ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 16ης Ιουλίου 2015 ( *1 )
«Προδικαστική παραπομπή — Άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου — Οδηγία 93/13/ΕΟΚ — Άρθρο 7 — Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρα 7 και 47 — Συμβάσεις συναπτόμενες με καταναλωτές — Σύμβαση ενυπόθηκου δανείου — Καταχρηστικές ρήτρες — Διαδικασία κατασχέσεως ενυπόθηκου ακινήτου — Δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως»
Στην υπόθεση C‑539/14,
με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Audiencia Provincial de Castellón (Ισπανία) με απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2014, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Νοεμβρίου 2014, στο πλαίσιο της δίκης
Juan Carlos Sánchez Morcillo,
María del Carmen Abril García
κατά
Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, S. Rodin, A. Borg Barthet, E. Levits και F. Biltgen, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: N. Wahl
γραμματέας: A. Calot Escobar
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 7 της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές (ΕΕ L 95, σ. 29), σε συνδυασμό με τα άρθρα 47, 34, παράγραφος 3, και 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης).
2
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, των J. C. Sánchez Morcillo και M. C. Abril García και, αφετέρου, της Banco Bilbao Vizcaya Argentaria SA (στο εξής: Banco Bilbao) σχετικά με ανακοπή των πρώτων κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως επί της κατοικίας τους.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
3
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 έχει ως εξής:
«Η παρούσα οδηγία έχει αντικείμενο την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή.»
4
Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Ρήτρα σύμβασης που δεν απετέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης θεωρείται καταχρηστική όταν, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση.
2. Θεωρείται πάντοτε ότι η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενό της, ιδίως στα πλαίσια μιας σύμβασης προσχωρήσεως.
[...]
3. Το παράρτημα περιέχει ενδεικτικό και μη εξαντλητικό κατάλογο ρητρών που είναι δυνατόν να κηρυχθούν καταχρηστικές.»
5
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, προς το συμφέρον των καταναλωτών, καθώς και των ανταγωνιζόμενων επαγγελματιών, να υπάρχουν τα κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα, προκειμένου να πάψει η χρησιμοποίηση των καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται από έναν επαγγελματία με καταναλωτές.»
Το ισπανικό δίκαιο
6
Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Aziz (C‑415/11, EU:C:2013:164), το κεφάλαιο III του νόμου 1/2013, περί των μέτρων για την ενίσχυση της προστασίας των οφειλετών ενυπόθηκων απαιτήσεων, της αναδιαρθρώσεως του χρέους και του κοινωνικού μισθώματος (Ley 1/2013, de medidas para reforzar la protección a los deudores hipotecarios, reestructuración de deuda y alquiler social), της 14ης Μαΐου 2013 (BOE αριθ. 116, της 15ης Μαΐου 2013, σ. 36373, στο εξής: νόμος 1/2013), τροποποίησε τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Ley de enjuiciamiento civil), της 7ης Ιανουαρίου 2000 (BOE αριθ. 7, της 8ης Ιανουαρίου 2000, σ. 575, στο εξής: LEC).
7
Με την τρίτη τελική διάταξη του νομοθετικού διατάγματος 11/2014, περί επειγόντων μέτρων όσον αφορά την πτωχευτική διαδικασία (decreto-ley 11/2014 de medidas urgentes en materia concursal), της 5ης Σεπτεμβρίου 2014 (BOE αριθ. 217, της 6ης Σεπτεμβρίου 2014, σ. 69767, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 11/2014), τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως ο LEC (στο εξής: τροποποιημένος LEC), ούτως ώστε να «συνάδει προς την πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 17ης Ιουλίου 2014».
8
Το άρθρο 695 του τροποποιημένου LEC, που αφορά τη διαδικασία ανακοπής κατά εκτελέσεως ενυπόθηκων απαιτήσεων, έχει ως εξής:
«1. Στο πλαίσιο των διαδικασιών που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, ανακοπή εκ μέρους του καθού η εκτέλεση μπορεί να γίνει δεκτή μόνον εφόσον στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους:
(1)
την απόσβεση της εγγυήσεως ή της ασφαλισμένης απαιτήσεως, […]
(2)
σφάλμα κατά τον υπολογισμό του ποσού της οφειλής, […]
(3)
σε περίπτωση εκτελέσεως επί υποθηκευμένων ή πλασματικώς ενεχυριασμένων κινητών, τη σύσταση, επί των πραγμάτων αυτών, άλλου ενεχύρου, υποθήκης κινητού ή ακινήτου ή μεσεγγυήσεως, τα οποία έχουν καταχωριστεί νωρίτερα από το βάρος που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας, όπερ αποδεικνύεται με το αντίστοιχο πιστοποιητικό καταχωρίσεως·
(4)
τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί τη βάση της εκτελέσεως ή βάσει της οποίας υπολογίστηκε το ποσό της οφειλής.
2. Όταν ασκείται ανακοπή κατά την προηγουμένη παράγραφο, ο γραμματέας του δικαστηρίου αναστέλλει την εκτέλεση και καλεί τους διαδίκους να παραστούν ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε τη διαταγή περί εκτελέσεως. Μεταξύ της κλητεύσεως και της εν λόγω δικασίμου πρέπει να μεσολαβούν τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες. Κατά τη δικάσιμο αυτή, το δικαστήριο ακούει τους διαδίκους, εξετάζει τα προσκομιζόμενα έγγραφα και εντός δύο ημερών εκδίδει τη σχετική απόφασή του υπό μορφή διατάξεως.
3. Η απόφαση που κάνει δεκτή την ανακοπή για τον πρώτο και τον τρίτο λόγο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συνεπάγεται την αναστολή της εκτελέσεως· η απόφαση που κάνει δεκτή την ανακοπή για τον δεύτερο λόγο καθορίζει το ποσό για το οποίο θα συνεχιστεί η εκτέλεση.
Αν γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος, διατάσσεται η κατάργηση της εκτελέσεως εφόσον η συμβατική ρήτρα αποτελεί τη βάση της εκτελέσεως. Άλλως, η εκτέλεση συνεχίζεται χωρίς την εφαρμογή της καταχρηστικής ρήτρας.
4. Η απόφαση που διατάσσει την κατάργηση της εκτελέσεως ή τη μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας ή την απόρριψη της ανακοπής για τον λόγο της παραγράφου 1, υπό 4, του παρόντος άρθρου υπόκειται σε έφεση.
Εκτός από τις ανωτέρω περιπτώσεις, η απόφαση που εκδίδεται επί της ανακοπής του παρόντος άρθρου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο και τα αποτελέσματά της περιορίζονται αποκλειστικώς στη διαδικασία εκτελέσεως στο πλαίσιο της οποίας εκδίδεται η απόφαση αυτή.»
9
Το άρθρο 698 του τροποποιημένου LEC ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Για κάθε αίτημα του οφειλέτη, τριτοφειλέτη ή άλλου εμπλεκομένου το οποίο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των προηγούμενων άρθρων, περιλαμβανομένων των αιτημάτων που αφορούν την ακυρότητα του τίτλου, το ληξιπρόθεσμο, τον βέβαιο χαρακτήρα, την απόσβεση ή το ύψος της απαιτήσεως, πρέπει να εκδίδεται αντίστοιχη δικαστική απόφαση, χωρίς όμως τούτο να συνεπάγεται αναστολή ή διακοπή της ένδικης διαδικασίας εκτελέσεως η οποία προβλέπεται στο παρόν κεφάλαιο.
[...]»
10
Το άρθρο 552 του τροποποιημένου LEC, που αφορά τη δυνατότητα προσφυγής σε περίπτωση αρνήσεως του δικαστηρίου να διατάξει την εκτέλεση, προβλέπει τα εξής:
«1. Αν το δικαστήριο κρίνει ότι οι περιστάσεις και οι εκ του νόμου προϋποθέσεις δεν συντρέχουν προκειμένου να διαταχθεί η εκτέλεση, εκδίδει διάταξη με την οποία απορρίπτει το αίτημα εκτελέσεως.
Όταν το δικαστήριο εκτιμά ότι μία από τις ρήτρες που περιλαμβάνονται σε έναν από τους εκτελεστούς τίτλους που προβλέπονται στο άρθρο 557, παράγραφος 1, μπορεί να χαρακτηριστεί καταχρηστική, ακούει τους διαδίκους εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών. Αφού τους ακούσει, αποφαίνεται εντός πέντε εργασίμων ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 561, παράγραφος 1, σημείο 3.
2. Είναι δυνατή απευθείας έφεση κατά της διατάξεως περί απορρίψεως του αιτήματος εκτελέσεως, καθόσον η έφεση συζητείται μόνον με τον δανειστή. Ο δανειστής μπορεί επίσης, εφόσον το επιθυμεί, να ζητήσει επανεξέταση της αιτήσεώς του από το ίδιο δικαστήριο πριν ασκήσει έφεση.
3. Όταν η διάταξη περί απορρίψεως του αιτήματος εκτελέσεως καταστεί τελεσίδικη, ο δανειστής μπορεί να κάνει χρήση των δικαιωμάτων του μόνον στο πλαίσιο της αντίστοιχης κοινής διαδικασίας, αν τούτο δεν εμποδίζεται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως ή διατάξεως επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση εκτελέσεως.»
11
Το άρθρο 557 του τροποποιημένου LEC, που αφορά τη διαδικασία ανακοπής κατά της εκτελέσεως η οποία στηρίζεται σε μη δικαστικούς τίτλους ή τίτλους διαιτησίας, ορίζει τα εξής:
«1. Οσάκις η εκτέλεση διατάσσεται βάσει των τίτλων που προβλέπονται στο άρθρο 517, παράγραφος 2, σημεία 4, 5, 6 και 7, καθώς και βάσει άλλων εγγράφων εχόντων ισχύ εκτελεστού τίτλου τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 517, παράγραφος 2, σημείο 9, ο καθού η εκτέλεση μπορεί να εναντιωθεί σ’ αυτή, εντός των προθεσμιών και κατά τον τύπο που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, μόνον εφόσον επικαλείται έναν από τους ακόλουθους λόγους:
[...]
7°
ο τίτλος περιέχει καταχρηστικές ρήτρες.
2. Αν ασκηθεί ανακοπή κατά την προηγούμενη παράγραφο, η γραμματεία του δικαστηρίου αναστέλλει την εκτέλεση με μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας.»
12
Το άρθρο 561 του τροποποιημένου LEC αφορά τη διάταξη με την οποία το δικαστήριο αποφαίνεται επί της ουσίας της ανακοπής και έχει ως ακολούθως:
«1. Σε περίπτωση που η ανακοπή κατά της εκτελέσεως δεν στηρίζεται σε διαδικαστικές πλημμέλειες, αφού οι διάδικοι αναπτύξουν την επιχειρηματολογία τους και κατόπιν της ενδεχόμενης διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, το δικαστήριο εκδίδει διάταξη, για τους σκοπούς της εκτελέσεως και μόνον, η οποία μπορεί να έχει το ακόλουθο περιεχόμενο:
(1)
σε περίπτωση απορρίψεως της ανακοπής στο σύνολό της, διατάσσει τη συνέχιση της εκτελέσεως για το καθορισθέν ποσό. Αν η ανακοπή στηρίζεται σε ένσταση για το υπερβάλλον και η ένσταση αυτή γίνει εν μέρει δεκτή, η εκτέλεση διατάσσεται μόνον για το ποσό ως προς το οποίο δεν έγινε δεκτή η ένσταση.
[...]
(2)
αν δεχτεί έναν από τους λόγους των άρθρων 556 και 557 ή αν κρίνει βάσιμη στο σύνολό της την ένσταση για το υπερβάλλον που υποβλήθηκε κατά το άρθρο 558 προς στήριξη της ανακοπής, αποφασίζει την κατάργηση της διαδικασίας εκτελέσεως·
(3)
σε περίπτωση που κρίνει καταχρηστική μια ή περισσότερες ρήτρες, η εκδιδόμενη διάταξη προσδιορίζει και τις συνέπειες της καταχρηστικότητας αυτής, διατάσσοντας είτε την κατάργηση της εκτελέσεως είτε την πραγματοποίησή της χωρίς την εφαρμογή των ρητρών που κρίνονται καταχρηστικές.
2. Αν γίνει δεκτή η ανακοπή κατά της εκτελέσεως, η εκτέλεση παύει να παράγει αποτελέσματα, διατάσσεται δε η άρση των μεσεγγυήσεων ή άλλων μέτρων ασφαλίσεως τα οποία ενδεχομένως είχαν ληφθεί, με αποτέλεσμα ο καθού η εκτέλεση να περιέρχεται εκ νέου στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν πριν την επίσπευση της εκτελέσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 533 και 534. Ο επισπεύδων την εκτέλεση καταδικάζεται επιπλέον στα έξοδα της ανακοπής.
3. Η διάταξη επί της ανακοπής υπόκειται σε έφεση, η οποία δεν αναστέλλει την εκτέλεση στην περίπτωση που η εκκαλούμενη απόφαση απορρίπτει την ανακοπή.
[...]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
13
Με την απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García (C‑169/14, EU:C:2014:2099), το Δικαστήριο έχει ήδη ερμηνεύσει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς με αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της υποθέσεως της κύριας δίκης. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης εκτίθενται, συνεπώς, στις σκέψεις 13 έως 18 της αποφάσεως αυτής:
«13
Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι, με συμβολαιογραφική πράξη της 9ης Ιουνίου 2003, οι εκκαλούντες της κύριας δίκης συνήψαν με την Banco Bilbao σύμβαση δανείου για ποσό ύψους 300500 ευρώ με τη σύσταση υποθήκης επί της κατοικίας τους.
14
Το εν λόγω ποσό συμφωνήθηκε να αποπληρωθεί έως τις 30 Ιουνίου 2028, μέσω καταβολής 360 μηνιαίων δόσεων. Σε περίπτωση αθετήσεως της υποχρεώσεως καταβολής των δόσεων εκ μέρους των οφειλετών, η Banco Bilbao είχε δικαίωμα να ζητήσει την πρόωρη εξόφληση του δανείου που είχε χορηγήσει στους εκκαλούντες της κύριας δίκης. Η ρήτρα 6bis της οικείας συμβάσεως όριζε το επιτόκιο υπερημερίας στο 19 % ετησίως, ενώ, κατά τον κρίσιμο για τη διαφορά της κύριας δίκης χρόνο, το νόμιμο επιτόκιο στην Ισπανία ανερχόταν στο 4 % ετησίως.
15
Λόγω της αθετήσεως της υποχρεώσεως των εκκαλούντων της κύριας δίκης να καταβάλουν τις μηνιαίες δόσεις αποπληρωμής του εν λόγω δανείου, η Banco Bilbao ζήτησε, στις 15 Απριλίου 2011, την καταβολή του συνολικού ποσού του δανείου πλέον νόμιμων τόκων και τόκων υπερημερίας καθώς και την υπέρ αυτής αναγκαστική εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου.
16
Κατόπιν κινήσεως της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως επί του ενυπόθηκου ακινήτου, οι εκκαλούντες της κύριας δίκης άσκησαν ανακοπή [–επικαλούμενοι τον ανεπαρκή χαρακτήρα του τίτλου και την έλλειψη αρμοδιότητας του επιληφθέντος δικαστηρίου–], η οποία απορρίφθηκε με απόφαση που εξέδωσε στις 19 Ιουνίου 2013 το Juzgado de Primera Instancia no 3 de Castellón (πρωτοδικείο Castellón υπ’ αριθ. 3). Οι εκκαλούντες της κύριας δίκης άσκησαν έφεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως η οποία, αφού κρίθηκε παραδεκτή, παραπέμφθηκε ενώπιον του Audiencia Provincial de Castellón (περιφερειακό δικαστήριο Castellón).
17
Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι η ισπανική πολιτική δικονομία επιτρέπει την άσκηση εφέσεως κατά αποφάσεως η οποία δέχεται την ανακοπή που άσκησε ο οφειλέτης, καταργώντας τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως επί του ενυπόθηκου ακινήτου, αντιθέτως, δεν επιτρέπει στον οφειλέτη του οποίου η ανακοπή απορρίφθηκε να ασκήσει έφεση κατά πρωτόδικης αποφάσεως η οποία διατάσσει τη συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως.
18
Το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς το ζήτημα αν η επίμαχη εθνική κανονιστική ρύθμιση συνάδει με τον σκοπό της προστασίας των καταναλωτών που επιδιώκει η οδηγία 93/13 καθώς και με το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη. Το δικαστήριο αυτό διευκρινίζει ότι η παροχή στους οφειλέτες της δυνατότητας να ασκήσουν έφεση μπορεί να αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία στο μέτρο που ορισμένες από τις ρήτρες της επίμαχης στην κύρια δίκη συμβάσεως δανείου ενδέχεται να χαρακτηριστούν “καταχρηστικές” κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13.»
14
Συνεπώς, το Audiencia Provincial de Castellón αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα που αφορούσαν ακριβώς αυτή την προβληματική.
15
Με την απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García (C‑169/14, EU:C:2014:2099), το Δικαστήριο απάντησε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντίκειται προς σύστημα αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως το επίμαχο στην κύρια δίκη, το οποίο προβλέπει ότι η διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως δεν μπορεί να ανασταλεί από το δικαστήριο της ουσίας, εξυπακουομένου ότι το τελευταίο αυτό δικαστήριο μπορεί, με την οριστική απόφασή του, απλώς να επιδικάσει αποζημίωση προς αντιστάθμιση της ζημίας που υπέστη ο καταναλωτής, στο μέτρο που ο τελευταίος, ως καθού η κατάσχεση οφειλέτης, δεν έχει τη δυνατότητα να εφεσιβάλει την απόφαση με την οποία απορρίπτεται η ανακοπή του κατά της εν λόγω εκτελέσεως, ενώ ο επαγγελματίας, κατασχών δανειστής, μπορεί να ασκήσει το εν λόγω ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η κατάργηση της διαδικασίας ή η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας.
16
Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, ο Ισπανός νομοθέτης τροποποίησε, με το νομοθετικό διάταγμα 11/2014, την παράγραφο 4 του άρθρου 695 του LEC.
17
Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο ενώπιον του οποίου συνεχίστηκε η κατ’ έφεση διαδικασία, εκθέτει ότι η τροποποίηση αυτή επιτρέπει στους καταναλωτές να ασκήσουν έφεση κατά της διατάξεως με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως μόνον όταν ο λόγος ανακοπής που δεν έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αφορά τον καταχρηστικό χαρακτήρα κάποιας συμβατικής ρήτρας που αποτελεί τη βάση του εκτελεστού τίτλου, ενώ επιτρέπει στους επαγγελματίες να εφεσιβάλλουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία διατάσσει την κατάργηση της διαδικασίας, ανεξαρτήτως του λόγου ανακοπής επί του οποίου στηρίζεται η απόφαση.
18
Κατά συνέπεια, το εν λόγω δικαστήριο εξακολουθεί να έχει αμφιβολίες ως προς κατά πόσον μια τέτοια εθνική διάταξη –βάσει της οποίας θα ήταν υποχρεωμένο να απορρίψει την έφεση που άσκησαν οι εκκαλλούντες της κύριας δίκης– συμβιβάζεται με τον σκοπό της προστασίας των καταναλωτών τον οποίο επιδιώκει η οδηγία 93/13, σε συνδυασμό με την αρχή της ισότητας των όπλων την οποία εγγυάται το άρθρο 47 του Χάρτη, καθώς και με τα δικαιώματα στη στέγαση και στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, τα οποία προβλέπονται, αντιστοίχως, από τα άρθρα 34, παράγραφος 3, και 7 του Χάρτη.
19
Υπό τις συνθήκες αυτές, το Audiencia Provincial de Castellón αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της [οδηγίας 99/13], σε συνδυασμό με τα άρθρα 47, 34, παράγραφος 3, και 7 του [Χάρτη], να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε δικονομικό κανόνα, όπως το άρθρο 695, παράγραφος 4, του [τροποποιημένου LEC], ο οποίος, ρυθμίζοντας το ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που κρίνει την ανακοπή κατά εκτελέσεως επί ενυπόθηκων ή ενεχυριασμένων αγαθών, επιτρέπει την άσκηση ενδίκου μέσου μόνον κατά της διατάξεως με την οποία διατάσσεται η κατάργηση της διαδικασίας ή η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας, ή κατά της διατάξεως με την οποία απορρίπτεται η ανακοπή που βασίζεται στον καταχρηστικό χαρακτήρα ορισμένης ρήτρας, με άμεση συνέπεια ο επισπεύδων επαγγελματίας να διαθέτει περισσότερα ένδικα μέσα απ’ όσα διαθέτει ο καθού η εκτέλεση καταναλωτής;»
20
Το Audiencia Provincial de Castellón ζήτησε, στις 27 Νοεμβρίου 2014, να εκδικασθεί η υπόθεση κατά την ταχεία διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 23α του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 105, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Κατά το δικαστήριο αυτό, το άκρως επείγον απορρέει από το γεγονός ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως αφορά τη συνήθη κατοικία των καταναλωτών, υπό την ιδιότητά τους ως καθών η εκτέλεση, γεγονός που συνεπάγεται τον κίνδυνο της απώλειας της κατοικίας αυτής και περιάγει τους εν λόγω καταναλωτές καθώς και τις οικογένειές τους σε ιδιαίτερα επισφαλή θέση.
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
21
Κατά το άρθρο 99 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι ταυτόσημο με ερώτημα επί του οποίου το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, όταν η απάντηση σε τέτοιο ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή όταν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει στο υποβληθέν με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα, το Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
22
Στην υπό κρίση υπόθεση πρέπει να γίνει εφαρμογή του εν λόγω άρθρου.
23
Με το προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 7 της οδηγίας 93713, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7, 34, παράγραφος 3, και 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντιτίθεται σε εθνική διάταξη, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας ο καταναλωτής, ως καθού η εκτέλεση οφειλέτης σε διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, μπορεί να εφεσιβάλει την απόφαση περί απορρίψεως της ανακοπής εκτελέσεως μόνον όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε λόγο ανακοπής αντλούμενο από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας που αποτελεί τη βάση του εκτελεστού τίτλου, ενώ, αντιθέτως, ο επαγγελματίας μπορεί να εφεσιβάλει οποιαδήποτε απόφαση διατάσσουσα την κατάργηση της διαδικασίας, ανεξαρτήτως του λόγου ανακοπής επί του οποίου στηρίζεται η απόφαση.
24
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί, καταρχάς, ότι, κατά πάγια νομολογία, το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς τη δυνατότητα διαπραγματεύσεως όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφορήσεως (αποφάσεις Aziz, C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 44, καθώς και Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 22).
25
Ακριβώς επειδή οι καταναλωτές βρίσκονται σε ασθενέστερη θέση, το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει ότι οι καταχρηστικές ρήτρες δεν δεσμεύουν τους καταναλωτές. Πρόκειται για επιτακτικού χαρακτήρα διάταξη, η οποία αποβλέπει στο να αντικαταστήσει την τυπική ισορροπία που εισάγει η σύμβαση μεταξύ των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων με μια ουσιαστική ισορροπία, ικανή να αποκαταστήσει τη μεταξύ τους ισότητα (απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 23 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26
Προς τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε, στις εθνικές έννομες τάξεις τους, να προβλέπονται κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα προκειμένου να τίθεται τέρμα στη χρήση καταχρηστικών ρητρών στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός καταναλωτή και ενός επαγγελματία (απόφαση Baczó και Vizsnyiczai, C‑567/13, EU:C:2015:88, σκέψη 39).
27
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι το εθνικό δικαστήριο οφείλει να εξετάζει αυτεπαγγέλτως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και, πράττοντας τούτο, να αίρει την υφιστάμενη ανισότητα μεταξύ του καταναλωτή και του επαγγελματία, εφόσον έχει στη διάθεσή του τα απαραίτητα προς τούτο νομικά και πραγματικά στοιχεία (απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 24).
28
Οι εθνικές διαδικασίες αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως είναι οι διαδικασίες εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, υπόκεινται στις απαιτήσεις που απορρέουν από τη νομολογία αυτή του Δικαστηρίου σχετικά με την αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών (απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 25).
29
Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επί της ερμηνείας της οδηγίας 93/13 κρίνοντας ότι η οδηγία αυτή αντιτίθεται σε νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, ενώ δεν προβλέπει στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως λόγους ανακοπής αντλούμενους από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί βάση του εκτελεστού τίτλου, δεν παρέχει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο είναι αρμόδιο για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας τέτοιας ρήτρας, τη δυνατότητα λήψεως προσωρινών μέτρων, μεταξύ των οποίων, ιδίως, η αναστολή της εν λόγω διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως, όταν η λήψη των μέτρων αυτών είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της οριστικής αποφάσεώς του (απόφαση Aziz, C‑415/11, EU:C:2013:164, σκέψη 64).
30
Το Δικαστήριο ερμήνευσε επίσης την οδηγία 93/13 υπό την έννοια ότι προσκρούει στην οδηγία αυτή νομοθετική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία δεν παρέχει την εξουσία στο δικαστήριο της εκτελέσεως, στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, ούτε εξετάσεως, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του καταναλωτή, του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περιλαμβανόμενης στη σύμβαση από την οποία προκύπτει η οφειλή της οποίας ζητείται η εξόφληση και στην οποία στηρίζεται ο εκτελεστός τίτλος, ούτε λήψεως προσωρινών μέτρων, μεταξύ των οποίων, ιδίως, της αναστολής της εκτελέσεως, όταν η λήψη των μέτρων αυτών είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της οριστικής αποφάσεως του δικαστηρίου της αντίστοιχης επί της ουσίας διαδικασίας, το οποίο είναι αρμόδιο να εξετάσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της ρήτρας αυτής (διάταξη Banco Popular Español και Banco de Valencia, C‑537/12 και C‑116/13, EU:C:2013:759, σκέψη 60).
31
Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με το άρθρο 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι αντίκειται προς αυτό σύστημα αναγκαστικής εκτελέσεως το οποίο προβλέπει ότι η διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως δεν μπορεί να ανασταλεί από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αυτό δικαστήριο μπορεί, με την οριστική απόφασή του, απλώς να επιδικάσει αποζημίωση προς αντιστάθμιση της ζημίας που υπέστη ο καταναλωτής, στο μέτρο που ο τελευταίος, ως καθού η κατάσχεση οφειλέτης, δεν έχει τη δυνατότητα να εφεσιβάλει την απόφαση με την οποία απορρίπτεται η ανακοπή του κατά της εν λόγω εκτελέσεως, ενώ ο επαγγελματίας, κατασχών δανειστής, μπορεί να ασκήσει το εν λόγω ένδικο μέσο κατά της αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η κατάργηση της διαδικασίας ή η μη εφαρμογή καταχρηστικής ρήτρας (απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 51).
32
Η απάντηση που προσήκει στο υποβληθέν στην υπό κρίση υπόθεση ερώτημα μπορεί σαφώς να συναχθεί από τις ενδείξεις που παρέχει η νομολογία του Δικαστηρίου επί των ζητημάτων αυτών, καθόσον αφορά, κατ’ ουσίαν, το κατά πόσον η νομοθετική τροποποίηση του άρθρου 695, παράγραφος 4, του LEC, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου Sánchez Morcillo και Abril García (C‑169/14, EU:C:2014:2099), προσκρούει στην απορρέουσα από την εν λόγω απόφαση ερμηνεία της οδηγίας 93/13.
33
Προς τούτο, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ελλείψει εναρμονίσεως των εθνικών μηχανισμών αναγκαστικής εκτελέσεως, οι προϋποθέσεις ασκήσεως των ένδικων μέσων κατά αποφάσεως η οποία αποφαίνεται επί της νομιμότητας συμβατικής ρήτρας, που προβλέπονται στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, εμπίπτουν στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών μελών δυνάμει της αρχής της δικονομικής αυτοτέλειάς τους, υπό τον όρο, πάντως, ότι δεν είναι δυσμενέστερες από αυτές που διέπουν παρόμοιες καταστάσεις υπαγόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και ότι δεν καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους καταναλωτές από το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 31).
34
Όσον αφορά την αρχή της ισοδυναμίας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει κανένα στοιχείο ικανό να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς το ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης νομοθετική ρύθμιση είναι σύμφωνη προς την αρχή αυτή.
35
Όσον αφορά την αρχή της αποτελεσματικότητας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι κάθε περίπτωση στην οποία τίθεται το ζήτημα αν εθνικός δικονομικός κανόνας καθιστά αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης αυτό πρέπει να εξετάζεται λαμβανομένων υπόψη της θέσεως του κανόνα αυτού στην όλη διαδικασία, της εξελίξεως της διαδικασίας και των ιδιαιτεροτήτων της ενώπιον των διαφόρων εθνικών αρχών. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές που αποτελούν τη βάση του εθνικού δικαιοδοτικού συστήματος, όπως η προστασία των δικαιωμάτων άμυνας, η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η εύρυθμη διεξαγωγή της διαδικασίας (απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 34).
36
Η υποχρέωση των κρατών μελών να εξασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που αντλούν οι πολίτες από την οδηγία 93/13 κατά της χρήσεως καταχρηστικών ρητρών έχει ως συνέπεια την απαίτηση αποτελεσματικής ένδικης προστασίας όπως αυτή κατοχυρώνεται επίσης στο άρθρο 47 του Χάρτη και την οποία ο εθνικός δικαστής οφείλει να τηρεί. Η προστασία αυτή πρέπει να ισχύει τόσο για τον καθορισμό των δικαιοδοτικών οργάνων που είναι αρμόδια να επιλαμβάνονται των ενδίκων προσφυγών των στηριζόμενων στο δίκαιο της Ένωσης όσο και για τον καθορισμό των σχετικών δικονομικών προϋποθέσεων (απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García, C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 35).
37
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Aziz (C‑415/11, EU:C:2013:164), ο νόμος 1/2013 τροποποίησε τα άρθρα του LEC σχετικά με τη διαδικασία εκτελέσεως απαιτήσεων επί ενυπόθηκων ή ενεχυριασμένων αγαθών, προβλέποντας, στο άρθρο 695, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, τη δυνατότητα του καθού η εκτέλεση να αντιτάξει στις διαδικασίες εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας επί της οποίας στηρίζεται η εκτέλεση.
38
Στο πλαίσιο αυτό, προς συμμόρφωση προς την απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García (C‑169/14, EU:C:2014:2099), το νομοθετικό διάταγμα 11/2014 τροποποίησε και την παράγραφο 4 του άρθρου 695 του LEC.
39
Δεν αμφισβητείται ότι η διάταξη αυτή, όπως τροποποιήθηκε, αναγνωρίζει όντως στους καταναλωτές το δικαίωμα να εφεσιβάλουν την απόφαση του δικαστηρίου της εκτελέσεως με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή τους κατά της εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, όταν η ανακοπή αυτή στηρίζεται στον καταχρηστικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 3 της οδηγίας 93/13, ρήτρας περιλαμβανόμενης στη σύμβαση από την οποία προκύπτει η οφειλή της οποίας ζητείται η εξόφληση και στην οποία στηρίζεται ο εκτελεστός τίτλος.
40
Ως εκ τούτου, το δικονομικό καθεστώς που θεσπίζει η εν λόγω διάταξη, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, επιτρέπει στο δικαστήριο της εκτελέσεως να εκτιμήσει, πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκτελέσεως και στο πλαίσιο δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας από την οποία προκύπτει το ποσό του οποίου ζητείται η εξόφληση ή η οποία μπορεί να αποτελέσει τη βάση του εκτελεστού τίτλου και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, επιτρέπει στο εν λόγω δικαστήριο να κηρύξει την ακυρότητα της υπό εξέλιξη διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως.
41
Κατά συνέπεια, σε αντίθεση προς το δικονομικό καθεστώς το οποίο αφορούσε η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García (C‑169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 43), μια τέτοια εθνική διάταξη δεν εκθέτει πλέον τον εν λόγω καταναλωτή, ή και την οικογένειά του, στον κίνδυνο απώλειας της κατοικίας του κατόπιν αναγκαστικής εκποιήσεώς της, σε ένα πλαίσιο εντός του οποίου το μεν δικαστήριο της ουσίας δεν είναι σε θέση να αναστείλει τη διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, το δε δικαστήριο της εκτελέσεως προβαίνει, ενδεχομένως, σε συνοπτική μόνον εξέταση του κύρους μιας τέτοιας συμβατικής ρήτρας στην οποία στηρίζεται η αίτηση του επαγγελματία.
42
Ασφαλώς, όπως παρατήρησε το αιτούν δικαστήριο, το άρθρο 695, παράγραφος 4, του τροποποιημένου LEC, καίτοι αναγνωρίζει στον καταναλωτή το δικαίωμα να εφεσιβάλει απόφαση η οποία απορρίπτει την ανακοπή που στηρίζεται στον καταχρηστικό χαρακτήρα ρήτρας περιεχόμενης στη σύμβαση από την οποία προκύπτει η οφειλή της οποίας ζητείται η εξόφληση και επί της οποίας στηρίζεται ο εκτελεστός τίτλος, αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως εφέσεως κατά των αποφάσεων που απορρίπτουν την ανακοπή όταν αυτή στηρίζεται στους λοιπούς λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 695, παράγραφος 1, του τροποποιημένου LEC. Το δικαστήριο αυτό διευκρινίζει, συναφώς, ότι αυτός ο περιορισμός του δικαιώματος ασκήσεως εφέσεως δεν είναι, αντιθέτως, αντιτάξιμος στον επαγγελματία, ο οποίος μπορεί να ασκήσει, ως επισπεύδων δανειστής, έφεση κατά οποιασδήποτε αποφάσεως με την οποία καταργείται η διαδικασία, ανεξαρτήτως του λόγου ανακοπής επί του οποίου στηρίζεται η απόφαση.
43
Πάντως, αρκεί, συναφώς, η υπόμνηση ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13 περιορίζεται στην προστασία των καταναλωτών από τη χρήση καταχρηστικών ρητρών που περιέχονται στις συμβάσεις που συνάπτουν με επαγγελματίες.
44
Κατά συνέπεια, η προβληματική σχετικά με το ότι οι καταναλωτές δεν διαθέτουν, δυνάμει της επίμαχης στην υπόθεση της κύριας δίκης νομοθετικής ρυθμίσεως, το δικαίωμα να εφεσιβάλουν την απόφαση με την οποία απορρίπτεται η ανακοπή που στηρίζεται σε λόγους άλλους από τον αντλούμενο από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας επί της οποίας στηρίζεται ο εκτελεστός τίτλος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής και, ως εκ τούτου, δεν είναι ικανή να θέσει εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα της προστασίας του καταναλωτή, όπως αυτή επιδιώκεται από την οδηγία.
45
Επομένως, το άρθρο 695, παράγραφος 4, του τροποποιημένου LEC εξασφαλίζει πλέον στους καταναλωτές πλήρες και επαρκές ένδικο βοήθημα, που αποτελεί επίσης κατάλληλο και αποτελεσματικό μέσο, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, προκειμένου να τίθεται τέρμα, στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, στην εφαρμογή των καταχρηστικών ρητών που περιέχονται στη συμβολαιογραφική πράξη περί συστάσεως υποθήκης βάσει της οποίας ο επαγγελματίας προβαίνει στην κατάσχεση του ακινήτου που αποτελεί το αντικείμενο της εμπράγματης εγγυήσεως.
46
Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να προστεθεί ότι τα χαρακτηριστικά της ένδικης διαδικασίας ενώπιον του ισπανικού δικαστηρίου της εκτελέσεως δεν συνιστούν πλέον, μετά την τροποποίηση που επήλθε με το νομοθετικό διάταγμα 11/2014, στοιχείο ικανό να θίξει τη νομική προστασία της οποίας πρέπει να απολαύουν οι καταναλωτές δυνάμει του εν λόγω άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, καθώς και με το δικαίωμα στον σεβασμό της κατοικίας, που διασφαλίζεται από το άρθρο 7 του Χάρτη, και την αρχή της ισότητας των όπλων, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη (βλ. απόφαση Sánchez Morcillo και Abril García, C-169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 48 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47
Πράγματι, πρέπει, πρώτον, να υπογραμμιστεί ότι το ισπανικό δικονομικό δίκαιο όσον αφορά την εκτέλεση ενυπόθηκης απαιτήσεως, λαμβανόμενο υπόψη στο σύνολό του και όπως αυτό έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, αφενός, δεν εκθέτει πλέον τον καταναλωτή στον κίνδυνο οριστικής και αμετάκλητης απώλειας της κατοικίας του λόγω αναγκαστικής εκποιήσεώς της προτού καν το δικαστήριο μπορέσει να εκτιμήσει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της συμβατικής ρήτρας επί της οποίας ο επαγγελματίας στηρίζει την αίτηση αναγκαστικής εκτελέσεως επί του ενυποθήκου ακινήτου. Αφετέρου, όπως διαπιστώθηκε με τις σκέψεις 40 και 41 της παρούσας διατάξεως, αυτό το δικονομικό σύστημα ενισχύει αποτελεσματικά τον συναφή δικαστικό έλεγχο, προβλέποντας ότι ένα εφετείο μπορεί να εξακριβώσει, στο πλαίσιο δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το βάσιμο της εξετάσεως μιας τέτοιας ρήτρας στην οποία προέβη το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της εκτελέσεως.
48
Ομοίως, όσον αφορά, δεύτερον, την τήρηση της αρχής της ισότητας των όπλων κατά της χρήσεως των καταχρηστικών ρητρών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/13, στο πλαίσιο εθνικής διαδικασίας εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, διαπιστώνεται ότι, κατόπιν της τροποποιήσεως του άρθρου 695, παράγραφος 4, του LEC, το εν λόγω ισπανικό δικονομικό σύστημα προσφέρει πράγματι στον καταναλωτή εύλογη δυνατότητα να ασκήσει ένδικα βοηθήματα στηριζόμενα στα δικαιώματα που αντλεί από την οδηγία αυτή υπό συνθήκες που δεν τον περιάγουν σε σαφώς μειονεκτική θέση έναντι του επαγγελματία επισπεύδοντος δανειστή (βλ., a contrario, Sánchez Morcillo και Abril García, C-169/14, EU:C:2014:2099, σκέψη 49 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
49
Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι απαραίτητο, τέλος, να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της –ζητουμένης από το αιτούν δικαστήριο– ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με το άρθρο 34, παράγραφος 3, του Χάρτη. Πράγματι, στο μέτρο που, αντίθετα προς τα επισημαινόμενα από το εν λόγω δικαστήριο, η διάταξη αυτή του Χάρτη εξασφαλίζει όχι το δικαίωμα στην κατοικία, αλλά «το δικαίωμα κοινωνικής αρωγής και στεγαστικής βοήθειας» στο πλαίσιο των κοινωνικών πολιτικών που στηρίζονται στο άρθρο 153 ΣΛΕΕ, μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς στην υπόθεση της κύριας δίκης.
50
Υπό το φως των σκέψεων αυτών, στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 47 του Χάρτη, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας ο καταναλωτής, ως καθού η εκτέλεση οφειλέτης σε διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, μπορεί να εφεσιβάλει την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή εκτελέσεως μόνον όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έκανε δεκτό τον λόγο ανακοπής που αντλείτο από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί τη βάση του εκτελεστού τίτλου, και τούτο μολονότι ο επαγγελματίας μπορεί, αντιθέτως, να εφεσιβάλει οποιαδήποτε απόφαση διατάσσουσα την κατάργηση της διαδικασίας, ανεξαρτήτως του λόγου ανακοπής επί του οποίου στηρίζεται η απόφαση.
Επί των δικαστικών εξόδων
51
Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, σε συνδυασμό με τα άρθρα 7 και 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική διάταξη, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, δυνάμει της οποίας ο καταναλωτής, ως καθού η εκτέλεση οφειλέτης σε διαδικασία εκτελέσεως ενυπόθηκης απαιτήσεως, μπορεί να εφεσιβάλει την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή εκτελέσεως μόνον όταν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν έκανε δεκτό τον λόγο ανακοπής που αντλείτο από τον καταχρηστικό χαρακτήρα συμβατικής ρήτρας η οποία αποτελεί τη βάση του εκτελεστού τίτλου, και τούτο μολονότι ο επαγγελματίας μπορεί, αντιθέτως, να εφεσιβάλει οποιαδήποτε απόφαση διατάσσουσα την κατάργηση της διαδικασίας, ανεξαρτήτως του λόγου ανακοπής επί του οποίου στηρίζεται η απόφαση.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy