17.11.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 409/29
Αναίρεση που άσκησε στις 25 Σεπτεμβρίου 2014 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) στις 16 Ιουλίου 2014 στην υπόθεση T-295/12, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
(Υπόθεση C-446/14 P)
2014/C 409/42
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (εκπρόσωποι: T. Henze και J. Möller, Prof. Dr. T. Lübbig και Dr. M. Klasse, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει εξ ολοκλήρου την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) στις 16 Ιουλίου 2014 στην υπόθεση T-295/12,
—
να καταδικάσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Επιπλέον, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εμμένει πλήρως στα αιτήματα που προέβαλε πρωτοδίκως.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η παρούσα αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στις 16 Ιουλίου 2014 στην υπόθεση T-295/12, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή της νυν αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως C(2012) 2557 τελικό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 2012, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.25051 (C 19/10) (πρώην NN 23/10) που χορήγησε η Γερμανία υπέρ της Zweckverband Tierkörperbeseitigung in Rheinland-Pfalz, im Saarland, im Rheingau-Taunus-Kreis und im Landkreis Limburg-Weilburg.
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη κατά τον ορισμό των κριτηρίων αποδείξεως που χρησιμοποίησε προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη «πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως», στην περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος προβαίνει σε ορισμό της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ) σε τομέα ο οποίος δεν έχει εναρμονιστεί από το δίκαιο της Ένωσης. Η (φερόμενη) αποδέκτρια της κρατικής ενισχύσεως στην οικεία διοικητική διαδικασία είναι η Zweckverband Tierkörperbeseitigung in Rheinland-Pfalz, ένας οργανισμός ο οποίος εισέπραξε αντισταθμιστικές παροχές από το κράτος για την εκπλήρωση αποστολής αντιμετωπίσεως επιζωοτιών συνιστάμενης στην πρόβλεψη δυναμικού για τη διάθεση των σφαγίων ζώων σε περίπτωση επιζωοτιών. Αποφασιστική σημασία για τον χαρακτηρισμό των εν λόγω αντισταθμιστικών παροχών ως κρατικής ενισχύσεως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει κατ’ ουσίαν το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν χαρακτήρισε ως ΥΓΟΣ την αποστολή αντιμετωπίσεως επιζωοτιών με την οποία είναι επιφορτισμένη η Zweckverband.
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προβάλλει τρεις λόγους.
Πρώτον, προβάλλεται παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 106, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, στο μέτρο η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κακώς ερμήνευσε τις διατάξεις αυτές υπό την έννοια ότι η πλάνη στην οποία υπέπεσαν οι γερμανικές αρχές στο πλαίσιο του χαρακτηρισμού της προβλέψεως πλεονάζοντος δυναμικού ως ΥΓΟΣ είναι τόσο σοβαρή, ώστε μπορεί, κατά την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου, να χαρακτηριστεί «πρόδηλη». Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τα όρια της διακριτικής ευχέρειας που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη όσον αφορά τον ορισμό της ΥΓΟΣ. Κατά την αναιρεσείουσα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει εν προκειμένω λόγος για «πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως» κατά τον ορισμό της ΥΓΟΣ. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας επισημαίνει ότι είναι αναμφισβήτητο ότι, με την απόφασή της, η Επιτροπή δεν κάνει καμία απολύτως ρητή αναφορά στο εν λόγω κριτήριο, ότι η Επιτροπή διευκρίνισε, και κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία, ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να αποδείξει την ύπαρξη «πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως» και ότι οι εκτιμήσεις στις οποίες κατάληξε το θεσμικό αυτό όργανο με την απόφασή του, όπως άλλωστε και οι διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, δεν μπορούν να τεκμηριώσουν την ύπαρξη «πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως».
Δεύτερον, προβάλλεται παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των κριτηρίων Altmark (1) που οδήγησε στην εσφαλμένη διαπίστωση υπάρξεως οικονομικού οφέλους. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προσάπτει, μεταξύ άλλων, στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη κατά την εξέταση της συνδρομής του τρίτου κριτηρίου Altmark (αναγκαιότητα της αντισταθμίσεως). Το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον παρέλειψε να εξετάσει αν οι αντισταθμιστικές παροχές για την πρόβλεψη του πλεονάζοντος δυναμικού υπερβαίνουν το καθαρό κόστος που συνεπάγεται η δραστηριότητα αυτή. Αντ’ αυτού, η Επιτροπή, και ακολούθως το Γενικό Δικαστήριο, διαπίστωσαν εκ των προτέρων ότι το σχετικό κόστος δεν ήταν αναγκαίο, εκτιμώντας ότι η πρόβλεψη χωριστού πλεονάζοντος δυναμικού δεν ήταν απαραίτητη.
Τρίτον, προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, στο μέτρο που τα σφάλματα τα οποία φέρονται ότι διέπραξαν οι γερμανικές αρχές πρέπει να χαρακτηριστούν ως ιδιαιτέρως σοβαρά, υπό τον έννοια ότι συνιστούν «πρόδηλη» πλάνη. Επίσης, δεν εξηγείται ο λόγος για τον οποίο η άποψη που υποστηρίζουν οι γερμανικές αρχές δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογηθεί.
(1) Απόφαση Altmark, C-280/00, EU:C:2003:415.
Full & Egal Universal Law Academy