ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 13ης Σεπτεμβρίου 2018 ( *1 ) ( 1 )
«Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία – Εγγραφή του ονόματος της οντότητας στην οποία ανήκει η προσφεύγουσα στον κατάλογο των οντοτήτων που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα – Υποχρέωση αιτιολόγησης – Δικαιώματα άμυνας – Δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας – Συμφωνία Σύνδεσης ΕΕ-Τουρκίας – Θεμελιώδη δικαιώματα – Αναλογικότητα»
Στην υπόθεση T‑798/14,
DenizBank A.Ş., με έδρα την Κωνσταντινούπολη (Τουρκία), εκπροσωπούμενη από τους O. Jones, D. Heaton, barristers, R. Mattick, S. Utku, solicitors, και την M. Lester, QC,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου αρχικώς από την S. Boelaert και τον A. de Elera‑San Miguel Hurtado, στη συνέχεια από τις S. Boelaert και P. Mahnič Bruni,
καθού,
υποστηριζόμενου από
την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την D. Gauci, τους L. Havas και F. Ronkes Agerbeek,
παρεμβαίνουσα,
με αντικείμενο αίτηση βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση, πρώτον, της απόφασης 2014/512/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 229, σ. 13), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2014/659/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 8ης Σεπτεμβρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 271, σ. 54), με την απόφαση 2014/872/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 349, σ. 58), με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/2431 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2015 (ΕΕ 2015, L 334, σ. 22), με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2016/1071 του Συμβουλίου, της 1ης Ιουλίου 2016 (ΕΕ 2016, L 178, σ. 21), και με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2016/2315 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 2016 (ΕΕ 2016, L 345, σ. 65), και, δεύτερον, του κανονισμού (ΕΕ) 833/2014 του Συμβουλίου, της 31ης Ιουλίου 2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 229, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 960/2014 του Συμβουλίου, της 8ης Σεπτεμβρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 271, σ. 3), και με τον κανονισμό (ΕΕ) 1290/2014 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 2014 (ΕΕ 2014, L 349, σ. 20), στο μέτρο που οι πράξεις αυτές αφορούν την προσφεύγουσα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis (εισηγητή), πρόεδρο, D. Spielmann και Z. Csehi, δικαστές,
γραμματέας: L. Grzegorczyk, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 16ης Νοεμβρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η προσφεύγουσα, DenizBank A.Ş., είναι τουρκική εμπορική τράπεζα με έδρα την Κωνσταντινούπολη (Τουρκία), της οποίας το κεφάλαιο ανήκει κατά ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank of Russia OAO (στο εξής: Sberbank), ρωσική τράπεζα λιανικής τραπεζικής με έδρα τη Μόσχα (Ρωσία).
2
Στις 20 Φεβρουαρίου 2014, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταδίκασε εντονότατα τη χρήση βίας στην Ουκρανία. Ζήτησε τον άμεσο τερματισμό της βίας και τον πλήρη σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών στην Ουκρανία. Το Συμβούλιο εξέτασε επίσης το ενδεχόμενο λήψης περιοριστικών μέτρων κατά των προσώπων που ευθύνονται για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, βιαιοπραγίες και χρήση υπέρμετρης βίας.
3
Κατά την έκτακτη συνεδρίαση που πραγματοποιήθηκε στις 3 Μαρτίου 2014, το Συμβούλιο καταδίκασε την κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας από τις επιθετικές ενέργειες των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων, καθώς και την έγκριση που έδωσε το Soviet Federatsii Federal’nogo Sobrania Rossiskoï Federatsii (Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Συνέλευσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας) την 1η Μαρτίου 2014 για χρήση των ενόπλων δυνάμεων στο έδαφος της Ουκρανίας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κάλεσε τη Ρωσική Ομοσπονδία να αποσύρει αμέσως τις ένοπλες δυνάμεις της στις περιοχές μόνιμης στάθμευσής τους, σύμφωνα με τις διεθνείς της υποχρεώσεις.
4
Στις 5 Μαρτίου 2014, το Συμβούλιο ενέκρινε περιοριστικά μέτρα που επικεντρώθηκαν στη δέσμευση και την ανάκτηση υπεξαιρεθέντων ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων.
5
Στις 6 Μαρτίου 2014, οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσυπέγραψαν τα συμπεράσματα του Συμβουλίου που εγκρίθηκαν στις 3 Μαρτίου 2014. Καταδίκασαν δε απερίφραστα την απρόκλητη παραβίαση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας από τη Ρωσική Ομοσπονδία και ζήτησαν από την τελευταία να αποσύρει αμέσως τις ένοπλες δυνάμεις της στις περιοχές μόνιμης στάθμευσής τους, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες συμφωνίες. Οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων της Ένωσης δήλωσαν ότι τυχόν περαιτέρω ενέργειες της Ρωσικής Ομοσπονδίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία θα έχουν πρόσθετες και εκτενείς συνέπειες στις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αφετέρου, σε ευρύ φάσμα οικονομικών τομέων. Κάλεσαν τη Ρωσική Ομοσπονδία να επιτρέψει την άμεση πρόσβαση των διεθνών παρατηρητών, τονίζοντας ότι η επίλυση της κρίσης στην Ουκρανία πρέπει να βασίζεται στην εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και στην αυστηρή τήρηση των διεθνών κανόνων.
6
Στις 16 Μαρτίου 2014, η βουλή της Αυτόνομης Δημοκρατίας της Κριμαίας και η τοπική κυβέρνηση της Σεβαστούπολης, δύο διοικητικών υποδιαιρέσεων της Ουκρανίας, διενήργησαν δημοψήφισμα σχετικά με το καθεστώς της Κριμαίας. Στο δημοψήφισμα αυτό, ερωτήθηκε ο λαός της Κριμαίας αν επιθυμεί να ενσωματωθεί στη Ρωσική Ομοσπονδία ως ομόσπονδο κράτος ή αν επιθυμεί να αποκαταστήσει το Σύνταγμα της Κριμαίας του 1992 και το καθεστώς της Κριμαίας ως τμήματος της Ουκρανίας. Σύμφωνα με το αποτέλεσμα που ανακοινώθηκε από την Αυτόνομη Δημοκρατία της Κριμαίας, το 96,77 % ψήφισε υπέρ της ενσωμάτωσης της περιοχής στη Ρωσική Ομοσπονδία, ενώ η συμμετοχή ανήλθε στο 83,1 %.
7
Στις 17 Μαρτίου 2014, το Συμβούλιο ενέκρινε περαιτέρω συμπεράσματα σχετικά με την Ουκρανία. Το Συμβούλιο καταδίκασε απερίφραστα τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος της 16ης Μαρτίου 2014 στην Κριμαία για την προσχώρηση στη Ρωσική Ομοσπονδία, εκτιμώντας ότι το δημοψήφισμα αυτό πραγματοποιήθηκε κατά κατάφωρη παραβίαση του Ουκρανικού Συντάγματος. Το Συμβούλιο κάλεσε μετ’ επιτάσεως τη Ρωσική Ομοσπονδία να προβεί σε ενέργειες για την αποκλιμάκωση της κρίσης, να μειώσει αμέσως τις δυνάμεις της στα προ κρίσης επίπεδα και να τις επαναφέρει στις θέσεις τους σύμφωνα με τις διεθνείς δεσμεύσεις της, να ξεκινήσει άμεσο διάλογο με την Ουκρανική Κυβέρνηση και να κάνει χρήση όλων των οικείων διεθνών μηχανισμών για την αναζήτηση ειρηνικής λύσης ύστερα από διαπραγματεύσεις, τηρώντας τις διμερείς και πολυμερείς δεσμεύσεις της για τον σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο εξέφρασε τη λύπη του για το γεγονός ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δεν κατάφερε να εγκρίνει ψήφισμα, λόγω του βέτο που αντέταξε η Ρωσική Ομοσπονδία. Περαιτέρω, το Συμβούλιο παρότρυνε τη Ρωσική Ομοσπονδία να μην προβεί σε ενέργειες για την προσάρτηση της Κριμαίας κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου.
8
Την ίδια ημέρα, το Συμβούλιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2014/145/ΚΕΠΠΑ, σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 16), καθώς και, βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) 269/2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας (ΕΕ 2014, L 78, σ. 16), μέσω των οποίων επέβαλε ταξιδιωτικούς περιορισμούς και μέτρα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων προσώπων υπεύθυνων για ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και προσώπων και οντοτήτων συνδεόμενων με αυτά.
9
Στις 17 Μαρτίου 2014, η Ρωσική Ομοσπονδία αναγνώρισε επίσημα τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος που διεξήχθη στην Κριμαία στις 16 Μαρτίου 2014. Μετά το δημοψήφισμα αυτό, το Ανώτατο Συμβούλιο της Κριμαίας και το δημοτικό συμβούλιο της Σεβαστούπολης κήρυξαν την ανεξαρτησία της Κριμαίας από την Ουκρανία και ζήτησαν την ενσωμάτωσή της στη Ρωσική Ομοσπονδία. Την ίδια ημέρα, ο Ρώσος Πρόεδρος υπέγραψε διάταγμα με το οποίο αναγνώρισε τη Δημοκρατία της Κριμαίας ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος.
10
Στις 21 Μαρτίου 2014, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπενθύμισε τη δήλωση των αρχηγών κρατών ή κυβερνήσεων της Ένωσης της 6ης Μαρτίου 2014 και ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προετοιμάσουν ενδεχόμενα στοχευμένα μέτρα.
11
Στις 23 Ιουνίου 2014, το Συμβούλιο αποφάσισε ότι η εισαγωγή στην Ένωση εμπορευμάτων καταγωγής Κριμαίας ή Σεβαστούπολης θα πρέπει να απαγορευθεί, με την εξαίρεση των εμπορευμάτων καταγωγής Κριμαίας ή Σεβαστούπολης στα οποία η Ουκρανική Κυβέρνηση έχει χορηγήσει πιστοποιητικό καταγωγής.
12
Μετά το ατύχημα της 17ης Ιουλίου 2014, που είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του αεροσκάφους της πτήσης MH17 της Malaysian Airlines στο Ντονέτσκ (Ουκρανία), το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) να ολοκληρώσουν τις προπαρασκευαστικές τους εργασίες για ενδεχόμενα στοχευμένα μέτρα και να υποβάλουν, το αργότερο έως τις 24 Ιουλίου, προτάσεις για τη λήψη μέτρων, μεταξύ άλλων, σχετικά με την πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές, την άμυνα, τα αγαθά διπλής χρήσης και τις ευαίσθητες τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένου του ενεργειακού τομέα.
13
Στις 31 Ιουλίου 2014, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της κατάστασης στην Ουκρανία, παρά την επιβολή, τον Μάρτιο του 2014, ταξιδιωτικών περιορισμών καθώς και μέτρων δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων σε βάρος ορισμένων φυσικών και νομικών προσώπων, το Συμβούλιο εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2014/512/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 229, σ. 13), με σκοπό τη θέσπιση στοχευμένων περιοριστικών μέτρων στους τομείς της πρόσβασης στις κεφαλαιαγορές, της άμυνας, των αγαθών διπλής χρήσης και των ευαίσθητων τεχνολογιών, ιδίως στον τομέα της ενέργειας.
14
Θεωρώντας ότι τα τελευταία αυτά μέτρα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΛΕΕ και ότι η εφαρμογή τους απαιτεί την έκδοση κανονιστικής πράξης στο επίπεδο της Ένωσης, το Συμβούλιο εξέδωσε την ίδια ημέρα, βάσει του άρθρου 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) 833/2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 229, σ. 1), ο οποίος περιέχει λεπτομερέστερες διατάξεις για τη θέση σε εφαρμογή, τόσο στο επίπεδο της Ένωσης όσο και στο επίπεδο των κρατών μελών, των οριζομένων στην απόφαση 2014/512.
15
Ο δηλωθείς σκοπός των εν λόγω περιοριστικών μέτρων ήταν να αυξηθεί το κόστος των ενεργειών της Ρωσίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και να προωθηθεί η ειρηνική επίλυση της κρίσης. Προς τούτο, η απόφαση 2014/512 θέσπισε, ειδικότερα, απαγορεύσεις εξαγωγής ορισμένων ευαίσθητων ειδών και τεχνολογιών που προορίζονται για τον πετρελαϊκό τομέα στη Ρωσία, καθώς και περιορισμούς της πρόσβασης ορισμένων επιχειρηματιών του οικείου τομέα στις κεφαλαιαγορές της Ένωσης.
16
Στη συνέχεια, το Συμβούλιο εξέδωσε, στις 8 Σεπτεμβρίου 2014, την απόφαση 2014/659/ΚΕΠΠΑ για την τροποποίηση της απόφασης 2014/512 (ΕΕ 2014, L 271, σ. 54) και τον κανονισμό (ΕΕ) 960/2014 για την τροποποίηση του κανονισμού 833/2014 (ΕΕ 2014, L 271, σ. 3), προκειμένου να επεκτείνει την απαγόρευση σχετικά με ορισμένα χρηματοοικονομικά μέσα που είχε αποφασιστεί στις 31 Ιουλίου 2014 και να επιβάλει πρόσθετους περιορισμούς στην πρόσβαση στην κεφαλαιαγορά.
17
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 2014/512, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 της απόφασης 2014/659, έχει ως εξής:
«1. Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση αγορά ή πώληση, η άμεση ή έμμεση παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή η συνδρομή στην έκδοση ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ομόλογα, τίτλους κεφαλαίου ή συναφή χρηματοοικονομικά μέσα με μέγιστη διάρκεια που υπερβαίνει τις 90 ημέρες, τα οποία εκδίδονται μετά την 1η Αυγούστου 2014 μέχρι τη 12η Σεπτεμβρίου 2014, ή με μέγιστη διάρκεια που υπερβαίνει τις 30 ημέρες, τα οποία εκδίδονται μετά τη 12η Σεπτεμβρίου 2014 από:
α)
μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή ιδρύματα ανάπτυξης του χρηματοοικονομικού τομέα που έχουν έδρα στη Ρωσία και είναι κρατικής ιδιοκτησίας ή ελέγχου σε ποσοστό άνω του 50 % κατά την 1η Αυγούστου 2014, ως έχουν στο παράρτημα I·
β)
οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό με έδρα εκτός της Ένωσης που ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % σε οντότητα η οποία κατονομάζεται στο παράρτημα I· ή
γ)
οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που ενεργεί εξ ονόματος ή υπό τις εντολές οντότητας η οποία ανήκει στην κατηγορία που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου ή κατονομάζεται στο παράρτημα I.»
18
Το όνομα της Sberbank περιλαμβάνεται στο σημείο 1 του παραρτήματος Ι της απόφασης 2014/512, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2014/659.
19
Το άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 833/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 960/2014, έχει ως εξής:
«1. Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση αγορά, πώληση, παροχή επενδυτικών υπηρεσιών για την έκδοση ή παροχή βοήθειας για την έκδοση καθώς ή η με άλλο τρόπο διαπραγμάτευση κινητών αξιών και μέσων χρηματαγοράς που έχουν διάρκεια άνω των 90 ημερών και εκδόθηκαν από την 1η Αυγούστου 2014 έως τη 12η Σεπτεμβρίου 2014 ή έχουν διάρκεια άνω των 30 ημερών και εκδίδονται μετά τη 12η Σεπτεμβρίου 2014 από:
α)
μεγάλο πιστωτικό ίδρυμα ή άλλο μεγάλο οργανισμό που έχει ρητή εντολή να προωθεί την ανταγωνιστικότητα της ρωσικής οικονομίας, τη διαφοροποίησή της και την ενθάρρυνση των επενδύσεων, έχει την έδρα του στη Ρωσία και τελεί υπό κρατική ιδιοκτησία ή έλεγχο σε ποσοστό άνω του 50 % κατά την 1η Αυγούστου 2014, όπως κατονομάζεται στο παράρτημα III, ή
β)
νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που έχει την έδρα του εκτός της Ένωσης και του οποίου τα δικαιώματα ιδιοκτησίας κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, σε ποσοστό άνω του 50 % οντότητα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα III ή
γ)
νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που ενεργεί εξ ονόματος ή κατ’ εντολή οντότητας που αναφέρεται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου ή περιλαμβάνεται στο παράρτημα III.
[…]
3. Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση σύναψη συμφωνίας ή η συμμετοχή σε συμφωνία για την παροχή νέων δανείων ή πιστώσεων με διάρκεια άνω των 30 ημερών προς οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 μετά τη 12η Σεπτεμβρίου 2014, πλην δανείων ή πιστώσεων που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή χρηματοδότησης για μη απαγορευμένες εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μεταξύ της Ένωσης και της Ρωσίας ή δανείων που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή επείγουσας χρηματοδότησης για την τήρηση κριτηρίων φερεγγυότητας και ρευστότητας για νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους στην Ένωση, των οποίων τα δικαιώματα ιδιοκτησίας κατέχει σε ποσοστό άνω του 50 % οντότητα που αναφέρεται στο παράρτημα III.»
20
Το όνομα της Sberbank περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού 833/2014.
21
Στις 4 Δεκεμβρίου 2014, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2014/872/ΚΕΠΠΑ για την τροποποίηση της απόφασης 2014/512 και της απόφασης 2014/659 (ΕΕ 2014, L 349, σ. 58) καθώς και τον κανονισμό (ΕΕ) 1290/2014 για την τροποποίηση του κανονισμού 833/2014 και του κανονισμού 960/2014 (ΕΕ 2014, L 349, σ. 20).
22
Μετά την έκδοση του κανονισμού 1290/2014, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 833/2014 τροποποιήθηκε ως εξής:
«3. Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση σύναψη συμφωνίας ή η συμμετοχή σε συμφωνία για την παροχή νέων δανείων ή πιστώσεων με διάρκεια άνω των 30 ημερών προς οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέα που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2 μετά τη 12η Σεπτεμβρίου 2014.
Η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται στα εξής:
α)
δάνεια ή πιστώσεις που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή χρηματοδότησης για μη απαγορευμένες εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μεταξύ της Ένωσης και οποιουδήποτε τρίτου κράτους, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες από άλλο τρίτο κράτος που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση της σύμβασης εξαγωγής ή εισαγωγής, ή
β)
δάνεια που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή επείγουσας χρηματοδότησης για την τήρηση κριτηρίων φερεγγυότητας και ρευστότητας για νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους στην Ένωση, των οποίων τα δικαιώματα ιδιοκτησίας κατέχει σε ποσοστό άνω του 50 % οντότητα που αναφέρεται στο παράρτημα III.»
23
Στις 21 Δεκεμβρίου 2015, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/2431 για την τροποποίηση της απόφασης 2014/512 (ΕΕ 2015, L 334, σ. 22). Την 1η Ιουλίου 2016, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2016/1071 για την τροποποίηση της απόφασης 2014/512 (ΕΕ 2016, L 178, σ. 21). Τέλος, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2016/2315 για την τροποποίηση της απόφασης 2014/512 (ΕΕ 2016, L 345, σ. 65).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
24
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Δεκεμβρίου 2014, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
Παρέμβαση
25
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Απριλίου 2015, η Επιτροπή ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
26
Με διάταξη της 30ής Ιουνίου 2015, ο πρόεδρος του ένατου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτή την παρέμβαση αυτή.
27
Στις 24 Αυγούστου 2015 η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα παρέμβασης.
28
Η προσφεύγουσα και το Συμβούλιο κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί του υπομνήματος αυτού εντός της προς τούτο ταχθείσας προθεσμίας, αντιστοίχως, στις 9 Οκτωβρίου 2015 και την 1η Σεπτεμβρίου 2015.
Αναστολή της διαδικασίας
29
Στις 12 Μαρτίου 2015, ο πρόεδρος του ένατου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να ακούσει τους διαδίκους επί της ενδεχόμενης αναστολής της διαδικασίας μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση που να περατώνει τη δίκη στην υπόθεση C‑72/15, Rosneft. Με έγγραφο της Γραμματείας του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Μαρτίου 2015, τάχθηκε προθεσμία στους διαδίκους για τον σκοπό αυτό.
30
Το Συμβούλιο και η προσφεύγουσα υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί της εν λόγω ενδεχόμενης αναστολής με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 27 Μαρτίου και στις 7 Απριλίου 2015.
31
Με απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 2015, η οποία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 69, στοιχείο αʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο πρόεδρος του ένατου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε να αναστείλει την εκδίκαση της υπόθεσης με το αιτιολογικό ότι υπήρχε τουλάχιστον μερική σύμπτωση μεταξύ των διατάξεων των οποίων το περιεχόμενο και το κύρος κλήθηκε να εκτιμήσει το Δικαστήριο στην υπόθεση C‑72/15, Rosneft, και εκείνων οι οποίες είναι κρίσιμες στην υπό κρίση υπόθεση.
32
Μετά την έκδοση της απόφασης της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236), η αναστολή της διαδικασίας έληξε, σύμφωνα με το άρθρο 71, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.
33
Στο πλαίσιο αυτό, οι κύριοι διάδικοι κλήθηκαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των συνεπειών που πρέπει να συναχθούν από την απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236), όσον αφορά τους λόγους και τα επιχειρήματα που προβάλλονται στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν στο αίτημα αυτό εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Προσαρμογές του δικογράφου της προσφυγής
34
Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Φεβρουαρίου 2015, η προσφεύγουσα προσάρμοσε το δικόγραφο της προσφυγής ώστε με αυτήν να ζητείται επίσης η ακύρωση της απόφασης 2014/872 και του κανονισμού 1290/2014.
35
Το Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί του υπομνήματος αυτού με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Φεβρουαρίου 2015.
36
Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Δεκεμβρίου 2015, η προσφεύγουσα προσάρμοσε το δικόγραφο της προσφυγής ώστε με αυτήν να ζητείται επίσης η ακύρωση της απόφασης 2015/2431, καθόσον με αυτήν επεκτείνεται η εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων που προβλέπει η απόφαση 2014/512.
37
Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Απριλίου 2017, η προσφεύγουσα προσάρμοσε το δικόγραφο της προσφυγής ώστε με αυτήν να ζητείται επίσης η ακύρωση της απόφασης 2016/1071 και της απόφασης 2016/2315, καθόσον με αυτές επεκτείνεται η εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων που προβλέπει η απόφαση 2014/512.
38
Το Συμβούλιο δεν υπέβαλε παρατηρήσεις επί των υπομνημάτων αυτών.
Μεταβολή της σύνθεσης των τμημάτων
39
Κατόπιν μεταβολής της σύνθεσης των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο έκτο τμήμα, στο οποίο κατά συνέπεια ανατέθηκε η υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Αιτήματα των διαδίκων
40
Η προσφεύγουσα ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει, αφενός, την απόφαση 2014/512, όπως αυτή παρατάθηκε ή τροποποιήθηκε με την απόφαση 2014/659, την απόφαση 2014/872, την απόφαση 2015/2431, την απόφαση 2016/1071 και την απόφαση 2016/2315 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), και, αφετέρου, τον κανονισμό 833/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 960/2014 και τον κανονισμό 1290/2014 (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός) (στο εξής, από κοινού: προσβαλλόμενες πράξεις), καθόσον οι πράξεις αυτές την αφορούν και καθόσον δεν μπορούν να ερμηνευθούν κατά τρόπο που να την αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής τους·
–
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
41
Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή ως μη εμπίπτουσα εν μέρει στην αρμοδιότητά του και ως απαράδεκτη ή, εν πάση περιπτώσει, ως αβάσιμη·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Με τη γραπτή απάντησή της στην ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, μετά την έκδοση της απόφασης της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236), το Συμβούλιο διευκρίνισε ότι δεν αμφισβητεί πλέον την αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου να ελέγξει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, στο μέτρο που αυτή συνεπάγεται περιοριστικά μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, πράγμα που επιβεβαιώθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
42
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή.
Σκεπτικό
43
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακύρωσης, εκ των οποίων ο πρώτος στηρίζεται σε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης που υπέχει το Συμβούλιο και από το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ο δεύτερος σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, ο τρίτος σε παράβαση της Συμφωνίας Σύνδεσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Τουρκίας, η οποία υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1963 (στο εξής: συμφωνία της Άγκυρας), καθώς και του πρόσθετου πρωτοκόλλου και του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας αυτής, που υπογράφηκαν στις 23 Νοεμβρίου 1970 (στο εξής, από κοινού: συμφωνίες της Άγκυρας), και ο τέταρτος σε αδικαιολόγητη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς και σε παραβίαση των αρχών της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας. Επιπλέον, η προσφεύγουσα προβάλλει ένσταση έλλειψης νομιμότητας, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, όσον αφορά το άρθρο 1 της προσβαλλόμενης απόφασης και το άρθρο 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 960/2014.
44
Πρέπει, προκαταρκτικώς, να εξεταστεί το παραδεκτό της προσφυγής.
Επί του παραδεκτού
45
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το αίτημα με το οποίο η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του παραδεκτού που προβλέπονται στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
46
Πρώτον, το Συμβούλιο εκτιμά ότι τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του προσβαλλόμενου κανονισμού (στο εξής: κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων) δεν «αφορούν άμεσα» την προσφεύγουσα, κατά την έννοια του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ. Συναφώς, υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω μέτρων δεν σημαίνει ότι θίγεται άμεσα από αυτά. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν απαγορεύει την έκδοση χρηματοοικονομικών μέσων από τις οντότητες τις οποίες αφορά, αλλά την αγορά ή πώληση επενδυτικών υπηρεσιών ή τη συνδρομή στην έκδοση των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ένωσης. Η προσφεύγουσα αποτελεί μεν οντότητα δυνάμενη να εκδώσει χρηματοπιστωτικά μέσα, δεν απέδειξε όμως ότι δραστηριοποιείται στην αγορά των υπηρεσιών που σχετίζεται με την απαγόρευση της έκδοσης χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως ακριβώς στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (T‑18/10, EU:T:2011:419).
47
Δεύτερον, το Συμβούλιο υποστηρίζει, επικουρικώς, ότι οι κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων δεν αφορούν ούτε ατομικά την προσφεύγουσα. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα δεν κατονομάζεται ρητώς στα παραρτήματα των εν λόγω πράξεων. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι οντότητες στις οποίες εφαρμόζονται τα μέτρα μπορούν να ταυτοποιηθούν δεν μπορεί να είναι καθοριστικό. Εξάλλου, το γεγονός ότι ένα μέτρο γενικής ισχύος εφαρμόζεται σε περιορισμένο αριθμό οντοτήτων ή θίγει ορισμένους επιχειρηματίες περισσότερο από τους ανταγωνιστές τους δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι το εν λόγω μέτρο αφορά ατομικά τις οντότητες αυτές.
48
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τα ως άνω επιχειρήματα.
49
Υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να απαιτούν εκτελεστικά μέτρα. Η δεύτερη περίπτωση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ διευκρινίζει ότι, αν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί την προσφυγή ακύρωσης δεν είναι αποδέκτης της προσβαλλόμενης πράξης, το παραδεκτό της προσφυγής εξαρτάται από την προϋπόθεση η πράξη να αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά. Η Συνθήκη της Λισσαβώνας πρόσθεσε επίσης στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ τρίτη περίπτωση η οποία καθιστά ηπιότερες τις προϋποθέσεις του παραδεκτού των προσφυγών ακύρωσης που ασκούνται από φυσικά και νομικά πρόσωπα. Πράγματι, η περίπτωση αυτή, χωρίς να εξαρτά το παραδεκτό των προσφυγών ακύρωσης που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα από την προϋπόθεση η προσβαλλόμενη πράξη να τα αφορά ατομικά, παρέχει αυτή τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής και κατά «κανονιστικών πράξεων» οι οποίες δεν απαιτούν εκτελεστικά μέτρα αλλά τα αφορούν άμεσα (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψεις 56 και 57).
50
Πρώτον, ως προς την προϋπόθεση η προσβαλλόμενη πράξη να αφορά άμεσα την προσφεύγουσα, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και σύμφωνα με την οποία η εν λόγω πράξη πρέπει να αφορά άμεσα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο απαιτεί το αμφισβητούμενο μέτρο της Ένωσης να παράγει άμεσα αποτελέσματα επί της νομικής κατάστασής του και να μην αφήνει καμία εξουσία εκτίμησης στους αποδέκτες του οι οποίοι είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή της, καθόσον η εφαρμογή αυτή έχει αμιγώς αυτόματο χαρακτήρα και απορρέει αποκλειστικώς από τη ρύθμιση της Ένωσης, χωρίς να παρεμβάλλονται άλλοι ενδιάμεσοι κανόνες (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, Επιτροπή κατά Infront WM, C‑125/06 P, EU:C:2008:159, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
51
Εν προκειμένω, το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης και το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του προσβαλλόμενου κανονισμού απαγορεύουν σε όλες τις επιχειρήσεις της Ένωσης να πραγματοποιούν ορισμένα είδη χρηματοοικονομικών συναλλαγών με πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στη Ρωσία, που πληρούν τις προϋποθέσεις των εν λόγω άρθρων και των οποίων το όνομα περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της προσβαλλόμενης απόφασης ή στο παράρτημα III του προσβαλλόμενου κανονισμού. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης και το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του προσβαλλόμενου κανονισμού απαγορεύουν στις εν λόγω επιχειρήσεις να διενεργούν τις πράξεις αυτές με κάθε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό με έδρα εκτός της Ένωσης που ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % σε οντότητα κατονομαζόμενη στα αντίστοιχα παραρτήματα των προσβαλλόμενων πράξεων.
52
Διαπιστώνεται, επομένως, ότι οι κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων αφορούν άμεσα την προσφεύγουσα. Πράγματι, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα εφαρμόζονται άμεσα σε βάρος της, ως άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι το κεφάλαιό της ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank, το όνομα της οποίας περιλαμβάνεται στο παράρτημα των εν λόγω πράξεων, χωρίς να καταλείπεται καμία εξουσία εκτίμησης στους αποδέκτες της που είναι επιφορτισμένοι με την εφαρμογή τους. Μικρή σημασία έχει, συναφώς, ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν απαγορεύουν στην προσφεύγουσα να πραγματοποιεί τις οικείες πράξεις εκτός της Ένωσης. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητείται ότι οι κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων επιβάλλουν στην προσφεύγουσα περιορισμούς όσον αφορά την πρόσβαση στην κεφαλαιαγορά της Ένωσης.
53
Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου σύμφωνα με την οποία δεν επηρεάζεται άμεσα η νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι τα μέτρα που θεσπίζονται από τις προσβαλλόμενες πράξεις εφαρμόζονται μόνο στους οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση. Μολονότι είναι αληθές ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις προβλέπουν απαγορεύσεις που εφαρμόζονται πρωτίστως στα πιστωτικά ιδρύματα και στους άλλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, οι απαγορεύσεις αυτές έχουν ως σκοπό και ως αποτέλεσμα να επηρεάζουν άμεσα οντότητες όπως η προσφεύγουσα, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με περιορισμό της οικονομικής τους δραστηριότητας λόγω της εφαρμογής των εν λόγω μέτρων ως προς αυτές. Εξυπακούεται ότι εναπόκειται στους οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση να εφαρμόζουν τα μέτρα αυτά, δεδομένου ότι οι πράξεις που εκδίδονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, να τύχουν εφαρμογής εκτός του εδάφους της Ένωσης. Τούτο ωστόσο δεν σημαίνει ότι τα περιοριστικά μέτρα που εφαρμόζονται έναντι των οργανισμών που επηρεάζονται από τις προσβαλλόμενες πράξεις δεν αφορούν άμεσα τις εν λόγω οντότητες. Πράγματι, η απαγόρευση προς τις επιχειρήσεις της Ένωσης να διενεργούν ορισμένα είδη συναλλαγών με οντότητες εγκατεστημένες εκτός της Ένωσης ισοδυναμεί με απαγόρευση προς τις εν λόγω οντότητες να διενεργούν τις οικείες συναλλαγές με επιχειρήσεις της Ένωσης. Επιπλέον, αν γινόταν δεκτή η θέση του Συμβουλίου επί του ζητήματος αυτού, τούτο θα σήμαινε ότι, ακόμη και σε περίπτωση δέσμευσης ατομικών κεφαλαίων, τα περιοριστικά μέτρα δεν αφορούν άμεσα τα απαριθμούμενα πρόσωπα στα οποία εφαρμόζονται τα μέτρα αυτά, δεδομένου ότι εναπόκειται πρωτίστως στα κράτη μέλη της Ένωσης και στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους να τα εφαρμόσουν.
54
Εξάλλου, ματαίως το Συμβούλιο στηρίζεται, συναφώς, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (T‑18/10, EU:T:2011:419). Συγκεκριμένα, στην υπόθεση εκείνη το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός (ΕΚ) 1007/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, περί εμπορίου προϊόντων φώκιας (ΕΕ 2009, L 286, σ. 36), επηρέαζε αποκλειστικώς τη νομική κατάσταση των προσφευγόντων εκείνων που δραστηριοποιούνταν στη διάθεση στην αγορά της Ένωσης προϊόντων φώκιας και τους οποίους αφορούσε η γενική απαγόρευση διάθεσης στην αγορά των προϊόντων αυτών, αντιθέτως προς τους προσφεύγοντες των οποίων η δραστηριότητα δεν συνίστατο στη διάθεση στην αγορά αυτών των προϊόντων και/ή εκείνους που ενέπιπταν στην εξαίρεση του κανονισμού 1007/2009, καθώς, κατ’ αρχήν, η διάθεση στην αγορά της Ένωσης προϊόντων φώκιας προερχόμενων από θήρα στην οποία επιδίδονται παραδοσιακά οι Inuit και άλλες κοινότητες αυτοχθόνων πληθυσμών που συμβάλλει στην επιβίωσή τους παρέμενε επιτρεπτή (βλ., συναφώς, διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, T‑18/10, EU:T:2011:419, σκέψη 79). Εν προκειμένω, αντιθέτως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσφεύγουσα δραστηριοποιείται στην αγορά των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών τις οποίες αφορούν οι προσβαλλόμενες πράξεις, και όχι σε οποιαδήποτε αγορά προηγούμενου ή επόμενου σταδίου σε σχέση με τις υπηρεσίες αυτές, όπως ισχυρίζεται το Συμβούλιο. Πράγματι, ακριβώς λόγω των προσβαλλόμενων πράξεων, η προσφεύγουσα αδυνατεί να διενεργήσει ορισμένες απαγορευόμενες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές με οργανισμούς εγκατεστημένους στην Ένωση, ενώ, αν δεν είχαν εκδοθεί οι σχετικές πράξεις, θα είχε το δικαίωμα να προβεί σε τέτοιου είδους συναλλαγές.
55
Στο μέτρο, επομένως, που οι κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων αφορούν την προσφεύγουσα, συνάγεται ότι την αφορούν άμεσα.
56
Δεύτερον, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί εάν οι προσβαλλόμενες πράξεις απαιτούν ή μη εκτελεστικά μέτρα, επισημαίνεται ότι πληρούται εν προκειμένω και η προϋπόθεση που προβλέπεται στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και σύμφωνα με την οποία η οικεία πράξη πρέπει να αφορά την προσφεύγουσα ατομικά.
57
Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι κάθε εγγραφή σε κατάλογο προσώπων ή οντοτήτων έναντι των οποίων επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα ανοίγει για το εν λόγω πρόσωπο ή την οντότητα, καθόσον ως προς αυτό συνιστά ατομική απόφαση, την οδό της προσφυγής ενώπιον του δικαστή της Ένωσης, δυνάμει του άρθρου 263, τέταρτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft, C‑348/12 P, EU:C:2013:776, σκέψη 50, της 1ης Μαρτίου 2016, National Iranian Oil Company κατά Συμβουλίου, C‑440/14 P, EU:C:2016:128, σκέψη 44, και της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 103 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
58
Όμως, εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank, της οποίας το όνομα αναγράφεται στους καταλόγους του παραρτήματος Ι της προσβαλλόμενης απόφασης και του παραρτήματος III του προσβαλλόμενου κανονισμού, αποτελεί μέρος των οντοτήτων στις οποίες επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπονται στις κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων.
59
Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όταν μια απόφαση θίγει ομάδα προσώπων εξατομικευμένων ή δυνάμενων να εξατομικευθούν κατά τον χρόνο έκδοσης της πράξης αυτής, βάσει κριτηρίων που προσιδιάζουν στα μέλη της εν λόγω ομάδας, η πράξη αυτή δύναται να αφορά ατομικά τα συγκεκριμένα πρόσωπα, καθόσον αποτελούν μέρος ενός στενού επιχειρηματικού κύκλου (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2008, Επιτροπή κατά Infront WM, C‑125/06 P, EU:C:2008:159, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
60
Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα ανήκει σε στενό επιχειρηματικό κύκλο του οποίου τα δικαιώματα εθίγησαν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, καθόσον οι περιορισμοί της πρόσβασης στην κεφαλαιαγορά της Ένωσης ισχύουν για την ίδια ακριβώς λόγω του ότι είναι νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμός με έδρα εκτός της Ένωσης που ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % σε οντότητα κατονομαζόμενη στο παράρτημα I της προσβαλλόμενης απόφασης ή στο παράρτημα III του προσβαλλόμενου κανονισμού.
61
Ως εκ τούτου, συνάγεται ότι η προσφεύγουσα παραδεκτώς ζητεί την ακύρωση των περιοριστικών μέτρων που θεσπίστηκαν με τις κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων, καθόσον την αφορούν.
Επί της ουσίας
62
Όσον αφορά τους λόγους ακύρωσης, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει, κατ’ αρχάς, τον πρώτο λόγο, ο οποίος στηρίζεται σε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης, στη συνέχεια, τον δεύτερο λόγο, ο οποίος στηρίζεται σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, στη συνέχεια τον τέταρτο λόγο, ο οποίος στηρίζεται σε αδικαιολόγητη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς και σε παραβίαση των αρχών της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας και, τέλος, τον τρίτο λόγο, ο οποίος στηρίζεται σε παράβαση των συμφωνιών της Άγκυρας.
Επί του πρώτου λόγου, ο οποίος στηρίζεται σε παράβαση της υποχρέωσης αιτιολόγησης που προβλέπει το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ
63
Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο δεν παρέθεσε προσήκουσα ή επαρκή αιτιολογία προκειμένου να τη συμπεριλάβει στο πεδίο εφαρμογής των προσβαλλόμενων πράξεων, κατά παράβαση του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
64
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν έλαβε κανένα έγγραφο ή κοινοποίηση από το Συμβούλιο που να την ενημερώνει για την υπαγωγή της στο πεδίο εφαρμογής των προσβαλλόμενων πράξεων, πολύ λιγότερο δε για τους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο επιθυμούσε να τη συμπεριλάβει στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω πράξεων, τεκμηριωμένους με αποδεικτικά στοιχεία. Συναφώς, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το γεγονός ότι οι κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως μέτρα δέσμευσης περιουσιακών στοιχείων δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές αποτελούν περιοριστικά μέτρα που επηρεάζουν αρνητικά φυσικά ή νομικά πρόσωπα στοχευμένα ατομικά. Επομένως, το Συμβούλιο όφειλε να έχει παράσχει στην προσφεύγουσα τους λόγους που δικαιολόγησαν την υπαγωγή της στο πεδίο εφαρμογής των προσβαλλόμενων πράξεων, δεδομένου ότι δεν αρκούσε η δημοσίευση των επίμαχων μέτρων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
65
Το Συμβούλιο εκτιμά, κυρίως, ότι τα κριτήρια της νομολογίας σχετικά με την υποχρέωση αιτιολόγησης στα οποία αναφέρεται η προσφεύγουσα δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω. Συγκεκριμένα, τα επίμαχα μέτρα δεν ισοδυναμούν με δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αλλά με μέτρα ή πράξεις γενικής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό, η υποχρέωση αιτιολόγησης πληρούται όταν το προοίμιο της οικείας πράξης περιγράφει, αφενός, τη συνολική κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή της και, αφετέρου, τους γενικούς σκοπούς που επιδιώκει. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το προοίμιο του προσβαλλόμενου κανονισμού ανταποκρίνεται στα νομολογιακά αυτά κριτήρια.
66
Επικουρικώς, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι τήρησε την υποχρέωση αιτιολόγησης, σύμφωνα με τη νομολογία που παραθέτει η προσφεύγουσα. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι από τους ισχυρισμούς που προβάλλει η προσφεύγουσα σε όλο το κείμενο του δικογράφου της προσφυγής προκύπτει ότι γνώριζε άριστα το πλαίσιο εντός του οποίου είχαν θεσπιστεί τα μέτρα καθώς και τους λόγους που οδήγησαν το Συμβούλιο να τη συμπεριλάβει στο πεδίο εφαρμογής των προσβαλλόμενων πράξεων.
67
Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη του Συμβουλίου σύμφωνα με την οποία οι προσβαλλόμενες πράξεις πληρούν την υποχρέωση αιτιολόγησης. Υποστηρίζει ότι οι λόγοι που οδήγησαν στη λήψη των περιοριστικών μέτρων έναντι της προσφεύγουσας παρατίθενται λεπτομερώς στις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 12 της προσβαλλόμενης απόφασης. Η Επιτροπή προβάλλει, εξάλλου, ότι η εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων στην προσφεύγουσα δικαιολογείται από το γεγονός ότι, εκ μόνης της θέσης της αλλά και στην πράξη, η εταιρία αυτή πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στις κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων. Το μόνο αποφασιστικό στοιχείο είναι να πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις, οπότε δεν απαιτείται να δικαιολογείται ατομικώς η εγγραφή των οντοτήτων που αναφέρονται στα παραρτήματα των προσβαλλόμενων πράξεων.
68
Κατά το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[ο]ι νομικές πράξεις αιτιολογούνται».
69
Επιπλέον, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), στον οποίο το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ αναγνωρίζει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, το δικαίωμα χρηστής διοίκησης περιλαμβάνει, ιδίως, «την υποχρέωση της διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της».
70
Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ και από το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της προσβαλλόμενης πράξης και στο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε. Πρέπει να καταδεικνύει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο τη συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την πράξη, ούτως ώστε ο ενδιαφερόμενος να γνωρίζει τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και το αρμόδιο δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του. Η απαίτηση αιτιολογίας πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (βλ. απόφαση της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψη 94 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
71
Η αιτιολογία δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας πράξης ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 296 ΣΛΕΕ και του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη πρέπει να εκτιμάται όχι μόνον βάσει του γράμματός της, αλλά και του πλαισίου της, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Επομένως, αφενός, μια βλαπτική πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον εκδόθηκε εντός πλαισίου που είναι γνωστό στον ενδιαφερόμενο και το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του εις βάρος του ληφθέντος μέτρου. Αφετέρου, ο βαθμός ακρίβειας της αιτιολογίας μιας πράξης πρέπει να είναι ανάλογος των υλικών δυνατοτήτων και των τεχνικών συνθηκών ή της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να εκδοθεί (βλ. απόφαση της 14ης Απριλίου 2016, Ben Ali κατά Συμβουλίου, T‑200/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:216, σκέψη 95 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
72
Πρώτον, όσον αφορά την επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις θα έπρεπε να έχουν αποτελέσει αντικείμενο ατομικής κοινοποίησης, επισημαίνεται ότι η αιτίαση αυτή σχετίζεται περισσότερο με τον λόγο που στηρίζεται σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και, κατά συνέπεια, θα εξεταστεί στο πλαίσιο αυτό.
73
Δεύτερον, όσον αφορά, ειδικότερα, την έκταση της υποχρέωσης αιτιολόγησης που υπέχει το Συμβούλιο εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προσφεύγουσα ζητεί μόνον την ακύρωση των κρίσιμων διατάξεων των προσβαλλόμενων πράξεων, καθόσον την αφορούν. Συναφώς, επισημαίνεται ότι το αντικείμενο των περιοριστικών μέτρων που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές ορίζεται με αναφορά σε συγκεκριμένες οντότητες, δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά απαγορεύουν, μεταξύ άλλων, την πραγματοποίηση διαφόρων οικονομικών συναλλαγών με οντότητες περιλαμβανόμενες στο παράρτημα I της προσβαλλόμενης απόφασης και στο παράρτημα III του προσβαλλόμενου κανονισμού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η Sberbank, καθώς και με νομικά πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς που ανήκουν κατά ποσοστό άνω του 50 % σε οντότητα περιλαμβανόμενη στα παραρτήματα αυτά, πράγμα το οποίο ισχύει προδήλως στην περίπτωση της ενάγουσας σε σχέση με τη Sberbank. Επομένως, πρόκειται, όσον αφορά την προσφεύγουσα, περί ατομικών περιοριστικών μέτρων (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψεις 100 και 119).
74
Η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι η αιτιολογία πράξης του Συμβουλίου περί επιβολής ατομικού περιοριστικού μέτρου δεν πρέπει μόνο να προσδιορίζει τη νομική βάση του μέτρου αυτού αλλά και τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο εκτιμά, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει, ότι πρέπει να επιβληθούν τέτοια μέτρα στον θιγόμενο (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Ιουλίου 2014, National Iranian Tanker Company κατά Συμβουλίου, T‑565/12, EU:T:2014:608, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη αιτιολογία).
75
Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου ότι τα κριτήρια της νομολογίας σχετικά με την υποχρέωση αιτιολόγησης των πράξεων που επιβάλλουν ατομικά περιοριστικά μέτρα δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω.
76
Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 71 ανωτέρω, πρέπει να ληφθεί υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου θεσπίστηκαν τα περιοριστικά μέτρα, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα.
77
Εν προκειμένω, πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα περιοριστικά μέτρα που απορρέουν από τις κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων εντάσσονται στο –γνωστό στην προσφεύγουσα– πλαίσιο διεθνούς έντασης που προηγήθηκε της έκδοσης των προσβαλλόμενων πράξεων, και το οποίο υπομνήσθηκε με τις σκέψεις 2 έως 12 ανωτέρω. Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 8 της προσβαλλόμενης απόφασης και από την αιτιολογική σκέψη 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ο δεδηλωμένος σκοπός των προσβαλλόμενων πράξεων είναι να αυξηθεί το κόστος των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και να προωθηθεί η ειρηνική επίλυση της κρίσης. Επομένως, οι εν λόγω πράξεις παρουσιάζουν τη γενική κατάσταση που οδήγησε στην έκδοσή τους και τους γενικούς στόχους που αυτές επιδιώκουν (απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 123).
78
Δεύτερον, όσον αφορά ειδικότερα τις κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι διατάξεις αυτές απαγορεύουν στις επιχειρήσεις της Ένωσης την άμεση ή έμμεση αγορά, πώληση ή παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή τη συνδρομή στην έκδοση ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ομόλογα, τίτλους κεφαλαίου ή συναφή χρηματοοικονομικά μέσα με μέγιστη διάρκεια η οποία υπερβαίνει τις 90 ημέρες, που έχουν εκδοθεί μετά την 1η Αυγούστου 2014 έως τις 12 Σεπτεμβρίου 2014, ή με μέγιστη διάρκεια η οποία υπερβαίνει τις 30 ημέρες, που έχουν εκδοθεί μετά τις 12 Σεπτεμβρίου 2014, από νομικά πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται σε αυτές τις διατάξεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η προϋπόθεση να ανήκουν ή να ελέγχονται σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50 % από το Ρωσικό Δημόσιο, και των οποίων το όνομα περιλαμβάνεται στο παράρτημα I της προσβαλλόμενης απόφασης και στο παράρτημα III του προσβαλλόμενου κανονισμού, ή από νομικά πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς που κατέχει σε ποσοστό άνω του 50 % οντότητα περιλαμβανόμενη στα εν λόγω παραρτήματα (βλ. σκέψεις 17 και 19 ανωτέρω). Όσον αφορά τα παραρτήματα αυτά, δεν περιέχουν καμία ειδική αιτιολογία για κάθε μία από τις απαριθμούμενες οντότητες.
79
Ωστόσο, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι οι «ειδικοί και συγκεκριμένοι λόγοι» για τους οποίους το Συμβούλιο εκτίμησε, κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει, ότι πρέπει να επιβληθούν τα επίμαχα μέτρα στην προσφεύγουσα, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας στη σκέψη 74 ανωτέρω νομολογίας, αντιστοιχούν στην προκειμένη περίπτωση στα κριτήρια που καθορίζονται στις κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων.
80
Πράγματι, τα περιοριστικά μέτρα επιβλήθηκαν στην προσφεύγουσα δυνάμει των πράξεων αυτών ακριβώς λόγω της ιδιότητάς της ως οντότητας που ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % σε οντότητα περιλαμβανόμενη στα παραρτήματα των προσβαλλόμενων πράξεων, εν προκειμένω τη Sberbank.
81
Συναφώς, επισημαίνεται ότι η χρήση των ίδιων εκτιμήσεων για τη λήψη περιοριστικών μέτρων κατά διαφόρων προσώπων δεν αποκλείει το ενδεχόμενο οι εν λόγω εκτιμήσεις να ικανοποιούν την απαίτηση ειδικής αιτιολόγησης για καθένα από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑256/11, EU:T:2014:93, σκέψη 115).
82
Εξάλλου, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα ως παράρτημα στο δικόγραφο της προσφυγής προκύπτει ότι αυτή είχε κατανοήσει πλήρως ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα της επιβλήθηκαν λόγω της ιδιότητάς της ως οντότητας που ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank.
83
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο αιτιολόγησε επαρκώς τις κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων καθόσον αφορούν την προσφεύγουσα, οπότε ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του δεύτερου λόγου, ο οποίος στηρίζεται σε προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο
84
Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος ακροάσεως, καθώς και το δικαίωμα σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, λαμβανομένου υπόψη, αφενός, του γεγονότος ότι αυτή δεν έλαβε ατομική κοινοποίηση των προσβαλλόμενων πράξεων και, αφετέρου, ότι το Συμβούλιο δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη των λόγων βάσει των οποίων έκρινε δικαιολογημένα τα εις βάρος της περιοριστικά μέτρα αλλά ούτε και της παρέσχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της συναφώς. Το Συμβούλιο κοινοποίησε έγγραφα σχετικά με την απόφαση υπαγωγής της προσφεύγουσας στο πεδίο εφαρμογής των προσβαλλόμενων πράξεων τα οποία όμως δεν παρέχουν κανένα πραγματικό έρεισμα σε σχέση με την εν λόγω απόφαση.
85
Το Συμβούλιο αντικρούει τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας και εκτιμά ότι, δεδομένου ότι οι κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων δεν αποτελούν «στοχευμένα» περιοριστικά μέτρα και δεν αφορούν άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα, δεν ήταν υποχρεωμένο να ενημερώσει ατομικώς την ενδιαφερόμενη. Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε με ποιον τρόπο η έλλειψη ατομικής κοινοποίησης είχε εν προκειμένω ως συνέπεια την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. Επιπλέον, η προσφεύγουσα ζήτησε να της χορηγηθεί πρόσβαση στα έγγραφα που την αφορούσαν μόλις κατά την ημερομηνία άσκησης της προσφυγής της, δηλαδή στις 5 Δεκεμβρίου 2014. Το Συμβούλιο απάντησε στο αίτημα αυτό στις 29 Ιανουαρίου 2015, ήτοι ενάμιση μήνα μετά την παραλαβή της σχετικής αίτησης. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο εκτιμά ότι μπορεί να στηριχθεί στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία γίνεται δεκτή η δυνατότητα συνεκτίμησης των εγγράφων που ανακοινώνονται στην προσφεύγουσα μετά την άσκηση της προσφυγής.
86
Υπενθυμίζεται ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας και το δικαίωμα σε αποτελεσματική ένδικη προστασία συνιστούν θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης και υπό το πρίσμα των οποίων τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης οφείλουν να διασφαλίζουν τον, καταρχήν πλήρη, έλεγχο της νομιμότητας όλων των πράξεων της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 24ης Μαΐου 2016, Good Luck Shipping κατά Συμβουλίου, T‑423/13 και T‑64/14, EU:T:2016:308, σκέψεις 47 και 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
87
Το δικαίωμα στον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας, το οποίο κατοχυρώνεται ρητώς στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, περιλαμβάνει, στο πλαίσιο διαδικασίας πριν τη λήψη περιοριστικών μέτρων, το δικαίωμα ακρόασης καθώς και το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, τηρουμένου του θεμιτού συμφέροντος εμπιστευτικότητας (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Fulmen και Mahmoudian, C‑280/12 P, EU:C:2013:775, σκέψη 60, και της 15ης Ιουνίου 2017, Kiselev κατά Συμβουλίου, T‑262/15, EU:T:2017:392, σκέψη 139 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
88
Το δικαίωμα σε αποτελεσματική ένδικη προστασία, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, επιβάλλει να είναι ο ενδιαφερόμενος σε θέση να γνωρίζει την αιτιολογία στην οποία στηρίζεται η απόφαση που τον αφορά είτε αφού διαβάσει την ίδια την απόφαση είτε αφού του γνωστοποιηθεί το αιτιολογικό αυτό κατόπιν αίτησής του, υπό την επιφύλαξη της εξουσίας του αρμόδιου δικαστή να απαιτήσει από την οικεία αρχή τη γνωστοποίηση αυτή, προκειμένου να παρασχεθεί στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να αποφασίσει, έχοντας πλήρη γνώση όλων των στοιχείων, αν είναι πρόσφορο να προσφύγει στον αρμόδιο δικαστή, καθώς και να παρασχεθεί στον δικαστή πλήρης δυνατότητα άσκησης του ελέγχου νομιμότητας της οικείας απόφασης (βλ. απόφαση της 24ης Μαΐου 2016, Good Luck Shipping κατά Συμβουλίου, T‑423/13 και T‑64/14, EU:T:2016:308, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
89
Κατά την κοινοποίηση αυτή, η αρμόδια αρχή της Ένωσης πρέπει να παρέχει τη δυνατότητα στο πρόσωπο αυτό να γνωστοποιήσει επωφελώς την άποψή του επί της αιτιολογίας που ελήφθη υπόψη εις βάρος του (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 112).
90
Τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας πρέπει να εξεταστούν με βάση τα προεκτεθέντα.
91
Προκαταρκτικώς, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι η νομολογία σχετικά με τα ατομικά περιοριστικά μέτρα δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, δεδομένου ότι πρόκειται για μέτρα γενικής ισχύος και όχι για στοχευμένα περιοριστικά μέτρα. Πράγματι, η αρμοδιότητα του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ακριβώς από το γεγονός ότι η υπό κρίση προσφυγή αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας περιοριστικών μέτρων κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, κατά την έννοια του άρθρου 275, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft (C‑72/15, EU:C:2017:236).
92
Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το Συμβούλιο όφειλε να της έχει κοινοποιήσει ατομικώς τις προσβαλλόμενες πράξεις, στο μέτρο που οι πράξεις αυτές προβλέπουν περιοριστικά μέτρα εις βάρος της, σημειωτέον ότι η έλλειψη ατομικής κοινοποίησης των προσβαλλόμενων πράξεων, μολονότι επηρεάζει το χρονικό σημείο έναρξης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, εντούτοις δεν δικαιολογεί αφ’ εαυτής την ακύρωση των εν λόγω πράξεων. Συναφώς, η προσφεύγουσα δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα προκειμένου να αποδείξει ότι, εν προκειμένω, η έλλειψη ατομικής κοινοποίησης των πράξεων αυτών είχε ως συνέπεια προσβολή των δικαιωμάτων της ικανή να δικαιολογήσει την ακύρωσή τους, καθόσον την αφορούν (βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mayaleh κατά Συμβουλίου, T‑307/12 και T‑408/13, EU:T:2014:926, σκέψη 122 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
93
Δεύτερον, όσον αφορά την προβαλλόμενη παράλειψη του Συμβουλίου να γνωστοποιήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηρίωσαν την ανάγκη λήψης περιοριστικών μέτρων εις βάρος της, πρέπει να εξεταστούν χωριστά οι αρχικές πράξεις, με τις οποίες επιβλήθηκαν για πρώτη φορά περιοριστικά μέτρα στην προσφεύγουσα, λόγω της εγγραφής του ονόματος της Sberbank στους καταλόγους των παραρτημάτων των προσβαλλόμενων πράξεων (στο εξής: αρχικές πράξεις) και οι επακόλουθες πράξεις που επιβεβαιώνουν τα εν λόγω μέτρα.
94
Πρώτον, όσον αφορά τις αρχικές πράξεις, υπενθυμίζεται ότι, όπως έχει δεχθεί η νομολογία, στην περίπτωση αρχικής απόφασης περί δέσμευσης κεφαλαίων, το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να ανακοινώσει προηγουμένως στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή την ενδιαφερόμενη οντότητα τους λόγους στους οποίους το θεσμικό αυτό όργανο σκοπεύει να στηρίξει την εγγραφή του ονόματος του προσώπου ή της οντότητας στον σχετικό κατάλογο. Συγκεκριμένα, ένα τέτοιο μέτρο, προκειμένου να μη θιγεί η αποτελεσματικότητά του, πρέπει, ως εκ της φύσεώς του, να είναι αιφνιδιαστικό και να μπορεί να εφαρμοστεί αμέσως. Σε μια τέτοια περίπτωση, αρκεί, καταρχήν, το θεσμικό όργανο να ανακοινώσει τους λόγους στο οικείο πρόσωπο ή οντότητα και να τους παράσχει δικαίωμα ακρόασης ταυτοχρόνως ή αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης (απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran, C‑27/09 P, EU:C:2011:853, σκέψη 61).
95
Ερωτηθέν επί του ζητήματος αυτού κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι η νομολογία που παρατίθεται με τη σκέψη 94 ανωτέρω δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα αφορούν γενικής ισχύος περιορισμούς της πρόσβασης στην κεφαλαιαγορά της Ένωσης, και όχι υπό στενή έννοια ατομικά μέτρα δέσμευσης κεφαλαίων. Επικουρικώς, το Συμβούλιο εκτιμά ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η νομολογία αυτή έχει εφαρμογή εν προκειμένω, το ίδιο δεν είχε καμία υποχρέωση να προβεί σε ακρόαση της προσφεύγουσας πριν την έκδοση των αρχικών πράξεων ούτε να της γνωστοποιήσει τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη ως προς αυτήν ήδη από το στάδιο αυτό.
96
Μια τέτοια ερμηνεία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
97
Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι το θεμελιώδες δικαίωμα στον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο διαδικασίας πριν τη λήψη περιοριστικών μέτρων, απορρέει απευθείας από το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη (βλ. σκέψη 87 ανωτέρω και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
98
Επομένως, δεδομένου ότι οι περιορισμοί οι οποίοι επιβλήθηκαν στην προσφεύγουσα δυνάμει των κρίσιμων διατάξεων των προσβαλλόμενων πράξεων συνιστούν, ως προς αυτήν, περιοριστικά μέτρα ατομικού περιεχομένου (βλ. σκέψη 73 ανωτέρω) και ελλείψει αποδεδειγμένης ανάγκης να εξοπλιστούν αυτά τα μέτρα με αιφνιδιαστικό αποτέλεσμα προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητάς τους, το Συμβούλιο όφειλε να έχει κοινοποιήσει τους λόγους για την εφαρμογή των μέτρων αυτών έναντι της προσφεύγουσας πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων.
99
Εντούτοις, υπενθυμίζεται ότι, εν προκειμένω, οι λόγοι στους οποίους στηρίχθηκε το Συμβούλιο προκειμένου να επιβάλει περιοριστικά μέτρα έναντι της προσφεύγουσας, και οι οποίοι περιλαμβάνονται στις ίδιες τις κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων, συνίστανται στο γεγονός ότι η προσφεύγουσα είναι νομικό πρόσωπο, οντότητα ή φορέας με έδρα εκτός της Ένωσης, του οποίου τα δικαιώματα ιδιοκτησίας κατέχονται σε ποσοστό τουλάχιστον 50 % από οντότητα περιλαμβανόμενη στα παραρτήματα των προσβαλλόμενων πράξεων.
100
Πάντως, η προσφεύγουσα αδυνατεί να εξηγήσει σε ποιο βαθμό η παράλειψη του Συμβουλίου να προβεί σε προηγούμενη κοινοποίηση ορισμένων στοιχείων του φακέλου σχετικών με τους λόγους αυτούς έθιξε τα δικαιώματα άμυνας ή το δικαίωμα σε αποτελεσματική ένδικη προστασία κατά τρόπο ώστε να επιφέρει την ακύρωση των αρχικών πράξεων.
101
Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι, προκειμένου η προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας να συνεπάγεται την ακύρωση μιας πράξης, πρέπει η οικεία διαδικασία να μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικό αποτέλεσμα αν δεν υφίστατο η πλημμέλεια αυτή (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 18ης Σεπτεμβρίου 2014, Georgias κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, T‑168/12, EU:T:2014:781, σκέψη 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 15ης Ιουνίου 2017, Kiselev κατά Συμβουλίου, T‑262/15, EU:T:2017:392, σκέψη 153).
102
Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν είναι σε θέση να εξηγήσει ποια είναι τα επιχειρήματα ή τα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσε να έχει επικαλεστεί εάν είχε λάβει νωρίτερα τα επίμαχα έγγραφα αλλ’ ούτε και απέδειξε ότι τα επιχειρήματα ή τα στοιχεία αυτά θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα στην περίπτωσή της. Πράγματι, η προσφεύγουσα δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε, κατά τον χρόνο έκδοσης των αρχικών πράξεων, ότι ανήκει στη Sberbank κατά ποσοστό ανώτερο του 50 %. Επομένως, η υπό κρίση αιτίαση δεν μπορεί να επιφέρει την ακύρωση των αρχικών πράξεων.
103
Δεύτερον, όσον αφορά τις επακόλουθες πράξεις με τις οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ τα περιοριστικά μέτρα έναντι της προσφεύγουσας, η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι, στο πλαίσιο της έκδοσης απόφασης με την οποία διατηρείται το όνομα προσώπου ή οντότητας σε κατάλογο προσώπων ή οντοτήτων υποκείμενων σε περιοριστικά μέτρα, το Συμβούλιο πρέπει να σεβαστεί το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης του εν λόγω προσώπου ή της εν λόγω οντότητας να του κοινοποιηθούν τα στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη εις βάρος του καθώς και το δικαίωμα να ακουστεί πριν από την έκδοση της εν λόγω απόφασης, όταν το θεσμικό αυτό όργανο δέχεται εις βάρος του νέα στοιχεία, δηλαδή στοιχεία που δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική απόφαση περί εγγραφής του ονόματός του στον εν λόγω κατάλογο (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 21ης Δεκεμβρίου 2011, Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran, C‑27/09 P, EU:C:2011:853, σκέψη 63, και της 18ης Ιουνίου 2015, Ipatau κατά Συμβουλίου, C‑535/14 P, EU:C:2015:407, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
104
Εν προκειμένω, τα κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη για την επιβολή περιοριστικών μέτρων σε βάρος της προσφεύγουσας περιλαμβάνονταν εξαρχής στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης καθώς και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του προσβαλλόμενου κανονισμού. Πράγματι, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα αφορούν την προσφεύγουσα ακριβώς λόγω του ότι ανήκει κατά ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank, η οποία αποτελεί η ίδια πιστωτικό ίδρυμα με έδρα στη Ρωσία και τελεί υπό κρατικό έλεγχο ή υπό κρατική ιδιοκτησία σε ποσοστό άνω του 50 %, κατά την 1η Αυγούστου 2014, το όνομά της έχει εγγραφεί δε στον κατάλογο του παραρτήματος I της προσβαλλόμενης απόφασης και στον κατάλογο του παραρτήματος III του προσβαλλόμενου κανονισμού. Τα στοιχεία αυτά ήταν δίχως άλλο γνωστά στην προσφεύγουσα, και επομένως δεν μπορούν να θεωρηθούν νέα στοιχεία υπό την έννοια της προαναφερθείσας νομολογίας.
105
Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όταν έχουν γνωστοποιηθεί αρκούντως ακριβείς πληροφορίες που παρέχουν στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τη δυνατότητα να διατυπώσει την άποψή του σχετικά με τα στοιχεία που δέχθηκε σε βάρος του το Συμβούλιο, η αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας δεν συνεπάγεται υποχρέωση του θεσμικού οργάνου αυτού να παράσχει με δική του πρωτοβουλία πρόσβαση στα έγγραφα που περιέχει ο φάκελός του. Το Συμβούλιο υποχρεούται να εξασφαλίζει τη δυνατότητα πρόσβασης σε όλα τα μη εμπιστευτικά διοικητικά έγγραφα που αφορούν το επίμαχο μέτρο μόνον κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου (βλ. απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2009, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, T‑390/08, EU:T:2009:401, σκέψη 97 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
106
Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Συμβούλιο τήρησε την υποχρέωση αυτή και απάντησε στο από 5 Δεκεμβρίου 2014 αίτημα της προσφεύγουσας με έγγραφο της 29ης Ιανουαρίου 2015. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο επέτρεψε την πρόσβαση στα έγγραφα που έχει στην κατοχή του σχετικά με την απόφασή του να επιβάλει περιοριστικά μέτρα έναντι της προσφεύγουσας.
107
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ανακοίνωση των στοιχείων αυτών έλαβε χώρα εντός εύλογης προθεσμίας και ήταν επαρκής ώστε να καταστεί δυνατόν στην προσφεύγουσα να προβάλει αποτελεσματικά τα δικαιώματά της καθώς και να εξασφαλιστεί ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας.
108
Επομένως, ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του τέταρτου λόγου, ο οποίος στηρίζεται σε παραβίαση των αρχών της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας, καθώς και σε αδικαιολόγητη και δυσανάλογη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της προσφεύγουσας
109
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι απόκειται στο Συμβούλιο να αποδείξει ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι μέσα επίτευξης θεμιτού σκοπού, τα οποία δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Επιπλέον, κατά την προσφεύγουσα, τα μέτρα που απορρέουν από τις προσβαλλόμενες πράξεις συνιστούν δυσανάλογη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων της, δεδομένου ότι εμποδίζουν την ελεύθερη άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, τούτο δε χωρίς ο εν λόγω περιορισμός των δικαιωμάτων της να είναι αναγκαίος ή κατάλληλος για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει το Συμβούλιο.
110
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά.
111
Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι, βάσει του άρθρου 16 του Χάρτη, «η επιχειρηματική ελευθερία αναγνωρίζεται σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές».
112
Δεύτερον, το άρθρο 17, παράγραφος 1, του Χάρτη ορίζει τα εξής:
«Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της. Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον.»
113
Είναι όντως αληθές ότι περιοριστικά μέτρα όπως τα επίμαχα εν προκειμένω περιορίζουν αναμφισβήτητα τα δικαιώματα τα οποία αναγνωρίζονται στην προσφεύγουσα δυνάμει των άρθρων 16 και 17 του Χάρτη (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2016, NIOC κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑595/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:721, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
114
Εντούτοις, τα θεμελιώδη δικαιώματα που επικαλείται η προσφεύγουσα δεν αποτελούν απόλυτα προνόμια και μπορούν, ως εκ τούτου, να υπόκεινται σε περιορισμούς, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 28ης Νοεμβρίου 2013, Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft, C‑348/12 P, EU:C:2013:776, σκέψη 121, και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T‑256/11, EU:T:2014:93, σκέψη 195 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
115
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, αφενός, κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να «προβλέπεται από το νόμο» και να «σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών» και, αφετέρου, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι «αναγκαίοι» και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.
116
Επομένως, προκειμένου να συνάδει προς το δίκαιο της Ένωσης, κάθε περιορισμός στην άσκηση των επίμαχων θεμελιωδών δικαιωμάτων πρέπει να πληροί τρεις προϋποθέσεις. Πρώτον, ο περιορισμός πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο. Τουτέστιν, το επίμαχο μέτρο πρέπει να έχει νομική βάση. Δεύτερον, ο περιορισμός πρέπει να εξυπηρετεί σκοπό γενικού συμφέροντος που να αναγνωρίζεται από την Ένωση. Τρίτον, ο περιορισμός δεν πρέπει να είναι υπέρμετρος. Αφενός, πρέπει να είναι αναγκαίος και να τελεί σε αναλογία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αφετέρου, δεν πρέπει να θίγεται ο «πυρήνας», ήτοι η υπόσταση του σχετικού δικαιώματος ή ελευθερίας (βλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Rotenberg κατά Συμβουλίου, T‑720/14, EU:T:2016:689, σκέψεις 170 έως 173 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
117
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι τρεις αυτές προϋποθέσεις πληρούνται εν προκειμένω.
118
Πρώτον, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα «προβλέπονται από τον νόμο» καθόσον θεσπίζονται με πράξεις που έχουν, μεταξύ άλλων, γενική ισχύ και διαθέτουν σαφή νομική βάση στο δίκαιο της Ένωσης καθώς και επαρκή αιτιολογία (βλ. σκέψεις 78 έως 93 ανωτέρω).
119
Δεύτερον, από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 έως 8 της προσβαλλόμενης απόφασης και την αιτιολογική σκέψη 2 του προσβαλλόμενου κανονισμού προκύπτει ότι ο δεδηλωμένος σκοπός των προσβαλλόμενων πράξεων είναι να αυξηθεί το κόστος των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και να προωθηθεί η ειρηνική επίλυση της κρίσης. Ο σκοπός αυτός συνάδει με τον συνιστάμενο στη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 21 ΣΕΕ (απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 115).
120
Τρίτον, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιβάλλει να μην υπερβαίνουν οι πράξεις των οργάνων της Ένωσης τα όρια του κατάλληλου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει η σχετική ρύθμιση. Επομένως, όταν υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ περισσότερων του ενός πρόσφορων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο επαχθές μέτρο, τα δυσμενή δε αποτελέσματα που προκαλούνται δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ. απόφαση της 30ής Νοεμβρίου 2016, Rotenberg κατά Συμβουλίου, T‑720/14, EU:T:2016:689, σκέψη 178 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
121
Η νομολογία διευκρινίζει συναφώς ότι, όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας, πρέπει να αναγνωρίζεται στον νομοθέτη της Ένωσης ευρεία εξουσία εκτίμησης σε τομείς οι οποίοι προϋποθέτουν επιλογές πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής φύσης εκ μέρους του, εντός των οποίων καλείται να προβεί σε σύνθετες εκτιμήσεις. Επομένως, η νομιμότητα ενός μέτρου το οποίο έχει ληφθεί σε αυτούς τους τομείς θίγεται μόνον αν το μέτρο αυτό είναι προδήλως απρόσφορο σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει το αρμόδιο θεσμικό όργανο (βλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 146 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
122
Πρώτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι τα περιοριστικά μέτρα που της επιβλήθηκαν δυνάμει των προσβαλλόμενων πράξεων δεν καθιστούν δυνατή την επίτευξη του στόχου που επιδιώκουν οι εν λόγω πράξεις, ο οποίος συνίσταται στην άσκηση πίεσης προς τη Ρωσική Κυβέρνηση μέσω του περιορισμού της πρόσβασης των οριζόμενων από το Συμβούλιο ρωσικών κρατικών τραπεζών στις κεφαλαιαγορές, δεδομένου ότι η ίδια δεν διαδραματίζει τον παραμικρό ρόλο στις ενέργειες της Ρωσικής Ομοσπονδίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία.
123
Ωστόσο, το γεγονός ότι η προσφεύγουσα δεν διαδραματίζει τον παραμικρό ρόλο στις ενέργειες της Ρωσικής Ομοσπονδίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία είναι άνευ σημασίας, καθόσον τα περιοριστικά μέτρα δεν της επιβλήθηκαν για τον λόγο αυτό, αλλά διότι ανήκει κατά ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank, ρωσική κρατική τράπεζα της οποίας το όνομα περιλαμβάνεται στις προσβαλλόμενες πράξεις.
124
Επιπλέον, είναι όντως αληθές τα περιοριστικά μέτρα συνεπάγονται, εξ ορισμού, αποτελέσματα που θίγουν τα δικαιώματα της ιδιοκτησίας και της ελεύθερης άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, προξενώντας έτσι ζημία σε πρόσωπα τα οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων. Αυτό το αποτέλεσμα έχουν, κατά μείζονα λόγο, τα στοχευμένα περιοριστικά μέτρα για τις οντότητες τις οποίες αφορούν (βλ. απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 149 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
125
Εντούτοις, επισημαίνεται ότι η σημασία των σκοπών που επιδιώκονται με τις προσβαλλόμενες πράξεις, ήτοι η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας, της κυριαρχίας και της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, καθώς και η προώθηση της ειρηνικής επίλυσης της κρίσης στη χώρα αυτή, οι οποίοι εντάσσονται στον ευρύτερο σκοπό της διατήρησης της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους της εξωτερικής δράσης της Ένωσης όπως ορίζονται στο άρθρο 21 ΣΕΕ, είναι ικανή να δικαιολογήσει αρνητικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, για ορισμένους φορείς που δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψεις 149 και 150 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
126
Δεύτερον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, υφίσταται εύλογη σχέση μεταξύ των επίμαχων περιοριστικών μέτρων και του σκοπού που επιδιώκει το Συμβούλιο μέσω της θέσπισής τους. Πράγματι, στο μέτρο που ο σκοπός αυτός είναι, μεταξύ άλλων, να αυξηθεί το κόστος των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, η προσέγγιση που συνίσταται στη στοχοποίηση των ρωσικών τραπεζών ανταποκρίνεται κατά τρόπο συνεκτικό στον εν λόγω σκοπό και, εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προδήλως απρόσφορη υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 147).
127
Πράγματι, το Συμβούλιο νομίμως εκτίμησε ότι, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, έπρεπε να στοχευθούν όχι μόνον τα μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή τα ιδρύματα ανάπτυξης του χρηματοοικονομικού τομέα που έχουν έδρα στη Ρωσία και είναι κρατικής ιδιοκτησίας ή ελέγχου σε ποσοστό άνω του 50 % κατά την 1η Αυγούστου 2014, και των οποίων το όνομα είχε αναγραφεί στον κατάλογο του παραρτήματος Ι (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης), αλλά επίσης κάθε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμός με έδρα εκτός της Ένωσης που ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % σε οντότητα κατονομαζόμενη στο παράρτημα I (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης) ή κάθε νομικό πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμός που ενεργεί εξ ονόματος ή υπό τις εντολές οντότητας αναφερόμενης στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης, ή περιλαμβανόμενης στο παράρτημα Ι (άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της προσβαλλόμενης απόφασης). Αν οι οντότητες όπως η προσφεύγουσα δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των μέτρων που προβλέπουν οι προσβαλλόμενες πράξεις, οι αναφερόμενες στα παραρτήματα των εν λόγω πράξεων ρωσικές οντότητες θα μπορούσαν εύκολα να παρακάμψουν τις απαγορεύσεις εκτελώντας τις απαγορευμένες πράξεις μέσω των θυγατρικών τους ή μέσω οντοτήτων που ενεργούν εξ ονόματός τους (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Μαρτίου 2012, Melli Bank κατά Συμβουλίου, C‑380/09 P, EU:C:2012:137, σκέψη 58).
128
Μικρή σημασία έχει, συναφώς, ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να πραγματοποιήσει μεταφορές κεφαλαίων υπέρ της Sberbank, δεδομένου ότι βρίσκεται υπό την επιτήρηση της ρυθμιστικής αρχής των τραπεζών της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, αν υποτεθεί ότι τούτο ισχύει, γεγονός παραμένει ότι το Συμβούλιο νομίμως έκρινε ότι ο περιορισμός της πρόσβασης της Sberbank και των οντοτήτων που αυτή κατέχει σε ποσοστό άνω του 50 %, όπως η προσφεύγουσα, στις κεφαλαιαγορές της Ένωσης ήταν σε θέση να συμβάλει στην επίτευξη του στόχου των προσβαλλόμενων πράξεων, ο οποίος συνίσταται στην αύξηση του κόστους των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και στην προώθηση της ειρηνικής επίλυσης της κρίσης. Πράγματι, σε περίπτωση οικονομικών δυσχερειών της προσφεύγουσας εξαιτίας των επίμαχων περιοριστικών μέτρων, εναπόκειται στους μετόχους της και, εν τέλει, στο Ρωσικό Δημόσιο να τη διασώσουν, γεγονός που συνάδει με τον εν λόγω στόχο.
129
Τρίτον, επισημαίνεται ότι τα μέτρα που θέσπισε το Συμβούλιο στην προκειμένη περίπτωση συνίστανται σε στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις μη δυνάμενες να θεωρηθούν ως πλήρης διακοπή των οικονομικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων με τρίτη χώρα, μολονότι το Συμβούλιο διαθέτει εξουσία να προβεί σε τέτοια διακοπή δυνάμει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ.
130
Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβανομένης υπόψη, μεταξύ άλλων, της προοδευτικής εξέλιξης της αυστηρότητας των περιοριστικών μέτρων που θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ουκρανία, η επέμβαση στην επιχειρηματική ελευθερία και το δικαίωμα ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη (βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 150).
131
Κανένα από τα λοιπά επιχειρήματα της προσφεύγουσας δεν είναι ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση το συμπέρασμα αυτό.
132
Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν μπόρεσε να τύχει της εξαίρεσης που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του προσβαλλόμενου κανονισμού, δεδομένου ότι η εν λόγω εξαίρεση έχει εφαρμογή αποκλειστικά στις εισαγωγές ή τις εξαγωγές μεταξύ της Ένωσης και της Ρωσίας. Τούτο αποδεικνύει ότι η προσφεύγουσα δεν έπρεπε να έχει περιληφθεί στο πεδίο εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων και ότι τα μέτρα αυτά εισάγουν διακρίσεις εις βάρος της σε σύγκριση με τη Sberbank καθώς και ότι είναι δυσανάλογα.
133
Συναφώς, είναι όντως αληθές ότι η εξαίρεση του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 833/2014 είχε εφαρμογή, όπως τροποποιήθηκε μετά την έκδοση του κανονισμού 960/2014 (βλ. σκέψη 19 ανωτέρω), μόνο στα δάνεια ή τις πιστώσεις που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή χρηματοδότησης για μη απαγορευμένες εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μεταξύ της Ένωσης και της Ρωσίας, και όχι μεταξύ της Ένωσης και άλλων τρίτων χωρών, όπως η Δημοκρατία της Τουρκίας. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι η διάταξη αυτή παρέμεινε σε ισχύ, ως είχε αρχικώς, μόνον από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 6 Δεκεμβρίου 2014, ημερομηνία της έναρξης ισχύος του κανονισμού 1290/2014. Συγκεκριμένα, με τον τελευταίο αυτόν το Συμβούλιο αποφάσισε ότι θα πρέπει να τροποποιηθεί το κείμενο της εν λόγω διάταξης, ώστε να διευρυνθεί το πεδίο εφαρμογής της και να συμπεριληφθούν σε αυτό και τα δάνεια ή οι πιστώσεις που έχουν ειδικό και καταγεγραμμένο σκοπό την παροχή χρηματοδότησης για μη απαγορευμένες εισαγωγές ή εξαγωγές αγαθών και μη χρηματοοικονομικών υπηρεσιών μεταξύ της Ένωσης και οποιουδήποτε τρίτου κράτους. Ακόμη όμως και αν υποτεθεί ότι η διάταξη αυτή, όπως τροποποιήθηκε μετά την έκδοση του κανονισμού 960/2014, εισήγαγε ενδεχομένως δυσμενείς διακρίσεις ή ήταν αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, η προσφεύγουσα δεν εξηγεί για ποιον λόγο η εφαρμογή της για χρονικό διάστημα μικρότερο του τριμήνου είναι ικανή να οδηγήσει σε ακύρωση των κρίσιμων διατάξεων των προσβαλλόμενων πράξεων, στο μέτρο που οι διατάξεις αυτές είναι σύμφωνες και αναλογικές προς τον σκοπό τους (βλ. σκέψεις 121 έως 130 ανωτέρω). Ως εκ τούτου, η αιτίαση αυτή πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
134
Επιπλέον, αν υποτεθεί ότι το επιχείρημα αυτό είναι αλυσιτελές, κακώς η προσφεύγουσα εκτιμά ότι το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του προσβαλλόμενου κανονισμού, ακόμα και μετά την τροποποίησή του με τον κανονισμό 1290/2014 (βλ. σκέψη 22 ανωτέρω), εισάγει δυσμενή διάκριση, στο μέτρο που επιτρέπει σε θυγατρική της Sberbank με έδρα στην Ένωση να τύχει επείγουσας χρηματοδότησης, ενώ μια από τις θυγατρικές της δεν θα μπορούσε να τύχει τέτοιας χρηματοδότησης. Συγκεκριμένα, πρέπει να επισημανθεί ότι το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε υποθετική ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω διάταξη αφορά μόνον τις οντότητες της Ένωσης οι οποίες κατέχονται άμεσα από οντότητα αναφερόμενη στα παραρτήματα των προσβαλλόμενων πράξεων, και όχι τις οντότητες που κατέχονται έμμεσα. Υπενθυμίζεται πάντως ότι, όταν μία διάταξη επιδέχεται περισσότερες ερμηνείες, η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται, κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα των σκοπών της και σε συμφωνία με το δίκαιο της Ένωσης (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 141, και της 13ης Ιουλίου 2011, Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑138/07, EU:T:2011:362, σκέψη 149 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
135
Επιπλέον, στο μέτρο που η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι ένας τέτοιος περιορισμός του πεδίου εφαρμογής της εξαίρεσης αυτής σημαίνει ότι η ίδια δεν θα έπρεπε να έχει υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής των κρίσιμων διατάξεων των προσβαλλόμενων πράξεων, διαπιστώνεται ότι ένα τέτοιο αίτημα συνεπάγεται την έκδοση διαπιστωτικής ή αναγνωριστικής απόφασης εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου. Υπενθυμίζεται όμως ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, το Γενικό Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να εκδίδει αναγνωριστικές αποφάσεις στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας που ασκεί κατά το άρθρο 263 ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Akhras κατά Συμβουλίου, T‑579/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:97, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
136
Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι, ανεξαρτήτως του θεμιτού σκοπού που επιδιώκεται με τα μέτρα αυτά, οι σοβαρές αρνητικές συνέπειες που προκλήθηκαν σε αυτήν είναι εν πάση περιπτώσει δυσανάλογες, καθόσον επηρέασαν αρνητικά την ανταγωνιστική της θέση στην Τουρκία, αρκεί να επισημανθεί ότι το γεγονός και μόνον ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα ενδέχεται να έχουν αρνητικές συνέπειες για την προσφεύγουσα, ειδικότερα επί της ανταγωνιστικής θέσης της στην Τουρκία, δεν αρκεί για να αποδείξει τον δυσανάλογο χαρακτήρα τους (βλ. σκέψη 124 ανωτέρω).
137
Τρίτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι δεν ήταν αναγκαία η επιβολή τόσο επιζήμιων μέτρων, στο μέτρο που κάθε οντότητα η οποία ενεργεί εξ ονόματος ή κατ’ εντολή της Sberbank υπέκειτο σε περιορισμούς βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του προσβαλλόμενου κανονισμού. Επομένως, το γεγονός και μόνον ότι η προσφεύγουσα ανήκει κατά ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επιβολή περιοριστικών μέτρων εις βάρος της.
138
Συναφώς, το γεγονός ότι, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του προσβαλλόμενου κανονισμού, κάθε οντότητα η οποία ενεργεί εξ ονόματος ή κατ’ εντολή της Sberbank υπόκειται σε περιορισμούς δεν αρκεί για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε να προβλέψει ακόμη, με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα αφορούν επίσης κάθε οντότητα που ανήκει σε ποσοστό άνω του 50 % σε οντότητα εκ των περιλαμβανόμενων στο παράρτημα III του εν λόγω κανονισμού. Πράγματι, λαμβανομένης υπόψη της ευρείας εξουσίας εκτίμησης που διαθέτει προς τούτο το Συμβούλιο, δεν ήταν προδήλως δυσανάλογος ο περιορισμός της πρόσβασης στην κεφαλαιαγορά της Ένωσης ως προς τη Sberbank και τις οντότητες στις οποίες αυτή κατέχει άνω του 50 % των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, υπό το πρίσμα του σκοπού των προσβαλλόμενων πράξεων (βλ. σκέψη 15 ανωτέρω).
139
Τέταρτον, κακώς η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, του προσβαλλόμενου κανονισμού εισάγει δυσμενείς διακρίσεις σε σχέση με τις οντότητες που έχουν έδρα στην Ένωση. Πράγματι, επισημαίνεται ότι η κατάσταση της προσφεύγουσας δεν είναι συγκρίσιμη με εκείνη των οντοτήτων ή οργανισμών της Ένωσης. Οι τελευταίοι εμπίπτουν άμεσα στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και έχουν την υποχρέωση να τηρούν και να εφαρμόζουν τις διατάξεις του προσβαλλόμενου κανονισμού, ο οποίος είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Επομένως, δεν μπορούν, μεταξύ άλλων, να λαμβάνουν μέτρα για την καταστρατήγηση των απαγορεύσεων που προβλέπονται στις πράξεις αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 12 του προσβαλλόμενου κανονισμού, πράγμα που δεν συμβαίνει στην περίπτωση των οντοτήτων όπως η προσφεύγουσα, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Εν πάση περιπτώσει, αν υποτεθεί ότι μπορεί να αποδειχθεί παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, επισημαίνεται ότι η αρχή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να συνδυάζεται με την αρχή της νομιμότητας, κατά την οποία ουδείς δύναται να επικαλεστεί υπέρ αυτού παρανομία που διαπράχθηκε προς όφελος τρίτου (βλ. απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2014, LTTE κατά Συμβουλίου, T‑208/11 και T‑508/11, EU:T:2014:885, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
140
Πέμπτον, κακώς η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο είχε υποχρέωση να λάβει υπόψη την ιδιαίτερη κατάστασή της, λόγω του ότι ασκεί τη δραστηριότητά της από την Τουρκία. Πράγματι, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα αποτελεί οντότητα που ανήκει κατά ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank, η οποία περιλαμβάνεται στα παραρτήματα των προσβαλλόμενων πράξεων, ορθώς υπάχθηκε στο πεδίο εφαρμογής των επίμαχων περιοριστικών μέτρων, σύμφωνα με τις κρίσιμες διατάξεις των προσβαλλόμενων πράξεων. Επιπλέον, το ζήτημα αν οι διατάξεις των συμφωνιών της Άγκυρας που επικαλείται η προσφεύγουσα είναι ικανές να θέσουν υπό αμφισβήτηση το κύρος των προσβαλλόμενων πράξεων θα εξεταστεί στο πλαίσιο του τρίτου λόγου.
141
Έκτον, όπως προκύπτει από την εξέταση του πρώτου και του δεύτερου λόγου ανωτέρω, το Συμβούλιο δεν παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης που υπέχει ούτε προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας και το δικαίωμα αποτελεσματικής ένδικης προστασίας της προσφεύγουσας καθόσον επέβαλε τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η θέσπιση των επίμαχων περιοριστικών μέτρων συνεπάγεται δυσανάλογη προσβολή των δικαιωμάτων της προσφεύγουσας.
142
Όσον αφορά, τέλος, το δικαίωμα προστασίας της φήμης της προσφεύγουσας, επισημαίνεται ότι η προσβολή της φήμης προσώπου υποκείμενου σε περιοριστικά μέτρα ως συνέπεια της αιτιολογίας στην οποία στηρίζονται αυτά τα μέτρα δεν μπορεί αφ’ εαυτής να συνιστά δυσανάλογη προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και επιχειρηματικής ελευθερίας του προσώπου αυτού. Επομένως, ελλείψει διευκρινίσεων ως προς τη σχέση μεταξύ των προβαλλόμενων από την προσφεύγουσα προσβολών της φήμης της και των προσβολών των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αποτελούν αντικείμενο του υπό κρίση λόγου, το ως άνω επιχείρημα είναι αλυσιτελές. Αφετέρου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα στην προστασία της φήμης, ακριβώς όπως το δικαίωμα ιδιοκτησίας και η επιχειρηματική ελευθερία, δεν συνιστά απόλυτο προνόμιο και η άσκησή του μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς δικαιολογούμενους από σκοπούς γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση. Έτσι, η σημασία των επιδιωκόμενων με τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα σκοπών δύναται να δικαιολογήσει ακόμα και σημαντικές αρνητικές συνέπειες για τη φήμη των ενδιαφερόμενων προσώπων ή οντοτήτων (βλ. απόφαση της 30ής Ιουνίου 2016, Al Matri κατά Συμβουλίου, T‑545/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:376, σκέψεις 167 και 168 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
143
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου, ο οποίος στηρίζεται σε παράβαση των συμφωνιών της Άγκυρας
144
Με τον τρίτο λόγο, η προσφεύγουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 19 της συμφωνίας της Άγκυρας, του άρθρου 41, παράγραφος 1, του άρθρου 50, παράγραφος 3, και του άρθρου 58 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της συμφωνίας αυτής καθώς και του άρθρου 6 του χρηματοδοτικού της πρωτοκόλλου. Οι διατάξεις αυτές έχουν άμεσο αποτέλεσμα στο μέτρο που συνεπάγονται υποχρεώσεις αρκούντως σαφείς και ακριβείς και δεν εξαρτώνται, ως προς την εφαρμογή ή τα αποτελέσματά τους, από τη θέσπιση οποιασδήποτε μεταγενέστερης πράξης.
145
Πρώτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, της συμφωνίας της Άγκυρας, το οποίο αντιστοιχεί προς το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, υπονομεύεται όταν ένα μέτρο είναι ικανό να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής, γεγονός που σαφώς ισχύει εν προκειμένω. Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, σε περίπτωση που υφίσταται παρέκκλιση η οποία δικαιολογεί τον περιορισμό μιας ελευθερίας, η παρέκκλιση αυτή θα πρέπει να εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις κατά την έννοια του άρθρου 9 της συμφωνίας της Άγκυρας και του άρθρου 58 του πρόσθετου πρωτοκόλλου, τα οποία απαγορεύουν κάθε δυσμενή διάκριση λόγω ιθαγένειας. Τρίτον, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα συνεπάγονται παράβαση των διατάξεων σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 50, παράγραφος 3, του πρόσθετου πρωτοκόλλου της συμφωνίας της Άγκυρας. Τέταρτον, τα μέτρα αυτά είναι αντίθετα προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, του χρηματοδοτικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας της Άγκυρας όσον αφορά την πρόσβαση στις χρηματοδοτήσεις που χορηγούνται από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).
146
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά.
147
Από το άρθρο 216, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι οι συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση, όπως η συμφωνία της Άγκυρας και τα πρόσθετα πρωτόκολλά της, δεσμεύουν τα θεσμικά όργανα της Ένωσης και τα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, οι συμφωνίες αυτές κατισχύουν των πράξεων του παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Εξ αυτού έπεται ότι το κύρος πράξης του παράγωγου δικαίου της Ένωσης ενδέχεται να επηρεάζεται από το γεγονός ότι η εν λόγω πράξη αντίκειται προς αυτούς τους κανόνες του διεθνούς δικαίου (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 3ης Ιουνίου 2008, Intertanko κ.λπ., C‑308/06, EU:C:2008:312, σκέψεις 42 και 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
148
Επομένως, το κύρος των προσβαλλόμενων εν προκειμένω πράξεων μπορεί να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα της συμφωνίας της Άγκυρας και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι, αφενός, τούτο δεν αποκλείεται από τη φύση και την οικονομία της συμφωνίας αυτής και, αφετέρου, οι διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση, από απόψεως περιεχομένου, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι αρκούντως σαφείς (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 3ης Ιουνίου 2008, Intertanko κ.λπ., C‑308/06, EU:C:2008:312, σκέψεις 43 και 45, και της 4ης Φεβρουαρίου 2016, C & J Clark International και Puma, C‑659/13 και C‑34/14, EU:C:2016:74, σκέψη 84).
149
Εν προκειμένω, όμως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η οικονομία της συμφωνίας της Άγκυρας και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της δεν αποκλείει την εξέταση του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων υπό το πρίσμα των εν λόγω συμφωνιών και ότι οι διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση, από απόψεως περιεχομένου, δεν περιέχουν αιρέσεις και είναι αρκούντως σαφείς στο σύνολό τους, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθούν.
150
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, οι διεθνείς συμφωνίες που συνάπτει η Ένωση δυνάμει των διατάξεων των Συνθηκών αποτελούν, όσον την αφορά, πράξεις των θεσμικών οργάνων της (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Ιουνίου 1998, Racke, C‑162/96, EU:C:1998:293, σκέψη 41, και της 25ης Φεβρουαρίου 2010, Brita, C‑386/08, EU:C:2010:91, σκέψη 39). Εξ αυτού του λόγου, οι συμφωνίες αυτές αποτελούν, από την έναρξη ισχύος τους, αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, Haegeman, 181/73, EU:C:1974:41, σκέψη 5). Ως εκ τούτου, οι διατάξεις τους πρέπει να συνάδουν πλήρως με τις διατάξεις των Συνθηκών και με τις εξ αυτών απορρέουσες συνταγματικές αρχές (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψη 285). Επομένως, η υπεροχή των διεθνών συμφωνιών που συνάπτει η Ένωση επί του παράγωγου δικαίου της Ένωσης δεν ισχύει έναντι του πρωτογενούς δικαίου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461, σκέψη 308).
151
Ως εκ τούτου, ακόμη και ελλείψει ρητής διάταξης στις συμφωνίες της Άγκυρας η οποία να επιτρέπει σε ένα συμβαλλόμενο μέρος να λαμβάνει μέτρα τα οποία κρίνει απαραίτητα για την προάσπιση των θεμελιωδών συμφερόντων ασφαλείας του, το Συμβούλιο έχει την ευχέρεια να περιορίζει τα δικαιώματα που απορρέουν από τις συμφωνίες της Άγκυρας λόγω των εξουσιών που του απονέμουν το άρθρο 29 ΣΕΕ και το άρθρο 215 ΣΛΕΕ, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω περιορισμοί δεν συνεπάγονται διακρίσεις και είναι σύμφωνοι με την αρχή της αναλογικότητας, όπως εξάλλου συνομολογεί και η ίδια η προσφεύγουσα.
152
Συναφώς, πρώτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα που βασίζεται στο άρθρο 9 της συμφωνίας της Άγκυρας και στο άρθρο 58 του πρόσθετου πρωτοκόλλου και σύμφωνα με το οποίο τα επίμαχα μέτρα ενέχουν δυσμενείς διακρίσεις. Πράγματι, η κατάσταση της προσφεύγουσας, ως οντότητας που ανήκει κατά ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank, δεν είναι συγκρίσιμη με εκείνη άλλων τραπεζών δραστηριοποιούμενων στην Τουρκία οι οποίες δεν ανήκουν σε ρωσική οντότητα υποκείμενη στα επίμαχα περιοριστικά μέτρα. Επιπλέον, η κατάσταση της προσφεύγουσας δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτήν άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα στην επικράτεια της Ένωσης (βλ. σκέψη 139 ανωτέρω).
153
Δεύτερον, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τους περιορισμούς των ελευθεριών εγκατάστασης, παροχής υπηρεσιών και κυκλοφορίας των κεφαλαίων, τα οποία στηρίζονται στο άρθρο 19 της συμφωνίας της Άγκυρας, στο άρθρο 41, παράγραφος 1, και στο άρθρο 50, παράγραφος 3, του πρόσθετου πρωτοκόλλου της συμφωνίας αυτής, καθώς και στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του χρηματοδοτικού της πρωτοκόλλου, επίσης δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.
154
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον το Συμβούλιο ενήργησε σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως αυτή ορίζεται στη σχετική νομολογία (βλ., συναφώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2015, Emadi κατά Συμβουλίου, T‑274/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:938, σκέψη 206).
155
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι περιορισμοί των οποίων γίνεται επίκληση στην υπό κρίση υπόθεση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδείχθηκαν, δικαιολογούνται από τον σκοπό που θέτουν οι προσβαλλόμενες πράξεις, οι οποίες εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ και του άρθρου 215 ΣΛΕΕ, σκοπό συνιστάμενο στην αύξηση του κόστους των ενεργειών της Ρωσικής Ομοσπονδίας που υπονομεύουν την εδαφική ακεραιότητα, την κυριαρχία και την ανεξαρτησία της Ουκρανίας, καθώς και στην προώθηση της ειρηνικής επίλυσης της κρίσης. Ο σκοπός αυτός συνάδει με τον συνιστάμενο στη διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας, σύμφωνα με τους στόχους της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 21 ΣΕΕ (απόφαση της 28ης Μαρτίου 2017, Rosneft, C‑72/15, EU:C:2017:236, σκέψη 115).
156
Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα δεν προβλέπουν τη διακοπή, εν όλω ή εν μέρει, των οικονομικών και χρηματοοικονομικών σχέσεων με τη Δημοκρατία της Τουρκίας, αλλά με τη Ρωσική Ομοσπονδία, τούτο δε ως νόμιμο μέσο εξωτερικής πολιτικής, σύμφωνα με τους στόχους της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 21 ΣΕΕ. Με άλλα λόγια, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα εφαρμόζονται στην προσφεύγουσα αποκλειστικά και μόνο λόγω του ότι αποτελεί οντότητα ανήκουσα κατά ποσοστό άνω του 50 % στη Sberbank, η οποία είναι η ίδια ρωσική οντότητα κατονομαζόμενη στους καταλόγους των παραρτημάτων των προσβαλλόμενων πράξεων, και όχι λόγω της ιδιότητάς της ως επιχείρησης με έδρα στην Τουρκία.
157
Δεδομένου ότι τα μέτρα αυτά ήταν στοχευμένα και περιορισμένης χρονικής διάρκειας, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι οι εξ αυτών απορρέουσες αρνητικές επιπτώσεις πρέπει να θεωρηθούν δυσανάλογες. Πράγματι, η σημασία των σκοπών που επιδιώκονται με το άρθρο 29 ΣΕΕ είναι ικανή να δικαιολογήσει αρνητικές συνέπειες, ακόμη και σημαντικές, για ορισμένους φορείς που δεν φέρουν καμία ευθύνη για την κατάσταση η οποία οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων (βλ., συναφώς, απόφαση της 30ής Ιουλίου 1996, Bosphorus, C‑84/95, EU:C:1996:312, σκέψη 23). Κατά τα λοιπά, όπως προκύπτει από την εξέταση του τέταρτου λόγου ανωτέρω, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα είναι πρόσφορα να εξασφαλίσουν την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού και δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξή του μέτρου (βλ. σκέψεις 115 έως 142 ανωτέρω).
158
Ως εκ τούτου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδείχθηκαν οι προβαλλόμενες εν προκειμένω παραβάσεις από την Ένωση των κρίσιμων διατάξεων των συμφωνιών της Άγκυρας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι παραβάσεις αυτές δικαιολογούνται υπό το πρίσμα των σκοπών που επιδιώκονται με τα επίμαχα μέτρα καθώς και ότι είναι ανάλογες προς τους εν λόγω σκοπούς.
159
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ως αβάσιμος.
Επί της ένστασης έλλειψης νομιμότητας του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης απόφασης και του άρθρου 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 960/2014
160
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να διαπιστώσει, βάσει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ, την έλλειψη νομιμότητας του άρθρου 1 της προσβαλλόμενης απόφασης και του άρθρου 1, παράγραφος 5, του κανονισμού 960/2014, για την τροποποίηση του άρθρου 5 του κανονισμού 833/2014.
161
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντικρούει το αίτημα αυτό.
162
Κατά πάγια νομολογία, όταν μια οντότητα προτίθεται να αμφισβητήσει την αναλογικότητα των εις βάρος της περιοριστικών μέτρων, οφείλει να υποστηρίξει, στο πλαίσιο προσφυγής με αίτημα την ακύρωση των πράξεων με τις οποίες τα εν λόγω μέτρα ελήφθησαν ή διατηρήθηκαν σε ισχύ, ότι οι εν λόγω γενικές διατάξεις στις οποίες στηρίζονται οι πράξεις αυτές δεν πρέπει να εφαρμοσθούν, προβάλλοντας ένσταση έλλειψης νομιμότητας υπό την έννοια του άρθρου 277 ΣΛΕΕ (βλ., συναφώς, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Yanukovych κατά Συμβουλίου, T‑346/14, EU:T:2016:497, σκέψη 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
163
Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η προσφεύγουσα δεν προβάλλει εν προκειμένω κανένα επιχείρημα διαφορετικό από τα ήδη προβληθέντα.
164
Επομένως, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί το παραδεκτό αυτού του λόγου ακύρωσης, πρέπει κατ’ ανάγκη να γίνει παραπομπή στις εκτιμήσεις που εκτίθενται ανωτέρω και να απορριφθεί, για τους ίδιους λόγους, η ένσταση έλλειψης νομιμότητας την οποία προβάλλει η προσφεύγουσα.
165
Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση έλλειψης νομιμότητας, καθώς και η προσφυγή στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του παραδεκτού των αιτημάτων περί προσαρμογής του δικογράφου της προσφυγής.
Επί των δικαστικών εξόδων
166
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Συμβουλίου.
167
Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα που παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Επομένως, η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Η DenizBank A.Ş. φέρει, πέραν των δικαστικών της εξόδων, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Berardis
Spielmann
Csehi
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Σεπτεμβρίου 2018.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Στην παρούσα απόφαση επήλθε τροποποίηση γλωσσικής φύσεως των λέξεων-κλειδιών μετά την ανάρτηση του κειμένου στην ψηφιακή Συλλογή Νομολογίας.
Full & Egal Universal Law Academy