ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα)
της 28ης Ιανουαρίου 2016 ( *1 )
«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία — Δέσμευση κεφαλαίων — Κατάλογος των προσώπων, οντοτήτων και φορέων επί των οποίων εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων — Καταχώριση στον κατάλογο του ονόματος του προσφεύγοντος — Απόδειξη του βασίμου της καταχωρίσεως στον κατάλογο»
Στην υπόθεση T‑341/14,
Sergiy Klyuyev, κάτοικος Donetsk (Ουκρανία), εκπροσωπούμενος από τους R. Gherson, T. Garner, solicitors, και B. Kennelly, barrister,
προσφεύγων,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους Á. de Elera-San Miguel Hurtado και J.-P. Hix,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους D. Gauci και T. Scharf,
παρεμβαίνουσα,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων εν όψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ L 66, σ. 26), του κανονισμού (ΕΕ) 208/2014 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ L 66, σ. 1), της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2015/876 του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2015, για την τροποποίηση της αποφάσεως 2014/119 (ΕΕ L 142, σ. 30), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/869 του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2015, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ L 142, σ. 1), στον βαθμό που το όνομα του προσφεύγοντος ενεγράφη στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και φορέων στους οποίους εφαρμόζονται τα εν λόγω περιοριστικά μέτρα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis (εισηγητή), πρόεδρο, O. Czúcz και A. Popescu, δικαστές,
γραμματέας: L. Grzegorczyk, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Σεπτεμβρίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Ο προσφεύγων, Sergiy Klyuyev, είναι αδελφός του Andrii Klyuyev, ο οποίος ήταν ο πρώην επικεφαλής του Γραφείου του Προέδρου της Ουκρανίας.
2
Στις 5 Μαρτίου 2014 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2014/119/ΚΕΠΠΑ, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων εν όψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ L 66, σ. 26).
3
Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2004/119 προβλέπει τα εξής:
«1. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν αναγνωριστεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση [ουκρανικού δημοσίου χρήματος] και προσώπων υπεύθυνων για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων [στην Ουκρανία], καθώς και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα.
2. Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση διάθεση κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που απαριθμούνται στο παράρτημα ή προς όφελος αυτών.»
4
Οι λεπτομέρειες των επίμαχων περιοριστικών μέτρων ορίζονται στις επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου.
5
Κατά την ίδια ημερομηνία, το Συμβούλιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) 208/2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ L 66, σ. 1).
6
Σύμφωνα με την απόφαση 2014/119, ο κανονισμός 208/2014 επιβάλλει τη λήψη των επίμαχων περιοριστικών μέτρων και ορίζει τους τρόπους εφαρμογής των μέτρων αυτών χρησιμοποιώντας, κατ’ ουσίαν, την ίδια διατύπωση με την ως άνω απόφαση.
7
Τα ονόματα των προσώπων που αφορούν η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος της εν λόγω αποφάσεως και στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: κατάλογος) μαζί, μεταξύ άλλων, με την αιτιολογία της καταχωρίσεώς τους.
8
Το όνομα του προσφεύγοντος περιλαμβανόταν στον κατάλογο με τα αναγνωριστικά στοιχεία «επιχειρηματίας, αδελφός του Andrii Kliuiev» και με την εξής αιτιολογία:
9
Στις 6 Μαρτίου 2014 το Συμβούλιο δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανακοίνωση προς τα πρόσωπα στα οποία επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπονται στην απόφαση 2014/119 και στον κανονισμό 208/2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ C 66, σ. 1). Κατά την ανακοίνωση αυτή, «τα εν λόγω πρόσωπα δύνανται να υποβάλουν στο Συμβούλιο […] αίτηση επανεξέτασης της απόφασης υπαγωγής τους στον κατάλογο […], μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα». Η ανακοίνωση εφιστά επίσης την προσοχή των εν λόγω προσώπων «στη δυνατότητα να προσβάλουν την απόφαση του Συμβουλίου ενώπιον του [Γενικού Δικαστηρίου], σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 275, [δεύτερο εδάφιο], και στο άρθρο 263, [τέταρτο και έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ]».
10
Η απόφαση 2014/119 τροποποιήθηκε από την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/143 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2015 (ΕΕ L 24, σ. 16), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 31 Ιανουαρίου 2015. Όσον αφορά τα κριτήρια για την καταχώριση των προσώπων κατά των οποίων επιβλήθηκαν τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, από το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 αντικαταστάθηκε ως εξής:
«1. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων και προσώπων υπεύθυνων για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα.
Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, στα πρόσωπα που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων συγκαταλέγονται και πρόσωπα για τα οποία οι ουκρανικές αρχές διεξάγουν έρευνες για:
α)
υπεξαίρεση ουκρανικού [δημοσίου χρήματος] ή στοιχείων ενεργητικού ή συνέργεια, ή
β)
κατάχρηση εξουσίας από μέρους κρατικού λειτουργού με σκοπό την εξασφάλιση οφέλους για τον ίδιο/α ή τρίτους, προκαλώντας έτσι ζημία στα ουκρανικά δημόσια κεφάλαια ή στοιχεία του ενεργητικού, ή για συνέργεια.»
11
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/138 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ L 24, σ. 1), τροποποίησε τον ως άνω κανονισμό σύμφωνα με την απόφαση 2015/143.
12
Η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/364 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2015, για την τροποποίηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΕΕ L 62, σ. 25), και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/357 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2015, περί εφαρμογής του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ L 62, σ. 1). Η απόφαση 2015/364 τροποποίησε το άρθρο 5 της αποφάσεως 2014/119, παρατείνοντας τα περιοριστικά μέτρα, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Ιουνίου 2015. Ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/357 αντικατέστησε κατά συνέπεια το παράρτημα I του κανονισμού 208/2014.
13
Με την απόφαση 2015/364 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357, το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στον κατάλογο με τα αναγνωριστικά στοιχεία «αδελφός του Andrii Kliuiev, επιχειρηματίας» και με την εξής νέα αιτιολογία:
14
Στις 5 Ιουνίου 2015 το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/876, η οποία τροποποιεί την απόφαση 2014/119 (ΕΕ L 142, σ. 30) και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/869, περί εφαρμογής του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ L 142, σ. 1). Η απόφαση 2015/876, αφενός, τροποποίησε το άρθρο 5 της αποφάσεως 2014/119, παρατείνοντας την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Οκτωβρίου 2015 και, αφετέρου, τροποποίησε το παράρτημα της ως άνω αποφάσεως. Ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/869 τροποποίησε κατά συνέπεια το παράρτημα I του κανονισμού 208/2014.
15
Με την απόφαση 2015/876 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/869, το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στον κατάλογο, με τα αναγνωριστικά στοιχεία «αδελφός του Andrii Kliuiev, επιχειρηματίας» και με την εξής νέα αιτιολογία:
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
16
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Μαΐου 2014, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
17
Στις 12 Αυγούστου 2014 και στις 18 Δεκεμβρίου 2014 το Συμβούλιο υπέβαλε αιτιολογημένες αιτήσεις κατά το άρθρο 18, παράγραφος 4, των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Γενικού Δικαστηρίου, ζητώντας να μη συμπεριληφθεί το περιεχόμενο ορισμένων παραρτημάτων του υπομνήματος αντικρούσεως και του υπομνήματος ανταπαντήσεως στα έγγραφα της υποθέσεως αυτής στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό.
18
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 18 Σεπτεμβρίου 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία υπέρ του Συμβουλίου. Με διάταξη της 6ης Νοεμβρίου 2014, ο πρόεδρος του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε την εν λόγω παρέμβαση. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 2014, η Επιτροπή παραιτήθηκε από την κατάθεση υπομνήματος παρεμβάσεως.
19
Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε, στις 14 Αυγούστου 2015, τους διαδίκους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του κατά πόσον ο προσφεύγων διατηρούσε το έννομο συμφέρον του κατόπιν της τροποποιήσεως του λόγου της καταχωρίσεως του ονόματός του στον κατάλογο και της παρατάσεως των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Ιουνίου 2015, με την απόφαση 2015/364 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357, και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, σε σχέση με ποιους λόγους διατηρείται το έννομο αυτό συμφέρον. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν εμπροθέσμως στο αίτημα αυτό. Οι διάδικοι υπέβαλαν επίσης τις παρατηρήσεις τους στις απαντήσεις επί των ερωτήσεων εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
20
Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Αυγούστου 2015, ο προσφεύγων προσάρμοσε τα αιτήματά του ζητώντας επιπροσθέτως την ακύρωση της αποφάσεως 2015/876 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/869. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2015 το Συμβούλιο υπέβαλε αιτιολογημένη αίτηση κατά το άρθρο 66 του Κανονισμού Διαδικασίας ζητώντας να μη συμπεριληφθεί το περιεχόμενο ορισμένων παραρτημάτων των παρατηρήσεων επί του υπομνήματος περί προσαρμογής των αιτημάτων στα έγγραφα της υποθέσεως αυτής στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό.
21
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 24ης Σεπτεμβρίου 2015.
22
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση 2014/119 και τον κανονισμό 208/2014 καθόσον οι πράξεις αυτές τον αφορούν,
—
να ακυρώσει την απόφαση 2015/876 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/869, καθόσον τον αφορούν,
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
23
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη,
—
να κηρύξει το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων απαράδεκτο ή, επικουρικώς, αβάσιμο,
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί των αιτημάτων ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014, καθόσον αφορούν τον προσφεύγοντα
Ως προς τη διατήρηση του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος
24
Όπως προαναφέρθηκε στις σκέψεις 12 και 13 ανωτέρω, η απόφαση 2015/364 και ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/357 τροποποίησαν τον λόγο της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο και παρέτειναν την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Ιουνίου 2015. Η απόφαση 2015/876 και ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/869 τροποποίησαν στη συνέχεια τον λόγο της ως άνω καταχωρίσεως και παρέτειναν την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Οκτωβρίου 2015.
25
Ο προσφεύγων δεν άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως 2015/364 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/357, οι οποίοι κατέστησαν επομένως απρόσβλητοι έναντι αυτού. Αντιθέτως, προσάρμοσε τα αιτήματά του στην υπό κρίση υπόθεση, έτσι ώστε αυτά να περιλαμβάνουν και την ακύρωση της αποφάσεως 2015/876 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/869.
26
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, προβάλλει ότι εφόσον ο προσφεύγων δεν προσέβαλε την απόφαση 2015/364 ούτε τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357, που αντικατέστησαν τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν με την απόφαση 2014/119 και τον κανονισμό 208/2014, δέχθηκε σιωπηρά την υπαγωγή του στα εν λόγω μέτρα και απώλεσε επομένως το έννομο συμφέρον του. Περαιτέρω, η προσαρμογή των αιτημάτων στην οποία προέβη ο προσφεύγων προκειμένου να συμπεριληφθεί σε αυτά και η ακύρωση της αποφάσεως 2015/876 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/869 δεν μπορεί να προβληθεί προς στήριξη της διατηρήσεως του εννόμου συμφέροντός του, διότι το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές και απαράδεκτο.
27
Κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο της διαφοράς, όπως και το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος, πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται έως την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, διότι άλλως καταργείται η δίκη, πράγμα που προϋποθέτει ότι η προσφυγή μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, απόφαση της 6ης Ιουνίου 2013, Ayadi κατά Επιτροπής, C‑183/12 P, EU:C:2013:369, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28
Περαιτέρω, από τη νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της προσβαλλομένης πράξεως δεν μπορεί, καθαυτή, να αποκαταστήσει την υλική ζημία ή την προσβολή της ιδιωτικής ζωής, μπορεί εντούτοις να αποκαταστήσει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση ή να αποτελέσει ένα είδος ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε η πράξη αυτή και να δικαιολογήσει, συνεπώς, τη διατήρηση του εννόμου συμφέροντός του (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑239/12 P, Συλλογή, EU:C:2013:331, σκέψεις 70 έως 72).
29
Εν προκειμένω, ο προσφεύγων, με τις παρατηρήσεις του επί των απαντήσεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής στο γραπτό ερώτημα που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω), προβάλλει ότι, ακόμη και αν τα περιοριστικά μέτρα σε βάρος του αντικαταστάθηκαν με νέα μέτρα, διατηρεί, αφενός, το δικαίωμά του για την άσκηση μελλοντικής αγωγής αποζημιώσεως όσον αφορά το διάστημα κατά το οποίο εφαρμόστηκε το παράνομο μέτρο και, αφετέρου, το έννομο συμφέρον του να ζητήσει την αποκατάσταση, σε ορισμένο βαθμό, της τιμής του.
30
Όσον αφορά, ειδικότερα, το γεγονός ότι δεν προσέβαλε την απόφαση 2015/364 και τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357, ο προσφεύγων προβάλλει ότι, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση και ο κανονισμός παρέτειναν τα περιοριστικά μέτρα σε βάρος του για τρεις μόνο μήνες, δηλαδή, μέχρι τις 6 Ιουνίου 2015, δεν υπήρχε πιθανότητα να μπορέσει να εκδικαστεί η υπόθεση πριν από την εκ νέου τροποποίηση των μέτρων. Ο προσφεύγων προσθέτει ότι, εν πάση περιπτώσει, προσάρμοσε τα αιτήματά του κατά της αποφάσεως 2015/876 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/869, που παρέτειναν στη συνέχεια τα εις βάρος του περιοριστικά μέτρα, και ότι, συνεπώς, διατηρεί το έννομο συμφέρον στην υπό κρίση υπόθεση.
31
Πρέπει να αναφερθεί ότι ο προσφεύγων διατηρεί έννομο συμφέρον, το οποίο απορρέει από το γεγονός ότι η αναγνώριση της ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014 μπορεί να θεμελιώσει διαδοχικές αγωγές για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης και την αποκατάσταση της υλικής ζημίας που υπέστη εξαιτίας των πράξεων αυτών κατά το διάστημα της εφαρμογής τους, δηλαδή για το διάστημα από τις 6 Μαρτίου 2014 έως τις 6 Μαρτίου 2015 (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, απόφαση Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 28 ανωτέρω, EU:C:2013:331, σκέψη 82).
32
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γεγονός ότι η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 δεν είναι πλέον σε ισχύ, διότι έχουν τροποποιηθεί, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, με την απόφαση 2015/364 και με τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357, δεν μπορεί να ισοδυναμεί με την ενδεχόμενη ακύρωση από το Γενικό Δικαστήριο των πράξεων που εκδόθηκαν αρχικώς, καθόσον η εν λόγω τροποποίηση δεν αποτελεί αναγνώριση της ελλείψεως νομιμότητας των επίμαχων πράξεων (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, απόφαση της 11ης Ιουνίου 2014, Syria International Islamic Bank κατά Συμβουλίου,T‑293/12, EU:T:2014:439, σκέψεις 36 έως 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33
Συνάγεται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος διατηρείται, παρά την τροποποίηση των περιοριστικών μέτρων που τον αφορούν και παρά το ότι δεν άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως 2015/364 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/357.
Επί του βασίμου των αιτημάτων ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/119
34
Προς στήριξη της προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει επτά λόγους. Ο πρώτος λόγος αντλείται από έλλειψη νομικής βάσης. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από μη τήρηση των κριτηρίων καταχωρίσεως του ονόματός του στον κατάλογο. Ο τρίτος λόγος αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Ο τέταρτος λόγος αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας. Ο πέμπτος λόγος αντλείται από προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και του δικαιώματος προστασίας της φήμης. Ο έκτος λόγος αντλείται από πλάνη ως προς τα πραγματικά περιστατικά και από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και ο έβδομος λόγος αντλείται από πλάνη κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων.
35
Με τον πρώτο, δεύτερο και έβδομο λόγο, οι οποίοι πρέπει να εξεταστούν κατά πρώτον, ο προσφεύγων προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι το μέτρο ελήφθη σε βάρος του ελλείψει επαρκών βάσιμων στοιχείων. Υποστηρίζει, ειδικότερα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ήταν υπεύθυνος για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος ή για προσβολές ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ουκρανία ή ότι συνδεόταν με πρόσωπο που είχε διαπράξει τα ανωτέρω ούτε ότι κινήθηκε σε βάρος του έρευνα.
36
Το Συμβούλιο προβάλλει ότι το έγγραφο που απέστειλε στις 3 Μαρτίου 2014 ο ασκών καθήκοντα γενικού εισαγγελέα της Ουκρανίας στην Ύπατη Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας (στο εξής: έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014) παρείχε επαρκή βάσιμα στοιχεία που δικαιολογούσαν την έκδοση της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, και ότι τα μεταγενέστερα της εκδόσεως των εν λόγω πράξεων αποδεικτικά στοιχεία επιβεβαίωναν ότι είχε κινηθεί στην Ουκρανία προπαρασκευαστική έρευνα σε βάρος του στο πλαίσιο ποινικών διώξεων για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται το γενικό κριτήριο για την καταχώριση του ονόματός του, ανεξαρτήτως της συνέχειας που θα έχει η έρευνα αυτή.
37
Το Συμβούλιο υπογραμμίζει επίσης ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, των εκκρεμών ποινικών διαδικασιών στην Ουκρανία, στο πλαίσιο των οποίων ο προσφεύγων θα είναι σε θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του σύμφωνα με τους κανόνες της ουκρανικής ποινικής διαδικασίας και, αφετέρου, τα προσωρινά και αναστρέψιμα μέτρα που δεσμεύουν τα περιουσιακά του στοιχεία εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη λήψη των οποίων δεν υφίσταται υποχρέωση αποδείξεως των εγκλημάτων για τα οποία κινήθηκε έρευνα σε βάρος του προσφεύγοντος.
38
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, μολονότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη περιοριστικών μέτρων, η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου που κατοχυρώνει το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει, στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση περί εγγραφής ή διατηρήσεως του ονόματος συγκεκριμένου προσώπου στον κατάλογο των προσώπων κατά των οποίων επιβάλλονται κυρώσεις, ο δικαστής της Ένωσης να βεβαιώνεται ότι η εν λόγω απόφαση, η οποία έχει ατομικό χαρακτήρα για το πρόσωπο αυτό, στηρίζεται σε επαρκώς στέρεα πραγματική βάση. Τούτο προϋποθέτει έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που παρατίθενται στην αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως, ούτως ώστε, κατά τον δικαστικό έλεγχο, να μην εκτιμάται απλώς η αόριστη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων, αλλά να εξετάζεται εάν οι λόγοι αυτοί ή, τουλάχιστον, ένας εξ αυτών που θεωρείται επαρκής για να στηρίξει την εν λόγω απόφαση, είναι τεκμηριωμένοι κατά τρόπο αρκούντως ακριβή και συγκεκριμένο (βλ. απόφαση της 21ης Απριλίου 2015, Anbouba κατά Συμβουλίου, C‑605/13 P, Συλλογή, EU:C:2015:248, σκέψεις 41 και 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39
Εν προκειμένω, το κριτήριο του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 ορίζει ότι περιοριστικά μέτρα λαμβάνονται σε βάρος προσώπων που έχουν αναγνωριστεί ως υπεύθυνα για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω αποφάσεως, το Συμβούλιο έλαβε τα μέτρα αυτά «με σκοπό την παγίωση και την υποστήριξη του κράτους δικαίου [...] στην Ουκρανία».
40
Το όνομα του προσφεύγοντος καταχωρίστηκε στον κατάλογο με το αιτιολογικό ότι ήταν «[π]ρόσωπο για το οποίο έχει κινηθεί ποινική διαδικασία σχετικά με τη διερεύνηση εγκλημάτων, σε σχέση με την υπεξαίρεση ουκρανικού δημοσίου χρήματος και την παράνομη μεταφορά του εκτός Ουκρανίας». Συνεπώς, το Συμβούλιο θεωρεί ότι κατά του προσφεύγοντος διεξήχθη, τουλάχιστον, έρευνα ή προκαταρκτική έρευνα η οποία δεν κατέληξε (ή δεν έχει ακόμη καταλήξει) στην απαγγελία κατηγορίας, λόγω της φερόμενης εμπλοκής του σε περιστατικά υπεξαίρεσης δημοσίου χρήματος.
41
Προς στήριξη του λόγου της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο, το Συμβούλιο επικαλείται το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014, καθώς και άλλα αποδεικτικά στοιχεία μεταγενέστερα της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014.
42
Στο πρώτο μέρος του εγγράφου της 3ης Μαρτίου 2014 διευκρινίζεται ότι οι «ουκρανικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου» κίνησαν ορισμένες ποινικές διαδικασίες προκειμένου να διερευνήσουν αξιόποινες πράξεις τελεσθείσες από πρώην υψηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους, τα ονόματα των οποίων παρατίθενται αμέσως μετά, σε σχέση με τους οποίους από τη διεξαχθείσα για τα προαναφερθέντα εγκλήματα έρευνα αποδείχθηκε η υπεξαίρεση σημαντικών ποσών δημοσίου χρήματος και η παράνομη στη συνέχεια μεταφορά τους εκτός Ουκρανίας.
43
Στο δεύτερο μέρος του εγγράφου της 3ης Μαρτίου 2014 προστίθεται ότι «από την έρευνα διαπιστώθηκε η συμμετοχή σε εγκλήματα του αυτού είδους και άλλων υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων που εκπροσωπούσαν τις πρώην αρχές» και ότι προβλέπεται να ενημερωθούν για την έρευνα αυτή σε σύντομο διάστημα από την έναρξή της. Τα ονόματα των λοιπών υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων, μεταξύ των οποίων και το όνομα του προσφεύγοντος, παρατίθενται επίσης αμέσως μετά.
44
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία της υποθέσεως, το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014 είναι το μόνο από τα αποδεικτικά στοιχεία που κατέθεσε το Συμβούλιο κατά την παρούσα διαδικασία που είναι προγενέστερο της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014. Επομένως, η νομιμότητα των εν λόγω πράξεων πρέπει να εκτιμηθεί βάσει μόνον αυτού του αποδεικτικού στοιχείου.
45
Πρέπει επομένως να εξακριβωθεί αν το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014 συνιστά επαρκή απόδειξη για να στηριχθεί το συμπέρασμα ότι ο προσφεύγων έχει «αναγνωριστεί ως υπεύθυνος για την [υπεξαίρεση] ουκρανικού δημοσίου χρήματος» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119.
46
Πάντως, μολονότι το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014 προέρχεται, όπως υπογραμμίζει το Συμβούλιο, από ανώτατη δικαστική αρχή τρίτης χώρας, δηλαδή από τον γενικό εισαγγελέα της Ουκρανίας, εντούτοις δεν περιέχει παρά μόνον έναν γενικό και αόριστο ισχυρισμό περί συνδέσεως του ονόματος του προσφεύγοντος, μεταξύ άλλων πρώην υψηλόβαθμων δημοσίων υπαλλήλων, με έρευνα η οποία κατ’ ουσίαν αποσκοπούσε στο να εξακριβωθεί η συμμετοχή των προσώπων αυτών σε περιστατικά υπεξαίρεσης δημοσίου χρήματος. Συγκεκριμένα, το έγγραφο δεν παρέχει καμία διευκρίνιση όσον αφορά την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών που αποτελούσαν το αντικείμενο της έρευνας που διεξήγαγαν οι ουκρανικές αρχές ούτε εξάλλου παρέχει διευκρινίσεις για την, έστω και εικαζόμενη, ατομική ευθύνη του προσφεύγοντος ως προς αυτά.
47
Είναι βεβαίως αληθές, όπως προβάλλει και το Συμβούλιο, ότι ο δικαστής της Ένωσης, στο πλαίσιο της εφαρμογής περιοριστικών μέτρων, έχει αποφανθεί ότι ο προσδιορισμός ενός προσώπου ως υπευθύνου για την τέλεση παραβάσεως δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκην την καταδίκη του για την παράβαση αυτή (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 2015, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑220/14 P, Συλλογή, EU:C:2015:147, σκέψη 72, και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑256/11, Συλλογή, EU:T:2014:93, σκέψεις 57 έως 61).
48
Ωστόσο, στο πλαίσιο των υποθέσεων τις οποίες αφορά η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 47 ανωτέρω, κατά των προσφευγόντων είχε τουλάχιστον εκδοθεί διάταξη του γενικού εισαγγελέα της συγκεκριμένης τρίτης χώρας περί κατασχέσεως των περιουσιακών στοιχείων τους, η οποία είχε επικυρωθεί από ποινικό δικαστήριο (απόφαση Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 47 ανωτέρω, EU:T:2014:93, σκέψη 132). Επομένως, η επιβολή των περιοριστικών μέτρων στους προσφεύγοντες των υποθέσεων εκείνων στηριζόταν σε συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία τα οποία γνώριζε το Συμβούλιο.
49
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι το Συμβούλιο δεν διέθετε πληροφορίες όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά ή τις συμπεριφορές που προσάπτουν ειδικώς στον προσφεύγοντα οι ουκρανικές αρχές και, αφετέρου, ότι το έγγραφο της 3ης Μαρτίου 2014 το οποίο επικαλείται το Συμβούλιο, ακόμη και αν εξεταστεί στο πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσεται, δεν μπορεί να συνιστά επαρκώς στέρεα βάση, κατά την έννοια της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 39 ανωτέρω, για την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο με την αιτιολογία ότι «προσδιορίστηκε ως υπεύθυνος» για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος.
50
Ανεξαρτήτως του σταδίου στο οποίο βρισκόταν η διαδικασία που φέρεται να είχε κινηθεί κατά του προσφεύγοντος, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να λάβει περιοριστικά μέτρα σε βάρος του χωρίς να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά της υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος που προσήπταν ειδικώς στον προσφεύγοντα οι ουκρανικές αρχές. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο μόνον εφόσον γνώριζε τα περιστατικά αυτά θα ήταν σε θέση να αποδείξει ότι αυτά μπορούσαν, αφενός, να χαρακτηριστούν ως υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος και, αφετέρου, να υπονομεύσουν το κράτος δικαίου στην Ουκρανία, η παγίωση και η υποστήριξη του οποίου αποτελούν, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 40 ανωτέρω, τον σκοπό που επιδιώκει η λήψη των επίμαχων περιοριστικών μέτρων.
51
Εξάλλου, στην αρμόδια αρχή της Ένωσης εναπόκειται, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει το βάσιμο των λόγων που ελήφθησαν υπόψη κατά του οικείου προσώπου, και όχι στο πρόσωπο αυτό να προσκομίσει την αντίθετη απόδειξη του αβασίμου των λόγων αυτών (αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, Συλλογή, EU:C:2013:518, σκέψεις 120 και 121, και της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Fulmen και Mahmoudian, C‑280/12 P, Συλλογή, EU:C:2013:775, σκέψεις 65 και 66).
52
Κατόπιν των προεκτεθέντων, η καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο δεν πληροί τα κριτήρια για την καταχώριση των προσώπων κατά των οποίων επιβλήθηκαν τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα που καθορίστηκαν με την απόφαση 2014/119.
53
Δεδομένου ότι είναι βάσιμοι ο δεύτερος, ο έκτος και ο έβδομος λόγος, πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή, καθόσον αποσκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως 2014/119, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, παρέλκει δε η κρίση επί των λοιπών λόγων που προέβαλε ο προσφεύγων.
54
Για τους ίδιους λόγους, πρέπει να ακυρωθεί ο κανονισμός 208/2014, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα.
Επί των αιτημάτων ακυρώσεως της αποφάσεως 2015/876 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/869, καθόσον αφορούν τον προσφεύγοντα
55
Με το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων, ο προσφεύγων ζητεί επίσης την ακύρωση της αποφάσεως 2015/876 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/869, καθόσον τον αφορούν.
56
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, προβάλλει, πρώτον, το απαράδεκτο του υπομνήματος περί προσαρμογής των αιτημάτων. Αφενός, προβάλλει ότι ο προσφεύγων δεν μπορούσε να προσαρμόσει τα αιτήματα ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014, καθόσον τον αφορούν, προκειμένου να συμπεριληφθούν στα αιτήματα αυτά και η απόφαση 2015/876 και ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/869, εφόσον η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 είχαν ήδη αντικατασταθεί από την απόφαση 2015/364 και από τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357. Επομένως, κατά την άποψη του Συμβουλίου, η απόφαση 2015/876 και ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/869 αποτελούσαν απλώς τροποποίηση της αποφάσεως 2015/364 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/357 και δεν αφορούσαν την απόφαση 2014/119 και τον κανονισμό 208/2014.
57
Αφετέρου, το Συμβούλιο προβάλλει ότι το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων δεν είναι αιτιολογημένο, ενώ θα έπρεπε να είναι, κατά το άρθρο 86, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε σχέση με τη νέα πραγματική και νομική κατάσταση κατά την ημέρα της λήψεως των νέων μέτρων, δηλαδή σε σχέση με την έναρξη ισχύος της αποφάσεως 2015/876 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/869.
58
Το Συμβούλιο υποστηρίζει επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων είναι αβάσιμο.
59
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν η αρχικώς προσβαλλόμενη πράξη αντικαθίσταται, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, από άλλη πράξη με το ίδιο αντικείμενο, η πράξη αυτή πρέπει να θεωρείται ως νέο στοιχείο που παρέχει στον προσφεύγοντα τη δυνατότητα να προσαρμόσει τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς του (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mayaleh κατά Συμβουλίου, T‑307/12 και T‑408/13, Συλλογή, EU:T:2014:926, σκέψη 47).
60
Πρέπει να υπομνησθεί επίσης ότι, δυνάμει του άρθρου 86, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, όπου απαιτείται, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα όπως προσαρμόσθηκαν.
61
Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι το παράρτημα της αποφάσεως 2014/119 και το παράρτημα I του κανονισμού 208/2014 «αντικαταστάθηκαν», αντιστοίχως, από την απόφαση 2015/364 και από τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357. Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 13 ανωτέρω, κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στον κατάλογο με νέα αιτιολογία. Οι πράξεις αυτές δεν προσβλήθηκαν από τον προσφεύγοντα στο πλαίσιο χωριστής προσφυγής ή υπομνήματος περί προσαρμογής των αιτημάτων.
62
Τα επίμαχα παραρτήματα «τροποποιήθηκαν» στη συνέχεια με την απόφαση 2015/876 και με τον εκτελεστικό κανονισμό 2015/869. Όπως εκτέθηκε στη σκέψη 15 ανωτέρω, κατόπιν της τροποποιήσεως αυτής, το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στον κατάλογο με νέα αιτιολογία. Οι πράξεις αυτές αποτελούν το αντικείμενο του υπομνήματος περί προσαρμογής των αιτημάτων.
63
Οι λόγοι της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο ήσαν οι εξής.
64
Κατ’ αρχάς, το όνομα του προσφεύγοντος καταχωρίστηκε στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στην απόφαση 2014/119 και στον κανονισμό 208/2014 με το αιτιολογικό ότι ήταν «[π]ρόσωπο για το οποίο έχει κινηθεί ποινική διαδικασία σχετικά με τη διερεύνηση εγκλημάτων, σε σχέση με την [υπεξαίρεση ουκρανικού δημοσίου χρήματος] και την παράνομη μεταφορά του εκτός Ουκρανίας».
65
Ακολούθως, το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στην απόφαση 2015/364 και στον εκτελεστικό κανονισμό 2015/357 με το αιτιολογικό ότι ήταν «[π]ρόσωπο που υπόκειται σε έρευνα από τις ουκρανικές αρχές για συμμετοχή σε [υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος] ή περιουσιακών στοιχείων [του Δημοσίου] και σε κατάχρηση αξιώματος ως κρατικού λειτουργού προκειμένου να παρασχεθεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή για τρίτο, και, ως εκ τούτου, προκαλώντας απώλεια δημόσιων πόρων ή περιουσιακών στοιχείων της Ουκρανίας» και «[π]ρόσωπο που συνδέεται με καταχωρημένο πρόσωπο (Andrii Petrovych Kliuiev) που υπόκειται σε ποινικές διαδικασίες από τις αρχές της Ουκρανίας για την [υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος] ή περιουσιακών στοιχείων [του Δημοσίου]».
66
Τέλος, το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στην απόφαση 2015/876 και στον εκτελεστικό κανονισμό 2015/869 με το αιτιολογικό ότι ήταν «[π]ρόσωπο για το οποίο διεξάγεται έρευνα από τις ουκρανικές αρχές για συμμετοχή σε [υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος]» και «[π]ρόσωπο που συνδέεται με καταχωρημένο πρόσωπο (Andrii Petrovych Kliuiev) για το οποίο έχει κινηθεί ποινική διαδικασία από τις αρχές της Ουκρανίας για [υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος] ή περιουσιακών στοιχείων [του Δημοσίου]».
67
Έτσι, ο λόγος της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο που αναφέρεται στην απόφαση 2015/876 και στον εκτελεστικό κανονισμό 2015/869, η ακύρωση των οποίων ζητείται με το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων, διαφέρει ουσιωδώς από τον λόγο καταχωρίσεως που αναφέρεται στην απόφαση 2014/119 και στον κανονισμό 208/2014, η ακύρωση των οποίων ζητείται με το δικόγραφο της προσφυγής.
68
Συγκεκριμένα, μολονότι στον λόγο της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στην απόφαση 2014/119 και στον κανονισμό 208/2014 γινόταν μνεία απλώς σε έρευνα στην Ουκρανία σχετικά με τη διερεύνηση εγκλημάτων, σε σχέση με την υπεξαίρεση ουκρανικού δημοσίου χρήματος και την παράνομη μεταφορά του εκτός Ουκρανίας, ο λόγος της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στην απόφαση 2015/876 και στον εκτελεστικό κανονισμό 2015/869 παρέχει περισσότερες εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα στον προσφεύγοντα, ιδίως με την προσθήκη της αναφοράς της σχέσης του με πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκαν περιοριστικά μέτρα, δηλαδή τον αδελφό του Andrii Klyuyev, κατά του οποίου είχε κινηθεί ποινική διαδικασία εκ μέρους των ουκρανικών αρχών για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος ή περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου.
69
Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι η καταχώριση του ονόματός του στον κατάλογο δεν είναι αιτιολογημένη ούτε βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και ότι δεν έλαβε συγκεκριμένες πληροφορίες όσον αφορά τη σε βάρος του έρευνα.
70
Όμως, μολονότι τα επιχειρήματα που παρατίθενται στη σκέψη 69 ανωτέρω είναι βάσιμα όσον αφορά την απόδειξη της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 35 έως 53 ανωτέρω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο λόγος της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο που περιλαμβάνεται στην απόφαση 2015/876 και στον εκτελεστικό κανονισμό 2015/869 στηρίζεται σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία που παρέσχε το Συμβούλιο κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας. Μολονότι τα στοιχεία αυτά, ως μεταγενέστερα της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014, δεν ασκούν επιρροή για την εκτίμηση της νομιμότητας της προαναφερθείσας αρχικής καταχωρίσεως, πρέπει όμως να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση της νομιμότητας της διατηρήσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο με τις μεταγενέστερες πράξεις.
71
Κατά συνέπεια, ο προσφεύγων δηλώνοντας απλώς ότι τα αρχικά αιτήματά του περί ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119 και του κανονισμού 208/2014, καθόσον οι πράξεις αυτές τον αφορούν, επεκτείνονται και στην απόφαση 2015/876 και στον εκτελεστικό κανονισμό 2015/869, καθόσον οι πράξεις αυτές τον αφορούν, χωρίς την παράθεση άλλων εξηγήσεων, δεν παρέσχε κανένα στοιχείο που να αμφισβητεί το βάσιμο των εν λόγω πράξεων και να παρέχει στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει τη νομιμότητα.
72
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 86, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.
73
Επομένως, τα αιτήματα ακυρώσεως της αποφάσεως 2015/876 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/869, καθόσον οι εν λόγω πράξεις αφορούν τον προσφεύγοντα, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
Επί των διαχρονικών αποτελεσμάτων της μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119
74
Το Συμβούλιο θεωρεί αναγκαίο, στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση 2014/119, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα, να διατηρηθούν τα αποτελέσματά της έναντι αυτού, κατά το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, μέχρι την έναρξη των αποτελεσμάτων της μερικής ακυρώσεως του κανονισμού 208/2014, προς κατοχύρωση της ασφάλειας δικαίου, καθώς και για τη συνοχή και την ενότητα της έννομης τάξης.
75
Ο προσφεύγων αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.
76
Πρέπει να υπομνησθεί ότι η απόφαση 2014/119 τροποποιήθηκε με την απόφαση 2015/364, η οποία αντικατέστησε τον κατάλογο από τις 7 Μαρτίου 2015 και παρέτεινε την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Ιουνίου 2015. Κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών, το όνομα του προσφεύγοντος διατηρήθηκε στον κατάλογο με νέα αιτιολογία (βλ. σκέψεις 12 και 13 ανωτέρω).
77
Η απόφαση 2014/119 τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την απόφαση 2015/876, η οποία παρέτεινε την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, μέχρι τις 6 Οκτωβρίου 2015 και τροποποίησε τον κατάλογο από τις 7 Ιουνίου 2015. Κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών, το όνομα του προσφεύγοντος καταχωρίστηκε στον κατάλογο με νέα αιτιολογία καταχωρίσεως (βλ. σκέψεις 14 και 15 ανωτέρω).
78
Επομένως, σήμερα, κατά του προσφεύγοντος έχει επιβληθεί ένα νέο περιοριστικό μέτρο. Ως εκ τούτου, η ακύρωση της αποφάσεως 2014/119, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα, δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση της καταχωρίσεως του ονόματός του στον κατάλογο.
79
Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να διατηρηθούν τα αποτελέσματα της αποφάσεως 2014/119, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα.
Επί των δικαστικών εξόδων
80
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Δικαστήριο αποφασίζει για την κατανομή των εξόδων. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθηκε όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής, πρέπει να καταδικαστεί στα σχετικά με το εν λόγω αίτημα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του προσφεύγοντος. Περαιτέρω, εφόσον ο προσφεύγων ηττήθηκε όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως που υποβλήθηκε με το υπόμνημα περί προσαρμογής των αιτημάτων, πρέπει να καταδικαστεί στα σχετικά με το εν λόγω αίτημα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα του Συμβουλίου.
81
Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα θεσμικά όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Επομένως, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση 2014/119/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία, καθώς και τον κανονισμό (ΕΕ) 208/2014 του Συμβουλίου, της5ης Μαρτίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία, στο μέτρο που το όνομα του Sergiy Klyuyev έχει περιληφθεί στον κατάλογο των προσώπων και των οντοτήτων στα οποία εφαρμόζονται τα εν λόγω περιοριστικά μέτρα.
2)
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3)
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει, εκτός από τα δικαστικά έξοδά του, τα δικαστικά έξοδα του S. Klyuyev, όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής.
4)
Ο S. Klyuyev φέρει, εκτός από τα δικαστικά έξοδά του, τα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου, όσον αφορά το αίτημα ακυρώσεως που υποβλήθηκε με το υπόμνημα προσαρμογής των αιτημάτων.
5)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Berardis
Czúcz
Popescu
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιανουαρίου 2016.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy