ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 16ης Μαρτίου 2016 ( *1 )
«Ντάμπινγκ — Εισαγωγές ηλιακών υαλοπινάκων καταγωγής Κίνας — Οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ — Ιδιότητα επιχειρήσεως δραστηριοποιούμενης υπό καθεστώς οικονομία της αγοράς — Άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 — Μείζων στρέβλωση προερχόμενη από παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς — Φορολογικά πλεονεκτήματα»
Στην υπόθεση T‑586/14,
Xinyi PV Products (Anhui) Holdings Ltd, με έδρα το Anhui (Κίνα), εκπροσωπούμενη από τους Y. Melin και Β. Ακριτίδη, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους L. Flynn και T. Maxian Rusche,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα για την ακύρωση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 470/2014 της Επιτροπής, της 13ης Μαΐου 2014, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ηλιακών υαλοπινάκων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 142, σ. 1, διορθωτικό ΕΕ 2014, L 253, σ. 4),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Prek, πρόεδρο, I. Labucka (εισηγήτρια) και V. Kreuschitz, δικαστές,
γραμματέας: L. Grzegorczyk, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 9ης Σεπτεμβρίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Το ιστορικό της διαφοράς και ο προσβαλλόμενος κανονισμός
1
Η προσφεύγουσα, Xinyi PV Products (Anhui) Holdings Ltd, είναι εταιρία εγκατεστημένη στην Κίνα, όπου παρασκευάζει και εξάγει με προορισμό την Ευρωπαϊκή Ένωση ηλιακούς υαλοπίνακες τους οποίους αφορά ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 470/2014 της Επιτροπής, της 13ης Μαΐου 2014, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ηλιακών υαλοπινάκων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 142, σ. 1, διορθωτικό ΕΕ 2014, L 253, σ. 4, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).
2
Μοναδικός μέτοχος της προσφεύγουσας είναι η εταιρία Xinyi Solar (Hong Kong) Ltd, που είναι εγκατεστημένη στο Χονγκ Κονγκ (Κίνα) (στο εξής: XSolarHK) και εισηγμένη στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ.
3
Στις 26 Νοεμβρίου 2013 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 1205/2013 για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλιακών υαλοπινάκων από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (ΕΕ L 316, σ. 8, στο εξής: κανονισμός για την επιβολή προσωρινού δασμού).
4
Όπως προκύπτει από τον προσβαλλόμενο κανονισμό, η διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε ο κανονισμός για την επιβολή προσωρινού δασμού κινήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2013, κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε στο όνομα παραγωγών των οποίων η δραστηριότητα αντιπροσώπευε ποσοστό άνω του 25 % της συνολικής παραγωγής ηλιακών υαλοπινάκων στην Ένωση (αιτιολογική σκέψη 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού).
5
Από τον προσβαλλόμενο κανονισμό προκύπτει επίσης ότι, μετά την κοινοποίηση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και του σκεπτικού βάσει των οποίων αποφασίστηκε η επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ (στο εξής: προσωρινά συμπεράσματα), διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη, μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα, υπέβαλαν γραπτώς παρατηρήσεις, γνωστοποιώντας τις απόψεις τους σχετικά με τα προσωρινά συμπεράσματα (αιτιολογική σκέψη 4 του προσβαλλόμενου κανονισμού).
6
Η Επιτροπή εξακολούθησε την αναζήτηση και την επαλήθευση όλων των πληροφοριών που έκρινε αναγκαίες για την εξαγωγή των οριστικών συμπερασμάτων της. Οι προφορικές και γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα μέρη εξετάστηκαν και, όπου κρίθηκε σκόπιμο, τα προσωρινά συμπεράσματα τροποποιήθηκαν αναλόγως (αιτιολογική σκέψη 5 του προσβαλλόμενου κανονισμού).
7
Στη συνέχεια, η Επιτροπή ενημέρωσε όλα τα μέρη, μεταξύ των οποίων και την προσφεύγουσα, για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό βάσει των οποίων επρόκειτο να προταθεί η επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλιακών υαλοπινάκων καταγωγής Κίνας και η οριστική είσπραξη των ποσών που είχαν καταβληθεί ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού (στο εξής: οριστικά συμπεράσματα). Σε όλα τα μέρη δόθηκε επίσης προθεσμία εντός της οποίας θα μπορούσαν να διατυπώσουν παρατηρήσεις σχετικά με τα οριστικά συμπεράσματα (αιτιολογική σκέψη 6 του προσβαλλόμενου κανονισμού).
8
Στις 21 Μαΐου 2013 η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτηση αναγνωρίσεως καθεστώτος οικονομίας της αγοράς (στο εξής: ΚΟΑ) και στις 6 Ιουνίου 2013 κατέθεσε τις απαντήσεις της στο ερωτηματολόγιο αντιντάμπινγκ της Επιτροπής.
9
Στις 21 Ιουνίου 2013 η προσφεύγουσα απάντησε σε έγγραφο της Επιτροπής με την οποία αυτή την καλούσε να υποβάλει συμπληρωματικά στοιχεία.
10
Οι πληροφορίες που διαβίβασε η προσφεύγουσα με το έντυπο της αιτήσεως αναγνωρίσεως ΚΟΑ και οι απαντήσεις που έδωσε στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής αποτέλεσαν αντικείμενο επαληθεύσεως στην έδρα της προσφεύγουσας στην Κίνα μεταξύ της 21ης και της 26ης Ιουνίου 2013.
11
Στα τέλη του μήνα Ιουνίου και κατά τον Ιούλιο 2013 η προσφεύγουσα, σε συνεννόηση με την Επιτροπή και κατόπιν αιτημάτων αυτής, προσκόμισε συμπληρωματικά στοιχεία.
12
Με έγγραφο της 22ας Αυγούστου 2013 (στο εξής: το από 22 Αυγούστου 2013 έγγραφο της Επιτροπής), η Επιτροπή ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι εκτιμούσε ότι δεν μπορούσε να δεχθεί το αίτημα αναγνωρίσεως ΚΟΑ που υπέβαλε η προσφεύγουσα, για τον λόγο και μόνο ότι δεν πληρούσε το τρίτο κριτήριο για την αναγνώριση του συγκεκριμένου καθεστώτος. Η Επιτροπή κάλεσε την προσφεύγουσα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αντιθέτως, η προσφεύγουσα κρίθηκε ότι πληρούσε τα τέσσερα υπόλοιπα κριτήρια για την αναγνώριση ΚΟΑ.
13
Στο από 22 Αυγούστου 2013 έγγραφο, η Επιτροπή προέβη στην ακόλουθη εκτίμηση:
14
Την 1η Σεπτεμβρίου 2013 η προσφεύγουσα υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις οποίες η Επιτροπή απάντησε με οριστική απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2013 επί της αιτήσεως περί αναγνωρίσεως ΚΟΑ (στο εξής: το από 13 Σεπτεμβρίου 2013 έγγραφο της Επιτροπής), η οποία επιβεβαίωσε την απόρριψη της αιτήσεως περί αναγνωρίσεως ΚΟΑ που είχε υποβάλει η προσφεύγουσα.
15
Στο από 13 Σεπτεμβρίου 2013 έγγραφό της, η Επιτροπή προέβη, μεταξύ άλλων, στην ακόλουθη εκτίμηση:
16
Μετά την ανακοίνωση των προσωρινών συμπερασμάτων και, εν συνεχεία, μετά την κοινοποίηση των οριστικών συμπερασμάτων, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η Επιτροπή κακώς απέρριψε την αίτησή της περί αναγνωρίσεως ΚΟΑ. Το επιχείρημα αυτό διατυπώθηκε στο στάδιο επεξεργασίας των προσωρινών συμπερασμάτων και απορρίφθηκε από την Επιτροπή με τις αιτιολογικές σκέψεις 43 και 47 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού (αιτιολογική σκέψη 32 του προσβαλλόμενου κανονισμού).
17
Κατά συνέπεια, με τον προσβαλλόμενο κανονισμό επιβεβαιώθηκαν οι διαπιστώσεις που περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 34 έως 47 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, κατά τις οποίες όλες οι αιτήσεις αναγνωρίσεως ΚΟΑ έπρεπε να απορριφθούν (αιτιολογική σκέψη 34 του προσβαλλόμενου κανονισμού).
18
Οι αιτιολογικές σκέψεις 34 έως 47 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού έχουν ως εξής:
Η διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
19
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 2014, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
20
Στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας, η Επιτροπή, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να λάβει μέτρο οργανώσεως διαδικασίας, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991, προκειμένου να υποχρεωθεί η προσφεύγουσα να αποδείξει ότι έλαβε τη συγκατάθεση εταιρίας που ήταν αποδέκτρια του προσαρτημένου στο υπόμνημα απαντήσεως εγγράφου για να προσκομίσει το έγγραφο αυτό, υποστηρίζοντας ότι, ελλείψει τέτοιας συγκαταθέσεως, το εν λόγω έγγραφο, το οποίο αφορά τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που έχει προβληθεί με την προσφυγή και στηρίζεται στην προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, πρέπει να αφαιρεθεί από τη δικογραφία.
21
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
22
Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 64, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, το Γενικό Δικαστήριο υπέβαλε στους διαδίκους ερωτήσεις στις οποίες έπρεπε να απαντήσουν γραπτώς πριν την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
23
Οι διάδικοι απάντησαν στις εν λόγω ερωτήσεις εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
24
Με έγγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Σεπτεμβρίου 2015, η προσφεύγουσα κατέθεσε, δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, αντίγραφο της ανακοινώσεως της Επιτροπής, της 12ης Δεκεμβρίου 1997, προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τη μεταχείριση που παρέχεται στο πλαίσιο των διαδικασιών αντιντάμπινγκ στις χώρες που δεν είχαν οικονομία αγοράς και σχετικά με πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας [COM(97) 677 τελικό].
25
Την ίδια ημέρα, το Γενικό Δικαστήριο διαβίβασε στην Επιτροπή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 85, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, το προσκομισθέν από την προσφεύγουσα αποδεικτικό στοιχείο, επισημαίνοντάς της ότι μπορούσε να τοποθετηθεί επί του εγγράφου αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
26
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 9ης Σεπτεμβρίου 2015.
27
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τον προσβαλλόμενο κανονισμό, κατά το μέρος που την αφορά·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
28
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί της εκπρόθεσμης προσκομίσεως αποδεικτικού στοιχείου
29
Όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω στη σκέψη 24, η προσφεύγουσα, την προηγουμένη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, κατέθεσε έγγραφο στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου ως νέο αποδεικτικό στοιχείο.
30
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο να μη συμπεριλάβει στη δικογραφία το εν λόγω έγγραφο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.
31
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, μόνο «[κ]ατ’ εξαίρεση, οι κύριοι διάδικοι μπορούν επίσης να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία ή να προτείνουν αποδεικτικά μέσα πριν από την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή πριν από την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, εφόσον δικαιολογήσουν την καθυστέρηση αυτή».
32
Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα στοιχείο που να δικαιολογεί την καθυστερημένη υποβολή του επίμαχου εγγράφου.
33
Εντούτοις, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, μολονότι οφείλουν, εντός των ορίων της ένδικης διαφοράς που έχουν καθορισθεί από τους διαδίκους, να αποφαίνονται μόνον επί των αιτημάτων που αυτοί έχουν διατυπώσει, εντούτοις, δεν μπορούν να περιορίζονται στην εξέταση μόνο των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι διάδικοι προς στήριξη των αιτημάτων τους, ειδάλλως, αναλόγως της περιπτώσεως, θα υπήρχε ενδεχόμενο να στηρίξουν τις αποφάσεις τους σε εσφαλμένες νομικές εκτιμήσεις (βλ. απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Roodhuijzen, T‑58/08 P, Συλλογή, EU:T:2009:385, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34
Ειδικότερα, όταν πρόκειται για ένδικη διαφορά στο πλαίσιο της οποίας οι διάδικοι ερίζουν ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, εναπόκειται στα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης να εφαρμόζουν όλους τους ουσιώδεις για την επίλυση της διαφοράς κανόνες δικαίου επί των πραγματικών περιστατικών που θέτουν υπόψη τους οι διάδικοι. Πράγματι, δυνάμει της αρχής iura novit curia, ο προσδιορισμός του νοήματος του νόμου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της αρχής της ελεύθερης διαθέσεως του αντικειμένου της δίκης από τους διαδίκους (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Roodhuijzen, EΕ:T:2009:385, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35
Πάντως, το επίμαχο έγγραφο αποτελεί προπαρασκευαστικό έγγραφο το οποίο καταρτίστηκε ενόψει της τροποποιήσεως του εφαρμοζόμενου κατά τον χρόνο εκείνο νομικού πλαισίου και αποτέλεσε τη βάση για την έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 343, σ. 51, διορθωτικό ΕΕ 2010, L 7, σ. 22, στο εξής: βασικός κανονισμός). Επομένως, μπορεί να εμπίπτει στα νομικά στοιχεία που πρέπει να λάβει υπόψη ο δικαστής για την ιστορική ιδίως ερμηνεία του περιεχομένου του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού.
36
Επομένως, το αίτημα της Επιτροπής να μη συμπεριληφθεί το επίμαχο έγγραφο στη δικογραφία πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
37
Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, και υποστηρίζει ότι κακώς η Επιτροπή εκτίμησε, με τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ότι το κόστος παραγωγής και η οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας υπέκειντο σε μείζονες στρεβλώσεις προερχόμενες από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
38
Επισημαίνεται εισαγωγικώς ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, στην περίπτωση εισαγωγών από χώρες που δεν έχουν οικονομία της αγοράς, η κανονική αξία καθορίζεται κατ’ αρχήν, κατά παρέκκλιση των κανόνων των παραγράφων 1 έως 6 του εν λόγω άρθρου, με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς. Επομένως, σκοπός της ως άνω διατάξεως είναι να διασφαλιστεί ότι δεν θα λαμβάνονται υπόψη οι τιμές και το κόστος όπως διαμορφώνονται σε χώρες οι οποίες δεν έχουν οικονομία της αγοράς, καθόσον οι παράμετροι αυτές δεν αποτελούν στις εν λόγω χώρες τη φυσιολογική συνισταμένη των δυνάμεων της αγοράς (βλ. απόφαση της 19ης Ιουλίου 2012, Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group, C‑337/09 P, Συλλογή, EU:C:2012:471, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39
Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού, στις έρευνες αντιντάμπινγκ για εισαγωγές μεταξύ άλλων από την Κίνα, η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφοι 1 έως 6, εάν αποδεικνύεται, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς που θα υποβάλουν ένας ή περισσότεροι παραγωγοί που υπόκεινται στην έρευνα και με βάση τα κριτήρια και τις διαδικασίες που περιλαμβάνονται στην εν λόγω παράγραφο 7, στοιχείο γʹ, ότι υπόκεινται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς όσον αφορά την κατασκευή και την πώληση του οικείου ομοειδούς προϊόντος (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group, σκέψη 38 ανωτέρω, EU:C:2012:471, σκέψη 67).
40
Η προσθήκη στον βασικό κανονισμό του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν ιδίως στην Κίνα μετέβαλαν ριζικά την οικονομία της χώρας αυτής και οδήγησαν στην εμφάνιση επιχειρήσεων που υπόκεινται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς, με συνέπεια η εν λόγω χώρα να έχει απομακρυνθεί από το οικονομικό σύστημα το οποίο δικαιολογούσε τη συστηματική χρήση της μεθόδου της ανάλογης χώρας (απόφαση Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group, σκέψη 38 ανωτέρω, EU:C:2012:471, σκέψη 68).
41
Εντούτοις, στο μέτρο που παρά τις προαναφερθείσες μεταρρυθμίσεις η Κίνα εξακολουθεί να μην είναι χώρα με οικονομία της αγοράς, επί των εξαγωγών της οποίας θα είχαν αυτομάτως εφαρμογή οι κανόνες του άρθρου 2, παράγραφοι 1 έως 6, του βασικού κανονισμού, απόκειται, βάσει της παραγράφου 7, στοιχείο γʹ, του ίδιου άρθρου, σε κάθε παραγωγό που επιθυμεί να τύχει του πλεονεκτήματος της εφαρμογής των ως άνω κανόνων να προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, όπως αυτά προσδιορίζονται στην τελευταία διάταξη, από τα οποία να προκύπτει ότι η επιχείρησή του λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς (απόφαση Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group, σκέψη 38 ανωτέρω, EU:C:2012:471, σκέψη 69).
42
Προς τον σκοπό αυτό, το βάρος αποδείξεως φέρει ο παραγωγός που επιθυμεί να υπαχθεί σε ΚΟΑ βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού. Η εν λόγω παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, πρώτο εδάφιο, προβλέπει συναφώς ότι η αίτηση που υποβάλλει ένας τέτοιος παραγωγός πρέπει να περιέχει επαρκείς αποδείξεις, όπως ορίζει η τελευταία αυτή διάταξη, ότι δραστηριοποιείται υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Επομένως, δεν εναπόκειται στα θεσμικά όργανα της Ένωσης να αποδείξουν ότι ο παραγωγός δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο εν λόγω καθεστώς [απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 2012, Brosmann Footwear (HK) κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑249/10 P, Συλλογή, EU:C:2012:53, σκέψη 32].
43
Αντιθέτως, έργο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής είναι να εκτιμήσουν αν τα στοιχεία που προσκόμισε ο ενδιαφερόμενος παραγωγός αρκούν για να αποδειχθεί ότι πληρούνται τα κριτήρια του εν λόγω άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, ώστε να του αναγνωριστεί το πλεονέκτημα της υπαγωγής σε ΚΟΑ και έργο των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης είναι να ελέγξουν αν η εκτίμηση αυτή βαρύνεται με πρόδηλη πλάνη [αποφάσεις Brosmann Footwear (HK) κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 42 ανωτέρω, EU:C:2012:53, σκέψη 32, και Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group, σκέψη 38 ανωτέρω, EU:C:2012:471, σκέψη 70].
44
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το κείμενο του από 22 Αυγούστου 2013 εγγράφου της Επιτροπής, όπως παρατέθηκε στη σκέψη 13 ανωτέρω, και από το κείμενο του από 13 Σεπτεμβρίου 2013 εγγράφου της Επιτροπής, όπως παρατέθηκε στη σκέψη 15 ανωτέρω, καθώς και από τις αιτιολογικές σκέψεις 34 έως 47 του κανονισμού για την επιβολή προσωρινού δασμού, όπως παρατέθηκαν στη σκέψη 18 ανωτέρω, και στις οποίες παραπέμπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός με την αιτιολογική σκέψη 34, όπως αυτή παρατέθηκε στη σκέψη 17 ανωτέρω, η αναγνώριση ΚΟΑ υπέρ της προσφεύγουσας απορρίφθηκε από την Επιτροπή για τον λόγο και μόνο ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι πληρούσε το κριτήριο που προβλέπεται με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού.
45
Κατά τη διάταξη αυτή, ο παραγωγός πρέπει να δίδει επαρκείς αποδείξεις ότι η επιχείρησή του λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, και συγκεκριμένα ότι «το κόστος παραγωγής και η οικονομική κατάσταση […] δεν [υπόκειται] σε μείζονες στρεβλώσεις, προερχόμενες από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, ιδίως ως προς την απαξίωση του ενεργητικού, άλλες αποσβέσεις, δοσοληψίες αντιπραγματισμού και πληρωμές με συμψηφισμό».
46
Πέραν των περιπτώσεων αποσβέσεως στοιχείων του ενεργητικού, άλλων αποσβέσεων, δοσοληψιών αντιπραγματισμού και εξοφλήσεως χρεών με συμψηφισμό, τις οποίες ο βασικός κανονισμός παραθέτει κατά τρόπο ενδεικτικό, όπως προκύπτει από τη χρήση του επιρρήματος «ιδίως», και οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν έχουν σχέση με την υπό κρίση υπόθεση, η προαναφερθείσα διάταξη καθιερώνει προϋπόθεση που περιλαμβάνει δύο σωρευτικά σκέλη και συγκεκριμένα, αφενός, την ύπαρξη μείζονος στρεβλώσεως του κόστος παραγωγής και της οικονομικής καταστάσεως της οικείας επιχειρήσεως και, αφετέρου, την προέλευση της στρεβλώσεως αυτής από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς.
47
Στην υπό κρίση, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι παράνομος για τον λόγο ότι η Επιτροπή εκτίμησε, μεταξύ άλλων, ότι τα φορολογικά πλεονεκτήματα των οποίων είχε τύχει η προσφεύγουσα αποτελούσαν στρεβλώσεις προερχόμενες από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού.
48
Στο πλαίσιο αυτό, η προσφεύγουσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι ο όρος «προερχόμενες» είναι δηλωτικός του εξακολουθητικού χαρακτήρα ενός προϋφιστάμενου στοιχείου, όπως σχετικώς προκύπτει από την εξέλιξη του νομικού πλαισίου της Ένωσης, και ότι τα εν λόγω πλεονεκτήματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως εντασσόμενα σε σύστημα στο οποίο το εμπόριο διεξάγεται σε εντελώς μονοπωλιακή ή σε σχεδόν μονοπωλιακή βάση και στο οποίο οι εσωτερικές τιμές καθορίζονται από το κράτος, ήτοι σε σύστημα χώρας όπου η εμπορική δραστηριότητα είναι κρατική.
49
Αντιθέτως, τα επίμαχα φορολογικά πλεονεκτήματα δεν έχουν καμία σχέση με σύστημα κεντρικά διευθυνόμενης οικονομίας, δεδομένου ότι είθισται να εφαρμόζονται σε μεγάλο αριθμό χωρών με οικονομία της αγοράς προς τον σκοπό της προσελκύσεως επενδύσεων και της προωθήσεως ορισμένων δραστηριοτήτων. Το ίδιο ισχύει και στο εσωτερικό της Ένωσης, δεδομένης ιδίως της πρακτικής που ακολουθεί η Επιτροπή σε υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων υπό μορφή φορολογικών κινήτρων, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον, με το από 13 Σεπτεμβρίου 2013 έγγραφό της, δέχθηκε ότι καθεστώς φορολογήσεως εισοδήματος που ευνοεί ορισμένες εταιρίες ή ορισμένους τομείς της οικονομίας, τους οποίους η Κυβέρνηση θεωρεί ως στρατηγικής σημασίας, συνεπάγεται ότι το εν λόγω φορολογικό καθεστώς δεν έχει θεσπιστεί στο πλαίσιο οικονομίας της αγοράς, αλλά εξακολουθεί να τελεί σε στενή σχέση με σύστημα διευθυνόμενης οικονομίας.
50
Όσον αφορά το προνομιακό φορολογικό καθεστώς για τις εταιρίες με αλλοδαπές συμμετοχές, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Κίνα επιθυμούσε να προσελκύσει αλλοδαπά κεφάλαια και επενδύσεις, σκοπός ο οποίος είναι απολύτως θεμιτός και τον οποίο αποδέχονται όλες οι χώρες της υφηλίου, συμπεριλαμβανομένης της πλειονότητας των κρατών μελών της Ένωσης, ιδίως δε της Ιρλανδίας, των Κάτω Χωρών και του Βελγίου.
51
Κατά την Επιτροπή, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας στηρίζονται σε αμιγώς γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, ως εάν επρόκειτο για ρήτρα αποκλεισμού οποιουδήποτε στοιχείου αναγόμενου σε προϋφιστάμενα συστήματα, ενώ σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να ληφθεί υπόψη, μέσω μιας ηπιότερης αναλύσεως, η μετάβαση της Κίνας προς την οικονομία της αγοράς.
52
Καταρχάς, η εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή 15 % αντί 25 % για τη φορολόγηση των κερδών των εταιριών, ο οποίος ισχύει για τις επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας, αποφασίστηκε κατά διακριτική ευχέρεια από την κινεζική διοίκηση, η οποία είχε την υποχρέωση να λάβει υπόψη το εφαρμοζόμενο στην Κίνα δωδέκατο πενταετές πρόγραμμα το οποίο χαρακτηρίζει την παραγόμενη από φωτοβολταϊκά συστήματα ηλιακή ενέργεια ως αναδυόμενο τομέα στρατηγικής σημασίας, ο δε συντελεστής αυτός θεσπίστηκε σε εκτέλεση του εθνικού προγράμματος για την μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη (2006-2020), πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η Επιτροπή μπορούσε βασίμως να δεχθεί ότι το φορολογικό πλεονέκτημα αυτό προερχόταν από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς.
53
Τα ανωτέρω ισχύουν επίσης για τον μειωμένο συντελεστή που εφαρμόζεται στις εταιρίες με αλλοδαπές συμμετοχές.
54
Περαιτέρω, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στο διττό αυτό πλαίσιο, δεν στήριξε την εκτίμησή της στο γεγονός και μόνο ότι η προσφεύγουσα έτυχε διαφόρων φορολογικών πλεονεκτημάτων, αλλ’ αντιθέτως στο μη αμφισβητούμενο στοιχείο ότι η ευνοϊκή αυτή μεταχείριση οφειλόταν στον χαρακτηρισμό της προσφεύγουσας ως επιχειρήσεως του τομέα της υψηλής τεχνολογίας και των καινοτόμων τεχνολογιών και ως εταιρίας με αλλοδαπές συμμετοχές.
55
Η ενίσχυση που χορηγήθηκε από τις κινεζικές αρχές δεν αποτελεί έκφανση οριζόντιας πολιτικής που έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό την βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών, τη στήριξη της περιφερειακής αναπτύξεως ή την προώθηση οποιουδήποτε άλλου σκοπού κοινού συμφέροντος στο πλαίσιο οικονομίας της αγοράς, αλλ’ αντιθέτως «ενσάρκωση του συστήματος της διευθυνόμενης οικονομίας».
56
Επιπλέον, η αναφορά που κάνει η προσφεύγουσα στη φορολογική πολιτική των κρατών μελών είναι εντελώς εσφαλμένη, διότι, μολονότι ορισμένα κράτη μέλη χορηγούν φορολογικά πλεονεκτήματα για συγκεκριμένες δραστηριότητες, τα πλεονεκτήματα αυτά ουδέποτε αφορούν το σύνολο των οικείων επιχειρήσεων και δεν χορηγούνται για τον λόγο και μόνο ότι η επένδυση είναι αλλοδαπής προελεύσεως.
57
Τέλος, όσον αφορά τη μείωση του φόρου εταιριών της οποίας τυγχάνουν οι επιχειρήσεις του τομέα της υψηλής τεχνολογίας και των καινοτόμων τεχνολογιών, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν στηρίχθηκε στο γεγονός ότι το μέτρο αυτό συνδεόταν με τα καταρτιζόμενα στην Κίνα πενταετή προγράμματα, προκειμένου να συναγάγει ότι η προσφεύγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος αποδείξεως που έφερε σε σχέση με το τρίτο κριτήριο για την αναγνώριση ΚΟΑ. Εντούτοις, το γεγονός ότι το ως άνω μέτρο ανάγεται στα πενταετή προγράμματα αποτελεί ένδειξη η οποία, σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία, όπως η ιδιότητα της Κίνας ως χώρας χωρίς οικονομία της αγοράς, η προνομιακή μεταχείριση του τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται η προσφεύγουσα, η φύση και η έκταση των επίμαχων φορολογικών καθεστώτων και η απουσία αντίθετης αποδείξεως, την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι τα καθεστώτα αυτά μπορούσαν ως εκ φύσεως να προκαλέσουν στρεβλώσεις.
58
Η προσφεύγουσα δεν λαμβάνει υπόψη την ουσιώδη διάκριση μεταξύ των μέτρων στηρίξεως μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας και των μέτρων στηρίξεως του συνόλου των δραστηριοτήτων που ασκεί επιχείρηση η οποία ανήκει σε τομέα στον οποίο το κράτος έχει αποφασίσει να επιφυλάξει προνομιακή μεταχείριση έναντι όλων των υπόλοιπων τομέων. Πάντως, η ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση της οποίας έτυχε η προσφεύγουσα εντάσσεται στη δεύτερη κατηγορία και δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των μέτρων που λαμβάνονται σε μια οικονομία της αγοράς.
59
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι τα θεσμικά όργανα της Ένωσης έχουν, στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, και ειδικότερα σε σχέση με τα μέτρα εμπορικής άμυνας, ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως, λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών, πολιτικών και νομικών καταστάσεων που καλούνται να εξετάσουν. Ο δικαστικός έλεγχος της εκτιμήσεως αυτής πρέπει να περιορίζεται στην εξακρίβωση της τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων, της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη για την πραγματοποίηση της αμφισβητούμενης επιλογής, την απουσία πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση των γεγονότων αυτών ή στην ανυπαρξία καταχρήσεως της εξουσίας. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τις νομικής και πολιτικής φύσεως πραγματικές καταστάσεις σε συγκεκριμένη χώρα, τις οποίες τα θεσμικά όργανα της Ένωσης οφείλουν να εκτιμήσουν προκειμένου να καθορίσουν αν ένας εξαγωγέας ενεργεί υπό συνθήκες αγοράς χωρίς σημαντική κρατική επέμβαση και αν, κατά συνέπεια, μπορεί να επωφεληθεί του καθεστώτος που αναγνωρίζεται σε επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό συνθήκες οικονομίας ΚΟΑ της αγοράς. Πάντως, μολονότι, στον τομέα των μέτρων εμπορικής άμυνας και, ειδικότερα, των μέτρων αντιντάμπινγκ, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δεν μπορούν να παρεμβαίνουν στην επιφυλασσόμενη στις αρχές της Ένωσης εκτίμηση, εντούτοις, οφείλουν να διαπιστώνουν ότι τα θεσμικά όργανα έλαβαν υπόψη όλες τις ασκούσες επιρροή περιστάσεις και εκτίμησαν τα στοιχεία του φακέλου με την απαιτούμενη επιμέλεια [βλ. απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 2012, Since Hardware (Guangzhou) κατά Συμβουλίου, T‑156/11, Συλλογή, EU:T:2012:431, σκέψεις 182 έως 184 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
60
Στο πλαίσιο αυτό έχει κριθεί, αναφορικά με τον χαρακτήρα εξαιρέσεως του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού, ότι η υποχρέωση συσταλτικής ερμηνείας δεν σημαίνει ότι πρέπει να επιτραπεί στα θεσμικά όργανα να ερμηνεύσουν και να εφαρμόσουν τη διάταξη αυτή κατά τρόπο που δεν συμβιβάζεται με το γράμμα και τον σκοπό της (απόφαση Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group, σκέψη 38 ανωτέρω, EU:C:2012:471, σκέψη 93).
61
Βάσει του συνόλου των ανωτέρω εκτιμήσεων, το ζήτημα που πρέπει να τάμει το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως είναι αν, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως καθόσον απέρριψε τα επιχειρήματα που προέβαλε η προσφεύγουσα προκειμένου να αποδείξει ότι το κόστος παραγωγής και η οικονομική κατάστασή της δεν υπέκειντο σε στρέβλωση προερχόμενη από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς και, κατά συνέπεια, να επιτύχει την αναγνώριση ΚΟΑ, παρά τα επίμαχα φορολογικά καθεστώτα στα οποία υπάχθηκε.
62
Πάντως, πρέπει συναφώς να κριθεί ότι η εκτίμηση της Επιτροπής βαρύνεται με πρόδηλη πλάνη.
63
Πράγματι, υπογραμμίζεται ότι τα πλεονεκτήματα που προέρχονται από παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, δεν αφορούν οποιοδήποτε πλεονέκτημα έχουν χορηγήσει οι αρμόδιες κινεζικές αρχές, ειδάλλως θα διακυβευόταν η πρακτική αποτελεσματικότητα και ο ενδεικτικός χαρακτήρας των παραδειγμάτων που παρατίθενται στην εν λόγω διάταξη.
64
Όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, οι στρεβλώσεις που αφορούν την οικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων πρέπει να προέρχονται από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς. Το κείμενο του βασικού κανονισμού στις διάφορες γλώσσες επιβεβαιώνει ότι ο όρος «προερχόμενες» –μεταξύ άλλων «induit» στη γαλλική γλώσσα, «carried over» στην αγγλική, «infolge» στη γερμανική, «voortvloeien» στην ολλανδική και «derivanti» στην ιταλική– έχει την έννοια ότι το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς πρέπει να οδήγησε ή να είχε ως αποτέλεσμα τις επίμαχες στρεβλώσεις. Επομένως, τα πλεονεκτήματα στα οποία οφείλονται οι προβαλλόμενες στρεβλώσεις δεν μπορούν να συνίστανται σε οποιοδήποτε πλεονέκτημα έχουν χορηγήσει οι αρμόδιες κινεζικές αρχές, αλλά μόνο σε πλεονέκτημα που απορρέει από το παλαιό σύστημα, το οποίο δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς.
65
Πάντως, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τα επίμαχα φορολογικά πλεονεκτήματα προέρχονται από παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, υπό την έννοια ότι απορρέουν από αυτό ή αποτελούν συνέπειά του.
66
Πράγματι, είναι παγκοίνως γνωστό ότι, σε χώρες με οικονομία της οικονομία της αγοράς, επίσης χορηγούνται στις επιχειρήσεις φορολογικά πλεονεκτήματα υπό μορφή φορολογικών απαλλαγών επί ορισμένο χρονικό διάστημα ή μειωμένων φορολογικών συντελεστών, όπως προκύπτει σχετικώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, μεταξύ άλλων από τις αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 1998, Επιτροπή κατά Ιταλίας (C‑280/95, Συλλογή, EU:C:1998:28, σκέψη 2), της 21ης Μαρτίου 2002, Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑36/00, Συλλογή, EU:C:2002:196, σκέψη 4), ή της 28ης Ιουλίου 2011, Diputación Foral de Vizcaya κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑471/09 P έως C‑473/09 P, EU:C:2011:521, σκέψη 6).
67
Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή αναφορικά με τον εξαιρετικό χαρακτήρα και τις υπόνοιες περί παρανομίας των εν λόγω καθεστώτων υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης δεν αναιρούν την ύπαρξη παρόμοιων με τα επίμαχα στην υπό κρίση υπόθεση φορολογικών καθεστώτων που έχουν θεσπιστεί σε πλαίσιο οικονομίας της αγοράς. Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι φορολογικά πλεονεκτήματα, όπως για παράδειγμα μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές, τα οποία προϋποθέτουν κρατική παρέμβαση, μπορούν να προσανατολίσουν τη συμπεριφορά των επιχειρήσεων σε κατεύθυνση διαφορετική από εκείνη προς την οποία τις οδηγούν οι δυνάμεις της αγοράς, εντούτοις διαπιστώνεται ότι μέτρα αυτής της φύσεως υφίστανται και σε χώρες με οικονομία της αγοράς. Επομένως, αυτή καθεαυτή η ύπαρξη τέτοιων μέτρων δεν επαρκεί για τον χαρακτηρισμό τους ως προερχόμενων από παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς.
68
Τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή με τα δικόγραφά της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν ανατρέπουν την ως άνω εκτίμηση.
69
Καταρχάς, το επιχείρημα ότι τα επίμαχα φορολογικά πλεονεκτήματα συναρτώνται εμμέσως προς τα διάφορα προγράμματα που έχουν εφαρμοστεί στην Κίνα απορρέει από μια άκρως φορμαλιστική προσέγγιση, δεδομένου ότι η διατήρηση των προγραμμάτων αυτών δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι τα εν λόγω καθεστώτα προέρχονταν από το προϊσχύσαν σύστημα διευθυνόμενης οικονομίας της Κίνας, εκτός και αν γινόταν δεκτό ότι όλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί στην Κίνα και συνδέονται με ένα πρόγραμμα προέρχονται από το προϊσχύσαν σύστημα διευθυνόμενης οικονομίας της χώρας αυτής, ερμηνεία η οποία θα καθιστούσε το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού άνευ πρακτικής αποτελεσματικότητας.
70
Περαιτέρω, προς απόρριψη του επιχειρήματος της Επιτροπής ότι τα επίμαχα φορολογικά πλεονεκτήματα δεν έχουν οριζόντια εφαρμογή και ότι χορηγήθηκαν κατά διακριτική ευχέρεια, αρκεί η επισήμανση ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα επισήμανε σαφώς ότι τα εν λόγω πλεονεκτήματα χορηγήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές όχι κατά διακριτική ευχέρεια, αλλά επειδή συνέτρεχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους, και συγκεκριμένα η δραστηριοποίηση της οικείας επιχειρήσεως στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας ή η αλλοδαπή προέλευση του μετοχικού κεφαλαίου της.
71
Εν πάση περιπτώσει, από το άρθρο 28 του Corporate income tax law of the Peoples’s Republic of China (νόμος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας για την φορολόγηση του εισοδήματος νομικών προσώπων) και από το άρθρο 93 των κανόνων εφαρμογής του προκύπτει ότι τα φορολογικά πλεονεκτήματα υπέρ των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, όπως είναι η προσφεύγουσα, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί η Επιτροπή, χορηγούνται μόνο εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, να δραστηριοποιούνται οι οικείες επιχειρήσεις στον τομέα των νέων προηγμένων τεχνολογιών, να είναι φορείς δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, να εμπίπτουν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες τους στο πεδίο των τομέων της υψηλής τεχνολογίας που χαίρουν ειδικής στηρίξεως από το κράτος, να ισούνται οι δαπάνες επιστημονικής έρευνας και αναπτύξεως τουλάχιστον με ορισμένο ποσοστό των συνολικών δαπανών τους, να ισούνται τα έσοδα από τα προαναφερθέντα προϊόντα ή υπηρεσίες τουλάχιστον με ορισμένο ποσοστό των συνολικών εσόδων τους και να αντιπροσωπεύει ο αριθμός των εξειδικευμένων τους υπαλλήλων τους ορισμένο ποσοστό του συνόλου του προσωπικού τους.
72
Ομοίως, από το άρθρο 27 του Corporate income tax law of the Peoples’s Republic of China και από το άρθρο 88 των κανόνων εφαρμογής του προκύπτει επίσης ότι τα φορολογικά πλεονεκτήματα υπέρ επιχειρήσεων των οποίων το εταιρικό κεφάλαιο βρίσκεται στην κατοχή αλλοδαπών επενδυτών, όπως είναι η προσφεύγουσα, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί η Επιτροπή, χορηγούνται μόνο εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, να δραστηριοποιούνται οι οικείες επιχειρήσεις σε έργα προστασίας του περιβάλλοντος στον τομέα της ενέργειας ή της διατηρήσεως των υδάτινων πόρων, όπως έργα τεχνολογικής καινοτομίας για την εξοικονόμηση ενέργειας ή για τη μείωση ορισμένων εκπομπών.
73
Επομένως, τα επίμαχα φορολογικά πλεονεκτήματα χορηγήθηκαν στην προσφεύγουσα διότι αυτή ενέπιπτε σε ορισμένη κατηγορία επιχειρήσεων και όχι σε ατομική βάση και κατά διακριτική ευχέρεια, όπως εξάλλου αποδέχθηκε και η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
74
Τα επιχειρήματα που προβάλλει συναφώς η Επιτροπή ότι τα επίμαχα φορολογικά καθεστώτα δεν επιδιώκουν την επίτευξη θεμιτών σκοπών, όπως είναι η προστασία του περιβάλλοντος, η δημόσια υγεία ή η περιφερειακή ανάπτυξη, δεν ευσταθούν.
75
Πράγματι, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η στήριξη ορισμένων τομέων δραστηριότητας, όπως η υψηλή τεχνολογία, οι οποίοι θεωρούνται στρατηγικής σημασίας σε ορισμένη χώρα, αποτελεί θεμιτό σκοπό σε σύστημα με οικονομία της αγοράς, ανεξαρτήτως της νομιμότητας των σχετικών μέτρων ιδίως υπό το πρίσμα του δικαίου της Ένωσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων.
76
Δεν μπορεί επίσης να γίνει δεκτό ότι ο σκοπός της προσελκύσεως αλλοδαπών επενδύσεων προέρχεται από παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, δεδομένου ότι, αφενός, η επίτευξη ενός τέτοιου σκοπού επιδιώκεται σε πολλές χώρες με οικονομία της αγοράς και, αφετέρου, ο σκοπός αυτός παρίσταται, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, ασυμβίβαστος με καθεστώς οργανώσεως της οικονομίας στηριζόμενο στη συλλογική ή στην κρατική ιδιοκτησία των επιχειρήσεων οι οποίες οφείλουν να επιτυγχάνουν συγκεκριμένους παραγωγικούς στόχους καθορισμένους στο πλαίσιο κεντρικού προγραμματισμού, στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα σύστημα που δεν ακολουθεί την οικονομία της αγοράς.
77
Τέλος, το επιχείρημα της Επιτροπή ότι τα επίμαχα φορολογικά πλεονεκτήματα ασκούν επίδραση όχι αποκλειστικώς και μόνο στο κόστος που συνδέεται ευθέως με τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά στο σύνολο των οικονομικών αποτελεσμάτων της προσφεύγουσας και, επομένως, στη συνολική οικονομική της κατάσταση, επίσης δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
78
Πράγματι, το επιχείρημα αυτό, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμο, μπορεί να προβληθεί λυσιτελώς μόνο σε σχέση με τη μείζονα σημασία της στρεβλώσεως στην οποία υπόκειται το κόστος παραγωγής και η οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, τρίτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, όχι όμως προκειμένου να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω στρέβλωση προέρχεται από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς, εν προκειμένω το σύστημα της Κίνας, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως.
79
Κατά συνέπεια, πρέπει να κριθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, καθόσον, παρά τα στοιχεία που προέβαλε συναφώς η προσφεύγουσα, δέχθηκε, προκειμένου να απορρίψει την αίτησή της για αναγνώριση ΚΟΑ, ότι το κόστος παραγωγής και η οικονομική κατάσταση της προσφεύγουσας υπέκειντο σε στρέβλωση προερχόμενη από το παλαιό σύστημα που δεν ακολουθούσε την οικονομία της αγοράς.
80
Επομένως, ο προσβαλλόμενος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που αφορά την προσφεύγουσα, χωρίς να είναι αναγκαία η εξέταση των λοιπών τριών λόγων ακυρώσεως που προβλήθηκαν με την προσφυγή ούτε του αιτήματος της Επιτροπής για τη λήψη μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, δεδομένου ότι το αίτημα αυτό συνδέεται αποκλειστικώς με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που προβλήθηκε με την προσφυγή.
Επί των δικαστικών εξόδων
81
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδά της, καθώς και σε αυτά στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα αυτής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 470/2014 της Επιτροπής, της 13ης Μαΐου 2014, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ηλιακών υαλοπινάκων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, κατά το μέρος που αφορά την Xinyi PV Products (Anhui) Holdings Ltd.
2)
Καταδικάζει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Prek
Labucka
Kreuschitz
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 16 Μαρτίου 2016.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy