ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 9ης Σεπτεμβρίου 2015 ( *1 )
«Οικονομική και νομισματική πολιτική — Αίτημα διεξαγωγής έρευνας για προβαλλόμενη παράβαση του δικαίου της Ένωσης — Απόφαση της ΕΑΤ — Απόφαση του συμβουλίου προσφυγών των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών — Αυτεπάγγελτη εξέταση — Αναρμοδιότητα του εκδόντος την πράξη οργάνου — Προσφυγή ακυρώσεως — Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής — Εκπρόθεσμο — Εν μέρει απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑660/14,
SV Capital OÜ, με έδρα το Tallinn (Εσθονία), εκπροσωπούμενη από τον M. Greinoman, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ), εκπροσωπούμενης από τον J. Overett Somnier και τη Ζ. Γιωτάκη, επικουρούμενους από τον F. Tuytschaever, δικηγόρο,
καθής,
υποστηριζόμενης από
την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους W. Mölls και K.‑P. Wojcik,
παρεμβαίνουσα,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως, αφενός, της αποφάσεως C 2013 002 της ΕΑΤ, της 21ης Φεβρουαρίου 2014, περί απορρίψεως του αιτήματος της προσφεύγουσας να διεξαχθεί έρευνα σε βάρος της εσθονικής και της φινλανδικής εποπτικής αρχής του χρηματοπιστωτικού τομέα, δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331, σ. 12), λόγω προβαλλόμενης παραβιάσεως του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, αφετέρου, της αποφάσεως 2014‑C1‑02 του συμβουλίου προσφυγών των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών, της 14ης Ιουλίου 2014, περί απορρίψεως της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της ως άνω αποφάσεως,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα (εισηγητή), πρόεδρο, N. J. Forwood και E. Bieliūnas, δικαστές,
γραμματέας: C. Heeren, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Ιουνίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Με έγγραφο της 24ης Οκτωβρίου 2012, η προσφεύγουσα, SV Capital OÜ, υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) αίτημα για τη διεξαγωγή έρευνας, δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331, σ. 12), σε βάρος της εσθονικής και της φινλανδικής εποπτικής αρχής του χρηματοπιστωτικού τομέα (στο εξής: καταγγελία).
2
Προς στήριξη της καταγγελίας, η προσφεύγουσα προέβαλε παράβαση των άρθρων 40 και 42 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 177, σ. 1), κατά το μέρος που οι εν λόγω εποπτικές αρχές δεν απομάκρυναν δύο διευθυντές υποκαταστήματος φινλανδικής τράπεζας, με έδρα στην Εσθονία, οι οποίοι δεν διέθεταν τα απαιτούμενα «εχέγγυα ήθους ή επαρκή πείρα», ώστε να καθορίζουν τον προσανατολισμό της δραστηριότητας του επίμαχου τραπεζικού ιδρύματος, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Προς τον σκοπό αυτό, η προσφεύγουσα υποστήριζε ότι οι εμπλεκόμενοι διευθυντές προέβησαν σε ψευδείς δηλώσεις στο πλαίσιο αστικής δίκης που διεξαγόταν στην Εσθονία κατά του ως άνω υποκαταστήματος.
3
Δεδομένου ότι στην καταγγελία δεν δόθηκε απάντηση, η προσφεύγουσα απηύθυνε στις 17 Ιανουαρίου 2013 στην ΕΑΤ έγγραφο οχλήσεως, προσκομίζοντας συγχρόνως συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία που ενέπλεκαν τρίτον διευθυντή του ίδιου ιδρύματος, ο οποίος φερόταν να υπέγραψε πλαστό έγγραφο στο πλαίσιο εσωτερικού οικονομικού ελέγχου.
4
Με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 2013, η ΕΑΤ απέρριψε την καταγγελία ως απαράδεκτη, λόγω αναρμοδιότητας, προωθώντας την στην εσθονική και στην φινλανδική εποπτική αρχή του χρηματοπιστωτικού τομέα (στο εξής: έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 2013).
5
Με διαδικαστικό έγγραφο της 14ης Φεβρουαρίου 2013, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών (στο εξής: συμβούλιο προσφυγών), δυνάμει του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010, κατά του εγγράφου της 25ης Ιανουαρίου 2013.
6
Με την απόφαση 2013‑008, της 24ης Ιουνίου 2013, το συμβούλιο προσφυγών, αφενός, έκρινε παραδεκτή την καταγγελία υπό το πρίσμα του άρθρου 22 της οδηγίας 2006/48, σε συνδυασμό με τις κατευθυντήριες γραμμές της 22ας Νοεμβρίου 2012 της ΕΑΤ σχετικά με την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών του διοικητικού οργάνου και των προσώπων που κατέχουν καίριες θέσεις, και, αφετέρου, παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο όργανο της ΕΑΤ προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 60, παράγραφος 5, του κανονισμού 1093/2010.
7
Με την απόφαση DC 2013 03 της 15ης Οκτωβρίου 2013, η ΕΑΤ έλαβε υπόψη το παραδεκτό της καταγγελίας, δυνάμει των σημείων 2.5 και 2.6 των εσωτερικών κανόνων της για την εξέταση των αιτημάτων διερευνήσεως παραβάσεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: εσωτερικοί κανόνες), υπό την επιφύλαξη του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1093/2010.
8
Με την απόφαση C 2013 002, της 21ης Φεβρουαρίου 2014 (στο εξής: απόφαση της ΕΑΤ), η ΕΑΤ απέρριψε την καταγγελία ως στερούμενη επαρκούς ερείσματος για την κίνηση έρευνας δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού 1093/2010.
9
Με διαδικαστικό έγγραφο της 31ης Μαρτίου 2014, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως της ΕΑΤ ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών.
10
Με την απόφαση 2014‑C1‑02, της 14ης Ιουλίου 2014 (στο εξής: απόφαση του συμβουλίου προσφυγών), το συμβούλιο προσφυγών απέρριψε την προσφυγή κατά της αποφάσεως της ΕΑΤ. Κατ’ ουσίαν το συμβούλιο, με την εν λόγω απόφαση, καταρχάς έκρινε παραδεκτή την προσφυγή κατά της αποφάσεως της ΕΑΤ. Στη συνέχεια, την απέρριψε εξ ολοκλήρου ως αβάσιμη.
11
Συναφώς, όσον αφορά, καταρχάς, την εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής, το συμβούλιο προσφυγών εκτίμησε ότι η απόφαση της ΕΑΤ συνιστούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της εξεταζόμενης περιπτώσεως, πράξη δυνάμενη να προσβληθεί βάσει του άρθρου 60 του κανονισμού 1093/2010, το οποίο παρέχει σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο τη δυνατότητα να ασκεί προσφυγή κατά αποφάσεως της ΕΑΤ της οποίας είναι αποδέκτης.
12
Όσον αφορά, στη συνέχεια, την επί της ουσίας εξέταση της προσφυγής, κατά πρώτο λόγο, το συμβούλιο προσφυγών έκρινε ότι η εκτίμηση της ΕΑΤ, κατά την οποία οι δύο διευθυντές τους οποίους αφορούσε η καταγγελία της προσφεύγουσας δεν κατείχαν καίριες θέσεις εντός του οικείου πιστωτικού ιδρύματος, δεν βαρυνόταν με σφάλματα και ότι οι αιτιάσεις σχετικά με τον τρίτο διευθυντή δεν αποδείχθηκαν. Κατά δεύτερο λόγο, το συμβούλιο προσφυγών επισήμανε ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η προσφεύγουσα δεν καταλεγόταν στους φορείς που μπορούν να υποβάλλουν στην ΕΑΤ αίτημα για διεξαγωγή έρευνας σχετικά με παράβαση του δικαίου της Ένωσης, η εξεταζόμενη περίπτωση αφορούσε την άρνηση της αρχής αυτής να κινήσει έρευνα με δική της πρωτοβουλία. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι, βάσει των στοιχείων που προσκόμισε η προσφεύγουσα προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη προβαλλόμενης παραβάσεως του δικαίου της Ένωσης και βάσει των εσωτερικών κανόνων, δεν αποδείχθηκε ότι η ΕΑΤ υπέπεσε σε πλάνη, κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας. Κατά τρίτο λόγο, το συμβούλιο προσφυγών επισήμανε ότι η παράλειψη της ΕΑΤ να καλέσει προς ακρόαση την προσφεύγουσα πριν την έκδοση της αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010, δεν αποτελούσε τυπική πλημμέλεια δυνάμενη να έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της εν λόγω αποφάσεως. Κατά τέταρτο λόγο, δεν αποδείχθηκε ότι δεν εφαρμόστηκε η προβλεπόμενη πριν την έκδοση της αποφάσεως της ΕΑΤ διαδικασία. Τέλος, κατά πέμπτο λόγο, το συμβούλιο προσφυγών διαπίστωσε ότι δεν αποδείχθηκε καμία παράβαση από την ΕΑΤ του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
13
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Σεπτεμβρίου 2014, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
14
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 12 Δεκεμβρίου 2014, η ΕΑΤ προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2 Μαΐου 1991. Η προσφεύγουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως αυτής στις 16 Ιανουαρίου 2015.
15
Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 22 Ιανουαρίου 2015, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας υπέρ της ΕΑΤ. Οι διάδικοι υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της αιτήσεως αυτής με έγγραφα της 15ης Φεβρουαρίου 2015. Στις 20 Φεβρουαρίου 2015, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου ανέστειλε την εξέταση της αιτήσεως παρεμβάσεως έως ότου εκδοθεί απόφαση επί της ενστάσεως απαραδέκτου.
16
Με απόφαση της 17ης Μαρτίου 2015, αποφασίστηκε η κατά προτεραιότητα εξέταση της υποθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 55, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, και οι διάδικοι ενημερώθηκαν σχετικώς.
17
Με διάταξη της 19ης Μαρτίου 2015, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε να συνεκδικάσει την ένσταση απαραδέκτου με την ουσία της υποθέσεως και επιφυλάχθηκε επί των εξόδων.
18
Στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας που λήφθηκε δυνάμει του άρθρου 64, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, οι διάδικοι κλήθηκαν να τοποθετηθούν επί του λόγου τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο προετίθετο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και ο οποίος αφορούσε την αναρμοδιότητα, υπό το πρίσμα του άρθρου 60, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1093/2010, του συμβουλίου προσφυγών να αποφανθεί επί της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του, βάσει της διατάξεως αυτής, κατά της αποφάσεως της ΕΑΤ.
19
Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Απριλίου 2015, η προσφεύγουσα υπέβαλε, βάσει του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, υπόμνημα για την προβολή νέων πραγματικών και νομικών στοιχείων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
20
Με έγγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως στις 15 και στις 20 Απριλίου 2015, η προσφεύγουσα και η ΕΑΤ ανταποκρίθηκαν στο αίτημα που μνημονεύθηκε στη σκέψη 18 ανωτέρω.
21
Με διάταξη της 21ης Απριλίου 2015, ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτή την αίτηση παρεμβάσεως της Επιτροπής. Κατά το άρθρο 64, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, το εν λόγω θεσμικό όργανο κλήθηκε, στο πλαίσιο του υπομνήματος παρεμβάσεως, να τοποθετηθεί επίσης επί του λόγου τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο προετίθετο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως και ο οποίος μνημονεύεται στη σκέψη 18 ανωτέρω.
22
Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Μαΐου 2015.
23
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και να καλέσει τους διαδίκους, κατά το άρθρο 64, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, να τοποθετηθούν, κατά τις αγορεύσεις τους, επί του ζητήματος της αρμοδιότητας του συμβουλίου προσφυγών να αποφανθεί επί της προσφυγής κατά της αποφάσεως της ΕΑΤ.
24
Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Ιουνίου 2015, η προσφεύγουσα επανέλαβε, βάσει του άρθρου 64, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, αίτημα για τη λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, το οποίο είχε υποβάλει με την προσφυγή της προς στήριξη του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, προκειμένου να υποχρεωθεί η ΕΑΤ να προσκομίσει το σύνολο των εγγράφων που διαβίβασαν η εσθονική και η φινλανδική εποπτική αρχή του χρηματοπιστωτικού τομέα στο πλαίσιο της εξετάσεως της καταγγελίας. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αυτό, αφού άκουσε τους διαδίκους, και αυτοί ενημερώθηκαν σχετικώς με έγγραφο της 25ης Ιουνίου 2015.
25
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις που τους έθεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Ιουνίου 2015.
26
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της ΕΑΤ·
—
να ακυρώσει την απόφαση του συμβουλίου προσφυγών·
—
να αναπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο όργανο της ΕΑΤ προς εξέταση της καταγγελίας επί της ουσίας·
—
να καταδικάσει την ΕΑΤ στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων εκτελέσεως οποιασδήποτε αποφάσεως ή διατάξεως εκδώσει το Γενικό Δικαστήριο, κατά το άρθρο 87, παράγραφοι 1 και 2, και κατά το άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991.
27
Με την ένσταση απαραδέκτου, η ΕΑΤ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
28
Με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την ένσταση ως προδήλως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη·
—
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
29
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η ΕΑΤ, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή, ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
30
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα παραιτήθηκε από το τέταρτο αίτημα που διατύπωσε με την προσφυγή της, κατά το μέρος που αυτό αφορούσε την εφαρμογή του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μάιου 1991, στοιχείο το οποίο σημειώθηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού
31
Η ΕΑΤ, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή, προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής στο σύνολό της, καθόσον η άρνησή της να κινήσει έρευνα με δική της πρωτοβουλία, βάσει του άρθρου 17 του κανονισμού 1093/2010, στερείται εννόμων αποτελεσμάτων έναντι της προσφεύγουσας. Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η ΕΑΤ εμμένει στην άποψή της ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη στο σύνολό της, υποστηρίζοντας συγχρόνως ότι είναι απαράδεκτο το τέταρτο αίτημα της προσφυγής, κατά το μέρος που επιδιώκει την καταδίκη της στα έξοδα που απαιτούνται για την εκτέλεση οποιασδήποτε αποφάσεως ή διατάξεως εκδώσει το Γενικό Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991.
32
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η ένσταση απαραδέκτου είναι προδήλως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, αβάσιμη. Συναφώς, διατείνεται, πρώτον, ότι η εν λόγω ένσταση δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 46, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, καθόσον στερείται σαφήνειας και συνεκτικής δομής, δεύτερον, ότι είναι αντίθετη προς το άρθρο 60, παράγραφος 5, και προς το άρθρο 61, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010, στο μέτρο κατά το οποίο το τμήμα της αποφάσεως του συμβουλίου προσφυγών που αφορά το παραδεκτό και τα έξοδα διαδικασίας, το οποίο αυτή δεν αμφισβητεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, δεσμεύει την ΕΑΤ, τρίτον, ότι συνιστά παράβαση του άρθρου 257 ΣΛΕΕ και του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατά το μέρος που, όπως ισχύει για τις αιτήσεις αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το απαράδεκτο προσφυγής δεν μπορεί να προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ειδάλλως θα αποκλειόταν η δυνατότητά της να ασκήσει ένδικα μέσα, και, τέταρτον, ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, του άρθρου 60, παράγραφος 1, και του άρθρου 61, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010.
33
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι αγόρευσαν επί του παραδεκτού της προσφυγής, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της ΕΑΤ, στοιχείο το οποίο σημειώθηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστήριξε, παραπέμποντας στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε με το υπόμνημα που κατέθεσε στις 15 Απριλίου 2015 (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω), ότι η προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ήταν παραδεκτή. Η ΕΑΤ και η Επιτροπή υποστήριξαν ότι η εν λόγω προσφυγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως.
34
Επιβάλλεται η εξέταση του παραδεκτού της προσφυγής, αφενός, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της ΕΑΤ και, αφετέρου, κατά το μέρος που αποσκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως του συμβουλίου προσφυγών.
35
Επιπλέον, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα παραιτήθηκε εν μέρει από το τέταρτο αίτημά της, και συγκεκριμένα κατά το μέρος που αυτό αφορούσε το άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, παρέλκει η εξέταση του παραδεκτού του αιτήματος αυτού και, συνεπώς, του σχετικού λόγου απαραδέκτου που προέβαλε η ΕΑΤ.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της ΕΑΤ
36
Κατά πρώτο λόγο, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής είναι δημοσίας τάξεως, δεδομένου ότι έχει θεσπιστεί προς εξασφάλιση της σαφήνειας και της βεβαιότητας των εννόμων καταστάσεων και προς αποφυγή κάθε δυσμενούς διακρίσεως ή αυθαίρετης μεταχειρίσεως κατά την απονομή της δικαιοσύνης, εναπόκειται δε στον δικαστή της Ένωσης να εξετάζει, ακόμα και αυτεπαγγέλτως, αν έχει τηρηθεί η προθεσμία αυτή (βλ. διάταξη της 13ης Νοεμβρίου 2012, ClientEarth κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑278/11, Συλλογή, EU:T:2012:593, σκέψη 30 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
37
Κατά πάγια επίσης νομολογία, οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής δεν ορίζονται ούτε από τον δικαστή ούτε από τους διαδίκους (βλ. διάταξη ClientEarth κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 36 ανωτέρω, EU:T:2012:593, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38
Κατά δεύτερο λόγο, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, οι προσφυγές ακυρώσεως ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζόμενων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.
39
Εν προκειμένω, η απόφαση της ΕΑΤ κοινοποιήθηκε στην προσφεύγουσα την 21η Φεβρουαρίου 2014.
40
Δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, κατά το οποίο οι προθεσμίες που προσδιορίζονται σε μήνες λήγουν με την παρέλευση της ημερομηνίας του τελευταίου μήνα που αντιστοιχεί στην ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός ή διενεργήθηκε η πράξη που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας, και του άρθρου 60 του εν λόγω Κανονισμού, κατά το οποίο οι δικονομικές προθεσμίες παρεκτείνονται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπή, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής έληξε την 1η Μαΐου 2014 τα μεσάνυχτα.
41
Επομένως, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής, ήτοι στις 12 Σεπτεμβρίου 2014, είχε παρέλθει η προθεσμία εντός της οποίας η προσφεύγουσα μπορούσε να αμφισβητήσει την απόφαση της ΕΑΤ. Ως εκ τούτου, η προσφυγή, κατά το μέρος που αποσκοπεί στην ακύρωση της αποφάσεως αυτής, είναι απαράδεκτη.
42
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, με το υπόμνημα που κατέθεσε στις 15 Απριλίου 2015 (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω), εν είδει προβολής νέων λόγων που στηρίζονταν σε νέα νομικά ή πραγματικά στοιχεία, η προσφεύγουσα διατύπωσε, στην πραγματικότητα, επιχειρήματα επί του παραδεκτού της προσφυγής, κατά το μέρος που με αυτή ζητούνταν η ακύρωση της αποφάσεως της ΕΑΤ, και, ιδίως, επί της τηρήσεως της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής. Αρκεί η διαπίστωση ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
43
Κατά τα λοιπά, τα στοιχεία που επικαλείται η προσφεύγουσα στο πλαίσιο του ως άνω υπομνήματος της 15ης Απριλίου 2015, για να αποδείξει την προβαλλόμενη ύπαρξη ανωτέρας βίας, βάσει του άρθρου 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο ισχύει στη διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 53 του εν λόγω Οργανισμού, καθώς τη συνδρομή συγγνωστής πλάνης, δεν καθιστούν δυνατή την παρέκκλιση από τους κανόνες περί εκπνοής της προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η έννοια της ανωτέρας βίας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία ένα επιμελές και συνετό άτομο είναι αντικειμενικά σε θέση να αποφύγει την εκπνοή της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής (βλ. διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 2005, Zuazaga Meabe κατά ΓΕΕΑ, C‑325/03 P, Συλλογή, EU:C:2005:28, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
44
Πάντως, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί ως επιχείρημα το γεγονός ότι το συμβούλιο προσφυγών δεν έκρινε εαυτό αναρμόδιο κατά τη διοικητική διαδικασία και, ιδίως, όταν αποφάνθηκε επί της προσφυγής που ασκήθηκε κατά του εγγράφου της 25ης Ιανουαρίου 2013 (βλ. σκέψεις 4 έως 6 ανωτέρω). Πράγματι, μολονότι, με την απόφαση της 24ης Ιουνίου 2013, το συμβούλιο προσφυγών έκρινε την καταγγελία παραδεκτή, δεν αποφάνθηκε επί της ουσίας, αλλά παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο όργανο της ΕΑΤ, συμφώνως προς το άρθρο 60, παράγραφος 5, του κανονισμού 1093/2010. Στο πλαίσιο αυτό, δεν παρασχέθηκε στην προσφεύγουσα καμία συγκεκριμένη διαβεβαίωση ως προς την αρμοδιότητα του συμβουλίου προσφυγών να επιληφθεί της προσφυγής κατά της αποφάσεως της ΕΑΤ η οποία επρόκειτο να εκδοθεί σε μεταγενέστερο χρόνο. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν στερήθηκε της δυνατότητας να ασκήσει, προς αποτροπή βλάβης των συμφερόντων της, προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά της αποφάσεως της ΕΑΤ, δυνάμει του άρθρου 61, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010, κατά το οποίο είναι δυνατή η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 263 της ΣΛΕΕ, κατά αποφάσεως του συμβουλίου προσφυγών ή, σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών, κατά αποφάσεως της ΕΑΤ.
45
Πρέπει επαλλήλως να τονιστεί ότι, ακόμη και αν η προσφεύγουσα είχε προσβάλει την απόφαση της ΕΑΤ εντός των προθεσμιών που τάσσει το άρθρο 263 ΣΛΕΕ, η προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί από το Γενικό Δικαστήριο ως απαράδεκτη, ελλείψει πράξεως δεκτικής προσφυγής, όπως υποστηρίζει η ΕΑΤ και όπως ο δικαστής της Ένωσης θα είχε την υποχρέωση να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως.
46
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η καταγγελία της προσφεύγουσας στηριζόταν στο άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1093/2010, κατά το οποίο, κατόπιν αιτήματος μιας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της ομάδας τραπεζικών συμφεροντούχων ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η ΑΕΤ «μπορεί» να διερευνήσει την προβαλλόμενη παραβίαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.
47
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η ΕΑΤ διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς τη διεξαγωγή έρευνας, τόσο όταν είναι αποδέκτρια αιτήματος από έναν εκ των φορέων που διαλαμβάνονται ρητώς στο άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1093/2010 όσο και όταν ενεργεί με δική της πρωτοβουλία.
48
Πάντως, κατά πάγια νομολογία, η οποία έχει αναπτυχθεί στο πλαίσιο προσφυγών ακυρώσεως κατά αποφάσεων της Επιτροπής περί αρνήσεως της κινήσεως διαδικασίας κατά παραβάσεως και ισχύει κατ’ αναλογίαν στην υπό κρίση περίπτωση, όταν ένα θεσμικό όργανο ή οργανισμός της Ένωσης δεν υποχρεούται να κινήσει σχετική διαδικασία, αλλά διαθέτει συναφώς διακριτική ευχέρεια που αποκλείει το δικαίωμα των ιδιωτών να απαιτήσουν από το όργανο ή τον οργανισμό αυτό να λάβει συγκεκριμένη θέση, τα πρόσωπα που έχουν υποβάλει καταγγελία δεν έχουν, καταρχήν, τη δυνατότητα να ασκήσουν ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης προσφυγή κατά τυχόν αποφάσεως περί θέσεως της καταγγελίας στο αρχείο. Πράγματι, η δυνατότητα αυτή υφίσταται μόνον όταν τα ως άνω πρόσωπα έχουν διαδικαστικά δικαιώματα παρόμοια με εκείνα που διαθέτουν ενδεχομένως στο πλαίσιο διαδικασίας κινούμενης δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ L 1, σ. 1), και τα οποία τους επιτρέπουν να απαιτήσουν από το οικείο θεσμικό όργανο ή οργανισμό να τα ενημερώσει και να ακούσει την άποψή τους (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διατάξεις της 17ης Ιουλίου 1998, Sateba κατά Επιτροπής, C‑422/97 P, Συλλογή, EU:C:1998:395, σκέψη 42, και της 14ης Ιανουαρίου 2004, Μακεδονικό Μετρό και Μηχανική κατά Επιτροπής, T‑202/02, Συλλογή, EU:T:2004:5, σκέψη 46).
49
Στο μέτρο κατά το οποίο η προσφεύγουσα δεν εμπίπτει ρητώς στο άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1093/2010, δεν μπορεί να εξομοιωθεί προς καταγγέλλοντα που χαίρει δικονομικών εγγυήσεων των οποίων η τήρηση μπορεί να διασφαλιστεί από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται εν προκειμένω η νομολογία σχετικά με την απόρριψη ή τη θέση στο αρχείο καταγγελιών υποβαλλόμενων από ενδιαφερόμενους φορείς στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 83, σ. 1) (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής, C‑521/06 P, Συλλογή, EU:C:2008:422, σκέψεις 36 και 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) ή από καταγγέλλοντες, κατά την έννοια του κανονισμού 1/2003 και του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 123, σ. 18) (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 18ης Σεπτεμβρίου 1992, Automec κατά Επιτροπής, T‑24/90, Συλλογή, EU:T:1992:97, σκέψη 79, και διάταξη της 5ης Ιουνίου 2014, Stanleybet Malta και Stanley International Betting κατά Επιτροπής, T‑416/13, EU:T:2014:567, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
50
Κατόπιν των ανωτέρω, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως της ΕΑΤ, και, κατά συνέπεια, το πρώτο αίτημα της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της υποχρεώσεως του επιλαμβανόμενου δικαιοδοτικού οργάνου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό της προσφυγής, όπως η υποχρέωση αυτή υπομνήσθηκε, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 45 ανωτέρω, παρέλκει η εξέταση του λόγου απαραδέκτου που προέβαλε η προσφεύγουσα σε σχέση με την ένσταση απαραδέκτου (βλ. σκέψη 32 ανωτέρω).
Επί του παραδεκτού της προσφυγής κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως του συμβουλίου προσφυγών
51
Πρέπει να επισημανθεί ότι η ΕΑΤ, μολονότι αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής στο σύνολό της, εντούτοις, δεν έχει προβάλει ειδικά επιχειρήματα ως προς το παραδεκτό της προσφυγής, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως του συμβουλίου προσφυγών. Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι, όπως προκύπτει, ιδίως, από το γράμμα του άρθρου 61, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010, το οποίο υπομνήσθηκε στη σκέψη 44 ανωτέρω, η εν λόγω απόφαση συνιστά πράξη δυνάμενη να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Επομένως, διαπιστώνεται ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι παραδεκτή, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της ως άνω αποφάσεως.
52
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, παρέλκει η εξέταση του λόγου απαραδέκτου που προέβαλε η προσφεύγουσα σε σχέση με την ένσταση απαραδέκτου (βλ. σκέψη 32 ανωτέρω).
Επί του παραδεκτού του τρίτου αιτήματος
53
Με το τρίτο αίτημά της, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση στο αρμόδιο όργανο της ΕΑΤ προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας. Με το αίτημα αυτό, η προσφεύγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο να απευθύνει στην ΕΑΤ ορισμένη διαταγή. Κατά πάγια νομολογία, όμως, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, η αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως και το Γενικό Δικαστήριο δεν δύναται, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, να απευθύνει διαταγές στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Πράγματι, δυνάμει του άρθρου 266 ΣΛΕΕ, το οικείο θεσμικό όργανο είναι εκείνο το οποίο οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση ακυρωτικής αποφάσεως (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη της 12ης Μαρτίου 2014, PAN Europe κατά Επιτροπής, T‑192/12, EU:T:2014:152, σκέψη 15 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54
Κατά συνέπεια, το τρίτο αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Επί της ουσίας
55
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει, κατ’ ουσίαν, πέντε λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αφορούν, ο πρώτος, πλάνη περί τα πράγματα και πλάνη περί το δίκαιο καθώς και έλλειψη αιτιολογίας με τις οποίες βαρύνεται η απόφαση της ΕΑΤ, ο δεύτερος, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως καθώς και πλάνη περί το δίκαιο που καθιστούν παράνομες τις αποφάσεις της ΕΑΤ και του συμβουλίου προσφυγών, ο τρίτος, παράβαση του άρθρου 39, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010 και του άρθρου 16 του κώδικα ορθής διοικητικής πρακτικής της ΕΑΤ, ο τέταρτος, διαδικαστική πλημμέλεια και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας από το συμβούλιο προσφυγών λόγω μη τηρήσεως του σημείου 3, παράγραφοι 3, 4 και 5, των εσωτερικών κανόνων και, ο πέμπτος, παραβίαση των αρχών της αμεροληψίας και της ισότητας των όπλων που προβλέπονται με το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
56
Η ΕΑΤ αμφισβητεί τα επιχειρήματα που έχουν προβληθεί προς στήριξη των ως άνω λόγων.
57
Υπενθυμίζεται προκαταρκτικώς ότι, κατά πάγια νομολογία, η παράβαση ουσιώδους τύπου, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, συνιστά έναν από τους λεγόμενους «λόγους δημόσιας τάξεως» οι οποίοι πρέπει να ερευνώνται αυτεπαγγέλτως από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης. Το ίδιο ισχύει για την αναρμοδιότητα, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2013, Ουγγαρία κατά Επιτροπής, T‑240/10, Συλλογή, EU:T:2013:645, σκέψη 70 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58
Επιπλέον, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους να ερευνούν αυτεπαγγέλτως τους λόγους δημόσιας τάξεως, οφείλουν να τηρούν την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (βλ. απόφαση Ουγγαρία κατά Επιτροπής, σκέψη 57 ανωτέρω, EU:T:2013:645, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
59
Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστεί ο αυτεπαγγέλτως ερευνώμενος λόγος ακυρώσεως σχετικά με την αναρμοδιότητα, υπό το πρίσμα του άρθρου 60, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1093/2010, του συμβουλίου προσφυγών να αποφανθεί επί της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του, βάσει της ως άνω διατάξεως, κατά της αποφάσεως της ΕΑΤ, δεδομένου ότι οι διάδικοι αγόρευσαν προηγουμένως ως προς το ζήτημα αυτό.
60
Συναφώς, αφενός, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το συμβούλιο προσφυγών είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της προσφυγής που αυτή άσκησε ενώπιόν του, δεδομένου ότι, ανεξαρτήτως του τύπου της, η απόφαση της ΕΑΤ ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη προς την αιτιολογική σκέψη 58 του εν λόγω κανονισμού καθώς και προς τις εγγυήσεις προστασίας των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων μερών που αυτός θεσπίζει.
61
Η ΕΑΤ, υποστηριζόμενη από την Επιτροπή, φρονεί ότι το συμβούλιο προσφυγών όφειλε να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιόν του κατά της αποφάσεως της ΕΑΤ, καθόσον δεν ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010, οι οποίες απηχούν εκείνες του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, και ότι, κατά συνέπεια, η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, είναι επίσης απαράδεκτη. Εντούτοις, η ΕΑΤ δεν τοποθετήθηκε ρητώς επί της αρμοδιότητας του συμβουλίου προσφυγών να αποφανθεί επί της προσφυγής. Ερωτηθείσα σχετικώς από το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η ΕΑΤ υποστήριξε ότι το συμβούλιο προσφυγών δεν είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του.
62
Η Επιτροπή προσθέτει ότι από τα άρθρα 58 έως 60 του κανονισμού 1093/2010 προκύπτει ότι το συμβούλιο προσφυγών δεν αποτελεί δικαιοδοτικό όργανο, αλλά εσωτερική υπηρεσία της ΕΑΤ, και ότι δεν έχει αρμοδιότητα να επικυρώνει αποφάσεις που λαμβάνονται από το αρμόδιο όργανο της ΕΑΤ ή να αναπέμπει την υπόθεση στο όργανο αυτό προκειμένου το τελευταίο να λάβει απόφαση. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή προσέθεσε ότι το συμβούλιο προσφυγών όφειλε να κρίνει την προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιόν του απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 60, παράγραφος 4, του κανονισμού 1093/2010.
63
Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι η προσφεύγουσα υπέβαλε αίτημα στην ΕΑΤ, δυνάμει του άρθρου 17 του κανονισμού 1093/2010, σε σχέση με προβαλλόμενη παράβαση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2006/48 από την εσθονική και τη φινλανδική εποπτική αρχή του χρηματοπιστωτικού τομέα, οι οποίες αποτελούν «αρμόδιες αρχές», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 2, σημείο i, του εν λόγω κανονισμού.
64
Συναφώς, υπενθυμίζεται επίσης ότι, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010, αν αρμόδια αρχή δεν έχει εφαρμόσει τις πράξεις τις οποίες μνημονεύει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού ή τις έχει εφαρμόσει κατά τρόπο που παραβιάζει κατά τα φαινόμενα το δίκαιο της Ένωσης, περιλαμβανομένων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που εγκρίνονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15, και ειδικότερα αν παρέλειψε να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος προς τις απαιτήσεις που ορίζουν οι εν λόγω πράξεις, η ΕΑΤ ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 17, παράγραφοι 2, 3 και 6, του ίδιου κανονισμού.
65
Στη συνέχεια, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010, οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά αποφάσεως της ΕΑΤ που προβλέπεται στα άρθρα 17, 18 και 19 και οποιασδήποτε άλλης αποφάσεως που ελήφθη από την ΕΑΤ σύμφωνα με τις πράξεις του δικαίου της Ένωσης τις οποίες μνημονεύει το άρθρο 1, παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά αποφάσεως η οποία, παρότι έχει τη μορφή αποφάσεως απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και ατομικά το εν λόγω πρόσωπο.
66
Επομένως, η απόφαση της ΕΑΤ, για να μπορεί να προσβληθεί ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών, κατά την έννοια του άρθρου 60 του κανονισμού 1093/2010, πρέπει να έχει εκδοθεί σύμφωνα με τις πράξεις του δικαίου της Ένωσης τις οποίες μνημονεύει το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, ή να καταλέγεται στις αποφάσεις περί των οποίων κάνουν λόγο τα άρθρα 17, 18 και 19 του ίδιου κανονισμού.
67
Πρώτον και μολονότι η παράβαση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2006/48 προβλήθηκε προς στήριξη της καταγγελίας, η απόφαση της ΕΑΤ δεν στηρίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 1093/2010. Πράγματι, η ΕΑΤ, με την απόφασή της, ουδόλως αποφάνθηκε επί της παραβάσεως ή της μη παραβάσεως της οδηγίας αυτής από τις αρμόδιες αρχές ή από το εμπλεκόμενο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.
68
Δεύτερον, αρκεί να επισημανθεί ότι η απόφαση της ΕΑΤ προδήλως δεν καταλέγεται στις διαλαμβανόμενες στα άρθρα 18 και 19 του κανονισμού 1093/2010 αποφάσεις, δυνάμει των οποίων η ΕΑΤ δύναται να επιβάλλει στις εθνικές εποπτικές αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες, αντιστοίχως, για την αντιμετώπιση καταστάσεως έκτακτης ανάγκης ή για να επιλύουν διαφωνίες που μπορούν να ανακύψουν σε περιπτώσεις διασυνοριακού χαρακτήρα, στοιχείο ως προς το οποίο, κατά τα λοιπά, συμφωνούν οι διάδικοι. Επιπλέον, αρκεί η διαπίστωση ότι, προς στήριξη της καταγγελίας, δεν προβλήθηκε καμία παράβαση ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων εγκρινόμενων σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 15 του εν λόγω κανονισμού, περί των οποίων κάνει λόγο το άρθρο 17, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, πράγμα το οποίο επιβεβαιώθηκε επίσης κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Επιπροσθέτως, σε αντίθεση με όσα διατείνεται η προσφεύγουσα, ούτε από το έγγραφο της 2ας Ιουλίου 2013 που απηύθυνε αυτή στην ΕΑΤ, ούτε από το υπόμνημα απαντήσεως στην ΕΑΤ, που κατατέθηκε στις 20 Μαΐου 2014 στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα προέβαλε παράβαση των διαλαμβανόμενων στα άρθρα 10 έως 15 του κανονισμού 1093/2010 προτύπων, μετά την υποβολή της καταγγελίας.
69
Τρίτον και όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 46 και 49 ανωτέρω, αρκεί η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δεν καταλέγεται στους ρητώς απαριθμούμενους στο άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1093/2010 φορείς, οι οποίοι δύνανται να υποβάλλουν στην ΕΑΤ αίτημα για διεξαγωγή έρευνας σχετικά με παράβαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και στους οποίους περιλαμβάνονται, περιοριστικώς, οι αρμόδιες αρχές, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, η Επιτροπή ή η ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων.
70
Επίσης, η προσφεύγουσα δεν διατείνεται ότι ανήκει στην ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων, που έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 37 του κανονισμού 1093/2010, προκειμένου να διευκολύνεται η διεξαγωγή της διαβουλεύσεως με συμφεροντούχους τομέων σχετικών με τα καθήκοντα της ΕΑΤ. Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από την παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως, η ομάδα αυτή αποτελείται από 30 μέλη, τα οποία εκπροσωπούν τα πιστωτικά και επενδυτικά ιδρύματα που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, τους εκπροσώπους των υπαλλήλων τους καθώς και τους καταναλωτές, τους χρήστες τραπεζικών υπηρεσιών και τους αντιπροσώπους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
71
Τέταρτον, διαπιστώνεται ότι, πλην της αποφάσεως με την οποία αρνείται να κινήσει διαδικασία έρευνας κατόπιν αιτήματος ενός από τους φορείς που απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1093/2010, οι συστάσεις ή οι αποφάσεις που δύναται να λαμβάνει η ΕΑΤ δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφοι 2 έως 6, του εν λόγω κανονισμού έχουν ως αποδέκτες είτε τις οικείες αρμόδιες αρχές είτε τα ενδιαφερόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Πράγματι, από το άρθρο 17, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι «η [ΕΑΤ] μπορεί να απευθύνει στην οικεία αρμόδια αρχή σύσταση όπου ορίζεται η ενέργεια που απαιτείται για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο». Κατά την παράγραφο 4 της ίδιας διατάξεως, «[ε]άν η αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο […], η Επιτροπή μπορεί, αφού ενημερωθεί από την [ΕΑΤ] ή κατόπιν ιδίας πρωτοβουλίας, να διατυπώσει επίσημη γνώμη απαιτώντας από την αρμόδια αρχή να προβεί στις ενέργειες που απαιτούνται για να συμμορφωθεί με το ενωσιακό δίκαιο». Επίσης, το άρθρο 17, παράγραφος 6, του κανονισμού 1093/2010 ορίζει ότι, «αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη […], η [ΕΑΤ] μπορεί […] να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς χρηματοοικονομικό ίδρυμα, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης κάθε πρακτικής».
72
Από την εξέταση των κρίσιμων διατάξεων του κανονισμού 1093/2010 προκύπτει ότι η απόφαση της ΕΑΤ, η οποία αμφισβητήθηκε εν προκειμένω ενώπιον του συμβουλίου προσφυγών, δεν μπορεί, ως εκ της φύσεώς της, να θεωρηθεί ως στηριζόμενη σε μία από τις εν λόγω διατάξεις. Ως εκ τούτου, το συμβούλιο προσφυγών δεν είχε αρμοδιότητα να αποφανθεί επί της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του βάσει του άρθρου 60, παράγραφος 1, του κανονισμού 1093/2010.
73
Κατόπιν όλων των ανωτέρω και χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το βάσιμο των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα, η προσφυγή πρέπει να γίνει δεκτή, κατά το μέρος που με αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως του συμβουλίου προσφυγών, λόγω αναρμοδιότητας.
Επί των δικαστικών εξόδων
74
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα και η ΕΑΤ ηττήθηκαν μερικώς, καθεμία εξ αυτών πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
75
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα θεσμικά όργανα που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση 2014‑C1‑02 του συμβουλίου προσφυγών των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών, της 14ης Ιουλίου 2014.
2)
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Παπασάββας
Forwood
Bieliūnas
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Σεπτεμβρίου 2015.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy