ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 16ης Δεκεμβρίου 2014 ( 1 ) ( 2 )
Υπόθεση C‑498/14 PPU
RG
κατά
SF
[αίτηση του cour d’appel de Bruxelles (Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Επείγουσα προδικαστική διαδικασία — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Διεθνής δικαιοδοσία σε διαφορές γονικής μέριμνας — Κανονισμός (ΕΚ) 2201/2003 — Άρθρο 11, παράγραφοι 7 και 8 — Παιδί που έχει τη συνήθη διαμονή του σε ένα κράτος μέλος και μετακινήθηκε παράνομα σε άλλο κράτος μέλος — Απόφαση περί μη επιστροφής του παιδιού εκδοθείσα στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 13 της Συμβάσεως της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 — Νομοθεσία του κράτους μέλους προελεύσεως που προβλέπει αποκλειστική δικαιοδοσία εξειδικευμένου δικαστηρίου για να αποφανθεί μετά από τέτοια απόφαση — Συνέπεια στη διαδικασία επί της ουσίας που εκκρεμεί ενώπιον άλλου εθνικού δικαστηρίου το οποίο έχει επιληφθεί της διαφοράς γονικής μέριμνας»
I – Εισαγωγή
1.
Το αίτημα περί ερμηνείας που υπέβαλε το cour d’appel de Bruxelles (Βέλγιο), ζητώντας την εφαρμογή της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας, αφορά το άρθρο 11, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000 ( 3 ) (στο εξής: κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα).
2.
Το αίτημα αυτό εντάσσεται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ Βρετανού υπηκόου κατοίκου Βελγίου και Πολωνής υπηκόου κατοίκου Πολωνίας σχετικά με τη γονική μέριμνα του τέκνου τους, το οποίο, κατά την αρχική προσφυγή σε βελγικό δικαστήριο, είχε τη συνήθη διαμονή του στο Βέλγιο, πριν μετακινηθεί παράνομα στην Πολωνία από τη μητέρα του. Τα βελγικά δικαστήρια τα οποία αποφάνθηκαν διαδοχικά αναγνώρισαν τη διεθνή δικαιοδοσία τους για να αποφανθούν επί της διαφοράς αυτής, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τα πολωνικά δικαστήρια στα οποία προσέφυγε κατόπιν η μητέρα.
3.
Παράλληλα προς τις διαδικασίες που κινήθηκαν κατά τα ανωτέρω σχετικά με τη γονική μέριμνα, ο πατέρας υπέβαλε αίτηση περί επιστροφής του παιδιού κατ’ εφαρμογή της Συμβάσεως της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών ( 4 ) (στο εξής: Σύμβαση της Χάγης του 1980). Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε από πολωνικό δικαστήριο, όπως το επιτρέπει κατ’ εξαίρεση το άρθρο 13 της εν λόγω Συμβάσεως, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα.
4.
Εν συνεχεία ο πατέρας προσέφυγε στο βελγικό δικαστήριο το οποίο, σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, έχει ειδική αρμοδιότητα για να εξετάσει το ζήτημα της επιμέλειας του παιδιού μετά από μια τέτοια απόφαση περί μη επιστροφής. Κατ’ εφαρμογή των κανόνων αυτών, η εν λόγω προσφυγή είχε ως συνέπεια την αναστολή των σχετικών με τη γονική μέριμνα του παιδιού εκκρεμουσών διαδικασιών ενώπιον κάθε άλλου βελγικού δικαστηρίου, εν προκειμένω της εκκρεμούσας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου διαδικασίας.
5.
Το τελευταίο ερωτά το Δικαστήριο εάν το άρθρο 11, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα απαγορεύει σε κράτος μέλος ( 5 ) να θεσπίζει τέτοιους κανόνες κατανομής των εθνικών δικαιοδοσιών που έχουν ως συνέπεια, αφενός, να προκρίνεται η δικαιοδοσία ενός εξειδικευμένου δικαστηρίου, μετά από απόφαση εκδοθείσα σε άλλο κράτος μέλος η οποία απαγορεύει την επιστροφή του παιδιού, και, αφετέρου, να διακόπτεται προσωρινά κάθε διαδικασία της οποίας έχει ήδη επιληφθεί άλλο εθνικό δικαστήριο το οποίο είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο να αποφανθεί επί της ουσίας.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α — Η Σύμβαση της Χάγης του 1980
6.
Όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση της Χάγης του 1980, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 1983.
7.
Το άρθρο 1 αυτής ορίζει ότι η Σύμβαση έχει ως σκοπό «να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν παράνομα σε ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη» και «να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα επιμέλειας και προσωπικής επικοινωνίας που υφίστανται κατά το δίκαιο ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη θα είναι σεβαστά και στα άλλα συμβαλλόμενα κράτη». Το άρθρο 3 αυτής καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού θεωρούνται παράνομες κατά την εν λόγω Σύμβαση.
8.
Στο κεφάλαιο ΙΙΙ της ίδιας Συμβάσεως περιλαμβάνεται το άρθρο 12 αυτής, με τίτλο «Επιστροφή παιδιού», το οποίο ορίζει στην παράγραφο 1 ότι, «[ε]φόσον ένα παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα κατά την έννοια του άρθρου 3 και από τη μετακίνησή ή κατακράτησή του μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του.».
9.
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, ορίζει ότι «[π]αρά τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν δεσμεύεται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που αντιτίθεται στην επιστροφή του αποδεικνύει […] ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μια αφόρητη κατάσταση».
Β — Ο κανονισμός Βρυξέλλες IIα
10.
Οι αιτιολογικές σκέψεις 12, 17, 18 και 33 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα έχουν ως εξής:
«(12)
Οι κανόνες αρμοδιότητας που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού περί γονικής μέριμνας επιλέγονται υπό το πρίσμα του συμφέροντος του παιδιού, ειδικότερα δε του κριτηρίου της εγγύτητας. Αυτό σημαίνει ότι κατά πρώτο λόγο θα πρέπει να είναι αρμόδια τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις μεταβολής της διαμονής του παιδιού ή ύστερα από συμφωνία μεταξύ των δικαιούχων της γονικής μέριμνας.
[…]
(17)
Σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού, η επιστροφή του θα πρέπει να επιτυγχάνεται αμελλητί, και για το λόγο αυτό θα πρέπει να εξακολουθήσει να ισχύει η σύμβαση της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 όπως συμπληρώνεται με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, και ειδικότερα του άρθρου 11. Τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το τέκνο έχει μετακινηθεί ή κατακρατείται παράνομα θα πρέπει να μπορούν να αντιτάσσονται στην επιστροφή του σε συγκεκριμένες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Εντούτοις, μία τέτοια απόφαση θα πρέπει να μπορεί να αντικαθίσταται από μεταγενέστερη απόφαση δικαστηρίου του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του. Εάν η απόφαση αυτή συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού, η επιστροφή θα πρέπει να πραγματοποιείται χωρίς να απαιτείται προσφυγή σε καμία διαδικασία για την αναγνώριση και εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται το απαχθέν παιδί.
(18)
Σε περίπτωση αποφάσεως μη επιστροφής δυνάμει του άρθρου 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, το δικαστήριο θα πρέπει να ενημερώνει σχετικά το αρμόδιο δικαστήριο ή την κεντρική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του. Το εν λόγω δικαστήριο, εάν δεν έχει επιληφθεί ακόμη, ή η κεντρική αρχή, θα πρέπει να απευθύνει κοινοποίηση στα μέρη. Η υποχρέωση αυτή δεν θα πρέπει να κωλύει την κεντρική αρχή να απευθύνει επίσης κοινοποίηση στις οικείες αρμόδιες αρχές κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο.
[…]
(33)
Ο παρών κανονισμός αναγνωρίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται από το Χάρτη [των] Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ιδιαίτερα, επιδιώκει να εξασφαλίσει την πλήρη τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του παιδιού όπως αναγνωρίζονται στο άρθρο 24 του Χάρτη [των] Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
11.
Από το άρθρο 1, παράγραφοι 1, στοιχείο βʹ, και 2, στοιχείο αʹ, απορρέει ότι ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται, «ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου, σε αστικές υποθέσεις που αφορούν […] την ανάθεση, την άσκηση […] της γονικής μέριμνας», και ιδίως «το δικαίωμα επιμέλειας και προσωπικής επικοινωνίας». Το άρθρο 2, σημεία 7 και 9 έως 11, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα προσδιορίζει, για τους σκοπούς εφαρμογής αυτού, αντίστοιχα την έννοια των όρων «γονική μέριμνα», «δικαίωμα επιμέλειας», «δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας» και «παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού».
12.
Στο σχετικό με τη «Δικαιοδοσία» κεφάλαιο ΙΙ του ίδιου κανονισμού, το τμήμα 2 περιέχει τα άρθρα 8 έως 15, που αφορούν τη «Γονική μέριμνα». Στο άρθρο 8 διατυπώνεται ένας κανόνας «γενικής δικαιοδοσίας» υπέρ των δικαστηρίων του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου το οικείο παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο της ασκήσεως της σχετικής προσφυγής. Το άρθρο 10, το οποίο ρυθμίζει την «Αρμοδιότητα σε περίπτωση απαγωγής», ορίζει ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του διατηρούν την αρμοδιότητά τους, έως ότου το παιδί αποκτήσει συνήθη κατοικία σε άλλο κράτος μέλος υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο ίδιο άρθρο.
13.
Το άρθρο 11 του κανονισμού, με τίτλο «Επιστροφή του παιδιού», έχει ως εξής:
«1. Όταν ένα φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οργάνωση που έχει δικαίωμα επιμέλειας προσφεύγει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους προκειμένου να εκδοθεί, βάσει της Συμβάσεως της Χάγης [του 1980], απόφαση για την επιστροφή του παιδιού το οποίο μετακινήθηκε ή κατακρατείται παρανόμως σε κράτος μέλος διάφορο του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση, ισχύουν οι παράγραφοι 2 έως 8.»
[…]
3. Το δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται αίτησης επιστροφής ενός παιδιού, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, ενεργεί αμέσως στα πλαίσια της διαδικασίας σχετικά με την αίτηση, χρησιμοποιώντας τις πλέον σύντομες διαδικασίες τις οποίες προβλέπει το εθνικό δίκαιο.
[…]
4. Το δικαστήριο δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού δυνάμει του άρθρου 13, στοιχείο βʹ, της σύμβασης της Χάγης του 1980, εάν διαπιστώνεται ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία του τέκνου μετά την επιστροφή του.
[…]
6. Εάν ένα δικαστήριο εκδώσει απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού, σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, το δικαστήριο αυτό διαβιβάζει αμέσως, είτε απευθείας είτε μέσω της κεντρικής του αρχής, αντίγραφο της απόφασης μη επιστροφής και συναφή έγγραφα, […], στο αρμόδιο δικαστήριο ή στην κεντρική αρχή του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο. […]
7. Αν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του δεν έχουν ήδη επιληφθεί κατόπιν αιτήσεως ενός των μερών, το δικαστήριο ή η κεντρική αρχή που λαμβάνει την πληροφορία που μνημονεύεται στην παράγραφο 6 πρέπει να τη γνωστοποιήσει στα μέρη και να τα καλέσει να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση, ώστε το δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της επιμέλειας του παιδιού.
Με την επιφύλαξη των περί δικαιοδοσίας διατάξεων του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο περατώνει την υπόθεση, εάν παρέλθει άπρακτη η ως άνω προθεσμία.
8. Ανεξάρτητα από απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης της Χάγης του 1980, οιαδήποτε μεταγενέστερη απόφαση η οποία διατάσσει την επιστροφή του παιδιού και έχει εκδοθεί από δικαστήριο αρμόδιο βάσει του παρόντος κανονισμού είναι εκτελεστή σύμφωνα με το κεφάλαιο III, τμήμα 4, προκειμένου να εξασφαλισθεί η επιστροφή του παιδιού.»
Γ — Το βελγικό δίκαιο
14.
Το άρθρο 1322 decies του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που εισήχθη με νόμο της 10ης Μαΐου 2007 ( 6 ) και τροποποιήθηκε με τον νόμο της 30ής Ιουλίου 2013 ( 7 ), έχει ως εξής:
«§ 1. Η απόφαση για τη μη επιστροφή του παιδιού που εκδίδεται στην αλλοδαπή, καθώς και τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα που διαβιβάζονται στη βελγική κεντρική αρχή κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, [παράγραφος] 6, του κανονισμού [Βρυξέλλες ΙΙα], αποστέλλονται με συστημένη επιστολή στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου της έδρας του Εφετείου στην περιφέρεια του οποίου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του.
§ 2. Από της παραλαβής των εγγράφων και το αργότερο εντός τριών εργασίμων ημερών, ο Γραμματέας κοινοποιεί με ειδική συστημένη επιστολή στους διαδίκους και στην εισαγγελική αρχή τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 11, [παράγραφος] 7, του κανονισμού [Βρυξέλλες ΙΙα]. Η ειδική συστημένη επιστολή περιέχει […] πρόσκληση προς τους διαδίκους να καταθέσουν προτάσεις στη Γραμματεία, εντός τριών μηνών από της κοινοποιήσεως. Από της καταθέσεως των προτάσεων αυτών, της υποθέσεως επιλαμβάνεται το tribunal de la famille de première instance.
[…]
§ 4. Αφής στιγμής το tribunal de la famille de première instance επιληφθεί της υποθέσεως, αναστέλλονται οι διαδικασίες που κινήθηκαν ενώπιον των δικαστηρίων για την εκδίκαση διαφοράς περί γονικής μέριμνας ή συναφούς διαφοράς.
[…]
§ 6. Η απόφαση που εκδίδεται σχετικά με την επιμέλεια του παιδιού κατ’ εφαρμογή του άρθρου 11, [παράγραφος] 8, του [κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα] μπορεί επίσης να αφορά, κατ’ αίτηση ενός των διαδίκων, το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας σε περίπτωση που διατάσσει την επιστροφή του παιδιού στο Βέλγιο.
[…]»
15.
Επιπλέον, το άρθρο 633 septies του ίδιου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 30ής Ιουλίου 2013, ορίζει ότι «[τ]ο δικαστήριο οικογενειακών διαφορών της έδρας του Εφετείου στην περιφέρεια του οποίου είχε το παιδί τη συνήθη διαμονή του πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του είναι το μόνο αρμόδιο να αποφανθεί επί των αιτήσεων του άρθρου 1322 decies».
III – Η διαφορά της κύριας δίκης, το προδικαστικό ερώτημα και η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
16.
Το παιδί το οποίο αφορά η κύρια δίκη γεννήθηκε στην Πολωνία, στις 21 Δεκεμβρίου 2011, από πατέρα βρετανικής ιθαγένειας που διαμένει στο Βέλγιο από το 1986 και από μητέρα πολωνικής ιθαγένειας που διαμένει τώρα στην Πολωνία, οι οποίοι δεν έχουν συνάψει γάμο μεταξύ τους.
17.
Τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο του 2012, δηλαδή ενώ το παιδί ήταν περίπου επτά μηνών, η μητέρα εγκαταστάθηκε στις Βρυξέλλες με αυτό. Καθ’ όλο το διάστημα της διαμονής τους στο Βέλγιο, το παιδί κατοικούσε με τη μητέρα του, αλλά συναντούσε τακτικά τον πατέρα του.
18.
Κατά τη διάρκεια των μηνών Αυγούστου και Σεπτεμβρίου 2013, οι γονείς συμμετείχαν σε διαδικασία τοπικής διαμεσολαβήσεως προκειμένου να συμφωνήσουν ποιες μέρες θα διαμένει με τον καθένα τους το παιδί, αλλά καμία συμφωνία δεν επιτεύχθηκε κατά τη διαδικασία αυτή.
19.
Στις 16 Οκτωβρίου 2013 η μητέρα έφυγε για την Πολωνία με το παιδί, απ’ ό,τι δε φαίνεται με την πρόθεση να κατοικήσει εκεί, χωρίς να έχει πάρει προηγουμένως τη συγκατάθεση του πατέρα.
20.
Στις 18 Οκτωβρίου 2013 ο πατέρας προσέφυγε στο tribunal de la jeunesse de Bruxelles ( 8 ), προκειμένου αυτό να αποφανθεί για τον τρόπο ασκήσεως της γονικής μέριμνας και τη διαμονή του παιδιού.
21.
Επιπλέον, στις 23 Οκτωβρίου 2013, ο πατέρας υπέβαλε στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων του tribunal de première instance de Bruxelles αίτηση λήψεως επειγόντων και προσωρινών μέτρων, προκειμένου η δευτερεύουσα διαμονή του παιδιού να οριστεί στην οικία του, κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο. Εν συνεχεία, καθώς συνειδητοποίησε ότι η αναχώρηση της μητέρας με το παιδί ήταν μόνιμη, τροποποίησε τα αιτήματά του.
22.
Παράλληλα με τις διάφορες διαδικασίες που κίνησε όσον αφορά τη γονική μέριμνα ( 9 ), ο πατέρας υπέβαλε, στις 20 Νοεμβρίου 2013, στην κεντρική βελγική αρχή αίτηση για την άμεση επιστροφή του παιδιού στο Βέλγιο κατ’ εφαρμογή της Συμβάσεως της Χάγης του 1980.
23.
Με διάταξη της 19ης Δεκεμβρίου 2013, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων του tribunal de première instance de Bruxelles απέρριψε την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας που είχε προβάλει η μητέρα, και έκανε δεκτά τα τελευταία αιτήματα που υπέβαλε ο πατέρας, αναθέτοντας, μεταξύ άλλων, σε αυτόν, προσωρινά, την αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας και ορίζοντας την οικία του ως κύρια διαμονή του παιδιού.
24.
Με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2014, το Πρωτοδικείο του Płońsk (Πολωνία) διαπίστωσε ότι το παιδί είχε μετακινηθεί παράνομα από τη μητέρα του και ότι η συνήθης διαμονή του ήταν στο Βέλγιο πριν τη μετακίνηση αυτή, αλλά, εφαρμόζοντας την εξαίρεση του άρθρου 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της εν λόγω Συμβάσεως, απέρριψε το αίτημα επιστροφής του παιδιού που είχε υποβάλει ο πατέρας.
25.
Με απόφαση της 26ης Μαρτίου 2014, το tribunal de la jeunesse de Bruxelles διαπίστωσε τη διεθνή του δικαιοδοσία για να αποφανθεί επί της ουσίας σε θέματα γονικής μέριμνας, απορρίπτοντας τα αντίθετα επιχειρήματα της μητέρας που αντλούνταν από το άρθρο 15 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα ( 10 ). Αποφάνθηκε επί της ουσίας, με απόφαση προσωρινώς εκτελεστή, ότι η γονική μέριμνα θα ασκούνταν από κοινού από τους γονείς, ότι ο τόπος κύριας διαμονής του παιδιού θα οριζόταν στην κατοικία της μητέρας και ότι η δευτερεύουσα διαμονή του παιδιού θα ήταν με τον πατέρα του κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο, με την υποχρέωση να μεταβαίνει ο ίδιος στην Πολωνία.
26.
Στις 10 Απριλίου 2014, αφού έλαβε από την πολωνική κεντρική αρχή αντίγραφο της αποφάσεως περί μη επιστροφής που εκδόθηκε στις 13 Φεβρουαρίου 2014 και τα σχετικά έγγραφα, η βελγική κεντρική αρχή κατέθεσε τον φάκελο αυτό στη Γραμματεία του tribunal de première instance francophone de Bruxelles. Οι διάδικοι κλήθηκαν να καταθέσουν παρατηρήσεις προκειμένου το εν λόγω δικαστήριο να εξετάσει το θέμα της επιμέλειας του παιδιού, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 7, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα και το άρθρο 1322 decies του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Λόγω της καταθέσεως προτάσεων από τον πατέρα, στις 9 Ιουλίου 2014, το εν λόγω δικαστήριο επιλήφθηκε της υποθέσεως, δυνάμει της παραγράφου 2 του εν λόγω άρθρου 1322 decies, πράγμα που είχε ως συνέπεια την αναστολή κάθε διαδικασίας που είχε ήδη κινηθεί ενώπιον άλλου βελγικού δικαστηρίου το οποίο είχε επιληφθεί διαφοράς σχετικής με τη γονική μέριμνα ως προς το ίδιο παιδί, δυνάμει της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου.
27.
Ο πατέρας εφεσίβαλε την απόφαση που εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου 2014 από το tribunal de la jeunesse και το cour d’appel de Bruxelles, με παρεμπίπτουσα απόφαση της 30ής Ιουλίου 2014, η οποία εκδόθηκε ερήμην της μητέρας, επικύρωσε τη διεθνή δικαιοδοσία του βελγικού δικαστηρίου να αποφανθεί επί των σχετικών με τη γονική μέριμνα θεμάτων. Ωστόσο, διαπιστώνοντας ότι εντωμεταξύ είχε υποβληθεί στον πρόεδρο του tribunal de première instance de Bruxelles αίτηση στηριζόμενη στο άρθρο 11, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, το cour d’appel επιφυλάχθηκε να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς. Ζήτησε από τη βελγική κεντρική αρχή να του διαβιβάσει το σύνολο της δικογραφίας που είχε διαβιβαστεί στο εν λόγω δικαστήριο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1322 decies του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Προσωρινώς, εν αναμονή της εκβάσεως της διαδικασίας του άρθρου 11, παράγραφοι 6 έως 8, διέταξε τη μητέρα να γνωστοποιήσει στον πατέρα τη διεύθυνση του νέου τόπου διαμονής της με το παιδί και αναγνώρισε δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας στον πατέρα, το οποίο αυτός έπρεπε να ασκεί στην Πολωνία. Από την απόφαση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι η μητέρα δεν τήρησε τα εν λόγω προσωρινά μέτρα.
28.
Λόγω της θέσεως σε ισχύ, την 1η Σεπτεμβρίου 2014, του προαναφερθέντος νόμου της 30ής Ιουλίου 2013, η διαδικασία που ακολουθεί την πολωνική απόφαση περί μη επιστροφής και της οποίας είχε επιληφθεί ο πρόεδρος του tribunal de première instance de Bruxelles παραπέμφθηκε στο νέο tribunal de la famille de Bruxelles ( 11 ). Με οριστική απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 2014, το εν λόγω δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση αυτή στο cour d’appel de Bruxelles, μετά από αίτηση του πατέρα, με την αιτιολογία ότι «[ο πατέρας] προσέφυγε στα βελγικά δικαστήρια πριν από την παράνομη μετακίνηση του παιδιού κατά την έννοια του άρθρου 11, [παράγραφος] 7, του κανονισμού [Βρυξέλλες II α] και ότι η επί της ουσίας συζήτηση εκκρεμούσε ενώπιον του [εν λόγω δικαστηρίου]».
29.
Εντούτοις, το cour d’appel de Bruxelles έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1322 decies του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι είχε επιληφθεί εγκύρως της υποθέσεως με την παραπεμπτική αυτή απόφαση ( 12 ). Το εν λόγω δικαστήριο, διερωτώμενο για το εάν οι εν λόγω εθνικοί κανόνες είναι σύμφωνοι με τις διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες IIα και, συνακόλουθα, για τη δική του δικαιοδοσία να αποφανθεί επί της διαφοράς της κύριας δίκης, αποφάσισε, με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2014 η οποία παρελήφθη από το Δικαστήριο στις 10 Νοεμβρίου 2014, να αναστείλει τη διαδικασία ( 13 ) και να υποβάλει το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Μπορεί το άρθρο 11[, παράγραφοι] 7 και 8, του κανονισμού [Βρυξέλλες IIα] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εμποδίζει τα κράτη μέλη
–
να προκρίνουν, στις περιπτώσεις απαγωγής παιδιού από γονέα, την εξειδίκευση των δικαστηρίων ενώπιον των οποίων μπορεί να διεξάγεται η διαδικασία που προβλέπουν οι εν λόγω [διατάξεις], ακόμη και στην περίπτωση που έχει ήδη κινηθεί, ενώπιον ετέρου δικαστηρίου, διαδικασία επί της ουσίας όσον αφορά τη γονική μέριμνα του παιδιού;
–
να αφαιρούν από το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου έχει κινηθεί διαδικασία επί της ουσίας όσον αφορά τη γονική μέριμνα του παιδιού, την αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της επιμέλειας του παιδιού, ενώ το δικαστήριο αυτό διαθέτει τόσο διεθνή δικαιοδοσία όσο και αρμοδιότητα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο να αποφανθεί επί των ζητημάτων γονικής μέριμνας του παιδιού;»
30.
Το αιτούν δικαστήριο ζήτησε, κυρίως, την εφαρμογή της επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας του άρθρου 107 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και, επικουρικώς, την εφαρμογή της ταχείας διαδικασίας του άρθρου 105 του εν λόγω Κανονισμού. Στις 18 Νοεμβρίου 2014, το αρμόδιο τμήμα αποφάσισε να εκδικάσει την υπόθεση με την επείγουσα προδικαστική διαδικασία.
31.
Η Βελγική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι οποίες παρέστησαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Δεκεμβρίου 2014, υπέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτές παρατηρήσεις.
IV – Ανάλυση
Α — Εισαγωγικές παρατηρήσεις
32.
Εκ προοιμίου, εκτιμώ ότι πρέπει να διευκρινιστεί το περίγραμμα της υπό κρίση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να γίνει διάκριση μεταξύ των στοιχείων για τα οποία δεν υπάρχει αμφιβολία και αυτών που προβληματίζουν το αιτούν δικαστήριο.
33.
Η ιδιαιτερότητα της παρούσας υποθέσεως, σε σχέση με προηγούμενες υποθέσεις που έχει εξετάσει το Δικαστήριο, έγκειται στο ότι αφορά σύγκρουση δικαιοδοσίας μεταξύ δικαστηρίων που εδρεύουν στο ίδιο κράτος μέλος και όχι σε διαφορετικά κράτη μέλη ( 14 ). Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα πολωνικά δικαστήρια δεν αμφισβήτησαν την κρίση των βελγικών δικαστηρίων τα οποία διαπίστωσαν ότι είχαν διεθνή δικαιοδοσία σε διαφορά γονικής μέριμνας ( 15 ), δυνάμει των άρθρων 8 και 10 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, λόγω του τόπου όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του κατά τον χρόνο που επελήφθησαν της διαφοράς και πριν από τη θεωρούμενη ως παράνομη μετακίνηση αυτού.
34.
Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, επισημαίνω ότι έγινε επίσης δεκτό ότι υπήρξε, στην υπό κρίση υπόθεση, προσβολή του δικαιώματος επιμέλειας του πατέρα, λόγω αυτοδίκαιης παροχής του δικαιώματος αυτού, υπό την έννοια του άρθρου 2, σημεία 9 και 11 ( 16 ), του εν λόγω κανονισμού, δεδομένου ότι καμία δικαστική απόφαση δεν είχε εκδοθεί επί του θέματος αυτού κατά τον χρόνο που το παιδί μετακινήθηκε στην Πολωνία από τη μητέρα ( 17 ).
35.
Προσθέτω ότι, παρά την παράνομη αυτή μετακίνηση, τα βελγικά δικαστήρια που έχουν αποφανθεί έως τώρα επί της ουσίας της υποθέσεως δεν έχουν εναντιωθεί ουσιωδώς στο να οριστεί η κύρια διαμονή του παιδιού στην κατοικία της μητέρας ( 18 ), ενώ σημειώνεται ότι, κατά τον πατέρα, μετά την έκδοση των εν λόγω αποφάσεων, έχουν επέλθει νέα πραγματικά περιστατικά, ήτοι η νυν αντίθεση της μητέρας σε κάθε άμεση σχέση του πατέρα με το παιδί. Αντιθέτως, ένα πολωνικό δικαστήριο αρνήθηκε να κάνει δεκτό το αίτημα του πατέρα για επιστροφή του παιδιού στο Βέλγιο, στηριζόμενο στη Σύμβαση της Χάγης του 1980 όπως αυτή συμπληρώνεται από τις διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες IIα ( 19 ).
36.
Η υπό κρίση αίτηση που αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφοι 7 και 8, του εν λόγω κανονισμού εντάσσεται στο πλαίσιο αυτής της αποφάσεως περί μη επιστροφής. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο ένα διττό ερώτημα που αφορά, κατ’ ουσίαν, τη δυνατότητα καθορισμού από κανόνα εθνικού δικαίου, μεταξύ των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν τη μετακίνησή του, του δικαστηρίου που πρέπει να θεωρηθεί αρμόδιο να αποφανθεί για τη συνέχεια που πρέπει να δοθεί στην απόφαση αυτή.
37.
Το πρώτο σκέλος του ερωτήματος αυτού αφορά το αν οι εν λόγω διατάξεις επιτρέπουν σε κράτος να θεωρεί ότι συναφώς αρμόδια είναι εξειδικευμένα δικαστήρια, ακόμη και όταν εκκρεμεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου του κράτους αυτού διαδικασία με αντικείμενο τη γονική μέριμνα του παιδιού που μετακινήθηκε παράνομα. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος αφορά το εύρος της δικαιοδοσίας ενός τέτοιου εξειδικευμένου δικαστηρίου, προκειμένου να καθοριστεί, ειδικότερα, εάν η νομοθεσία κράτους μέλους μπορεί να προβλέπει ότι η προσφυγή στο εν λόγω δικαστήριο συνεπάγεται την αναστολή κάθε άλλης διαδικασίας με το ίδιο αντικείμενο η οποία εκκρεμεί εντός του κράτους αυτού.
38.
Ενώ το αιτούν δικαστήριο κλίνει υπέρ της ερμηνείας των διατάξεων που διαλαμβάνονται στην αίτησή του που θα απέκλειε την ύπαρξη των δύο αυτών δυνατοτήτων, τόσο η Βελγική Κυβέρνηση όσο και η Επιτροπή υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη. Εκτιμώ ότι, υπό το πρίσμα μιας τελεολογικής ερμηνείας των εν λόγω διατάξεων του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, ορθή αποδεικνύεται η τελευταία αυτή άποψη.
Β — Επί της προβληματικής που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο
1. Επί του καθεστώτος που προβλέπεται από το δίκαιο της Ένωσης
39.
Για να γίνουν καλύτερα αντιληπτά τα διακυβεύματα της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει, κατ’ αρχάς, να προσδιοριστούν τα κομβικά στοιχεία του ειδικού καθεστώτος που προβλέπει το άρθρο 11 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα για να διευκολυνθεί η άμεση επιστροφή του απαχθέντος παιδιού στη χώρα όπου είχε τη συνήθη διαμονή του πριν την παράνομη μετακίνησή του. Οι ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν για τον σκοπό αυτό σκοπούν να ενισχύσουν, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού που τέθηκε σε ισχύ με τη Σύμβαση της Χάγης του 1980, έστω και αν η εν λόγω Σύμβαση αυτή καθεαυτή εξακολουθεί να εφαρμόζεται στο εσωτερικό της Ένωσης ( 20 ).
40.
Κατά την παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου 11, όταν ένα παιδί έχει μετακινηθεί ή κατακρατηθεί παράνομα σε άλλο κράτος μέλος, ο κάτοχος του δικαιώματος επιμέλειας έχει τη δυνατότητα να ζητήσει την επιστροφή του από τις αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους μέλους βάσει της Συμβάσεως της Χάγης του 1980. Η αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα αναφέρει ότι τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί έχει μετακινηθεί «θα πρέπει να μπορούν να αντιτάσσονται στην επιστροφή του σε συγκεκριμένες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις». Τούτο ισχύει, ειδικότερα, εάν «υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία», όπως ορίζει το άρθρο 13, στοιχείο βʹ, της εν λόγω Συμβάσεως. Εντούτοις, από τις παραγράφους 3 έως 5 του εν λόγω άρθρου 11 προκύπτει ότι η άμεση επιστροφή του παιδιού αποτελεί τον κανόνα και ότι η μη επιστροφή του πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση. Επομένως, στο σύστημα που θεσπίστηκε με τον κανονισμό Βρυξέλλες IIα, αντιθέτως προς το σύστημα που απορρέει από τη Σύμβαση αυτή, η αντίθεση των εν λόγω δικαστηρίων δεν συνεπάγεται συστηματικά το πέρας της δικαστικής διαφοράς σχετικά με την επιστροφή του παιδιού.
41.
Εάν παρά τους περιορισμούς που προβλέπονται από τον κανονισμό Βρυξέλλες IIα εκδοθεί απόφαση απορρίπτουσα την αίτηση περί επιστροφής, ο εν λόγω κανονισμός προσθέτει έναν περιορισμό, που εκτίθεται στην αιτιολογική του σκέψη 17, κατά την οποία «μία τέτοια απόφαση θα πρέπει να μπορεί να αντικαθίσταται από μεταγενέστερη απόφαση δικαστηρίου του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του». Μια απόφαση που απορρίπτει την επιστροφή του παιδιού αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, ένα απλό μέτρο προστασίας, που έχει συντηρητικό χαρακτήρα ( 21 ) και το οποίο βασίζεται στην εκτίμηση ότι το παιδί θα ήταν εκτεθειμένο σε κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα από την οποία μετακινήθηκε παράνομα. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 8 του εν λόγω κανονισμού, κατ’ αρχήν αρμόδια να αποφανθούν επί της ουσίας σε διαφορές γονικής μέριμνας σχετικά με το παιδί είναι τα δικαστήρια αυτού του κράτους μέλους και για τον λόγο αυτό προβλέπεται ότι έχουν τον «τελευταίο λόγο» ( 22 ) σε μια τέτοια περίπτωση, ιδίως όσον αφορά την επιμέλεια του παιδιού, εν αντιθέσει με τον μηχανισμό που προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης του 1980.
42.
Προσθέτω ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) υπογράμμισε ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου απορρέει ότι, στο πλαίσιο του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, εναπόκειται στα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού να προστατεύουν τα θεμελιώδη δικαιώματα των ενδιαφερομένων μερών ( 23 ). Τούτο συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι πρέπει να προστατεύουν το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, το οποίο δεν συμπίπτει απαραιτήτως με αυτό των γονέων του, σύμφωνα με το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, διευκρινιζομένου ότι οι υποχρεώσεις που το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη ερμηνεύονται, σε περίπτωση διεθνούς απαγωγής παιδιών, υπό το πρίσμα των απαιτήσεων της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 ( 24 ).
43.
Για να είναι δυνατή μια επανεξέταση της καταστάσεως του παιδιού κατά την οποία θα λαμβάνονται υπόψη όλα τα κρίσιμα στοιχεία, το άρθρο 11, παράγραφος 6, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα επιβάλλει στο δικαστήριο του κράτους μέλους όπου βρίσκεται το παιδί και το οποίο εξέδωσε απόφαση περί μη επιστροφής βάσει του άρθρου 13 της εν λόγω Συμβάσεως, αφενός, να ενημερώσει σχετικά «[τ]ο αρμόδιο δικαστήριο ή [τ]ην κεντρική αρχή του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του» ( 25 ) και, αφετέρου, να του διαβιβάσει αμέσως αντίγραφο της εν λόγω αποφάσεως καθώς και όλα τα συναφή έγγραφα, «κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο».
44.
Λαμβανομένης υπόψη της διατυπώσεως της ως άνω παραγράφου 6, η οποία δεν αποσκοπεί στον καθορισμό ούτε επιτρέπει τον καθορισμό του δικαστηρίου, μεταξύ των δικαστηρίων που εδρεύουν στην επικράτεια του τελευταίου αυτού κράτους μέλους, που είναι αρμόδιο να λάβει την πληροφορία που μνημονεύεται στη διάταξη αυτή, εκτιμώ ότι δεν χωρεί αμφιβολία ότι κάθε κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα να ορίσει, θεσπίζοντας κανόνα εθνικής δικαιοδοσίας, το εθνικό δικαστήριο που είναι αποδέκτης της πληροφορίας αυτής.
45.
Επιπροσθέτως, η παράγραφος 7 του εν λόγω άρθρου 11 ορίζει ότι το δικαστήριο ή η κεντρική αρχή που λαμβάνει την πληροφορία σχετικά με την απόφαση περί μη επιστροφής οφείλει εν συνεχεία να την κοινοποιήσει στα μέρη και να τα καλέσει να υποβάλουν παρατηρήσεις στο εν λόγω δικαστήριο, «σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο», «ώστε το δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα της επιμέλειας του παιδιού» ( 26 ). Από την παράγραφο 8 του εν λόγω άρθρου, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού, προκύπτει ότι, παρά την αρχική απόφαση περί μη επιστροφής, κάθε μεταγενέστερη απόφαση που συνεπάγεται την επιστροφή του παιδιού και η οποία εκδίδεται στο πλαίσιο αυτό, από το αρμόδιο δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού ( 27 ), έχει ιδία εκτελεστότητα, χωρίς δηλαδή να είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν ενέργειες για την αναγνώριση και την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται το απαχθέν παιδί ( 28 ).
46.
Ωστόσο, η εν λόγω παράγραφος 7 αρχίζει με μία επιφύλαξη, σύμφωνα με την οποία η διαδικασία κοινοποιήσεως και λήψεως αποφάσεως που προβλέπεται στην παράγραφο αυτή είναι απαραίτητη «[α]ν τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του δεν έχουν επιληφθεί κατόπιν αιτήσεως ενός των μερών» ( 29 ). Ανάλογη διατύπωση, αλλά όχι πανομοιότυπη, περιέχεται στην αιτιολογική σκέψη 18 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, η οποία αναφέρει ότι «[τ]ο εν λόγω δικαστήριο, εάν δεν έχει επιληφθεί ακόμη, ή η κεντρική αρχή, θα πρέπει να απευθύνει κοινοποίηση στα μέρη» ( 30 ). Εκτιμώ ότι η εν λόγω επιφύλαξη, η οποία αναφέρεται στην περίπτωση παράλληλων διαδικασιών στο ίδιο κράτος μέλος, αποτελεί το κεντρικό στοιχείο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο.
2. Επί των αμφιβολιών που εγείρονται από τις εξεταζόμενες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης
47.
Το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, παρά την προαναφερθείσα επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 11, παράγραφος 7, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, ο βελγικός νόμος που σκοπούσε να θέσει σε εφαρμογή στο εθνικό δίκαιο μεταξύ άλλων πράξεων και τον εν λόγω κανονισμό ( 31 ) ανέθεσε την ειδική διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 6 έως 8, στην αποκλειστική αρμοδιότητα εθνικών εξειδικευμένων δικαστηρίων ( 32 ), η προσφυγή στα οποία συνεπάγεται την αναστολή κάθε διαδικασίας εκκρεμούσας ήδη ενώπιον βελγικού δικαστηρίου και αφορώσας τη γονική μέριμνα του οικείου παιδιού ( 33 ).
48.
Επομένως, τίθεται το ερώτημα αν μια διαδικασία όπως αυτή που διεξάγεται στη διαφορά της κύριας δίκης, ενώπιον του tribunal de la jeunesse και εν συνεχεία ενώπιον του cour d’appel de Bruxelles, μπορεί να εξομοιωθεί με διαδικασία που εκκρεμεί ήδη στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του παιδιού στην οποία αναφέρεται η ως άνω επιφύλαξη και, συνεπώς, αν οι υφιστάμενοι στο βελγικό δίκαιο εσωτερικοί κανόνες δικαιοδοσίας είναι σύμφωνοι με την εν λόγω διάταξη.
49.
Εκ πρώτης όψεως, η διατύπωση της επιφυλάξεως που περιέχεται στην εν λόγω παράγραφο 7 μπορεί να αφήνει να εννοηθεί, όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, ότι ο νομοθέτης της Ένωσης θέλησε να διατηρήσει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου του κράτους μέλους που έχει ήδη επιληφθεί διαφοράς σχετικής με το παιδί που μετακινήθηκε παράνομα, ακόμη και στην περίπτωση που έχει εκδοθεί απόφαση περί μη επιστροφής στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται το παιδί, τούτο δε σύμφωνα με την αρχή της διατηρήσεως της δικαιοδοσίας (forum perpetuum) ( 34 ).
50.
Μια τέτοια ανάλυση φαίνεται δυνατή επίσης υπό το πρίσμα των προπαρασκευαστικών εργασιών του κανονισμού Βρυξέλλες IIα. Από τις εργασίες αυτές απορρέει, αφενός, ότι η Επιτροπή σχεδίαζε αρχικά να προβλεφθεί ότι σε όλες τις περιπτώσεις που θα είχε ληφθεί απόφαση περί μη επιστροφής, τούτο θα κινούσε συστηματικά μια νέα διαδικασία σχετική με την επιμέλεια στο κράτος μέλος όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν την παράνομη μετακίνησή του ( 35 ), αλλά, αφετέρου, ότι η πρόταση αυτή δεν επιλέχθηκε στην τελική διατύπωση, καθώς η προσθήκη της προαναφερθείσας επιφυλάξεως εισήχθη από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 36 ).
51.
Επιπλέον, ένα μέρος της θεωρίας εκτιμά ότι στην περίπτωση που αρμόδιο δικαστήριο στο κράτος μέλος της συνήθους διαμονής του παιδιού, έχει ήδη επιληφθεί της υποθέσεως η κεντρική αρχή πρέπει να του διαβιβάζει απευθείας τις πληροφορίες σχετικά με την απόφαση περί μη επιστροφής και ότι ειδική διαβίβαση είναι απαραίτητη μόνον στην αντίθετη περίπτωση, προκειμένου να είναι δυνατή η κίνηση νέας διαδικασίας κατόπιν της κοινοποιήσεως των ίδιων πληροφοριών στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ( 37 ). Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορεί και ο «Πρακτικός Οδηγός για την εφαρμογή του νέου κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙ» ο οποίος απευθύνεται στα δικαστήρια των κρατών μελών και συντάχθηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής σε διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Δικαστικό Δίκτυο για αστικές και εμπορικές υποθέσεις, μολονότι οι σχετικές αναφορές δεν στερούνται κάποιας αμφισημίας ( 38 ).
52.
Παρά τα στοιχεία αυτά που δημιουργούν κάποια αμφιβολία, εκτιμώ ότι άλλες εκτιμήσεις, ιδίως τελεολογικού χαρακτήρα αλλά όχι μόνον, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 39 ), πρέπει να οδηγήσουν σε μια ερμηνεία του άρθρου 11, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού Βρυξέλλες II α λιγότερο απόλυτη από αυτή που προτείνει το αιτούν δικαστήριο.
Γ — Επί του επιτρεπτού εθνικών κανόνων δικαίου όπως οι επίμαχοι
1. Επί της συγκεντρώσεως δικαιοδοσιών υπέρ εξειδικευμένων δικαστηρίων
53.
Η πρώτη πτυχή του προβλήματος που τίθεται εδώ είναι κατά πόσο οι διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες IIα που αναφέρονται στο προδικαστικό ερώτημα σκοπούν να ρυθμίσουν την κατανομή των εσωτερικών δικαιοδοσιών μεταξύ των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου είχε τη συνήθη διαμονή του το παιδί που μετακινήθηκε παράνομα όταν έχει εκδοθεί απόφαση περί μη επιστροφής στο κράτος μέλος όπου βρίσκεται το παιδί.
54.
Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, μολονότι σκοπός του κανονισμού Βρυξέλλες IIα δεν είναι η ενοποίηση των ουσιαστικών και δικονομικών κανόνων δικαίου των διαφόρων κρατών μελών, εντούτοις η εφαρμογή των σχετικών εθνικών κανόνων δεν πρέπει να θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού ( 40 ).
55.
Όσον αφορά τους κανόνες δικαιοδοσίας σε θέματα γονικής μέριμνας που διατυπώνονται στον ως άνω κανονισμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το άρθρο 11 αυτού, από την αιτιολογική σκέψη 12 του εν λόγω κανονισμού προκύπτει ότι οι κανόνες αυτοί έχουν διαμορφωθεί υπό το πρίσμα του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού. Το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει κατ’ επανάληψη στη νομολογία του σχετικά με την ερμηνεία των διατάξεων της πράξεως αυτής την ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη «κατά πρώτο λόγο» ο σκοπός αυτός κατά την ερμηνεία των εν λόγω κανόνων ( 41 ).
56.
Επιπροσθέτως, από την αιτιολογική σκέψη 33 προκύπτει ότι ο κανονισμός Βρυξέλλες ΙΙα αναγνωρίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που καθιερώνει ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), μεριμνώντας ειδικότερα για τον σεβασμό των προβλεπομένων στο άρθρο 24 αυτού θεμελιωδών δικαιωμάτων του παιδιού. Από τις παραγράφους 2 και 3 του εν λόγω άρθρου απορρέει, αφενός, ότι σε όλες τις πράξεις που αφορούν ένα παιδί και οι οποίες διενεργούνται ειδικότερα από τις δημόσιες αρχές, πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού και, αφετέρου, ότι κάθε παιδί έχει δικαίωμα να διατηρεί τακτικές προσωπικές σχέσεις και άμεσες επαφές με τους δύο γονείς του ( 42 ).
57.
Ειδικότερα, οι σχετικές με την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού διατάξεις του εν λόγω κανονισμού σκοπό έχουν να αποτρέπουν τους γονείς από το να τελούν τέτοιες πράξεις, αποκλείοντας μια ενδεχόμενη αυθαίρετη ενέργεια να έχει θετικά αποτελέσματα ως προς την κατανομή των δικαιοδοσιών, και να διευκολύνουν τη γρήγορη επιστροφή του παιδιού στο κράτος μέλος όπου διέμενε πριν από τη μετακίνησή του ( 43 ). Ο σκοπός αυτός της ταχείας διεκπεραιώσεως τονίζεται ιδίως από τις σύντομες προθεσμίες που προβλέπονται ρητά στο άρθρο 11 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα ( 44 ).
58.
Δεδομένης της διατυπώσεως των παραγράφων 6 έως 8 του άρθρου 11, εκτιμώ ότι τα κράτη μέλη δύνανται να απονείμουν σε εξειδικευμένο δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εξετάσει, μετά από αίτηση ενός εκ των διαδίκων, το θέμα της επιστροφής και/ή της επιμέλειας του παιδιού στο πλαίσιο της ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται στις εν λόγω παραγράφους 7 και 8, τούτο δε ακόμη και όταν δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί επί της ουσίας υποθέσεως σχετικής με τη γονική μέριμνα του παιδιού.
59.
Συγκεκριμένα, οι διατάξεις αυτές περιέχουν, αφενός, ρητές παραπομπές στο δίκαιο των κρατών μελών ( 45 ) και, αφετέρου, μια διατύπωση η οποία είναι συγχρόνως γενική και στοχευμένη ( 46 ) αλλά όχι ακριβής ( 47 ), η οποία αφήνει στην εκτίμηση των κρατών μελών τον καθορισμό του δικαστηρίου της επικράτειάς τους που θα είναι αρμόδιο ειδικά για να αποφανθεί για την επιμέλεια του παιδιού μετά από την έκδοση αποφάσεως μη επιστροφής.
60.
Δεδομένου του ειδικού σκοπού των εν λόγω διατάξεων, εκτιμώ ότι το άρθρο 11 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα αποτελεί περισσότερο κανόνα τεχνικής φύσεως παρά κανόνα που σκοπεί στον καθορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου ( 48 ), μολονότι περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο II του εν λόγω κανονισμού που φέρει τον τίτλο «Δικαιοδοσία». Εκτιμώ ότι η παράγραφος 7 του εν λόγω άρθρου σκοπεί, κυρίως, να καθορίσει τον τρόπο κοινοποιήσεως των πληροφοριών σχετικά με την απόφαση περί μη επιστροφής, ώστε να καταστεί δυνατό στα μέρη να λάβουν θέση έχοντας πλήρη γνώση της υποθέσεως ενώπιον του δικαστηρίου που είναι αρμόδιο σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος δικαστικού κενού μετά από μια τέτοια απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας πρέπει να μπορεί να επανεξεταστεί ( 49 ).
61.
Εκτιμώ ότι η ερμηνεία αυτή δεν αμφισβητείται από την επιφύλαξη που διατυπώνεται στην αρχή της παραγράφου 7. Συναφώς, πρέπει να υπογραμμιστεί η ιδιαιτερότητα της επιφυλάξεως που περιέχεται στη διάταξη αυτή σε σχέση με την επιφύλαξη που διατυπώνεται στην αιτιολογική σκέψη 18 του εν λόγω κανονισμού. Συγκεκριμένα, η αιτιολογική αυτή σκέψη αναφέρει ότι «[τ]ο εν λόγω δικαστήριο, εάν δεν έχει επιληφθεί ακόμη, ή η κεντρική αρχή, θα πρέπει να απευθύνει κοινοποίηση στα μέρη» ( 50 ). Μπορεί να παρατηρηθεί ότι, εν αντιθέσει προς την πιο γενική διατύπωση του άρθρου 11, παράγραφος 7, η αιτιολογική σκέψη 18 αναφέρεται σε προηγούμενη προσφυγή που έχει γίνει όχι σε οποιοδήποτε δικαστήριο του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού αδιακρίτως, αλλά σε εξειδικευμένο δικαστήριο, ήτοι στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο στο εν λόγω κράτος μέλος για να παραλάβει τη σχετική με την απόφαση περί μη επιστροφής δικογραφία.
62.
Προσθέτω ότι αυτός καθεαυτόν ένας τέτοιος κανόνας εσωτερικής κατανομής της καθ’ ύλην αρμοδιότητας και εξειδικεύσεως των δικαστηρίων δεν θίγει ούτε την πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων του εν λόγω κανονισμού ούτε τις αρχές και τους σκοπούς που τις διέπουν, ιδίως δε δεν είναι οπωσδήποτε αντίθετος προς τον προαναφερθέντα σκοπό της ταχείας διεκπεραιώσεως, έστω και αν ο κανόνας αυτός δύναται ωστόσο να έχει συναφώς αρνητικά αποτελέσματα ανάλογα με τη χρήση της οποίας τυγχάνει, όπως θα εκτεθεί εν συνεχεία ( 51 ).
63.
Συναφώς πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι κανόνες του βελγικού δικαίου που διαλαμβάνονται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στηρίζονται σε σκοπούς σύμφωνους με αυτούς που επιδιώκει ο κανονισμός Βρυξέλλες IIα. Όπως αναφέρει το αιτούν δικαστήριο, ο Βέλγος νομοθέτης σκοπούσε στην εξειδίκευση των δικαστών και τη συγκέντρωση των αρμοδιοτήτων οι οποίες δικαιολογούνται από τον τεχνικό χαρακτήρα των ενδίκων διαδικασιών που αφορούν τις διεθνείς απαγωγές παιδιών, από τη βούληση βελτιώσεως της αποτελεσματικότητας και της ταχύτητας παρεμβάσεως των βελγικών δικαστηρίων στον τομέα αυτό και από την πρόθεση ενισχύσεως της άμεσης συνεργασία μεταξύ των δικαστικών λειτουργών των διαφόρων κρατών μελών ( 52 ). Προσθέτω ότι η πρώτη ρύθμιση προς την κατεύθυνση αυτή εισήχθη στο βελγικό δίκαιο ήδη από το 1998, επ’ ευκαιρία της θέσεως σε εφαρμογή της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 και ενισχύθηκε το 2007 με τη θέση σε εφαρμογή του κανονισμού Βρυξέλλες IIα ( 53 ), οπότε ο αριθμός των αρμοδίων επί των διαφορών αυτών δικαστηρίων μειώθηκε από είκοσι επτά σε έξι, με δυνατότητα εφέσεως ( 54 ).
64.
Όπως αναφέρεται ρητά στις προπαρασκευαστικές εργασίες του προαναφερθέντος νόμου της 10ης Μαΐου 2007 ( 55 ), ο Βέλγος νομοθέτης επέλεξε να «συνταχθεί» με ανάλογες νομοθεσίες που είχαν θεσπιστεί προηγουμένως σε άλλα κράτη μέλη, ειδικότερα στη Γαλλία ( 56 ) και τη Γερμανία ( 57 ). Μια μελέτη συγκριτικού δικαίου που διεξήχθη υπό την αιγίδα της Συνδιασκέψεως της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο επιβεβαιώνει ότι η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε σε πολλά άλλα κράτη μέλη ( 58 ).
65.
Όπως υπογραμμίζουν η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, μια τέτοια ενέργεια είναι σύμφωνη με τις συστάσεις για συγκέντρωση των υποθέσεων διεθνών απαγωγών παιδιών σε περιορισμένο αριθμό δικαστηρίων, οι οποίες διατυπώνονται σε οδηγούς που εκδίδονται στο πλαίσιο της Ένωσης ( 59 ) και από τη Συνδιάσκεψη της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο ( 60 ). Εκτιμώ ότι είναι σημαντικό να διατηρηθούν οι μηχανισμοί εξειδικεύσεως των δικαστηρίων οι οποίοι αναγνωρίστηκε ότι αποτελούν «ορθές πρακτικές» στο τελευταίο αυτό πλαίσιο, καθόσον αυτή καθεαυτήν η Σύμβαση της Χάγης του 1980 εξακολουθεί να ισχύει μεταξύ των κρατών μελών, έστω και αν ο κανονισμός Βρυξέλλες IIα τη συμπληρώνει ( 61 ).
66.
Συνεπώς εκτιμώ ότι οι διατάξεις του κανονισμού Βρυξέλλες IIα δεν εμποδίζουν, αυτές καθεαυτές, ένα κράτος μέλος να επιλέξει την εξειδίκευση των δικαστηρίων που είναι αρμόδια να αποφανθούν επί της ουσίας σε περιπτώσεις παράνομης μετακινήσεως ή κατακρατήσεως παιδιού. Μια τέτοια εξειδίκευση προφανώς δεν θέτει κανένα πρόβλημα στην περίπτωση που έχει κινηθεί μία μόνον διαδικασία σχετικά με την επιμέλεια του παιδιού μετά από αίτηση των διαδίκων.
67.
Αντιθέτως, τίθεται επιπλέον το ερώτημα κατά πόσον είναι σύμφωνοι με τις διατάξεις αυτές μηχανισμοί που προβλέπονται στη νομοθεσία κρατών μελών για τη ρύθμιση της τύχης παράλληλων διαδικασιών στον τομέα αυτό. Το ερώτημα αυτό τίθεται, ειδικότερα, ως προς τον κανόνα αναστολής κάθε διαδικασίας σχετικής με τη γονική μέριμνα του παιδιού που εκκρεμεί ήδη ενώπιον άλλου δικαστηρίου, μη εξειδικευμένου, και η οποία προβλέπεται στο βελγικό δίκαιο, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του συγκεκριμένου αντίκτυπου που ο κανόνας αυτός μπορεί να έχει στη διεξαγωγή διαδικασιών οι οποίες πρέπει, κατ’ αρχήν, να οδηγήσουν στην άμεση επιστροφή του παιδιού στο κράτος μέλος στο οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του ( 62 ).
2. Επί της αναστολής κάθε διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον μη εξειδικευμένου δικαστηρίου
68.
Δυνάμει του άρθρου 1322 decies, παράγραφος 4, του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, η προσφυγή ενώπιον του εξειδικευμένου δικαστηρίου που είναι αρμόδιο να αποφασίσει μετά από απόφαση περί μη επιστροφής παιδιού που έχει μετακινηθεί παράνομα, δηλαδή ενώπιον του tribunal de la famille του τόπου της προηγούμενης συνήθους διαμονής του παιδιού, επιφέρει αμέσως την αναστολή κάθε διαδικασίας που έχει ήδη κινηθεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων τα οποία έχουν επιληφθεί διαφοράς σχετικής με γονική μέριμνα ή συναφούς διαφοράς.
69.
Το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο εάν, δεδομένων των ειδικών απαιτήσεων της ταχείας διεκπεραιώσεως και της αποτελεσματικότητας ( 63 ) που διέπουν τη ρύθμιση που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 6 έως 8, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα για τη διευκόλυνση της επιστροφής παιδιού που έχει μετακινηθεί παράνομα, οι διατάξεις αυτές αντιτίθενται σε νομοθεσία κράτους μέλους που περιέχει τέτοιους δικονομικούς κανόνες.
70.
Μολονότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένη αυτονομία σχετικά με δικονομικά θέματα ( 64 ), εντούτοις πρέπει επιτακτικά να ενεργούν «σύμφωνα με τις αρχές και τους σκοπούς του κανονισμού [Βρυξέλλες IIα]», όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή στην απάντηση που προτείνει να δοθεί στο υποβληθέν ερώτημα.
71.
Ωστόσο, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, οι μηχανισμοί που θεσπίζονται με το άρθρο 11 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, και ειδικότερα η διαβίβαση των πληροφοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 6 αυτού, σκοπούν όχι μόνο να διασφαλίσουν την άμεση επιστροφή του παιδιού στο κράτος μέλος όπου είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του, αλλά επίσης να επιτρέψουν στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο στο κράτος αυτό να εκτιμήσει τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία βάσει των οποίων εκδόθηκε η απόφαση περί μη επιστροφής, καθόσον η εκτίμηση αυτή απόκειται, σε τελική ανάλυση, στο εν λόγω δικαστήριο ( 65 ).
72.
Το cour d’appel de Bruxelles προβάλλει διάφορα επιχειρήματα πρακτικής και νομικής φύσεως, ιδίως όσον αφορά τα δεδομένα της διαφοράς της κύριας δίκης, για να υποστηρίξει ότι θα ήταν σκόπιμο, για λόγους ταχείας διεκπεραιώσεως και αποτελεσματικότητας, να μην αποφασίζει το εξειδικευμένο δικαστήριο που προβλέπεται από τα άρθρα 633 septies και 1322 decies του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την επιμέλεια του παιδιού, αλλά το δικαστήριο που έχει ήδη επιληφθεί της υποθέσεως επί της ουσίας και ενώπιον του οποίου εκκρεμεί διαδικασία σχετική με τη γονική μέριμνα ( 66 ).
73.
Συναφώς, είναι αληθές ότι το δικαστήριο που έχει προηγουμένως επιληφθεί της υποθέσεως επί της ουσίας μπορεί να έχει καλύτερη συγκεκριμένη γνώση της καταστάσεως του οικείου παιδιού εφόσον έχει ήδη εξετάσει την υπόθεση, έχει ακούσει τα μέρη και διαθέτει στη δικογραφία το αποτέλεσμα των μέτρων έρευνας ( 67 ), αντίθετα απ’ ό,τι το εξειδικευμένο δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται της υποθέσεως μεταγενέστερα. Επιπροσθέτως, είναι δυνατόν η έκβαση της δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του μη εξειδικευμένου δικαστηρίου να είναι εξίσου σύντομη με την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του εξειδικευμένου δικαστηρίου, εφόσον το εθνικό δίκαιο ορίζει —όπως εν προκειμένω το βελγικό δίκαιο ( 68 ) — ότι όλες οι σχετικές με τη γονική μέριμνα δίκες θεωρούνται επείγουσες και διεξάγονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ή να αποδειχθεί ακόμη πιο ταχεία στην πράξη, όταν η εν λόγω δίκη βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο.
74.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, φαίνεται σύμφωνο προς το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού το να μπορεί να συνεχίσει την εκδίκαση της υποθέσεως το δικαστήριο το οποίο έχει ήδη επιληφθεί αυτής και να αποφασίσει τόσο για τον τόπο κύριας διαμονής του παιδιού όσο και για τις σχετικές συνέπειες αυτού, ιδίως δε για το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του γονέα στο σπίτι του οποίου δεν θα διαμένει το παιδί.
75.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, η Βελγική Κυβέρνηση δεν διαφωνεί. Επιμένει ότι το άρθρο 1322 decies, παράγραφος 4, του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει απλή αναστολή της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον μη εξειδικευμένου δικαστηρίου το οποίο έχει ήδη επιληφθεί υποθέσεως σχετικής με γονική μέριμνα, και όχι την αφαίρεση της δικαιοδοσίας του εν λόγω δικαστηρίου, όπως επισημαίνω ότι προβλέπεται στη νομοθεσία άλλων κρατών μελών ( 69 ).
76.
Η κυβέρνηση αυτή υποστηρίζει, ορθώς κατά τη γνώμη μου, ότι το άρθρο 11, παράγραφος 7, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα δεν αντίκειται σε νομοθεσία κράτους μέλους που απονέμει σε εξειδικευμένο δικαστήριο τη δικαιοδοσία να αποφανθεί ταχέως επί του ζητήματος της επιστροφής, χωρίς να οφείλει απαραιτήτως να εξετάσει συγχρόνως και το ζήτημα της επιμέλειας του παιδιού, έστω και αν τα ζητήματα αυτά εν γένει συνδέονται στενά, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 70 ).
77.
Αναφέρει ότι, στο βελγικό δίκαιο, μόλις εκδοθεί η απόφαση περί της επιστροφής, η διαδικασία επί της ουσίας του δικαιώματος επιμέλειας η οποία εκκρεμούσε ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο είχε προηγουμένως επιληφθεί της υποθέσεως —σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό—, και η οποία ανεστάλη, πρέπει να συνεχιστεί.
78.
Η Βελγική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, στην υπό κρίση υπόθεση, το εξειδικευμένο δικαστήριο στο οποίο διαβιβάστηκε η απόφαση περί μη επιστροφής είχε ήδη αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς με απόφαση η οποία εφεσιβλήθηκε και συνεπώς έκρινε, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως που προβλέπεται στο βελγικό δίκαιο ( 71 ), ότι υποχρεούταν να παραπέμψει την υπόθεση στο cour d’appel ( 72 ) καθόσον ένας από τους διαδίκους είχε εκφράσει την επιθυμία το πρωτοβάθμιο αυτό δικαστήριο να αποφανθεί επί του συνόλου της διαφοράς και όχι μόνον επί του ζητήματος της επιστροφής.
79.
Επισημαίνω, εν προκειμένω, ότι το εν λόγω εξειδικευμένο δικαστήριο εξέδωσε την παραπεμπτική αυτή απόφαση τρεις μήνες μετά την ημερομηνία κατά την οποία επιλήφθηκε της υποθέσεως, κατά το χρονικό δε αυτό διάστημα ανεστάλη η εκκρεμούσα ενώπιον του cour d’appel de Bruxelles διαδικασία.
80.
Ωστόσο, όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τον κανονισμό Βρυξέλλες IIα, πρέπει να μεριμνούν να μην παραμείνει ο κανονισμός άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας, ιδίως στο μέτρο που η επίτευξη του σκοπού της άμεσης επιστροφής του παιδιού θα μπορούσε να εξαρτηθεί, δυνάμει κανόνων δικαίου του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν από την παράνομη μετακίνησή του, από μια νέα διαδικασία κινηθείσα ενώπιον εξειδικευμένου δικαστηρίου, ανεξαρτήτως του σταδίου στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία που έχει ήδη κινηθεί ενώπιον δικαστηρίου αρμοδίου να αποφανθεί επί της ουσίας σε διαφορές γονικής μέριμνας ( 73 ).
81.
Όπως έχει υπογραμμίσει ήδη το Δικαστήριο, «ένας τέτοιος κίνδυνος πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον μείζονα λόγο ότι, προκειμένου περί παιδιών νηπιακής ηλικίας, [όπως το παιδί το οποίο αφορά η παρούσα διαφορά της κύριας δίκης], ο βιολογικός χρόνος δεν προσμετράται κατά τα συνήθως αποδεκτά κριτήρια, λόγω της διανοητικής και ψυχολογικής τους διαπλάσεως και της ταχείας μεταβολής στην οποία αυτή υπόκειται» ( 74 ). Συνεπώς είναι επιθυμητή μια ιδιαίτερη επιμέλεια προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα ενδεχόμενης επιστροφής του παιδιού και επανασυνδέσεως με τον γονέα από τον οποίο αποχωρίστηκε σε καλές συνθήκες ( 75 ).
82.
Επιπλέον, είναι προφανώς προς το συμφέρον του παιδιού το κηρυχθέν αρμόδιο να αποφασίσει για το δικαίωμα επιμέλειας δικαστήριο να είναι αυτό που διαθέτει, αφενός, «όλες τις πληροφορίες και όλα τα κρίσιμα συναφώς στοιχεία», ιδίως όσον αφορά «τις σχέσεις του παιδιού με τους δύο γονείς καθώς και τις ικανότητες των γονέων και την προσωπικότητά τους», και, αφετέρου, «τον απαραίτητο χρόνο για αντικειμενική και ψύχραιμη εκτίμησή τους» ( 76 ).
83.
Η προσέγγιση αυτή είναι σύμφωνη με το πνεύμα του κανονισμού Βρυξέλλες IIα και επιρρωννύεται από τις απαιτήσεις που απορρέουν από την αιτιολογική σκέψη 33 του εν λόγω κανονισμού, η οποία αναφέρεται στον σεβασμό των δικαιωμάτων του παιδιού που προβλέπονται στο άρθρο 24 του Χάρτη. Συνεπώς εκτιμώ ότι το άρθρο 11, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι διατάξεις αυτές δεν απαγορεύουν τη θέσπιση εθνικών δικονομικών κανόνων όπως αυτοί που αναφέρονται στην παρούσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, εφόσον όμως οι συνέπειές τους δεν επέρχονται εις βάρος των αρχών και των σκοπών του εν λόγω κανονισμού, ιδίως δε των σχετικών με τα θεμελιώδη δικαιώματα του οικείου παιδιού, χάριν των οποίων η εύλογη διάρκεια και η ουσιαστική αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αποτελούν πρωταρχικές απαιτήσεις.
V – Πρόταση
84.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την εξής απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Cour d’appel de Bruxelles:
Το άρθρο 11, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικές μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν, υπό την επιφύλαξη ότι τηρούνται πράγματι οι αρχές και οι σκοποί του εν λόγω κανονισμού, στην εκ μέρους κράτους μέλους θέσπιση εθνικών κανόνων από τους οποίους προκύπτει:
–
αφενός, ότι υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία εξειδικευμένων δικαστηρίων η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές διαδικασία που κινείται κατόπιν αποφάσεως απαγορεύουσας την επιστροφή παρανόμως μετακινηθέντος παιδιού και εκδοθείσας από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους και
–
αφετέρου, ότι η προσφυγή σε ένα από τα εξειδικευμένα αυτά δικαστήρια συνεπάγεται αναστολή κάθε διαδικασίας σχετικής με τη γονική μέριμνα του παιδιού που εκκρεμεί ενώπιον άλλου δικαστηρίου αυτού του κράτους μέλους, ακόμη και όταν το άλλο αυτό δικαστήριο ήταν αρμόδιο, τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο, να αποφασίσει επί της ουσίας της διαφοράς αυτής κατά την ημερομηνία κατά την οποία είχε προηγουμένως επιληφθεί της υποθέσεως.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Τα ονόματα των διαδίκων αντικαταστάθηκαν με αρχικά κατόπιν αιτήματος ανωνυμοποίησης.
( 3 ) ΕΕ L 338, σ. 1.
( 4 ) Διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: .
( 5 ) Κατά την αιτιολογική σκέψη 11 και το άρθρο 2, σημείο 3, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, ως «κράτος μέλος» νοούνται όλα τα κράτη μέλη εξαιρουμένου του Βασιλείου της Δανίας.
( 6 ) Βλ. άρθρο 11 του νόμου της 10ης Μαΐου 2007 περί εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2003, για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικές μέριμνας, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως του Λουξεμβούργου της 20ής Μαΐου 1980 για την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων στον τομέα της επιμέλειας παιδιών και της αποκατάστασης της επιμέλειας παιδιών, καθώς και της Συμβάσεως της Χάγης της 25ης Οκτωβρίου 1980 για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών (Moniteur belge της 21ης Ιουνίου 2007, σ. 34264), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2007.
( 7 ) Νόμος περί συστάσεως δικαστηρίου οικογενειακών διαφορών και διαφορών που αφορούν νέους (Moniteur belge της 27ης Σεπτεμβρίου 2013, σ. 68429), που τέθηκε σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2014.
( 8 ) Πρόκειται για την πριν την προαναφερθείσα μεταρρύθμιση του νόμου της 30ής Ιουλίου 2013 ονομασία (βλ. υποσημείωση 6 της παρούσας γνώμης).
( 9 ) Από την απόφαση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι εκτός από τις διαδικασίες που κίνησε ο πατέρας ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων για να αποφανθούν για τη γονική μέριμνα ως προς το παιδί, η μητέρα προσέφυγε και στα πολωνικά δικαστήρια για τον ίδιο σκοπό. Δεδομένου ότι η περιγραφή του περιεχομένου των τελευταίων αυτών διαδικασιών δεν είναι απαραίτητη για να δοθεί απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα, δεν γίνεται μνεία αυτών στην παρούσα γνώμη. Ωστόσο πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, αφού διαπίστωσαν ότι βελγικό δικαστήριο είχε επιληφθεί αρχικώς και είχε διαπιστώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του, τα πολωνικά δικαστήρια έκριναν ότι είναι αναρμόδια για το θέμα αυτό.
( 10 ) Δυνάμει του άρθρου αυτού, κατ’ εξαίρεση και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται σε αυτό, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους που έχουν δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υποθέσεως μπορούν να παραπέμψουν την υπόθεση σε δικαστήριο άλλου κράτους μέλους που είναι σε θέση να κρίνει καλύτερα εφόσον αυτό εξυπηρετεί το συμφέρον του παιδιού.
( 11 ) Βλ. υποσημείωση 6 της παρούσας γνώμης και άρθρο 232 του εν λόγω νόμου.
( 12 ) Το αιτούν δικαστήριο υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το βελγικό δίκαιο, δεν μπορεί να επιληφθεί της διαδικασίας του άρθρου 11, παράγραφοι 6 έως 7, του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα παρά μετά από έφεση ενός εκ των διαδίκων κατά της εν λόγω αποφάσεως.
( 13 ) Στην απόφασή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το cour d’appel de Bruxelles αναφέρει ότι δεν συντρέχει λόγος να τροποποιηθούν τα προσωρινά μέτρα τα σχετικά με το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του πατέρα που διέταξε με την παρεμπίπτουσα απόφασή του της 30ής Ιουλίου 2014, τα οποία είναι άμεσα εκτελεστά στην Πολωνία δυνάμει του σχετικού πιστοποιητικού που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 41 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα.
( 14 ) Εν τούτοις δεν πρόκειται για μία προβληματική αμιγώς εθνικής φύσεως, καθόσον αφορά την ερμηνεία διατάξεων του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα, από την οποία θα προκύψει ότι αρμόδιο να αποφανθεί επί διαφοράς διασυνοριακού, και όχι εθνικού, χαρακτήρα είναι κάποιο από τα βελγικά δικαστήρια που επιλήφθηκαν της διαφοράς [(βλ., κατ’ αναλογία, τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις C (C‑435/06, EU:C:2007:714) και A (C‑523/07, EU:C:2009:225)].
( 15 ) Βλ. υποσημείωση 8 της παρούσας γνώμης.
( 16 ) Για το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, βλ. απόφαση McB. (C‑400/10 PPU, EU:C:2010:582).
( 17 ) Για την έννοια της προσβολής του δικαιώματος επιμέλειας, βλ. απόφαση C (C‑376/14 PPU, EU:C:2014:2268, σκέψεις 60 επ.).
( 18 ) Συγκεκριμένα, καίτοι, με απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων του tribunal de première instance de Bruxelles, αποφαινόμενος προσωρινά, είχε ορίσει ότι η διαμονή του παιδιού θα ήταν με τον πατέρα, εντούτοις το tribunal de la jeunesse de Bruxelles, με απόφασή του επί της ουσίας που εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου 2014 και εν συνεχεία εφεσιβλήθηκε, όρισε τη διαμονή με τη μητέρα, το δε cour d’appel de Bruxelles δεν τροποποίησε τον όρο αυτό με τα προσωρινά μέτρα που διέταξε με την παρεμπίπτουσα απόφασή του της 30ής Ιουλίου 2014.
( 19 ) Υπενθυμίζω ότι, με απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2014, το Πρωτοδικείο του Płońsk έκανε χρήση της δυνατότητας που προβλέπει κατ’ εξαίρεση το άρθρο 13 της Συμβάσεως της Χάγης του 1980 για παρέκκλιση από την αρχή της άμεσης επιστροφής του παιδιού, που προβλέπεται στο άρθρο 12 της εν λόγω Συμβάσεως.
( 20 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 17, πρώτη περίοδος, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, καθώς και απόφαση Rinau (C‑195/08 PPU, EU:C:2008:406, σκέψη 66), τη γνώμη μου σχετικά με τη γνωμοδότηση 1/13 (EU:C:2014:2292, σημεία 84 επ.) και τη γνωμοδότηση 1/13 (EU:C:2014:2303, σημεία 77 επ.).
( 21 ) Συναφώς, η «αιτιολογική έκθεση» σχετικά με την πρόταση που οδήγησε στη θέσπιση του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, η οποία υποβλήθηκε στις 3 Μαΐου από την Επιτροπή [COM(2002) 222 τελικό, ΕΕ C 203 E, σ. 155], και η οποία ανέφερε, στο μέρος με τίτλο «Στόχος», ότι «το κράτος μέλος στο οποίο έχει απαχθεί το παιδί μπορεί να λαμβάνει προσωρινά ασφαλιστικά μέτρα για τη μη επιστροφή του παιδιού, τα οποία μπορούν με τη σειρά τους να αντικαθίστανται από απόφαση επιμέλειας που έχει εκδοθεί από τα δικαστήρια του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού» (η υπογράμμιση δική μου).
( 22 ) Η χαρακτηριστική αυτή έκφραση περιλαμβανόταν στην αιτιολογική σκέψη 9 της πρώτης προτάσεως του εν λόγω κανονισμού για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεως σε θέματα γονικής μέριμνας που υποβλήθηκε από την Επιτροπή στις 6 Σεπτεμβρίου 2001 [COM(2001) 505 τελικό, ΕΕ C 332 E, σ. 269], η οποία ανέφερε ότι «[ο]ι κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας δεν αποκλείουν μέτρα στο κράτος μέλος όπου ευρίσκεται το παιδί με σκοπό την προστασία του σε επείγουσες περιπτώσεις ή τη διοργάνωση της άσκησης της γονικής μέριμνας. Εντούτοις, τα δικαστήρια του κράτους μέλους που έχει διεθνή δικαιοδοσία ως προς την ουσία της υπόθεσης πρέπει να έχουν τον τελευταίο λόγο, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να ακυρώσουν αυτά τα μέτρα» (η υπογράμμιση δική μου).
( 23 ) Βλ. ΕΔΔΑ, απόφαση Povse κατά Αυστρίας, προσφυγή αριθ. 3890/11 §§ 85 και 86 (διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: ), η οποία αναφέρεται στην προγενέστερη απόφαση Povse (C‑211/10 PPU, EU:C:2010:400) του Δικαστηρίου. Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι οι προσφεύγουσες μπορούσαν να απαιτήσουν από τα δικαστήρια της Ιταλίας, τόπου συνήθους διαμονής του παιδιού, την προστασία του θεμελιώδους δικαιώματός τους στην προστασία της οικογενειακής ζωής μετά την απόφαση που διέταξε την επιστροφή του παιδιού στην Ιταλία.
( 24 ) Βλ., ιδίως, ΕΔΔΑ, απόφαση X. κατά Λεττονίας, προσφυγή αριθ. 27853/09 §§ 93, 96 και 100 (διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: ).
( 25 ) Βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 18, πρώτη περίοδος, του κανονισμού Βρυξέλλες IIα.
( 26 ) Από το δεύτερο εδάφιο της εν λόγω παραγράφου 7 προκύπτει ότι εάν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία, το αρμόδιο δικαστήριο οφείλει να περατώσει την υπόθεση.
( 27 ) Παρά τον γενικό χαρακτήρα της εκφράσεως που χρησιμοποιείται στην εν λόγω παράγραφο 8, δηλαδή «δικαστήριο αρμόδιο βάσει του [κανονισμού Βρυξέλλες IIα]», εκτιμώ, υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψεως 17, ότι δεν αναφέρεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο που θα ήταν αρμόδιο κατ’ εφαρμογή οποιουδήποτε άρθρου του εν λόγω κανονισμού, αλλά μάλλον στο δικαστήριο που θα έχει αποφανθεί επί της επιμέλειας του παιδιού στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 6 έως 8, του εν λόγω κανονισμού.
( 28 ) Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 40 επ. του κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙα.
( 29 ) Η υπογράμμιση δική μου. Η διατύπωση είναι στον πληθυντικό, καθώς είναι δυνατόν πολλά δικαστήρια του εν λόγω κράτους μέλους, διαφορετικών ή μη βαθμών δικαιοδοσίας, να έχουν ήδη επιληφθεί διαφοράς σχετικής με την επιμέλεια του παιδιού όπως συνέβη στην υπόθεση της κύριας δίκης.
( 30 ) Η υπογράμμιση δική μου. Θα επανέλθω στο στοιχείο αυτό στο σημείο 61 της παρούσας γνώμης.
( 31 ) Βλ. το νομοσχέδιο που οδήγησε στη θέσπιση του προαναφερθέντος νόμου της 10ης Μαΐου 2007, το οποίο κατατέθηκε στις 16 Μαρτίου 2007 από τη Βελγική Κυβέρνηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων του Βασιλείου του Βελγίου, έγγραφο 51-3002/001, 2006-2007, σ. 3 (διαθέσιμο στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: ).
( 32 ) Κατά τα άρθρα 633 septies και 1322 decies του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που παρατίθενται στα σημεία 14 και 15 της παρούσας γνώμης, δικαστήριο αρμόδιο για την εν λόγω διαδικασία είναι το tribunal de première instance, το οποίο εν συνεχεία κατέστη το tribunal de la famille, της έδρας του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του πριν την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του.
( 33 ) Βλ. άρθρο 1322 decies, παράγραφος 4, του βελγικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
( 34 ) Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής και επισημαίνω ότι η περίπτωση αυτή, στην οποία δικαστήρια του ίδιου κράτους μέλους έχουν επιληφθεί συγχρόνως της υποθέσεως, διαφέρει από αυτή του άρθρου 19 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, που ρυθμίζει τις περιπτώσεις εκκρεμοδικίας που προκύπτουν «[α]ν έχουν ασκηθεί αγωγές για θέματα γονικής μέριμνας ενός παιδιού, με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία, ενώπιον δικαστηρίων διαφόρων κρατών μελών» (η υπογράμμιση δική μου). Αντιθέτως, δεν συμμερίζομαι την άποψη που διατύπωσε το θεσμικό αυτό όργανο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και εκτιμώ ότι το αντικείμενο των παράλληλων διαδικασιών της υπό κρίση υποθέσεως μπορεί να είναι το ίδιο εφόσον εκδοθεί απόφαση σχετική με την επιμέλεια του παιδιού στον τόπο διαβιώσεως του παιδιού και δύναται, ως εκ τούτου, να έχει αντίκτυπο στην ενδεχόμενη επιστροφή του παιδιού.
( 35 ) Βλ. τα άρθρα 22 έως 24 της προτάσεως της Επιτροπής [COM(2002) 222 τελικό], τα οποία κατέστησαν το άρθρο 11 του κανονισμού Βρυξέλλες IIα, καθώς και την «αιτιολογική έκθεση» της εν λόγω προτάσεως, στην οποία αναφέρεται όσον αφορά το εν λόγω άρθρο 24, παράγραφος 2, ότι «η κεντρική αρχή του κράτους μέλος στο οποίο ευρίσκετο η συνήθης διαμονή του παιδιού αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή κατακράτηση έχει την υποχρέωση να προσφύγει στα δικαστήρια προς το σκοπό αυτό, ενώ συνεχίζει να προσφέρεται η ίδια δυνατότητα σε οποιοδήποτε δικαιούχο γονικής μέριμνας» (η υπογράμμιση δική μου).
( 36 ) Βλ. σημείωμα της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Νοεμβρίου 2002 (αριθ. 14733/02, σ. 5 και 6 καθώς και σ. 14 επ.), από την οποία δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιες ήταν οι προθέσεις των μελών του Συμβουλίου σχετικά με το θέμα αυτό. Το σημείο 17 του εν λόγω σημειώματος αναφέρει μόνο ότι μια τέτοια απόφαση μη επιστροφής «συνιστά απλώς ασφαλιστικό μέτρο και όχι απόφαση επί της ουσίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται συνεπώς μεταγενέστερη προσφυγή στα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την απαγωγή, τα οποία εξακολουθούν να είναι αρμόδια όσον αφορά την απόφαση επί της ουσίας» (η υπογράμμιση δική μου).
( 37 ) Βλ., μεταξύ άλλων, McEleavy, P., «The New Child Abduction Regime in the European Union: Symbiotic Relationship or Forced Partnership?», Journal of Private International Law, 2005, αριθ. 1, σ. 30 και υποσημείωση 132· Fulchiron, H., «La lutte contre les enlèvements d’enfants», σε Fulchiron, H., και Nourissat, C. (επιμέλεια), Le nouveau droit communautaire du divorce et de la responsabilité parentale, Dalloz, Παρίσι, 2005, σ. 249· Pataut, E., «Commentaire de l’article 11», σε Magnus, U., και Mankowski, P. (επιμέλεια), Brussels II bis Regulation, Sellier European Law Publishers, Μόναχο, 2012, σ. 142 επ., σημείο 63.
( 38 ) Κατά τον εν λόγω Πρακτικό Οδηγό, όπως ενημερώθηκε την 1η Ιουνίου 2005 (διαθέσιμος στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: ), «[ε]άν κάποιο δικαστήριο στο κράτος μέλος έχει προηγουμένως εκδώσει απόφαση σχετικά με το συγκεκριμένο παιδί, τα έγγραφα διαβιβάζονται κατ’ αρχήν σε αυτό το δικαστήριο. Απουσία απόφασης, η πληροφορία διαβιβάζεται στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους μέλους» (βλ. σ. 36, η υπογράμμιση δική μου). Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από την έκφραση «κατ’ αρχήν» μπορεί να συναχθεί ότι είναι δυνατές και άλλες λύσεις, όπως η διαβίβαση σε εξειδικευμένο δικαστήριο. Ωστόσο, η εναλλακτική περίπτωση που διατυπώνεται στην αρχή της επόμενης φράσης, την οποία η Επιτροπή παραλείπει να παραθέσει, θα μπορούσε να ανατρέψει την ερμηνεία αυτή.
( 39 ) Το Δικαστήριο υπενθυμίζει πράγματι τακτικά ότι για την ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται καθώς και οι σκοποί που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελεί μέρος (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση L, C‑656/13, EU:C:2014:2364, σκέψη 38).
( 40 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Rinau (EU:C:2008:406, σκέψη 82) και Povse (EU:C:2010:400, σκέψη 78).
( 41 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις E. (C‑436/13, EU:C:2014:2246, σκέψεις 44 και 45)· C (EU:C:2014:2268, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και L (EU:C:2014:2364, σκέψη 48).
( 42 ) Συναφώς βλ. αποφάσεις Detiček (C‑403/09 PPU, EU:C:2009:810, σκέψεις 53 και 54)· Aguirre Zarraga (C‑491/10 PPU, EU:C:2010:828, σκέψεις 59 επ.)· Povse (EU:C:2010:400, σκέψη 64) καθώς και McB. (EU:C:2010:582, σκέψεις 60 επ.).
( 43 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις Rinau (EU:C:2008:406, σκέψη 52)· Povse (EU:C:2010:400, σκέψη 43) και C (EU:C:2014:2268, σκέψη 67), καθώς και σημεία 15 και 16 του σημειώματος της Προεδρίας του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2002, όπ.π.
( 44 ) Συναφώς, η παράγραφος 3 του εν λόγω άρθρου επιβάλλει στο δικαστήριο που επιλαμβάνεται αιτήσεως επιστροφής να εκδώσει την απόφασή του, κατ’ αρχήν, «το αργότερο σε έξι εβδομάδες από την ενώπιόν του κατάθεση της αίτησης». Η παράγραφος 6 του ιδίου άρθρου απαιτεί η διαβίβαση των πληροφοριών που προβλέπονται σε αυτό να γίνεται «εντός μηνός από την ημερομηνία της απόφασης περί μη επιστροφής». Η παράγραφος 7 του ιδίου άρθρου προσθέτει ότι τα μέρη πρέπει να καταθέσουν τις παρατηρήσεις τους «εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση [των εν λόγω πληροφοριών]». Στην πράξη, τα δικαστήρια των κρατών μελών δεν είναι πάντα σε θέση να τηρήσουν την πρώτη από τις ως άνω προθεσμίες, σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 2201/2003 ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΚ) 1347/2000, της 15ης Απριλίου 2014 [COM(2014) 225 τελικό].
( 45 ) Παραπομπή στις διατάξεις του «εθνικού δικαίου» περιλαμβάνεται τόσο στην εν λόγω παράγραφο 6 (όσον αφορά τη διαβίβαση της πληροφορίας της σχετικής με την απόφαση περί μη επιστροφής στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους της συνήθους διαμονής του παιδιού) όσο και στην εν λόγω παράγραφο 7 (όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η πληροφορία αυτή πρέπει να κοινοποιηθεί στα μέρη και την πρόσκληση των μερών να καταθέσουν παρατηρήσεις στο αρμόδιο δικαστήριο).
( 46 ) Η διατύπωση της εν λόγω παραγράφου 7 είναι γενική, καθόσον η διάταξη αυτή αφορά στο σύνολό τους «τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από την παράνομη μετακίνηση ή κατακράτησή του», και στοχευμένη, καθόσον αναφέρεται τρεις φορές «[σ]το δικαστήριο» που λαμβάνει την πληροφορία που μνημονεύεται στην παράγραφο 6 και το οποίο πρέπει να δώσει συνέχεια, είτε αποφασίζοντας επί της υποθέσεως είτε περατώνοντας την υπόθεση (η υπογράμμιση δική μου).
( 47 ) Δεν ισχύει το ίδιο για διάταξη που σκοπεί να καθορίσει την κατά τόπο αρμοδιότητα δικαστηρίου κατά τρόπο που να επιτρέπει να καθοριστεί ως αρμόδιο συγκεκριμένο δικαστήριο ενός κράτους μέλους, όπως η διάταξη η οποία αποτέλεσε αντικείμενο των προτάσεών μου στις υποθέσεις Sanders και Huber (C‑400/13 και C‑408/13, EU:C:2014:2171, σημείο 36) που εξακολουθούν να εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου, και η οποία αφορούσε «το δικαστήριο του τόπου όπου ο δικαιούχος της διατροφής έχει τη συνήθη διαμονή του» (η υπογράμμιση δική μου).
( 48 ) Βλ. υπέρ της δικονομικής φύσεως των προβλεπομένων στο άρθρο 11 κανόνων, Devers, A., «Les enlèvements d’enfants et le règlement ‘Bruxelles II bis’», σε Fulchiron, H. (επιμέλεια), Les enlèvements d’enfants à travers les frontières, Bruylant, Βρυξέλλες, 2004, σ. 40.
( 49 ) Συναφώς, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση ανέφερε, ορθά κατά τη γνώμη μου, ότι «κύριος σκοπός του άρθρου 11, παράγραφος 7, του κανονισμού είναι να καθορίσει τη διαδικασία που πρέπει να εφαρμοστεί στην περίπτωση που δεν έχει επιληφθεί κανένα δικαστήριο, στο κράτος [της συνήθους διαμονής του παιδιού], υποθέσεως σχετικής με τη γονική μέριμνα […] έτσι ώστε η υπόθεση να μπορέσει να συνεχιστεί χωρίς να θίγεται ο σκοπός της ταχείας διεκπεραιώσεως. Αντιθέτως, εάν ένα δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί της υποθέσεως επί της ουσίας, […] ο κανονισμός αφήνει ελεύθερα τα κράτη μέλη να καθορίσουν ποια διαδικασία πρέπει να εφαρμοστεί σε εθνικό επίπεδο». Η Επιτροπή συντάχθηκε με την άποψη αυτή, διευκρινίζοντας ότι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, «η υποχρέωση πληροφορήσεως των μερών δεν επιβάλλεται από τον ίδιο τον κανονισμό, αλλά απόκειται στο εθνικό δικονομικό δίκαιο να επιλύσει το θέμα αυτό».
( 50 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 51 ) Βλ. σημεία 68 επ. της παρούσας γνώμης.
( 52 ) Βλ. αιτιολογική έκθεση σχετικά με το άρθρο 3 του νομοσχεδίου που μνημονεύεται στην υποσημείωση 30 της παρούσας γνώμης (σ. 44 του εν λόγω νομοσχεδίου).
( 53 ) Πολλά κράτη μέλη τροποποίησαν την εθνική τους νομοθεσία προκειμένου να λάβουν υπόψη τους τις απαιτήσεις του κανονισμού αυτού. Βλ. Boele-Woelki, K., και González Beilfuss, C., (επιμέλεια), Brussels II bis — Its Impact and Application in the Members States, Intersentia, Αμβέρσα, 2007.
( 54 ) Συναφώς, βλ. τη σχετική με το βελγικό δίκαιο συμβολή σε «Dossier spécial — Concentration des compétences en relation avec la Convention de La Haye [1980] et d’autres instruments internationaux en matière de protection de l’enfance», La Lettre des Juges sur la protection internationale de l’enfant, που δημοσιεύθηκε από την Conférence de La Haye de droit international privé, τόμος XX, θέρος-φθινόπωρο 2013, σ. 5 και 6 (διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: ).
( 55 ) Βλ. αιτιολογική έκθεση σχετικά με το άρθρο 3 του νομοσχεδίου όπ.π. (σ. 44 του εν λόγω νομοσχεδίου).
( 56 ) Συναφώς, βλ. άρθρα 1210-4 του code de procédure civile και L. 211-12 του code de l’organisation judiciaire français, καθώς και Nourissat, C., και Devers, A., «Étude 245 — Règles de compétence en matière matrimoniale et responsabilité parentale», σε Canivet, G. κ.λπ. (επιμέλεια), Lamy Procédures communautaires, Παρίσι, 2008, σημεία 245-205 επ.
( 57 ) Βλ. τις συμβολές σχετικά με το γαλλικό και το γερμανικό δίκαιο, σε «Dossier spécial — Concentration des compétences en relation avec la Convention de La Haye [1980] et d’autres instruments internationaux en matière de protection de l’enfance»», όπ.π., αντίστοιχα σ. 16 και σ. 17 επ.
( 58 ) Βλ. το σύνολο του «Dossier spécial — Concentration des compétences en relation avec la Convention de La Haye [1980] et d’autres instruments internationaux en matière de protection de l’enfance», όπ.π. και ειδικότερα τη σύνθεση στην οποία προβαίνει ο Lortie, P., σ. 2 επ., ο οποίος διευκρινίζει ότι η συγκέντρωση των δικαιοδοσιών πραγματοποιήθηκε σε συνδυασμό με τον κανονισμό Βρυξέλλες IIα σε ορισμένα από τα κράτη μέλη τα οποία αφορούσε η εν λόγω μελέτη, δηλαδή, κατ’ αυτόν, στη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Βουλγαρία, την Κύπρο, τη Φινλανδία, την Ουγγαρία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο, και ότι ενίοτε η σχετική αρμοδιότητα ανατέθηκε σε ένα μόνον εξειδικευμένο δικαστήριο, μεταξύ άλλων στις Κάτω Χώρες και τη Σουηδία.
( 59 ) Βλ. τον Πρακτικό Οδηγό για την εφαρμογή του νέου κανονισμού Βρυξέλλες ΙΙ, όπ.π., σ. 28, καθώς και την έκθεση «Article 11 working group — Information on national procedures», 2013 (διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: ), σ. 12 επ., όπου αναφέρεται ότι: «[t]he following Member States appear not to have implemented concentration: Estonia, Latvia, Lithuania, Poland, Slovenia and Spain».
( 60 ) Guide de bonnes pratiques en vertu de la Convention de la Haye [1980] — Deuxième Partie — Mise en œuvre, 2003, σ. xii επ. καθώς και σ. 29 επ. (διαθέσιμος στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: ), που απαριθμεί τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει μια τέτοια πρακτική. Για τη σημασία του οδηγού αυτού παρά τη μη δεσμευτική ισχύ του, βλ. ΕΔΔΑ, προαναφερθείσα απόφαση X. κατά Λεττονίας § 36.
( 61 ) Βλ. σημείο 39 της παρούσας γνώμης.
( 62 ) Εκτός αν μια τέτοια επιστροφή είναι αντίθετη προς το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού.
( 63 ) Συναφώς, βλ., μεταξύ άλλων, σημείο 57 της παρούσας γνώμης.
( 64 ) Βλ. σημεία 54 επ. της παρούσας γνώμης.
( 65 ) Απόφαση Rinau (EU:C:2008:406, σκέψεις 78 έως 80).
( 66 ) Στη διαφορά της κύριας δίκης, το εξειδικευμένο δικαστήριο φαίνεται, εξάλλου, να συμμερίζεται την άποψη αυτή, καθόσον το tribunal de la famille de Bruxelles που επιλήφθηκε της υποθέσεως μετά την απόφαση περί μη επιστροφής παρέπεμψε την υπόθεση στο cour d’appel de Bruxelles το οποίο είχε προηγουμένως επιληφθεί της υποθέσεως επί της ουσίας.
( 67 ) Εν προκειμένω, το cour d’appel de Bruxelles διέταξε, με την απόφασή του για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ένα μέτρο κοινωνικής έρευνας στο περιβάλλον του πατέρα, προκειμένου να διερευνηθούν ιδίως οι συνθήκες υποδοχής που ο πατέρας μπορεί να προτείνει ενδεχομένως στο παιδί, καθώς και η ικανότητά του ως γονέα.
( 68 ) Βλ. άρθρο 198, παράγραφος 2, του νόμου της 30ής Ιουλίου 2013 που αναφέρεται στην υποσημείωση 6 της παρούσας γνώμης.
( 69 ) Συναφώς, στο γερμανικό δίκαιο, σε μία τέτοια περίπτωση, «το άρθρο 13 του [ομοσπονδιακού] νόμου [της 5ης Απριλίου 1990 όπως τροποποιήθηκε] επιβάλλει στο τοπικό δικαστήριο να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο υπέρ του εξειδικευμένου δικαστηρίου» (βλ. «Dossier spécial — Concentration des compétences en relation avec la Convention de La Haye [1980] et d’autres instruments internationaux en matière de protection de l’enfance», όπ.π., σ. 18). Ομοίως, στο γαλλικό δίκαιο, απόκειται στους άλλους δικαστές που έχουν επιληφθεί της ίδιας ή συναφούς διαφοράς να παραπέμψουν, λόγω αναρμοδιότητας, στο δικαστήριο που είναι ειδικά αρμόδιο μετά από απόφαση περί μη επιστροφής (βλ. άρθρο 1210-9 του code de procédure civile).
( 70 ) Αναφερόμενη στις αποφάσεις Rinau (EU:C:2008:406, σκέψεις 63 και 64) καθώς και την απόφαση Povse (EU:C:2010:400, σκέψη 53), η κυβέρνηση αυτή υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο έκρινε, αφενός, ότι «[μ]ολονότι συνδέεται αναπόσπαστα με άλλα ζητήματα που ρυθμίζει ο κανονισμός, ιδίως το δικαίωμα επιμέλειας, η εκτελεστότητα αποφάσεως διατάσσουσας την επιστροφή παιδιού, κατόπιν αποφάσεως περί μη επιστροφής, απολαύει δικονομικής αυτοτέλειας, ώστε να μην καθυστερεί η επιστροφή παιδιού το οποίο παρανόμως μετακινήθηκε ή κατακρατείται» και, αφετέρου, ότι «δεν συνάγεται [από το εν λόγω άρθρο 11, παράγραφος 7] ότι η απόφαση περί αναθέσεως της επιμέλειας του τέκνου αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση αποφάσεως η οποία διατάσσει την επιστροφή [του τελευταίου]», καθόσον «η διάταξη αυτή απλώς προσδιορίζει τον τελικό σκοπό των […] δικαστικών διαδικασιών, ήτοι την τακτοποίηση της καταστάσεως του τέκνου» (η υπογράμμιση δική μου).
( 71 ) Το μεταβιβαστικό αυτό αποτέλεσμα συνεπάγεται ότι το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της εφέσεως είναι σε θέση να αποφανθεί ως προς το σύνολο των στοιχείων της διαφοράς, ιδίως δε ως προς τα νέα πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της εφεσιβληθείσας αποφάσεως, όπως μεταγενέστερες ενέργειες ενός από τους γονείς.
( 72 ) Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση μετρίασε την άποψη αυτή, αναφέροντας ότι το εξειδικευμένο δικαστήριο διέθετε στην πραγματικότητα την κυρίαρχη εξουσία να εκτιμήσει, όσον αφορά τη σκοπιμότητα και ιδίως με βάση το συμφέρον του παιδιού, το βάσιμο της αιτήσεως διαδίκου με την οποία ζητήθηκε να παραπεμφθεί στο cour d’ appel από κοινού το ζήτημα της επιστροφής του παιδιού και το ζήτημα της επιμέλειάς του, κατ’ εφαρμογή του κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το δευτερεύον ακολουθεί το κύριο.
( 73 ) Βλ. κατ’αναλογία, απόφαση Rinau (EU:C:2008:406, σκέψη 81).
( 74 ) Όπ.π.
( 75 ) Το ΕΔΔΑ επιμένει επίσης στην υποχρέωση που έχουν οι δικαστικές αρχές κράτους μέλους να «εξαντλήσ[ουν] όλα τα απαραίτητα μέσα για να εξετάσουν με επιμέλεια» διαδικασίες σχετικές με τη γονική μέριμνα απαχθέντος παιδιού και την επιστροφή αυτού, οι οποίες υπόκεινται στον κανονισμό Βρυξέλλες ΙΙα, υπογραμμίζοντας ότι «το πέρασμα του χρόνου μπορεί να έχει ανεπανόρθωτες συνέπειες για τις σχέσεις των παιδιών με τον γονέα που δεν ζει μαζί τους» (βλ. ιδίως, ΕΔΔΑ, απόφαση Κρουσιώτης κατά Πορτογαλίας, προσφυγή αριθ. 23205/08 § 85 επ., διαθέσιμη στην ακόλουθη διεύθυνση στο διαδίκτυο: ).
( 76 ) Βλ. απόφαση Povse (EU:C:2010:400, σκέψεις 62 και 66).
Full & Egal Universal Law Academy