ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 31ης Μαΐου 2016 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου – Άρθρο 181 – Ρήτρα διαιτησίας – Συμβάσεις συναφθείσες στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου για δράσεις έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης, με σκοπό τη συμβολή στη δημιουργία του ευρωπαϊκού χώρου έρευνας και στην καινοτομία (2002-2006), του προγράμματος eTEN σχετικά με τα διευρωπαϊκά δίκτυα τηλεπικοινωνιών, καθώς και του προγράμματος-πλαισίου για την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα (2007-2013) – Έκθεση οικονομικού ελέγχου με την οποία διαπιστώθηκε η μη επιλεξιμότητα των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν – Αίτημα επιστροφής των επιχορηγήσεων που καταβλήθηκαν – Κατ’ αποκοπήν αποζημίωση – Αγωγή – Ανταγωγή»
Στην υπόθεση C‑450/14 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2014,
Κοινωνία της Πληροφορίας Ανοιχτή στις Ειδικές Ανάγκες – Ισότης, με έδρα το Ίλιον Αττικής (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τον Σ. Σκλήρη, δικηγόρο,
αναιρεσείουσα,
όπου ο έτερος διάδικος είναι η
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τις S. Lejeune και A. Μαρκουλλή, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσίβλητη,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους Κ. Λυκούργο, πρόεδρο τμήματος, E. Juhász και C. Vajda (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: A. Calot Escobar
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Κοινωνία της Πληροφορίας Ανοιχτή στις Ειδικές Ανάγκες – Ισότης (στο εξής: Ισότης) ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 16ης Ιουλίου 2014, Ισότης κατά Επιτροπής (T‑59/11, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2014:679), με την οποία αυτό, αφενός, απέρριψε την αγωγή της σχετικά με τις επιχορηγήσεις οι οποίες καταβλήθηκαν δυνάμει εννέα συμβάσεων που συνάφθηκαν με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και είχαν ως αντικείμενο την εκτέλεση ορισμένων έργων (στο εξής: επίμαχες συμβάσεις) και, αφετέρου, έκανε δεκτή την ανταγωγή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της «Ισότης».
Το νομικό πλαίσιο
Το συμβατικό πλαίσιο
2 Οι επίμαχες συμβάσεις συνάφθηκαν μεταξύ, αφενός, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από την Επιτροπή, και, αφετέρου, του συντονιστή και των μελών κοινοπραξίας, μεταξύ των οποίων και η «Ισότης». Καθεμία από τις συμβάσεις αυτές καθόριζε τη διάρκεια του οικείου έργου και προέβλεπε τη μέγιστη χρηματοδοτική συνεισφορά της Ευρωπαϊκής Κοινότητας καθώς και το τμήμα εκείνο της συνεισφοράς που προοριζόταν για την «Ισότης». Οι εν λόγω συμβάσεις περιλάμβαναν, εκτός του κυρίως κειμένου, έξι παραρτήματα, εκ των οποίων το δεύτερο περιείχε τους ισχύοντες γενικούς όρους.
3 Μεταξύ των επίμαχων συμβάσεων, έξι συμβάσεις (στο εξής: συμβάσεις FP6) συνάφθηκαν στο πλαίσιο του έκτου προγράμματος-πλαισίου, το οποίο θεσπίστηκε με την απόφαση 1513/2002/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 2002, για το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με σκοπό τη συμβολή στη δημιουργία του ευρωπαϊκού χώρου έρευνας και στην καινοτομία (2002-2006) (ΕΕ 2002, L 232, σ. 1).
4 Πρόκειται για τις συμβάσεις υπ’ αριθ. 027020 «Access to e-Government Services Employing Semantic Technologies», υπ’ αριθ. 035242 «A virtual platform to enhance and organize the coordination among centres for accessibility ressources and support», υπ’ αριθ. 511298 «Ambient Intelligence System of Agents for Knowledge-based and Integrated Services for Mobility Impaired Users», υπ’ αριθ. 034778 «European Unified Approach for Accessible Lifelong Learning», υπ’ αριθ. 045056 «Emergency Monitoring and Prevention» καθώς και υπ’ αριθ. 045563 «A wearable system supporting services to enable elderly people to live well, independently and at ease».
5 Οι γενικοί όροι των συμβάσεων FP6 (στο εξής: γενικοί όροι FP6) προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«[...]
Άρθρο II.1 Ορισμοί
[...]
22. Έσοδα: μεταβιβάσεις κεφαλαίων ή συνεισφορές σε είδος που τίθενται από τρίτους στη διάθεση αντισυμβαλλομένου και λογίζονται ως έσοδα κατά την έννοια του άρθρου ΙΙ.23, καθώς και οιοδήποτε εισόδημα παράγεται από το έργο [...]
[...]
Άρθρο II.19 Επιλέξιμες δαπάνες του έργου
1. Οι επιλέξιμες δαπάνες που πραγματοποιούνται για τους σκοπούς της εκτέλεσης του έργου πρέπει να πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
[...]
d) πρέπει να καταχωρίζονται στα λογιστικά βιβλία του αντισυμβαλλομένου που τις έχει πραγματοποιήσει, το αργότερο κατά την ημερομηνία έκδοσης του πιστοποιητικού οικονομικού ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο ΙΙ.26. Οι λογιστικές διαδικασίες που ακολουθούνται για την καταχώριση των δαπανών και των εσόδων πρέπει να είναι σύμφωνες με τους λογιστικούς κανόνες του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αντισυμβαλλόμενος και να επιτρέπουν την άμεση σύγκριση μεταξύ των σχετικών με την εκτέλεση του έργου δαπανών και εσόδων και της γενικής κατάστασης των λογαριασμών που αφορούν τη συνολική επιχειρηματική δραστηριότητα του αντισυμβαλλομένου·
[...]
Άρθρο II.29 Οικονομικοί και λοιποί έλεγχοι
1. Η Επιτροπή δύναται, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της σύμβασης και έως και πέντε έτη μετά τη λήξη του έργου, να αναθέσει είτε σε εξωτερικούς επιστημονικούς, τεχνικούς ή λογιστικούς ελεγκτές είτε στις υπηρεσίες της, συμπεριλαμβανομένης της [Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης], τη διενέργεια ελέγχων. Οι έλεγχοι αυτοί δύναται να καλύπτουν τις επιστημονικές, χρηματοοικονομικές, τεχνολογικές και άλλες πτυχές (όπως οι αρχές λογιστικής και διαχείρισης) που συνδέονται με την ορθή εκτέλεση του έργου και της σύμβασης. Κατά τη διενέργεια αυτών των ελέγχων τηρείται εμπιστευτικότητα. Αν κατά τους ελέγχους διαπιστωθεί ότι οφείλονται ποσά στην Επιτροπή, τα οφειλόμενα ποσά δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο ανάκτησης όπως προβλέπεται στο άρθρο ΙΙ.31.
[...]
2. Οι αντισυμβαλλόμενοι θέτουν άμεσα στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα λεπτομερή στοιχεία που η Επιτροπή ενδέχεται να απαιτήσει προκειμένου να επαληθεύσει τη χρηστή διαχείριση και εκτέλεση της σύμβασης.
[...]
Άρθρο II.31 Επιστροφή ποσών στην Επιτροπή και εντάλματα είσπραξης
1. Εάν οιοδήποτε ποσό καταβληθεί αχρεωστήτως στον αντισυμβαλλόμενο ή εάν η ανάκτηση είναι δικαιολογημένη βάσει των διατάξεων της σύμβασης, ο αντισυμβαλλόμενος δεσμεύεται να επιστρέψει στην Επιτροπή το εν λόγω ποσό υπό τους όρους και εντός της χρονικής προθεσμίας που καθορίζει η Επιτροπή.
2. Εάν ο αντισυμβαλλόμενος δεν επιστρέψει το οφειλόμενο ποσό εντός της προθεσμίας που έχει καθορίσει η Επιτροπή, στο ποσό αυτό επιβάλλονται τόκοι με βάση το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο ΙΙ.28. Οι τόκοι υπερημερίας καλύπτουν το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας λήξης της καθορισμένης προθεσμίας πληρωμής και της ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή εισπράττει το σύνολο του ποσού που της οφείλεται.
[...]»
6 Μεταξύ των επίμαχων συμβάσεων, δύο άλλες συμβάσεις (στο εξής: συμβάσεις eTEN) συνάφθηκαν στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος eTEN, που αφορά τα διευρωπαϊκά δίκτυα τηλεπικοινωνιών και διέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 2236/95 του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, περί καθορισμού των γενικών κανόνων για τη χορήγηση κοινοτικής ενίσχυσης στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων (ΕΕ 1995, L 228, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (EK) 1655/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 1999 (ΕΕ 1999, L 197, σ. 1).
7 Πρόκειται για τις συμβάσεις υπ’ αριθ. 029255 «NavigAbile: e-inclusion for communication disabilities» και υπ’ αριθ. 517506 «European Recommended Materials for Distance Learning Courses for Educators».
8 Οι γενικοί όροι των συμβάσεων eTEN (στο εξής: γενικοί όροι eTEN) προέβλεπαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«[...]
Άρθρο II.16 Αιτιολόγηση των δαπανών
Οι επιλέξιμες δαπάνες αποδίδονται εφόσον είναι αιτιολογημένες από τον συμμετέχοντα.
Προς τον σκοπό αυτό, ο συμμετέχων υποχρεούται να τηρεί, σε συστηματική βάση και σύμφωνα με τα συνήθη λογιστικά πρότυπα του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος, τον λογαριασμό του έργου και την κατάλληλη τεκμηρίωση προκειμένου να αποδεικνύει και να αιτιολογεί λεπτομερώς τις δαπάνες και τις ημερομηνίες που εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία του.
Η τεκμηρίωση πρέπει να είναι ακριβής, πλήρης και αποτελεσματική.
Άρθρο II.17 Οικονομικός έλεγχος
[...]
2. Η Επιτροπή ή κάθε εξουσιοδοτημένος από αυτήν αντιπρόσωπος μπορεί, εντός εύλογου χρονικού πλαισίου, να έχει πρόσβαση, μεταξύ άλλων, στο προσωπικό των δικαιούχων που απασχολείται στο πλαίσιο του έργου, στη διαλαμβανόμενη στο άρθρο 16 του παρόντος παραρτήματος τεκμηρίωση και στα ηλεκτρονικά δεδομένα και εξοπλισμό που κρίνει σχετικά με το έργο. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να απαιτήσει να της/του παραδοθούν τα στοιχεία με την κατάλληλη μορφή, προκειμένου, για παράδειγμα, να επαληθεύσει την επιλεξιμότητα των δαπανών.
[...]
4. Βάσει των πορισμάτων του οικονομικού ελέγχου, η Επιτροπή λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο που κρίνει χρήσιμο, συμπεριλαμβανομένου του μέτρου της ανάκτησης του συνόλου ή μέρους των πληρωμών που έχει διενεργήσει. Το σχετικό ένταλμα είσπραξης έχει ως αποδέκτη τον ενδιαφερόμενο δικαιούχο ή τον εμπλεκόμενο δικαιούχο στην περίπτωση που ο έλεγχος αφορά ένα από τα μέλη του.
[...]
Άρθρο II.19 Επιστροφή ποσών στην Επιτροπή και εντάλματα είσπραξης
1. Αν ορισμένο ποσό έχει καταβληθεί αχρεωστήτως στον συμμετέχοντα ή αν η ανάκτηση δικαιολογείται με βάση τις ρήτρες της σύμβασης, ο δικαιούχος αναλαμβάνει να επιστρέψει στην Επιτροπή το επίμαχο ποσό, σύμφωνα με τους όρους και κατά την ημερομηνία που καθορίζει η Επιτροπή.
2. Αν ο δικαιούχος δεν προβεί σε καταβολή μέχρι την ημερομηνία που έχει καθορίσει η Επιτροπή, το οφειλόμενο ποσό προσαυξάνεται με τόκους βάσει του επιτοκίου που ορίζεται με το άρθρο 3.6 του παρόντος παραρτήματος. Οι τόκοι υπερημερίας οφείλονται για το χρονικό διάστημα μεταξύ της επομένης της ημερομηνίας που έχει καθοριστεί για την πληρωμή και της ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή λαμβάνει το σύνολο του οφειλόμενου ποσού.
[...]»
9 Η τελευταία από τις επίμαχες συμβάσεις (στο εξής: σύμβαση CIP) συνάφθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος-πλαισίου για την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα (CIP), που θεσπίστηκε με την απόφαση 1639/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με τη θέσπιση προγράμματος-πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (2007‑2013) (ΕΕ 2006, L 310, σ. 15).
10 Πρόκειται για τη σύμβαση υπ’ αριθ. 224988 «T-Seniority: Expanding the benefits of information society to older people through digital TV channels».
11 Οι γενικοί όροι της συμβάσεως CIP (στο εξής: γενικοί όροι CIP) περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα άρθρα:
«[...]
Άρθρο II.20 Επιλέξιμες δαπάνες – Γενικές αρχές
1. Επιλέξιμες είναι οι δαπάνες που απαριθμούνται στα άρθρα II.21 και II.22. Οι δαπάνες αυτές πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
[...]
– πρέπει να είναι αναγκαίες για την εκτέλεση του έργου·
– πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί όντως από τον δικαιούχο·
– πρέπει να είναι προσδιορίσιμες και επαληθεύσιμες, να είναι καταχωρισμένες στα λογιστικά βιβλία του δικαιούχου και να έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες που εφαρμόζονται στη χώρα στην οποία έχει την εγκατάστασή του ο δικαιούχος και σύμφωνα με τις συνήθεις πρακτικές κοστολόγησης που αυτός εφαρμόζει· οι εσωτερικές διαδικασίες λογιστικής και ελέγχου που εφαρμόζει ο δικαιούχος πρέπει να καθιστούν δυνατή την άμεση αντιστοίχηση των δαπανών και τιμολογίων που δηλώνονται στο πλαίσιο του έργου με τις αντίστοιχες οικονομικές καταστάσεις και τα αντίστοιχα δικαιολογητικά·
– πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις απαιτήσεις της εφαρμοστέας φορολογικής και κοινωνικής νομοθεσίας·
– πρέπει να είναι εύλογες, αιτιολογημένες και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ιδίως όσον αφορά την εξοικονόμηση πόρων και την αποδοτικότητα·
και
– πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του έργου.
[...]
Άρθρο II.23 Αιτιολόγηση των δαπανών
Οι επιλέξιμες δαπάνες αποδίδονται εφόσον είναι αιτιολογημένες από τον δικαιούχο.
Προς τον σκοπό αυτό, ο συμμετέχων υποχρεούται να τηρεί, σε συστηματική βάση και σύμφωνα με τα συνήθη λογιστικά πρότυπα του κράτους στο οποίο είναι εγκατεστημένος, τον λογαριασμό του έργου και την κατάλληλη τεκμηρίωση προκειμένου να αποδεικνύει και να αιτιολογεί λεπτομερώς τις δαπάνες και τις ημερομηνίες που εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία του. Ο λογαριασμός αυτός πρέπει να φυλάσσεται τουλάχιστον για πέντε έτη μετά την τελική πληρωμή. Το σύνολο του χρόνου εργασίας που χρεώνεται στη σύμβαση επιχορήγησης πρέπει να καταγράφεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου και για μέγιστη περίοδο δύο μηνών από τη λήξη της διάρκειας του έργου· ο χρόνος αυτός πρέπει να πιστοποιείται τουλάχιστον μια φορά ανά μήνα από τον υπεύθυνο του έργου τον οποίο έχει ο ορίσει ο συμμετέχων σύμφωνα με το άρθρο II.3.b του παρόντος παραρτήματος ή από το οικονομικό στέλεχος που έχει δεόντως εξουσιοδοτήσει ο συμμετέχων.
Η προαναφερθείσα τεκμηρίωση πρέπει να είναι ακριβής, πλήρης και αποτελεσματική.
[...]
Άρθρο II.28 Οικονομικός έλεγχος
[...]
2. Οι δικαιούχοι θέτουν απευθείας στη διάθεση της Επιτροπής όλες τις λεπτομερείς πληροφορίες και τα στοιχεία που μπορεί να ζητήσει η Επιτροπή ή εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός της με σκοπό να επαληθευτεί η ορθή διαχείριση της σύμβασης, η υλοποίησή της σύμφωνα με τις διατάξεις της και ο σύμφωνος με τη σύμβαση καταλογισμός των δαπανών.
[...]
5. Βάσει των πορισμάτων του ελέγχου, η Επιτροπή λαμβάνει κάθε πρόσφορο μέτρο που κρίνει χρήσιμο, συμπεριλαμβανομένων του μέτρου της ανάκτησης του συνόλου ή μέρους των πληρωμών που έχει διενεργήσει καθώς και της επιβολής κάθε απαιτούμενης κύρωσης.
[...]
Άρθρο II.30 Επιστροφή ποσών στην Επιτροπή και εντάλματα είσπραξης
1. Όταν ένα ποσό που έχει καταβληθεί από την Επιτροπή στον συντονιστή με την ιδιότητα του αποδέκτη όλων των πληρωμών πρέπει να ανακτηθεί δυνάμει των διατάξεων της παρούσας σύμβασης επιχορήγησης, ο ενδιαφερόμενος δικαιούχος αναλαμβάνει να επιστρέψει στην Επιτροπή το επίμαχο ποσό, σύμφωνα με τους όρους και κατά την ημερομηνία που καθορίζει η Επιτροπή.
2. Αν η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού δεν εκπληρωθεί μέχρι την ημερομηνία που έχει καθορίσει η Επιτροπή, το οφειλόμενο ποσό προσαυξάνεται με τόκους βάσει του επιτοκίου που ορίζεται με το άρθρο II.5(5). Οι τόκοι υπερημερίας οφείλονται για το χρονικό διάστημα μεταξύ της επομένης της ημερομηνίας που έχει καθοριστεί για την πληρωμή και της ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή λαμβάνει το σύνολο του οφειλόμενου ποσού.
[...]»
12 Κατά το άρθρο 12 των συμβάσεων FP6 και κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, των συμβάσεων eTEN, οι εν λόγω συμβάσεις διέπονται από το βελγικό δίκαιο. Η σύμβαση CIP, κατά το άρθρο 10, πρώτο εδάφιο, αυτής, διέπεται, κατά βάση, από «τους συμβατικούς όρους, από τις σχετικές κοινοτικές πράξεις περί [CIP], από τον δημοσιονομικό κανονισμό που ισχύει για τον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, από τις λοιπές πράξεις του κοινοτικού δικαίου» και, επικουρικώς, από το βελγικό δίκαιο.
13 Το άρθρο 13 των συμβάσεων FP6, το άρθρο 5, παράγραφος 2, των συμβάσεων eTEN και το άρθρο 10, τρίτο εδάφιο, της συμβάσεως CIP περιέχουν ρήτρα διαιτησίας δυνάμει της οποίας το Γενικό Δικαστήριο ή το Δικαστήριο είναι, κατά περίπτωση, αρμόδια για να αποφαίνονται επί των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των αντισυμβαλλομένων της όσον αφορά το κύρος, την εφαρμογή ή την ερμηνεία των συμβάσεων αυτών.
Το βελγικό δίκαιο
14 Κατά το άρθρο 1134, τρίτο εδάφιο, του βελγικού αστικού κώδικα, οι νομίμως συναφθείσες συμβάσεις πρέπει να εκτελούνται σύμφωνα με την καλή πίστη.
15 Το άρθρο 1156 του εν λόγω κώδικα προβλέπει τα εξής:
«Στις συμβάσεις πρέπει να αναζητείται ποια ήταν η κοινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, χωρίς προσήλωση στην κατά γράμμα έννοια των όρων.»
16 Κατά το άρθρο 1315 του προαναφερθέντος κώδικα:
«Όποιος απαιτεί την εκπλήρωση της ενοχής οφείλει να αποδείξει την ύπαρξή της.
Αντιστοίχως, όποιος υποστηρίζει ότι έχει απαλλαγεί οφείλει να αποδείξει την καταβολή ή το γεγονός το οποίο προκάλεσε την απόσβεση της ενοχής του.»
Ιστορικό της διαφοράς
17 Η «Ισότης» είναι αστική μη κερδοσκοπική εταιρία ελληνικού δικαίου με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα), που μετέσχε στα έργα τα οποία αφορούσαν οι επίμαχες συμβάσεις. Στις 17 Ιανουαρίου 2011 η «Ισότης» λύθηκε και τέθηκε σε εκκαθάριση.
18 Από τις 8 έως τις 12 Φεβρουαρίου 2010, η Επιτροπή διενήργησε οικονομικό έλεγχο των επίμαχων συμβάσεων στα γραφεία της «Ισότης». Πριν από τη διενέργεια του οικονομικού ελέγχου, η Επιτροπή είχε καταβάλει στην «Ισότης» την τελευταία δόση της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για ορισμένες από τις επίμαχες συμβάσεις, ενώ οι άλλες επίμαχες συμβάσεις βρίσκονταν σε διαφορετικά στάδια εκτελέσεως.
19 Στις 28 Ιουνίου 2010 η Επιτροπή απέστειλε στην «Ισότης» προσωρινή έκθεση οικονομικού ελέγχου σχετικά με την εκτέλεση των επίμαχων συμβάσεων. Στις 30 Σεπτεμβρίου 2010 η ενάγουσα κοινοποίησε στην Επιτροπή τις παρατηρήσεις της επί της εν λόγω εκθέσεως.
20 Με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή ενημέρωσε την «Ισότης» για την κατάρτιση της οριστικής εκθέσεως οικονομικού ελέγχου, η οποία προσαρτήθηκε στο εν λόγω έγγραφο, και για την έγκριση των πορισμάτων της εκθέσεως αυτής. Στην εν λόγω έκθεση διαπιστώνονταν τα εξής:
– επί πολλά συναπτά έτη, η «Ισότης» δεν κατέγραφε ορθώς στα λογιστικά της βιβλία και αρχεία ιδίως τα ακριβή έσοδά της, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του ελληνικού δικαίου· ως εκ τούτου, οι λογιστικές της εγγραφές δεν ήταν αξιόπιστες και δεν μπορούσε να γίνει άμεση σύγκριση μεταξύ των σχετικών με την εκτέλεση του έργου δαπανών και εσόδων, αφενός, και της γενικής καταστάσεως των λογαριασμών της, αφετέρου·
– σημαντικό ποσοστό των δελτίων παρουσίας του προσωπικού έφερε σε συστηματική βάση χειρόγραφες διορθώσεις που είχαν γίνει από τον υπεύθυνο προγραμμάτων, εκ των υστέρων και χωρίς τη συναίνεση του προσωπικού· το γεγονός αυτό είχε σημαντικό αντίκτυπο στον χρόνο εργασίας που δηλώθηκε και προκαλούσε αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της καταγραφής των ωρών εργασίας·
– στα δελτία παρουσίας του υπεύθυνου προγραμμάτων είχαν δηλωθεί υπερβολικές ώρες εργασίας. Οι ώρες αυτές αλληλεπικαλύπτονταν με τις ώρες απασχολήσεώς του σε άλλες επαγγελματικές δραστηριότητες·
– η «Ισότης» δήλωσε ψευδώς ότι ο υπεύθυνος προγραμμάτων δεν συμμετείχε στην εκτέλεση της συμβάσεως ETSI STF 333, η οποία χρηματοδοτούνταν από την Επιτροπή·
– η αιτιολόγηση των εξόδων ταξιδίου δεν παρείχε αξιόπιστη και αντικειμενική εικόνα των συνθηκών και των δραστηριοτήτων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο των μετακινήσεων αυτών, καθόσον το κύριο μέρος των εν λόγω ταξιδιών δεν σχετιζόταν άμεσα με τα επίμαχα προγράμματα.
21 Ως εκ τούτου, το συμπέρασμα της εκθέσεως οικονομικού ελέγχου ήταν ότι έπρεπε να γίνει δεκτό ότι όλες οι δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε η «Ισότης» κατά την εκτέλεση των επίμαχων συμβάσεων δεν ήταν επιλέξιμες και ότι έπρεπε να αναζητηθούν όλα τα σχετικά ποσά που καταβλήθηκαν σε αυτήν.
22 Λόγω της σοβαρότητας των διαπιστωθεισών παρατυπιών, η έκθεση οικονομικού ελέγχου πρότεινε επίσης την καταγγελία όλων των υπό εκτέλεση συμβάσεων που είχαν συναφθεί μεταξύ της «Ισότης» και της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο II.16.2 των γενικών όρων FP6, το άρθρο II.7.3 (σοβαρή οικονομική παρατυπία) και το άρθρο II.7.4 (ψευδείς δηλώσεις) των γενικών όρων eTEN, καθώς και το άρθρο II.10.3 (παραβίαση της συμβάσεως και παράλειψη παροχής πληροφοριών) των γενικών όρων CIP.
23 Με το έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή προσδιόριζε επίσης, χωριστά για καθεμία από τις επίμαχες συμβάσεις, τα προς επιστροφή ποσά και επισήμαινε ότι διατηρούσε τη δυνατότητα να ζητήσει την καταβολή κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τις συναφθείσες στο πλαίσιο του FP6 συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο II.30 των γενικών όρων FP6.
24 Με έγγραφο της 21ης Μαρτίου 2011, η Επιτροπή προσδιόρισε στην «Ισότης» τα ποσά που της είχε καταβάλει αχρεωστήτως και την ενημέρωσε ότι, αν δεν υπέβαλλε εντός προθεσμίας 15 ημερών από την παραλαβή του προαναφερθέντος εγγράφου τις σχετικές παρατηρήσεις της, οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα προχωρούσαν στη διαδικασία για την ανάκτηση ποσού 643 782,81 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια διορθώθηκε σε 999 366,40 ευρώ.
25 Στις 29 Απριλίου 2011 η Επιτροπή εξέδωσε εννέα χρεωστικά σημειώματα στα οποία προσδιοριζόταν το προς επιστροφή ποσό για καθεμία από τις επίμαχες συμβάσεις, το δε συνολικό ποσό ανερχόταν σε 999 213,45 ευρώ. Η Επιτροπή ενημέρωσε επίσης την «Ισότης» ότι το συνολικό ποσό της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως που οφειλόταν στο πλαίσιο των συμβάσεων που συνάφθηκαν στο πλαίσιο του FP6 ανερχόταν σε 70 471,47 ευρώ και εξέδωσε, για το ποσό αυτό, έξι χρεωστικά σημειώματα στις 20 Ιουνίου 2011.
Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
26 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, η «Ισότης» άσκησε αγωγή βάσει του άρθρου 272 ΣΛΕΕ.
27 Με την αγωγή ζητήθηκε, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, να αναγνωρίσει ως αβάσιμο το αίτημα της Επιτροπής περί επιστροφής των επιχορηγήσεων που καταβλήθηκαν στην «Ισότης» δυνάμει των επίμαχων συμβάσεων και, αφετέρου, να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει στην «Ισότης» το εναπομένον ποσό των επιχορηγήσεων δυνάμει των συμβάσεων υπ’ αριθ. 511298 και 034778.
28 Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, η Επιτροπή ζήτησε την απόρριψη της αγωγής και άσκησε ανταγωγή ζητώντας να υποχρεωθεί η «Ισότης» να επιστρέψει εντόκως τις επιχορηγήσεις που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως στο πλαίσιο των επίμαχων συμβάσεων καθώς και να καταβάλει την κατ’ αποκοπήν αποζημίωση την οποία μνημονεύει η σκέψη 25 της παρούσας διατάξεως.
29 Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή της «Ισότης» και έκανε δεκτή την ανταγωγή της Επιτροπής. Επίσης καταδίκασε την «Ισότης» στα δικαστικά έξοδα.
Αιτήματα των διαδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου
30 Με την αίτησή της αναιρέσεως, η «Ισότης» ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
– να αποφανθεί επί της αιτήσεως αναιρέσεως και να δεχθεί την αγωγή της, καθώς και να απορρίψει την ανταγωγή της Επιτροπής, και
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
31 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη και/ή ως αβάσιμη και να καταδικάσει την «Ισότης» στα δικαστικά έξοδα.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
32 Δυνάμει του άρθρου 181 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο δύναται ανά πάσα στιγμή, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να την απορρίψει εν όλω ή εν μέρει, με αιτιολογημένη διάταξη.
33 Η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω.
34 Προς στήριξη της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει εννέα λόγους αναιρέσεως.
Επί του πρώτου και του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, οι οποίοι αφορούν εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 1315 του βελγικού αστικού κώδικα σχετικά με την κατανομή του βάρους αποδείξεως καθώς και πλημμελή αιτιολογία
Επιχειρήματα των διαδίκων
35 Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η «Ισότης» υποστηρίζει ότι, κατά το άρθρο 1315 του βελγικού αστικού κώδικα, το οποίο έχει εφαρμογή στις επίμαχες συμβάσεις, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, με την ανταγωγή της, να αποδείξει τους ισχυρισμούς της εκείνους που θα στήριζαν την ύπαρξη και το ύψος της αξιώσεώς της έναντι της «Ισότης». Ειδικότερα, η απόρριψη της αγωγής της «Ισότης» δεν σήμαινε άνευ ετέρου την απόδειξη της πραγματικής βάσεως της ανταγωγής. Πάντως, οι σκέψεις 258 έως 306 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες αφορούν την ανταγωγή αυτή, ουδόλως αναφέρουν ποια πραγματικά περιστατικά απέδειξε η Επιτροπή και με ποια αποδεικτικά μέσα. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας την αγωγή της «Ισότης», δέχθηκε κατά τεκμήριο ότι τα αιτήματα της Επιτροπής ήταν βάσιμα, κατά παράβαση των κανόνων περί κατανομής του βάρους αποδείξεως που προβλέπονται στο προαναφερθέν άρθρο.
36 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η «Ισότης» υποστηρίζει ότι οι προαναφερθείσες σκέψεις 258 έως 306 δεν περιέχουν καμία αιτιολογία που να στηρίζει την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να κάνει δεκτή την ανταγωγή της Επιτροπής. Το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον στηρίχθηκε στο μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που προσκόμισε το ως άνω θεσμικό όργανο, και συγκεκριμένα την έκθεση οικονομικού ελέγχου, αιτιολόγησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο αντιφατικό, λαμβάνοντας υπόψη του ως αποδεικτικό στοιχείο το αποδεικτέο γεγονός.
37 Η Επιτροπή φρονεί ότι οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι και, επικουρικώς, αβάσιμοι.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
38 Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτοί. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι, κατά την «Ισότης», οι σκέψεις 258 έως 306 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες εξετάζεται ειδικώς η ανταγωγή, βαρύνονται με πλάνη περί το δίκαιο. Μολονότι η αναφορά που γίνεται στις εν λόγω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες σχετίζονται με την εκτίμηση της εκτάσεως, του παραδεκτού καθώς και το βασίμου των αιτημάτων της Επιτροπής έχει γενικό περιεχόμενο, εντούτοις η αναφορά αυτή, η οποία καλύπτει και την εκτίμηση του βασίμου των εν λόγω αιτημάτων, συνδυαζόμενη με την επιχειρηματολογία της «Ισότης», με την οποία αυτή προσάπτει ειδικώς στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν τήρησε τους κανόνες περί κατανομής του βάρους αποδείξεως, προσδιορίζει με την επιβαλλόμενη ακρίβεια την πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, η έλλειψη ακρίβειας που καταλογίζει η Επιτροπή στην «Ισότης» δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
39 Από ουσιαστικής απόψεως, τα επιχειρήματα της «Ισότης» κατά τα οποία το Γενικό Δικαστήριο αντέστρεψε, κατ’ ουσίαν, το βάρος αποδείξεως κατά την εξέταση της ανταγωγής, δεν λαμβάνουν υπόψη τον στενό σύνδεσμο μεταξύ της ανταγωγής και της αγωγής της «Ισότης». Πράγματι, αφενός, η «Ισότης», με την αγωγή της, ζητούσε από το Γενικό Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το αίτημα της Επιτροπής περί επιστροφής των επιχορηγήσεων που καταβλήθηκαν στην «Ισότης» δυνάμει των επίμαχων συμβάσεων ήταν αβάσιμο. Αφετέρου, η Επιτροπή, με την ανταγωγή της, ζητούσε να υποχρεωθεί η «Ισότης» να επιστρέψει εντόκως τις εν λόγω επιχορηγήσεις καθώς και να καταβάλει την κατ’ αποκοπήν αποζημίωση που μνημονεύεται στη σκέψη 23 της παρούσας διατάξεως.
40 Προκειμένου να εξετάσει το βάσιμο της ανταγωγής αυτής, το Γενικό Δικαστήριο επιβαλλόταν να λάβει υπόψη τους όρους των επίμαχων συμβάσεων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1997, IDE κατά Επιτροπής, C‑114/94, EU:C:1997:68, σκέψεις 84 έως 90).
41 Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο έκανε μνεία, καταρχάς στη σκέψη 284 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, των διατάξεων των επίμαχων συμβάσεων στις οποίες η Επιτροπή στήριζε τα αιτήματά της περί επιστροφής και περί καταβολής της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως που μνημονεύεται στη σκέψη 23 της παρούσας διατάξεως, και συγκεκριμένα του άρθρου II.31, παράγραφοι 1 και 2, των γενικών όρων FP6, του άρθρου II.19, παράγραφοι 1 και 2, των γενικών όρων eTEN καθώς και του άρθρου II.30, παράγραφοι 1 και 2, των γενικών όρων CIP. Στη συνέχεια, στη σκέψη 285 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, για να μπορεί μια οφειλή να καταστεί απαιτητή δυνάμει των ως άνω συμβατικών διατάξεων, έπρεπε να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα, πρώτον, έπρεπε να έχει καταβληθεί αχρεωστήτως ορισμένο ποσό ή η ανάκτηση να δικαιολογείται σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμβάσεων και, δεύτερον, η Επιτροπή έπρεπε να έχει καθορίσει τις προϋποθέσεις επιστροφής και την ημερομηνία πληρωμής. Τέλος, στη σκέψη 287 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν συνέτρεχαν οι εν λόγω προϋποθέσεις και δέχθηκε, κατ’ ουσίαν, ότι τούτο όντως συνέβαινε.
42 Επιπλέον, από το άρθρο II.29, παράγραφος 1, των γενικών όρων FP6, από το άρθρο II.17, παράγραφος 4, των γενικών όρων eTEN καθώς και από το άρθρο II.28, παράγραφος 5, των γενικών όρων CIP προκύπτει ότι τα ποσά που οφείλονται στην Επιτροπή με βάση τα πορίσματα των οικονομικών ελέγχων που έχει διενεργήσει το εν λόγω θεσμικό όργανο μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ανακτήσεως. Επομένως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το αίτημα περί υποχρεωτικής επιστροφής που παρουσίασε η Επιτροπή ήταν βάσιμο, λαμβανομένων υπόψη των πορισμάτων του οικονομικού ελέγχου τα οποία αμφισβήτησε χωρίς επιτυχία η «Ισότης» με την αγωγή της.
43 Από τα ανωτέρω έπεται ότι η επιχειρηματολογία της «Ισότης», κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο δεν τήρησε τους κανόνες περί κατανομής του βάρους αποδείξεως κατά την εκ μέρους του εξέταση της ανταγωγής της Επιτροπής και δεν αιτιολόγησε την εξέτασή του αυτή, είναι προδήλως αβάσιμη.
44 Κατά συνέπεια, ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως προδήλως αβάσιμοι.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά πλάνη περί το δίκαιο σχετικά με τη μη εφαρμογή των διεθνών προτύπων λογιστικού ελέγχου
Επιχειρήματα των διαδίκων
45 Η «Ισότης» υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 188 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κακώς έκρινε ότι η ελληνική νομοθεσία περί λογιστικής, η οποία εφαρμοζόταν στις σχέσεις των συμβαλλομένων δυνάμει ορισμένων διατάξεων των γενικών όρων FP6 και CIP, δεν επέβαλλε στην Επιτροπή την υποχρέωση να τηρήσει τα πρότυπα που θεσπίζει η International Federation of Accountants (IFAC) (Διεθνής Ομοσπονδία Λογιστών). Η «Ισότης» επισημαίνει ότι η εφαρμογή των διεθνών προτύπων λογιστικού ελέγχου προβλέπεται τόσο από ορισμένες διατάξεις του ελληνικού νόμου με τον οποίο μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2006, L 157, σ. 87), όσο και από τον ελληνικό κώδικα δεοντολογίας λογιστών φοροτεχνικών.
46 Επιπλέον, τα διεθνή πρότυπα λογιστικού ελέγχου επιβαλλόταν να εφαρμοστούν δυνάμει της βελγικής νομοθεσίας από την οποία διέπονταν οι επίμαχες συμβάσεις, και συγκεκριμένα δυνάμει του άρθρου 1134 του αστικού κώδικα, το οποίο αφορά την αρχή της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων, και του άρθρου 1156 του ίδιου κώδικα, κατά το οποίο η ερμηνεία των συμβάσεων πρέπει να στηρίζεται στην κοινή βούληση των συμβαλλομένων μερών. Πάντως, από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 2006/43 προκύπτει ότι η Επιτροπή θεωρούσε αποδεκτή την εφαρμογή των διεθνών προτύπων λογιστικών ελέγχου.
47 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, επικουρικώς, αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
48 Επισημαίνεται ότι με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ένας νέος ισχυρισμός ο οποίος δεν τέθηκε στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου και, επομένως, είναι απαράδεκτος στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας. Πράγματι, αν οι διάδικοι επιτρεπόταν να προβάλουν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό που δεν προέβαλαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τούτο θα τους παρείχε τη δυνατότητα να υποβάλουν στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά με περιεχόμενο ευρύτερο της διαφοράς που εκδίκασε το Γενικό Δικαστήριο.
49 Συναφώς, η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η «Ισότης» προς στήριξη του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως, κατά την οποία η ελληνική νομοθεσία περί λογιστικής, η οποία τυγχάνει εφαρμογής δυνάμει ορισμένων διατάξεων των επίμαχων συμβάσεων, όπως επίσης και ο ελληνικός κώδικας δεοντολογίας λογιστών φοροτεχνικών επιβάλλουν την εφαρμογή των διεθνών προτύπων λογιστικού ελέγχου, δεν προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 186 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η «Ισότης» απλώς υποστήριξε, ενώπιον του ως άνω δικαιοδοτικού οργάνου, ότι η οδηγία 2006/43 επέβαλλε στα κράτη μέλη την τήρηση των διεθνών κανόνων λογιστικού ελέγχου.
50 Εξάλλου, όσον αφορά το επιχείρημα της «Ισότης» σχετικά με το βελγικό δίκαιο, διαπιστώνεται ότι αυτή δεν αμφισβήτησε την εκτίμηση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 187 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία, αφενός, το άρθρο 26, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/43 ορίζει ότι, μολονότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να απαιτούν από τους νόμιμους ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία να διενεργούν τον υποχρεωτικό έλεγχο των λογαριασμών σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα που έχει θεσπίσει η Επιτροπή, εντούτοις, δύνανται να εφαρμόζουν εθνικό ελεγκτικό πρότυπο, καθ’ όσο χρόνο η Επιτροπή δεν έχει θεσπίσει διεθνές ελεγκτικό πρότυπο με το ίδιο αντικείμενο και, αφετέρου, η Επιτροπή δεν έχει μέχρι σήμερα θεσπίσει διεθνείς κανόνες λογιστικού ελέγχου. Επομένως, το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές.
51 Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη ερμηνεία της αρχής της ισότητας των όπλων
Επιχειρήματα των διαδίκων
52 Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η «Ισότης» υποστηρίζει ότι, στις σκέψεις 269 έως 274 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας τα επιχειρήματά της περί παραβιάσεως της αρχής της ισότητας των όπλων, δεν ερμήνευσε ορθώς το περιεχόμενο της αρχής αυτής. Όσον αφορά την ανταγωγή που άσκησε η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως, το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι δεν συνέτρεχε παραβίαση της προαναφερθείσας αρχής καθόσον, μολονότι ο Κανονισμός Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου επιτρέπει στον αρχικώς ενάγοντα να διατυπώσει εγγράφως την άποψή του επί της ανταγωγής μία μόνο φορά, εντούτοις, η έγγραφη διαδικασία συμπληρώνεται από την προφορική διαδικασία κατά τη διάρκεια της οποίας ο αρχικώς ενάγων μπορεί να απαντήσει στα επιχειρήματα που έχει προβάλει η Επιτροπή με το υπόμνημα ανταπαντήσεως.
53 Εντούτοις, η «Ισότης» υποστηρίζει ότι η παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων απορρέει από το γεγονός ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορούσε να «ακούσει» τα επιχειρήματά της αποτελεσματικώς, εγγράφως και αναλυτικώς, κατά τον ίδιο δηλαδή τρόπο με εκείνον που άκουσε τα επιχειρήματα της Επιτροπής. Επομένως, η διαφορετική μεταχείριση των διαδίκων έγκειτο στον τρόπο παρουσιάσεως, αναπτύξεως και αιτιολογήσεως των επιχειρημάτων καθενός από αυτούς.
54 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του εξεταζόμενου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμου.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
55 Ορθώς το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 271 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκανε μνεία της σκέψεως 71 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 2012, Otis κ.λπ. (C‑199/11, EU:C:2012:684), κατά την οποία η αρχή της ισότητας των όπλων είναι απόρροια της έννοιας της δίκαιης δίκης και συνεπάγεται ότι πρέπει να παρέχεται σε καθέναν από τους διαδίκους εύλογη δυνατότητα να εκθέτει την άποψή του, περιλαμβανομένων των αποδεικτικών στοιχείων, υπό συνθήκες που δεν τον περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση σε σχέση με τον αντίδικό του.
56 Από την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το γεγονός ότι ο ένας διάδικος δεν μπόρεσε να προβάλει τα επιχειρήματά του με τον ίδιο ακριβώς αριθμό δικογράφων με εκείνον που υπέβαλε ο αντίδικός του δεν είναι αυτό καθεαυτό αντίθετο προς την αρχή της ισότητας των όπλων, υπό τον όρο ότι ο διάδικος αυτός είχε την εύλογη δυνατότητα να εκθέσει την άποψή του και ότι δεν βρισκόταν σε σαφώς μειονεκτική θέση σε σχέση με τον αντίδικό του.
57 Εν προκειμένω, η «Ισότης» δεν υποστηρίζει, ούτε κατά μείζονα λόγο αποδεικνύει, ότι δεν είχε την εύλογη δυνατότητα να ακουστεί στο πλαίσιο της ανταγωγής που άσκησε η Επιτροπή με το υπόμνημά της αντικρούσεως, ή ότι βρισκόταν σε σαφώς μειονεκτική θέση σε σχέση με το εν λόγω θεσμικό όργανο.
58 Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής της καλής πίστεως καθώς και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
Επιχειρήματα των διαδίκων
59 Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η «Ισότης» βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στη σκέψη 233 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η αρχή της καλόπιστης εκτελέσεως των συμβάσεων κατά τα άρθρα 1134 και 1135 του βελγικού αστικού κώδικα δεν επέβαλλε, εν προκειμένω, στην Επιτροπή την υποχρέωση να αποστείλει στην «Ισότης», κατ’ εφαρμογήν των επίμαχων συμβάσεων, την έκθεση οικονομικού ελέγχου στην ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η «Ισότης» υπέβαλε σχετικό αίτημα, δεδομένου ότι η εν λόγω έκθεση είχε συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα.
60 Η «Ισότης» υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία της αρχής της καλής πίστεως που δεν λαμβάνει υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, η αποστολή των εγγράφων στην αγγλική γλώσσα συνιστά παραβίαση της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον περιόρισε τη δυνατότητα της «Ισότης» να παράσχει πλήρη απάντηση στο σύνολο των αιτιάσεων της Επιτροπής, λαμβανομένου υπόψη του όγκου των εγγράφων καθώς και της λογιστικής ορολογίας που χρησιμοποιήθηκε.
61 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα επιχειρήματα της «Ισότης» είναι απαράδεκτα και, επικουρικώς, αβάσιμα.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
62 Από το άρθρο 256 ΣΛΕΕ, από το άρθρο 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και από το άρθρο 168, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο δ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επίμαχα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό.
63 Δεν ανταποκρίνεται στις ως άνω απαιτήσεις λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων αρκείται, μέσω της αφηρημένης επικλήσεως αρχών του δικαίου, στην προβολή πλάνης περί το δίκαιο στην οποία φέρεται να υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, Lindorfer κατά Συμβουλίου, C‑227/04 P, EU:C:2007:490, σκέψη 83, και διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 2014, ADR Center κατά Επιτροπής, C‑259/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:2417, σκέψη 43).
64 Εν προκειμένω, το επιχείρημα της «Ισότης» ότι το Γενικό Δικαστήριο, κατά την ερμηνεία της αρχής της καλής πίστεως η οποία, κατά το βελγικό δίκαιο, αποτελεί θεμελιώδη κανόνα της εκτελέσεως των συμβάσεων, δεν έλαβε υπόψη τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι τόσο γενικό και αόριστο ώστε να μην μπορεί να εκτιμηθεί νομικώς από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εξεταζόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
65 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτος.
Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη εφαρμογή των όρων των επίμαχων συμβάσεων, εσφαλμένη εφαρμογή του ελληνικού δικαίου και την παράλειψη να ληφθεί υπόψη ορισμένος ισχυρισμός που πρότεινε η «Ισότης»
Επιχειρήματα των διαδίκων
66 Η «Ισότης» υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη καθόσον, στη σκέψη 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι η «Ισότης» τηρούσε τα λογιστικά βιβλία της κατά τρόπο που ήταν αντίθετος προς την ελληνική νομοθεσία περί λογιστικής, η οποία ήταν εφαρμοστέα στις επίμαχες συμβάσεις δυνάμει των σχετικών διατάξεών τους.
67 Ειδικότερα, κακώς το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξε αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων λόγω της μη καταχωρίσεως της καταβολής από την Επιτροπή επιχορηγήσεως ύψους 63 000 ευρώ στο πλαίσιο της συμβάσεως υπ’ αριθ. 027020. Ειδικότερα, το άρθρο II.19, παράγραφος 1, στοιχείο d, των γενικών όρων FP6 προέβλεπε ότι η «Ισότης» όφειλε να τηρεί την εφαρμοστέα ελληνική νομοθεσία σχετικά με τις δαπάνες και τα έσοδα που αφορούσαν τα επίμαχα προγράμματα. Όμως, κατά το άρθρο II.1, παράγραφος 22, και κατά το άρθρο II.23 των εν λόγω γενικών όρων, η έννοια «έσοδα» καλύπτει μόνο τις καταβολές εκ μέρους τρίτων και, επομένως, όχι όσες έχουν πραγματοποιηθεί από την αντισυμβαλλόμενη της «Ισότης».
68 Η «Ισότης» υποστηρίζει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον στηρίχθηκε στην παρατιθέμενη στη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διαπίστωση ότι η Επιτροπή μπορούσε να αμφισβητήσει το κύρος και την αποδεικτική δύναμη των λογαριασμών της «Ισότης» για το έτος 2006, προκειμένου να κρίνει ότι καθ’ όλα τα επίμαχα έτη η «Ισότης» τηρούσε τα λογιστικά βιβλία της κατά τρόπο αντίθετο προς την ελληνική νομοθεσία, παραβίασε το ελληνικό λογιστικό και φορολογικό δίκαιο το οποίο διέπεται από την αρχή της αυτοτέλειας των οικονομικών ετών.
69 Τέλος, η «Ισότης» βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κατά την οποία η «Ισότης» δεν αμφισβήτησε ρητώς τη διαπίστωση των ελεγκτών στην έκθεση οικονομικού ελέγχου ότι η ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων της μόνο μετά τη διαπίστωση από τους ελεγκτές της παραλείψεως καταχωρίσεως ορισμένων δαπανών και ορισμένων εσόδων αποτελούσε παράβαση των ελληνικών λογιστικών κανόνων. Η «Ισότης» υποστηρίζει συναφώς ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ορισμένες επισημάνσεις που περιλαμβάνονταν στο εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής.
70 Η Επιτροπή φρονεί ότι ο έκτος λόγος αναιρέσεως που προβάλλει η «Ισότης» είναι απαράδεκτος και, επικουρικώς, αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
71 Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το επιχείρημα ότι η παράλειψη καταχωρίσεως επιχορηγήσεως ύψους 63 000 ευρώ στους λογαριασμούς της «Ισότης» δεν συνιστούσε παραβίαση των εφαρμοστέων λογιστικών κανόνων, για τον λόγο ότι η επιχορήγηση αυτή δεν αποτελούσε «έσοδο» κατά την έννοια των επίμαχων συμβάσεων, δεν προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Πράγματι, στο εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που κατέθεσε ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου, η «Ισότης» υποστήριξε, αντιθέτως, ότι η παράλειψη καταχωρίσεως του ως άνω ποσού στους λογαριασμούς της οφειλόταν σε συγγνωστή πλάνη.
72 Επομένως το προαναφερθέν επιχείρημα συνιστά νέο ισχυρισμό ο οποίος, όπως προκύπτει από τη σκέψη 48 της παρούσας διατάξεως, δεν μπορεί να κριθεί παραδεκτός στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας.
73 Εξάλλου, από το άρθρο 169, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι και επιχειρήματα πρέπει να προσδιορίζουν με ακρίβεια τα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου που αμφισβητούνται.
74 Όσον αφορά το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε το ελληνικό λογιστικό και φορολογικό δίκαιο, κρίνοντας, βάσει και μόνο του έτους 2006, ότι η «Ισότης», καθ’ όλα τα επίμαχα έτη, τηρούσε τα λογιστικά βιβλία της κατά τρόπο αντίθετο προς την ελληνική νομοθεσία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η «Ισότης» δεν προσδιορίζει καμία σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που να βαρύνεται με την προβαλλόμενη πλάνη περί το δίκαιο, δεδομένου ότι η μόνη σκέψη την οποία παραθέτει προς στήριξη του εν λόγω επιχειρήματος, και συγκεκριμένα η σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περιορίζεται στη διαπίστωση ότι η Επιτροπή μπορούσε να αμφισβητήσει το κύρος και την αποδεικτική δύναμη των λογαριασμών της για το έτος 2006.
75 Όσον αφορά την αμφισβήτηση εκ μέρους της «Ισότης» της εκτιμήσεως του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αρκεί η επισήμανση ότι τα σημεία του δικογράφου της αγωγής της στα οποία κάνει αναφορά δεν στηρίζουν το επιχείρημά της κατά το οποίο, σε αντίθεση με όσα έκρινε το Γενικό Δικαστήριο στην ως άνω σκέψη, η «Ισότης» αμφισβήτησε τη διαπίστωση των ελεγκτών ότι η καθυστερημένη ενημέρωση των λογαριασμών της συνιστούσε παράβαση των σχετικών διατάξεων της ελληνικής λογιστικής νομοθεσίας.
76 Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτος και εν μέρει ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του έβδομου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη ερμηνεία των όρων των επίμαχων συμβάσεων, την παράλειψη να ληφθεί υπόψη ορισμένος ισχυρισμός της «Ισότης» καθώς και παραμόρφωση εγγράφων
Επιχειρήματα των διαδίκων
77 Η «Ισότης» αμφισβητεί τις σκέψεις 119 και 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες έχουν ως εξής:
«119 Όσον αφορά επίσης το επιχείρημα της [«Ισότης»] ότι η λογιστική αντιστοίχηση [που προβλεπόταν κατά το άρθρο II.19, παράγραφος 1, στοιχείο d, των γενικών όρων FP6 και το άρθρο II.20, παράγραφος 1, των γενικών όρων CIP] ήταν δυνατή στον βαθμό που η [«Ισότης»] είχε καταχωρίσει στα λογιστικά βιβλία της όλες τις δαπάνες που δήλωσε και όλα τα έσοδα που εισέπραξε δυνάμει των επίδικων συμβάσεων και είχε φυλάξει τα σχετικά δικαιολογητικά, διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα αυτό έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τη μη αμφισβητηθείσα από την [«Ισότης»] διαπίστωση της μη καταχωρίσεως ποσού 63 000 ευρώ το οποίο εισπράχθηκε στο πλαίσιο της συμβάσεως [υπ’ αριθ. 027020]. Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το επιχείρημα αυτό ισχύει μόνο για τα λοιπά έσοδα και τις λοιπές δαπάνες στο πλαίσιο των επίδικων συμβάσεων, διαπιστώνεται ότι η [«Ισότης»] δεν προσκομίζει συναφώς κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
[...]
122 Από τα ανωτέρω έπεται ότι η [«Ισότης»] δεν αποδεικνύει ότι, παρά τα σφάλματα που εντόπισαν στα λογιστικά βιβλία της, οι ελεγκτές ήταν σε θέση να προβούν σε άμεση σύγκριση μεταξύ των σχετικών με τις επίδικες συμβάσεις δαπανών και εσόδων, αφενός, και της γενικής καταστάσεως των λογαριασμών της [«Ισότης»], αφετέρου.»
78 Η «Ισότης» υποστηρίζει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου II.19, παράγραφος 1, των γενικών όρων FP6, του άρθρου II.16 των γενικών όρων eTEN καθώς και του άρθρου II.20, παράγραφος 1, και του άρθρου II.23 των γενικών όρων CIP, καθόσον έκρινε ότι η προβλεπόμενη από τις εν λόγω συμβατικές διατάξεις λογιστική αντιστοίχηση έπρεπε να διενεργηθεί βάσει και μόνο των λογιστικών βιβλίων της «Ισότης». Όμως, τόσο η αρχή της καλής πίστεως, η οποία, κατά το βελγικό δίκαιο, αποτελεί θεμελιώδη κανόνα της εκτελέσεως των συμβάσεων, όσο και τα διεθνή πρότυπα λογιστικού ελέγχου και η ελληνική νομοθεσία περί λογιστικής επιβάλλουν να ληφθεί υπόψη το σύνολο των λογιστικών διαδικασιών και εγγραφών της «Ισότης».
79 Δεύτερον, η αντίφαση την οποία διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως οφείλεται στην εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας «έσοδα» η οποία κακώς κρίθηκε ότι καλύπτει τις καταβολές εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου.
80 Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το επιχείρημα της «Ισότης» ότι το έσοδο ύψους 63 000 ευρώ καταχωρίστηκε στα λογιστικά βιβλία της κατά τη διάρκεια του οικονομικού ελέγχου και ότι, ως εκ τούτου, η μνημονευόμενη στη σκέψη 78 της παρούσας διατάξεως αντιστοίχηση μπορούσε να διενεργηθεί πριν το πέρας του ελέγχου.
81 Τέταρτον, το Γενικό Δικαστήριο, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο των αποδεικτικών εγγράφων που προσκόμισε η «Ισότης», δέχθηκε εσφαλμένως ότι αυτή δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με το ότι η διενέργεια της αντιστοιχήσεως αυτής ήταν δυνατή. Ειδικότερα, η «Ισότης» υπέβαλε στο Γενικό Δικαστήριο οκτώ εκθέσεις ορκωτών ελεγκτών από τις οποίες προέκυπτε η δυνατότητα αυτή.
82 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο έβδομος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, επικουρικώς, αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
83 Καταρχάς, το επιχείρημα της «Ισότης» ότι η αντίφαση την οποία διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στηριζόταν σε εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας «έσοδα» δεν μπορεί να διαχωριστεί από το επιχείρημα που προβλήθηκε στο πλαίσιο του έκτου λόγου αναιρέσεως σχετικά με τον χαρακτηρισμό της επιχορηγήσεως των 63 000 ευρώ, δεδομένου ότι η «Ισότης» υποστηρίζει ακριβώς ότι η μη καταχώριση της επιχορηγήσεως αυτής στους λογαριασμούς της δεν ήταν αντίθετη προς τους εφαρμοστέους λογιστικούς κανόνες, για τον λόγο ότι η εν λόγω επιχορήγηση δεν αποτελούσε «έσοδο» κατά την έννοια των επίμαχων συμβάσεων. Δεδομένου ότι, στις σκέψεις 71 και 72 της παρούσας διατάξεως, το τελευταίο αυτό επιχείρημα κρίθηκε προδήλως απαράδεκτο λόγω του ότι συνιστά νέο ισχυρισμό, το επιχείρημα που προβάλλεται με τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως πρέπει, συνεπώς, να κριθεί επίσης προδήλως απαράδεκτο.
84 Περαιτέρω, το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο κακώς έκρινε ότι η λογιστική αντιστοίχηση που προέβλεπαν οι επίμαχες συμβάσεις έπρεπε να διενεργηθεί βάσει και μόνο των λογιστικών βιβλίων της «Ισότης» στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, στη σκέψη 121 της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, κατ’ ουσίαν, ότι υποβλήθηκαν μεν στην Επιτροπή λογιστικά στοιχεία και δικαιολογητικά, πλην όμως, ελλείψει προσκομίσεως των εν λόγω στοιχείων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί αν ήταν δυνατή η πραγματοποίηση της λογιστικής αντιστοιχήσεως βάσει των στοιχείων αυτών.
85 Ομοίως, το επιχείρημα ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της «Ισότης» κατά τον οποίο η εκ των υστέρων καταχώριση του ποσού των 63 000 ευρώ στους λογαριασμούς της καθιστούσε δυνατή την προαναφερθείσα αντιστοίχηση αντικρούεται ιδίως στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, στη σκέψη αυτή, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, όπως προέκυπτε τόσο από την έκθεση οικονομικού ελέγχου όσο και από τα δικόγραφα που κατέθεσε η Επιτροπή, η τελευταία δεν διατεινόταν ότι οι επελθούσες τροποποιήσεις κατέστησαν αδύνατη την πραγματοποίηση της λογιστικής αντιστοιχήσεως, αλλά ότι, παρά τις τροποποιήσεις αυτές, οι οποίες έγιναν προκειμένου να διορθωθούν τα σφάλματα που διαπιστώθηκαν στους λογαριασμούς της «Ισότης», δεν κατέστη δυνατή η πραγματοποίηση της προαναφερθείσας αντιστοιχήσεως.
86 Τέλος, όσον αφορά την αιτίαση περί παραμορφώσεως από το Γενικό Δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων που προσκόμισε ενώπιόν του η «Ισότης», υπενθυμίζεται ότι η παραμόρφωση αυτή πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα έγγραφα της δικογραφίας, χωρίς να είναι αναγκαία η εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων.
87 Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι η προαναφερθείσα αιτίαση της «Ισότης» αφορά την τελευταία περίοδο της σκέψεως 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η περιλαμβανόμενη στη σκέψη αυτή διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, κατά την οποία η «Ισότης» δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με το ότι, ανεξαρτήτως της μη καταχωρίσεως εσόδου ύψους 63 000 ευρώ στο πλαίσιο της συμβάσεως υπ’ αριθ. 027020, είχε καταχωρίσει στα λογιστικά βιβλία της όλες τις δαπάνες που δήλωσε και όλα τα έσοδα που εισέπραξε δυνάμει των επίμαχων συμβάσεων και είχε φυλάξει τα σχετικά δικαιολογητικά, δεν μπορεί να συνιστά πρόδηλή παραμόρφωση των εγγράφων που υπέβαλε η «Ισότης» στην εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η διαπίστωση αυτή αποτελεί εκτίμηση της αποδεικτικής ισχύος των εν λόγω εγγράφων, η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας.
88 Από τα ανωτέρω έπεται ότι ο έβδομος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτος και εν μέρει ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του όγδοου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά έλλειψη αιτιολογίας, παραβίαση του εφαρμοστέου στις επίμαχες συμβάσεις δικαίου καθώς και παραμόρφωση εγγράφου
Επιχειρήματα των διαδίκων
89 Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, η «Ισότης» βάλλει κατά του τμήματος εκείνου της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την τροποποίηση των δελτίων παρουσίας του προσωπικού η οποία διαπιστώθηκε με την έκθεση οικονομικού ελέγχου. Η «Ισότης» υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε τη διαπίστωσή του, στη σκέψη 127 της αποφάσεως αυτής, ότι, όσον αφορά την αναλογία των δελτίων που περιείχαν διορθώσεις, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ο αριθμός των 72 δελτίων έπρεπε να αντιπαραβληθεί όχι προς τον συνολικό αριθμό των δελτίων παρουσίας, αλλά προς τον αριθμό των δελτίων που έλεγξε η Επιτροπή, ήτοι προς 770 δελτία. Το Γενικό Δικαστήριο δεν διευκρίνισε βάσει ποιου κανόνα συνήγαγε το συμπέρασμα αυτό. Εξάλλου, το Γενικό Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας τα πορίσματα της Επιτροπής, παραβίασε το εφαρμοστέο στις επίμαχες συμβάσεις δίκαιο, δεδομένου ότι τα διεθνή πρότυπα λογιστικού ελέγχου επιβάλλουν να λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των υφιστάμενων στοιχείων και των επαρκών αποδείξεων, ώστε να αποφεύγονται οι γενικεύσεις.
90 Κατά την «Ισότης», παρά τα σχετικά στοιχεία που προέβαλε με το δικόγραφο της αγωγής της ενώπιόν του, το Γενικό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε την εκτίμησή του, στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η λειτουργία του συστήματος καταγραφής του χρόνου εργασίας που εφάρμοζε η «Ισότης» αποσκοπούσε όχι τόσο στην καταγραφή του ακριβούς αριθμού των ωρών εργασίας που δήλωνε κάθε εργαζόμενος ο οποίος απασχολούνταν στο πλαίσιο ορισμένου επιμέρους έργου, όσο στο να καταστήσει δυνατή την προσαρμογή των ωρών εργασίας, για λόγους που δεν εξηγούσε η «Ισότης», πριν από την αποστολή της τελικής εκθέσεως στην Επιτροπή.
91 Επιπλέον, η εκτίμηση αυτή στηρίζεται σε παραμόρφωση του περιεχομένου των δελτίων παρουσίας που προσκομίστηκαν από την Επιτροπή, δεδομένου ότι από αυτά δεν προέκυπτε ότι αποτελέσαν αντικείμενο χειρόγραφων διορθώσεων μετά την κατάρτιση των οικονομικών εκθέσεων ή μετά την υποβολή τους στην Επιτροπή.
92 Η αιτιολογία του Γενικού Δικαστηρίου είναι επίσης αντιφατική κατά το μέρος που, αφενός, στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, γίνεται λόγος για διόρθωση με την οποία μειώθηκε από 136 σε 120 το σύνολο των ωρών εργασίας του υπεύθυνου προγραμμάτων της «Ισότης» για τον Οκτώβριο 2004, δηλαδή για τροποποίηση του αριθμού των ωρών αυτών. Αφετέρου, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι οι προσαφθείσες στην «Ισότης» χειρόγραφες διορθώσεις των δελτίων παρουσίας γίνονταν προκειμένου να ταυτίζονται οι δηλωθείσες ώρες με τις ώρες που περιλαμβάνονταν στις οικονομικές εκθέσεις, ώστε να μην μεταβάλλεται ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας. Εξάλλου, η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου στην εν λόγω σκέψη 128 στηρίζεται σε παραμόρφωση του σχετικού εγγράφου, δεδομένου ότι ο αριθμός των 136 ωρών δεν εμφανιζόταν στο έγγραφο αυτό.
93 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο όγδοος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, επικουρικώς, αβάσιμος.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
94 Η αιτίαση της «Ισότης» κατά της σκέψεως 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποτελεί ουσιαστικά αμφισβήτηση της εκτιμήσεως από το Γενικό Δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων, και ειδικότερα του αριθμού των δελτίων παρουσίας του προσωπικού που έφεραν διορθώσεις. Η αμφισβήτηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας. Κατά τα λοιπά, επισημαίνεται ότι η «Ισότης» δεν διατείνεται ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον διαπίστωσε, στην ίδια σκέψη, ότι εναπόκειτο στην «Ισότης» να αποδείξει ότι κανένα άλλο δελτίο παρουσίας δεν έφερε χειρόγραφη τροποποίηση, πράγμα το οποίο αυτή δεν έπραξε εν προκειμένω.
95 Όσον αφορά τη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η παρατιθέμενη σε αυτήν εκτίμηση, κατά την οποία η λειτουργία του συστήματος καταγραφής του χρόνου εργασίας είχε προφανώς ως σκοπό να καταστήσει δυνατή την προσαρμογή των ωρών εργασίας που δήλωνε κάθε εργαζόμενος, για λόγους που δεν εξηγούσε η «Ισότης», πριν από την αποστολή της τελικής εκθέσεως στην Επιτροπή, είναι επαρκώς αιτιολογημένη, σε αντίθεση με όσα διατείνεται η «Ισότης». Πράγματι, η εν λόγω εκτίμηση διατυπώνεται ως συμπέρασμα των διαπιστώσεων που έγιναν σε σχέση με το ζήτημα αυτό, κατά τις οποίες η «Ισότης» δεν παρέσχε καμία πειστική εξήγηση όσον αφορά την τροποποίηση σημαντικού αριθμού δελτίων παρουσίας κατά τον δεύτερο έλεγχο και ούτε υποστήριξε ούτε απέδειξε ότι οι τροποποιήσεις αυτές ήταν δικαιολογημένες.
96 Οι δύο αιτιάσεις περί παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων από το Γενικό Δικαστήριο είναι επίσης αβάσιμες. Αφενός, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκανε λόγο για τροποποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν στα μηνιαία δελτία παρουσίας μετά την κατάρτισή τους και όχι, όπως διατείνεται η «Ισότης», μετά την κατάρτιση των οικονομικών εκθέσεων ή μετά την υποβολή των δελτίων παρουσίας στην Επιτροπή. Αφετέρου, ο αριθμός των 136 ώρες περιλαμβάνεται όντως στο έγγραφο του οποίου κάνει μνεία η σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και το οποίο είναι συνημμένο στο υπόμνημα της Επιτροπής επί της αιτήσεως αναιρέσεως.
97 Όσον αφορά την αιτίαση περί αντιφατικής αιτιολογίας στις σκέψεις 128 και 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των εν λόγω σκέψεων, στο μέτρο κατά το οποίο, σε αντίθεση με όσα επισημαίνει η «Ισότης», το Γενικό Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι οι επίμαχες διορθώσεις αποσκοπούσαν στην προσαρμογή των ωρών που δηλώνονταν ως ώρες στις οικονομικές εκθέσεις ώστε να μην τροποποιηθεί ο συνολικός αριθμός ωρών εργασίας.
98 Κατά συνέπεια, ο όγδοος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτος και εν μέρει ως προδήλως αβάσιμος.
Επί του ένατου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά την εξέταση ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν και την παράλειψη να ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που προτάθηκαν
Επιχειρήματα των διαδίκων
99 Η «Ισότης» βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 165 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «η [«Ισότης»] αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, το πόρισμα της εκθέσεως οικονομικού ελέγχου ότι προέβη σε ψευδείς δηλώσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας του οικονομικού ελέγχου, με το επιχείρημα ότι το προσωπικό της είναι αυτό που αποσιώπησε τη σχέση μεταξύ της συμβάσεως ETSI STF 333 και της Επιτροπής». Η «Ισότης» υποστηρίζει ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι το προσωπικό της αποσιώπησε τη σχέση αυτή.
100 Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της «Ισότης» κατά τους οποίους αυτή παρέσχε στην Επιτροπή πλήρη πρόσβαση στο σύνολο των συμβάσεων που έχει συνάψει, συμπεριλαμβανομένης της συμβάσεως ETSI STF 333.
101 Κατά την Επιτροπή, η πρώτη αιτίαση της «Ισότης» είναι αβάσιμη και η δεύτερη απαράδεκτη ή, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
102 Η πρώτη αιτίαση της «Ισότης» κατά την οποία λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός που αυτή δεν πρότεινε, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της σκέψεως 165 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με το υπόμνημά της επί της αιτήσεως αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη αυτή, απλώς συνόψισε τα σημεία εκείνα του εισαγωγικού δικογράφου της αγωγής ενώπιον του δικαιοδοτικού αυτού οργάνου, στα οποία εκτίθετο ότι, κατά την Επιτροπή, η «Ισότης» είχε προβεί σε «ψευδείς δηλώσεις», διότι το προσωπικό της φέρεται να αποσιώπησε τη σχέση μεταξύ της συμβάσεως ETSI STF 333 και της Επιτροπής. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο αναφέρθηκε στην προβαλλόμενη άποψη ότι το προσωπικό της «Ισότης» αποσιώπησε την εν λόγω σχέση, απλώς και μόνο για να διευκρινίσει ότι η «Ισότης» αμφισβητούσε την άποψη αυτή.
103 Η δεύτερη αιτίαση σχετικά με την παράλειψη να ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που προτάθηκαν ισοδυναμεί με αμφισβήτηση του σχετικού με τα πραγματικά περιστατικά συμπεράσματος το οποίο συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 176 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το οποίο η «Ισότης», καθόσον, στην απάντησή της στα έγγραφα της Επιτροπής, δεν έκανε μνεία της προαναφερθείσας συμβάσεως, προέβη σε ψευδή δήλωση προς τους ελεγκτές της Επιτροπής κατά παραβίαση των σχετικών διατάξεων των επίμαχων συμβάσεων. Η αμφισβήτηση αυτή εκφεύγει του ελέγχου του Δικαστηρίου στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
104 Επομένως, ο ένατος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί εν μέρει ως προδήλως απαράδεκτος και εν μέρει ως προδήλως αβάσιμος.
105 Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
106 Δυνάμει του άρθρου 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων.
107 Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία δυνάμει του άρθρου του 184, παράγραφος 1, αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
108 Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η «Ισότης» στα δικαστικά έξοδα και αυτή ηττήθηκε, η «Ισότης» πρέπει να υποχρεωθεί να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ένατο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Κοινωνία της Πληροφορίας Ανοιχτή στις Ειδικές Ανάγκες – Ισότης στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy