2.3.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 73/14
Αναίρεση που άσκησε στις 11 Δεκεμβρίου 2014 η Mirelta Ingatlanhasznosító Kft. κατά της διατάξεως που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) στις 19 Νοεμβρίου 2014 στην υπόθεση T-430/14, Mirelta Ingatlanhasznosító Kft. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή
(Υπόθεση C-576/14 P)
(2015/C 073/20)
Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Mirelta Ingatlanhasznosító Kft. (εκπρόσωπος: K.D. Pap, δικηγόρος)
Αντίδικοι κατ’ αναίρεση: Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
Αιτήματα
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλομένη διάταξη και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Κύριος λόγος αναιρέσεως: εσφαλμένη ερμηνεία της προσφυγής εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο ερμήνευσε και αναδιατύπωσε εσφαλμένως τα αιτήματα της προσφυγής της, και ερμήνευσε επίσης εσφαλμένως το σκεπτικό της προσφυγής της κρίνοντας ότι στρεφόταν κατά της Επιτροπής λόγω «της αρνήσεως της [Επιτροπής] να κινήσει διαδικασία κατά παραβάσεως».
Η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η προσφυγή της είχε ως αντικείμενο «να επιβάλει το Γενικό Δικαστήριο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διεξαγάγει διαδικασία σύμφωνη με το δίκαιο της Ένωσης, διασφαλίζουσα την απoτελεσματικότητα του δικαίου αυτού».
Επομένως, η αναιρεσείουσα άσκησε με αυτή τη βάση προσφυγή κατά της Επιτροπής διότι η πρόδηλη προσβολή του δικαιώματός της για χρηστή διοίκηση συνεπάγεται προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος που της διασφαλίζει ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κατά την άποψή της, η Επιτροπή, καθόσον δεν διεξήγαγε δίκαιη διαδικασία, δεν προέβη σε εξέταση συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης και δεν διασφάλισε την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης (μεταξύ άλλων, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης), της στέρησε όχι μόνον το δικαίωμά της για χρηστή διοίκηση, αλλά και το δικαίωμά της σε αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία της προσφυγής της σημαίνει ότι διαδικασία συνάδουσα προς το δίκαιο της Ένωσης συνεπάγεται αυτομάτως ότι, στην περίπτωση αντικειμενικής εξετάσεως υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης, η Επιτροπή υποχρεούται να διεξαγάγει διαδικασία παραβάσεως, όπερ δεν μπορεί να απαιτήσει η αναιρεσείουσα.
Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι από τις διατάξεις του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, οι οποίες έχουν την ίδια δεσμευτική ισχύ με τις Συνθήκες, απορρέει ότι μόνον αφού προβεί σε δίκαιη εξέταση η Επιτροπή μπορεί να κρίνει, βάσει της νομολογίας, τη δυνατότητα κινήσεως διαδικασίας παραβάσεως. Επομένως, η χρηστή διοίκηση είναι πρωταρχική επιταγή, και η Επιτροπή μπορεί να ασκεί την εξουσία της εκτιμήσεως — όπερ, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, δεν μπορεί να επεκταθεί μέχρι την προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων — μόνον κατόπιν χρηστής διοικήσεως, διότι άλλως, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, μπορεί να βρεθεί ενώπιον καταστάσεως άνευ αντικειμένου εκτιμήσεως.
Επικουρικός λόγος αναιρέσεως: δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, δεν εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής η δυνατότητα εξαιρέσεως της υποχρεώσεως των κρατών μελών να εφαρμόζουν το παράγωγο δίκαιο και τον κανονισμό, πολύ λιγότερο δε εμμέσως.
Η άποψη του Γενικού Δικαστηρίου περί της εξουσίας εκτιμήσεως της Επιτροπής, εκτεθείσα στη σκέψη 6 της διατάξεως, παραβιάζει από πολλές απόψεις επιτακτικές και μη διφορούμενες διατάξεις των Συνθηκών και, συνεπώς, μη δυνάμενες να υπαχθούν στην εκτίμηση της Επιτροπής· εξάλλου, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ούτε η υποχρέωση διασφαλίσεως της τηρήσεως των θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία κατοχυρώνονται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκτιμήσεως εκ μέρους της Επιτροπής.
Με την προσφυγή της, η αναιρεσείουσα δεν επέκρινε ούτε μία φορά το δικαίωμα εκτιμήσεως της Επιτροπής, αλλά στην πραγματικότητα επικρίνει το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είχε καν τη δυνατότητα ασκήσεως της εξουσίας της εκτιμήσεως κατά την πάγια νομολογία, αναφερθείσα πλειστάκις από το Γενικό Δικαστήριο, διότι η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως προϋποθέτει ότι η εξέταση είναι καθεαυτή δίκαιη και υπάρχει αντικείμενο λυσιτελούς εκτιμήσεως.
Η Συνθήκη, η οποία υπερέχει της νομολογίας, προβλέπει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο υπάλληλος της Επιτροπής (όργανο της Ένωσης), ο οποίος προέβη στην εξέταση στέρησε την αναιρεσείουσα θεμελιώδους δικαιώματος, προβαίνοντας ο ίδιος σε εκτίμηση και λαμβάνοντας απόφαση αντί για την Επιτροπή, εκ των προτέρων και με μη δίκαιο τρόπο, επί ζητημάτων τα οποία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εκτιμήσεως· ήτοι, αντί της δυνατότητας εκτιμήσεως, ο επιφορτισμένος με τον φάκελο της υποθέσεως υπάλληλος, βασιζόμενος σε εσφαλμένες διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών, έλαβε απόφαση για την υπόθεση της αναιρεσείουσας.
Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι ούτε το εθνικό δικαστήριο ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορούν να εκτιμήσουν αν, σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, είναι υποχρεωτική η εφαρμογή του κανονισμού (EΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου αυτού, και η Επιτροπή δεν μπορεί ούτε να διαπιστώσει ότι η άρνηση εφαρμογής κανονισμού της Ένωσης (περίπτωση πρόδηλης μη εφαρμογής) αντιστοιχεί σε «εφαρμογή κατ» άλλον τρόπο». Αφεαυτή, η απλή αυτή διαπίστωση καταδεικνύει ήδη την προσβολή του δικαιώματος της αναιρεσείουσας για δίκαιη διαδικασία, συνεπεία της οποίας στερήθηκε της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας και του φυσικού της δικαστή.
Full & Egal Universal Law Academy