ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (τρίτο τμήμα)
της 8ης Ιουλίου 2015 ( *1 )
«Υπαλληλική υπόθεση — Προσωπικό του ACER — Συμβασιούχος υπάλληλος — Μη ανανέωση συμβάσεως — Προσφυγή ακυρώσεως — Παραδεκτό της προσφυγής — Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ του ACER υπό το πρίσμα του άρθρου 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ — Αγωγή αποζημιώσεως — Προθεσμία προειδοποιήσεως — Ηθική βλάβη — Χρηματική ικανοποίηση»
Στην υπόθεση F‑34/14,
με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ,
DP, πρώην συμβασιούχος υπάλληλος του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, κάτοικος Idrija (Σλοβενία), εκπροσωπούμενη από τον Σ. Παππά, δικηγόρο,
προσφεύγουσα-ενάγουσα,
κατά
Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER), εκπροσωπούμενου από τους P. Martinet και S. Vaona, επικουρούμενους από τους D. Waelbroeck και A. Duron, δικηγόρους,
καθού‑εναγομένου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. Van Raepenbusch, Πρόεδρο, M. I. Rofes i Pujol και E. Perillo (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: P. Cullen, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Μαρτίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο, που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 11 Απριλίου 2014, η DP ζητεί, αφενός, να ακυρωθεί η απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2013, με την οποία ο διευθυντής του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER ή στο εξής: Οργανισμός) αρνήθηκε να ανανεώσει τη σύμβασή της, και, αφετέρου, να υποχρεωθεί ο ACER να της καταβάλει το ποσό των 10000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη.
Το νομικό πλαίσιο
2
Το νομικό πλαίσιο αποτελείται κατ’ αρχάς από τα άρθρα 3α και 85, παράγραφος 1, του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς (στο εξής: ΚΛΠ).
3
Περαιτέρω, το άρθρο 28 του κανονισμού (ΕΚ) 713/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για την ίδρυση [του ACER] (ΕΕ L 211, σ. 1), το οποίο φέρει τον τίτλο «Προσωπικό», προβλέπει τα εξής:
«1. Στο προσωπικό του Οργανισμού, περιλαμβανομένου του διευθυντή του, εφαρμόζονται ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης [των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης], το [ΚΛΠ] και οι κανόνες που θεσπίζονται από κοινού από τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής [Ένωσης] για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού και [του ΚΛΠ].
2. Το διοικητικό συμβούλιο, με τη σύμφωνη γνώμη της [Ευρωπαϊκής] Επιτροπής, θεσπίζει τα αναγκαία εκτελεστικά μέτρα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης [των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης].
[…]»
4
Επιπλέον, η απόφαση 2011/11 του διοικητικού συμβουλίου του ACER, της 1ης Ιουνίου 2011, περί των γενικών εκτελεστικών διατάξεων για την εφαρμογή των διαδικασιών που διέπουν την πρόσληψη και την εργασία συμβασιούχων υπαλλήλων στον ACER (στο εξής ΓΕΔ), προβλέπει στο άρθρο της 6, που επιγράφεται «Διάρκεια των συμβάσεων», τα εξής
«1. Οι [συμβασιούχοι υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 3α του ΚΛΠ] μπορούν να προσλαμβάνονται, όταν πρόκειται για την πρώτη τους σύμβαση, για ορισμένο χρόνο τουλάχιστον τριών μηνών και πέντε ετών το πολύ.
2. Στις ομάδες καθηκόντων II, III και IV, κάθε ανανέωση της συμβάσεως πραγματοποιείται για [ορισμένο χρόνο] τριών μηνών τουλάχιστον και πέντε ετών το πολύ. Δεύτερη ανανέωση χωρίς διακοπή που καταλήγει σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορεί να παρέχεται μόνον αν η συνολική διάρκεια των δύο πρώτων συμβάσεων φθάνει τουλάχιστον τα πέντε έτη.
[…]»
5
Τέλος, το άρθρο 2, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 2013/11 του διευθυντή του ACER, της 28ης Μαΐου 2013, περί της ανανεώσεως των συμβάσεων πριν από τη λήξη τους (στο εξής: απόφαση 2013/11) προβλέπει ότι «[σ]την περίπτωση υπαλλήλου ο οποίος έχει ασκήσει τα καθήκοντά του δυνάμει συμβάσεως ορισμένου χρόνου επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του [ενός] έτους και μη υπερβαίνον [τα τρία] έτη η απόφαση περί ανανεώσεως ή μη της συμβάσεως πρέπει να λαμβάνεται και να κοινοποιείται το αργότερο [τρεις] μήνες πριν από τη λήξη της εν λόγω συμβάσεως».
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
6
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα προσλήφθηκε από τον ACER την 1η Ιανουαρίου 2011 ως συμβασιούχος υπάλληλος, επί τη βάσει του άρθρου 3α του ΚΛΠ, στην ομάδα καθηκόντων II, με τον βαθμό 5, 1ο κλιμάκιο. Η σύμβαση συνάφθηκε για ένα έτος, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011, στη συνέχεια δε, κατόπιν συμπληρωματικής πράξεως, ανανεώθηκε για πρώτη φορά για χρονικό διάστημα δύο ετών, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2013.
7
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 15ης Μαρτίου 2013, η προσφεύγουσα-ενάγουσα εκδήλωσε στην υπηρεσία ανθρωπίνων πόρων του ACER (στο εξής: υπηρεσία ανθρωπίνων πόρων) το ενδιαφέρον της για δεύτερη ανανέωση της συμβάσεώς της. Ο διευθυντής του ACER (στο εξής: διευθυντής), υπό την ιδιότητά του ως αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής του ACER (στο εξής: ΑΣΣΠΑ), ενημερώθηκε επίσης γι’ αυτή την εκδήλωση ενδιαφέροντος.
8
Αφού η προσφεύγουσα-ενάγουσα έλαβε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την 1η Οκτωβρίου 2013, από την υπηρεσία ανθρωπίνων πόρων, που την πληροφορούσε ότι η «διαδικασία ανανεώσεως της συμβάσεώς [της] [ήταν] σε εξέλιξη» και ότι ο διευθυντής «θα [υπέγραφε] τον φάκελο [την επομένη]», της προτάθηκε, στις 2 Οκτωβρίου 2013, να υπογράψει σύμβαση ως συμβασιούχος υπάλληλος επί τη βάσει του άρθρου 3α του ΚΛΠ, με τους ίδιους όρους, όσον αφορά την ομάδα καθηκόντων, τον βαθμό και το κλιμάκιο, που προέβλεπε η λήγουσα στις 31 Δεκεμβρίου 2013 σύμβαση, για ορισμένο χρόνο δύο ετών από την 1η Ιανουαρίου 2014.
9
Εκτιμώντας ότι η νέα αυτή σύμβαση δεν την κατέτασσε στο σωστό κλιμάκιο και ότι δεν συνιστούσε ανανέωση της αρχικής της συμβάσεως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν την υπέγραψε και ζήτησε από την υπηρεσία ανθρωπίνων πόρων, στις 9 Οκτωβρίου 2013, τη «διόρθωσή» της. Κατόπιν ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ της προσφεύγουσας-ενάγουσας και των υπηρεσιών του ACER, ο διευθυντής πληροφόρησε την προσφεύγουσα-ενάγουσα, στις 31 Οκτωβρίου 2013, ότι ανέμενε την άποψη της υπηρεσίας ανθρωπίνων πόρων, πριν λάβει απόφαση.
10
Στις 11 Νοεμβρίου 2013, ο διευθυντής πληροφόρησε την προσφεύγουσα‑ενάγουσα ότι, κατόπιν συσκέψεως με την υπηρεσία ανθρωπίνων πόρων και τη νομική υπηρεσία του ACER, εξέταζαν τη δυνατότητα τροποποιήσεως της συμπληρωματικής πράξεως, με την οποία η αρχική σύμβαση είχε ανανεωθεί για χρονικό διάστημα δύο ετών, προκειμένου αυτή η διάρκεια να ανέλθει σε τέσσερα έτη. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα απάντησε, κατ’ ουσίαν, ότι επαφιόταν στον Οργανισμό για την εξεύρεση λύσεως, σύμφωνης προς την εφαρμοστέα ρύθμιση, και ότι ήλπιζε να λάβει σύντομα το «διορθωμένο κείμενο της […] ανανεώσεως της συμβάσεώς [της]».
11
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 25ης Νοεμβρίου 2013, η νομική υπηρεσία του Οργανισμού ερώτησε, κατ’ ουσίαν, τη γενική διεύθυνση (ΓΔ) «Ανθρώπινοι Πόροι και Ασφάλεια» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αν, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ήταν δυνατή η ανανέωση της συμβάσεως της προσφεύγουσας-ενάγουσας, υπό το πρίσμα του άρθρου 6 των ΓΕΔ.
12
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 27ης Νοεμβρίου 2013, η ΓΔ «Ανθρώπινοι Πόροι και Ασφάλεια» της Επιτροπής διαβίβασε μια γνωμοδότηση της μονάδας της «Σχέσεις με τις δημόσιες διοικήσεις, τους οργανισμούς και τις διοικητικές υπηρεσίες» στην υπηρεσία ανθρωπίνων πόρων. Η νομική αυτή γνωμοδότηση διευκρίνιζε ότι η εξεταζόμενη ανανέωση αντέβαινε στο άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ, αλλά και ότι η ίδια αυτή διάταξη ήταν αντίθετη προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ, καθόσον δεν προέβλεπε καμία δυνατότητα παρεκκλίσεως. Στη γνωμοδότηση τονιζόταν ότι, υπ’ αυτές τις περιστάσεις, θα έπρεπε να ακολουθηθεί η συλλογιστική που εκτίθεται στην απόφαση Επιτροπή κατά Petrilli (T‑143/09 P, EU:T:2010:531) και να γίνει δεκτό ότι η ΑΣΣΠΑ μπορούσε να ανανεώσει τη σύμβαση της προσφεύγουσας-ενάγουσας, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξέθετε τους λόγους για τους οποίους το συμφέρον της υπηρεσίας δικαιολογούσε, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, παρέκκλιση από το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ. Στη γνωμοδότηση τονιζόταν επίσης ότι το άρθρο 6 των ΓΕΔ θα μπορούσε να τροποποιηθεί στη συνέχεια, προκειμένου να προβλεφθεί δυνατότητα παρεκκλίσεως, συνοδευόμενη ενδεχομένως από διαδικαστικές εγγυήσεις.
13
Στις 12 Δεκεμβρίου 2013, κατά τη σύσκεψη του διοικητικού συμβουλίου του ACER, ο διευθυντής επισήμανε στα μέλη του το ενδεχόμενο ασυμβατότητας του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ προς το ΚΛΠ. Από τα πρακτικά αυτής της συσκέψεως προκύπτει ότι ο διευθυντής πληροφόρησε επίσης το διοικητικό συμβούλιο για το γεγονός ότι ο ACER αντιμετώπιζε την περίπτωση υπαλλήλου, η σύμβαση του οποίου είχε ήδη ανανεωθεί μία φορά, χωρίς η συνολική διάρκεια της αρχικής συμβάσεως και της πρώτης ανανεώσεως να φθάνει στα πέντε έτη, και επομένως πιθανόν να μη μπορούσε να ανανεωθεί για δεύτερη φορά.
14
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 19ης Δεκεμβρίου 2013, η προσφεύγουσα-ενάγουσα πληροφόρησε, κατ’ ουσίαν, τον διευθυντή ότι ήταν έτοιμη να υπογράψει την πρόταση τροποποιήσεως της συμπληρωματικής πράξεως της αρχικής της συμβάσεως, με την οποία η διάρκεια της πρώτης ανανεώσεως θα ανερχόταν σε τέσσερα, αντί για δύο, έτη. Τόνισε ότι αποδοκίμαζε αυτή τη λύση, αλλά δεν είχε άλλη, εάν ήθελε να συνεχίσει να εργάζεται για τον Οργανισμό.
15
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και συστημένη επιστολή της 20ής Δεκεμβρίου 2013, με απόδειξη παραλαβής από την προσφεύγουσα-ενάγουσα, αντιστοίχως, στις 20 και 23 Δεκεμβρίου 2013, ο διευθυντής, ενεργώντας υπό την ιδιότητά του ως ΑΣΣΠΑ, της ανακοίνωσε την απόφασή του να μην ανανεώσει τη σύμβασή της (στο εξής: απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως). Υπογράμμισε ότι λυπόταν γι’ αυτή την απόφαση, διευκρινίζοντας πάντως ότι δεν είχε βρει καμία λύση ικανοποιητική από νομική άποψη, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ και του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ. Η απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως δεν περιείχε καμία αναφορά στη γνωμοδότηση της μονάδας «Σχέσεις με τις δημόσιες διοικήσεις, τους οργανισμούς και τις διοικητικές υπηρεσίες», την οποία είχε διαβιβάσει η ΓΔ «Ανθρώπινοι Πόροι και Ασφάλεια» της Επιτροπής στην υπηρεσία ανθρωπίνων πόρων με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 27ης Νοεμβρίου 2013.
16
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Δεκεμβρίου 2013, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπενθύμισε στον διευθυντή, απαριθμώντας τες, τις διάφορες δυνατότητες που είχε εξετάσει διαδοχικά ο Οργανισμός για να ανανεώσει τη σύμβασή της, τονίζοντάς του ότι, καθόσον την αφορά, επιθυμούσε απλώς να εξακολουθήσει να εργάζεται για τον ACER (στο εξής: μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Δεκεμβρίου 2013).
17
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 23ης Δεκεμβρίου 2013, ο διευθυντής εξέφρασε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα, για ακόμη μια φορά, τη λύπη του για τη μη εξεύρεση λύσεως ως προς την ανανέωση της συμβάσεώς της και για το γεγονός ότι καμία από τις εξετασθείσες δυνατότητες δεν κρίθηκε «επαρκώς αξιόπιστη για να είναι βιώσιμη».
18
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 30ής Δεκεμβρίου 2013, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε από τον διευθυντή να αναστείλει τα αποτελέσματα της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, προβάλλοντας ότι θα υπέβαλλε διοικητική ένσταση με τα επιχειρήματα του δικηγόρου της προς στήριξη της ανανεώσεως της συμβάσεώς της. Υπογράμμισε επίσης ότι η απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως ήταν απροσδόκητη και τόνισε ότι, κατά την άποψή της, δικαιούνταν προθεσμία προειδοποιήσεως.
19
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 31ης Δεκεμβρίου 2013, ο διευθυντής υπενθύμισε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα ότι δεν υπήρχε καμία «νομικώς βιώσιμη» δυνατότητα για την ανανέωση της συμβάσεώς της, διαβεβαιώνοντάς την πάντως ότι η υπηρεσία ανθρωπίνων πόρων και η νομική υπηρεσία του Οργανισμού θα επανεξέταζαν την κατάσταση και θα την πληροφορούσαν για τυχόν ευνοϊκό συμπέρασμα.
20
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3ης Ιανουαρίου 2014, η προσφεύγουσα-ενάγουσα επισήμανε στον διευθυντή ότι, κατά την επανεξέταση της καταστάσεώς της, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη η αρχή της χρηστής διοικήσεως, η δυνατότητα που αναγνωρίζεται στους οργανισμούς από τον νέο Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος έχει εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2014, να παρεκκλίνουν από τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις που θεσπίζει η Επιτροπή, η αρχή της ιεραρχίας των κανόνων, το σαφές γράμμα του άρθρου 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ και, τέλος, η αντίθεση μεταξύ του άρθρου 6 των ΓΕΔ και του άρθρου 85 του ΚΛΠ (στο εξής: μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3ης Ιανουαρίου 2014). Υπογράμμισε επίσης ότι, παρά το γεγονός ότι είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον της για ανανέωση της συμβάσεώς της εννέα μήνες πριν από τη λήξη της, δεν της παρασχέθηκαν παρά δύο μόνον εργάσιμες ημέρες ως προθεσμία προειδοποιήσεως μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως.
21
Αυθημερόν, στις 3 Ιανουαρίου 2014, ο διευθυντής πληροφόρησε την προσφεύγουσα-ενάγουσα για το γεγονός ότι το με την αυτή ημερομηνία μήνυμά της ηλεκτρονικού ταχυδρομείου διαβιβάσθηκε στη υπηρεσία ανθρωπίνων πόρων και στη νομική υπηρεσία του Οργανισμού και ότι θα ερχόταν σε επαφή μαζί της, μόλις θα είχε λάβει τις απαντήσεις τους.
22
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 13ης Ιανουαρίου 2014, ο διευθυντής πληροφόρησε την προσφεύγουσα-ενάγουσα ότι προέβη μεν, με τη βοήθεια της υπηρεσίας ανθρωπίνων πόρων και της νομικής υπηρεσίας του Οργανισμού, στην επανεξέταση της καταστάσεώς της, λαμβάνοντας υπόψη τα επιχειρήματα που περιέχονταν στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3ης Ιανουαρίου 2014, αλλά τα συμπληρωματικά αυτά επιχειρήματα δεν του παρείχαν τη νομική βάση που θα του έδινε τη δυνατότητα να ανανεώσει τη σύμβαση (στο εξής: απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2014). Διευκρίνισε ότι το άρθρο 85 του ΚΛΠ και το άρθρο 6 των ΓΕΔ δεν ήταν ασύμβατα, ότι οι ΓΕΔ είχαν υποβληθεί, πριν θεσπισθούν, στη νομική υπηρεσία της Επιτροπής, η οποία δεν προέβαλε καμία αντίρρηση, ούτε έκανε σχετικώς κανένα σχόλιο, και ότι η εφαρμογή του άρθρου 85 του ΚΛΠ, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 των ΓΕΔ, δεν του άφηνε καμία επιλογή εν προκειμένω.
Αιτήματα των διαδίκων
23
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:
—
να ακυρώσει την απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως,
—
να υποχρεώσει τον ACER να της καταβάλει ποσό 10000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που εκτιμά ότι υπέστη,
—
να καταδικάσει τον ACER στα δικαστικά έξοδα.
24
Ο ACER ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:
—
να κρίνει την προσφυγή-αγωγή απαράδεκτη,
—
επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως αβάσιμη,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα-ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού της προσφυγής-αγωγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
25
Ο ACER εκτιμά ότι η προσφυγή-αγωγή δεν ασκήθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 91, παράγραφος 3, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως είχε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του [ΚΛΠ] (στο εξής: ΚΥΚ). Το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Δεκεμβρίου 2013, και δη το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της προσφεύγουσας-ενάγουσας της 19ης Δεκεμβρίου 2013, πρέπει να εκτιμηθεί ως διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Ήδη την επομένη, 23 Δεκεμβρίου 2013, ο Οργανισμός απάντησε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σ’ αυτή την ένσταση. Τα μετέπειτα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της προσφεύγουσας-ενάγουσας, αυτό με ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 2013 και αυτό της 3ης Ιανουαρίου 2014, συνιστούν απλώς επανάληψη της αρχικής διοικητικής ενστάσεως. Οι δύο αποφάσεις, με τις οποίες δόθηκε απάντηση σ’ αυτά, είναι επομένως αμιγώς επιβεβαιωτικές της αποφάσεως που εμπεριέχεται στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 23ης Δεκεμβρίου 2013.
26
Δεδομένου ότι η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής-αγωγής άρχισε, κατά τον ACER, στις 23 Δεκεμβρίου 2013, η ασκηθείσα στις 11 Απριλίου 2014 προσφυγή‑αγωγή είναι εκπρόθεσμη.
27
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα εκτιμά ότι η προσφυγή-αγωγή είναι παραδεκτή. Ο εκπρόσωπός της ζήτησε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, να του δοθεί η δυνατότητα να προσκομίσει ένα νέο έγγραφο, προκειμένου να τεκμηριωθεί το παραδεκτό της προσφυγής-αγωγής.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης
28
Πρέπει να υπομνησθεί ότι ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός των κειμένων που απηύθυνε η προσφεύγουσα-ενάγουσα στην ΑΣΣΠΑ πριν από την άσκηση της προσφυγής-αγωγής εμπίπτει αποκλειστικώς στην εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης (βλ., σχετικώς, απόφαση Politi κατά Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως, C‑154/99 P, EU:C:2000:354, σκέψη 16).
29
Συνιστά ένσταση, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, το έγγραφο με το οποίο ο υπάλληλος, χωρίς να ζητεί ρητώς την ανάκληση της επίμαχης αποφάσεως, εκδηλώνει με σαφήνεια τη βούλησή του να αμφισβητήσει τη βλαπτική για τον ίδιο απόφαση. Συναφώς, το περιεχόμενο της πράξεως κατισχύει του τύπου (απόφαση Mendes κατά Επιτροπής, F‑125/11, EU:F:2013:35, σκέψη 34, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
30
Εν προκειμένω, πρέπει κατ’ αρχάς να τονισθεί ότι μόνο με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3ης Ιανουαρίου 2014 η προσφεύγουσα-ενάγουσα εξεδήλωσε σαφώς τη βούλησή της να αμφισβητήσει την απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, της οποίας ζήτησε την «επανεξέταση», προβάλλοντας διάφορους λεπτομερείς ισχυρισμούς (βλ. σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως). Το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3ης Ιανουαρίου 2014 πρέπει επομένως να χαρακτηρισθεί ως διοικητική ένσταση κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ.
31
Στη συνέχεια, διαπιστώνεται επίσης ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα, με το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3ης Ιανουαρίου 2014, προέβαλε αιτιάσεις που ουδόλως περιέχονταν στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 19ης Δεκεμβρίου 2013, ούτε στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 22ας Δεκεμβρίου 2013, μεταξύ άλλων την αντίθεση μεταξύ του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ και του άρθρου 85 του ΚΛΠ και την παραβίαση της αρχής της ιεραρχίας των κανόνων. Μόνον όμως με την απόφασή του της 13ης Ιανουαρίου 2014 ο διευθυντής, υπό την ιδιότητά του ως ΑΣΣΠΑ, απάντησε για πρώτη φορά σ’ αυτές της αιτιάσεις. Σε κάθε περίπτωση, επομένως, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής-αγωγής άρχισε κατά την ημερομηνία κοινοποιήσεως αυτής της αποφάσεως, που ελήφθη ως απάντηση στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 3ης Ιανουαρίου 2014, το οποίο ισχύει ως διοικητική ένσταση, ήτοι στις 13 Ιανουαρίου 2014 (ως προς το παραδεκτό διαδοχικών διοικητικών ενστάσεων, βλ. αποφάσεις Ghignone κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑44/97, EU:T:2000:258, σκέψη 39· Collotte κατά Επιτροπής, F‑58/07, EU:F:2008:170, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και D’Agostino κατά Επιτροπής, F‑93/12, EU:F:2013:155, σκέψη 30, κατά της οποίας έχει ασκηθεί αναίρεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπόθεση T‑670/13 P). Επομένως, η ασκηθείσα στις 11 Απριλίου 2014 προσφυγή-αγωγή δεν είναι εκπρόθεσμη.
32
Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε ο ACER και αντλείται από το εκπρόθεσμο της προσφυγής‑αγωγής δεν είναι βάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να συντρέχει λόγος να κριθεί το αίτημα της προσφεύγουσας‑ενάγουσας να προτείνει νέα αποδεικτικά μέσα.
Επί του αιτήματος που σκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως
33
Προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως που διατυπώνει, η προσφεύγουσα‑ενάγουσα προέβαλε, με το δικόγραφο προσφυγής-αγωγής της, έναν κύριο λόγο, που αντλείται από την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ υπό το πρίσμα του άρθρου 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ, και έναν επικουρικό λόγο, που αντλείται από εσφαλμένη αιτιολογία της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως.
34
Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας-ενάγουσας δήλωσε ότι παραιτείται από τον επικουρικό λόγο.
35
Πρέπει επομένως να κριθεί ο μόνος λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ υπό το πρίσμα του άρθρου 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ.
Επιχειρήματα των διαδίκων
36
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ, στο οποίο στηρίζεται η απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, είναι αντίθετο προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ.
37
Πρώτον, κατά την προσφεύγουσα-ενάγουσα, το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ, που δεν επιτρέπει στην ΑΣΣΠΑ να χορηγεί δεύτερη ανανέωση παρά μόνον υπό τον όρο ότι οι δύο πρώτες συμβάσεις καλύπτουν περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών, εισάγει εξαίρεση από τη δυνατότητα να τύχει ο συμβασιούχος υπάλληλος μιας δεύτερης ανανεώσεως της συμβάσεώς του, που προβλέπεται από το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ. Το αποτέλεσμα του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ είναι ότι περιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ μέσω της εισαγωγής, για τη χορήγηση δεύτερης ανανεώσεως, μιας προϋποθέσεως που δεν προβλέπεται από το ΚΛΠ, ήτοι της προϋποθέσεως να έχει εργασθεί ο ενδιαφερόμενος στο Οργανισμό επί τουλάχιστον πέντε έτη.
38
Μια τέτοια παρέκκλιση είναι παράνομη, λαμβανομένων υπόψη της ιεραρχίας των κανόνων και του γεγονότος ότι οι διατάξεις του άρθρου 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ είναι σαφείς, πλήρεις και ακριβείς και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στη Διοίκηση για να κρίνει ότι ορισμένες συμβάσεις δεν μπορούν να τύχουν δεύτερης ανανεώσεως. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ έχει ως αποτέλεσμα την παροχή δυνατότητας στον Οργανισμό να παρεμβάλλει εμπόδια στην ανανέωση της συμβάσεως για αόριστο χρόνο, προτείνοντας στον υπάλληλο, αυθαίρετα, μια αρχική σύμβαση και μια πρώτη ανανέωση που έχουν συνολική διάρκεια κατώτερη από την απαιτούμενη των πέντε ετών.
39
Δεύτερον, πάντοτε κατά την προσφεύγουσα‑ενάγουσα, στο μέτρο που το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εισάγει εξαίρεση όχι από τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να τύχει μιας δεύτερης ανανεώσεως της συμβάσεώς του, αλλά από τον κανόνα ότι η δεύτερη ανανέωση μπορεί να παρέχεται μόνο για αόριστο χρόνο, θα πρέπει και πάλι το άρθρο αυτό να θεωρηθεί ως αντίθετο προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ.
40
Συναφώς, η προσφεύγουσα‑ενάγουσα υποστηρίζει, επικαλούμενη την απόφαση Scheefer κατά Κοινοβουλίου (F‑105/09, EU:F:2011:41, σκέψεις 51 και 53 έως 55), ότι ο κανόνας που αφορά την αόριστη διάρκεια της δεύτερης ανανεώσεως θεσπίσθηκε με σκοπό την προστασία της σταθερότητας της απασχολήσεως, η οποία αποτελεί θεμελιώδη στόχο της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ L 175, σ. 43), και της συνημμένης σ’ αυτή συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999. Το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ πρέπει επομένως να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να του εξασφαλίζει ευρύ περιεχόμενο, δεδομένου ότι ο σκοπός του είναι να εμποδίζεται η Διοίκηση να καταχράται της εξουσίας της, καταφεύγοντας σε διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
41
Τέλος, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας‑ενάγουσας προέβαλε ότι οι ΓΕΔ θεσπίσθηκαν χωρίς διαβούλευση με την επιτροπή προσωπικού του Οργανισμού και δεν δημοσιεύθηκαν προσηκόντως.
42
Ο ACER, εξάλλου, ζητεί να απορριφθεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως, υποστηρίζοντας ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ και ότι, επομένως, η απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως δεν πάσχει πλάνη περί το δίκαιο.
43
Πρώτον, ο ACER προβάλλει ότι, σύμφωνα με την απόφαση Επιτροπή κατά Macchia (T‑368/12 P, EU:T:2014:266, σκέψη 60), η οποία, εν προκειμένω, μπορεί να τύχει αναλόγου εφαρμογής, το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της συνέχειας της απασχολήσεως των συμβασιούχων υπαλλήλων.
44
Δεύτερον, ο ACER προβάλλει ότι, κατά τη νομολογία, ο συμβασιούχος υπάλληλος με σύμβαση ορισμένου χρόνου δεν έχει, κατ’ αρχήν, κανένα δικαίωμα ανανεώσεως της συμβάσεώς του, η οποία ανανέωση αποτελεί απλώς δυνατότητα, εξαρτώμενη από τον όρο ότι συνάδει προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Η Διοίκηση έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως στον τομέα της ανανεώσεως συμβάσεων. Η διάρκεια της σχέσεως εργασίας μεταξύ ενός θεσμικού οργάνου και ενός συμβασιούχου υπαλλήλου διέπεται από τη συναφθείσα μεταξύ των μερών σύμβαση.
45
Κατά συνέπεια, η ανανέωση των συμβάσεων μπορεί να τελεί υπό όρους, εκτός αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα κατάχρηση των συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Ο ACER έθεσε υπό όρους αυτή την ανανέωση μέσω των ΓΕΔ, οι οποίες διευκρινίζουν με διαφάνεια τα κριτήρια στα οποία στηρίζονται οι αποφάσεις περί ανανεώσεως. Οι ΓΕΔ είναι «συμπληρωματικές και συνεπείς» με το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ.
46
Τρίτον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ ακολουθεί το πρότυπο που είχε προτείνει η Επιτροπή το 2011, προκειμένου, αφενός, να εναρμονιστεί η ρύθμιση των οργανισμών και, αφετέρου, να εξασφαλισθεί «σύμμετρη μεταχείριση των συμβασιούχων υπαλλήλων και των εκτάκτων υπαλλήλων» καθώς και προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να μπορούν οι συμβασιούχοι υπάλληλοι να επιτύχουν σύμβαση αορίστου χρόνου σε πιο σύντομο χρόνο απ’ ό,τι οι έκτακτοι υπάλληλοι στον ίδιο οργανισμό. Η Επιτροπή, εξάλλου, «ενέκρινε» τον εκτελεστικό κανονισμό του ACER.
47
Επιπλέον, ο ACER τονίζει ότι δεν ήταν σε θέση να τηρήσει πλήρως τη διαδικασία που εκτίθεται στην απόφαση 2013/11, δεδομένου ότι δεν πληρούνταν εν προκειμένω το «θεμελιώδες προκαταρκτικό κριτήριο, ήτοι η ιδιότητα του επιλέξιμου για ανανέωση».
48
Τέλος, ο ACER προέβαλε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι οι αιτιάσεις που διατύπωσε ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας-ενάγουσας κατά την εν λόγω συζήτηση και οι οποίες αντλούνται από την έλλειψη διαβουλεύσεως με την επιτροπή προσωπικού του Οργανισμού πριν από τη θέσπιση των ΓΕΔ και από την έλλειψη δημοσιεύσεως των ΓΕΔ είναι νέες και επομένως απαράδεκτες.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης
49
Προς στήριξη του αιτήματος ακυρώσεως της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, η προσφεύγουσα‑ενάγουσα προτείνει ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ υπό το πρίσμα του άρθρου 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ.
50
Κατά το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ, «[ο]ι συμβάσεις πρόσληψης συμβασιούχων υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 3α [του ΚΛΠ] μπορούν να συνάπτονται για ορισμένο χρόνο τουλάχιστον τριών μηνών και πέντε ετών το πολύ. Μπορούν να ανανεωθούν το πολύ για μια φορά για ορισμένη περίοδο όχι άνω των πέντε ετών. Η αρχική σύμβαση και η πρώτη ανανέωση πρέπει να έχουν συνολική διάρκεια 6 μηνών τουλάχιστον για την ομάδα καθηκόντων Ι και 9 μηνών τουλάχιστον για τις άλλες ομάδες καθηκόντων. Τυχόν μεταγενέστερη ανανέωση μπορεί να γίνεται μόνο για αόριστο χρόνο […]».
51
Όπως ορθώς προέβαλε ο ACER, πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι το άρθρο 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ προβλέπει τη δυνατότητα δεύτερης ανανεώσεως, εντούτοις δεν πρόκειται για δικαίωμα που παρέχεται στον ενδιαφερόμενο, ούτε για εγγύηση κάποιας συνέχειας της απασχολήσεως, αλλά για δυνατότητα η οποία επαφίεται στην εκτίμηση της ΑΣΣΠΑ. Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά την οργάνωση των υπηρεσιών τους σε σχέση με τις αποστολές που τους ανατίθενται, και κατά την τοποθέτηση, ενόψει των αποστολών αυτών, του προσωπικού που τελεί στη διάθεσή τους, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η τοποθέτηση αυτή ενεργείται προς το συμφέρον της υπηρεσίας (βλ., σχετικώς, αποφάσεις Επιτροπή κατά Petrilli, EU:T:2010:531, σκέψη 34 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Επιτροπή κατά Macchia, EU:T:2014:266, σκέψεις 49 και 60).
52
Εντούτοις, το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ εξαρτά τη δυνατότητα δεύτερης ανανεώσεως της συμβάσεως για αόριστο χρόνο από τον όρο sine qua non ότι η συνολική διάρκεια της αρχικής συμβάσεως και της πρώτης ανανεώσεως αυτής θα είναι τουλάχιστον πέντε έτη. Εάν δεν πληρούται ο εν λόγω όρος, αποκλείεται κατ’ ανάγκην κάθε δυνατότητα ανανεώσεως της συμβάσεως, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε και αυτοδικαίως.
53
Όταν όμως ένα θεσμικό όργανο ή ένας οργανισμός έχει εξουσιοδοτηθεί να εκδώσει γενικές εκτελεστικές διατάξεις για τη συμπλήρωση ή την εφαρμογή των υπέρτερης τυπικής ισχύος και δεσμευτικών διατάξεων του ΚΥΚ ή του ΚΛΠ, η αρμόδια αρχή δεν δύναται ούτε να ενεργεί contra legem, θεσπίζοντας ιδίως διατάξεις, η εφαρμογή των οποίων θα ήταν αντίθετη προς τους σκοπούς των διατάξεων του ΚΥΚ ή θα στερούσε από τις διατάξεις αυτές κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα, ούτε να απαλλάσσεται της υποχρεώσεως τηρήσεως των γενικών αρχών του δικαίου, όπως της αρχής της χρηστής διοικήσεως, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και αυτής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ., σχετικώς, απόφαση Επιτροπή κατά Petrilli, EU:T:2010:531, σκέψη 35, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54
Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του άρθρου 110, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ μπορούν να καθορίζουν κριτήρια ικανά να καθοδηγούν τη Διοίκηση κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της ή να διευκρινίζουν το περιεχόμενο ασαφών διατάξεων του ΚΥΚ. Αντιθέτως, οι εν λόγω γενικές εκτελεστικές διατάξεις δεν μπορούν νομίμως, διευκρινίζοντας σαφή όρο του ΚΥΚ, να περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής του ΚΥΚ ή του ΚΛΠ, ούτε να προβλέπουν κανόνες που εισάγουν παρέκκλιση σε σχέση με τις διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος, όπως είναι οι διατάξεις του ΚΥΚ και του ΚΛΠ ή οι γενικές αρχές του δικαίου (αποφάσεις Brems κατά Συμβουλίου, T‑75/89, EU:T:1990:88, σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και Ianniello κατά Επιτροπής, T‑308/04, EU:T:2007:347, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
55
Έτσι, με την απόφαση Brems κατά Συμβουλίου (EU:T:1990:88, σκέψη 30), το τότε Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κήρυξε παράνομα τα άρθρα 3 και 7 της αποφάσεως του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 1976 περί θεσπίσεως των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, λόγω του ότι, επιχειρώντας να διευκρινίσουν τον όρο «κάθε πρόσωπο», που περιέχεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ, τα εν λόγω άρθρα 3 και 7 επέβαλαν κατώτατα και ανώτατα όρια ηλικίας ισχύοντα για τα εξομοιούμενα προς συντηρούμενο τέκνο πρόσωπα και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, απέκλεισαν κατά λογική αναγκαιότητα από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 4, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ όλα τα πρόσωπα που βρίσκονται μεταξύ των επιβληθέντων ορίων ηλικίας, στερώντας έτσι από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τη δυνατότητα να ασκεί την εξουσία της εκτιμήσεώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
56
Κατόπιν όλων των ανωτέρω εκτιμήσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ περιορίζει το περιεχόμενο του άρθρου 85, παράγραφος 1, του ΚΛΠ, καθόσον εισάγει έναν πρόσθετο όρο για την ανανέωση συμβάσεως συμβασιούχου υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 3α του ΚΛΠ, ο οποίος δεν προβλέπεται από το ΚΛΠ και εμποδίζει την άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως που παρέχεται στη Διοίκηση, χωρίς ένας τέτοιος περιορισμός να μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά από το συμφέρον της υπηρεσίας. Όμως, ελλείψει ρητής εξουσιοδοτήσεως προβλεφθείσας για τον σκοπό αυτό, μια εσωτερική απόφαση γενικής εφαρμογής του ACER, όπως είναι οι ΓΕΔ, δεν δύναται να περιορίσει νομίμως το περιεχόμενο ενός κανόνα που προβλέπεται ρητώς από τον ΚΥΚ ή από το ΚΛΠ (βλ., σχετικώς, απόφαση Επιτροπή κατά Petrilli, EU:T:2010:531, σκέψεις 31 και 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
57
Εξάλλου, τα επιχειρήματα που προβάλλει ο ACER τα οποία αφορούν τους επιδιωκόμενους με τη θέσπιση των ΓΕΔ σκοπούς δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
58
Πρώτον, ούτε η ανάγκη εναρμονίσεως της πρακτικής των οργανισμών και της Επιτροπής σε θέματα προσλήψεως και εργασίας των συμβασιούχων υπαλλήλων ούτε η ανάγκη εξασφαλίσεως «σύμμετρης» μεταχειρίσεως μεταξύ των εκτάκτων υπαλλήλων και των συμβασιούχων υπαλλήλων ως προς την διάρκεια υπηρεσίας που απαιτείται για την ιδιότητα του επιλέξιμου για σύναψη συμβάσεως αορίστου χρόνου, εάν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται πως υφίστανται τέτοιες ανάγκες, μπορούν να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση της αρχής της ιεραρχίας των κανόνων.
59
Δεύτερον, ούτε το γεγονός ότι οι διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ είναι πανομοιότυπες με αυτές του άρθρου 6 της αποφάσεως C(2004) 1313 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, περί των γενικών εκτελεστικών διατάξεων για τις διαδικασίες που διέπουν την πρόσληψη και την εργασία των συμβασιούχων υπαλλήλων στην Επιτροπή, μπορεί να δικαιολογήσει το ότι η ΑΣΣΠΑ στερείται αυτομάτως της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει στο πλαίσιο της ανανεώσεως της συμβάσεως ενός συμβασιούχου υπαλλήλου. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 6 της αποφάσεως C(2011) 1264 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2011, για τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 79, παράγραφος 2, του ΚΛΠ, που διέπει τους όρους εργασίας των προσλαμβανομένων από την Επιτροπή συμβασιούχων υπαλλήλων δυνάμει των άρθρων 3α και 3β του ΚΛΠ και το οποίο θεσπίσθηκε πριν από τις ΓΕΔ, δεν προβλέπει πλέον όρο ελάχιστης διάρκειας της αρχικής συμβάσεως και της πρώτης ανανεώσεώς της για την παροχή δεύτερης ανανεώσεως.
60
Τέλος, με το υπόμνημα αντικρούσεως, ο ACER προβάλλει ακόμη ότι «ο Οργανισμός στάθμισε, εσωτερικά, τη δυνατότητα να καταφύγει σε κάποιας μορφής κατ’ εξαίρεση μεταχείριση», αλλά, εν προκειμένω, «[οι] αξιολογήσεις [της προσφεύγουσας-ενάγουσας] για τα έτη 2011 και 2012 δεν παρείχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία εξαιρετικών αποδόσεων, ικανών να δικαιολογήσουν οποιαδήποτε παρέκκλιση από τον εφαρμοστέο κανονισμό».
61
Το επιχείρημα αυτό, όμως, δεν μπορεί να δώσει απάντηση στην προβαλλόμενη ένσταση ελλείψεως νομιμότητας, καθόσον το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ δεν προβλέπει καμία εξαίρεση από τον όρο που απαιτεί η αρχική σύμβαση και η πρώτη ανανέωσή της να έχουν συνολική διάρκεια πέντε ετών.
62
Εν πάση περιπτώσει, από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως από την απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως προκύπτει ότι ο ACER αρνήθηκε να ανανεώσει τη σύμβαση της προσφεύγουσας-ενάγουσας αποκλειστικώς και μόνο για τον λόγο ότι, εν προκειμένω, δεν πληρούνταν ο επιβαλλόμενος με το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ όρος να έχουν η αρχική σύμβαση της προσφεύγουσας‑ενάγουσας και η πρώτη ανανέωσή της συνολική διάρκεια τουλάχιστον πέντε ετών.
63
Κατά πάγια, όμως, νομολογία, μολονότι, στο πλαίσιο του συστήματος προσφυγών που θεσπίζουν τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ, η Διοίκηση ενδέχεται να αναγκαστεί να τροποποιήσει, σε περίπτωση που ρητώς απορρίπτει τη διοικητική ένσταση, τους λόγους στους οποίους στήριξε την έκδοση της προσβαλλομένης πράξεως, εντούτοις τέτοια τροποποίηση δεν είναι δυνατή κατόπιν της ασκήσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, της προσφυγής που στρέφεται κατά της προσβαλλομένης πράξεως. Εξάλλου, η Διοίκηση δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια της δίκης, να αντικαταστήσει με εντελώς νέα αιτιολογία την αρχική εσφαλμένη αιτιολογία (απόφαση Allen κατά Επιτροπής, F‑23/10, EU:F:2011:162, σκέψη 98).
64
Η αντλούμενη από τις αποδόσεις της προσφεύγουσας-ενάγουσας δικαιολόγηση της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, που διατυπώθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της δίκης, δεν μπορεί επομένως να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως στον οποίο προβαίνει.
65
Επαλλήλως, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης παρατηρεί ότι η δικαιολόγηση αυτή βρίσκεται προδήλως σε αντίφαση προς τα στοιχεία της δικογραφίας, από τα οποία προκύπτει ότι ο Οργανισμός εξεδήλωσε, πλειστάκις, την επιθυμία του να διατηρήσει τη σχέση εργασίας που τον συνέδεε με την προσφεύγουσα-ενάγουσα.
66
Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω και υπό το πρίσμα, ειδικότερα, της παρατιθέμενης στις σκέψεις 53 έως 56 της παρούσας αποφάσεως νομολογίας, πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ και να ακυρωθεί η απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επί των δύο νέων αιτιάσεων που διατύπωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας-ενάγουσας.
Επί του αιτήματος χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης
Επιχειρήματα των διαδίκων
67
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα εκτιμά ότι υπέστη σημαντική ηθική βλάβη, η οποία δεν θεραπεύεται με την ακύρωση της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, λόγω της καθυστερήσεως του ACER στην έκδοση και κοινοποίηση της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, κατά παράβαση του άρθρου 2 της αποφάσεως 2013/11 που προβλέπει συναφώς προθεσμία τριών μηνών πριν από τη λήξη της τρέχουσας συμβάσεως.
68
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα προβάλλει ότι η απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως της κοινοποιήθηκε μόλις στις 20 Δεκεμβρίου 2013, ήτοι μερικές ημέρες πριν από τη λήξη της συμβάσεώς της στις 31 Δεκεμβρίου 2013, ενώ, από τον Οκτώβριο, ελάμβανε συνεχώς διαβεβαιώσεις ότι θα βρισκόταν λύση και ότι η σύμβασή της θα ανανεωνόταν. Η αβεβαιότητα και η ψυχολογική πίεση που απέρρεαν από αυτή την καθυστέρηση έφθασαν μέχρι τέτοιου σημείου, ώστε η προσφεύγουσα-ενάγουσα θα ήταν διατεθειμένη να αποδεχθεί την πρόταση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, μολονότι γνώριζε ότι η πρόταση αυτή ήταν παράνομη και αντίθετη προς τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην ανανέωση της συμβάσεώς της πολλαπλασίασε, επομένως, τα αρνητικά αποτελέσματα της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως. Κατόπιν της κοινοποιήσεως της εν λόγω αποφάσεως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα παρουσίασε εξάλλου οξεία αγχωτική αντίδραση, που διαγνώσθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2013.
69
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να καθορίσει ex æquo et bono το ποσό της χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που υπέστη. Κατ’ αυτήν, ποσό 10000 ευρώ είναι το ενδεικνυόμενο.
70
Ο ACER παραδέχεται μεν ότι δεν τηρήθηκε εν προκειμένω η απόφαση 2013/11, αλλά ζητεί να απορριφθεί το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης. Πρώτον, η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη όσων υποστηρίζει σχετικά με την κατάσταση της υγείας της και, εν πάση περιπτώσει, δεν αποδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της καθυστερήσεως στην έκδοση της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως και της χειροτερεύσεως της καταστάσεως της υγείας της προσφεύγουσας-ενάγουσας.
71
Δεύτερον, ο ACER προβάλλει ότι η ανανέωση της συμβάσεως δεν είναι αυτοδίκαιη και ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα γνώριζε από της συνάψεως της πρώτης συμπληρωματικής πράξεως το 2011 ότι η σύμβασή της δεν μπορούσε να ανανεωθεί για δεύτερη φορά, διότι δεν πληρούσε τον όρο, τον οποίο επιβάλλει το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ. Ο Οργανισμός της επέστησε την προσοχή στις νομικές δυσκολίες που συνδέονται με την ανανέωση της συμβάσεώς της.
72
Τρίτον, αναζητώντας, κατά τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 2013, μια νομικώς αποδεκτή λύση για να διατηρήσει η προσφεύγουσα‑ενάγουσα την εργασία της, ο ACER τήρησε το καθήκον του επιμέλειας, επιδεικνύοντας μέριμνα και κατανόηση έναντι αυτής.
73
Επικουρικώς, ο ACER εκτιμά ότι η χρηματική ικανοποίηση πρέπει να είναι μειωμένη, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η προσφεύγουσα-ενάγουσα ήταν σε ανεργία μόνο επί τρεις μήνες πριν ενταχθεί στις υπηρεσίες του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε θέση τουλάχιστον ισοδύναμη προς αυτή που είχε στον ACER. Επιπλέον, έχοντας δεχθεί αρκετές προτάσεις από άλλα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών δραστηριότητάς της στον Οργανισμό, η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε τη δυνατότητα να περιορίσει, ή ακόμη και να εξαλείψει, τις αρνητικές συνέπειες της λήξεως της συμβατικής σχέσεώς της με τον ACER.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης
74
Κατά το άρθρο 2, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 2013/11, στην περίπτωση υπαλλήλου ο οποίος έχει ασκήσει τα καθήκοντά του δυνάμει συμβάσεως ορισμένου χρόνου επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους και μη υπερβαίνον τα τρία έτη η απόφαση περί ανανεώσεως ή μη της συμβάσεως πρέπει να λαμβάνεται και να κοινοποιείται το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη της εν λόγω συμβάσεως.
75
Εντούτοις, είναι βέβαιο, εν προκειμένω, ότι η απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα-ενάγουσα στις 20 Δεκεμβρίου 2013, ήτοι μόνον ένδεκα ημέρες πριν από τη λήξη της συμβάσεώς της, που προβλεπόταν στις 31 Δεκεμβρίου 2013, και επομένως κατά κατάφωρη παράβαση του άρθρου 2, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 2013/11.
76
Επιπλέον, μολονότι αληθεύει ότι η απόφαση 2013/11 εκδόθηκε στις 28 Μαΐου 2013, γεγονός παραμένει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, των ΓΕΔ, στο οποίο στηρίχθηκε η ΑΣΣΠΑ για να δικαιολογήσει την απόφαση περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, ίσχυε από την 1η Ιουνίου 2011. Ο ACER, στον οποίο η προσφεύγουσα-ενάγουσα επισήμανε το ζήτημα πλέον των εννέα μηνών πριν από τη λήξη της συμβάσεώς της, διέθετε επομένως τον αναγκαίο χρόνο προς αναζήτηση λύσεως για να παρατείνει τη σύμβαση της προσφεύγουσας‑ενάγουσας, χωρίς να αναγκασθεί να υπερβεί την προθεσμία που είχε ταχθεί για να λάβει την απόφασή του.
77
Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι ο ACER υπέπεσε σε πταίσμα που μπορεί να θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως.
78
Επιπλέον, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς του ACER, η προσφεύγουσα‑ενάγουσα απέδειξε επαρκώς κατά νόμον την ύπαρξη ηθικής βλάβης, συνιστάμενης στην αβεβαιότητα που χαρακτήριζε τον επαγγελματικό της βίο κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών εκτελέσεως της συμβάσεώς της, λόγω της ανυπαρξίας αποφάσεως για τη συνέχιση της εργασιακής της σχέσεως με τον ACER, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της καθυστερήσεως στην έκδοση της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως και της εν λόγω ηθικής βλάβης.
79
Εξάλλου, οι προσπάθειες αναζητήσεως εργασίας της προσφεύγουσας-ενάγουσας και το γεγονός ότι έλαβε και δεν αποδέχθηκε αρκετές προτάσεις εργασίας κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών κατά τους οποίους άσκησε δραστηριότητα στον Οργανισμό, τείνουν σε επίρρωση του γεγονότος ότι οι επαγγελματικές της αποδόσεις ήταν υψηλού επιπέδου και, απλώς, καθιστούν προφανέστερη την κατάσταση αβεβαιότητας, στην οποία την περιήγαγε ο ACER.
80
Τέλος, η προσφεύγουσα-ενάγουσα απέδειξε ότι η ακύρωση της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως δεν είναι αρκετή για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη, λαμβανομένης, μεταξύ άλλων, υπόψη της παραβάσεως από τον ACER του άρθρου 2, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 2013/11.
81
Συνεπώς, ανεξαρτήτως των μέτρων που θα υποχρεωθεί να λάβει ο ACER κατόπιν της ακυρώσεως της αποφάσεως περί μη ανανεώσεως της συμβάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης και να υποχρεωθεί ο ACER να καταβάλει στην προσφεύγουσα-ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση ποσό ανερχόμενο, κατ’ εκτίμηση ex æquo et bono, σε 7000 ευρώ.
Επί των δικαστικών εξόδων
82
Κατά το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του όγδοου κεφαλαίου του δεύτερου τίτλου του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του τελευταίου. Βάσει του άρθρου 102, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να αποφασίσει, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει μεν τα δικαστικά έξοδά του, πλην όμως καταδικάζεται εν μέρει μόνο στα έξοδα του αντιδίκου, ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά.
83
Από το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο ACER είναι ο ηττηθείς διάδικος. Επιπλέον, η προσφεύγουσα-ενάγουσα ζήτησε ρητώς, με το αιτητικό της προσφυγής-αγωγής της, να καταδικασθεί ο ACER στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ACER φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας-ενάγουσας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
(τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση της 20ής Δεκεμβρίου 2013 με την οποία ο διευθυντής του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας αρνήθηκε να ανανεώσει τη σύμβαση της DP.
2)
Υποχρεώνει τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας να καταβάλει στη DP το ποσό των 7000 ευρώ.
3)
Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της DP.
Van Raepenbusch
Rofes i Pujol
Perillo
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Ιουλίου 2015.
Η Γραμματέας
W. Hakenberg
Ο Πρόεδρος
S. Van Raepenbusch
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy