T‑66/1462014TJ0066EU:T:2016:4300001111212TΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (όγδοο τμήμα)της 21ης Ιουλίου 2016 (
*1
)
«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Περιοριστικά μέτρα σε βάρος προσώπων και οντοτήτων λόγω της καταστάσεως στη Ζιμπάμπουε — Δέσμευση κεφαλαίων — Εξωσυμβατική ευθύνη»
Στην υπόθεση T‑66/14,
John Arnold Bredenkamp, κάτοικος Χαράρε (Ζιμπάμπουε),
Echo Delta (Holdings) PCC Ltd, με έδρα το Castletown (Νήσος του Μαν),
Scottlee Holdings (Private) Ltd, με έδρα το Χαράρε,
Fodya (Private) Ltd, με έδρα το Χαράρε,
εκπροσωπούμενοι από τους P. Moser, QC, και G. Martin, solicitor,
ενάγοντες,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τον B. Driessen και την E. Dumitriu-Segnana,
και
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τις S. Bartelt, D. Gauci και τον T. Scharf,
εναγόμενοι,
με αντικείμενο αίτημα βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ για την αποκατάσταση της ζημίας που οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι υπέστησαν λόγω της εκδόσεως του κανονισμού (ΕΚ) 77/2009 της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 2009, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 314/2004 του Συμβουλίου για ορισμένα περιοριστικά μέτρα σχετικά με τη Ζιμπάμπουε (ΕΕ 2009, L 23, σ. 5), του κανονισμού (ΕΕ) 173/2010 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 2010, για την τροποποίηση του κανονισμού 314/2004 του Συμβουλίου για ορισμένα περιοριστικά μέτρα σχετικά με τη Ζιμπάμπουε (ΕΕ 2010, L 51, σ. 13), και του κανονισμού (ΕΕ) 174/2011 της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2011, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 314/2004 του Συμβουλίου για ορισμένα περιοριστικά μέτρα σχετικά με τη Ζιμπάμπουε (ΕΕ 2011, L 49, σ. 23),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους Δ. Γρατσία (εισηγητή), πρόεδρο, M. Kancheva και C. Wetter, δικαστές,
γραμματέας: L. Grzegorczyk, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Φεβρουαρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση ( 1 )
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στην κοινή θέση 2002/145/ΚΕΠΠΑ, της 18ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Ζιμπάμπουε (EE 2002, L 50, σ. 1), η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 15 ΕΕ, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέφρασε τη σοβαρή του ανησυχία για την κατάσταση στη Ζιμπάμπουε και συγκεκριμένα για τις σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Ζιμπάμπουε, ειδικότερα δε της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι και του συνέρχεσθαι ειρηνικώς. Στο πλαίσιο αυτό επέβαλε περιοριστικά μέτρα για χρονικό διάστημα δώδεκα μηνών με δυνατότητα ανανεώσεως και υποκείμενα σε διαρκή επανεξέταση
2
Η κοινή θέση 2004/161/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 2004, για την ανανέωση των περιοριστικών μέτρων κατά της Ζιμπάμπουε (EE 2004, L 50, σ. 66), προέβλεψε την ανανέωση των περιοριστικών μέτρων που επιβλήθηκαν με την κοινή θέση 2002/145. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της κοινής θέσεως 2004/161, όπως τροποποιήθηκε βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 1, της κοινής θέσεως 2008/632/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 2008, για την τροποποίηση της κοινής θέσεως 2004/161 (ΕΕ 2008, L 205, σ. 53), «[τ]α κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εμποδίζουν την είσοδο στο έδαφός τους, ή την από του εδάφους τους διέλευση, των μελών της κυβέρνησης της [Δημοκρατίας της] Ζιμπάμπουε και των φυσικών προσώπων που συνδέονται με αυτά, καθώς και άλλων φυσικών προσώπων, τα οποία επιδίδονται σε δραστηριότητες που υπονομεύουν σοβαρά τη δημοκρατία, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το κράτος δικαίου στη Ζιμπάμπουε και «[τ]α πρόσωπα περί των οποίων γίνεται λόγος στην παρούσα παράγραφο απαριθμούνται στο παράρτημα». Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της κοινής θέσεως 2004/161, όπως τροποποιήθηκε βάσει του άρθρου 1, παράγραφος 5, της κοινής θέσεως 2008/632, «[δ]εσμεύονται όλα τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι που ανήκουν σε μέλη της κυβέρνησης της [Δημοκρατίας της] Ζιμπάμπουε ή σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που συνδέεται με αυτά, ή που ανήκουν σε άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία επιδίδονται σε δραστηριότητες που υπονομεύουν σοβαρά τη δημοκρατία, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και το κράτος δικαίου στη Ζιμπάμπουε» και «[ο] κατάλογος των προσώπων και οντοτήτων περί των οποίων γίνεται λόγος στην παρούσα παράγραφο περιέχεται στο παράρτημα». Η κοινή θέση 2004/161, όπως είχε τροποποιηθεί, παρατάθηκε διαδοχικά έως την 20ή Φεβρουαρίου 2010 δυνάμει της κοινής θέσεως 2009/68/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 2009, για την ανανέωση των περιοριστικών μέτρων κατά της Ζιμπάμπουε (ΕΕ 2009, L 23, σ. 43), εν συνεχεία έως την 20ή Φεβρουαρίου 2011, δυνάμει της αποφάσεως 2010/92/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2010, για την παράταση των περιοριστικών μέτρων κατά της Ζιμπάμπουε (ΕΕ 2010, L 41, σ. 6). Στο άρθρο 4, παράγραφος 1, και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2011/101/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 15ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά της Ζιμπάμπουε (ΕΕ 2011, L 42, σ. 6), η οποία κατάργησε την κοινή θέση 2004/161 και εφαρμοζόταν μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου 2012, προβλέπονταν τα ίδια ακριβώς μέτρα με όσα προβλέπονταν στο άρθρο 4, παράγραφος 1, και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της κοινής θέσεως 2004/161.
3
Ο κανονισμός (ΕΚ) 314/2004 του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 2004, για ορισμένα περιοριστικά μέτρα σχετικά με τη Ζιμπάμπουε (ΕΕ 2004, L 55, σ. 1), εκδόθηκε, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού αυτού, για την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων που είχαν προβλεφθεί με την κοινή θέση 2004/161, στο μέτρο που τα μέτρα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕK. Προέβλεψε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο toy 6, παράγραφος 1, ότι δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που ανήκουν σε μέλη της Kυβέρνησης της Δημοκρατίας της Ζιμπάμπουε ή σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που έχουν σχέση με αυτά και περιλαμβάνονται στο παράρτημα ΙΙΙ. Με το άρθρο 11, στοιχείο βʹ, του κανονισμού αυτού η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξουσιοδοτήθηκε να τροποποιεί το εν λόγω παράρτημα βάσει των αποφάσεων που λαμβάνονται σχετικά με το παράρτημα της κοινής θέσεως 2004/161.
4
Το όνομα του πρώτου ενάγοντος, John Arnold Bredenkamp, προστέθηκε στον κατάλογο των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5 της κοινής θέσεως 2004/161 με το άρθρο 2 και το τμήμα I του παραρτήματος της κοινής θέσεως 2009/68. Η αιτιολογία για την καταχώριση του ονόματος αυτού στο σημείο 7 του εν λόγω παραρτήματος έχει ως εξής:
«Επιχειρηματίας με στενούς δεσμούς με την Κυβέρνηση [της Δημοκρατίας της] Ζιμπάμπουε. Παρέχει – μεταξύ άλλων μέσω των εταιριών του – χρηματική και άλλη υποστήριξη στο καθεστώς (βλ. επίσης μέρος II, σημ.1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 12, 14, 20, 24, 25, 28, 29, 31 και 32).»
5
Το όνομα του πρώτου ενάγοντος προστέθηκε στον κατάλογο των φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004 με το άρθρο 1 και το παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) 77/2009 της Επιτροπής, της 26ης Ιανουαρίου 2009, για την τροποποίηση του κανονισμού 314/2004 (ΕΕ 2009, L 23, σ. 5). Η αιτιολογία για την καταχώριση του ενάγοντος στο σημείο 7 του τμήματος Ι του εν λόγω παραρτήματος έχει ως εξής:
«Επιχειρηματίας που διατηρεί στενούς δεσμούς με την κυβέρνηση της Ζιμπάμπουε. Παρέσχε, και μέσω των εταιρειών του, οικονομική και άλλου είδους υποστήριξη στο καθεστώς (βλ. επίσης σημεία [1 έως 9], 12, 14, 20, 24, 25, 28, 29, 31 και 32 στο μέρος II).»
6
Τα ονόματα της δεύτερης και της τρίτης ενάγουσας, Echo Delta (Holdings) PCC Ltd και Scottlee Holdings (Private) Ltd, προστέθηκαν επίσης στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 4 και 5 της κοινής θέσεως 2004/161 με το άρθρο 2 και το παράρτημα της κοινής θέσεως 2009/68. Τα ίδια ονόματα προστέθηκαν στον κατάλογο των φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004 με το άρθρο 1 και το παράρτημα του κανονισμού 77/2009. Η αιτιολογία για την καταχώρισή τους στους εν λόγω καταλόγους παρατίθεται με τη φράση «Ιδιοκτησία John Arnold Bredenkamp» στην κοινή θέση 2004/161 και με τη φράση «Ανήκει στον John Arnold Bredenkamp» στον κανονισμό 77/2009. Επίσης, το όνομα «Breco International» προστέθηκε στο σημείο 7 του τμήματος II του καταλόγου των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα άρθρα 4 και 5 της κοινής θέσεως 2004/161, με το άρθρο 2 και το παράρτημα της κοινής θέσεως 2009/68 και στο σημείο 7 του τμήματος II του παραρτήματος III του κανονισμού 314/2004, με το άρθρο 1 και το παράρτημα του κανονισμού 77/2009. Η αιτιολογία για την καταχώριση του ονόματος αυτού στους εν λόγω καταλόγους είναι πανομοιότυπη με αυτή που αναφέρθηκε για την καταχώριση του ονόματος της δεύτερης και της τρίτης ενάγουσας στους καταλόγους αυτούς.
7
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Απριλίου 2009, ο J. A. M. Bredenkamp και 18 νομικά πρόσωπα, στα οποία περιλαμβανόταν η δεύτερη και η τρίτη ενάγουσα της υπό κρίση υποθέσεως, άσκησαν προσφυγή για την ακύρωση του κανονισμού 77/2009 (υπόθεση T‑145/09, Bredenkamp κ.λπ. κατά Επιτροπής).
8
Τα ονόματα των τριών πρώτων εναγόντων καθώς και της Breco International διατηρήθηκαν στους επίμαχους καταλόγους δυνάμει της αποφάσεως 2010/92, του κανονισμού (ΕΕ) 173/2010 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 2010, για την τροποποίηση του κανονισμού 314/2004 (ΕΕ 2010, L 51, σ. 13), της αποφάσεως 2011/101 και του κανονισμού (ΕΕ) 174/2011 της Επιτροπής, της 23ης Φεβρουαρίου 2011, για την τροποποίηση του κανονισμού 314/2004 (ΕΕ 2011, L 49, σ. 23).
9
Τα ονόματα των τριών πρώτων εναγόντων καθώς και της Breco International αφαιρέθηκαν από τους επίμαχους καταλόγους δυνάμει της αποφάσεως 2012/97/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2012, που τροποποιεί την απόφαση 2011/101 (ΕΕ 2012, L 47, σ. 50), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 151/2012 της Επιτροπής, της 21ης Φεβρουαρίου 2012, για την τροποποίηση του κανονισμού 314/2004 (ΕΕ 2012, L 49, σ. 2).
10
Μετά την έκδοση της αποφάσεως 2012/97 και του εκτελεστικού κανονισμού 151/2012, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στη διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2012, Bredenkamp κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-145/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:407), ότι δεν υφίστατο πλέον λόγος να αποφανθεί επί της προσφυγής της 6ης Απριλίου 2009.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
11
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Ιανουαρίου 2014 οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αγωγή.
12
Οι ενάγοντες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να υποχρεώσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να καταβάλει την αποζημίωση που προσδιορίζεται στο δικόγραφο της αγωγής·
—
να υποχρεώσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή να καταβάλουν τόκο βάσει του επιτοκίου Euribor προσαυξημένου κατά δύο μονάδες, από την έκδοση της αποφάσεως με την οποία θα περατωθεί η δίκη·
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
13
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αγωγή,
—
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
14
Οι διάδικοι προσκόμισαν υπομνήματα που είχαν καταθέσει στο πλαίσιο της υποθέσεως T-145/09, Bredenkamp κ.λπ. κατά Επιτροπής. Τα δικόγραφα αυτά θεωρούνται οριστικώς κατατεθέντα στη δικογραφία, δεδομένου ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος να αποκλεισθούν από τη δικογραφία της παρούσας υποθέσεως. Εξάλλου, τα μέρη δεν αντιτάχθηκαν στην προσκόμιση των υπομνημάτων αυτών εκατέρωθεν.
Σκεπτικό
15
Προς στήριξη της αγωγής οι ενάγοντες προβάλλουν ότι υπέστησαν πέντε είδη ζημίας, υλικής και ηθικής, από σειρά πλημμελειών κατά την αρχική καταχώριση και τη διατήρηση των ονομάτων τους στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004. Οι πλημμέλειες αυτές αναλύονται σε τέσσερις αιτιάσεις.
16
Το Συμβούλιο φρονεί, προκαταρκτικώς, ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως νόμω αβάσιμη, διότι είναι προδήλως ανεπαρκείς οι αποδείξεις των οποίων γίνεται επίκληση προς στήριξη του τμήματος της αγωγής που αναφέρεται στα είδη ζημίας που υπέστησαν οι ενάγοντες.
17
Ως προς το ζήτημα αυτό επισημαίνεται ότι εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, λόγω παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της μπορεί να θεμελιωθεί εφόσον συντρέχει σύνολο προϋποθέσεων, ήτοι το παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα όργανα, το υποστατό της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της προβαλλόμενης ζημίας. Ο σωρευτικός χαρακτήρας των τριών αυτών προϋποθέσεων για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης συνεπάγεται ότι, όταν δεν πληρούται μία εξ αυτών, η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων (βλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2011, Sison κατά Συμβουλίου, T-341/07, EU:T:2011:687, σκέψεις 28 και 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
18
Δεδομένου ότι ο πρώτος ενάγων ζητεί την αποκατάσταση της μη υλικής ζημίας που υποστηρίζει ότι υπέστη, πρέπει να εξετασθεί καταρχάς το ζήτημα της νομιμότητας της συμπεριφοράς του Συμβουλίου και της Επιτροπής έναντι αυτού. Τα επιχειρήματα του Συμβουλίου σχετικά με το απαράδεκτο και το προδήλως νόμω αβάσιμο της αγωγής βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ως παράρτημα του δικογράφου της αγωγής πρέπει να απορριφθούν, τουλάχιστον όσον αφορά τη μη υλική ζημία που προβάλλει ότι υπέστη ο πρώτος ενάγων, καθώς η αγωγή περιλαμβάνει επαρκή στοιχεία σχετικά με τις συνθήκες που μπορούν να θεμελιώσουν τη ζημία αυτή. Στο πλαίσιο αυτό, αν αποδειχθεί ότι τα εν λόγω θεσμικά όργανα δεν ενήργησαν κατά τρόπο παράνομο έναντι του εν λόγω ενάγοντος, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της έναντι όλων των εναγόντων, δεδομένου ότι η αιτιολογία για τις επίδικες καταχωρίσεις στηρίζεται στην καταχώριση του ονόματος του πρώτου ενάγοντος στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004.
19
Η Επιτροπή υποστηρίζει, προκαταρκτικώς, ότι δεν ελήφθησαν ποτέ περιοριστικά μέτρα σε βάρος της τέταρτης ενάγουσας, με αποτέλεσμα η αγωγή να πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη για την ενάγουσα αυτή.
20
Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 6 ανωτέρω, η τέταρτη ενάγουσα υποστηρίζει ότι είναι καθολικός διάδοχος της Breco International (Private), η οποία προστέθηκε, υπό την επωνυμία «Breco International», στον κατάλογο των νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του παραρτήματος ΙΙΙ του κανονισμού 314/2004 με το άρθρο 1 και το παράρτημα του κανονισμού 77/2009. Επισημαίνεται ως προς το ζήτημα αυτό ότι στο σημείο 7 του μέρους ΙΙ του εν λόγω παραρτήματος αναφέρεται ότι η Breco International είναι νομικό πρόσωπο με έδρα στο Saint-Hélier (Jersey). Όπως προκύπτει από τις εξηγήσεις που έδωσε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ύπαρξη μιας τέτοιας οντότητας με έδρα το Jersey συνήχθη από μια έκθεση πρακτορείου πληροφοριών για επιχειρήσεις, η οποία προσκομίσθηκε ως παράρτημα στο υπόμνημα ανταπαντήσεως του Συμβουλίου. Σύμφωνα, όμως, με πιστοποιητικό μεταβολής επωνυμίας που έχει εκδοθεί από το μητρώο επιχειρήσεων της Ζιμπάμπουε με ημερομηνία 29 Σεπτεμβρίου 2010 και προσκομίστηκε από τους ενάγοντες στο πλαίσιο της τακτοποιήσεως του δικογράφου, η τέταρτη ενάγουσα είναι η ζιμπαμπουανή εταιρία Breco international (Private) Ltd, και ήδη Fodya (Private) Ltd. Στο πλαίσιο αυτό διαπιστώνεται, πρώτον, ότι η καταχώριση του ονόματος της Breco International στους επίμαχους καταλόγους δεν στηρίχθηκε σε απόδειξη ως προς τη νομική ύπαρξη της οντότητας αυτής προερχόμενη από το μητρώο εταιριών της Ζιμπάμπουε. Δεύτερον, από κανένα στοιχείο δεν μπορεί να συναχθεί ότι, περιλαμβάνοντας την επωνυμία της Breco International στους εν λόγω καταλόγους, τα οικεία θεσμικά όργανα σκοπούσαν να καταχωρίσουν στους καταλόγους αυτούς την επωνυμία της τέταρτης ενάγουσας, η οποία εδρεύει στο Χαράρε (Ζιμπάμπουε) και της οποίας ως εκ τούτου τα στοιχεία ταυτοποιήσεως διαφέρουν ουσιωδώς από αυτά της Breco International. Υπό τις συνθήκες αυτές εσφαλμένα οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η επωνυμία της τέταρτης ενάγουσας καταχωρίστηκε στους εν λόγω καταλόγους.
21
Αντιθέτως, όμως, προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το ότι η τέταρτη ενάγουσα δεν απέδειξε ότι το όνομά της είχε καταχωριστεί στους επίμαχους καταλόγους δεν επηρεάζει το παραδεκτό της υπό κρίση αγωγής αποζημιώσεως στο μέτρο που η αγωγή ασκήθηκε από την εν λόγω ενάγουσα. Πράγματι, το ζήτημα κατά πόσον η καταχώριση του ονόματος της Breco International ή των τριών πρώτων εναγόντων στους καταλόγους αυτούς προκάλεσαν στην τέταρτη ενάγουσα ζημία η οποία πρέπει να αποκατασταθεί σύμφωνα με τους κανόνες που εκτέθηκαν στη σκέψη 17 ανωτέρω δεν αφορά το παραδεκτό της αγωγής, αλλά συνδέεται με το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας καθώς και με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας και των πλημμελειών που προβάλλεται ότι βαρύνουν τις καταχωρίσεις.
22
Κατά συνέπεια, μολονότι η επιχειρηματολογία των εναγόντων δεν είναι ακριβής στο μέτρο που προβάλλουν ότι το όνομα της τέταρτης ενάγουσας καταχωρίστηκε στους επίμαχους καταλόγους, η αγωγή είναι πάντως παραδεκτή όσον αφορά την τέταρτη ενάγουσα.
23
Όσον αφορά την προβαλλόμενη παράνομη συμπεριφορά του Συμβουλίου και της Επιτροπής, επισημαίνεται εξαρχής ότι, μολονότι, στο εισαγωγικό τμήμα της αγωγής, οι ενάγοντες αναφέρονται άλλοτε στις κοινές θέσεις και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της Συνθήκης ΕΕ σχετικά με περιοριστικά μέτρα σε βάρος τους και άλλοτε στους κανονισμούς που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων των Συνθηκών ΕΚ και ΣΛΕΕ, στις αιτιάσεις τους σχετικά με τις προβληθείσες παρανομίες βάλλουν αποκλειστικά κατά των τελευταίων ως άνω κανονισμών. Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να θεωρηθεί ότι η αγωγή στηρίζει την εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης αποκλειστικά στους επίμαχους κανονισμούς και όχι στις κοινές θέσεις και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της ΚΕΠΠΑ.
24
Για να πληρούται η προϋπόθεση στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης που αφορά την προσαπτόμενη στα θεσμικά όργανα παράνομη συμπεριφορά, πρέπει να αποδεικνύεται κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες. Τούτο ισχύει εξ ορισμού στην περίπτωση του θεμελιώδους δικαιώματος στην ιδιοκτησία (απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2011, Sison κατά Συμβουλίου, T-341/07, EU:T:2011:687, σκέψεις 33 και 75).
25
Εν προκειμένω οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι κανονισμοί 77/2009, 173/2010 και 174/2011, στο μέτρο που τους αφορούν, πρώτον, στερούνται νομικής βάσεως, δεύτερον, βαρύνονται με πλάνη περί το δίκαιο και περί τα πράγματα, τρίτον, πάσχουν παράβαση ουσιώδους τύπου και, τέταρτον, δεδομένων των ανωτέρω πλημμελειών, προσβάλλουν το δικαίωμα στην ιδιοκτησία.
26
Επισημαίνεται, προκαταρκτικά, όσον αφορά την προϋπόθεση ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, ότι τα περιοριστικά μέτρα αποσκοπούν στο να περιορίσουν την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων των προσώπων τα οποία αφορούν, κυρίως δε του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Λαμβανομένων, όμως, υπόψη των σκοπών που υπηρετεί ένα σύστημα περιοριστικών μέτρων όπως το επίμαχο, αυτό αποτελεί έναν περιορισμό που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T-256/11, EU:T:2014:93, σκέψεις 195 έως 205). Εξάλλου, οι ενάγοντες δεν υποστηρίζουν ότι το ίδιο το σύστημα προσβάλλει το δικαίωμά τους στην ιδιοκτησία. Υπενθυμίζεται, εντούτοις, ότι η εξουσία περιορισμού του δικαιώματος στην ιδιοκτησία πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τους σχετικούς διαδικαστικούς και ουσιαστικούς κανόνες. Σε διαφορετική περίπτωση, πρέπει να διαπιστωθεί αδικαιολόγητος περιορισμός του δικαιώματος στην ιδιοκτησία σε συγκεκριμένη περίπτωση (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C-402/05 P και C-415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψεις 352, 353 και 368 έως 370). Κατά συνέπεια, στο μέτρο που με τις αιτιάσεις που προβλήθηκαν προς στήριξη της αγωγής επιχειρείται να αποδειχθεί ότι οι κανονισμοί που επέβαλαν τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των τριών πρώτων εναγόντων πάσχουν πλημμέλειες που αφορούν τους διαδικαστικούς και ουσιαστικούς κανόνες που διέπουν την εξουσία περιορισμού του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται σε κανόνες που απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες.
27
Πρέπει να εξετασθεί καταρχάς η αιτίαση που στηρίζεται σε έλλειψη νομικής βάσεως, στη συνέχεια η αιτίαση που στηρίζεται σε παράβαση ουσιώδους τύπου και τέλος οι αιτιάσεις που αφορούν την ουσιαστική νομιμότητα των επίμαχων πράξεων.
Επί της προβαλλόμενης ελλείψεως νομικής βάσεως
28
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι τα άρθρα 60 και 301 ΕΚ, στα οποία στηρίζεται ο κανονισμός 314/2004, αφορούν μόνον τις τρίτες χώρες και τους κυβερνώντες στις χώρες αυτές, καθώς και τα πρόσωπα και τις οντότητες που συνδέονται με τους κυβερνώντες ή ελέγχονται από αυτά. Κανένας, όμως, από τους ενάγοντες δεν εμπίπτει σε κάποια από τις δύο αυτές κατηγορίες, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ο πρώτος από τους ενάγοντες συνδεόταν στενά με την Κυβέρνηση της Ζιμπάμπουε, κάτι που οι ενάγοντες αμφισβητούν. Συγκεκριμένα, η καταχώριση του ονόματος ενός Ζιμπαμπουανού επιχειρηματία στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει οποιουδήποτε είδους συνδέσεως, ανεξαρτήτως συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Κατά τους ενάγοντες, το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συνεπάγεται ότι έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω ελλείψεως νομικής βάσεως η οποία θίγει τη νομιμότητα των επίδικων πράξεων. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζουν ότι, ακόμη και αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο πρώτος ενάγων διατηρούσε δεσμούς με την Κυβέρνηση της Ζιμπάμπουε, αυτό δεν έδινε το δικαίωμα στα οικεία θεσμικά όργανα να προσθέσουν αυτομάτως στους επίμαχους καταλόγους τα ονόματα της δεύτερης και της τρίτης ενάγουσας καθώς και της Breco International.
29
Με την επιχειρηματολογία αυτή οι ενάγοντες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα των άρθρων 60 και 301 ΕΚ, που αποτελούν τη νομική του βάση, αφορά τις τρίτες χώρες και τους κυβερνώντες στις χώρες αυτές και, όσον αφορά τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, μόνον αυτά που συνδέονται αμέσως ή ελέγχονται από τους κυβερνώντες, δεν αφορά δε επιχειρηματίες και επιχειρήσεις όπως οι ίδιες.
30
Στο άρθρο 60, παράγραφος 1 ΕΚ προβλέπεται ότι, εάν στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 301 ΕΚ κριθεί αναγκαία η δράση της Κοινότητας, το Συμβούλιο μπορεί να λάβει, έναντι των οικείων τρίτων χωρών, τα αναγκαία επείγοντα μέτρα όσον αφορά τις κινήσεις κεφαλαίων και τις πληρωμές. Κατά το άρθρο 301 ΕΚ, όταν μια κοινή θέση ή κοινή δράση, οι οποίες εγκρίθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την ΚΕΠΠΑ, προβλέπει δράση της Κοινότητας για τη μερική ή ολοκληρωτική μείωση ή διακοπή των οικονομικών σχέσεων με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, το Συμβούλιο λαμβάνει τα αναγκαία επείγοντα μέτρα.
31
Δεδομένου του γράμματος των άρθρων 60 και 301 ΕΚ, ιδίως των φράσεων «έναντι των οικείων τρίτων χωρών» και «με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες» που περιέχονται στα άρθρα αυτά, σκοπός των εν λόγω διατάξεων είναι η λήψη μέτρων εις βάρος τρίτων χωρών, η δε έννοια της τρίτης χώρας μπορεί να καταλαμβάνει τόσο την κυβέρνηση μιας τέτοιας χώρας όσο και τα άτομα και τις οντότητες που συνδέονται με την κυβέρνηση ή ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτή. Δεν μπορεί, όμως, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να επιβληθούν περιοριστικά μέτρα σε βάρος των διευθυντών ορισμένων επιχειρήσεων βάσει των άρθρων 60 και 301 ΕΚ, εφόσον αποδειχθεί ότι συνδέονται με την κυβέρνηση της αντίστοιχης τρίτης χώρας (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2012, Tay Za κατά Συμβουλίου, C‑376/10 P, EU:C:2012:138, σκέψεις 53 και 55).
32
Ο κανονισμός 314/2004 καθώς και οι επίδικοι κανονισμοί που τον τροποποίησαν, οι οποίοι αναφέρθηκαν στη σκέψη 25 ανωτέρω, αφορούν τη λήψη περιοριστικών μέτρων κατά της Δημοκρατίας της Ζιμπάμπουε.
33
Κατά την αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 314/2004, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την κυβέρνηση της χώρας αυτής, έπρεπε να διατηρηθούν τα περιοριστικά μέτρα που είχαν ήδη θεσπιστεί από τον Φεβρουάριο του 2002.
34
Τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα έλαβαν τη μορφή της δεσμεύσεως όλων των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων των προσώπων που ενέπιπταν στις κατηγορίες του άρθρου 6 του κανονισμού 314/2004. Πρόκειται για μέλη της Κυβερνήσεως της Ζιμπάμπουε και για φυσικά και νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που συνδέονταν με τα μέλη της κυβερνήσεως.
35
Εν προκειμένω, από το παράρτημα του κανονισμού 77/2009 προκύπτει ότι το όνομα του πρώτου ενάγοντος καταχωρίσθηκε στον κατάλογο των φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004 με την αιτιολογία ότι «διατηρεί στενούς δεσμούς με την κυβέρνηση της Ζιμπάμπουε» και ότι «παρέσχε, και μέσω των εταιρειών του, οικονομική και άλλου είδους υποστήριξη στο καθεστώς» (βλ. σκέψη 5 ανωτέρω). Η καταχώριση αυτή πραγματοποιήθηκε δυνάμει της εξουσίας που απονέμεται στην Επιτροπή από το άρθρο 11, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού και κατόπιν της εκδόσεως της κοινής θέσεως 2009/68.
36
Όπως υποστηρίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, η αιτιολογία αυτή ανταποκρίνεται πλήρως στην έννοια του προσώπου «που συνδέεται» με τους κυβερνώντες της χώρας την οποία αφορούν τα περιοριστικά μέτρα. Πράγματι, βάσει των σκοπών των περιοριστικών μέτρων, οι οποίοι συνίστανται στην παρεμπόδιση της παροχής βοήθειας στην οικεία κυβέρνηση, η έννοια του προσώπου «που συνδέεται» πρέπει να περιλαμβάνει και τα πρόσωπα που αναπτύσσουν δραστηριότητες όπως αυτές που περιγράφονται στη σκέψη 35 ανωτέρω. Κατά συνέπεια, η καταχώριση του ονόματος του πρώτου ενάγοντος, με τον κανονισμό 77/2009, στον κατάλογο των φυσικών και νομικών προσώπων, οντοτήτων και φορέων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004 βασίμως στηρίζεται στα άρθρα 60 και 301 ΕΚ, στα οποία στηρίζεται με τη σειρά του ο κανονισμός 314/2004.
37
Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει και για τα νομικά πρόσωπα των οποίων τα ονόματα καταχωρίστηκαν στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004 και ανήκουν στον πρώτο ενάγοντα. Πράγματι, όπως επισημαίνει το Συμβούλιο, η δυνατότητα λήψεως περιοριστικών μέτρων σε βάρος κάθε νομικού προσώπου που ανήκει σε φυσικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με τα ηγετικά στελέχη της επίμαχης χώρας αποτελεί προφανώς προϋπόθεση αποτελεσματικότητας των μέτρων αυτών. Δεδομένου ότι τα ονόματα της δεύτερης και της τρίτης ενάγουσας καταχωρίστηκαν στους επίμαχους καταλόγους με την αιτιολογία ότι ανήκουν στον πρώτο ενάγοντα, η καταχώριση αυτή βασίμως στηρίζεται στα άρθρα 60 και 301 ΕΚ. Το ίδιο ισχύει για την καταχώριση του ονόματος της Breco International, η οποία στηρίζεται σε πανομοιότυπη αιτιολογία, και συνεπώς ο κανονισμός 314/2004 έχει βασίμως στηριχθεί στα εν λόγω άρθρα ως προς την εταιρία αυτή.
38
Δεν διαπιστώνεται, επομένως, καμία παρανομία ως προς τη νομική βάση στην οποία στηρίχθηκε η καταχώριση των ονομάτων των τριών πρώτων εναγόντων και της Breco International στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004.
39
Κατά τα λοιπά, στο μέτρο που η επιχειρηματολογία των εναγόντων ότι η συμπεριφορά τους δεν επιτρέπει να χαρακτηρισθούν ως πρόσωπα που συνδέονται με την Κυβέρνηση της Ζιμπάμπουε θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως επιχείρημα ότι δεν έχουν σχέση με την κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 6, του κανονισμού 314/2004, ταυτίζεται με την αιτίαση που στηρίζεται σε σφάλματα κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία θα εξεταστεί στις σκέψεις 65 έως 94 κατωτέρω.
Επί της προβαλλομένης παραβάσεως ουσιώδους τύπου
40
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι οι πράξεις με τις οποίες τα ονόματα των τριών πρώτων εξ αυτών και της Breco International καταχωρίσθηκαν στον κατάλογο των προσώπων τα οποία αφορά το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004 δεν περιλαμβάνουν ειδική και συγκεκριμένη αιτιολογία που θα τους έδινε τη δυνατότητα να εκτιμήσουν το βάσιμο των καταχωρίσεων αυτών βάσει των σχετικών νομικών προϋποθέσεων και, κατόπιν τούτου, να προσβάλλουν το κύρος των καταχωρίσεων. Κατά τους ενάγοντες, η αιτιολογία των επίμαχων πράξεων έπρεπε να τους παρουσιασθεί κατά τον χρόνο εκδόσεως των πράξεων, και μια τέτοια παράλειψη δεν μπορεί να ιαθεί κατά τη διάρκεια της δίκης. Εν πάση περιπτώσει, τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία έπρεπε να τους έχουν παρασχεθεί πριν από την πρώτη ανανέωση της καταχωρίσεώς τους και να συνοδεύονται από δυνατότητα ακροάσεως. Δεν τους δόθηκε, όμως, πρόσβαση σε κανένα τέτοιο στοιχείο, καθώς η αλληλογραφία με το Συμβούλιο περιορίστηκε σε ζητήματα διαδικασίας.
41
Με την επιχειρηματολογία αυτή οι ενάγοντες προβάλλουν δύο αιτιάσεις. Η πρώτη στηρίζεται σε έλλειψη αιτιολογίας και η δεύτερη σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, αφενός λόγω του ότι δεν τους είχαν κοινοποιηθεί αποδεικτικά στοιχεία που είχαν γίνει δεκτά σε βάρος τους και αφετέρου λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατόν να προβάλουν τα επιχειρήματά τους ενώπιον του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Η φερόμενη αυτή προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως συνεπαγόταν και προσβολή του δικαιώματος πραγματικής προστασίας.
[παραλειπόμενα]
Επί της προβαλλόμενης προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως
48
Δεδομένου ότι το μέτρο δεσμεύσεως κεφαλαίων απαιτεί ένα στοιχείο αιφνιδιασμού (βλ. σκέψη 45 ανωτέρω), το δικαίωμα ακροάσεως, που πρέπει να τηρείται στις περιπτώσεις περιοριστικών μέτρων, κατά πάγια νομολογία δεν επιβάλλει ούτε οι αρχές της Ένωσης να γνωστοποιούν στο οικείο πρόσωπο ή στην οικεία οντότητα τους λόγους της καταχωρίσεως του ονόματός τους στον κατάλογο για την επιβολή των περιοριστικών μέτρων πριν από την αρχική καταχώριση του ονόματος αυτού στον κατάλογο (βλ. απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2014, Syrian Lebanese Commercial Bank κατά Συμβουλίου, T‑174/12 και T-80/13, EU:T:2014:52, σκέψη 137 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) ούτε το Συμβούλιο να προβαίνει αυτεπαγγέλτως στην ακρόαση του προσώπου ή της οντότητας (απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2009, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, T-390/08, EU:T:2009:401, σκέψεις 93 και 98).
49
Αντιθέτως, όταν το Συμβούλιο έχει προβεί σε αρχική δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τότε οφείλει κατ’ αρχήν, πριν από την παράταση της εφαρμογής του εν λόγω μέτρου, να δίνει τη δυνατότητα ακροάσεως στους ενδιαφερομένους. Πράγματι, οι πράξεις με τις οποίες παρατείνεται η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου δεν απαιτούν κατ’ ανάγκην το στοιχείο του αιφνιδιασμού για να είναι αποτελεσματικές (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, Al Assad κατά Συμβουλίου, T‑202/12, EU:T:2014:113, σκέψη 70).
50
Μολονότι πράγματι, όταν, όπως εν προκειμένω (βλ. σκέψεις 43 έως 46 ανωτέρω), έχουν γνωστοποιηθεί αρκούντως ακριβείς πληροφορίες που παρέχουν στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να γνωστοποιήσει αποτελεσματικά την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία που έχουν δεχτεί σε βάρος του τα οικεία θεσμικά όργανα, η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν συνεπάγεται ότι τα εν λόγω θεσμικά όργανα οφείλουν να παράσχουν με δική τους πρωτοβουλία πρόσβαση στα έγγραφα που περιέχει ο φάκελός τους, εντούτοις τα όργανα αυτά οφείλουν, κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερομένου, να παράσχουν πρόσβαση σε όλα τα μη εμπιστευτικά έγγραφα που αφορούν το επίμαχο μέτρο (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2009, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, T‑390/08, EU:T:2009:401, σκέψη 97).
51
Επίσης, το δικαίωμα ακροάσεως πριν από την έκδοση πράξεων με τις οποίες διατηρούνται περιοριστικά μέτρα σε βάρος προσώπων που ήδη κατονομάζονται από αυτές προϋποθέτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη νέα στοιχεία σε βάρος των εν λόγω προσώπων (απόφαση της 12ης Μαρτίου 2014, Al Assad κατά Συμβουλίου, T-202/12, EU:T:2014:113, σκέψη 71).
52
Εν προκειμένω προκύπτει από τη δικογραφία ότι στις 5 Φεβρουαρίου 2009 δικηγόρος απηύθυνε προς την Επιτροπή αίτημα προσβάσεως στα έγγραφα που στήριξαν την αρχική καταχώριση του ονόματος του πρώτου ενάγοντος, με τον κανονισμό 77/2009, στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004. Το αίτημα αυτό έγινε βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43). Με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 2009 η Επιτροπή αναγνώρισε ότι έχει στην κατοχή της δύο έγγραφα που σχετίζονται με το αίτημα αυτό. Ειδικότερα, αναγνώρισε ότι κατείχε δύο έγγραφα από το σύστημα «ευρωπαϊκή επικοινωνία» (COREU) που περιλάμβαναν ιδίως πληροφορίες σχετικά με την καταχώριση του ονόματος του πρώτου ενάγοντος και των εταιριών που ανήκαν σε αυτόν στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004. Αρνήθηκε, όμως, την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά βάσει του άρθρου 4, στοιχείο αʹ, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, που αφορά την προστασία του δημοσίου συμφέροντος όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις.
53
Με έγγραφο της 9ης Μαρτίου 2009 υποβλήθηκε «επιβεβαιωτική αίτηση», αυτή τη φορά για λογαριασμό του πρώτου ενάγοντος και δεκαέξι εταιριών, μεταξύ των οποίων η δεύτερη και η τρίτη ενάγουσα καθώς και η Breco International. Με έγγραφο της 3ης Ιουλίου 2009 η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στα έγγραφα αυτά επικαλούμενη την ίδια αιτιολογία με την οποία είχε στηρίξει την αρχική άρνηση.
54
Επίσης, με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 2012 ο πρώτος ενάγων απηύθυνε προς το Συμβούλιο αίτημα προσβάσεως στις πληροφορίες που αφορούσαν την καταχώριση του ονόματός του καθώς και του ονόματος διαφόρων εταιριών του, μεταξύ των οποίων της δεύτερης και της τρίτης ενάγουσας καθώς και της Breco International, στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004. Το αίτημα αυτό υποβλήθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων (ΕΕ 2001, L 8, σ. 1). Με έγγραφο της 18ης Σεπτεμβρίου 2012 το Συμβούλιο απάντησε κοινοποιώντας τέσσερα έγγραφα τα οποία είχαν σταλεί από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου προς τις αντιπροσωπείες των κρατών μελών. Τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνουν κυρίως πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των τριών πρώτων εναγόντων και της Breco International. Ένα από τα έγγραφα αυτά, με τίτλο «Coreu CFSP/0053/09», αναφέρεται στην επιβολή περιοριστικών μέτρων σε βάρος του πρώτου ενάγοντος από τις ομοσπονδιακές αρχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, η οποία βασιζόταν στην οικονομική στήριξη που είχε παράσχει ο ενάγων στην Κυβέρνηση της Ζιμπάμπουε μέσω του δικτύου των επιχειρήσεών του. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται επίσης ότι ο πρώτος ενάγων συνδέεται με έναν υπουργό της εν λόγω κυβερνήσεως, καθώς και με τον Πρόεδρο της Ζιμπάμπουε, Robert Mugabe.
55
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι οι τρεις πρώτοι ενάγοντες και η Breco International απευθύνθηκαν στην Επιτροπή, το αργότερο στις 9 Μαρτίου 2009, ζητώντας πρόσβαση στα στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε η καταχώριση των ονομάτων των τριών πρώτων εναγόντων και της Breco International στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004. Εντούτοις, η Επιτροπή, η οποία είχε εκδώσει τόσο τον κανονισμό 77/2009, με τον οποίο είχε γίνει η αρχική καταχώριση των ονομάτων των εναγόντων στους επίμαχους καταλόγους, όσο και τους κανονισμούς 173/2010 και 174/2011, δεν έκανε δεκτό το αίτημά τους.
56
Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η εν λόγω παράλειψη θα μπορούσε να έχει εμποδίσει τους τρεις πρώτους ενάγοντες να προβάλουν αποτελεσματικά την άποψή τους σε σχέση με το μέτρο που έλαβε σε βάρος τους η Επιτροπή, πρέπει να εξετασθεί επίσης αν, δεδομένων των συνθηκών της υπό κρίση περιπτώσεως, πρόκειται, εν πάση περιπτώσει, για μια παρατυπία χωρίς συνέπειες, δεδομένου ότι ελλείψει αυτής, οι ενάγοντες δεν θα ήταν σε θέση να αμυνθούν αποτελεσματικότερα (απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2014, Syrian Lebanese Commercial Bank κατά Συμβουλίου, T-174/12 και T-80/13, EU:T:2014:52, σκέψη 146).
57
Επισημαίνεται, συναφώς, ότι οι ενάγοντες εκθέτουν ότι στις 19 Φεβρουαρίου 2009 υπέβαλαν ενώπιον του Foreign & Commonwealth Office (FCO, Υπουργείο Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας, Ηνωμένο Βασίλειο), σύμφωνα με τη Freedom of Information Act 2000 (νόμος του 2000 για την ελευθερία της πληροφόρησης), αίτημα προσβάσεως στα έγγραφα που αφορούσαν την εγγραφή των τριών πρώτων εναγόντων και της Breco International στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004. Απαντώντας στο αίτημα αυτό το FCO, στις 2 Ιουνίου 2009, παρέδωσε κατάλογο 17 εγγράφων καθώς και αντίγραφα δύο ακόμη εγγράφων, τα οποία στο σύνολό τους ήταν διαθέσιμα στο κοινό. Μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνονται έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων σχετικά με την παράνομη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων και άλλων μορφών πλούτου της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής: ομάδα εμπειρογνωμόνων) της 8ης Οκτωβρίου 2002, που συντάχθηκε υπό την αιγίδα του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) (στο εξής: έκθεση της 8ης Οκτωβρίου 2002), δημοσιεύματα Τύπου σχετικά με τον πρώτο ενάγοντα και ορισμένους διαδικτυακούς συνδέσμους προς πληροφορίες σχετικά με τις οικείες εταιρίες.
58
Επιπλέον, μετά την έκδοση της αποφάσεως 2011/101 και του κανονισμού 174/2011 ο πρώτος ενάγων στις 4 Νοεμβρίου 2011 υπέβαλε νέο αίτημα στο FCO σχετικά με τα έγγραφα που αφορούσαν την καταχώρισή του στον κατάλογο των προσώπων τα οποία αφορά το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004. Απαντώντας στο αίτημα αυτό το FCO παρέδωσε στον πρώτο ενάγοντα κατάλογο δεκαπέντε εγγράφων, μεταξύ των οποίων και την έκθεση της 8ης Οκτωβρίου 2002 και διάφορα δημοσιεύματα Τύπου.
59
Επισημαίνεται, επίσης, ότι, όπως υπενθυμίζει το Συμβούλιο, η Επιτροπή ενημέρωσε τον πρώτο ενάγοντα σχετικά με την καταχώριση του ονόματός του στον κατάλογο των προσώπων τα οποία αφορά το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004 με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 2009 και τον κάλεσε, με έγγραφο της 18ης Δεκεμβρίου 2009, να υποβάλει ενώπιον του Συμβουλίου τις παρατηρήσεις του και τυχόν αίτημά του περί διαγραφής. Επίσης, ο πρώτος ενάγων απευθύνθηκε, με έγγραφα της 26ης Οκτωβρίου και της 26ης Νοεμβρίου 2009, της 21ης Ιανουαρίου και της 10ης Φεβρουαρίου 2010, σε όλα τα μέλη του Συμβουλίου, εκθέτοντας τις παρατηρήσεις του σχετικά με την καταχώριση του ονόματός του καθώς και των ονομάτων των εταιριών του στους επίμαχους καταλόγους. Με έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 2010 το Συμβούλιο απέρριψε τα επιχειρήματα του πρώτου ενάγοντος αναφερόμενο, ιδίως, στα στοιχεία που προέκυπταν από τη δεύτερη έκθεση, η οποία είχε συνταχθεί υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 2003 (στο εξής: έκθεση της 15ης Οκτωβρίου 2003), από την ομάδα εμπειρογνωμόνων. Το Συμβούλιο ενημέρωσε τον πρώτο ενάγοντα ότι οι επίμαχες καταχωρίσεις θα διατηρούνταν δυνάμει της αποφάσεως 2010/92. Ο πρώτος ενάγων απάντησε στο τελευταίο ως άνω έγγραφο με επιστολή του της 19ης Απριλίου 2010, στην οποία το Συμβούλιο απάντησε με έγγραφο της 7ης Ιουνίου 2010. Τέλος, με επιστολή της 13ης Μαΐου 2011 ο πρώτος ενάγων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του ενώπιον του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας και έλαβε απάντηση από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης στις 29 Ιουνίου 2011. Επιπλέον, το Συμβούλιο, με επιστολή του της 9ης Νοεμβρίου 2011, απαντώντας σε δύο επιστολές του πρώτου ενάγοντος με ημερομηνία 11 Οκτωβρίου και 3 Νοεμβρίου 2011, του υπενθύμισε ότι είχε τη δυνατότητα να υποβάλει προς αυτό ανά πάσα στιγμή τεκμηριωμένο αίτημα επανεξετάσεως των περιοριστικών μέτρων.
60
Πρώτον, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι τρεις πρώτοι ενάγοντες καθώς και η Breco International είχαν πρόσβαση, μέσω του FCO, σε σύνολο στοιχείων τα οποία αποτελούσαν το ουσιώδες τμήμα των αποδείξεων και πληροφοριών επί των οποίων στηρίχθηκε η καταχώρισή τους στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004. Πράγματι, αφενός, οι ενάγοντες προβάλλουν επανειλημμένως, στα σημεία 52.3 και 55 του δικογράφου της αγωγής, ότι η καταχώριση των ονομάτων των τριών πρώτων εναγόντων και της Breco International στους επίμαχους καταλόγους έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας του Ηνωμένου Βασιλείου και ότι δεν είναι πιθανόν το Συμβούλιο ή η Επιτροπή να είχαν στην κατοχή τους άλλα στοιχεία πέραν όσων τους διαβίβασε το FCO. Αφετέρου, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι τα στοιχεία που απέκτησαν οι ενάγοντες από το FCO αποτελούν το ουσιώδες τμήμα των στοιχείων τα οποία έλαβε υπόψη.
61
Δεύτερον, προκύπτει ότι οι τρεις πρώτοι ενάγοντες και η Breco International, αφού τους δόθηκε πρόσβαση στα στοιχεία αυτά, ήταν σε συνεχή επαφή με το Συμβούλιο σχετικά με ζητήματα ουσίας που σχετίζονταν με την καταχώριση και τη διατήρηση των ονομάτων τους στον κατάλογο των προσώπων τα οποία αφορά το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004.
62
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν αποκάλυψε στους τρεις πρώτους ενάγοντες τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η καταχώριση των ονομάτων τους στον κατάλογο των προσώπων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 6 του κανονισμού 314/2004 δεν επέφερε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας των προσώπων αυτών. Πράγματι, η παράλειψη αυτή δεν τους εμπόδισε να εκθέσουν την άποψή τους, αφού έλαβαν γνώση ενός συνόλου στοιχείων τα οποία κατά τους ίδιους αποτελούσαν το ουσιώδες τμήμα των πληροφοριών που είχαν ληφθεί υπόψη από τα οικεία θεσμικά όργανα για να στοιχειοθετηθεί η σχετική αιτιολογία, η οποία διατηρήθηκε, άλλωστε, πανομοιότυπη καθ’ όλο το διάστημα που διήρκεσε η καταχώριση. Εξάλλου, δεν διαπιστώνεται προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της τέταρτης ενάγουσας, βάσει όσων εκτέθηκαν στη σκέψη 20 ανωτέρω, από τα οποία προκύπτει ότι για αυτήν δεν έγινε καταχώριση στους επίμαχους καταλόγους.
[παραλειπόμενα]
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την αγωγή.
2)
Ο John Arnold Bredenkamp, η Echo Delta (Holdings) PCC Ltd, η Scottlee Holdings (Private) Ltd και η Fodya (Private) Ltd φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα και καταδικάζονται στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Γρατσίας
Kancheva
Wetter
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 21 Ιουλίου 2016.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy