δίκαιο στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, καθόσον με αυτήν απορρίφθηκε το επιχείρημα των αναιρεσειουσών στο δικόγραφο της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου περί παραβιάσεως της Συνθήκης — αρχής της αναλογικότητας.
—
Από τα οριζόμενα στο άρθρο 85 του κανονισμού 2342/2002 προκύπτει ότι, όταν πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις του συγκεκριμένου άρθρου, η εκδούσα την απόφαση αρχή σε κοινοτικό επίπεδο (εν προκειμένω, ο υπόλογος της Επιτροπής) οφείλει να αξιολογεί το αίτημα της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως περί παρατάσεως της προθεσμίας αποπληρωμής και να το εγκρίνει, εφόσον πληρούνται σχετικώς οι προαναφερθέντες όροι και προϋποθέσεις.
—
Η «ευρεία εξουσία εκτιμήσεως» που διαθέτει ο υπόλογος της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 85 του ως άνω κανονισμού, συναρτάται προς την αξιολόγηση του αιτήματος της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως περί παρατάσεως της προθεσμίας αποπληρωμής και την έγκρισή του, χωρίς να επεκτείνεται στο είδος της τραπεζικής εγγυήσεως που ο υπόλογος της Επιτροπής κρίνει σκόπιμο να παρασχεθεί, και, ως εκ τούτου, κατά τον έλεγχο της προσβαλλόμενης πράξεως δεν αρκεί να διαπιστωθεί αν αυτή είναι προδήλως ακατάλληλη για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, όπως εσφαλμένως κρίθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
—
Μια εγγύηση σε πρώτη ζήτηση, σύμφωνα με τα πρότυπα τα οποία υπαγορεύει η Επιτροπή, χορηγούμενη από πιστωτικό ίδρυμα, συνιστά πρόσφορο και επαρκή τρόπο εξασφαλίσεως της πληρωμής των οφειλομένων ποσών. Τούτο πολλώ μάλλον που ολόκληρο το σύστημα της πορτογαλικής δικαιοσύνης (και γενικότερα των λοιπών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης) δέχεται, για τις πλέον ποικίλες χρήσεις, την παροχή τραπεζικής εγγυήσεως, ακόμη και για την αναστολή εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων, και, ειδικότερα, για ενδεχόμενη κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως από την Επιτροπή ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για την είσπραξη μη καταβληθέντος προστίμου.
—
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η εγγύηση την οποία προτείνουν οι αναιρεσείουσες και την οποία η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε θα εξεδίδετο από το Banco Comercial Português, S.A., πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υποκείμενο στους κανόνες εποπτείας και ενοποιήσεως, τους οποίους έχουν ορίσει τα ίδια τα κοινοτικά θεσμικά όργανα. Επομένως, τίποτε δεν δικαιολογεί, χάριν υπερασπίσεως των δικαιωμάτων των Κοινοτήτων, την άρνηση της δυνατότητας χορηγήσεως της εγγυήσεως από την εν λόγω τράπεζα και την απαίτηση να χορηγείται αυτή από μια τράπεζα με μακροπρόθεσμο rating «AA».
—
Ας προστεθούν και περιστάσεις της συγκυρίας, που είναι γνωστές στο κοινό, ότι τα ratings των πορτογαλικών τραπεζών εθίγησαν πρόσφατα από τη μεταβολή του rating της Πορτογαλικής Δημοκρατίας. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται, επί του παρόντος, καμία τράπεζα, με έδρα την Πορτογαλία, που να πληροί τα απαιτούμενα με την Απόφαση της Επιτροπής κριτήρια rating μακροπρόθεσμο «AA». Η περίσταση αυτή μνημονεύθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπό τον τίτλο «Ιστορικό της ένδικης διαφοράς», αλλά δεν ελήφθη υπόψη για την αιτιολόγηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
—
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η απόφαση της Επιτροπής δεν πληροί το κριτήριο του αναγκαίου (που αποτελεί μια σημαντική διάσταση της αρχής της αναλογικότητας), καθόσον, μεταξύ των πιθανών μέτρων, η Επιτροπή επέλεξε εκείνο που, στην παρούσα συγκυρία, πλήττει περισσότερο τα συμφέροντα των αναιρεσειουσών.
—
Υφίσταται, επομένως, σαφής δυσαναλογία μεταξύ της αξιώσεως της Επιτροπής (σύσταση εγγυήσεως από ευρωπαϊκή τράπεζα με μακροπρόθεσμο rating «AA») και του επιδιωκομένου σκοπού (προστασία της αξιώσεως της Επιτροπής προς είσπραξη των ποσών), γι’ αυτό και η Απόφαση της Επιτροπής πρέπει, κατά το μέρος αυτό, να ακυρωθεί.
(1) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2343/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς του άρθρου 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, ο οποίος θεσπίζει το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 357, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy