ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 12ης Ιουνίου 2014 ( *1 )
«Ασφαλιστικά μέτρα — Αίτηση αναιρέσεως — Αίτηση αναστολής κανονισμού κατόπιν ακυρωτικής αποφάσεως — Ντάμπινγκ — Εισαγωγές ορισμένου φύλλου αλουμινίου, καταγωγής Αρμενίας, Βραζιλίας και Κίνας — Προσχώρηση της Αρμενίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) — Καθεστώς επιχειρήσεως λειτουργούσας υπό συνθήκες οικονομίας αγοράς — Άρθρο 2, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 — Συμβατότητα με τη συμφωνία εφαρμογής του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (ΓΣΔΕ) — Fumus boni juris — Επείγον — Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία — Δεν υφίσταται»
Στην υπόθεση C‑21/14 P-R,
με αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως και λήψεως προσωρινών μέτρων βάσει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ, της 2ας Απριλίου 2014,
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους J.-F. Brakeland, M. França και T. Maxian Rusche, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
η Rusal Armenal ZAO, με έδρα το Ερεβάν (Αρμενία), εκπροσωπούμενη από τον B. Evtimov, avocat,
προσφεύγουσα πρωτοδίκως και αιτούσα στην παρούσα διαδικασία,
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από την S. Boelaert και τον J.-P. Hix, επικουρούμενους από τον B. O’Connor, Solicitor, και τον S. Gubel, avocat, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού πρωτοδίκως,
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα J. Kokott,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με την αίτησή της αναιρέσεως, την οποία κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Ιανουαρίου 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Rusal Armenal κατά Συμβουλίου (T‑512/09, EU:T:2013:571, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία ακυρώθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) 925/2009 του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2009, για επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβάλλεται στις εισαγωγές ορισμένου φύλλου αλουμινίου, καταγωγής Αρμενίας, Βραζιλίας και Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 262, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός), καθόσον αφορά τη Rusal Armenal ZAO (στο εξής: Rusal Armenal).
2
Η αναίρεση αυτή που ασκήθηκε κατά αποφάσεως ακυρώνουσας κανονισμό είχε ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να μεταθέσει την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στην ημερομηνία της τυχόν απορρίψεως της αναιρέσεως αυτής, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας της Rusal Armenal να υποβάλει ενώπιον του Δικαστηρίου, δυνάμει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ, αίτηση αναστολής των αποτελεσμάτων του ακυρωθέντος κανονισμού ή λήψεως κάθε άλλου προσωρινού μέτρου.
3
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Απριλίου 2014, η Rusal Armenal ζητεί από το Δικαστήριο, κατ’ ουσίαν, την αναστολή των αποτελεσμάτων του προσβαλλόμενου κανονισμού.
Το ιστορικό της διαφοράς και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
4
Η Rusal Armenal, είναι εταιρία που παράγει και εξάγει προϊόντα αλουμινίου, εγκατεστημένη από το 2000 στην Αρμενία. Στις 5 Φεβρουαρίου 2003, η Δημοκρατία της Αρμενίας προσχώρησε στη Συμφωνία για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 (ΕΕ 1994, L 336, σ. 3) και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθ’ όσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1, στο εξής: συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ).
5
Κατόπιν καταγγελίας κατατεθείσας στις 28 Μαΐου 2008, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές ορισμένου φύλλου αλουμινίου καταγωγής Αρμενίας, Βραζιλίας και Κίνας. Η σχετική ανακοίνωση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Ιουλίου 2008 (ΕΕ C 177, σ. 13).
6
Στις 7 Απριλίου 2009, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 287/2009, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ορισμένου φύλλου αλουμινίου καταγωγής Αρμενίας, Βραζιλίας και Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 94, σ. 17).
7
Στις 24 Σεπτεμβρίου 2009, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον προσβαλλόμενο κανονισμό, με τον οποίο επέβαλε, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 1, παράγραφος 2, δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές προϊόντων αλουμινίου που κατασκευάζει η Rusal Armenal, με συντελεστή 13,4 % επί της καθαρής τιμής «ελεύθερο στα σύνορα της Ένωσης» και πριν από την επιβολή δασμού.
8
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Δεκεμβρίου 2009, η Rusal Armenal άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού. Προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αντλούνταν από ένσταση ελλείψεως νομιμότητας λόγω παραβάσεως του άρθρου 2, παράγραφοι 1 έως 6, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 56, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 2117/2005 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2005 (ΕΕ L 340, σ. 17, στο εξής: βασικός κανονισμός), καθώς και των άρθρων 2.1 και 2.2 της συμφωνίας εφαρμογής του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (ΓΣΔΕ) (ΕΕ L 336, σ. 103, στο εξής: συμφωνία αντιντάμπινγκ), που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 A της συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ. Ο βασικός κανονισμός αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 343, σ. 51, διορθωτικό στην ΕΕ 2010, L 7, σ. 22).
9
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός, στηριζόμενος στο ότι, στην υποσημείωση στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, γίνεται αναφορά στη Δημοκρατία της Αρμενίας και εφαρμόζοντας, κατόπιν της απορρίψεως της αιτήσεως να της αναγνωριστεί το καθεστώς επιχειρήσεως που λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, την οποία υπέβαλε η προσφεύγουσα δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού, τη μέθοδο της τρίτης χώρας με οικονομία της αγοράς, ακολούθησε μέθοδο υπολογισμού της κανονικής αξίας ασύμβατη με τα άρθρα 2.1 και 2.2 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ και τη δεύτερη συμπληρωματική διάταξη στην παράγραφο 1 του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου του 1994 (ΓΣΔΕ) (ΕΕ L 336, σ. 11), που περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 Α της συμφωνίας για την ίδρυση του ΠΟΕ, παραβιάζοντας επίσης το άρθρο 2, παράγραφοι 1 έως 6, του βασικού κανονισμού. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος.
10
Το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχει ως εξής:
«Ακυρώνει ως προς τη [Rusal Armenal] τον [προσβαλλόμενο] κανονισμό.»
Αιτήματα των διαδίκων
11
Η Rusal Armenal ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναστείλει την εκτέλεση του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθόσον την αφορά, μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της αναιρέσεως· ή
—
επικουρικώς, να λάβει προσωρινό μέτρο υπό μορφή εκτελεστής διατάξεως επιβάλλουσας στις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης την υποχρέωση να μην εισπράττουν δασμούς αντιντάμπινγκ επί των εισαγωγών ορισμένου φύλλου αλουμινίου που κατασκευάζει η Rusal Armenal, όπως θεσπίζονται με τον εν λόγω κανονισμό μέχρι την έκδοση της αποφάσεως επί της αναιρέσεως· και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή και το Συμβούλιο, καθώς και κάθε άλλον τυχόν παρεμβαίνοντα υπέρ της αναιρέσεως, στα δικαστικά τους έξοδα καθώς και στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Rusal Armenal.
12
Η Επιτροπή και το Συμβούλιο ζητούν, κατ’ ουσίαν, από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη· και
—
να καταδικάσει τη Rusal Armenal στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων
13
Υπενθυμίζεται, εισαγωγικώς, ότι, κατά το άρθρο 60, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου δεν έχει καταρχήν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Πάντως, το άρθρο 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού αυτού ορίζει επίσης ότι, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 280 ΣΛΕΕ, οι αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου με τις οποίες ακυρώνεται κανονισμός δεν επιφέρουν αποτελέσματα παρά μόνον από της λήξεως της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 56, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού ή, αν έχει ασκηθεί αναίρεση εντός της προθεσμίας αυτής, από της απορρίψεώς της, με την επιφύλαξη πάντως της δυνατότητας του διαδίκου να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, δυνάμει των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ, αίτηση αναστολής των αποτελεσμάτων του ακυρωθέντος κανονισμού ή λήψεως κάθε άλλου προσωρινού μέτρου.
14
Υποβάλλοντας την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η Rusal Armenal έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής.
Επί του παραδεκτού
15
Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων για τον λόγο ότι η ζητούμενη από τη Rusal Armenal αναστολή είναι, στην πραγματικότητα, επιβολή οριστικού μέτρου και αντιβαίνει, επομένως, στο άρθρο 39, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Βάσει αυτού, η Επιτροπή διατείνεται ότι το δικαιοδοτικό όργανο που επιλαμβάνεται αιτήσεως προσωρινής αναστολής των θεσπισθέντων με κανονισμό δασμών αντιντάμπινγκ μπορεί να χορηγήσει τη ζητούμενη αναστολή μόνον υπό την επιφύλαξη ότι η προσφεύγουσα θα συστήσει εγγύηση καλύπτουσα τα ποσά τα οποία οφείλει κατ’ εφαρμογή του κανονισμού αυτού. Εφόσον η προσφεύγουσα δεν πρότεινε εγγυήσεις με την αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων, η εν λόγω αίτηση είναι απαράδεκτη.
16
Συναφώς, από τον κατ’ ανάγκη προσωρινό χαρακτήρα των μέτρων που μπορεί να λάβει ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προκύπτει ότι η αναστολή των αποτελεσμάτων του προσβαλλόμενου κανονισμού, την οποία ζητεί η Rusal Armenal, την απαλλάσσει μόνον προσωρινώς από τους οφειλόμενους δυνάμει του κανονισμού αυτού δασμούς, υπό την επιφύλαξη της υποχρεώσεως καταβολής των δασμών αυτών όχι μόνον για το μέλλον αλλά και για την περίοδο της αναστολής σε περίπτωση κατά την οποία ο εν λόγω κανονισμός κριθεί τελικώς νόμιμος.
17
Υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά το άρθρο 162, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η εκτέλεση της εκδιδομένης από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων διατάξεως μπορεί να εξαρτηθεί από τη σύσταση εγγυήσεως εκ μέρους του αιτούντος, το ποσό και οι λεπτομέρειες της οποίας καθορίζονται λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων. Η άσκηση της εξουσίας αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη σχετικής προτάσεως εκ μέρους του αιτούντος. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δύναται, όταν το κρίνει ενδεδειγμένο, να διατάξει ενδιάμεσες λύσεις, μεταξύ άλλων, εξαρτώντας τη χορήγηση της αναστολής από προϋποθέσεις [βλ., συναφώς, διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου Nederlandse Vereniging voor de Fruit- en Groentenimporthandel et Nederlandse Bond van Grossiers in Zuidvruchten en ander Geïmporteerd Fruit κατά Επιτροπής, 71/74 R και RR, EU:C:1974:103, σκέψεις 5 έως 8· VBVB και VBBB κατά Επιτροπής, 43/82 R και 63/82 R, EU:C:1982:119, σκέψεις 9 έως 12, καθώς και του αντιπροέδρου του Δικαστηρίου EMA κατά InterMune UK κ.λπ., C‑390/13 P(R), EU:C:2013:795, σκέψη 55].
18
Επομένως, η μη ύπαρξη προτάσεως εγγυήσεων εκ μέρους της Rusal Armenal δεν εμποδίζει τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να χορηγήσει, ενδεχομένως, τη ζητηθείσα αναστολή υπό την επιφύλαξη ότι η εταιρία αυτή θα συστήσει εγγυήσεις καλύπτουσες τα ποσά τα οποία οφείλει κατ’ εφαρμογή του προσβαλλόμενου κανονισμού.
19
Κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη από την Επιτροπή ένσταση απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
20
Το άρθρο 160, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζουν «το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται». Επομένως, η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα προσωρινά μέτρα μπορούν να διατάσσονται από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων εφόσον αποδεικνύεται ότι η χορήγησή τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως από τα πραγματικά και νομικά περιστατικά (fumus boni juris) και ότι είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως στη δίκη προς την οποία συναρτάται η αίτηση των ασφαλιστικών μέτρων (βλ., συναφώς, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, C‑404/04 P‑R, EU:C:2005:267, σκέψεις 10 και 11 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
21
Τονίζεται ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να πληρούνται στην περίπτωση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, η οποία ασκείται από τον νικήσαντα πρωτοδίκως διάδικο, στο πλαίσιο διαδικασίας αναιρέσεως κινηθείσας από τον αντίδικο κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε κανονισμός. Ο κανόνας αυτός έχει εφαρμογή επί μιας τέτοιας αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου εκδοθείσας υπέρ του προσφεύγοντος πρωτοδίκως, διότι άλλως η αναίρεση δεν θα είχε το ανασταλτικό αποτέλεσμα που προβλέπει το άρθρο 60, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Πάντως, εφαρμόζοντας τις προϋποθέσεις αυτές, όπως ερμηνεύθηκαν από το Δικαστήριο με τη νομολογία του, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων του αναιρετικού δικαστηρίου δεν μπορεί να αγνοήσει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ του προσφεύγοντος στην ενώπιόν του δίκη. Συνεπώς, οφείλει κατ’ ανάγκη να εφαρμόσει τις προϋποθέσεις αυτές mutatis mutandis.
Επί του fumus boni juris
22
Υπενθυμίζεται ότι η προϋπόθεση του fumus boni juris πληρούται όταν υφίσταται, στο στάδιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, σοβαρή νομική διαφωνία της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής.
23
Στην περίπτωση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο αναιρέσεως εκ μέρους του διαδίκου ο οποίος ηττήθηκε πρωτοδίκως, τούτο σημαίνει ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει απλώς να εκτιμήσει, εκ πρώτης όψεως, τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως προκειμένου να κρίνει αν η αναίρεση δεν στερείται σοβαρού ερείσματος, ή άλλως, αν υφίσταται αρκούντως μεγάλη πιθανότητα ευδοκιμήσεως της αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, ο σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησόμενης οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στη δικαστική προστασία που διασφαλίζει το Δικαστήριο (βλ., συναφώς, διάταξη του αντιπροέδρου του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά ANKO, C‑78/14 P‑R, EU:C:2014:239, σκέψη 15).
24
Αντιθέτως, στην περίπτωση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, όπως εν προκειμένω, στο πλαίσιο αναιρέσεως έχουσας ανασταλτικό αποτέλεσμα διότι αποσκοπεί στην αναίρεση αποφάσεως με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε κανονισμό, ενώπιον του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων προσφεύγει ο πρωτοδίκως νικήσας διάδικος. Κατά συνέπεια, για να εκτιμηθεί αν, εκ πρώτης όψεως, υφίσταται, στο στάδιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, σοβαρή νομική διαφωνία της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να κρίνει αν τα επιχειρήματα του διαδίκου αυτού υπέρ της απορρίψεως της αναιρέσεως δεν στερούνται ερείσματος υπό την έννοια ότι έχουν μεγάλη πιθανότητα ευδοκιμήσεως.
25
Τούτο σημαίνει ότι ο πρωτοδίκως νικήσας διάδικος πρέπει να αποδείξει ότι, παρά τους προβληθέντες από τον αντίδικο λόγους αναιρέσεως, τα αντίθετα επιχειρήματά του είναι αρκούντως αξιόπιστα ώστε, εκ πρώτης όψεως, να δύνανται να ευδοκιμήσουν και ότι, κατά συνέπεια, δεν προκύπτει σαφώς ότι επιβάλλεται η αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Εν προκειμένω, η Rusal Armenal θα αποδείξει την ύπαρξη του fumus boni juris μόνον αν εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή για κάθε έναν από τους λόγους αναιρέσεως, ενώ και ένας μόνον από τους λόγους αυτούς, καθόσον κριθεί βάσιμος, θα αρκούσε να δικαιολογήσει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26
Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Επιτροπή προέβαλε τρεις λόγους από τους οποίους ο πρώτος αντλείται κατ’ ουσίαν από το ότι το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη ultra petita κάνοντας δεκτό λόγο ακυρώσεως από τον οποίο είχε παραιτηθεί η Rusal Armenal, ο δεύτερος αφορά τη φερομένη ως εσφαλμένη ερμηνεία της αποφάσεως Nakajima κατά Συμβουλίου (C‑69/89, EU:C:1991:186), σχετικά με τις συνέπειες της συμφωνίας αντιντάμπινγκ επί του δικαστικού ελέγχου του Δικαστηρίου, και ο τρίτος από προβαλλομένη παραβίαση της αρχής της θεσμικής ισορροπίας.
27
Διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως σύμφωνα με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο κακώς απεφάνθη επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αφορούσε ένσταση ελλείψεως νομιμότητας λόγω παραβάσεως του άρθρου 2, παράγραφοι 1 έως 6, του βασικού κανονισμού καθώς και των άρθρων 2.1 και 2.2 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ, εφόσον η Rusal Armenal παραιτήθηκε του λόγου αυτού με το υπόμνημα απαντήσεώς της, προβάλλει καταστρατήγηση της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας θίγουσα τα συμφέροντά της κατά το άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
28
Η Rusal Armenal διευκρινίζει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως αποσκοπούσε μόνον στην εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου διαπίστωση ότι δεν πρέπει να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της το άρθρο 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού και ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο υποχρεούνταν, επομένως, να υπολογίσουν την κανονική αξία των προϊόντων της Rusal Armenal σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 έως 6, του κανονισμού αυτού. Κάνοντας μνεία του στοιχείου αυτού στο υπόμνημά της απαντήσεως, η Rusal Armenal δεν παραιτήθηκε του ιδίου λόγου ακυρώσεως, ούτε τον κατέστησε άνευ αντικειμένου. Αντιθέτως, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Συμβούλιο, ισχυρίζεται ότι η Rusal Armenal, αφού στήριξε το δικόγραφο της προσφυγής της στην έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 2, παράγραφος 7, του εν λόγω κανονισμού, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του δικαίου του ΠΟΕ, μετέβαλε την επιχειρηματολογία της στο υπόμνημά της απαντήσεως ισχυριζόμενη ότι ζητεί μόνον από το Γενικό Δικαστήριο να διαπιστώσει την εκ μέρους του Συμβουλίου αθέτηση της υποχρεώσεώς του για σύμφωνη με τον νόμο ερμηνεία.
29
Συναφώς, από το υπόμνημα απαντήσεως της Rusal Armenal προκύπτει ότι η εξέταση των διευκρινίσεων της εταιρίας αυτής, σύμφωνα με τις οποίες απλώς αποσαφήνισε το περιεχόμενο του λόγου ακυρώσεως, χωρίς να παραιτηθεί από αυτόν, προκειμένου να απαντήσει στα επιχειρήματα του Συμβουλίου, απαιτεί την ερμηνεία του υπομνήματός της απαντήσεως και, επομένως, εγείρει σοβαρή νομική διαφωνία όσον αφορά το περιεχόμενο και την έκταση του λόγου αυτού.
30
Συγκεκριμένα, η Rusal Armenal προέβαλε, μεταξύ άλλων, με το υπόμνημά της απαντήσεως ότι το άρθρο 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού δεν αποκλείει τη δυνατότητα ενός Αρμένιου παραγωγού να τύχει ατομικής μεταχειρίσεως ως επιχειρήσεως λειτουργούσας υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Κατά τη Rusal Armenal, η διάταξη αυτή δεν συνάδει, επομένως, με το δίκαιο του ΠΟΕ, και ιδίως με τη συμφωνία αντιντάμπινγκ, όχι καθεαυτή, αλλά μόνον καθόσον το Συμβούλιο εφάρμοσε εν προκειμένω το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, αντί του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού αυτού, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι, κατά το άρθρο 2.7 της συμφωνίας αντιντάμπινγκ και τη δεύτερη συμπληρωματική διάταξη σχετικά με την παράγραφο 1 του άρθρου VI της ΓΣΔΕ, το Συμβούλιο μπορούσε να εφαρμόσει στην περίπτωσή της το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού μόνον αν πληρούνται οι προϋποθέσεις της συμπληρωματικής αυτής δεύτερης διατάξεως.
31
Λαμβανομένου υπόψη του συγκεκριμένου περιεχομένου των εν λόγω διευκρινίσεων που περιλαμβάνονται στο υπόμνημα απαντήσεως της Rusal Armenal, δεν συνάγεται εκ πρώτης όψεως, στο στάδιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ότι η Rusal Armenal παραιτήθηκε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, από τον πρώτο λόγο ακυρώσεως ή ότι τον κατέστησε άνευ αντικειμένου. Επομένως, τα επιχειρήματα της Rusal Armenal προς απόρριψη του πρώτου λόγου αναιρέσεως φαίνονται αρκούντως αξιόπιστα ώστε να μην είναι προφανής η λύση που πρέπει να δοθεί στην εγερθείσα συναφώς διαφωνία.
32
Ως προς τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά τη φερομένη ως εσφαλμένη εφαρμογή εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου της αποφάσεως Nakajima κατά Συμβουλίου (EU:C:1991:186), η Rusal Armenal υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, το Δικαστήριο δεν προσδιόρισε στην απόφαση αυτή μόνο το κριτήριο της «προθέσεως προς εκτέλεση ειδικής υποχρεώσεως αναληφθείσας στο πλαίσιο του ΠΟΕ», αλλά δύο εναλλακτικά κριτήρια, ήτοι την πρόθεση αυτή και «ρητή παραπομπή στη συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ». Ο δεύτερος αυτός λόγος αναιρέσεως δεν συνάδει προς τη νομολογία του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, προς το προαναφερθέν εναλλακτικό δεύτερο κριτήριο που προκύπτει από τη ρητή παραπομπή της αιτιολογικής σκέψης 5 του βασικού κανονισμού στους λεπτομερείς κανόνες της συμφωνίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τον υπολογισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο αντιτάσσουν ότι το άρθρο 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού δεν έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση των απορρεουσών από τη ΓΣΔΕ ή το δίκαιο του ΠΟΕ υποχρεώσεων, οπότε η νομιμότητα της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να ελεγχθεί με κριτήριο τις υποχρεώσεις αυτές, σύμφωνα με την απόφαση Nakajima κατά Συμβουλίου (EU:C:1991:186). Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο ελέγχοντας τη σχετική με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, υποσημείωση, στην οποία περιλαμβάνεται η Δημοκρατία της Αρμενίας, σε σχέση με τις υποχρεώσεις αυτές.
33
Επισημαίνεται ότι, στη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε τα εξής:
«[…] Συναφώς, από το προοίμιο του βασικού κανονισμού, και ειδικότερα από την αιτιολογική του σκέψη 5, προκύπτει ότι σκοπός του κανονισμού αυτού είναι, μεταξύ άλλων, να μεταφερθούν στο κοινοτικό δίκαιο οι νέοι και λεπτομερείς κανόνες που περιέχει η συμφωνία αντιντάμπινγκ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, ειδικότερα, οι κανόνες υπολογισμού του περιθωρίου του ντάμπινγκ, προκειμένου να διασφαλισθεί η ενδεδειγμένη και διαφανής εφαρμογή των εν λόγω κανόνων. Δεν αμφισβητείται, επομένως, ότι η Κοινότητα εξέδωσε τον βασικό κανονισμό για να εκπληρώσει τις διεθνείς της υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία αντιντάμπινγκ [βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιανουαρίου 2003, Petrotub και Republica, C‑76/00 P, EU:C:2003:4, σκέψεις 53 έως 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία], τούτο δε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 18, παράγραφος 4, της εν λόγω συμφωνίας [απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου Chiquita Brands κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑19/01, EU:T:2005:31, σκέψη 160]. Περαιτέρω, με το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, με τίτλο “Καθορισμός του ντάμπινγκ”, η Κοινότητα θέλησε να εκπληρώσει τις ειδικές υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 της συμφωνίας αυτής, οι οποίες αφορούν επίσης τον καθορισμό του ντάμπινγκ.»
34
Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι υφίσταται διαφωνία μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου, αφενός, και της Rusal Armenal η οποία, κατ’ ουσίαν, υποστηρίζει την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αφετέρου, περί του σημαντικού νομικού ζητήματος αν πληρούνται εν προκειμένω τα κριτήρια που έθεσε το Δικαστήριο στην απόφαση Nakajima κατά Συμβουλίου EU:C:1991:186). Με την επιφύλαξη της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της βασιμότητας του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, τα επιχειρήματα της Rusal Armenal, με σκοπό την απόρριψη της αναιρέσεως, όπως συμπληρώθηκαν με τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, φαίνονται αξιόπιστα, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του Δικαστηρίου, καθώς και της ρητής παραπομπής της αιτιολογικής σκέψης 5 του βασικού κανονισμού στους συναφείς κανόνες που απορρέουν από τη συμφωνία αντιντάμπινγκ και το άρθρο VI της ΓΣΔΕ. Συνεπώς, τα επιχειρήματα αυτά δεν στερούνται ερείσματος υπό την έννοια ότι έχουν μεγάλη πιθανότητα ευδοκιμήσεως, όσον αφορά την εν προκειμένω εκτίμηση του fumus boni juris.
35
Ως προς τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος αφορά την παραβίαση της αρχής της θεσμικής ισορροπίας στην οποία προβάλλεται ότι υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κρίνοντας ότι η αναφορά της Δημοκρατίας της Αρμενίας στην υποσημείωση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού δεν συνάδει προς το θεσπισθέν με τη συμφωνία αντιντάμπινγκ σύστημα, αρκεί η διαπίστωση, όσον αφορά την εν προκειμένω εκτίμηση του fumus boni juris, ότι ο λόγος αυτός συνδέεται στενώς με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, όπως αναγνωρίζει σιωπηρώς η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε, κατά την άποψή της, την παραβίαση αυτή λόγω εσφαλμένης ερμηνείας της αποφάσεως του Δικαστηρίου Nakajima κατά Συμβουλίου (EU:C:1991:186). Κατά συνέπεια, η ύπαρξη της εν λόγω παραβιάσεως εξαρτάται προφανώς, εν προκειμένω, από την ύπαρξη πλάνης περί το δίκαιο κατά την εφαρμογή των τεθέντων με την απόφαση αυτή κριτηρίων. Επομένως, για τους εκτεθέντες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας διατάξεως λόγους, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Rusal Armenal απέδειξε επίσης την ύπαρξη σοβαρής νομικής διαφωνίας όσον αφορά τη βασιμότητα του τρίτου αυτού λόγου αναιρέσεως.
36
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, η προϋπόθεση του fumus boni juris πληρούται εν προκειμένω.
Επί του επείγοντος
37
Όσον αφορά την προϋπόθεση του επείγοντος, εναπόκειται στον αιτούντα τη λήψη προσωρινών μέτρων να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατό να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία [βλ., συναφώς, διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου Matra κατά Επιτροπής, C‑225/91 R, EU:C:1991:460, σκέψη 19, καθώς και SCK και FNK κατά Επιτροπής, C‑268/96 P(R), EU:C:1996:381, σκέψη 30]. Για να αποδειχθεί η ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας δεν απαιτείται να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα η επέλευση της ζημίας, αλλά αρκεί αυτή να πιθανολογηθεί επαρκώς (διάταξη του αντιπροέδρου του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά ANKO, EU:C:2014:239, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38
Η Rusal Armenal υποστηρίζει ότι οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη χορήγηση προσωρινών μέτρων είναι αλληλένδετες, ούτως ώστε, όταν το fumus boni juris είναι ιδιαίτερα σοβαρό, η προϋπόθεση του επείγοντος μπορεί να εκτιμάται με λιγότερο αυστηρό τρόπο εφόσον ο προδήλως μη σύννομος χαρακτήρας ενός μέτρου αρκεί προς απόδειξη της αναγκαιότητας για προσωρινή προστασία των δικαιωμάτων του αιτούντος τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Περί αυτού πρόκειται, μεταξύ άλλων, εν προκειμένω, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τα αιτήματα του εν λόγω αιτούντος ακυρώνοντας τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
39
Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι το γεγονός αυτό που επικαλείται η Rusal Armenal για να ζητήσει την αναστολή των αποτελεσμάτων κανονισμού ακυρωθέντος από το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να αμβλύνει τις απαιτήσεις που αφορούν το κριτήριο του επείγοντος. Επομένως, η εφαρμογή του προσβαλλόμενου κανονισμού, παρά την ακύρωσή του με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν προκαλεί, καθεαυτή, ζημία στη Rusal Armenal δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο αγωγής αποζημιώσεως. Συγκεκριμένα, εφόσον ο νομοθέτης της Ένωσης αποφάσισε, με τη θέσπιση του άρθρου 60 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην άσκηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία ακυρώνεται κανονισμός, δεν απόκειται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων, επιληφθέντα στο πλαίσιο αναιρέσεως, να στερεί από το άρθρο αυτό ένα μέρος της πρακτικής αποτελεσματικότητάς του μετριάζοντας συστηματικώς την προϋπόθεση του επείγοντος υπό τις συνθήκες αυτές.
40
Πάντως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο κατά το μάλλον ή ήττον σοβαρός χαρακτήρας του fumus boni juris επηρεάζει την εκτίμηση του επείγοντος (βλ. διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob, C‑404/10 P‑R, EU:C:2011:37, σκέψη 27). Το επείγον που μπορεί να επικαλεστεί ο προσφεύγων πρέπει κατά μείζονα λόγο να ληφθεί υπόψη από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων όταν το fumus boni juris των λόγων και επιχειρημάτων επί των οποίων στηρίζεται είναι ιδιαίτερα σοβαρό (βλ., συναφώς, διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Αυστρία κατά Συμβουλίου, C‑445/00 R, EU:C:2001:123, σκέψη 110). Υπό την επιφύλαξη της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της βασιμότητας της αναιρέσεως, από τις σκέψεις 26 έως 36 της παρούσας διατάξεως προκύπτει ότι το fumus boni juris των λόγων και επιχειρημάτων της Rusal Armenal είναι αρκούντως σοβαρό ώστε να πληροί την προϋπόθεση αυτή, όπερ πρέπει να ληφθεί υπόψη στη συνέχεια της αναλύσεως και, μεταξύ άλλων, ενδεχομένως, στο πλαίσιο της σταθμίσεως των εμπλεκομένων συμφερόντων.
41
Ωστόσο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 160, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι σχετικές με το fumus boni juris και το επείγον προϋποθέσεις είναι διαφορετικές και σωρευτικές, οπότε η Rusal Armenal εξακολουθεί να υποχρεούται να αποδείξει ότι επίκειται σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία [βλ., συναφώς, διατάξεις του Προέδρου του Δικαστηρίου Akhras κατά Συμβουλίου, C‑110/12 P(R), EU:C:2012:507, σκέψη 26, και του αντιπροέδρου του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά ANKO, EU:C:2014:239, σκέψη 14].
42
Περαιτέρω, όπως επισημαίνουν η Επιτροπή και το Συμβούλιο, ο προσβαλλόμενος κανονισμός άρχισε να ισχύει τον Σεπτέμβριο του 2009 και, επομένως, παράγει αποτελέσματα από τεσσάρων και πλέον ετών και, εξάλλου, η Rusal Armenal δεν ζήτησε αναστολή της εκτελέσεως του μέτρου αυτού από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων του Γενικού Δικαστηρίου κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής. Επομένως, σε αυτήν απόκειται να αποδείξει, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ότι, παρά το γεγονός ότι εφαρμόζεται δασμός αντιντάμπινγκ 13,4 % στις εισαγωγές ορισμένων προϊόντων της στην Ένωση από το 2009, πρέπει επειγόντως να ληφθούν προσωρινά μέτρα για να αποφύγει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία την οποία μπορεί να υποστεί αν δεν ληφθούν τα μέτρα αυτά. Επομένως, η Rusal Armenal πρέπει είτε να αποδείξει ζημία την οποία δεν υπέστη κατά τη διάρκεια των τεσσάρων τελευταίων ετών μολονότι η ζημία αυτή οφείλεται στον προσβαλλόμενο κανονισμό, είτε ζημία η οποία είναι στο εξής σοβαρή και ανεπανόρθωτη, οπότε η χορήγηση προσωρινών μέτρων είναι επείγουσα καίτοι η Rusal Armenal έχει ήδη υποστεί τη ζημία αυτή κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ετών της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας, η οποία οδήγησε στην έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
43
Αντιθέτως, πρέπει εκ προοιμίου να απορριφθεί η επιχειρηματολογία της Επιτροπής και του Συμβουλίου σχετικά με το ότι το μέτρο αντιντάμπινγκ που θεσπίστηκε με τον εν λόγω κανονισμό θα λήξει τον Σεπτέμβριο του 2014, ήτοι πέντε έτη μετά τη θέσπισή του, οπότε δεν δικαιολογείται η λήψη τυχόν προσωρινών μέτρων για περίοδο μόνον ολίγων μηνών. Συγκεκριμένα, όσον αφορά, εν προκειμένω, οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ, δεν αποκλείεται η κίνηση διαδικασίας επανεξετάσεως του επίμαχου μέτρου με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήσεως παραγωγών της Ένωσης, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, το μέτρο που θεσπίζει τον εν λόγω δασμό εξακολουθεί να ισχύει εν αναμονή των αποτελεσμάτων της επανεξετάσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1225/2009 που αντικαθιστά στο εξής τον βασικό κανονισμό.
44
Εν προκειμένω, η Rusal Armenal προσδιορίζει τρία είδη ανεπανόρθωτων ζημιών οι οποίες θα προκύψουν, κατά την άποψή της, εάν δεν υπάρξει αναστολή, από την εφαρμογή του προσβαλλόμενου κανονισμού, ήτοι, πρώτον, την πιθανή διάλυσή της από τη μητρική εταιρία, δεύτερον, την οριστική απόλυση μεγάλου αριθμού υπαλλήλων της λόγω του πιθανού κλεισίματος του εργοστασίου της και, τρίτον, τις επιπτώσεις στην οικονομία της Δημοκρατίας της Αρμενίας και στις εξαγωγές της προς την Ένωση. Περαιτέρω, αναφέρει την προβαλλόμενη σημαντική μείωση του μεριδίου αγοράς της.
45
Κατ’ αρχάς, όσον αφορά την τυχόν διάλυσή της, η Rusal Armenal διατείνεται ότι υφίσταται σημαντικές ζημίες από την έναρξη ισχύος του προσβαλλόμενου κανονισμού, κυρίως λόγω της αδυναμίας στην οποία βρίσκεται, εξαιτίας του κανονισμού αυτού, να εξάγει την παραγωγή της προς την Ένωση. Στο εξής, η μητρική της εταιρία, η UC Rusal, δεν θα μπορεί να καλύπτει τις ζημίες των ελλειμματικών θυγατρικών της λόγω των δικών της οικονομικών δυσχερειών που προκύπτουν από τη χαμηλή τιμή του αλουμινίου παγκοσμίως. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανό να αποφασίσει το κλείσιμο της Rusal Armenal στο εγγύς μέλλον εάν δεν βελτιωθεί η αποδοτικότητά της.
46
Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν η προβαλλόμενη ζημία είναι οικονομικής φύσεως, τα ζητηθέντα προσωρινά μέτρα δικαιολογούνται αν προκύπτει ότι, ελλείψει των μέτρων αυτών, ο αιτών θα βρεθεί σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική του βιωσιμότητα πριν από την έκδοση της αποφάσεως που περατώνει την επί της ουσίας διαδικασία ή ότι τα μερίδια αγοράς του θα τροποποιηθούν σημαντικά από πλευράς, ιδίως, του μεγέθους και του κύκλου εργασιών της επιχειρήσεώς του καθώς και των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει [διάταξη του αντιπροέδρου του Δικαστηρίου EDF κατά Επιτροπής, C‑551/12 P(R), EU:C:2013:157, σκέψη 54].
47
Η Rusal Armenal δεν υποστηρίζει ότι η οικονομική ζημία, την οποία έχει υποστεί λόγω των ζημιών που προβάλλεται ότι οφείλονται στον προσβαλλόμενο κανονισμό, δύναται να διακυβεύσει τη βιωσιμότητα του ομίλου εταιριών στον οποίο ανήκει, ώστε ο όμιλος αυτός, περιλαμβανομένης της μητρικής της εταιρίας, να εξαφανισθεί. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι η τυχόν διάλυση της Rusal Armenal δεν προκύπτει άμεσα από τον εν λόγω κανονισμό, αλλά από εμπορική απόφαση την οποία θα λάβει η μητρική της εταιρία. Η απόφαση αυτή θα ληφθεί, ενδεχομένως, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των κρίσιμων εμπορικών συνθηκών, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων του δασμού αντιντάμπινγκ που απορρέουν από τον ίδιο κανονισμό στην αποδοτικότητα της Rusal Armenal. Άλλοι παράγοντες, μεταξύ άλλων οι δυσχερείς οικονομικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν τις διεθνείς αγορές του αλουμινίου, τις οποίες επικαλέστηκε η Rusal Armenal, διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην υπόθεση αυτή.
48
Ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι, σε περίπτωση αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως πράξεως της Ένωσης, η χορήγηση του ζητηθέντος προσωρινού μέτρου δικαιολογείται μόνον αν η επίμαχη πράξη αποτελεί την καθοριστική αιτία της προβαλλομένης σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας (διάταξη του αντιπροέδρου του Δικαστηρίου EDF κατά Επιτροπής, EU:C:2013:157, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Υπό τις συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως στην οποία η εν λόγω νομολογία έχει εφαρμογή κατ’ αναλογία, όσον αφορά αίτηση με σκοπό την αναστολή των αποτελεσμάτων κανονισμού τον οποίο ακύρωσε το Γενικό Δικαστήριο, η Rusal Armenal δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός ο οποίος ισχύει από τεσσάρων και πλέον ετών είναι η καθοριστική αιτία της μελλοντικής διαλύσεώς της από τη μητρική εταιρία, αν υποτεθεί ότι θα πραγματοποιηθεί η διάλυση αυτή.
49
Επί του τελευταίου αυτού σημείου, πρέπει να προστεθεί, επομένως, ότι η ακύρωση του εν λόγω κανονισμού από το Γενικό Δικαστήριο δημιούργησε την προοπτική τυχόν καταργήσεως του επίμαχου δασμού αντιντάμπινγκ, όσον αφορά τη Rusal Armenal, όπερ θα βελτιώσει, ενδεχομένως, τις περί μεσοπρόθεσμης αποδοτικότητας προβλέψεις της, καθώς και τις προβλέψεις για τους επιχειρηματικούς υπολογισμούς ως προς την τυχόν διάλυσή της από τη μητρική εταιρία.
50
Στη συνέχεια, όσον αφορά την προβαλλομένη από τη Rusal Armenal ζημία η οποία προκύπτει από την οριστική απόλυση 677 υπαλλήλων της σε περίπτωση κλεισίματος του εργοστασίου της, η Επιτροπή και το Συμβούλιο αντιτάσσουν ότι η επιχείρηση αυτή μπορεί να προβάλει μόνον τη ζημία της για να αποδείξει το επείγον, αποκλειομένης της ζημίας που προκαλείται σε τρίτους.
51
Συγκεκριμένα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο αιτών τη χορήγηση προσωρινών μέτρων υποχρεούται να αποδείξει ότι δεν μπορεί να αναμείνει την έκβαση της διαδικασίας της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί προσωπικώς ζημία συνεπαγόμενη σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες γι’ αυτόν [διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Cheminova κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑60/08 P(R), EU:C:2009:181, σκέψη 35]. Επομένως, η Rusal Armenal δεν μπορεί να στηριχθεί στην καθεαυτή ζημία που θα υποστούν οι υπάλληλοί της σε περίπτωση καταργήσεως των θέσεων εργασίας τους.
52
Πάντως, διαπιστώνεται ότι το γεγονός ότι επιχείρηση πρέπει να καταργήσει θέσεις εργασίας και να απολέσει επομένως εκπαιδευμένο και λειτουργικό εργατικό δυναμικό μπορεί να προκαλέσει άμεση και προσωπική ζημία, ανεξαρτήτως της χωριστής ζημίας που θα υποστούν οι υπάλληλοί της, καθόσον θα της είναι δυσχερέστερο να επαναλάβει στη συνέχεια τις δραστηριότητές της σε περίπτωση μεταβολής των οικονομικών συνθηκών.
53
Εντούτοις, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η Rusal Armenal δεν απέδειξε ότι το τυχόν κλείσιμο του εργοστασίου της στο μέλλον, είτε επέλθει κατόπιν της δικής της διαλύσεως είτε λόγω αναδιαρθρώσεως των δραστηριοτήτων της με σκοπό τη μείωση των δαπανών, θα έχει ως καθοριστική αιτία, κατά την υπομνησθείσα στη σκέψη 48 της παρούσας διατάξεως νομολογία του Δικαστηρίου, τον δασμό αντιντάμπινγκ τον οποίο θέσπισε ο προσβαλλόμενος κανονισμός από τεσσάρων και πλέον ετών.
54
Τέλος, διαπιστώνεται ότι η ζημία η οποία προκύπτει από τις επιζήμιες συνέπειες του θεσπισθέντος με τον εν λόγω κανονισμό δασμού αντιντάμπινγκ επί της οικονομίας της Δημοκρατίας της Αρμενίας και των εξαγωγών της προς την Ένωση, ακόμα και αν αποδειχθεί, δεν θα την υποστεί προσωπικώς η Rusal Armenal, αλλά οι κάτοικοι της Αρμενίας γενικώς. Επομένως, κατά την υπομνησθείσα στη σκέψη 51 της παρούσας διατάξεως νομολογία του Δικαστηρίου, η Rusal Armenal δεν μπορεί να προβάλει λυσιτελώς τη ζημία αυτή για να δικαιολογήσει το επείγον που επικαλείται.
55
Περαιτέρω, η Rusal Armenal δεν τεκμηριώνει με κανένα απτό και συγκεκριμένο επιχείρημα την προβαλλόμενη σημαντική μείωση του μεριδίου αγοράς της λόγω του αποκλεισμού των προϊόντων της από την αγορά της Ένωσης. Ελλείψει επακριβών πληροφοριών σχετικά με το φερόμενο ως συνεπαγόμενο αποκλεισμό αποτέλεσμα του θεσπισθέντος με τον ίδιο κανονισμό δασμού αντιντάμπινγκ στις εξαγωγές των προϊόντων της Rusal Armenal προς την Ένωση και με τα χαρακτηριστικά της επίμαχης αγοράς, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας απορρέουσας από την προβαλλόμενη μείωση του εν λόγω μεριδίου αγοράς και να εκτιμήσει τη σοβαρότητα και τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας αυτής.
56
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η Rusal Armenal δεν απέδειξε ότι η μη αναστολή των αποτελεσμάτων του προσβαλλομένου κανονισμού, ο οποίος ισχύει από το 2009, μπορεί να της δημιουργήσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Συνεπώς, δεν πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος, οπότε πρέπει να απορριφθεί η παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να απαιτείται να γίνει στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων ή να εξεταστεί το παραδεκτόν της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων που υπέβαλε επικουρικώς η Rusal Armenal.
Για τους λόγους αυτούς, ο αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy