ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 28ης Ιανουαρίου 2016 ( *1 )
«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία — Δέσμευση κεφαλαίων — Κατάλογος των προσώπων, οντοτήτων και φορέων επί των οποίων εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων — Καταχώριση στον κατάλογο του ονόματος του προσφεύγοντος — Απόδειξη του βασίμου της καταχωρίσεως στον κατάλογο»
Στην υπόθεση T‑331/14,
Mykola Yanovych Azarov, κάτοικος Κιέβου (Ουκρανία), εκπροσωπούμενος από τους G. Lansky και A. Egger, δικηγόρους,
προσφεύγων,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους J.-P. Hix και F. Naert,
καθού,
υποστηριζόμενου από τη
Δημοκρατία της Πολωνίας, εκπροσωπούμενη από τον B. Majczyna,
και από την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους S. Bartelt, D. Gauci και T. Scharf,
παρεμβαίνουσες,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως, αφενός, της αποφάσεως 2014/119/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ L 66, σ. 26), και του κανονισμού (ΕΕ) 208/2014 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ L 66, σ. 1), και, αφετέρου, της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2015/143 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2015, για την τροποποίηση της αποφάσεως 2014/119 (ΕΕ L 24, σ. 16), και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/138 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ L 24, σ. 1), καθόσον αφορούν τον προσφεύγοντα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis (εισηγητή), πρόεδρο, O. Czúcz και A. Popescu, δικαστές,
γραμματέας: K. Andová, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Ο προσφεύγων, Mykola Yanovych Azarov, διετέλεσε πρωθυπουργός της Ουκρανίας από τις 11 Μαρτίου 2010 έως τις 28 Ιανουαρίου 2014.
2
Στις 5 Μαρτίου 2014 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2014/119/ΚΕΠΠΑ, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ L 66, σ. 26).
3
Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2004/119 προβλέπει τα εξής:
«1. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν αναγνωριστεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση [ουκρανικού δημοσίου χρήματος] και προσώπων υπεύθυνων για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα.
2. Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση διάθεση κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή οντότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα ή προς όφελος αυτών.»
4
Οι λεπτομέρειες των επίμαχων περιοριστικών μέτρων ορίζονται στις επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου.
5
Κατά την ίδια ημερομηνία, το Συμβούλιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) 208/2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ L 66, σ. 1).
6
Σύμφωνα με την απόφαση 2014/119, ο κανονισμός 208/2014 επιβάλλει τη λήψη των επίμαχων περιοριστικών μέτρων και ορίζει τους τρόπους εφαρμογής των μέτρων αυτών χρησιμοποιώντας, κατ’ ουσίαν, την ίδια διατύπωση με την ως άνω απόφαση.
7
Τα ονόματα των προσώπων που αφορούν η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος της εν λόγω αποφάσεως και στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: κατάλογος) μαζί, μεταξύ άλλων, με την αιτιολογία της καταχωρίσεώς τους.
8
Το όνομα του προσφεύγοντος περιλαμβανόταν στον κατάλογο με τα αναγνωριστικά στοιχεία «Πρωθυπουργός της Ουκρανίας έως τον Ιανουάριο του 2014» και με την εξής αιτιολογία:
9
Στις 6 Μαρτίου 2014 το Συμβούλιο δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανακοίνωση προς τα πρόσωπα στα οποία επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπονται στην απόφαση 2014/119 και στον κανονισμό 208/2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ C 66, σ. 1). Κατά την ανακοίνωση αυτή, «τα εν λόγω πρόσωπα δύνανται να υποβάλουν στο Συμβούλιο […] αίτηση επανεξέτασης της απόφασης υπαγωγής τους στον κατάλογο […], μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα». Η ανακοίνωση εφιστά επίσης την προσοχή των εν λόγω προσώπων «στη δυνατότητα να προσβάλουν την απόφαση του Συμβουλίου ενώπιον του [Γενικού Δικαστηρίου], σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 275, [δεύτερο εδάφιο,] και στο άρθρο 263, [τέταρτο και έκτο εδάφιο. ΣΛΕΕ]».
10
Η απόφαση 2014/119 τροποποιήθηκε από την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/143 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2015 (ΕΕ L 24, σ. 16), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 31 Ιανουαρίου 2015. Όσον αφορά τα κριτήρια για την καταχώριση των προσώπων κατά των οποίων επιβλήθηκαν τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, από το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 αντικαταστάθηκε ως εξής:
«1. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων και προσώπων υπεύθυνων για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα.
Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, στα πρόσωπα που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων συγκαταλέγονται και πρόσωπα για τα οποία οι ουκρανικές αρχές διεξάγουν έρευνες για:
α)
υπεξαίρεση ουκρανικού [δημοσίου χρήματος] ή στοιχείων ενεργητικού ή συνέργεια, ή
β)
κατάχρηση εξουσίας από μέρους κρατικού λειτουργού με σκοπό την εξασφάλιση οφέλους για τον ίδιο/α ή τρίτους, προκαλώντας έτσι ζημία στα ουκρανικά δημόσια κεφάλαια ή στοιχεία του ενεργητικού, ή για συνέργεια.»
11
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/138 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ L 24, σ. 1), τροποποίησε τον ως άνω κανονισμό σύμφωνα με την απόφαση 2015/143.
12
Η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/364 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2015, για την τροποποίηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΕΕ L 62, σ. 25), και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/357 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2015, περί εφαρμογής του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ L 62, σ. 1). Η απόφαση 2015/364 τροποποίησε το άρθρο 5 της αποφάσεως 2014/119, παρατείνοντας τα περιοριστικά μέτρα, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Μαρτίου 2016. Ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/357 αντικατέστησε κατά συνέπεια το παράρτημα I του κανονισμού 208/2014.
13
Με την απόφαση 2015/364 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357, το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στον κατάλογο με τα αναγνωριστικά στοιχεία «πρωθυπουργός της Ουκρανίας έως τον Ιανουάριο του 2014» και με την εξής νέα αιτιολογία:
14
Η απόφαση 2015/364 και ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/357 προσβλήθηκαν με νέα προσφυγή την οποία άσκησε ο προσφεύγων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Απριλίου 2015 (υπόθεση T‑215/15, Azarov κατά Συμβουλίου).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
15
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Μαΐου 2014, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Υπέβαλε επίσης αίτημα εκδικάσεως της υποθέσεως με την ταχεία διαδικασία κατ’ εφαρμογή του άρθρου 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991.
16
Με απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά του περί εκδικάσεως με την ταχεία διαδικασία.
17
Με έγγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Δημοκρατία της Πολωνίας στις 28 Αυγούστου 2014 και στις 2 Σεπτεμβρίου 2014, αντιστοίχως, ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα δίκη προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου. Με διατάξεις της 7ης Νοεμβρίου 2014, ο πρόεδρος του ένατου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτές τις εν λόγω παρεμβάσεις. Η Δημοκρατία της Πολωνίας κατέθεσε υπόμνημα παρεμβάσεως και ο προσφεύγων υπέβαλε εμπρόθεσμα τις παρατηρήσεις του επί του υπομνήματος. Η Επιτροπή παραιτήθηκε από την υποβολή υπομνήματος παρεμβάσεως.
18
Στις 19 Δεκεμβρίου 2014 το Συμβούλιο υπέβαλε αιτιολογημένη αίτηση, κατά το άρθρο 18, παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Γενικού Δικαστηρίου, ζητώντας να μη συμπεριληφθεί το περιεχόμενο ενός παραρτήματος του υπομνήματος ανταπαντήσεως στα έγγραφα της υποθέσεως αυτής στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό.
19
Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Μαρτίου 2015, ο προσφεύγων προσάρμοσε τα αιτήματά του, ζητώντας επίσης την ακύρωση της αποφάσεως 2015/143 και του κανονισμού 2015/138, καθόσον οι πράξεις αυτές τον αφορούν.
20
Με την από 7 Αυγούστου 2015 απόφασή του ο πρόεδρος του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, αφού άκουσε τους διαδίκους, διέταξε τη συνεκδίκαση της παρούσας υποθέσεως και της υποθέσεως T‑332/14, Azarov κατά Συμβουλίου, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, κατά το άρθρο 68 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου.
21
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 30ής Σεπτεμβρίου 2015.
22
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση 2014/119 και τον κανονισμό 208/2014, καθώς και την απόφαση 2015/143 και τον κανονισμό 2015/138, καθόσον οι πράξεις αυτές τον αφορούν,
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
23
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να απορρίψει το αίτημα προσαρμογής των αιτημάτων της προσφυγής, καθόσον αφορά την απόφαση 2015/143 και τον κανονισμό 2015/138, λόγω αναρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου ή λόγω απαραδέκτου,
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
24
Η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί, κατ’ ουσίαν, την απόρριψη της προσφυγής.
Σκεπτικό
Επί των αιτημάτων ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014, καθόσον αφορούν τον προσφεύγοντα
Ως προς τη διατήρηση του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος
25
Όπως προαναφέρθηκε στις σκέψεις 12 και 13 ανωτέρω, η απόφαση 2015/364 και ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/357 τροποποίησαν τον λόγο της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο και παρέτειναν την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Μαρτίου 2016.
26
Με τις παρατηρήσεις του επί του υπομνήματος περί προσαρμογής των αιτημάτων, το Συμβούλιο εξέφρασε τις αμφιβολίες του όσον αφορά τη διατήρηση του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος ως προς τα αιτήματα ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014, καθόσον οι πράξεις αυτές τον αφορούν, και εναπέθεσε το ζήτημα αυτό στην εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου.
27
Κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο της διαφοράς, όπως και το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος, πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται έως την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, διότι άλλως καταργείται η δίκη, πράγμα που προϋποθέτει ότι η προσφυγή μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. απόφαση της 6ης Ιουνίου 2013, Ayadi κατά Επιτροπής,C‑183/12 P, EU:C:2013:369, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28
Περαιτέρω, από τη νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της προσβαλλομένης πράξεως δεν μπορεί, καθαυτή, να αποκαταστήσει την υλική ζημία ή την προσβολή της ιδιωτικής ζωής, μπορεί εντούτοις να αποκαταστήσει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση ή να αποτελέσει ένα είδος ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η πράξη αυτή και να δικαιολογήσει, συνεπώς, τη διατήρηση του εννόμου συμφέροντός του (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑239/12 P, Συλλογή, EU:C:2013:331, σκέψεις 70 έως 72).
29
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως ισχυρίσθηκε και ο προσφεύγων με το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η δημόσια καταχώριση του ονόματός του στον κατάλογο ως προσώπου εναντίον του οποίου κινήθηκε ποινική διαδικασία στην Ουκρανία για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, μπορεί, μεταξύ άλλων, να βλάψει τη φήμη του ως πολιτικού και ως επιχειρηματία.
30
Πρέπει να αναφερθεί, όπως υπογράμμισε ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η αναγνώριση της ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014 μπορεί να θεμελιώσει διαδοχική ενέργεια για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη εξαιτίας των πράξεων αυτών κατά το διάστημα της εφαρμογής τους, δηλαδή για το διάστημα από τις 5 Μαρτίου 2014 έως τις 6 Μαρτίου 2015 (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, απόφαση Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, EU:C:2013:331, σκέψη 82).
31
Συναφώς, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο, το γεγονός ότι η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 δεν είναι πλέον σε ισχύ διότι έχουν τροποποιηθεί, καθόσον αφορούν τον προσφεύγοντα, με την απόφαση 2015/364 και με τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357, δεν μπορεί να ισοδυναμεί με ενδεχόμενη ακύρωση από το Γενικό Δικαστήριο των πράξεων που εκδόθηκαν αρχικώς, καθόσον η εν λόγω τροποποίηση δεν αποτελεί αναγνώριση της ελλείψεως νομιμότητας των πράξεων αυτών (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2014, Syria International Islamic Bank κατά Συμβουλίου,T‑293/12, EU:T:2014:439, σκέψεις 36 έως 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
32
Συνάγεται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος διατηρείται, παρά την τροποποίηση της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014, καθόσον τον αφορούν, από την απόφαση 2015/364 και από τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357, κατά των οποίων εξάλλου έχει ασκηθεί νέα προσφυγή (βλ. σκέψη 14 ανωτέρω).
Επί του βασίμου των αιτημάτων ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/119, καθόσον αφορούν τον προσφεύγοντα
33
Προς στήριξη της προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει πέντε λόγους. Ο πρώτος λόγος αντλείται από μη τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο τρίτος λόγος αντλείται από κατάχρηση εξουσίας. Ο τέταρτος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και ο πέμπτος λόγος από πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως.
34
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει καταρχάς τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως.
35
Προς στήριξη του πέμπτου λόγου, ο προσφεύγων προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι τα περιοριστικά μέτρα ελήφθησαν σε βάρος του ελλείψει επαρκών βάσιμων στοιχείων.
36
Κατά τον προσφεύγοντα, η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 περιλαμβάνουν συνοπτικές μόνον αιτιολογίες για την καταχώριση του ονόματός του στον κατάλογο, αναφέροντας απλώς ότι έχει κινηθεί έρευνα στην Ουκρανία για συμμετοχή του σε εγκλήματα που αφορούν την υπεξαίρεση ουκρανικού δημοσίου χρήματος και την παράνομη μεταφορά του εκτός Ουκρανίας. Ειδικότερα, ο προσφεύγων προβάλλει ότι το Συμβούλιο, στηριζόμενο προδήλως, προκειμένου να δικαιολογήσει την εν λόγω καταχώριση, μόνο στο γεγονός ότι αυτός κατείχε πολιτική θέση στην Ουκρανία, ενώ δεν είχε καν κινηθεί ποινική διαδικασία σε βάρος του στην Ουκρανία για συμμετοχή στα εν λόγω εγκλήματα, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Εξάλλου, ο μόνος λόγος που αναφέρεται για να δικαιολογηθεί η καταχώριση αυτή είναι γενικός και αόριστος, δεδομένου ότι οι αιτιάσεις δεν προσδιορίζονται επαρκώς ούτε ως προς τον χρόνο ούτε ως προς τον τόπο και το περιεχόμενο της συμμετοχής του στα επίμαχα εγκλήματα.
37
Με το υπόμνημα απαντήσεως, ο προσφεύγων αμφισβητεί το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα αποσκοπούν στην παρεμπόδιση της παράνομης χρήσεως του δημοσίου χρήματος, διότι, αφενός, δεν έχουν προληπτικό αποτέλεσμα και, αφετέρου, ένας τέτοιος σκοπός δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να δικαιολογεί την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο. Προβάλλει επίσης ότι το έγγραφο της γενικής εισαγγελίας της Ουκρανίας προς την Ύπατη Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, της 3ης Μαρτίου 2014 (στο εξής: έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014), δεν αποτελεί επαρκώς στέρεα πραγματική βάση.
38
Ο προσφεύγων, απαντώντας σε επιχείρημα που προέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας με το υπόμνημά της παρεμβάσεως, διατείνεται ότι κατά τον χρόνο της αποστολής του εγγράφου της 3ης Μαρτίου 2014 δεν εκκρεμούσε καμία διαδικασία για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος. Τούτο ενισχύεται από τα έγγραφα της γενικής εισαγγελίας της Ουκρανίας της 8ης Ιουλίου και της 10ης Οκτωβρίου 2014. Συγκεκριμένα, το πρώτο αναφέρει διάφορα εγκλήματα και το δεύτερο αφορά διαδικασία που κινήθηκε μετά τη λήψη των επίμαχων περιοριστικών μέτρων.
39
Το Συμβούλιο αντιτείνει ότι οι πράξεις αυτές, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014 και από το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκαν, είχαν ως σκοπό κυρίως την παγίωση και την υποστήριξη του κράτους δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας προς τις ουκρανικές στην αντιμετώπιση της διαφθοράς και της υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος. Στους σκοπούς αυτούς περιλαμβάνεται επίσης ο σκοπός της παρεμπόδισης της παράνομης χρήσης δημοσίου χρήματος, ιδίως από πρόσωπα που κατέχουν ή κατείχαν πολιτικές θέσεις στην Ουκρανία.
40
Οι λόγοι της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο στηρίζονται, επομένως, σε στέρεα πραγματική βάση και είναι σύμφωνες με τη νομολογία. Συγκεκριμένα, οι λόγοι αυτοί στηρίζονται στο έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014, με το οποίο ενημερώνεται το Συμβούλιο ότι διεξήχθησαν έρευνες με αντικείμενο τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, του προσφεύγοντος, σε εγκλήματα σχετικά με την υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος και την παράνομη μεταφορά εκτός Ουκρανίας, πράγμα που αντιστοιχεί στην αιτιολογία, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014.
41
Εξάλλου, αυστηρότερες προϋποθέσεις για την επιβολή περιοριστικών μέτρων λόγω υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος θα μπορούσαν να βλάψουν την αποτελεσματικότητά τους. Το Συμβούλιο εκτιμά ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, των υπό εξέλιξη ερευνών στην Ουκρανία, στο πλαίσιο των οποίων ο προσφεύγων μπορεί να αντικρούσει τις σε βάρος του υπόνοιες σύμφωνα με τις διατάξεις της ουκρανικής ποινικής διαδικασίας και, αφετέρου, των περιοριστικών μέτρων που ελήφθησαν σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία είναι χρονικώς περιορισμένα και αναστρέψιμα. Στο πλαίσιο αυτό, ήταν αναγκαία η λήψη επειγόντων μέτρων για τη δέσμευση κεφαλαίων λόγω υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος, διότι διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος να μεταβιβαστούν τα κεφάλαια αυτά εκτός της Ένωσης και, ως εκ τούτου, να μην μπορεί πλέον να επιτευχθεί ο σκοπός των εν λόγω μέτρων.
42
Η Δημοκρατία της Πολωνίας προβάλλει, κατ’ ουσίαν, επιχειρήματα που συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με τα επιχειρήματα του Συμβουλίου. Ειδικότερα, η Δημοκρατία της Πολωνίας εκτιμά ότι το Συμβούλιο είχε εν προκειμένω συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη ποινικής διαδικασίας σε βάρος του προσφεύγοντος και ότι, ενόψει των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, η ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών είναι αναμφισβήτητη.
43
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη περιοριστικών μέτρων, η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει, στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση περί εγγραφής ή διατηρήσεως του ονόματος συγκεκριμένου προσώπου στον κατάλογο των προσώπων κατά των οποίων επιβάλλονται κυρώσεις, ο δικαστής της Ένωσης να βεβαιώνεται ότι η εν λόγω απόφαση, η οποία έχει ατομικό χαρακτήρα για το πρόσωπο αυτό, στηρίζεται σε επαρκώς στέρεα πραγματική βάση. Τούτο προϋποθέτει έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που παρατίθενται στην αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως, ούτως ώστε, κατά τον δικαστικό έλεγχο, να μην εκτιμάται απλώς η αόριστη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων, αλλά να εξετάζεται εάν οι λόγοι αυτοί ή, τουλάχιστον, ένας εξ αυτών που θεωρείται επαρκής για να στηρίξει την εν λόγω απόφαση, είναι τεκμηριωμένοι κατά τρόπο αρκούντως ακριβή και συγκεκριμένο (βλ. απόφαση της 21ης Απριλίου 2015, Anbouba κατά Συμβουλίου,C‑605/13 P, Συλλογή, EU:C:2015:248, σκέψεις 41 και 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
44
Εν προκειμένω, το κριτήριο του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 ορίζει ότι περιοριστικά μέτρα λαμβάνονται σε βάρος προσώπων που έχουν αναγνωριστεί ως υπεύθυνα για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω αποφάσεως, το Συμβούλιο έλαβε τα μέτρα αυτά «με σκοπό την παγίωση και την υποστήριξη του κράτους δικαίου [...] στην Ουκρανία».
45
Το όνομα του προσφεύγοντος καταχωρίστηκε στον κατάλογο με το αιτιολογικό ότι ήταν «[π]ρόσωπο για το οποίο έχει κινηθεί ποινική διαδικασία σχετικά με τη διερεύνηση εγκλημάτων, σε σχέση με την υπεξαίρεση ουκρανικού δημοσίου χρήματος και την παράνομη μεταφορά του εκτός Ουκρανίας». Συνεπώς, το Συμβούλιο θεώρησε ότι κατά του προσφεύγοντος διεξήχθη έρευνα ή προκαταρκτική έρευνα η οποία δεν κατέληξε (ή δεν έχει ακόμη καταλήξει) στην απαγγελία κατηγορίας, λόγω της φερόμενης εμπλοκής του σε περιστατικά υπεξαίρεσης δημοσίου χρήματος.
46
Προς στήριξη του λόγου της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο, το Συμβούλιο επικαλείται το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014, καθώς και άλλα αποδεικτικά στοιχεία μεταγενέστερα της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014.
47
Στο πρώτο μέρος του εγγράφου της 3ης Μαρτίου 2014 διευκρινίζεται ότι οι «ουκρανικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου» κίνησαν ορισμένες ποινικές διαδικασίες προκειμένου να διερευνήσουν αξιόποινες πράξεις τελεσθείσες από πρώην υψηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους, τα ονόματα των οποίων παρατίθενται αμέσως μετά, σε σχέση με τους οποίους από τη διεξαχθείσα για τα προαναφερθέντα εγκλήματα έρευνα αποδείχθηκε η υπεξαίρεση σημαντικών ποσών δημοσίου χρήματος και η παράνομη στη συνέχεια μεταφορά τους εκτός Ουκρανίας.
48
Στο δεύτερο μέρος του εγγράφου της 3ης Μαρτίου 2014 προστίθεται ότι «από την έρευνα διαπιστώθηκε η συμμετοχή σε εγκλήματα του αυτού είδους και άλλων υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων που εκπροσωπούσαν τις πρώην αρχές» και ότι προβλέπεται να ενημερωθούν για την έρευνα αυτή σε σύντομο διάστημα. Τα ονόματα των λοιπών υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και το όνομα του προσφεύγοντος, παρατίθενται επίσης αμέσως μετά.
49
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία της υποθέσεως, το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014 είναι το μόνο από τα αποδεικτικά στοιχεία που κατέθεσε το Συμβούλιο κατά την παρούσα διαδικασία που είναι προγενέστερο της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014. Επομένως, η νομιμότητα των εν λόγω πράξεων πρέπει να εκτιμηθεί βάσει μόνον αυτού του αποδεικτικού στοιχείου.
50
Πρέπει επομένως να εξακριβωθεί αν το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014 συνιστά επαρκή απόδειξη για να στηριχθεί το συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων έχει «αναγνωριστεί ως υπεύθυνος για την [υπεξαίρεση] ουκρανικού δημοσίου χρήματος» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119.
51
Πάντως, μολονότι το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014 προέρχεται, όπως υπογραμμίζει το Συμβούλιο, από ανώτατη δικαστική αρχή τρίτης χώρας, δηλαδή από τον γενικό εισαγγελέα της Ουκρανίας, εντούτοις δεν περιέχει παρά μόνον έναν γενικό και γενικευμένο ισχυρισμό περί συνδέσεως του ονόματος του προσφεύγοντος, μεταξύ άλλων πρώην υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων, με έρευνα η οποία θα αποδείκνυε πραγματικά περιστατικά υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος. Συγκεκριμένα, το έγγραφο δεν παρέχει καμία διευκρίνιση όσον αφορά την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών τα οποία ελέγχονταν με τη διεξαγόμενη από τις ουκρανικές αρχές έρευνα ούτε, εξάλλου, παρέχει διευκρινίσεις για την, έστω και εικαζόμενη, ατομική ευθύνη του προσφεύγοντος ως προς αυτά.
52
Είναι βεβαίως αληθές, όπως προβάλλει και το Συμβούλιο, ότι ο δικαστής της Ένωσης, στο πλαίσιο της εφαρμογής περιοριστικών μέτρων, έχει αποφανθεί ότι ο προσδιορισμός ενός προσώπου ως υπευθύνου για την τέλεση παραβάσεως δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την καταδίκη του για την παράβαση αυτή (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 2015, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου,C‑220/14 P, Συλλογή, EU:C:2015:147, σκέψη 72, και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου,T‑256/11, Συλλογή, EU:T:2014:93, σκέψεις 57 έως 61).
53
Ωστόσο, στο πλαίσιο των υποθέσεων τις οποίες αφορά η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 52 ανωτέρω, κατά των προσφευγόντων είχε τουλάχιστον εκδοθεί διάταξη του γενικού εισαγγελέα της συγκεκριμένης τρίτης χώρας περί κατασχέσεως των περιουσιακών στοιχείων τους, η οποία είχε επικυρωθεί από ποινικό δικαστήριο (απόφαση Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 52 ανωτέρω, EU:T:2014:93, σκέψη 132). Επομένως, η επιβολή των περιοριστικών μέτρων στους προσφεύγοντες των υποθέσεων εκείνων στηριζόταν σε συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία τα οποία γνώριζε το Συμβούλιο.
54
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι το Συμβούλιο δεν διέθετε πληροφορίες όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά ή τις συμπεριφορές που προσάπτουν ειδικώς στον προσφεύγοντα οι ουκρανικές αρχές και, αφετέρου, ότι το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014 το οποίο επικαλείται το Συμβούλιο, ακόμη και αν εξεταστεί στο πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται, δεν μπορεί να συνιστά επαρκώς στέρεα βάση, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 43 ανωτέρω, για την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο με την αιτιολογία ότι προσδιορίστηκε «ως υπεύθυνος» για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος.
55
Ανεξαρτήτως του σταδίου στο οποίο βρισκόταν η διαδικασία που φέρεται να είχε κινηθεί κατά του προσφεύγοντος, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να λάβει περιοριστικά μέτρα σε βάρος του χωρίς να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά της υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος που προσήπταν ειδικώς στον προσφεύγοντα οι ουκρανικές αρχές. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο μόνον εφόσον γνώριζε τα περιστατικά αυτά θα ήταν σε θέση να αποδείξει ότι αυτά μπορούσαν, αφενός, να χαρακτηριστούν ως υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος και, αφετέρου, να υπονομεύσουν το κράτος δικαίου στην Ουκρανία, η παγίωση και η υποστήριξη του οποίου αποτελούν, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 44 ανωτέρω, τον σκοπό που επιδιώκει η λήψη των επίμαχων περιοριστικών μέτρων.
56
Εξάλλου, στην αρμόδια αρχή της Ένωσης εναπόκειται, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει το βάσιμο των λόγων που ελήφθησαν υπόψη κατά του οικείου προσώπου, και όχι στο πρόσωπο αυτό να προσκομίσει την αντίθετη απόδειξη του αβασίμου των λόγων αυτών (αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi,C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, Συλλογή, EU:C:2013:518, σκέψεις 120 και 121, και της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Fulmen και Mahmoudian, C‑280/12 P, Συλλογή, EU:C:2013:775, σκέψεις 65 και 66).
57
Κατόπιν των προεκτεθέντων, η καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο δεν πληροί τα κριτήρια καταχωρίσεως στον κατάλογο των προσώπων επί των οποίων επιβάλλονται τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα που καθορίζονται με την απόφαση 2014/119.
58
Επομένως, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, καθόσον αποσκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως 2014/119, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, παρέλκει δε η κρίση επί των λοιπών λόγων που προέβαλε ο προσφεύγων, καθώς και επί της αιτήσεώς του λήψεως μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας.
59
Για τους ίδιους λόγους, πρέπει να ακυρωθεί ο κανονισμός 208/2014, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα.
Επί των αιτημάτων ακυρώσεως της αποφάσεως 2015/143 και του κανονισμού 2015/138, καθόσον αφορούν τον προσφεύγοντα
60
Με το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων, ο προσφεύγων ζητεί επίσης την ακύρωση της αποφάσεως 2015/143 και του κανονισμού 2015/138, κατ’ ουσίαν, στο μέτρο που τροποποιούν το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 και το άρθρο 3 του κανονισμού 208/2014, αντιστοίχως.
61
Με τις παρατηρήσεις του επί του υπομνήματος προσαρμογής των αιτημάτων, το Συμβούλιο προβάλλει, αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο, υπό το πρίσμα του άρθρου 275 ΣΛΕΕ, να αποφανθεί επί προσφυγής κατά της αποφάσεως 2015/143, η οποία εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, βάσει του άρθρου 29 της ΣΕΕ, και, αφετέρου, ότι η επέκταση των αιτημάτων ως προς αυτήν, καθώς και ως προς τον κανονισμό 2015/138, είναι απαράδεκτη λόγω της ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος. Εξάλλου, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ισχυρίζεται ότι το αίτημα του προσφεύγοντος δεν περιλαμβάνει καμιά έκθεση των λόγων που προβλήθηκαν κατά την έννοια του άρθρου 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του άρθρου 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991.
62
Όσον αφορά, εισαγωγικά, το ζήτημα της αρμοδιότητας του δικαστή της Ένωσης, πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ προβλέπει ρητώς ότι, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου αυτού, ο δικαστής της Ένωσης είναι αρμόδιος «να αποφαίνεται επί των προσφυγών που ασκούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, [ΣΛΕΕ] και αφορούν τον έλεγχο της νομιμότητας των αποφάσεων που προβλέπουν περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, τις οποίες θεσπίζει το Συμβούλιο βάσει του τίτλου V, κεφάλαιο 2, της Συνθήκης [ΕΕ]». Η διάταξη αυτή καλύπτει επομένως, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο, το σύνολο των αποφάσεων του Συμβουλίου που αφορούν περιοριστικά μέτρα σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων, που εμπίπτουν στον τίτλο V, κεφάλαιο 2, της Συνθήκης ΕΕ, χωρίς να κάνει διάκριση ανάλογα με το αν πρόκειται για αποφάσεις γενικής ισχύος ή για ατομικές αποφάσεις. Ειδικότερα, η εν λόγω διάταξη δεν αποκλείει τη δυνατότητα, στο πλαίσιο υπομνήματος περί προσαρμογής των αιτημάτων, αμφισβητήσεως της νομιμότητας μιας διατάξεως γενικής ισχύος, προς στήριξη προσφυγής ακυρώσεως ασκηθείσα κατά ατομικού περιοριστικού μέτρου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2015, NIOC κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑577/12, κατά της οποίας εκκρεμεί αίτηση αναιρέσεως, EU:T:2015:596, σκέψεις 93 και 94).
63
Επομένως, αντίθετα προς όσα προβάλλει το Συμβούλιο, το Γενικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει τη νομιμότητα της αποφάσεως 2015/143, στο μέτρο που τροποποιεί το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119.
64
Όσον αφορά, στη συνέχεια, τον λόγο απαραδέκτου που αφορά την έλλειψη έννομου συμφέροντος του προσφεύγοντος, παρατηρείται ότι η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 τροποποιήθηκαν από την απόφαση 2015/143 και από τον κανονισμό 2015/138 μόνον όσον αφορά τη διευκρίνιση των κριτηρίων καταχωρίσεως των προσώπων στα οποία επιβλήθηκε δέσμευση κεφαλαίων ως υπευθύνων για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος της Ουκρανίας.
65
Η απόφαση 2015/143 και ο κανονισμός 2015/138 δεν προσδιορίζουν ονομαστικά τον προσφεύγοντα ούτε εξάλλου εκδόθηκαν κατόπιν πλήρους επανεξετάσεως των καταλόγων των προσώπων στα οποία επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα. Συγκεκριμένα, οι πράξεις αυτές αφορούν μόνο τα γενικά κριτήρια καταχωρίσεως που εφαρμόζονται σε αντικειμενικώς καθοριζόμενες καταστάσεις και παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων ή οντοτήτων που προσδιορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και όχι την καταχώριση στον κατάλογο του ονόματος του προσφεύγοντος. Επομένως, οι εν λόγω πράξεις δεν αφορούν ούτε άμεσα ούτε ατομικά τον προσφεύγοντα και αυτός δεν μπορεί, όπως προέβαλε και το Συμβούλιο, να υποβάλει παραδεκτώς αίτηση προσαρμογής των αιτημάτων του προκειμένου να ζητήσει την ακύρωσή τους (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Bank Refah Kargaran κατά Συμβουλίου, T‑24/11, Συλλογή, EU:T:2013:403, σκέψη 50).
66
Εξάλλου, οι τροποποιήσεις που έγιναν με την απόφαση 2015/143 και τον κανονισμό 2015/138 στο γενικό κριτήριο της καταχωρίσεως προσώπων στον κατάλογο δεν ασκούν επιρροή επί της εκτιμήσεως της νομιμότητας της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο, στην οποία προέβη το Συμβούλιο βάσει μόνον του κριτηρίου που ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 (βλ. σκέψη 44 ανωτέρω).
67
Κατόπιν των προεκτεθέντων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, στο μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως 2015/143 και του κανονισμού 2015/138, χωρίς να απαιτείται να κριθεί ο έτερος λόγος απαραδέκτου που προβάλλουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
Επί των διαχρονικών αποτελεσμάτων της μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119
68
Το Συμβούλιο θεωρεί αναγκαίο, στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση 2014/119, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα, να διατηρηθούν τα αποτελέσματά της έναντι αυτού, κατά το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, μέχρι την έναρξη των αποτελεσμάτων της μερικής ακυρώσεως του κανονισμού 208/2014, προς κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου, καθώς και για τη συνοχή και την ενότητα της έννομης τάξης.
69
Ο προσφεύγων αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.
70
Πρέπει να υπομνησθεί ότι η απόφαση 2014/119 τροποποιήθηκε με την απόφαση 2015/364, η οποία αντικατέστησε τον κατάλογο από τις 7 Μαρτίου 2015 και παρέτεινε την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Μαρτίου 2016. Κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών, το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στον κατάλογο με νέα αιτιολογία (βλ. σκέψεις 12 και 13 ανωτέρω).
71
Επομένως, σήμερα, κατά του προσφεύγοντος έχει επιβληθεί ένα νέο περιοριστικό μέτρο. Ως εκ τούτου, η ακύρωση της αποφάσεως 2014/119, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα, δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση της καταχωρίσεως του ονόματός του στον κατάλογο.
72
Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να διατηρηθούν τα αποτελέσματα της αποφάσεως 2014/119, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα.
Επί των δικαστικών εξόδων
73
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Δικαστήριο αποφασίζει για την κατανομή των εξόδων.
74
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθηκε όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής, πρέπει να καταδικαστεί στα σχετικά με το εν λόγω αίτημα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του προσφεύγοντος. Ο προσφεύγων ηττήθηκε όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως που υποβλήθηκε με το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων, οπότε πρέπει να καταδικαστεί στα σχετικά με το εν λόγω αίτημα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα του Συμβουλίου.
75
Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση 2014/119/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία, καθώς και τον κανονισμό (ΕΕ) 208/2014 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία, καθόσον αφορούν τον Mykola Yanovych Azarov.
2)
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3)
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει, εκτός από τα δικαστικά έξοδά του, τα δικαστικά έξοδα του M. Y. Azarov, όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής.
4)
Ο M. Y. Azarov φέρει, εκτός από τα δικαστικά έξοδά του, τα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου, όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως που υποβλήθηκε με το υπόμνημα προσαρμογής των αιτημάτων.
5)
Η Δημοκρατία της Πολωνίας και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Berardis
Czúcz
Popescu
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2016.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy