ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 4ης Μαΐου 2017 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως — ΕΤΠΑ — Άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1083/2006 — Άρνηση χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνεισφοράς σε μεγάλο έργο — Αρμόδια επιχείρηση για την εκτέλεση του έργου — Πράξη που δεν αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα — Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T-512/14,
Green Source Poland sp. z o.o., με έδρα τη Βαρσοβία (Πολωνία), εκπροσωπούμενη από τους M. Merola και L. Armati, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από την M. Clausen και τον B.-R. Killmann, στη συνέχεια από τους B.-R. Killmann και R. Lyal,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2014) 2289 τελικό της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2014, περί αρνήσεως χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνεισφοράς εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) για το μεγάλο έργο «Αγορά και εφαρμογή καινοτόμου τεχνολογίας παρασκευής βιοσυστατικών για την παραγωγή βιοκαυσίμων», το οποίο αποτελεί τμήμα του επιχειρησιακού προγράμματος «Καινοτόμος Οικονομία» για τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις στο πλαίσιο του στόχου «Σύγκλιση» στην Πολωνία,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. van der Woude, πρόεδρο, I. Ulloa Rubio και A. Μαρκουλλή (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 24ης Νοεμβρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Την 1η Οκτωβρίου 2007, με την απόφαση C(2007) 4562, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το επιχειρησιακό πρόγραμμα «Καινοτόμος Οικονομία» που υπέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 του κανονισμού (ΕΚ) 1083/2006 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2006, περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1260/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 25).
2
Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής, κατόπιν της θεσπίσεως των εθνικών διατάξεων περί εφαρμογής του επιχειρησιακού προγράμματος «Καινοτόμος Οικονομία», η προσφεύγουσα, Green Source Poland sp. z o.o., πολωνική εταιρία ιδιωτικού δικαίου, συσταθείσα τον Δεκέμβριο του 2004 με μοναδικό σκοπό την κατασκευή και την εκμετάλλευση εργοστασίου παραγωγής βιοαιθανόλης στην Πολωνία, υπέβαλε στις πολωνικές αρχές, στις 12 Μαΐου 2008, αίτηση παροχής επιχορηγήσεως για το έργο «Αγορά και εφαρμογή καινοτόμου τεχνολογίας για την παρασκευή βιοσυστατικών για την παραγωγή βιοκαυσίμων» (στο εξής: έργο) και, στις 25 Απριλίου 2012, οι πολωνικές αρχές και η προσφεύγουσα υπέγραψαν σύμβαση για την παροχή επιχορηγήσεως σχετικά με την εκτέλεση του εν λόγω έργου στο πλαίσιο του επιχειρησιακού προγράμματος «Καινοτόμος Οικονομία» (στο εξής: σύμβαση).
3
Όπως προκύπτει από τη σύμβαση, η επιχορήγηση, προοριζόμενη για τη χρηματοδότηση μέρους των επιλέξιμων δαπανών του επίμαχου μεγάλου έργου, χρηματοδοτούνταν από τη Δημοκρατία της Πολωνίας, κατά 85 % με χρηματοδοτική συνεισφορά προερχόμενη από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και κατά 15 % με κονδύλια του Δημοσίου (βλ. άρθρο 1, παράγραφος 4, της συμβάσεως). Περαιτέρω, η σύμβαση προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι, εάν η Επιτροπή αρνηθεί να καταβάλει τη συνεισφορά της κατά το άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1083/2006, η σύμβαση λύεται κατά την ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής στον δικαιούχο (βλ. άρθρο 5, παράγραφος 24, της συμβάσεως) και ότι, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος δεσμεύεται να επιστρέψει το σύνολο ή μέρος των ποσών που κατέβαλαν οι πολωνικές αρχές (βλ. άρθρο 5, παράγραφος 26, της συμβάσεως).
4
Στις 10 Σεπτεμβρίου 2012, βάσει των άρθρων 39 έως 41 του κανονισμού 1083/2006, η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνεισφοράς από το ΕΤΠΑ για το έργο. Η αίτηση χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνεισφοράς, υποβληθείσα από τη Δημοκρατία της Πολωνίας σύμφωνα με το παράρτημα XXII του κανονισμού (ΕΚ) 1828/2006 της Επιτροπής, της 8ης Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1083/2006 και του κανονισμού (ΕΚ) 1080/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΕ 2006, L 371, σ. 1), ορίζει ως «αρχή αρμόδια για την αίτηση» το Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης της Πολωνίας και την προσφεύγουσα ως «αρμόδιο οργανισμό για την εκτέλεση του έργου (δικαιούχο)».
5
Με έγγραφο της 27ης Νοεμβρίου 2012 απευθυνόμενο προς τη Δημοκρατία της Πολωνίας, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητά της να επιβεβαιώσει τη συνεισφορά του ΕΤΠΑ για το έργο, λαμβανομένων υπόψη ιδίως ορισμένων προβλημάτων που αφορούσαν την αναθεώρηση του νομικού πλαισίου στον τομέα των βιοκαυσίμων, την έλλειψη καινοφανούς χαρακτήρα του έργου, την απουσία πληροφοριών στη μελέτη βιωσιμότητας καθώς και τις κρατικές ενισχύσεις, και κάλεσε τη Δημοκρατία της Πολωνίας να εξετάσει το ενδεχόμενο να αποσύρει το έργο και, ενδεχομένως, να παράσχει νέες πληροφορίες.
6
Με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 2013, η Δημοκρατία της Πολωνίας απάντησε στις παρατηρήσεις της Επιτροπής, διαβιβάζοντας, μεταξύ άλλων, έγγραφο που περιείχε τις απαντήσεις της προσφεύγουσας στις ερωτήσεις της Επιτροπής.
7
Με έγγραφο της 6ης Μαΐου 2013 απευθυνόμενο προς τη Δημοκρατία της Πολωνίας, η Επιτροπή ενέμεινε στην άποψή της ως προς το ότι το έργο δεν πληρούσε ορισμένες προϋποθέσεις του άρθρου 40 του κανονισμού 1083/2006, λαμβανομένης υπόψη της ελλείψεως καινοφανούς χαρακτήρα, των αμφιβολιών ως προς την οικονομική βιωσιμότητά του και της απουσίας ορισμένων πληροφοριών στην ανάλυση των περιβαλλοντικών επιπτώσεών του.
8
Με έγγραφο της 5ης Ιουλίου 2013, η Δημοκρατία της Πολωνίας απάντησε στις παρατηρήσεις της Επιτροπής, διαβιβάζοντας έγγραφο που περιείχε τις απαντήσεις της προσφεύγουσας στις ερωτήσεις της Επιτροπής.
9
Στις 17 Ιουλίου 2013, κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στις Βρυξέλλες (Βέλγιο) μεταξύ των εκπροσώπων της προσφεύγουσας και των υπηρεσιών της Επιτροπής.
10
Με έγγραφο της 24ης Ιουλίου 2013 απευθυνόμενο προς τη Δημοκρατία της Πολωνίας, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την άποψή της ότι το έργο δεν πληρούσε ορισμένες προϋποθέσεις του άρθρου 40 του κανονισμού 1083/2006, αφορώσες την έλλειψη καινοφανούς χαρακτήρα, τις αμφιβολίες ως προς την οικονομική βιωσιμότητά του, τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις του και τη συνοχή του με τις περιβαλλοντικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κάλεσε τη Δημοκρατία της Πολωνίας να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, διευκρινίζοντας ότι, εάν επιβεβαιωνόταν η αξιολόγησή της, θα εξέδιδε αρνητική απόφαση για το έργο.
11
Με έγγραφο της 24ης Σεπτεμβρίου 2013, η Δημοκρατία της Πολωνίας απάντησε στις παρατηρήσεις της Επιτροπής, διαβιβάζοντας έγγραφο που περιείχε τις απαντήσεις της προσφεύγουσας στις ερωτήσεις της Επιτροπής.
12
Στις 7 Απριλίου 2014, βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1083/2006, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2014) 2289 τελικό (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με την οποία αρνήθηκε τη χορήγηση χρηματοδοτικής συνεισφοράς για το έργο (άρθρο 1). Η προσβαλλόμενη απόφαση διευκρινίζει ότι κάθε δαπάνη σχετική με το έργο, περιληφθείσα σε κατάσταση δαπανών προγενέστερη της αποφάσεως, πρέπει να διορθωθεί με την επόμενη κατάσταση (άρθρο 2). Η προσβαλλόμενη απόφαση απευθύνεται προς τη Δημοκρατία της Πολωνίας (άρθρο 3).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
13
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Ιουνίου 2014, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
14
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Οκτωβρίου 2014, η Επιτροπή υπέβαλε ένσταση απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, με την οποία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
15
Στις 21 Νοεμβρίου 2014, η προσφεύγουσα υπέβαλε, στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, με τις οποίες ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τις ενστάσεις της Επιτροπής και να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή·
—
να τάξει προθεσμία για την απάντηση της Επιτροπής επί της ουσίας·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα του σταδίου αυτού της διαδικασίας.
16
Με διάταξη της 25ης Μαρτίου 2015, το Γενικό Δικαστήριο (τέταρτο τμήμα) αποφάσισε να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου μαζί με την ουσία της υποθέσεως και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
17
Στις 7 Μαΐου 2015, η Επιτροπή κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου υπόμνημα αντικρούσεως, με το οποίο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη·
—
επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
18
Η προσφεύγουσα κατέθεσε το υπόμνημα απαντήσεως στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Ιουλίου 2015 και η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημα ανταπαντήσεως στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 22 Σεπτεμβρίου 2015.
19
Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Νοεμβρίου 2015, η προσφεύγουσα ζήτησε τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
20
Με έγγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Δεκεμβρίου 2015, η Επιτροπή ζήτησε τη συνεκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως με την υπόθεση T-403/15, JYSK κατά Επιτροπής. Η προσφεύγουσα κατέθεσε παρατηρήσεις επί της αιτήσεως συνεκδικάσεως στις 6 Ιανουαρίου 2016. Με απόφαση της 18ης Μαρτίου 2016, ο πρόεδρος του τετάρτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε τη μη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων στο παρόν στάδιο της διαδικασίας.
21
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 24ης Νοεμβρίου 2016.
Σκεπτικό
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
22
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί προσφυγή, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής, κατά των αποφάσεων των οποίων είναι αποδέκτης και κατά των αποφάσεων οι οποίες, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις απευθυνόμενες σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να απαιτούν εκτελεστικά μέτρα.
23
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, συνιστούν πράξεις ή αποφάσεις δεκτικές προσφυγής ακυρώσεως μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας ουσιωδώς τη νομική του κατάσταση (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9, και της 20ής Σεπτεμβρίου 2016, Μαλλής κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ, C‑105/15 P έως C‑109/15 P, EU:C:2016:702, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24
Εν προκειμένω, οι διάδικοι συμφωνούν ότι, αφενός, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συνιστά κανονιστική πράξη για την οποία δεν απαιτούνται εκτελεστικά μέτρα και ότι, αφετέρου, η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε από την Επιτροπή στη Δημοκρατία της Πολωνίας, οπότε η προσφεύγουσα δεν μπορεί να θεωρηθεί αποδέκτρια της εν λόγω αποφάσεως κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
25
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί αν η προσφεύγουσα μπορεί παραδεκτώς να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως με την αιτιολογία ότι την αφορά άμεσα και ατομικά.
Ως προς το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη πράξη αφορά άμεσα την προσφεύγουσα
26
Με την ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα. Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι μοναδικός αποδέκτης της αποφάσεως που χορηγεί ή αρνείται τη χορήγηση, όπως εν προκειμένω, χρηματοδοτικής συνεισφοράς του ΕΤΠΑ σε μεγάλο έργο είναι το οικείο κράτος μέλος και ότι η απόφαση αυτή δεν παράγει άμεσα έννομα αποτελέσματα έναντι της προσφεύγουσας.
27
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
28
Με το δικόγραφο της προσφυγής, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορά άμεσα διότι, αφενός, την ορίζει ως «αιτούσα» και, αφετέρου, έχει ως άμεσο και απευθείας αποτέλεσμα ότι της στερεί τους αναγκαίους χρηματοδοτικούς πόρους για την εκτέλεση του έργου, εμποδίζοντάς την με τον τρόπο αυτόν να το συνεχίσει και υποχρεώνοντάς την να επωμισθεί τις ζημίες από τις δαπάνες τις οποίες έχει ήδη πραγματοποιήσει. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η αίτηση χρηματοδοτικής συνεισφοράς την ορίζει ως «αρμόδια για την εκτέλεση του έργου και ως δικαιούχο».
29
Με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στηρίζεται σε υπερβολικά τυπολατρική προσέγγιση της νομολογίας, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τους οικονομικούς παράγοντες και τα πραγματικά στοιχεία της προκειμένης υποθέσεως. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο, το έργο δεν ήταν βιώσιμο χωρίς τα κονδύλια της Ένωσης και η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν επιθυμούσε να διαθέσει πρόσθετα κονδύλια. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί επίσης την άποψη της Επιτροπής ότι η απόφαση δεν την εμποδίζει να αναζητήσει εναλλακτική χρηματοδότηση, διότι είναι αντίθετη προς τη λογική του συστήματος κρατικής στηρίξεως της περιφερειακής αναπτύξεως που βασίζεται στην παροχή κινήτρου μέσω επιχορηγήσεων.
30
Δεύτερον, υπενθυμίζοντας τη νομολογία στον τομέα της αναπτυξιακής βοήθειας, με την οποία αναγνωρίζεται ότι οι αποδέκτες επηρεάζονται άμεσα όταν η δυνατότητά τους να μην εφαρμόσουν μέτρο της Ένωσης είναι καθαρά θεωρητική και δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς την πρόθεσή τους να ενεργήσουν σύμφωνα με αυτό, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η εξουσία της Δημοκρατίας της Πολωνίας να μην εφαρμόσει την προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθαρά θεωρητική. Η προσφεύγουσα προβάλλει ότι, όπως προκύπτει από τον φάκελο, οι πολωνικές αρχές, με τις δηλώσεις τους, από τις οποίες προέκυπτε ότι δεν είχαν την πρόθεση να χρηματοδοτήσουν στη συνέχεια το έργο, και με τη ρήτρα περί λύσεως που περιλαμβανόταν στη σύμβαση επιχορηγήσεως, μετέθεσαν στην προσφεύγουσα τις νομικές συνέπειες της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία παράγει άμεσα αποτελέσματα επ’ αυτής και δεν παρέχει κανένα περιθώριο χειρισμών στο κράτος μέλος. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, εφόσον η Επιτροπή διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια βάσει των άρθρων 39 έως 41 του κανονισμού 1083/2006, εάν η προσφυγή του δικαιούχου της χρηματοδοτήσεως απορριφθεί ως απαράδεκτη, η Επιτροπή απαλλάσσεται από την ευθύνη, διότι το κράτος μέλος δέχεται συνήθως την απόφαση, παραιτείται από το έργο (στο οποίο δεν έχει άμεσα συμφέροντα) και χρησιμοποιεί τους πόρους για άλλα έργα.
31
Τρίτον, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι η συγκεκριμένη υπόθεση διαφέρει από τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά η νομολογία σχετικά με τις αποφάσεις της Επιτροπής που μειώνουν ή διακόπτουν τη συνδρομή σε περίπτωση παρατυπίας στη διαχείριση των κονδυλίων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, στις περιπτώσεις εκείνες, την ευθύνη της επιλογής, της εφαρμογής και του ελέγχου των παρεμβάσεων φέρουν τα κράτη μέλη, ενώ για τα μεγάλα έργα απαιτείται προηγούμενη επιμέρους έγκριση εκ μέρους της Επιτροπής, πράγμα που αποκλείει κάθε ευθύνη του κράτους μέλους για την επιλογή ή την έγκριση των έργων, και συνεπώς αυτό ενεργεί ως απλός ενδιάμεσος και δεν έχει συμφέρον να αμφισβητήσει την απόφαση της Επιτροπής, αφού δεν φέρει κανένα νομικό κίνδυνο έναντι της δικαιούχου εταιρίας. Η εν λόγω εταιρία δεν μπορεί επομένως να προβάλει καμία αξίωση κατά του κράτους, δεδομένου ότι η άρνηση συνεισφοράς εκφεύγει από τον έλεγχο του κράτους και αποτελεί αυτόματη συνέπεια της αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία αφορά άμεσα τον δικαιούχο. Η προσφεύγουσα καταλήγει με την επισήμανση ότι η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο με την απόφαση της 19ης Μαΐου 1994, Consorzio gruppo di azione locale Murgia Messapica κατά Επιτροπής (T‑465/93, EU:T:1994:56), οι πραγματικές και νομικές περιστάσεις της οποίας είναι αντίστοιχες με την περίπτωσή της.
32
Κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη με την προσφυγή απόφαση πρέπει να αφορά άμεσα ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο απαιτεί να πληρούνται σωρευτικώς δύο κριτήρια, δηλαδή το προσβαλλόμενο μέτρο της Ένωσης πρέπει, πρώτον, να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του ιδιώτη και, δεύτερον, να μην καταλείπει εξουσία εκτιμήσεως στους αποδέκτες του, οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή του, διότι έχει καθαρώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικά από τη ρύθμιση της Ένωσης, χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville Vesuviane και Ente per le Ville Vesuviane κατά Επιτροπής, C-445/07 P και C-455/07 P, EU:C:2009:529, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και διάταξη της 9ης Ιουλίου 2013, Regione Puglia κατά Επιτροπής, C‑586/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:459, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το δεύτερο κριτήριο, σχετικά με την έλλειψη διακριτικής ευχέρειας του οικείου κράτους μέλους, πληρούται, επίσης, όταν η δυνατότητα του κράτους μέλους να μη δώσει συνέχεια στην πράξη της Ένωσης είναι καθαρά θεωρητική, εφόσον δεν υφίσταται αμφιβολία ως προς τη βούλησή του να συναγάγει συνέπειες σύμφωνες προς την πράξη αυτή (βλ. αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville Vesuviane και Ente per le Ville Vesuviane κατά Επιτροπής, C-445/07 P και C-455/07 P, EU:C:2009:529, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 3ης Μαρτίου 2011, Caixa Geral de Depósitos κατά Επιτροπής, T‑401/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:72, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33
Πρέπει επομένως να εξακριβωθεί αν πληρούνται εν προκειμένω σωρευτικώς τα δύο αυτά κριτήρια.
Επί του πρώτου κριτηρίου περί του αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα την προσφεύγουσα
34
Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο περί του αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα την προσφεύγουσα, το οποίο παρατίθεται στη σκέψη 32 ανωτέρω, πρώτον, επισημαίνεται ότι, κατά την έννοια του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006, ο προϋπολογισμός της Ένωσης που αφορά τα Διαρθρωτικά Ταμεία εκτελείται εντός του πλαισίου της επιμερισμένης διαχειρίσεως μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. Το άρθρο 59 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1), προβλέπει ότι, όταν η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό με επιμερισμένη διαχείριση, ανατίθενται εκτελεστικά καθήκοντα στα κράτη μέλη. Ειδικότερα, κατά την έννοια του άρθρου 180 του κανονισμού 966/2012, η διαχείριση, η επιλογή και ο λογιστικός έλεγχος των έργων που χρηματοδοτούνται από τα ταμεία υπό επιμερισμένη διαχείριση διέπονται από τους κανονισμούς που αφορούν τα ταμεία αυτά, δηλαδή, όσον αφορά το ΕΤΠΑ, από τον κανονισμό (ΕΚ) 1080/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για το ΕΤΠΑ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 1783/1999 (ΕΕ 2006, L 210, σ. 1), και από τον κανονισμό 1083/2006.
35
Δεύτερον, ως εκ τούτου, προκειμένου να προσδιοριστούν τα έννομα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να ληφθεί υπόψη το νομικό πλαίσιο που διέπει, μεταξύ άλλων, την επιλογή των έργων, και ειδικότερα των μεγάλων έργων, που χρηματοδοτούνται από το ΕΤΠΑ.
36
Υπ’ αυτό το πρίσμα, από τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1083/2006 προκύπτει ότι:
—
η επίτευξη των στόχων των Ταμείων επιδιώκεται στο πλαίσιο στενής συνεργασίας, αποκαλούμενης εταιρική σχέση, μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους (βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006)·
—
τα Ταμεία παρέχουν συνδρομή η οποία συμπληρώνει τις εθνικές δράσεις και η συνεισφορά τους δεν αντικαθιστά τις δημόσιες διαρθρωτικές δαπάνες των κρατών μελών (βλ. άρθρο 9, παράγραφος 1, και άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006)·
—
κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή εθνικό στρατηγικό πλαίσιο αναφοράς, το οποίο εξασφαλίζει ότι η συνδρομή από τα Ταμεία συμβαδίζει με τις στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές της Ένωσης για τη συνοχή και αποτελεί μέσο αναφοράς για την εκπόνηση του προγραμματισμού των Ταμείων (βλ. άρθρο 27, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1083/2006)·
—
σε κάθε κράτος μέλος οι δραστηριότητες των Ταμείων λαμβάνουν τη μορφή επιχειρησιακών προγραμμάτων που εκπονούνται από το κράτος μέλος και υποβάλλονται στην Επιτροπή προς αξιολόγηση και έγκριση (βλ. άρθρο 32, παράγραφοι 1 έως 5, του κανονισμού 1083/2006)·
—
τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των επιχειρησιακών προγραμμάτων και, προς τούτο, ορίζουν, μεταξύ άλλων, μια διαχειριστική αρχή, μια αρχή πιστοποιήσεως, καθώς και, ενδεχομένως, ενδιάμεσους φορείς για την εκτέλεση όλων ή μέρους των καθηκόντων τους, και μια ελεγκτική αρχή (βλ. άρθρο 58, άρθρο 59, παράγραφοι 1 και 2, και άρθρο 70, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006). Η διαχειριστική αρχή είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση και την υλοποίηση του επιχειρησιακού προγράμματος και, μεταξύ άλλων, για «τη διασφάλιση της επιλογής των προς χρηματοδότηση πράξεων σύμφωνα με τα κριτήρια που εφαρμόζονται στο επιχειρησιακό πρόγραμμα, καθώς και της συμμόρφωσής τους με τους ισχύοντες [ενωσιακούς] και εθνικούς κανόνες» [βλ. άρθρο 60, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1083/2006]·
—
για κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα, τα κράτη μέλη συνιστούν επιτροπή παρακολούθησης, η οποία βεβαιώνεται για την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα της υλοποιήσεως του επιχειρησιακού προγράμματος, μεταξύ άλλων, εξετάζοντας και εγκρίνοντας τα κριτήρια για την επιλογή των προς χρηματοδότηση πράξεων (βλ. άρθρα 63 και 65 του κανονισμού 1083/2006)·
—
κάθε πράξη, δηλαδή έργο ή ομάδα έργων για την επίτευξη των στόχων του επιχειρησιακού προγράμματος, επιλέγεται από τη διαχειριστική αρχή σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζονται από την επιτροπή παρακολούθησης (βλ. άρθρο 2, σημείο 2, του κανονισμού 1083/2006)·
—
όταν το κράτος μέλος επιλέγει ένα μεγάλο έργο, δηλαδή «δαπάνες […] οι οποίες περιλαμβάνουν σειρές εργασιών, δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών που έχουν ως στόχο να ολοκληρώσουν μια αδιαίρετη εργασία συγκεκριμένης οικονομικής ή τεχνικής φύσης με σαφώς προσδιορισμένους στόχους και με συνολικό κόστος […] άνω των 50 [εκατομμυρίων ευρώ]» (βλ. άρθρο 39 του κανονισμού 1083/2006), και το συμπεριλαμβάνει σε επιχειρησιακό πρόγραμμα για να χρηματοδοτηθεί από το ΕΤΠΑ, το έργο αυτό πρέπει να εγκριθεί από την Επιτροπή, προκειμένου να αξιολογηθεί ο σκοπός του, οι επιπτώσεις του καθώς και η σχεδιαζόμενη χρήση των πόρων της Ένωσης (βλ. αιτιολογική σκέψη 49 του κανονισμού 1083/2006):
—
προς τούτο, το μεγάλο έργο υποβάλλεται στην Επιτροπή από το κράτος μέλος ή από τη διαχειριστική αρχή, μαζί με τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 40 του κανονισμού 1083/2006 (βλ. άρθρο 41, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού)·
—
το κράτος μέλος ή η διαχειριστική αρχή υποβάλλει αίτημα για παροχή συνδρομής σύμφωνα με τα υποδείγματα αιτήσεως (με την ονομασία «Μεγάλο έργο – Αίτηση επιβεβαίωσης χρηματοδοτικής ενίσχυσης βάσει των άρθρων 39 έως 41 του κανονισμού […] 1083/2006») που προβλέπονται στα παραρτήματα XX έως XXII του κανονισμού 1828/2006 (βλ. άρθρο 40, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, και παράγραφος 3, του τελευταίου αυτού κανονισμού)·
—
βάσει των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην εν λόγω αίτηση, η Επιτροπή αξιολογεί τη συνέπεια του μεγάλου έργου με τις προτεραιότητες του επιχειρησιακού προγράμματος ή των οικείων προγραμμάτων, τη συμβολή του στην επίτευξη των στόχων των προτεραιοτήτων αυτών και τη συνέπειά του με άλλες πολιτικές της Ένωσης (βλ. άρθρο 41, παράγραφος 1, του κανονισμού 1083/2006)·
—
υπό τον όρο ότι η υποβολή της αιτήσεως είναι σύμφωνη προς το άρθρο 40 του κανονισμού 1083/2006, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση το συντομότερο δυνατόν, αλλά οπωσδήποτε εντός τριών μηνών από την υποβολή του μεγάλου έργου (βλ. άρθρο 41, παράγραφος 2, του κανονισμού 1083/2006)·
—
η απόφαση της Επιτροπής, εφόσον δέχεται την αίτηση, καθορίζει το φυσικό αντικείμενο του έργου και το ποσό επί του οποίου εφαρμόζεται το ποσοστό συγχρηματοδοτήσεως, καθώς και το σχέδιο συνεισφοράς του Ταμείου (βλ. άρθρο 41, παράγραφος 2, του κανονισμού 1083/2006) ·
—
στην περίπτωση που η Επιτροπή αρνηθεί χρηματοδοτική συνεισφορά σε μεγάλο έργο, κοινοποιεί στο κράτος μέλος τους σχετικούς λόγους (βλ. άρθρο 41, παράγραφος 3, του κανονισμού 1083/2006)·
—
στην περίπτωση που η Επιτροπή αρνηθεί χρηματοδοτική συνεισφορά σε μεγάλο έργο και το κράτος μέλος περιέλαβε ήδη πληρωμές σχετικές με το μεγάλο έργο σε κατάσταση δαπανών που υποβλήθηκε στην Επιτροπή, η κατάσταση αυτή πρέπει να διορθωθεί αναλόγως μετά την έκδοση της απορριπτικής αποφάσεως (βλ. άρθρο 78, παράγραφος 4, του κανονισμού 1083/2006).
37
Από το σύνολο των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι πράξεις που αποσκοπούν στην αξιολόγηση και στην επιβεβαίωση ή μη εκ μέρους της Επιτροπής της χρηματοδοτικής συνεισφοράς του ΕΤΠΑ σε μεγάλο έργο διενεργούνται μόνο στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους (βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη της 6ης Μαρτίου 2012, Northern Ireland Department of Agriculture and Rural Development κατά Επιτροπής, T-453/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:106, σκέψη 46).
38
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που υπενθυμίζονται στη σκέψη 36 ανωτέρω, το κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την επιλογή των πράξεων προς χρηματοδότηση μέσω του ΕΤΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων έργων· το κράτος μέλος είναι αυτό που υποβάλλει στην Επιτροπή, αφού έχει επιλέξει ένα μεγάλο έργο προς χρηματοδότηση από το ΕΤΠΑ στο πλαίσιο επιχειρησιακού προγράμματος, αίτηση επιβεβαιώσεως που περιέχει τις σχετικές πληροφορίες και το οποίο, ενδεχομένως, τις συμπληρώνει· η Επιτροπή αξιολογεί το μεγάλο έργο βάσει ακριβώς της αιτήσεως αυτής· το αποτέλεσμα της αξιολογήσεως κοινοποιείται από την Επιτροπή μόνο στο κράτος μέλος και, στην περίπτωση που η Επιτροπή αρνηθεί τη συνεισφορά σε μεγάλο έργο, στο κράτος μέλος εναπόκειται να διορθώσει τις υποβληθείσες προς την Επιτροπή καταστάσεις δαπανών που περιέχουν δαπάνες σχετικές με το εν λόγω μεγάλο έργο. Ως εκ τούτου, στο οικείο κράτος μέλος απευθύνει η Επιτροπή την απόφασή της περί χορηγήσεως ή περί αρνήσεως χορηγήσεως της συνεισφοράς του ΕΤΠΑ σε μεγάλο έργο. Επομένως, το οικείο κράτος μέλος είναι ο δικαιούχος της εν λόγω χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη της 9ης Ιουνίου 2016, IREPA κατά Επιτροπής και Ελεγκτικού Συνεδρίου, T-825/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:345, σκέψη 38).
39
Τούτο συμφωνεί με το ότι, κατά τη νομολογία, η συνδρομή του ΕΤΠΑ νοείται ως σύστημα μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 3ης Μαρτίου 2011, Caixa General de Depósitos κατά Επιτροπής, T-401/07, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:72, σκέψη 69).
40
Τρίτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο ορισμός, με απόφαση περί χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνδρομής της Ένωσης στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ, ενός φορέα ως αρχής αρμόδιας για την εκτέλεση έργου δεν συνεπάγεται ότι ο φορέας αυτός είναι ο ίδιος δικαιούχος της εν λόγω συνδρομής. Το γεγονός και μόνον ότι ο φορέας αυτός αναφέρεται ως η αρμόδια αρχή για την αίτηση χρηματοδοτικής συνδρομής ωσαύτως δεν έχει ως συνέπεια τη δημιουργία άμεσης σχέσεως μεταξύ αυτού και της συνδρομής της Ένωσης. Ομοίως, το γεγονός ότι ο φορέας ορίσθηκε ως λήπτης της χρηματοδοτικής συνδρομής δεν συνεπάγεται ότι είναι ο δικαιούχος της εν λόγω συνδρομής. Επομένως, ως δικαιούχος της χρηματοδοτικής συνδρομής του ΕΤΠΑ πρέπει να θεωρηθεί το κράτος μέλος που είναι ο αποδέκτης της αποφάσεως περί χορηγήσεως της εν λόγω συνδρομής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville Vesuviane και Ente per le Ville Vesuviane κατά Επιτροπής, C-445/07 P και C-455/07 P, EU:C:2009:529, σκέψεις 47 έως 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και διάταξη της 14ης Σεπτεμβρίου 2011, Regione Puglia κατά Επιτροπής, T-84/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:468, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, διατάξεις της 21ης Μαΐου 2015, APRAM κατά Επιτροπής, T-403/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:317, σκέψεις 36 και 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 9ης Ιουνίου 2016, IREPA κατά Επιτροπής και Ελεγκτικού Συνεδρίου, T-825/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:345, σκέψεις 38 έως 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
41
Από τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 40 ανωτέρω, προκύπτει ότι ως δικαιούχος της συνδρομής του ΕΤΠΑ για το έργο πρέπει να θεωρηθεί, εν προκειμένω, η Δημοκρατία της Πολωνίας, και όχι η προσφεύγουσα.
42
Τέταρτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, εν προκειμένω, σύμφωνα με τις διατάξεις που υπενθυμίζονται στη σκέψη 36 ανωτέρω, η Δημοκρατία της Πολωνίας είναι εκείνη που υπέβαλε, στις 10 Σεπτεμβρίου 2012, στην Επιτροπή αίτηση χορηγήσεως χρηματοδοτικής συνεισφοράς του ΕΤΠΑ για το έργο (βλ. σκέψη 4 ανωτέρω).
43
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή αρνήθηκε να χορηγήσει την εν λόγω χρηματοδοτική συνεισφορά στη Δημοκρατία της Πολωνίας (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, αφενός, το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει τη Δημοκρατία της Πολωνίας ως μοναδικό αποδέκτη της αποφάσεως αυτής. Αφετέρου, το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αρνούμενο να χορηγήσει συνεισφορά του ΕΤΠΑ, έχει ως αποτέλεσμα ότι αποκλείει για τη Δημοκρατία της Πολωνίας τη δυνατότητα να καταλογίσει στο ΕΤΠΑ ενδεχόμενες δαπάνες της για το έργο. Ως εκ τούτου, το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως υποχρεώνει τη Δημοκρατία της Πολωνίας να διορθώσει όλες τις σχετικές με το έργο δαπάνες που υπέβαλε στην Επιτροπή με κατάσταση δαπανών προγενέστερη της εν λόγω αποφάσεως.
44
Επομένως, βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας στερείται τη χρηματοδοτική συνεισφορά του ΕΤΠΑ για τη χρηματοδότηση του έργου και πρέπει να διορθώσει τις σχετικές με το έργο δαπάνες της που έχει ενδεχομένως υποβάλει ήδη στην Επιτροπή.
45
Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παράγει αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας και ότι, επομένως, το πρώτο κριτήριο περί του αν η απόφαση αφορά άμεσα την προσφεύγουσα δεν πληρούται εν προκειμένω.
46
Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα.
47
Πρώτον, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα βοήθησε τις πολωνικές αρχές στην προετοιμασία των απαντήσεών τους στα έγγραφα της Επιτροπής και ζήτησε την πραγματοποίηση συναντήσεως με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, στην οποία συμμετείχε, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη άμεσης σχέσεως μεταξύ της προσφεύγουσας και της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι η ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσεως μπορεί να αποδειχθεί μόνον όταν η προσβαλλόμενη πράξη παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής καταστάσεως του προσφεύγοντος χωρίς εφαρμογή άλλων παρεμβαλλόμενων κανόνων (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 2010, Provincie Groningen και Provincie Drenthe κατά Επιτροπής, T-69/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2010:423, σκέψεις 51 και 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
48
Δεύτερον, το στοιχείο που επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα, ότι δηλαδή στις αιτιολογικές σκέψεις 6, 15 και 17 της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτή αποκαλείται, κατά ατυχή βεβαίως διατύπωση, «αιτούσα» και ότι το έντυπο της αιτήσεως που υπέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας την ορίζει ως «αρμόδιο οργανισμό για την εκτέλεση του έργου (δικαιούχο)» (τμήμα A.2.1 του εντύπου της αιτήσεως) και αναφέρεται σε αυτήν κατά την περιγραφή του έργου (τμήμα B.1.2 του εντύπου της αιτήσεως), δεν συνεπάγεται ότι έχει άμεση σχέση με τη χρηματοδοτική συνδρομή του ΕΤΠΑ ή ότι είναι η ίδια ο δικαιούχος της συνδρομής (βλ., κατ’ αναλογία, διατάξεις της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, T-363/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:403, σκέψη 25, και της 14ης Σεπτεμβρίου 2011, Regione Puglia κατά Επιτροπής, T‑84/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:468, σκέψη 34).
49
Τρίτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 40, ανωτέρω, δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω διότι, με τη νομολογία αυτή, η οποία αφορά υποθέσεις μειώσεως, καταργήσεως ή περατώσεως της συνδρομής, υπεύθυνα για την επιλογή, την εφαρμογή και το έλεγχο των έργων ήταν τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία επιλογή. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, αντιθέτως, στον τομέα των μεγάλων έργων, όπως εν προκειμένω, το κράτος μέλος ενεργεί ως «απλός ενδιάμεσος» και δεν έχει ευθύνη για την επιλογή ή την έγκριση των έργων, η οποία ανήκει αποκλειστικά στην Επιτροπή. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί επομένως να προβάλει καμία αξίωση κατά του κράτους μέλους.
50
Τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
51
Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι η νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 40 ανωτέρω αφορά τόσο τις πράξεις που δεν συνιστούν μεγάλα έργα όσο και, ακριβώς, τα μεγάλα έργα (απόφαση της 2ας Μαΐου 2006, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, C-417/04 P, EU:C:2006:282, σκέψη 1· διατάξεις της 8ης Ιουλίου 2004, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, T-341/02, EU:T:2004:228, σκέψη 16, και της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, T-363/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:403, σκέψεις 1 και 4).
52
Ακολούθως, αντίθετα προς όσα προβάλλει η προσφεύγουσα, από τις διατάξεις του κανονισμού 1083/2006 που υπενθυμίζονται στη σκέψη 36, ανωτέρω, προκύπτει ότι υπεύθυνα για την επιλογή των πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων έργων είναι τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή δεν προβαίνει σε καμία επιλογή των μεγάλων έργων τα οποία προτείνονται στις εθνικές αρχές από τους αιτούντες, αλλά προβαίνει μόνο, και αποκλειστικά έναντι των κρατών μελών, σε αξιολόγηση, μεταξύ άλλων, της συνέπειας και της συνδρομής (κατά την έννοια του άρθρου 41, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού) των μεγάλων έργων τα οποία έχουν ήδη επιλέξει οι εθνικές αρχές και της έχουν υποβάλει προς επιβεβαίωση ή μη της χρηματοδοτικής συνεισφοράς στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ.
53
Συναφώς, η συλλογιστική της αποφάσεως της 19ης Μαΐου 1994, Consorzio gruppo di azione locale Murgia Messapica κατά Επιτροπής (T-465/93, EU:T:1994:56), την οποία επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση. Αφενός, επισημαίνεται ότι, στις σκέψεις 25 και 26 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επικέντρωσε την ανάλυσή του στην προϋπόθεση σχετικά με το ότι η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα, αναφέροντας απλώς, όσον αφορά την προϋπόθεση αυτή, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στην υπόθεση εκείνη είχε παραγάγει άμεσα έννομα αποτελέσματα έναντι της προσφεύγουσας χωρίς την παρεμβολή άλλων οργάνων της Ένωσης ή εθνικών οργάνων. Αφετέρου, όπως προκύπτει από το σημείο 6 της ανακοινώσεως προς τα κράτη μέλη περί καθορισμού των κατευθύνσεων για τις ολοκληρωμένες συνολικές επιδοτήσεις για τις οποίες τα κράτη μέλη καλούνται να υποβάλουν προτάσεις στο πλαίσιο μιας κοινοτικής πρωτοβουλίας που αφορά την αγροτική ανάπτυξη (ΕΕ 1991, C 73, σ. 33), η οποία είχε εφαρμογή στην υπόθεση εκείνη, οι «τοπικές ομάδες» αποδέκτριες της επιχορηγήσεως είχαν επιλεγεί «από τα κράτη μέλη και από την Επιτροπή […], βάσει ευρύτερων προτάσεων των κρατών μελών». Συγκεκριμένα, από την εν λόγω απόφαση προκύπτει ότι οι ιταλικές αρχές είχαν υποβάλει στην Επιτροπή σειρά έργων και η Επιτροπή είχε επιλέξει ορισμένα από αυτά (απόφαση της 19ης Μαΐου 1994, Consorzio gruppo di azione locale Murgia Messapica κατά Επιτροπής, T-465/93, EU:T:1994:56, σκέψεις 5 έως 12). Πάντως, εν προκειμένω, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 52 ανωτέρω, η επιλογή των έργων δεν πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή, αλλά μόνον από τις εθνικές αρχές.
54
Περαιτέρω, καθόσον η νομολογία που μνημονεύεται στη σκέψη 40 ανωτέρω διαμορφώθηκε στο πλαίσιο υποθέσεων στις οποίες η συνδρομή του ΕΤΠΑ χορηγήθηκε στο κράτος μέλος και στη συνέχεια μειώθηκε ή ακόμα και καταργήθηκε, είναι κατά μείζονα λόγο λυσιτελής εφόσον η συνδρομή του ΕΤΠΑ δεν είχε ακόμη χορηγηθεί στο κράτος μέλος και, συνεπακόλουθα, εφόσον η σχέση μεταξύ του φορέα, ο οποίος ορίσθηκε ως αρμόδιος για την εκτέλεση του έργου, για την αίτηση ή ως δικαιούχος της συνδρομής, και της συνδρομής του ΕΤΠΑ είναι ακόμη περισσότερο έμμεση.
55
Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας κατά το οποίο η εν λόγω νομολογία δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω διότι η προσφεύγουσα δεν έχει τη δυνατότητα να προβάλει καμία αξίωση κατά του κράτους μέλους και πρέπει επομένως να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την αφορά άμεσα, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι στους ιδιώτες πρέπει να παρέχεται αποτελεσματική ένδικη προστασία των δικαιωμάτων που αντλούν από την έννομη τάξη της Ένωσης, η επίκληση του δικαιώματος για μια τέτοια προστασία δεν μπορεί ωστόσο να διακυβεύσει την τήρηση των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Κατά πάγια νομολογία, η δικαστική προστασία των φυσικών ή νομικών προσώπων που δεν έχουν τη δυνατότητα, λόγω των προϋποθέσεων του παραδεκτού που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, να προσβάλουν απευθείας πράξεις της Ένωσης όπως η επίδικη απόφαση πρέπει να εξασφαλίζεται αποτελεσματικώς με την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Τα εν λόγω εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 ΣΛΕΕ, να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν, στο μέτρο του δυνατού, τους εσωτερικούς δικονομικούς κανόνες που διέπουν την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων, κατά τρόπον ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στα εν λόγω πρόσωπα να αμφισβητούν ενώπιον των δικαστηρίων τη νομιμότητα οποιασδήποτε εθνικής αποφάσεως ή εθνικού μέτρου σχετικά με την εφαρμογή επ’ αυτών πράξεως της Ένωσης, όπως η επίμαχη, προβάλλοντας την ακυρότητά της και ωθώντας έτσι τα δικαστήρια αυτά στην υποβολή σχετικών προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville Vesuviane και Ente per le Ville Vesuviane κατά Επιτροπής, C-445/07 P και C-455/07 P, EU:C:2009:529, σκέψεις 65 και 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και διάταξη της 9ης Ιουνίου 2016, IREPA κατά Επιτροπής και Ελεγκτικού Συνεδρίου, T-825/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:345, σκέψεις 48 και 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
56
Εν προκειμένω, σύμφωνα με το ισχύον εθνικό δίκαιο, η προσφεύγουσα μπορούσε μεταξύ άλλων να εναντιωθεί, ενώπιον του αρμόδιου εθνικού δικαστή, στη λύση της συμβάσεως ή στη ζητηθείσα από τις πολωνικές αρχές επιστροφή δυνάμει της εν λόγω συμβάσεως, προβάλλοντας την ακυρότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως στην οποία στηρίχθηκαν τα εν λόγω αιτήματα. Η προσφεύγουσα θα μπορούσε έτσι να ωθήσει το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα για το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
57
Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η απαίτηση αποτελεσματικής ένδικης προστασίας δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να μη λαμβάνεται υπόψη η προβλεπόμενη στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ προϋπόθεση, κατά την οποία η επίμαχη πράξη πρέπει να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα (βλ. διάταξη της 9ης Ιουνίου 2016, IREPA κατά Επιτροπής και Ελεγκτικού Συνεδρίου, T‑825/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:345, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58
Τέταρτον, τα φερόμενα αρνητικά αποτελέσματα τα οποία προβάλλει η προσφεύγουσα, δηλαδή ότι θα στερηθεί τους αναγκαίους πόρους για την εκτέλεση του έργου, ότι θα περιέλθει σε αδυναμία συνεχίσεως του έργου και ότι θα υποχρεωθεί να επωμισθεί η ίδια τις ζημίες από τις δαπάνες που ανέλαβε, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι αποδείχθηκαν, δεν απορρέουν ούτε από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε από τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που διέπουν τα αποτελέσματα της εν λόγω αποφάσεως, αλλά από τις συνέπειες τις οποίες οι πολωνικές αρχές και η προσφεύγουσα συμφώνησαν, στο πλαίσιο της συμβάσεως, ότι θα έχει η εν λόγω απόφαση.
59
Συγκεκριμένα, το άρθρο 5, παράγραφοι 24 και 26, της συμβάσεως προβλέπει την καταγγελία της σε περίπτωση αρνητικής αποφάσεως της Επιτροπής επί της αιτήσεως επιβεβαιώσεως και, στην περίπτωση αυτή, την υποχρέωση της προσφεύγουσας να επιστρέψει τα κονδύλια που έλαβε από τις πολωνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων και των κονδυλίων που δεν προέρχονται από το ΕΤΠΑ. Επομένως, οι συνέπειες και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση παρεμβάλλονται μεταξύ της νομικής καταστάσεως της προσφεύγουσας και της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογία, διάταξη της 6ης Ιουνίου 2002, SLIM Sicilia κατά Επιτροπής, T-105/01, EU:T:2002:147, σκέψη 53).
Επί του δευτέρου κριτηρίου περί του αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα την προσφεύγουσα
60
Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο περί του αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα την προσφεύγουσα, το οποίο διαλαμβάνεται στη σκέψη 32 ανωτέρω, πρέπει να υπομνησθεί ότι η παρεμβολή μιας αυτοτελούς βουλήσεως του αποδέκτη μεταξύ της αποφάσεως και των συνεπειών της για την προσφεύγουσα έχει ως αποτέλεσμα η απόφαση να μην την αφορά άμεσα. Μολονότι η απόφαση του αποδέκτη δεν επιβάλλεται νομικά ούτε από το δίκαιο της Ένωσης ούτε από τη συγκεκριμένη απόφαση της Επιτροπής, αλλά στηρίζεται σε αυτοτελή απόφαση του κράτους μέλους, δεν υφίσταται άμεσος δεσμός μεταξύ της αποφάσεως της Επιτροπής και της προσφεύγουσας (βλ. διάταξη της 6ης Μαρτίου 2012, Northern Ireland Department of Agriculture and Rural Development κατά Επιτροπής, T‑453/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:106, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
61
Υπενθυμίζεται ότι, εν προκειμένω, το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως έχει ως αποτέλεσμα την άρνηση χορηγήσεως στη Δημοκρατία της Πολωνίας συνεισφοράς του ΕΤΠΑ για το έργο. Η διάταξη αυτή συνεπάγεται επομένως ότι ενδεχόμενες δαπάνες της Δημοκρατίας της Πολωνίας σχετικές με το έργο αυτό δεν λαμβάνονται υπόψη από το ΕΤΠΑ.
62
Το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το άρθρο 78, παράγραφος 4, του κανονισμού 1083/2006, επιβάλλει στη Δημοκρατία της Πολωνίας την υποχρέωση να διορθώσει τις ήδη υποβληθείσες στην Επιτροπή καταστάσεις δαπανών που περιέχουν δαπάνες σχετικές με το έργο.
63
Υπό τις συνθήκες αυτές, η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως από τη Δημοκρατία της Πολωνίας απαιτεί απλώς, αφενός, να μη δηλωθούν οι εν λόγω δαπάνες στην Επιτροπή και, αφετέρου, εάν έχουν ήδη δηλωθεί στην Επιτροπή με δήλωση προγενέστερη της προσβαλλομένης αποφάσεως, να διορθωθεί η επόμενη κατάσταση δαπανών.
64
Επιβάλλεται επομένως η διαπίστωση ότι η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως από τη Δημοκρατία της Πολωνίας δεν έχει, δυνάμει της ίδιας της προσβαλλομένης αποφάσεως ή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης που διέπουν το αποτέλεσμά της, καμία συνέπεια για την προσφεύγουσα, δεδομένου ότι τα αποτελέσματά της περιορίζονται μόνο στις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης, ιδίως του ΕΤΠΑ, και της Δημοκρατίας της Πολωνίας.
65
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμποδίζει την προσφεύγουσα να υλοποιήσει το έργο ή τη Δημοκρατία της Πολωνίας να το χρηματοδοτήσει μέσω άλλων οικονομικών πόρων πλην αυτών του ΕΤΠΑ. Ομοίως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν επιβάλλει στη Δημοκρατία της Πολωνίας να καταγγείλει τη σύμβαση ή να ανακτήσει τα ποσά που κατέβαλε στην προσφεύγουσα για την υλοποίηση του έργου.
66
Στο σημείο 84 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Regione Siciliana κατά Επιτροπής (C-417/04 P, EU:C:2006:28), όσον αφορά τη μη χορήγηση συνεισφοράς του ΕΤΠΑ, επισημαίνονται τα εξής:
«Επομένως, εναπόκειται [στο κράτος μέλος] να αποφασίσει για το μέλλον αυτού που αποτελεί στην πραγματικότητα, δικό [του] έργο. [Το εν λόγω κράτος μέλος] έχει διάφορες λύσεις στη διάθεσή [του] όπως, επί παραδείγματι, να το εγκαταλείψει, να αναστείλει την εκτέλεσή του ή να το παραχωρήσει, έχει όμως και την ευχέρεια να αναλάβει την κάλυψη των δαπανών που απαιτούνται για την περάτωσή του. Μολονότι [η άρνηση της συνεισφοράς έχει επιπτώσεις], η Επιτροπή, όταν [αρνείται τη συνεισφορά], δεν προδικάζει ούτε προκαταλαμβάνει την απόφαση του κράτους μέλους όσον αφορά τη μελλοντική εξέλιξη των έργων του περιφερειακής αναπτύξεως, ούτε και του απευθύνει σχετική σύσταση.»
67
Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απορρέει άμεσα καμία επίπτωση δυνάμει του δικαίου της Ένωσης ή της ίδιας της αποφάσεως και ότι, επομένως, το δεύτερο κριτήριο περί του αν μια πράξη αφορά άμεσα την προσφεύγουσα δεν πληρούται εν προκειμένω.
68
Οι εκτιμήσεις αυτές δεν κλονίζονται από τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
69
Πρώτον, το προβληθέν από την προσφεύγουσα περιστατικό ότι οι πολωνικές αρχές εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να μην επιχορηγήσουν μεταγενέστερα το έργο ελλείψει συνεισφοράς του ΕΤΠΑ, ακόμη και αν υποτεθεί ότι έχει αποδειχθεί, ουδόλως απορρέει από την προσβαλλόμενη απόφαση και, εν πάση περιπτώσει, συνιστά την έκφραση της υπάρξεως αυτοτελούς βουλήσεως των εν λόγω αρχών, ελλείψει οποιασδήποτε υποχρεώσεως απορρέουσας συναφώς από την προσβαλλόμενη απόφαση ή από το δίκαιο της Ένωσης (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville Vesuviane και Ente per le Ville Vesuviane κατά Επιτροπής, C-445/07 P και C‑455/07 P, EU:C:2009:529, σκέψη 56).
70
Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία, η πρόθεση της Δημοκρατίας της Πολωνίας να μη χρηματοδοτήσει πλέον το έργο δεν αρκεί για να αποδειχθεί το άμεσο συμφέρον που απαιτεί το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, διότι το κράτος μέλος θα είχε έτσι τη δυνατότητα να αποφασίζει αν το συγκεκριμένο πρόσωπο νομιμοποιείται να προσφύγει ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, διατάξεις της 14ης Σεπτεμβρίου 2011, Regione Puglia κατά Επιτροπής, T-84/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:468, σκέψη 52, και της 21ης Μαΐου 2015, APRAM κατά Επιτροπής, T-403/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:317, σκέψη 49).
71
Δεύτερον, το γεγονός ότι, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 3 ανωτέρω, το άρθρο 5, παράγραφος 24, της συμβάσεως προβλέπει τη λύση της συμβάσεως αυτής σε περίπτωση αρνήσεως χορηγήσεως της συνεισφοράς από την Επιτροπή ωσαύτως δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, δυνάμει της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι πολωνικές αρχές δεν διαθέτουν διακριτική ευχέρεια.
72
Συγκεκριμένα, κατ’ αρχάς, στον βαθμό που το επιχείρημα αυτό συνίσταται στην προβολή φερόμενης ελλείψεως διακριτικής ευχέρειας απορρέουσας από τη σύμβαση και όχι από τη νομοθεσία της Ένωσης, στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της παρατιθέμενης στις σκέψεις 32 και 60 ανωτέρω νομολογίας, κατά την οποία η έλλειψη διακριτικής ευχέρειας πρέπει να απορρέει από το δίκαιο της Ένωσης (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 14ης Σεπτεμβρίου 2011, Regione Puglia κατά Επιτροπής, T-84/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:468, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
73
Ακολούθως, κατ’ αναλογία με τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στις σκέψεις 69 και 70 ανωτέρω, παρατηρείται ότι το γεγονός ότι οι πολωνικές αρχές και η προσφεύγουσα αποφάσισαν τη λύση της συμβάσεως σε περίπτωση αρνήσεως παροχής της συνδρομής του ΕΤΠΑ συνιστά επίσης την έκφραση της υπάρξεως της αυτοτελούς βουλήσεώς τους, ελλείψει οποιασδήποτε υποχρεώσεως απορρέουσας συναφώς από το δίκαιο της Ένωσης. Τέλος, εάν απλώς και μόνον η ύπαρξη μιας τέτοιας ρήτρας επαρκούσε για να αποδειχθεί το άμεσο συμφέρον που απαιτεί το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, τούτο θα συνεπαγόταν, αφενός, ότι επιτρέπεται στα μέρη μιας τέτοιας συμβάσεως να αποφασίζουν εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο νομιμοποιείται ή όχι να προσφύγει ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης και, αφετέρου, ότι εκτιμάται διαφορετικά η κατάσταση προσώπου το οποίο φέρεται να αφορά μια απόφαση της Επιτροπής, αναλόγως του αν συνήψε ή όχι τέτοια σύμβαση με τις εθνικές αρχές, κατά τις πρακτικές που υφίστανται σε κάθε κράτος μέλος.
74
Τρίτον, το επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αντλούμενο από το ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν ήταν ελεύθερη να διαθέσει για το έργο άλλα κονδύλια προερχόμενα από τον εθνικό προϋπολογισμό, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδείχθηκε, βασίζεται επίσης, υπό το πρίσμα της νομολογίας που υπενθυμίστηκε στη σκέψη 72 ανωτέρω, σε εσφαλμένη ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, στον βαθμό που συνίσταται στην επίκληση φερόμενης ελλείψεως διακριτικής ευχέρειας απορρέουσας από το εθνικό δίκαιο και όχι από τη νομοθεσία της Ένωσης.
75
Τέταρτον, η νομολογία στην οποία παραπέμπει η προσφεύγουσα προς στήριξη του επιχειρήματος περί ελλείψεως διακριτικής ευχέρειας των πολωνικών αρχών, δηλαδή οι αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1971, Bock κατά Επιτροπής (62/70, EU:C:1971:108), της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (11/82, EU:C:1985:18), της 5ης Μαΐου 1998, Dreyfus κατά Επιτροπής (C-386/96 P, EU:C:1998:193), της 5ης Μαΐου 1998, Compagnie Continentale (France) κατά Επιτροπής (C-391/96 P, EU:C:1998:194), και της 5ης Μαΐου 1998, Glencore Grain κατά Επιτροπής (C-403/96 P, EU:C:1998:195), δεν μπορεί να εφαρμοστεί εν προκειμένω.
76
Συγκεκριμένα, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η λύση που προκρίθηκε με τις εν λόγω αποφάσεις έχει εξαιρετικό χαρακτήρα και εξηγείται από τις ειδικές περιστάσεις σε σχέση με τις οποίες εκδόθηκε και ότι τούτο προκύπτει από το γράμμα καθεαυτό των αποφάσεων αυτών (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 6ης Μαρτίου 2014, Northern Ireland Department of Agriculture and Rural Development κατά Επιτροπής, C-248/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:137, σκέψεις 23 και 26). Το Δικαστήριο υπενθύμισε επομένως ότι κατ’ εξαίρεση είχε κρίνει ότι η πράξη μπορεί να αφορά άμεσα τον προσφεύγοντα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, εάν άλλοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων η καθαρά υποθετική δυνατότητα να μη δώσει συνέχεια στην επίδικη απόφαση, επιτρέπουν να συναχθεί η ύπαρξη άμεσου συμφέροντός του (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ente per le Ville Vesuviane και Ente per le Ville Vesuviane κατά Επιτροπής, C‑445/07 P και C-455/07 P, EU:C:2009:529, σκέψη 58, και διάταξη της 6ης Μαρτίου 2014, Northern Ireland Department of Agriculture and Rural Development κατά Επιτροπής, C-248/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2014:137, σκέψη 25).
77
Ειδικότερα, όσον αφορά τις αποφάσεις της 5ης Μαΐου 1998, Dreyfus κατά Επιτροπής (C-386/96 P, EU:C:1998:193), της 5ης Μαΐου 1998, Compagnie Continentale (France) κατά Επιτροπής (C-391/96 P, EU:C:1998:194), και της 5ης Μαΐου 1998, Glencore Grain κατά Επιτροπής (C-403/96 P, EU:C:1998:195), πρέπει να υπομνησθεί ότι, με τις αποφάσεις αυτές, το Δικαστήριο στηρίχθηκε στο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντασσόταν η σύναψη της επίμαχης συμβάσεως προμηθείας, το οποίο χαρακτηριζόταν από την κρίσιμη οικονομική και χρηματοπιστωτική κατάσταση που αντιμετώπιζε ο δικαιούχος και από την επιδείνωση της καταστάσεώς του στον επισιτιστικό και στον ιατρικό τομέα, καθώς και στο γεγονός ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η επίμαχη προμήθεια σιτηρών μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με τους οικονομικούς πόρους που διέθεσε η Ένωση. Επομένως, η προσθήκη αναβλητικής αιρέσεως στη σύμβαση προμήθειας αντικατόπτριζε απλώς την αντικειμενική οικονομική εξάρτηση της επίμαχης συμβάσεως προμήθειας από τους οικονομικούς πόρους που διέθεσε η Ένωση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, Dreyfus κατά Επιτροπής, C-386/96 P, EU:C:1998:193, σκέψεις 50 και 51).
78
Όμως, η υπό κρίση υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από ανάλογο πραγματικό και οικονομικό πλαίσιο, στο οποίο, χωρίς τη συνεισφορά του ΕΤΠΑ, η προσφεύγουσα δεν θα είχε καμία πραγματική δυνατότητα να υλοποιήσει το έργο ή να έχει στη διάθεσή της τους αναγκαίους πόρους προς τούτο, εφόσον η συνεισφορά του ΕΤΠΑ ουδόλως είναι η μόνη πηγή χρηματοδοτήσεως του έργου αλλά, αντιθέτως, όπως προκύπτει από τη δικογραφία που κατατέθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το εν λόγω έργο χρηματοδοτήθηκε κατά περίπου 84 % από ιδιωτικά κονδύλια και κατά περίπου 2 % από άλλα κονδύλια του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
79
Ομοίως, όσον αφορά τις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 17ης Ιανουαρίου 1985, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (11/82, EU:C:1985:18), και της 23ης Νοεμβρίου 1971, Bock κατά Επιτροπής (62/70, EU:C:1971:108), πρέπει να υπομνησθεί ότι οι υποθέσεις αυτές αφορούσαν ειδικές περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή είχε επιτρέψει, κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους, τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως από το κράτος μέλος αυτό. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι το κράτος μέλος που ζήτησε τα εν λόγω μέτρα θα ενεργούσε αναλόγως προκειμένου να συναγάγει όλες τις σχετικές συνέπειες (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 8ης Ιουλίου 2004, Regione Siciliana κατά Επιτροπής, T-341/02, EU:T:2004:228, σκέψη 79). Αυτό, όμως, δεν ισχύει εν προκειμένω, εφόσον η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν ζήτησε από την Επιτροπή να εκδώσει απόφαση που να της παρέχει τη δυνατότητα να αρνηθεί τη χρηματοδοτική συνεισφορά για το έργο.
80
Πέμπτον, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας που αντλούνται από το ότι το έργο δεν ήταν βιώσιμο χωρίς τη συνεισφορά του ΕΤΠΑ και ότι τα κονδύλια αυτά λειτουργούσαν «ως κίνητρο» στηρίζονται σε εσφαλμένη αντίληψη της συνδρομής του ΕΤΠΑ. Συγκεκριμένα, η συνδρομή του ΕΤΠΑ παρέχεται στο κράτος μέλος, το οποίο μπορεί να τη χρησιμοποιήσει για να χρηματοδοτήσει έργα, ακόμη και μεγάλα έργα, στο πλαίσιο ενός ή περισσότερων επιχειρησιακών προγραμμάτων. Αντιθέτως, ο αρμόδιος για την εκτέλεση του έργου φορέας δεν έχει δικαίωμα στη συνδρομή αυτή και δεν έχει άμεση σχέση με αυτήν. Επομένως, αυτό που συμβάλλει άμεσα στη βιωσιμότητα ενός έργου ή λειτουργεί ως κίνητρο για την προσφεύγουσα δεν είναι η συνδρομή του ΕΤΠΑ, αλλά η επιχορήγηση που μπορούν ενδεχομένως να της χορηγήσουν οι πολωνικές αρχές, ιδίως μέσω κονδυλίων προερχόμενων από το ΕΤΠΑ. Όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμποδίζει τη Δημοκρατία της Πολωνίας να χρηματοδοτήσει το έργο, αλλά απλώς δεν της επιτρέπει να καταλογίσει τις ενισχύσεις αυτές στον προϋπολογισμό της Ένωσης στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ.
81
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, δεδομένου ότι δεν πληρούνται τα δύο κριτήρια που παρατίθενται στη σκέψη 32 ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά άμεσα την προσφεύγουσα, δεδομένου ότι παράγει αποτελέσματα μόνο στις έννομες σχέσεις μεταξύ της Επιτροπής και της Δημοκρατίας της Πολωνίας.
82
Πρέπει, συνεπώς, να συναχθεί ότι η προσφεύγουσα δεν πληροί μία από τις προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δηλαδή την προϋπόθεση κατά την οποία η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να την αφορά άμεσα, οπότε παρέλκει η εξέταση αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά την προσφεύγουσα ατομικά.
83
Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
84
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Η Green Source Poland sp. z o.o. φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Van der Woude
Ulloa Rubio
Μαρκουλλή
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 4 Μαΐου 2017.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Full & Egal Universal Law Academy