ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο πενταμελές τμήμα)
της 25ης Ιανουαρίου 2018 ( *1 )
«Κρατικές ενισχύσεις – Ενισχύσεις χορηγηθείσες από το Βέλγιο υπέρ της BSCA – Απόφαση κηρύσσουσα τις ενισχύσεις εν μέρει συμβατές και εν μέρει μη συμβατές με την εσωτερική αγορά – Νομικώς δεσμευτική πράξη – Προθεσμία παραγραφής – Οικονομικός χαρακτήρας του συστήματος ενόργανης προσγειώσεως (ILS) – Αναλογία οικονομικής χρήσεως των εγκαταστάσεων – Εσφαλμένα αριθμητικά στοιχεία – Υποβολή αιτήματος προσαρμογής – Προσδιορισμός της τρέχουσας αξίας – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Στρεβλώσεις του ανταγωνισμού – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»
Στην υπόθεση T‑818/14,
Brussels South Charleroi Airport (BSCA), με έδρα το Σαρλερουά (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τον P. Frühling, τις S. Golinvaux και H. Tacheny και από τον J. Delarue, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από την
Société wallonne des aéroports SA (SOWAER), εκπροσωπούμενη από την A. Lepièce και τον H. Baeyens, δικηγόρους,
παρεμβαίνουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους S. Noë, R. Sauer και B. Stromsky,
καθής,
υποστηριζόμενης από την
Brussels Airport Company SA, εκπροσωπούμενη από τους T. Janssens, F. Hoseinian και T. Oeyen, δικηγόρους,
και από την
Brussels Airlines SA/NV, εκπροσωπούμενη αρχικώς μεν από τους J. Derenne, J. Blockx, Δ. Βάλληνδα και D. Dauchez, εν συνέχεια από τους J. Derenne και Δ. Βάλληνδα, δικηγόρους,
παρεμβαίνουσες,
με αντικείμενο προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση των άρθρων 3 έως 6 της αποφάσεως C(2014) 6849 τελικό της Επιτροπής, της 1ης Οκτωβρίου 2014, σχετικά με τα μέτρα SA.14093 (C76/2002) που εφάρμοσε το Βέλγιο υπέρ της BSCA και της Ryanair,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους I. Labucka, προεδρεύουσα, M. Kancheva, L. Madise, R. Barents (εισηγητή) και J. Passer, δικαστές,
γραμματέας: G. Predonzani, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Ιουλίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Το 1991 η Περιφέρεια Βαλλονίας (Βέλγιο) ίδρυσε τη Brussels South Charleroi Airport (BSCA) (στο εξής: προσφεύγουσα ή BSCA), με σκοπό να διαχειρίζεται τον αερολιμένα του Charleroi Bruxelles-Sud (Βέλγιο) (στο εξής: αερολιμένας του Σαρλερουά).
2
Με σύμβαση της 9ης Ιουλίου 1991 (στο εξής: σύμβαση Περιφέρειας-BSCA), η Περιφέρεια Βαλλονίας παραχώρησε στη BSCA, για χρονικό διάστημα 50 ετών, την εμπορική διαχείριση του δημόσιου τομέα του αερολιμένα του Σαρλερουά, καθώς και τη μόνιμη και αποκλειστική χρήση δημόσιων ακινήτων της αερολιμενικής ζώνης.
3
Η σύμβαση Περιφέρειας-BSCA, περιλαμβανομένης της συγγραφής υποχρεώσεων που προσαρτάται σε αυτήν, ορίζει την κατανομή των επιβαρύνσεων μεταξύ της Περιφέρειας Βαλλονίας και της BSCA.
4
Στις 20 Ιουλίου 2000 η Περιφέρεια Βαλλονίας ενέκρινε τις κατευθυντήριες γραμμές συμφωνίας-πλαισίου σχετικά με πολυετές πρόγραμμα επενδύσεων στον αερολιμένα του Σαρλερουά, η οποία μνημόνευε ιδίως το «σχέδιο για νέο αεροσταθμό επιβατών» συνολικού προϋπολογισμού 113,74 εκατομμυρίων ευρώ.
5
Στις 8 Νοεμβρίου 2000 η Περιφέρεια Βαλλονίας εξέδωσε απόφαση για την εκτέλεση της από 20 Ιουλίου 2000 αποφάσεώς της, η οποία τροποποίησε τα δεδομένα του προγράμματος επενδύσεων και όρισε το συνολικό κόστος σε 121 εκατομμύρια ευρώ.
6
Με απόφαση της 23ης Μαΐου 2001, η Περιφέρεια Βαλλονίας ενέκρινε το καταστατικό και το χρηματοοικονομικό σχέδιο της Société wallonne des aéroports SA (SOWAER) για τα έτη 2001 έως 2004, και μεταξύ άλλων, συνολικό ποσό επενδύσεων όσον αφορά τον αερολιμένα του Σαρλερουά ύψους περίπου 93 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων 28 εκατομμύρια ευρώ για τον νέο αεροσταθμό.
7
Την 1η Ιουλίου 2001 η Περιφέρεια Βαλλονίας σύστησε τη SOWAER, με σκοπό να αναπτύξει τις αερολιμενικές υποδομές, να θέσει τις υποδομές αυτές στη διάθεση των εταιριών διαχειρίσεως των οικείων αερολιμένων και να τις διατηρήσει σε κατάσταση λειτουργίας, αναλαμβάνοντας τις μεγάλες εργασίες συντηρήσεως και επισκευής.
8
Με την τροποποιητική πράξη υπ’ αριθ. 3 της συμβάσεως Περιφέρειας-BSCA, της 29ης Μαρτίου 2002, την οποία συνήψαν η BSCA και η Περιφέρεια Βαλλονίας, η δεύτερη δεσμεύτηκε να καταβάλει στην BSCA επιχορήγηση για την κάλυψη των δαπανών που πραγματοποίησε για τη διάθεση από τη SOWAER των γηπέδων, των κτιρίων και των αερολιμενικών υποδομών, καθώς και επιχορήγηση ως αποζημίωση σε αντιστάθμιση των δαπανών που πραγματοποίησε η BSCA για τις υπηρεσίες συντηρήσεως και πυρασφάλειας (στο εξής: μέτρο του 2002).
9
Στις 15 Απριλίου 2002 η SOWAER, η οποία είχε αναλάβει στις 29 Μαρτίου 2002 την παραχώρηση ακινήτων προς την BSCA το 1991, συνήψε σύμβαση υπεργολαβίας με την BSCA για τη μόνιμη και αποκλειστική χρήση δημόσιων ακινήτων της ζώνης του αερολιμένα (στο εξής: σύμβαση του 2002), δυνάμει της οποίας η BSCA μπορούσε να χρησιμοποιεί μέχρι το 2040, κατ’ αποκλειστικότητα, τη ζώνη του αερολιμένα για την εκμετάλλευσή του. Από την πλευρά της, η SOWAER δεσμεύτηκε να υλοποιήσει πρόγραμμα επενδύσεων και να εκτελέσει τις μεγάλες εργασίες επισκευής και συντηρήσεως στα γήπεδα, στα κτίρια και στις υποδομές. Σε αντάλλαγμα για την υπεργολαβία αυτή, η BSCA δεσμεύτηκε να καταβάλει στη SOWAER ετήσιο μεταβλητό μερίδιο ίσο με το 35 %, προ φόρου προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), των εισπραττόμενων κατά το τρέχον έτος αεροναυτικών τελών, με ανώτατο όριο του ποσού από τη χρήση 2002, και ετήσιο πάγιο τέλος 9371000 ευρώ, προ ΦΠΑ, προοριζόμενο επίσης να μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου.
10
Στις 3 Απριλίου 2003 η κυβέρνηση της Βαλλονίας ενημερώθηκε για την αναθεώρηση του προγράμματος επενδύσεων, η οποία προέβλεπε πρόσθετες επενδύσεις ύψους 33 εκατομμυρίων ευρώ για τη χρηματοδότηση της κατασκευής τερματικού σταθμού με δυνατότητα να υποδέχεται τρία εκατομμύρια επιβάτες ετησίως, αντί των αρχικώς προβλεπομένων δύο εκατομμυρίων επιβατών, και μεγαλύτερου χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων από αυτόν που είχε προβλεφθεί αρχικά (στο εξής: μέτρο του 2003).
11
Στις 4 Απριλίου 2006 νέα σύμβαση αντικατέστησε τη σύμβαση του 2002, ενσωματώνοντας το κύριο μέρος των διατάξεων αυτής και τροποποιώντας άλλες, ιδίως δε τους τρόπους υπολογισμού του ποσού των τελών παραχωρήσεως τα οποία όφειλε να καταβάλλει η BSCA στη SOWAER.
12
Η σύμβαση Περιφέρειας-BSCA τροποποιήθηκε παράλληλα με την τροποποιητική πράξη αριθ. 5 της 10ης Μαρτίου 2006, η οποία προβλέπει ότι η Περιφέρεια Βαλλονίας θα καταβάλλει αποζημίωση σε αντιστάθμιση των δαπανών που επωμίζεται η BSCA για τις υπηρεσίες που αφορούν την πυρασφάλεια και την ασφάλεια της κυκλοφορίας στο έδαφος και στον χώρο του αερολιμένα, με την επισήμανση ότι η αποζημίωση αυτή, η οποία αναπροσαρμόζεται ετησίως, υπόκειται σε ανώτατο όριο.
13
Η σύμβαση Περιφέρειας-BSCA τροποποιήθηκε εκ νέου, στις 15 Ιανουαρίου 2008, με την τροποποιητική πράξη αριθ. 6, με την οποία η Περιφέρεια Βαλλονίας ανέθεσε στην BSCA, εκτός από την ευθύνη παροχής των υπηρεσιών πυρασφάλειας και της ασφάλειας της κυκλοφορίας στο έδαφος και στον χώρο του αερολιμένα, την ευθύνη παροχής των υπηρεσιών για την παρακολούθηση και καταχώριση των πτήσεων, τον προγραμματισμό των προβλεπόμενων πτήσεων, την καθοδήγηση των αεροσκαφών στο έδαφος, η οποία συνίσταται κατ’ ουσίαν στις πράξεις καθοδηγήσεως των αεροσκαφών μέχρι τον χώρο σταθμεύσεως, και την ασφάλεια, καθήκοντα τα οποία εκτελούσε στο παρελθόν η Περιφέρεια Βαλλονίας. Η επιχορήγηση καλύπτει πλέον το σύνολο των δαπανών που σχετίζονται με τις ως άνω υπηρεσίες, με διατήρηση του ανώτατου ορίου για τις υπηρεσίες που μνημονεύονται στη σκέψη 12 ανωτέρω.
14
Από την 1η Μαΐου 1997, ο αερολιμένας του Σαρλερουά άρχισε να χρησιμοποιείται από την αεροπορική εταιρία Ryanair Ltd. Από το 2000 έως το 2013, ο όγκος της επιβατικής κινήσεως στον αερολιμένα του Σαρλερουά αυξήθηκε από περίπου 200000 επιβάτες σε περίπου 7 εκατομμύρια επιβάτες, η δε Ryanair αντιπροσώπευε άνω του 70-80 % του συνολικού αριθμού των μεταφερόμενων επιβατών.
15
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε στις 12 Φεβρουαρίου 2004 την απόφαση 2004/393/ΕΚ για τα πλεονεκτήματα που παρασχέθηκαν από την περιφέρεια Βαλλονίας και τη BSCA στην αεροπορική εταιρεία Ryanair κατά την εγκατάστασή της στο Σαρλερουά (ΕΕ 2004, L 137, σ. 1).
16
Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2008, Ryanair κατά Επιτροπής (T‑196/04, EU:T:2008:585), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση 2004/393.
Η προσβαλλόμενη απόφαση
17
Την 1η Οκτωβρίου 2014 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2014) 6849 τελικό, σχετικά με τα μέτρα SA.14093 (C76/2002) που εφάρμοσε το Βέλγιο υπέρ της BSCA και της Ryanair (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
18
Στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε ακυρώσει την απόφαση 2004/393 και ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου είχε ως αποτέλεσμα να κινηθεί εκ νέου η επίσημη διαδικασία ελέγχου που είχε περατωθεί με την απόφαση 2004/393.
19
Η Επιτροπή επισήμανε επίσης ότι, με επιστολή της 23ης Ιουλίου 2010, παρέσχε στο Βασίλειο του Βελγίου και στα μέρη που είχαν υποβάλει παρατηρήσεις στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας ελέγχου που κινήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2002 τη δυνατότητα να υποβάλουν νέες παρατηρήσεις στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας ελέγχου που κινήθηκε εκ νέου μετά την έκδοση της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2008, Ryanair κατά Επιτροπής (T‑196/04, EU:T:2008:585).
20
Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι, με επιστολή της 21ης Μαρτίου 2012, ενημέρωσε το Βασίλειο του Βελγίου για την απόφασή της να παρατείνει την προβλεπόμενη στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ διαδικασία και κάλεσε τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους για τα επίμαχα μέτρα.
21
Επιπλέον, η Επιτροπή υπενθύμισε προκαταρκτικώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ως επιχειρήσεις ορίζονται οι οντότητες που ασκούν οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τις διέπει και τον τρόπο χρηματοδοτήσεως τους και ότι συνιστά οικονομική δραστηριότητα κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά. Εξάλλου, η Επιτροπή επισήμανε ότι, στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290), το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εκμετάλλευση αερολιμένα που συνίσταται στην παροχή αερολιμενικών υπηρεσιών σε αεροπορικές εταιρίες συνιστά οικονομική δραστηριότητα.
22
Η Επιτροπή έκρινε ότι τα επίμαχα μέτρα ελήφθησαν υπέρ της προσφεύγουσας με σκοπό την εκμετάλλευση και την κατασκευή υποδομών μετά τις 12 Δεκεμβρίου 2000, ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290). Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, έως την ημερομηνία αυτή, κατά πάγια πρακτική της, θεωρούσε ότι η δραστηριότητα της αναπτύξεως και διαχειρίσεως των αερολιμενικών υποδομών δεν συνιστούσε οικονομική δραστηριότητα δυνάμενη να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, λόγω της σταδιακής απελευθερώσεως της αγοράς, η δραστηριότητα αυτή συνιστούσε πλέον οικονομική δραστηριότητα, εξαιρουμένων των δραστηριοτήτων που δεν είναι οικονομικού χαρακτήρα και κανονικά υπάγονται στην αρμοδιότητα του κράτους κατά την άσκηση των προνομίων του δημόσιας εξουσίας (αιτιολογικές σκέψεις 346 έως 348).
23
Η Επιτροπή έκρινε ότι η συμφωνία της 20ής Ιουλίου 2000 (βλ. σκέψη 4 ανωτέρω) και η απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2000 (βλ. σκέψη 5 ανωτέρω) δεν συνεπάγονταν για την Περιφέρεια Βαλλονίας δέσμευση έναντι τρίτου και δεν είχαν αμετάκλητο, δεσμευτικό και οριστικό χαρακτήρα. Υπενθύμισε ότι το σχετικό κριτήριο για την ημερομηνία κατά την οποία ενδεχόμενο μέτρο ενισχύσεως θεωρείται ότι εγκρίθηκε είναι η ημερομηνία της νομικώς δεσμευτικής πράξεως με την οποία οι δημόσιες αρχές αναλαμβάνουν να χορηγήσουν την εν λόγω ενίσχυση στον δικαιούχο. Η Επιτροπή έκρινε ότι η σύμβαση του 2002 συνιστούσε τη δεσμευτική αυτή πράξη (αιτιολογικές σκέψεις 353 και 354).
24
Συναφώς, η Επιτροπή επισήμανε, αφενός, ότι η σύμβαση του 2002 συνίστατο στην παραχώρηση υποδομών στην προσφεύγουσα και, αφετέρου, ότι το πρόγραμμα επενδύσεων που είχε ενταχθεί στη σύμβαση του 2002 τροποποιήθηκε ουσιωδώς με το μέτρο του 2003. Επομένως, κατά την Επιτροπή, αυτές οι αναθεωρήσεις του προγράμματος επενδύσεων συνιστούσαν ουσιώδη τροποποίηση και, κατά συνέπεια, νέα κρατική ενίσχυση υπέρ της προσφεύγουσας (αιτιολογικές σκέψεις 362 και 363).
25
Η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, έπρεπε να αποκλειστούν οι δραστηριότητες οι οποίες κανονικά υπάγονται στην αρμοδιότητα του κράτους κατά την άσκηση των προνομίων του δημόσιας εξουσίας, δεδομένου ότι αυτές δεν έχουν οικονομικό χαρακτήρα και αφορούν ιδίως την ασφάλεια, τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας, την αστυνόμευση και τα τελωνεία (αιτιολογική σκέψη 364).
26
Η Επιτροπή διέκρινε, καταρχάς, μεταξύ των επενδύσεων που πραγματοποίησε και των υπηρεσιών που παρείχε η SΟWAER, οι οποίες έπρεπε να θεωρηθούν οικονομικού χαρακτήρα και εκείνων που έπρεπε να θεωρηθούν μη οικονομικού χαρακτήρα (αιτιολογικές σκέψεις 364 έως 374), εξέτασε δε ακολούθως, in concreto, τη διάκριση αυτή σε σχέση με τις διάφορες επενδύσεις και υπηρεσίες που χρηματοδοτήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση (αιτιολογικές σκέψεις 375 έως 400).
27
Η Επιτροπή έκρινε ότι το σύνολο των επιχορηγήσεων που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πυρασφάλειας και ασφάλειας δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως κρατική ενίσχυση (αιτιολογικές σκέψεις 377 έως 385).
28
Αντιθέτως, έκρινε ότι οι υπηρεσίες συντηρήσεως καθώς και οι υπηρεσίες που σχετίζονται με την ασφάλεια της κυκλοφορίας στο έδαφος (τρέχουσα συντήρηση του χώρου του αερολιμένα, συντήρηση των κτιρίων, των διαδρόμων προσγειώσεως και απογειώσεως, του περιβάλλοντος χώρου και του στόλου των οχημάτων, μικρά έργα ασφαλτοστρώσεως, τρέχουσα συντήρηση και επισκευή του διαδρόμου και των οδών προσβάσεως, επισκευές και συντήρηση σε κατάσταση λειτουργίας του φωτισμού και της σημάνσεως του διαδρόμου, εργασίες κοπής χόρτων, αποκομμίωση και σήμανση του διαδρόμου, εκχιονισμός και κάθε άλλη υπηρεσία που εγγυάται την ασφάλεια της κυκλοφορίας στο έδαφος, της αερολιμενικής ζώνης και των υποδομών) ήταν υπηρεσίες οικονομικού χαρακτήρα (αιτιολογικές σκέψεις 390 έως 400) και ότι το ίδιο ίσχυε για την παρακολούθηση και την καταχώριση των πτήσεων, τον προγραμματισμό των προβλεπόμενων πτήσεων και την καθοδήγηση των αεροσκαφών στο έδαφος (αιτιολογικές σκέψεις 401 έως 404).
29
Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ιδιώτης επενδυτής, στηριζόμενος στις προβλέψιμες δυνατότητες αποδοτικότητας, δεν θα είχε προβεί σε τέτοιες πράξεις. Κατά την Επιτροπή, στην περίπτωση αυτή έπρεπε να εξετασθεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ιδιώτης επενδυτής, στηριζόμενος στις προβλέψιμες δυνατότητες αποδοτικότητας, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε κριτήριο κοινωνικού χαρακτήρα ή περιφερειακής ή τομεακής πολιτικής, θα είχε προβεί στις ίδιες πράξεις με την οντότητα που χορήγησε το μέτρο. Επομένως, η Επιτροπή εφάρμοσε στις διάφορες επενδύσεις και στα ληφθέντα μέτρα το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς (αιτιολογικές σκέψεις 406 έως 472).
30
Η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους τα εν λόγω μέτρα έπρεπε να καταλογιστούν στις δημόσιες αρχές (αιτιολογικές σκέψεις 473 έως 483).
31
Η Επιτροπή εξέτασε, πρώτον, τη συμβατότητα των ενισχύσεων υπέρ της Ryanair και συμπέρανε από την ανάλυσή της ότι τα μέτρα υπέρ της αεροπορικής αυτής εταιρίας δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις (αιτιολογικές σκέψεις 488 έως 581).
32
Δεύτερον, η Επιτροπή εξέτασε τη συμβατότητα με την εσωτερική αγορά των ενισχύσεων υπέρ της προσφεύγουσας. Έκρινε ότι οι ενισχύσεις υπέρ του αερολιμένα του Σαρλερουά χορηγήθηκαν για την προώθηση της περιφερειακής αναπτύξεως και ότι είχαν θετικό αντίκτυπο στην οικονομία και στην απασχόληση στο Σαρλερουά και στην ευρύτερη περιοχή. Καίτοι οι ενισχύσεις αυτές είχαν συμβάλει στην επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος, ήτοι στην οικονομική ανάπτυξη του Σαρλερουά και της ευρύτερης περιοχής, η Επιτροπή έκρινε εντούτοις ότι έπρεπε να εξετάσει αν, κατ’ εφαρμογή του σημείου 114 της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις σε αερολιμένες και αεροπορικές εταιρίες (ΕΕ 2014, C 99, σ. 3, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές), οι εν λόγω ενισχύσεις δεν ευνοούν τον πολλαπλασιασμό μη οικονομικά αποδοτικών αερολιμένων. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι προοπτικές χρήσεως του αερολιμένα του Σαρλερουά αρκούσαν για να δικαιολογήσουν τις επενδύσεις και επισήμανε ότι η BSCA είχε, στο τέλος του 2013, κέρδη προ φόρου ύψους 14,86 εκατομμυρίων ευρώ, ήτοι ποσό υψηλότερο εκείνου της ληφθείσας ενισχύσεως. Εντούτοις, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι ενισχύσεις αυτές προκάλεσαν σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, επηρεάζοντας αρνητικά την αύξηση του αριθμού επιβατών του αερολιμένα Bruxelles-National [Εθνικού Αερολιμένος Βρυξελλών] (Βέλγιο). Η Επιτροπή επισήμανε ότι, βάσει του σημείου 119 των κατευθυντήριων γραμμών, για να είναι επιλέξιμος ένας αερολιμένας για ενισχύσεις λειτουργίας, η ετήσια επιβατική κίνησή του δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 3 εκατομμύρια επιβάτες. Στο μέτρο που ο αερολιμένας του Σαρλερουά ενέπιπτε στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή έκρινε ότι η διάταξη αυτή δεν είχε εφαρμογή στις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από τις 4 Απριλίου 2014, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών (σημείο 171 των κατευθυντήριων γραμμών). Επομένως, η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι τα μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή το Βασίλειο του Βελγίου υπέρ της προσφεύγουσας, δυνάμει της συμβάσεως του 2002 και των μέτρων του 2002 και του 2003, συνιστούσαν, βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, ΣΛΕΕ, κρατικές ενισχύσεις συμβατές με την εσωτερική αγορά έως τις 3 Απριλίου 2014 και κρατικές ενισχύσεις μη συμβατές με την εσωτερική αγορά από τις 4 Απριλίου 2014 (αιτιολογικές σκέψεις 582 έως 649).
33
Η Επιτροπή απέρριψε τη δυνατότητα εφαρμογής της προθεσμίας παραγραφής στις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν υπέρ της προσφεύγουσας, για τον λόγο, ιδίως, ότι το μέτρο του 2002 περιελάμβανε ουσιαστικές τροποποιήσεις της αρχικά χορηγηθείσας ενισχύσεως μέσω της συμβάσεως Περιφέρειας-BSCA (αιτιολογικές σκέψεις 650 έως 666).
34
Ομοίως, η Επιτροπή απέρριψε τη δυνατότητα εφαρμογής της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στην περίπτωση της επιχορηγήσεως που κατέβαλε η Περιφέρεια Βαλλονίας και επισήμανε τους λόγους για τους οποίους η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να επικαλεστεί την εν λόγω αρχή (αιτιολογικές σκέψεις 667 έως 678).
35
Τέλος, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, με τη σύναψη της συμβάσεως του 2002 και τη λήψη των μέτρων του 2002 και του 2003, το Βασίλειο του Βελγίου έθεσε σε εφαρμογή ενισχύσεις υπέρ της προσφεύγουσας κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι εν λόγω ενισχύσεις συνίσταντο στη διαφορά μεταξύ του τέλους που θα είχε απαιτήσει ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς και των τελών που πράγματι κατέβαλε η προσφεύγουσα στην Περιφέρεια Βαλλονίας και τη SΟWAER (αιτιολογική σκέψη 679).
36
Το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως έχει ως εξής:
«Άρθρο 1
1. Τα μέτρα υπέρ της Ryanair […], ήτοι η δέσμευση της κυβέρνησης της Βαλλονίας έναντι της Ryanair της 6ης Νοεμβρίου 2001, η σύμβαση μεταξύ της BSCA και της Ryanair της 2ας Δεκεμβρίου 2001, η σύμβαση Promocy της 12ης Δεκεμβρίου 2001, η σύμβαση μεταξύ της Promocy και της Leading Verge της 31ης Ιανουαρίου 2002, η υπουργική απόφαση της 11ης Ιουνίου 2004, η επιστολή της BSCA στη Ryanair της 24ης Ιουνίου 2004, η εμπορική συμφωνία μεταξύ της BSCA και της Ryanair της 9ης Δεκεμβρίου 2005, η τροποποιητική πράξη της 6ης Δεκεμβρίου 2010 της σύμβασης μεταξύ της BSCA και της Ryanair και η μεταβίβαση των μεριδίων της BSCA στην Promocy στις 31 Μαρτίου 2010, δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση υπέρ της Ryanair Ltd βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Τα μέτρα υπέρ της [BSCA] που συνίστανται στη σύμβαση μεταξύ της [SOWAER] και της BSCA της 4ης Απριλίου 2006, την τροποποιητική πράξη αριθ. 5 της σύμβασης μεταξύ της Περιφέρειας της Βαλλονίας και της BSCA της 10 Μαρτίου 2006 και την τροποποιητική πράξη αριθ. 6 της σύμβασης μεταξύ της Περιφέρειας της Βαλλονίας και της BSCA της 15ης Ιανουαρίου 2008 δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση υπέρ της BSCA βάσει των διατάξεων του άρθρου 107, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 2
1. Τα μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή παράνομα από το [Βασίλειο του Βελγίου], κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπέρ της BSCA βάσει της σύμβασης υπεργολαβίας της 15ης Απριλίου 2002 μεταξύ της SOWAER και της BSCA και της τροποποιητικής πράξης αριθ. 3 της 29ης Μαρτίου 2002 της σύμβασης μεταξύ της Περιφέρειας της Βαλλονίας και της BSCA, καθώς και βάσει της επενδυτικής απόφασης της Περιφέρειας της Βαλλονίας της 3ης Απριλίου 2003, συνιστούν, μέχρι τις 3 Απριλίου 2014, κρατικές ενισχύσεις συμβατές με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αύξηση κεφαλαίου της BSCA από τη SOWAER στις 3 Δεκεμβρίου 2002 αποτελεί κρατική ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο γʹ, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 3
Τα μέτρα που τέθηκαν σε εφαρμογή παράνομα από το [Βασίλειο του Βελγίου], κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπέρ της BSCA βάσει της σύμβασης υπεργολαβίας της 15ης Απριλίου 2002 μεταξύ της SOWAER και της BSCA και της τροποποιητικής πράξης αριθ. 3 της 29ης Μαρτίου 2002 της σύμβασης μεταξύ της Περιφέρειας της Βαλλονίας και της BSCA, καθώς και βάσει της επενδυτικής απόφασης της Περιφέρειας της Βαλλονίας της 3ης Απριλίου 2003, συνιστούν, από τις 4 Απριλίου 2014, κρατικές ενισχύσεις [μη συμβατές] με την εσωτερική αγορά βάσει των διατάξεων του άρθρου 107, παράγραφος 1, της εν λόγω Συνθήκης.
Άρθρο 4
1. Το [Βασίλειο του Βελγίου] οφείλει να παύσει τις ενισχύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3, με την προσαρμογή του τέλος παραχώρησης που οφείλει η BSCA τουλάχιστον στο επίπεδο του τέλους παραχώρησης που αντιστοιχεί στην τιμή της αγοράς και με την ανάκτηση των ποσών ενισχύσεων που εισπράχθηκαν από τον δικαιούχο βάσει των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 3, με ισχύ από τις 4 Απριλίου 2014.
2. Τα προς ανάκτηση ποσά περιλαμβάνουν τόκους παραγόμενους από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής ανάκτησής τους.
3. Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004.
4. Το [Βασίλειο του Βελγίου] ακυρώνει όλες τις εκκρεμείς πληρωμές των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης.
Άρθρο 5
1. Η ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 είναι άμεση και πραγματική.
2. Το [Βασίλειο του Βελγίου] διασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.
Άρθρο 6
1. Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης το [Βασίλειο του Βελγίου] υποβάλλει στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες:
α)
τις ημερομηνίες κατά τις οποίες η BSCA κατέβαλε τα τέλη παραχώρησης για το έτος 2014 και τον υπολογισμό των τόκων ανάκτησης·
β)
λεπτομερή περιγραφή των ήδη ληφθέντων και των σχεδιαζόμενων μέτρων για τη συμμόρφωση προς την παρούσα απόφαση·
γ)
τα έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί εντολή στους δικαιούχους να επιστρέψουν την ενίσχυση.
2. Το [Βασίλειο του Βελγίου] τηρεί την Επιτροπή ενήμερη σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης έως την πλήρη ανάκτηση των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3. Διαβιβάζει πάραυτα, με απλή αίτηση της Επιτροπής, τα στοιχεία σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και προβλέψει για να συμμορφωθεί προς την παρούσα απόφαση. Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά των ενισχύσεων και των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί από τον δικαιούχο.
Άρθρο 7
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο του Βελγίου.»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
37
Η προσφεύγουσα, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Δεκεμβρίου 2014, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
38
Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 8 Απριλίου 2015.
39
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου αντίστοιχα στις 3 και στις 15 Απριλίου 2015, η Brussels Airlines SA/NV (στο εξής: Brussels Airlines) και η Brussels Airport Company SA (στο εξής: Brussels Airport) ζήτησαν να παρέμβουν στην παρούσα δίκη υπέρ της Επιτροπής.
40
Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Ιουνίου 2015, η προσφεύγουσα ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση, έναντι της Brussels Airport και της Brussels Airlines, ορισμένων στοιχείων και πληροφοριών που περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής και στα παραρτήματά του, καθώς και στο υπόμνημα αντικρούσεως και στα παραρτήματά του.
41
Η προσφεύγουσα κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 15 Ιουνίου 2015 καθώς και μη εμπιστευτικό κείμενο του εν λόγω υπομνήματος απαντήσεως στις 16 Ιουνίου 2015.
42
Με επιστολή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Ιουνίου 2015, η προσφεύγουσα ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση, έναντι της Brussels Airport και της Brussels Airlines, ορισμένων στοιχείων και πληροφοριών που περιέχονται στο υπόμνημα απαντήσεως και στα παραρτήματά του.
43
Η Επιτροπή κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 31 Ιουλίου 2015.
44
Με επιστολή που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Αυγούστου 2015, η προσφεύγουσα ζήτησε την εμπιστευτική μεταχείριση, έναντι της Brussels Airport και της Brussels Airlines, ορισμένων στοιχείων και πληροφοριών που περιέχονται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως και στα παραρτήματά του.
45
Με διατάξεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2015, BSCA κατά Επιτροπής (T‑818/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:724), και της 7ης Σεπτεμβρίου 2015, BSCA κατά Επιτροπής (T‑818/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:729), ο πρόεδρος του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε, αντίστοιχα, στην Brussels Airport και στη Brussels Airlines να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής στην υπό κρίση υπόθεση και επιφυλάχθηκε να εκδώσει απόφαση επί του βασίμου του αιτήματος περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.
46
Με διάταξη της 28ης Ιανουαρίου 2016, BSCA κατά Επιτροπής (T‑818/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:75), ο πρόεδρος του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτό το αίτημα περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως ορισμένων πληροφοριών που περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής και στο υπόμνημα αντικρούσεως, καθώς και ορισμένων στοιχείων που περιέχονται σε πλείονα παραρτήματα, ενώ απέρριψε κατά τα λοιπά το αίτημα περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως. Εξάλλου, διά του Γραμματέα, τάχθηκε προθεσμία στην προσφεύγουσα για την υποβολή μη εμπιστευτικού κειμένου των εγγράφων που μνημονεύονται στις σκέψεις 1 και 2 του διατακτικού της εν λόγω διατάξεως, η οποία επιδόθηκε στις παρεμβαίνουσες. Τέλος, ο πρόεδρος του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
47
Με επιστολή της 2ας Μαρτίου 2016, η προσφεύγουσα κατέθεσε αίτηση διορθώσεως της μνημονευόμενης στη σκέψη 46 ανωτέρω διατάξεως.
48
Στις 5 Απριλίου 2016 η Επιτροπή κοινοποίησε στο Βασίλειο του Βελγίου διορθωτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διευκρινίζοντας ότι τα σφάλματα που εντοπίστηκαν σε αυτήν ουδόλως επηρέασαν τα συμπεράσματα που διατυπώνονται σε αυτήν.
49
Με διάταξη της 11ης Απριλίου 2016, BSCA κατά Επιτροπής (T‑818/14 REC, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:302), ο πρόεδρος του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου διόρθωσε τη μνημονευόμενη στην ανωτέρω σκέψη 46 διάταξη της 28ης Ιανουαρίου 2016.
50
Με διάταξη της 13ης Απριλίου 2016, BSCA κατά Επιτροπής (T‑818/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:712), ο πρόεδρος του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου ανακάλεσε τη διάταξη της 28ης Ιανουαρίου 2016, BSCA κατά Επιτροπής (T‑818/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:75), και επέκτεινε το αίτημα περί εμπιστευτικής μεταχειρίσεως σε άλλες πληροφορίες και στοιχεία.
51
Στις 23 Ιουνίου 2016 η προσφεύγουσα κατέθεσε υπόμνημα προσαρμογής λόγω των διορθώσεων που επέφερε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση με το διορθωτικό της 5ης Απριλίου 2016.
52
Στις 5 και στις 6 Ιουλίου 2016 η Brussels Airlines και η Brussels Airport, ατιστοίχως, κατέθεσαν υπόμνημα παρεμβάσεως στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου.
53
Στις 15 Σεπτεμβρίου 2016 η προσφεύγουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου παρατηρήσεις επί του υπομνήματος παρεμβάσεως, αφενός, της Brussels Airlines και, αφετέρου, της Brussels Airport, καθώς και συνημμένα με τη μορφή παραρτημάτων έγγραφα.
54
Στις 22 Σεπτεμβρίου 2016 η Επιτροπή κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί του υπομνήματος προσαρμογής της προσφεύγουσας.
55
Με απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2016, η υπό κρίση υπόθεση ανατέθηκε σε άλλον εισηγητή δικαστή προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
56
Με απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 2016, ο πρόεδρος του όγδοου τμήματος αποφάσισε τη μη συνεκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως με την υπόθεση T‑474/16, Société wallonne des aéroports κατά Επιτροπής.
57
Στις 24 Νοεμβρίου 2016 η Brussels Airport και η Brussels Airlines κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί του υπομνήματος προσαρμογής της προσφεύγουσας.
58
Στις 12 Ιανουαρίου 2017 η SΟWAER ζήτησε να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας κατά την προφορική διαδικασία.
59
Με διάταξη της 9ης Μαρτίου 2017, επιτράπηκε στη SΟWAER να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας κατά την ενδεχόμενη προφορική διαδικασία.
60
Στις 5 Απριλίου 2017 το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να παραπέμψει την υπό κρίση υπόθεση ενώπιον του ογδόου πενταμελούς τμήματος.
61
Η προσφεύγουσα και, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η SΟWAER ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει τα άρθρα 3 έως 6 της προσβαλλόμενης αποφάσεως·
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
62
Η Επιτροπή, η Brussels Airport και η Brussels Airlines ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού των πινάκων που κατέθεσε η προσφεύγουσα
63
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δήλωσε την πρόθεσή της να καταθέσει στο Γενικό Δικαστήριο δύο πίνακες στους οποίους παρατίθενται τα αριθμητικά στοιχεία που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
64
Δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει τους εν λόγω πίνακες απαράδεκτους, επειδή η προσφεύγουσα δεν δικαιολόγησε την καθυστέρηση της υποβολής τους.
Επί της ουσίας
65
Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει εννέα λόγους. Ο πρώτος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον προσδιορισμό της ημερομηνίας της αποφάσεως περί χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως από την Περιφέρεια Βαλλονίας. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παραγραφή της αξιώσεως της Επιτροπής. Ο τρίτος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο, πλάνη περί τα πράγματα και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον χαρακτηρισμό του «Instrument Landing System» (συστήματος ενόργανης προσγειώσεως, στο εξής: ILS) ως επενδύσεως οικονομικού χαρακτήρα, καθώς και από έλλειψη αιτιολογήσεως του χαρακτηρισμού του ILS ως επενδύσεως οικονομικού χαρακτήρα. Ο τέταρτος λόγος αντλείται από πλάνη περί τα πράγματα και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή εκτιμώντας ότι το ποσοστό του μη οικονομικής φύσεως κόστους των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν για τον νέο αεροσταθμό ανερχόταν σε 7 %, καθώς και από έλλειψη αιτιολογίας της συνεκτιμήσεως του ποσοστού αυτού. Ο πέμπτος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο, πλάνη περί τα πράγματα, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον προσδιορισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας των μέτρων του 2002 και του 2003, οι οποίες συνεπάγονται παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ο έκτος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο, πολλαπλή πλάνη περί τα πράγματα και πολλαπλή πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον προσδιορισμό της καθαρής παρούσας αξίας των μέτρων του 2002 και του 2003 και, επομένως, κατά τον υπολογισμό του συμπληρωματικού τέλους που κατέβαλε η προσφεύγουσα από τις 4 Απριλίου 2014. Ο έβδομος λόγος αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και πλάνη περί το δίκαιο στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον καθορισμό του συμπληρωματικού τέλους που επιβλήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2016. Ο όγδοος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο, πλάνη περί τα πράγματα, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά την εξέταση της σχετικής αγοράς και των προβαλλόμενων ως οφειλόμενων στην ενίσχυση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ του αερολιμένα του Σαρλερουά και του αερολιμένα Bruxelles-National. Ο ένατος λόγος αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον καθορισμό της ημερομηνίας της αποφάσεως χορηγήσεως χρηματοδοτήσεως από την Περιφέρεια Βαλλονίας
66
Κατά την προσφεύγουσα, τα μέτρα του 2002 και του 2003 συνίσταντο, στην πραγματικότητα, σε μέτρα που λήφθηκαν με την απόφαση της 20ής Ιουλίου 2000, όπως αυτή επικυρώθηκε με την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2000, και, επομένως, τα εν λόγω μέτρα ήταν προγενέστερα της αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290). Συναφώς, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι το προβλεπόμενο για τον αερολιμένα του Σαρλερουά πρόγραμμα επενδύσεων, το οποίο προσαρτάται στη σύμβαση του 2002, είναι πανομοιότυπο με το πρόγραμμα επενδύσεων που αποφάσισε η Περιφέρεια Βαλλονίας στις 20 Ιουλίου 2000, το οποίο επικυρώθηκε στις 8 Νοεμβρίου 2000. Η προσφεύγουσα επισημαίνει, εξάλλου, ότι η εμπορική στρατηγική της, όπως προβλεπόταν τον Ιούλιο του 2000, προέβλεπε ήδη, ιδίως, τον νέο αεροσταθμό, τον χώρο σταθμεύσεως οχημάτων και την επιμήκυνση του διαδρόμου προσαπογειώσεως.
67
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η Περιφέρεια Βαλλονίας δεσμεύτηκε να χορηγήσει τις ενισχύσεις στις 20 Ιουλίου και στις 8 Νοεμβρίου 2000. Οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά τις ημερομηνίες αυτές ήταν δεσμευτικές, στο μέτρο που ήταν επαρκώς συγκεκριμένες λαμβανομένου υπόψη του σχεδίου που αφορούσαν. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι οι εν λόγω αποφάσεις έβαιναν πολύ πέραν της επί της αρχής συμφωνίας, η οποία είναι εξ ορισμού αόριστη, και προέβλεπαν συγκεκριμένα τον καταλογισμό των επενδύσεων. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω αποφάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν απλές δηλώσεις προθέσεως, καθόσον προέβλεπαν καταρχήν δέσμευση της κυβερνήσεως της Βαλλονίας, τον καθορισμό του συνολικού ποσού της χρηματοδοτήσεως βάσει των διαθέσιμων τότε πληροφοριών και το σχετικό χρηματοοικονομικό σχέδιο. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι οι επίμαχες πράξεις περιείχαν, όντως, όλες τις επαρκείς πληροφορίες οι οποίες χαρακτηρίζουν αμετάκλητες δεσμεύσεις χρηματοδοτήσεως. Η σύμβαση του 2002 επικύρωσε απλώς τις αποφάσεις αυτές. Συναφώς, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η παραπομπή στις αποφάσεις της 20ής Ιουλίου και της 8ης Νοεμβρίου 2000, στο πλαίσιο του χρηματοοικονομικού σχεδίου της SΟWAER, τόνιζε τον δεσμευτικό χαρακτήρα τους.
68
Τέλος, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η λήψη των μέτρων που αποφασίστηκαν με τις αποφάσεις της 20ής Ιουλίου και της 8ης Νοεμβρίου 2000 κοινοποιήθηκε σε αυτήν πολύ πριν από τις 12 Δεκεμβρίου 2000.
69
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
70
Συναφώς, πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι, στην απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290), το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εκμετάλλευση αερολιμένα που συνίσταται στην παροχή αερολιμενικών υπηρεσιών σε αεροπορικές εταιρίες συνιστά οικονομική δραστηριότητα (βλ., ιδίως, σκέψεις 107 και 120 της εν λόγω αποφάσεως).
71
Εξάλλου, στις αιτιολογικές σκέψεις 346 και 347 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε τα εξής:
«(346)
Έτσι, μέχρι την έκδοση της απόφασης [της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290)], κατά την πάγια πρακτική της, η Επιτροπή θεωρούσε ότι η δραστηριότητα της ανάπτυξης και διαχείρισης των αερολιμενικών υποδομών δεν συνιστούσε οικονομική δραστηριότητα που θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Μετά την έκδοση της απόφασης [της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290)], η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, λόγω της σταδιακής απελευθέρωσης της αγοράς, η δραστηριότητα αυτή αποτελούσε πλέον οικονομική δραστηριότητα. Επίσης, όπως διευκρινίζεται στις παραγράφους 28 και 29 των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις σε αερολιμένες και αεροπορικές εταιρίες […], “από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης [της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290)], η λειτουργία και η κατασκευή υποδομών αερολιμένων πρέπει να θεωρείται ότι εμπίπτουν στο πεδίο ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Αντιστρόφως, λόγω της αβεβαιότητας που επικρατούσε πριν από την απόφαση στην υπόθεση [της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290)], οι δημόσιες αρχές μπορούσαν νομίμως να θεωρούν ότι η χρηματοδότηση αερολιμενικών υποδομών δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση και, συνεπώς, ότι τα εν λόγω μέτρα δεν χρειαζόταν να κοινοποιούνται στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν μπορεί σήμερα να θέτει υπό αμφισβήτηση, βάσει των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, τα μέτρα χρηματοδότησης που χορηγήθηκαν πριν από την έκδοση της απόφασης [της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290)]”.
(347)
Πρέπει, συνεπώς, να εξακριβωθεί εάν τα μέτρα υπέρ της BSCA για την εκμετάλλευση και την κατασκευή αερολιμενικών υποδομών χορηγήθηκαν πριν ή μετά τις 12 Δεκεμβρίου 2000, ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στην υπόθεση [Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290)].»
72
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το κριτήριο για τον καθορισμό του χρόνου χορηγήσεως ενισχύσεως είναι αυτό της νομικά δεσμευτικής πράξεως με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή δεσμεύεται να χορηγήσει την ενίσχυση στον δικαιούχο της (απόφαση της 19ης Μαΐου 2015, Diputación Foral de Bizkaia κατά Επιτροπής, T‑397/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:291, σκέψη 33· βλ., επίσης, σχετικώς, αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 2004, Fleuren Compost κατά Επιτροπής, T‑109/01, EU:T:2004:4, σκέψεις 73 και 74, και της 30ής Νοεμβρίου 2009, Γαλλία και France Télécom κατά Επιτροπής, T‑427/04 και T‑17/05, EU:T:2009:474, σκέψη 321) με ανεπιφύλακτη και νομικώς δεσμευτική υπόσχεση (βλ., σχετικώς, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001, Αυστρία κατά Επιτροπής, C‑99/98, EU:C:2001:94, σκέψη 38, και διάταξη της 5ης Οκτωβρίου 2016, Diputación Foral de Bizkaia κατά Επιτροπής, C‑426/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2016:757, σκέψη 30). Το κριτήριο αυτό προϋποθέτει κατ’ ανάγκη ότι, κατά την ημερομηνία χορηγήσεως της ενισχύσεως, ο δικαιούχος αυτής μπορεί να προσδιοριστεί.
73
Το σημείο B 12 IV της αποφάσεως της 20ής Ιουλίου 2000, με τίτλο «Προϋποθέσεις της αναπτύξεως των περιφερειακών αερολιμένων και περιβαλλοντικά μέτρα. Συμφωνία-πλαίσιο», έχει ως εξής:
«Η κυβέρνηση εγκρίνει τις κατευθυντήριες γραμμές του προγράμματος επενδύσεων του αερολιμένα του [Σαρλερουά] και αναθέτει στον αρμόδιο για τη διαχείριση των αερολιμένων υπουργό να της υποβάλει το σχετικό πρόγραμμα.»
74
Επομένως, από την απόφαση αυτή συνάγεται σαφώς ότι η κυβέρνηση της Βαλλονίας δεν δεσμεύτηκε έναντι της προσφεύγουσας να της χορηγήσει ενίσχυση, αλλά ότι, αντιθέτως, ο αρμόδιος υπουργός δεσμεύτηκε απλώς να υποβάλει στην εν λόγω κυβέρνηση τα μέτρα υλοποιήσεως του προγράμματος επενδύσεων. Εξάλλου, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν προσδιορίζεται ως δυνητικός δικαιούχος ενισχύσεως.
75
Στο σημείο B 15, παράγραφος 2, της αποφάσεως της 8ης Νοεμβρίου 2000, με τίτλο «Εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου της 20ής Ιουλίου 2000 σχετικά με τους περιφερειακούς αερολιμένες. Πολυετές πρόγραμμα επενδύσεων του αερολιμένα του [Σαρλερουά]», διευκρινίζεται ότι το «πολυετές πρόγραμμα επενδύσεων 2000-2004» εγκρίθηκε από την κυβέρνηση της Βαλλονίας. Στο ένατο και στο δέκατο εδάφιο του εν λόγω προγράμματος προβλέπονται, ιδίως, τα εξής:
«[… Π]ρέπει να πραγματοποιηθούν προσαρμογές στο αρχικό συμβατικό πλαίσιο το οποίο ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ της Περιφέρειας Βαλλονίας και της BSCA, του παραχωρησιούχου της που εκμεταλλεύεται τον αερολιμένα του [Σαρλερουά]· κατ’ αυτόν τον τρόπο θα βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα του επί τόπου δραστηριοποιουμένου οικονομικού φορέα.
Θα πρέπει, επομένως, να προσαρμοστούν τα υφιστάμενα κείμενα (σύμβαση παραχωρήσεως, συγγραφή υποχρεώσεων και πρωτόκολλα-παραρτήματα) σε συνάρτηση με τη νέα μέθοδο που θα επιλεγεί για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων.»
76
Η διάταξη αυτή καθιστά απολύτως σαφές ότι οι συγκεκριμένες δεσμεύσεις μεταξύ της Περιφέρειας Βαλλονίας και της προσφεύγουσας τελούσε σε σχέση εξαρτήσεως από την προσαρμογή των προμνησθέντων κειμένων.
77
Επομένως, εν αντιθέσει προς τα όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, οι αποφάσεις της 20ής Ιουλίου και της 8ης Νοεμβρίου 2000 δεν περιείχαν συγκεκριμένες νομικές δεσμεύσεις της κυβερνήσεως της Βαλλονίας προς την προσφεύγουσα. Όπως αναγνωρίζει, άλλωστε, η ίδια η προσφεύγουσα στο υπόμνημα απαντήσεως, οι εν λόγω αποφάσεις συνιστούσαν δέσμευση της κυβερνήσεως της Βαλλονίας όσον αφορά τους πολιτικούς στόχους της και ήταν αποτέλεσμα υπουργικής συναινέσεως στους κόλπους της κυβερνήσεως αυτής. Αντιθέτως, από την απλή ανάγνωση της συμβάσεως του 2002 καταδεικνύεται ότι οι λεπτομέρειες σχετικά με τις υποδομές και τις υπηρεσίες καθορίστηκαν υπό μορφή νομικών υποχρεώσεων στο έγγραφο αυτό. Συγκεκριμένα, στη σύμβαση του 2002 εκτίθενται το πρόγραμμα επενδύσεων, οι δαπάνες τις οποίες αναλάμβανε να πραγματοποιήσει η Περιφέρεια Βαλλονίας και η SΟWAER και το τέλος παραχωρήσεως που δεχόταν να καταβάλει η προσφεύγουσα ως αντάλλαγμα.
78
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει επίσης ότι, απουσία δεσμευτικών και συγκεκριμένων υποχρεώσεων στις αποφάσεις της 20ής Ιουλίου και της 8ης Νοεμβρίου 2000, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας όσον αφορά την προβαλλόμενη αντιστοιχία μεταξύ του προσαρτημένου στη συναφθείσα μεταξύ της προσφεύγουσας και της SΟWAER συμβάσεως του 2002 πίνακα και του πίνακα των αποφάσεων της 20ής Ιουλίου και της 8ης Νοεμβρίου 2000, την προβαλλόμενη κοινοποίηση της αποφάσεως της 20ής Ιουλίου 2000 πριν από την ημερομηνία της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290), και τις διαπραγματεύσεις που διεξήχθησαν, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2000, μεταξύ αυτής και της Ryanair, είναι αλυσιτελή και πρέπει να απορριφθούν.
79
Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι τις υποδομές έθεσε στη διάθεση της προσφεύγουσας η SΟWAER. Αυτή, όμως, συστάθηκε μόλις την 1η Ιουλίου 2001.
80
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο πρώτος λόγος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παραγραφή της αξιώσεως της Επιτροπής
81
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν το 2000 υπόκεινται στη δεκαετή προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1), δεδομένου ότι έχουν παρέλθει περισσότερα από δέκα έτη από τον χρόνο χορηγήσεώς τους έως την 20ή Απριλίου 2011, ημερομηνία της πρώτης αιτήσεως παροχής πληροφοριών από την Επιτροπή προς το Βασίλειο του Βελγίου σχετικά με τις επίμαχες στην προσβαλλόμενη απόφαση ενισχύσεις.
82
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
83
Συναφώς, επισημαίνεται ότι αυτός ο λόγος ακυρώσεως θεμελιώνεται αποκλειστικώς στην παραδοχή ότι οι επίμαχες ενισχύσεις χορηγήθηκαν με τις αποφάσεις της 20ής Ιουλίου και της 8ης Νοεμβρίου 2000.
84
Εντούτοις, στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως διαπιστώθηκε ακριβώς ότι οι επίμαχες ενισχύσεις δεν χορηγήθηκαν με τις αποφάσεις της 20ής Ιουλίου και της 8ης Νοεμβρίου 2000, αλλά με τη σύμβαση του 2002 και, επομένως, μεσολάβησαν λιγότερο από δέκα έτη μεταξύ της χορηγήσεως των ενισχύσεων και της αποστολής της πρώτης αιτήσεως παροχής πληροφοριών από την Επιτροπή προς το Βασίλειο του Βελγίου, στις 20 Απριλίου 2011, με αποτέλεσμα η ως άνω παραδοχή να είναι εσφαλμένη.
85
Εξ αυτού συνάγεται ότι και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, πλάνη περί τα πράγματα και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον χαρακτηρισμό του ILS ως επενδύσεως οικονομικού χαρακτήρα, καθώς και έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του ILS ως επενδύσεως οικονομικού χαρακτήρα
86
Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή, στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του λόγου, ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά τον χαρακτηρισμό του ILS ως επενδύσεως οικονομικού χαρακτήρα, καθώς και σε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του ILS ως επενδύσεως οικονομικού χαρακτήρα.
87
Κατά την προσφεύγουσα, το ILS είναι σύστημα το οποίο παρέχει στα αεροσκάφη τη δυνατότητα προσεγγίσεως του διαδρόμου προσγειώσεως υπό συνθήκες κακής ορατότητας. Το σύνολο του συστήματος αυτού αποτελείται ουσιαστικά από τρία μέρη: το πρώτο μέρος, ήτοι ο ραδιοφάρος ευθυγραμμίσεως διαδρόμου («localizer»), διασφαλίζει την πλευρική καθοδήγηση του αεροσκάφους, το δεύτερο μέρος, ήτοι η διάταξη ραδιοευθυγραμμίσεως καθόδου («glide slope»), διασφαλίζει την κατακόρυφη καθοδήγηση του αεροσκάφους και το τρίτο μέρος, ήτοι οι δείκτες αποστάσεως, επισημαίνει την προσέγγιση του διαδρόμου προσγειώσεως. Επομένως, το ILS πρέπει να θεωρείται απαραίτητος εξοπλισμός για την αεροναυτιλία και για την ασφάλεια, την προστασία και τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις όσον αφορά τους διαδρόμους και τις εγκαταστάσεις. Συναφώς, η προσφεύγουσα παραπέμπει στον χαρακτηρισμό του συστήματος αυτού από τον Belgocontrol (βελγικό οργανισμό ελέγχου της εναέριας κυκλοφορίας) καθώς και από τον Eurocontrol. Παραπέμπει επίσης στις αναφορές για το ILS στον κανονισμό (ΕΚ) 2096/2005 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2005, περί κανονισμού κοινών απαιτήσεων για την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας (ΕΕ 2005, L 335, σ. 13), στον κανονισμό (ΕΚ) 859/2008 της Επιτροπής, της 20ής Αυγούστου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 3922/91 του Συμβουλίου όσον αφορά τις κοινές απαιτήσεις και τις διοικητικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στις εμπορικές αεροπορικές μεταφορές (ΕΕ 2008, L 254, σ. 1), στον κανονισμό (ΕΕ) 965/2012 της Επιτροπής, της 5ης Οκτωβρίου 2012, για καθορισμό τεχνικών απαιτήσεων και διοικητικών διαδικασιών όσον αφορά τις πτητικές λειτουργίες δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 296, σ. 1), και στον κανονισμό (ΕΕ) 139/2014 της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 2014, για τη θέσπιση απαιτήσεων και διοικητικών διαδικασιών για τα αεροδρόμια σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 216/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ 2014, L 44, σ. 1). Η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι, εφόσον η παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας χαρακτηρίζεται μη οικονομική υπηρεσία στον κανονισμό (ΕΚ) 550/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, σχετικά με την παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας στο πλαίσιο του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (ΕΕ 2004, L 96, σ. 10), καθώς και στις κατευθυντήριες γραμμές, το ILS, ως όργανο αναγκαίο για την αεροναυτιλία, δεν έχει οικονομικό χαρακτήρα. Το γεγονός ότι η εγκατάσταση του ILS δεν είναι υποχρεωτική εκ του νόμου ουδεμία ασκεί επιρροή.
88
Επιπλέον, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους το ILS κατηγορίας III δεν καταλέγεται στα μη έχοντα οικονομικό χαρακτήρα αναγκαία για την αεροναυτιλία στοιχεία εξοπλισμού.
89
Στο πλαίσιο του δεύτερου σκέλους του ίδιου λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η σήμανση των διαδρόμων ήταν επίσης δραστηριότητα χωρίς οικονομικό χαρακτήρα.
90
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
91
Υπενθυμίζεται ότι, στην αιτιολογική σκέψη 367 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε στο εξής συμπέρασμα:
«Αντιθέτως, η Επιτροπή θεωρεί οικονομικές τις επενδύσεις και τις μεγάλες επισκευές που αφορούν το σύστημα ILS κατηγορίας ΙΙΙ και τη σήμανση των διαδρόμων. Πράγματι, οι δαπάνες αυτές δεν αφορούν δραστηριότητες υπαγόμενες στην αρμοδιότητα του κράτους, αλλά είναι σύμφυτες με την εμπορική εκμετάλλευση των υποδομών, η οποία συνίσταται στο να τίθενται στη διάθεση των αεροπορικών εταιρειών σε ικανοποιητικές συνθήκες ασφαλείας. Ειδικότερα, η διασφάλιση της ασφάλειας της κυκλοφορίας στο έδαφος (που περιλαμβάνει και τις προσγειώσεις και απογειώσεις) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εμπορικής εκμετάλλευσης του αερολιμένα και έχει, ως εκ τούτου, οικονομικό χαρακτήρα. Στην πρόσφατη απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τον αερολιμένα της Μασσαλίας, η ασφάλεια λειτουργίας έχει εξαιρεθεί από το πεδίο των “μη οικονομικών” δραστηριοτήτων».
92
Προκαταρκτικώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι το ILS και η σήμανση των διαδρόμων συνιστούν διαφορετικά στοιχεία εξοπλισμού.
93
Εντούτοις, όσον αφορά τη σήμανση των διαδρόμων, η προσφεύγουσα δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα (όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η οποία προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του σκέλους αυτού) ότι επρόκειτο για δραστηριότητα μη οικονομικού χαρακτήρα.
94
Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ο οποίος έχει εφαρμογή στο Γενικό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του ιδίου Οργανισμού, και το άρθρο 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς, τους λόγους και τα επιχειρήματα που προβάλλονται, καθώς και συνοπτική έκθεση των λόγων αυτών.
95
Κατά πάγια νομολογία, τα στοιχεία αυτά πρέπει να εκτίθενται κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή ώστε να μπορεί ο μεν καθού διάδικος να προετοιμάσει την άμυνά του, το δε Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς να χρειάζεται άλλα στοιχεία. Για την εξασφάλιση της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, πρέπει, προκειμένου μια προσφυγή ή αγωγή να είναι παραδεκτή, τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων ερείδεται αυτή να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του σχετικού δικογράφου (διάταξη της 7ης Νοεμβρίου 2013, Arbos κατά Επιτροπής, C‑615/12 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2013:742, σκέψη 33· βλ. επίσης, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2012, Arbos κατά Επιτροπής, T‑161/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:573, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
96
Εντούτοις, διαπιστώνεται ότι, ως προς το σημείο αυτό, η προσφυγή δεν είναι σύμφωνη προς το άρθρο 76, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας στο μέτρο που η προσφεύγουσα αρκέστηκε να επικαλεστεί τον μη οικονομικό χαρακτήρα της πράξεως σημάνσεως των διαδρόμων, αλλά δεν προέβαλε κανένα σχετικό επιχείρημα. Έπεται ότι το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.
97
Όσον αφορά την εξέταση των επιχειρημάτων της προσφεύγουσας προς στήριξη του μη οικονομικού χαρακτήρα του ILS κατηγορίας III, πρέπει να υπομνησθεί ότι συνιστά οικονομική δραστηριότητα κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2002, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής, C‑82/01 P, EU:C:2002:617, σκέψη 79), εν αντιθέσει προς τη δραστηριότητα που άπτεται της ασκήσεως προνομίων δημόσιας εξουσίας.
98
Επομένως, εν προκειμένω πρέπει να εξετασθεί αν η επίμαχη δραστηριότητα ανάγεται, λόγω της φύσεως, του αντικειμένου και των κανόνων που τη διέπουν, στην άσκηση προνομίων που συνιστούν τυπικά γνωρίσματα ασκήσεως δημόσιας εξουσίας (βλ., σχετικώς, απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1994, SAT Fluggesellschaft, C‑364/92, EU:C:1994:7, σκέψη 30).
99
Συναφώς, συνιστούν χαρακτηριστικές δραστηριότητες ασκήσεως δημόσιας εξουσίας οι δραστηριότητες ελέγχου και αστυνομεύσεως του εναερίου χώρου (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1994, SAT Fluggesellschaft, C‑364/92, EU:C:1994:7, σκέψη 30, και της 26ης Μαρτίου 2009, SELEX Sistemi Integrati κατά Επιτροπής, C‑113/07 P, EU:C:2009:191, σκέψη 71).
100
Πρέπει να υπομνησθεί ότι το ILS κατηγορίας III είναι, κατά τον ορισμό της Επιτροπής τον οποίο δεν αμφισβήτησε η προσφεύγουσα, όργανο προσεγγίσεως του εδάφους το οποίο κάνει χρήση του ραδιοσήματος για την αύξηση της ακρίβειας της προσγειώσεως αεροσκάφους που προσεγγίζει διάδρομο προσγειώσεως, καθιστώντας έτσι εφικτή την ακίνδυνη προσγείωση υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
101
Όπως προκύπτει από τις απαντήσεις της προσφεύγουσας και της SOWAER, παρεμβαίνουσας υπέρ της προσφεύγουσας κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και από τα στοιχεία της δικογραφίας, πρόκειται για όργανο χρήσιμο στην αεροναυτιλία στο στάδιο της προσγειώσεως, το οποίο είναι μάλιστα αναγκαίο ή απαραίτητο για ορισμένους αερολιμένες, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της επιβατικής κινήσεως σε αυτούς, καίτοι δεν είναι υποχρεωτικό βάσει των βελγικών ή διεθνών κανόνων ασφάλειας που εφαρμόζονται στον τομέα της αεροναυτιλίας. Οι αεροπορικές εταιρίες μπορεί να μην είναι διατεθειμένες να εξυπηρετούν τακτικά αερολιμένα που δεν διαθέτει τέτοιον εξοπλισμό λόγω των δυσχερειών προσγειώσεως που μπορεί να ανακύψουν σε περίπτωση δυσμενών καιρικών συνθηκών.
102
Ωστόσο, ακόμη και αν ήταν υποχρεωτικό και μολονότι δεν αμφισβητείται ότι συμβάλλει, όπως και άλλα συστήματα, στην ασφάλεια των προσγειώσεων, το εν λόγω όργανο δεν συμβάλλει ούτε στον έλεγχο ούτε στην αστυνόμευση του εναέριου χώρου, όπως αναγνώρισαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η προσφεύγουσα και η υπέρ αυτής παρεμβαίνουσα, ούτε σε οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα υπαγόμενη στη δημόσια εξουσία η οποία μπορεί να ασκηθεί σε αερολιμένα. Τούτο συμβάλλει στην παροχή των υπηρεσιών που προσφέρει πολιτικός αερολιμένας, σε συνθήκες ανταγωνισμού, στις αεροπορικές εταιρίες στο πλαίσιο της γενικής δραστηριότητάς του, η οποία είναι δραστηριότητα οικονομικού χαρακτήρα (βλ., σχετικώς, απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2002, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής, C‑82/01 P, EU:C:2002:617, σκέψη 78).
103
Εν συνεχεία, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η απουσία τέτοιου εξοπλισμού έχει μόνον ως αποτέλεσμα, υπό ορισμένες καιρικές συνθήκες, οι αεροπορικές εταιρίες που χρησιμοποιούν έναν αερολιμένα να ακυρώνουν τις πτήσεις τους ή να τις ανακατευθύνουν προς άλλους αερολιμένες που διαθέτουν τέτοιον εξοπλισμό. Επομένως, αερολιμένας ο οποίος δεν διαθέτει ILS κατηγορίας III βρίσκεται σε δυσμενέστερη ανταγωνιστική θέση σε σχέση με αερολιμένα ο οποίος έχει εγκαταστήσει τέτοιον εξοπλισμό, πλην όμως η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αφαιρέσει από τον εν λόγω εξοπλισμό τον χαρακτηρισμό δραστηριότητας οικονομικού χαρακτήρα.
104
Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το Βασίλειο του Βελγίου διευκρίνισε, στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι θεωρεί το σύστημα ILS κατηγορίας III «στοιχείο αναγκαίο για την υποδοχή αεροπορικών εταιριών που έχουν τον αερολιμένα αυτόν ως βάση των αεροσκαφών τους και εταιριών που εκτελούν τακτικά δρομολόγια» δεν μεταβάλλει την εκτίμηση αυτή.
105
Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι η δραστηριότητα αφορά την υποδοχή αεροπορικών εταιριών που χρησιμοποιούν τον αερολιμένα «ως βάση των αεροσκαφών τους και εταιριών που εκτελούν τακτική δρομολόγια» δεν σημαίνει ότι αυτή η δραστηριότητα συνιστά άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας.
106
Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί βασίμως εικαζόμενη απαίτηση σχετική με την αναγκαιότητα εγκαταστάσεως του ILS κατηγορίας III στην αεροναυτιλία προκειμένου ο εν λόγω εξοπλισμός να υπάγεται στην άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας και, επομένως, να μην χαρακτηρίζεται ως σύστημα οικονομικού χαρακτήρα.
107
Το συμπέρασμα αυτό ουδόλως τίθεται υπό αμφισβήτηση από τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει η προσφεύγουσα.
108
Το γεγονός ότι, κατά την προσφεύγουσα, ο Belgocontrol θεωρεί το ILS κατηγορίας III εξοπλισμό καθοδηγήσεως της πορείας και ότι ο Eurocontrol το ορίζει ως ένα από τα τρία συστήματα προσγειώσεως που παρέχουν ακριβή ικανότητα προσεγγίσεως στην αεροναυτιλία δεν σημαίνει ότι ο εν λόγω εξοπλισμός συνιστά άσκηση προνομίου δημόσιας εξουσίας, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που εκτίθενται στη σκέψη 102 ανωτέρω.
109
Η μνεία στο σημείο 14 του παραρτήματος I του κανονισμού 965/2012, κατά το οποίο «πτητική λειτουργία κατηγορίας III [πραγματοποιείται] με τη χρήση ILS», αποτελεί απλώς ορισμό για τους σκοπούς των τεχνικών απαιτήσεων που καθορίζονται με τον εν λόγω κανονισμό. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τη μνεία που περιέχεται στο τμήμα E του παραρτήματος του κανονισμού 859/2008, το οποίο αντικαθιστά το παράρτημα III του κανονισμού (ΕΟΚ) 3922/91 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1991, για την εναρμόνιση τεχνικών κανόνων και διοικητικών διαδικασιών στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας (ΕΕ 1991, L 373, σ. 4).
110
Τέλος, καίτοι ο φορέας εκμεταλλεύσεως αερολιμένα οφείλει να μεριμνά για τη θέσπιση και την εφαρμογή μέσων και διαδικασιών που εγγυώνται ασφαλείς συνθήκες για «πτητικές λειτουργίες με χαμηλή ορατότητα» (παράρτημα IV του κανονισμού 139/2014, τμήμα ADR.OPS.B.045, «Πτητικές λειτουργίες με χαμηλή ορατότητα», στοιχείο αʹ), αυτό δεν σημαίνει ότι η εγκατάσταση ILS κατηγορίας III συμβάλλει στην άσκηση προνομίων δημόσιας εξουσίας, λαμβανομένων υπόψη των διαπιστώσεων που εκτίθενται στη σκέψη 102 ανωτέρω.
111
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι, ως εξοπλισμός αεροναυτιλίας, το ILS κατηγορίας III δεν έχει οικονομικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι, κατά την αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 550/2004, «[η] παροχή υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας, όπως προβλέπεται στον […] κανονισμό, συνδέεται με την άσκηση των εξουσιών δημόσιας αρχής οι οποίες δεν είναι τέτοιας οικονομικής φύσεως ώστε να δικαιολογούν την εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού της Συνθήκης».
112
Συναφώς, επισημαίνεται ότι ο κανονισμός 550/2004 εντάσσεται στο πλαίσιο των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 549/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2004, για τη χάραξη του πλαισίου για τη δημιουργία του Ενιαίου Ευρωπαϊκού Ουρανού (ΕΕ 2004, L 96, σ. 1), στου οποίου το άρθρο 2 ορίζονται διάφορες έννοιες. Από το άρθρο 2, σημείο 4, του κανονισμού 549/2004 προκύπτει ότι οι «υπηρεσίες αεροναυτιλίας» περιλαμβάνουν «υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας, υπηρεσίες επικοινωνίας, πλοήγησης και επιτήρησης, μετεωρολογικές υπηρεσίες που προορίζονται για την αεροναυτιλία, και υπηρεσίες αεροναυτικών πληροφοριών». Το άρθρο 2, σημείο 30, του κανονισμού 549/2004 ορίζει τις «υπηρεσίες πλοήγησης» ως «τις εγκαταστάσεις και υπηρεσίες που παρέχουν πληροφορίες θέσης και χρονισμού στα αεροσκάφη». Επομένως, αυτές οι υπηρεσίες πλοηγήσεως διαφέρουν από τις «υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας», οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 2, σημείο 11, του κανονισμού 549/2004 και περιλαμβάνουν, ιδίως, τις «υπηρεσίες ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας», οι οποίες ορίζονται με τη σειρά τους στο άρθρο 2, σημείο 1, του ίδιου κανονισμού ως αυτές που παρέχονται με στόχο την πρόληψη των συγκρούσεων μεταξύ αεροσκαφών, καθώς και τη διεκπεραίωση και διατήρηση τακτικής ροής εναέριας κυκλοφορίας. Τόσο οι «υπηρεσίες πλοηγήσεως» όσο και οι «υπηρεσίες εναέριας κυκλοφορίας» περιλαμβάνονται, όπως προεκτέθηκε, στις «υπηρεσίες αεροναυτιλίας». Εξοπλισμός, όπως το ILS κατηγορίας III, ο οποίος παρέχει στα αεροσκάφη πληροφορίες θέσεως σε σχέση με τον διάδρομο για την προσγείωσή τους, εμπίπτει σαφώς στις υπηρεσίες πλοηγήσεως, υπό την ως άνω έννοια.
113
Εντούτοις, καίτοι η αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού 550/2004, την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, φαίνεται να υποδηλώνει ότι οι «υπηρεσίες αεροναυτιλίας» υπάγονται στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, η ειδικότερη αιτιολογική σκέψη 13 του ίδιου κανονισμού υποδεικνύει ρητώς ότι οι «υπηρεσίες [πλοηγήσεως]», όπως ορισμένες άλλες υπηρεσίες αεροναυτιλίας, θα πρέπει να οργανώνονται βάσει των όρων της αγοράς, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των υπηρεσιών αυτών και τηρουμένου υψηλού επιπέδου ασφάλειας. Συγκεκριμένα, από διάφορες διατάξεις του εν λόγω κανονισμού συνάγεται ότι ο ορισμός παρόχων υπηρεσιών εναέριας κυκλοφορίας ή παρόχων μετεωρολογικών υπηρεσιών μπορεί να πραγματοποιείται εκτός των αρχών της αγοράς, αλλά καμία διάταξη της ίδιας φύσεως δεν εφαρμόζεται στις υπηρεσίες πλοηγήσεως. Ως εκ τούτου, παρά τον γενικό χαρακτήρα της, η προβληθείσα από την προσφεύγουσα αιτιολογική σκέψη δεν παραπέμπει σε καμία συγκεκριμένη διάταξη, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην εκτίμηση ότι το ILS κατηγορίας III, εξοπλισμός των υπηρεσιών πλοηγήσεως, συνιστά άσκηση δημόσιας εξουσίας και όχι οικονομική δραστηριότητα ασκούμενη υπό τους όρους της αγοράς.
114
Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, οι αιτιολογικές σκέψεις πράξεως της Ένωσης δεν είναι νομικώς δεσμευτικές και δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση για παρέκκλιση από τις διατάξεις της οικείας πράξεως (βλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, Tyson Parketthandel, C‑134/08, EU:C:2009:229, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) ούτε, κατά μείζονα λόγο, από τους κανόνες που καθορίζονται με τη Συνθήκη ΛΕΕ, όπως τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ για τις ενισχύσεις που χορηγούν τα κράτη, περιορίζοντας ιδίως το πεδίο εφαρμογής τους σε σχέση με την ερμηνεία του γράμματος και του σκοπού τους από το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης.
115
Τέλος, η προσφεύγουσα παραπέμπει στο σημείο 35 των κατευθυντήριων γραμμών, από το οποίο προκύπτει ότι, «[σ]ε έναν αερολιμένα, δραστηριότητες όπως ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας, η αστυνόμευση, οι τελωνειακές υπηρεσίες, η πυρόσβεση, οι δραστηριότητες που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της πολιτικής αεροπορίας από πράξεις έκνομων επεμβάσεων, καθώς και οι επενδύσεις που αφορούν τις υποδομές και τον εξοπλισμό που απαιτούνται για την εκτέλεση των εν λόγω δραστηριοτήτων, θεωρούνται εν γένει μη οικονομικού χαρακτήρα».
116
Εντούτοις, εκτός από το ότι το σημείο 35 των κατευθυντήριων γραμμών δεν αφορά εξοπλισμό ή εγκαταστάσεις προσεγγίσεως στο έδαφος, η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε την παρατήρηση της Επιτροπής ότι εξοπλισμός που ενισχύει την ασφάλεια δεν χαρακτηρίζεται κατ’ ανάγκη εξοπλισμός μη οικονομικού χαρακτήρα.
117
Επομένως, χαρακτηρίζοντας το ILS κατηγορίας III σύστημα οικονομικού χαρακτήρα, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως, όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα.
118
Τέλος, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους το σύστημα ILS κατηγορίας III έχει οικονομικό χαρακτήρα πρέπει επίσης να απορριφθεί.
119
Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται ότι, πέραν του ότι από την αιτιολογική σκέψη 367 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι, κατά την Επιτροπή, «η διασφάλιση της ασφάλειας της κυκλοφορίας στο έδαφος (που περιλαμβάνει και τις προσγειώσεις και απογειώσεις) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εμπορικής εκμετάλλευσης του αερολιμένα και έχει, ως εκ τούτου, οικονομικό χαρακτήρα», από την ίδια την παράθεση του τρίτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η προσφεύγουσα επιβεβαιώνεται, επαρκώς, ότι η προσφεύγουσα αντιλαμβάνεται πλήρως τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι το ILS κατηγορίας III έπρεπε να θεωρηθεί εξοπλισμός οικονομικού χαρακτήρα. Επομένως, η αιτιολογική σκέψη 367 της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρέσχε στην προσφεύγουσα τη δυνατότητα να γνωρίζει τη δικαιολόγηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και στο Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του (βλ., σχετικώς, απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2004, Thermenhotel Stoiser Franz κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑158/99, EU:T:2004:2, σκέψη 94).
120
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί τα πράγματα και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή εκτιμώντας ότι το ποσοστό του μη οικονομικής φύσεως κόστους των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν για τον νέο αεροσταθμό ανερχόταν σε 7 %, καθώς και από έλλειψη αιτιολογίας της συνεκτιμήσεως του ποσοστού αυτού
121
Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι, αφενός, υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα και σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, εκτιμώντας ότι το ποσοστό του μη οικονομικής φύσεως κόστους των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν για τον νέο αεροσταθμό ανερχόταν σε 7 %, και, αφετέρου, σε παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της συνεκτιμήσεως του ποσοστού αυτού.
122
Η προσφεύγουσα προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή, όσον αφορά τον νέο τερματικό σταθμό του αερολιμένα, ότι χρησιμοποίησε εσφαλμένο κριτήριο κατανομής για τη διάκριση μεταξύ μη οικονομικών και οικονομικών δραστηριοτήτων. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι, από το υπόμνημα που κοινοποίησε στην Επιτροπή στις 8 Απριλίου 2014, η κατανομή είναι 14,9 % για τους χώρους των οποίων η χρήση δεν έχει οικονομικό χαρακτήρα και 85,1 % για τους χώρους των οποίων η χρήση έχει οικονομικό χαρακτήρα.
123
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
124
Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, στην αιτιολογική σκέψη 366 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε στο εξής συμπέρασμα:
«Η Επιτροπή θεωρεί επίσης μη οικονομικού χαρακτήρα τις δαπάνες που συνδέονται με τις επενδύσεις και τη συντήρηση των κτιρίων και του εξοπλισμού που χρησιμοποιούνται τόσο για οικονομικές όσο και μη οικονομικές δραστηριότητες, κατά το μέρος που αντιστοιχεί στη χρήση τους για τη μη οικονομική δραστηριότητα. Ειδικότερα, το 7 % του κόστους των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν για τον νέο αεροσταθμό μπορεί να θεωρηθεί μη οικονομικού χαρακτήρα, εφόσον το 7 % της επιφάνειας του αεροσταθμού καλύπτεται από τις υπηρεσίες της αστυνομίας, των τελωνείων, των υπαλλήλων που ασχολούνται με τον έλεγχο επιβατών και αποσκευών, καθώς και των υπαλλήλων της δημόσιας υπηρεσίας της Βαλλονίας που έχει την ευθύνη της ασφάλειας του χώρου.»
125
Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, μολονότι η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως της οποίας η άσκηση συνεπάγεται εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως που πρέπει να γίνονται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τούτο δεν σημαίνει ότι το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης οφείλει να μην ελέγχει την εκ μέρους της Επιτροπής ερμηνεία δεδομένων οικονομικής φύσεως (απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Scott, C‑290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψη 64).
126
Πράγματι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης οφείλει, μεταξύ άλλων, να ελέγχει όχι μόνον την ακρίβεια, την αξιοπιστία και τη συνοχή των προβαλλομένων αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και το ζήτημα αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων στοιχείων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση σύνθετης καταστάσεως και αν δύνανται να τεκμηριώσουν τις εξ αυτών συναγόμενες κρίσεις (απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Scott, C‑290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψη 65· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2005, Επιτροπή κατά Tetra Laval, C‑12/03 P, EU:C:2005:87, σκέψη 39).
127
Εντούτοις, στο πλαίσιο του ανωτέρω ελέγχου, δεν απόκειται στο δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης να υποκαταστήσει την Επιτροπή στην οικονομική εκτίμησή της. Πράγματι, ο έλεγχος των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης επί των σύνθετων οικονομικών εκτιμήσεων της Επιτροπής είναι περιορισμένος, αφορά δε, κατ’ ανάγκη, μόνον τη διακρίβωση της τηρήσεως των περί διαδικασίας και αιτιολογήσεως κανόνων, καθώς και της ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών και της μη συνδρομής πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και καταχρήσεως εξουσίας (βλ. απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Scott, C‑290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Συναφώς, όταν είναι αναγκαία η εκ μέρους της Επιτροπής εφαρμογή της αρχής του ιδιώτη επενδυτή, για να ελέγξει αν ένα μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, η εφαρμογή της αρχής αυτής αποτελεί, εν γένει, σύνθετη οικονομική εκτίμηση της Επιτροπής (βλ., σχετικώς, απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Scott, C‑290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψη 68).
128
Ο τέταρτος, ο πέμπτος, ο έκτος και ο έβδομος λόγος ακυρώσεως πρέπει να εξεταστούν λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων αυτών που σχετίζονται με την έκταση του ελέγχου, τον οποίο κατά τη νομολογία, ασκούν τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης.
129
Πρέπει να διαπιστωθεί, εξαρχής, ότι η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε την παρατήρηση της Επιτροπής στο υπόμνημα αντικρούσεως ότι το Βασίλειο του Βελγίου την ενημέρωσε, τρεις φορές (με επιστολές της 24ης Φεβρουαρίου, της 21ης Μαρτίου και της 4ης Απριλίου 2014), ότι το κόστος των μη οικονομικής φύσεως επενδύσεων του νέου τερματικού σταθμού ανερχόταν σε 7 % του συνολικού κόστους της πραγματοποιηθείσας επενδύσεως.
130
Στο υπόμνημα της 8ης Απριλίου 2014 που κοινοποίησε στην Επιτροπή, στο οποίο επεξηγεί ότι 14,9 % της επιφάνειας του νέου τερματικού σταθμού έχει μη οικονομικό χαρακτήρα, η προσφεύγουσα πρόσθεσε στους χώρους που καταλαμβάνουν αποκλειστικά η ομοσπονδιακή αστυνομία και άλλες υπηρεσίες που ασκούν αποστολή δημόσιας εξουσίας ή ασφάλειας, τους οποίους χαρακτήρισε χώρους με «αποστολή δημόσιας υπηρεσίας» και οι οποίοι αντιπροσώπευαν 7 % της επιφάνειας του τερματικού σταθμού, 7 % της επιφάνειας που καταλαμβάνουν τεχνικές εγκαταστάσεις, όπως αυτές που αφορούν τη θέρμανση, 7 % των συνήθων επιφανειών κυκλοφορίας, όπως αυτές που αντιστοιχούν σε κλίμακες και διαδρόμους, τις οποίες χαρακτήρισε ως «κοινούς [χώρους] του αερολιμένα», και 100 % των επιφανειών στις οποίες ασκούνται οι προμνησθείσες αποστολές δημόσιας εξουσίας ή ασφάλειας σε σχέση με το κοινό ή με τα εμπορεύματα, όπως αυτές που αφορούν τον έλεγχο των διαβατηρίων, τις οποίες χαρακτήρισε «δημόσιους κοινούς» χώρους.
131
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, καίτοι, όπως επισήμανε η προσφεύγουσα απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι επιβάτες χρησιμοποιούν τους διαδρόμους για τον σκοπό ιδίως της ασκήσεως των τελωνειακών ελέγχων, αντιθέτως, η δημόσια εξουσία ουδόλως ασκείται στους εν λόγω διαδρόμους, αλλά μόνο στους χώρους που προορίζονται ειδικώς για τους ελέγχους αυτούς. Επιπλέον, οι χώροι διελεύσεως όπως και οι καφετέριες δεν μπορούν, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, να θεωρηθούν χώροι στους οποίους ασκούνται προνόμια δημόσιας εξουσίας.
132
Επομένως, από την εξέταση των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, δεν προκύπτει ο λόγος για τον οποίο η μεθοδολογία που εφάρμοσε η προσφεύγουσα για τον καθορισμό της κλείδας κατανομής είναι πλέον προσήκουσα από εκείνη που παρέσχε τρεις φορές (με επιστολές της 24ης Φεβρουαρίου, της 21ης Μαρτίου και της 4ης Απριλίου 2014) το Βασίλειο του Βελγίου και η οποία έγινε δεκτή από την Επιτροπή.
133
Επ’ αυτού, πρέπει να σημειωθεί ότι, εν αντιθέσει προς τα όσα υποστήριξε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ποσοστό 7 % που αποδίδεται στους χώρους των οποίων η χρήση δεν έχει οικονομικό χαρακτήρα δεν αποτελεί αόριστη ή αυθαίρετη εκτίμηση της Βελγικής Κυβερνήσεως δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την απάντηση της Βελγικής Κυβερνήσεως στις ερωτήσεις της Επιτροπής της 11ης Μαρτίου 2014, «ως βάση για τον υπολογισμό αυτό χρησιμοποιήθηκαν τα σχέδια […]».
134
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υποστήριξε επίσης ότι ο αερολιμένας του Σαρλερουά είναι αερολιμένας ευρισκόμενος σε διαρκή ανάπτυξη, εν αντιθέσει προς τους μεγάλους αερολιμένες όπως ο Charles-de-Gaulle στο Παρίσι (Γαλλία) ή εκείνος του Heathrow στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), στους οποίους ο αριθμός των επιβατών είναι σταθερός εδώ και 20 έτη, με αποτέλεσμα το ποσοστό των χώρων χρήσεως μη οικονομικού χαρακτήρα να εξελίσσεται στον αερολιμένα του Σαρλερουά.
135
Εντούτοις, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η διευκρίνιση αυτή είναι ακριβής, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να καταδείξει κάποια ανάπτυξη του αερολιμένα του Σαρλερουά κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των τριών επιστολών της Βελγικής Κυβερνήσεως, της 24ης Φεβρουαρίου, της 21ης Μαρτίου και της 4ης Απριλίου 2014, και του υπομνήματος της προσφεύγουσας της 8ης Απριλίου 2014, ήτοι τέσσερις ημέρες μετά την τελευταία επιστολή της Βελγικής Κυβερνήσεως.
136
Υπό τις περιστάσεις αυτές, διαπιστώνεται ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα ή σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως εκτιμώντας, βάσει των δεδομένων που της παρέσχε το ίδιο το Βασίλειο του Βελγίου, ότι ποσοστό 7 % της συνολικής επιφάνειας του αερολιμένα προοριζόταν για δραστηριότητες μη οικονομικού χαρακτήρα και μη μνημονεύοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση το υπόμνημα της 8ης Απριλίου 2014.
137
Τέλος, όσον αφορά την προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί του σημείου αυτού, πρέπει να επισημανθεί ότι στην αιτιολογική σκέψη 366 της προσβαλλόμενης αποφάσεως υποδεικνύεται σαφώς το κριτήριο κατανομής που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, το οποίο, όπως διαπιστώθηκε ανωτέρω, διατύπωσε τρεις φορές η Βελγική Κυβέρνηση. Εξάλλου, μολονότι η Επιτροπή δεν μνημόνευσε στην αιτιολογική σκέψη 366 της προσβαλλόμενης αποφάσεως το υπόμνημα της προσφεύγουσας της 8ης Απριλίου 2014, διαπιστώνεται, αφενός, ότι από την αιτιολογική σκέψη 22 της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι η απόφαση αφορά ρητώς το υπόμνημα των βελγικών αρχών της 5ης Μαΐου 2014, στο οποίο διευκρινίζεται ότι «το ποσοστό των επιφανειών που διατίθεται για τις δημόσιες υπηρεσίες μη οικονομικού χαρακτήρα σε σχέση με τους χώρους που διατίθενται για οικονομικές δραστηριότητες ανέρχεται σε 14,9 %», και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή εξέθεσε σαφώς τους λόγους για τους οποίους τα στοιχεία τα οποία παρέσχε τρεις φορές το Βασίλειο του Βελγίου (με επιστολές της 24ης Φεβρουαρίου, της 21ης Μαρτίου και της 4ης Απριλίου 2014) έπρεπε να επικυρωθούν, γεγονός που παρέσχε αναμφίβολα στη μεν προσφεύγουσα τη δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους τα στοιχεία που αυτή παρέσχε δεν μπορούσαν να επικυρωθούν, στο δε Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον εκ μέρους του έλεγχο. Πράγματι, επισημαίνοντας ότι «το 7 % του κόστους των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν για τον νέο αεροσταθμό μπορεί να θεωρηθεί μη οικονομικού χαρακτήρα, εφόσον το 7 % της επιφάνειας του αεροσταθμού καλύπτεται από τις υπηρεσίες της αστυνομίας, των τελωνείων, των υπαλλήλων που ασχολούνται με τον έλεγχο επιβατών και αποσκευών, καθώς και των υπαλλήλων της δημοσίας υπηρεσίας της Βαλλονίας που έχει την ευθύνη της ασφάλειας του χώρου», η Επιτροπή διευκρίνισε, κατ’ ουσίαν, ότι μόνο το κόστος που συνδέεται εγγενώς και κατ’ ανάγκη με τέτοιες υπηρεσίες έχει μη οικονομικό χαρακτήρα, κάτι το οποίο η προσφεύγουσα κατανόησε άλλωστε πλήρως, όπως προκύπτει από τα επιχειρήματα που προέβαλε προς στήριξη του συγκεκριμένου λόγου.
138
Ως εκ τούτου, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, πλάνη περί τα πράγματα, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον προσδιορισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας των μέτρων του 2002 και του 2003, οι οποίες συνεπάγονται παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ
139
Με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, τον τρόπο εκτιμήσεως από την Επιτροπή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς. Κατά την προσφεύγουσα, τόσο η μέθοδος όσο και ορισμένες παράμετροι υπολογισμού που χρησιμοποίησε η Επιτροπή είναι εσφαλμένες. Αυτός ο λόγος ακυρώσεως υποδιαιρείται σε επτά σκέλη.
140
Προτού εξεταστούν τα διάφορα σκέλη του πέμπτου λόγου ακυρώσεως, πρέπει να απαντηθεί, προκαταρκτικώς, η αιτίαση της προσφεύγουσας ότι η μελέτη του 2001, με τίτλο «Risk Premiums for Other Markets» (Ασφάλιστρα κινδύνου για άλλες αγορές), δεν είναι προσπελάσιμη στη διαδικτυακή διεύθυνση που μνημόνευσε η Επιτροπή.
141
Συναφώς, αρκεί να διαπιστωθεί ότι, πέραν του ότι η εν λόγω μελέτη μνημονευόταν στην υποσημείωση της αιτιολογικής σκέψεως 437 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η αντίστοιχη διαδικτυακή διεύθυνση που μνημόνευσε η Επιτροπή δεν είναι προσπελάσιμη δεν μπορεί, εν προκειμένω, να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό.
– Επί του πρώτου σκέλους, το οποίο αφορά τον υπολογισμό του κόστους των επενδύσεων που δεν είχαν πραγματοποιηθεί στις 15 Απριλίου 2002
142
Στην αιτιολογική σκέψη 431 της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρατίθεται ο πίνακας 13, με τίτλο «Κόστος των επενδύσεων που εκκρεμούσαν στις 15 Απριλίου 2002 (σε εκατομμύρια ευρώ)». Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
143
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η τελευταία στήλη του πίνακα που παρατίθεται στη σκέψη 142 ανωτέρω περιέχει σφάλματα.
144
Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ορισμένα αριθμητικά στοιχεία που περιέχονται στον εν λόγω πίνακα είναι εσφαλμένα. Βεβαιώνει, εντούτοις, ότι, εξαιρουμένων των σφαλμάτων που επισήμανε η προσφεύγουσα, τα ποσά που παρατίθενται για κάθε έτος καθώς και τα σύνολα του πίνακα 13 είναι ορθά. Η καθαρή παρούσα αξία του μέτρου του 2002 υπολογίστηκε βάσει του πίνακα 14, με τίτλο «Κόστος των επενδύσεων για δραστηριότητες οικονομικής φύσεως που ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή για τον υπολογισμό της καθαρής παρούσας αξίας του μέτρου του 2002», στον οποίο παρατίθενται τα ορθά αριθμητικά στοιχεία. Επομένως, κατά την Επιτροπή, οι ανακρίβειες που εντοπίστηκαν στον πίνακα 13 δεν άσκησαν καμία επιρροή στο σύνολο των επενδύσεων που αναγράφεται στον πίνακα 13 και, ως εκ τούτου, στον υπολογισμό της παρούσας αξίας.
145
Στο διορθωτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή διόρθωσε τα σχετικά αριθμητικά δεδομένα (1,78 > 1,55, 0,62 > 0,27 και 0,05 > 0,03).
146
Καίτοι τέτοια σφάλματα είναι αποδοκιμαστέα, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι αυτά δεν άσκησαν καμία επιρροή στον υπολογισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας του μέτρου του 2002, βάσει της μεθόδου και των τιμών που χρησιμοποίησε η Επιτροπή. Ερωτηθείσα επί του σημείου αυτού από το Γενικό Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να καταδείξει την επιρροή που άσκησαν τα εν λόγω σφάλματα στον υπολογισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας του μέτρου του 2002.
147
Επομένως, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως είναι αλυσιτελές και πρέπει, ως εκ τούτου, να απορριφθεί.
– Επί του δεύτερου σκέλους, το οποίο αφορά τη μέθοδο υπολογισμού της καθαρής τρέχουσας αξίας
148
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή υπέπεσε σε σφάλμα κατά τον υπολογισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας των ταμειακών ροών με προεξοφλητικό επιτόκιο 9 % και της καθαρής παρούσας αξίας του μέτρου του 2002.
149
Ενώ, για το μέτρο του 2002, στην αιτιολογική σκέψη 438 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή κατέληξε σε καθαρή τρέχουσα αξία των ταμειακών ροών, με προεξοφλητικό επιτόκιο 9 %, ‐ 76,48 εκατομμυρίων ευρώ και σε καθαρή τρέχουσα αξία του μέτρου του 2002 ‐ 75 εκατομμυρίων ευρώ, οι εξουσιοδοτημένοι από την προσφεύγουσα εμπειρογνώμονες κατέληξαν σε καθαρή τρέχουσα αξία των ταμειακών ροών με το ίδιο προεξοφλητικό επιτόκιο [εμπιστευτική πληροφορία] ( 1 ) εκατομμυρίων ευρώ και σε καθαρή τρέχουσα αξία του εν λόγω μέτρου [εμπιστευτική πληροφορία] εκατομμυρίων ευρώ.
150
Στο υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι το ποσό των ‐ 83,70 εκατομμυρίων ευρώ είναι ακριβές και ότι η καθαρή τρέχουσα αξία ανέρχεται σε [εμπιστευτική πληροφορία] εκατομμύρια ευρώ. Η διαφορά μεταξύ του ποσού των [εμπιστευτική πληροφορία] εκατομμυρίων ευρώ και του ποσού των [εμπιστευτική πληροφορία] εκατομμυρίων ευρώ είναι αποτέλεσμα δύο περιπτώσεων πλάνης περί τα πράγματα, τις οποίες η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε.
151
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 437 έως 439 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε τα εξής:
«(437)
Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 424, για να καθορίσει το προεξοφλητικό επιτόκιο, η Επιτροπή υπολόγισε το μέσο σταθμισμένο κόστος του κεφαλαίου για τη SOWAER κατά τον χρόνο χορήγησης του μέτρου. Η εκτίμηση αυτή έγινε βάσει των ακόλουθων δεδομένων και υποθέσεων:
–
έναν δείκτη χρέους προς ίδια κεφάλαια 30 % της SOWAER και, ως εκ τούτου, ένα μέρος του χρέους στη χρηματοδότηση (rD) 23 %·
–
ένα προ φόρων κόστος του χρέους (kD) ίσο με το μέσο σταθμισμένο προ φόρων κόστος του χρέους της SOWAER το 2002, ήτοι μεταξύ 4,9 % και 5,5 %·
–
ένα ασφάλιστρο κινδύνου (Δk) 5,51 %·
–
έναν συντελεστή βήτα μεταξύ 0,91 και 1,23·
–
όσον αφορά το κόστος των ιδίων κεφαλαίων, ένα κόστος κεφαλαίου προ φόρων που τοποθετείται χωρίς κίνδυνο (rf) μεταξύ 5,16 % και 5,37 %·
–
έναν φορολογικό συντελεστή (t) 40,2 %.
Βάσει των εν λόγω δεδομένων και παραδοχών, η Επιτροπή είναι σε θέση να υπολογίσει το μέσο σταθμισμένο κόστος του κεφαλαίου (C), σύμφωνα με τον ακόλουθο κλασικό τύπο:
C = (1 – rD) × kE + rD × kD
Όπου το κόστος του κεφαλαίου (kE) δίδεται από το μοντέλο αποτίμησης των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού (MEDAF) σύμφωνα με τον τύπο:
kE = rf + β × Δk
Με βάση αυτόν τον τύπο και τις προηγούμενες υποθέσεις, η Επιτροπή εκτιμά ότι ένα προεξοφλητικό επιτόκιο 9 % είναι ένα λογικό επιτόκιο.
[…]
(438)
Οι καθαρές ταμειακές ροές που αναφέρονται στο Πίνακα 19 προεξοφλημένες με το επιτόκιο του 9 % αντιπροσωπεύουν καθαρή [τρέχου]σα αξία ‐ 83,7 εκατ. ευρώ.
(439)
Για τον υπολογισμό της καθαρής [τρέχου]σας αξίας για τη συνολική διάρκεια της παραχώρησης, πρέπει να προσδοθεί μια τελική αξία του έργου το 2015. Αυτό γίνεται με βάση υπόθεση ότι, από το 2015, θα υπάρχει ταμειακή ροή ίση προς τον μέσο όρο της περιόδου 2013-2015 αυξανόμενη κατά 2 % ετησίως. Εφόσον ληφθεί ως παραδοχή ότι το ανώτατο όριο για το μεταβλητό μέρος του τέλους παραχώρησης διαγράφεται από το 2016, οι τιμές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι οι ταμειακές ροές χωρίς ανώτατο όριο για την περίοδο 2013-2015. Με βάση αυτές τις παραδοχές, η Επιτροπή υπολόγισε ότι η τελική αξία του έργου το 2015 μπορεί να εκτιμηθεί σε 8,07 εκατ. ευρώ.»
152
Με το διορθωτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή αντικατέστησε, όντως, στην αιτιολογική σκέψη 438 της προσβαλλόμενης αποφάσεως το «‐ 76,48» με «‐ 83,7», στην αιτιολογική σκέψη 439 της εν λόγω αποφάσεως το «1,48» με «8,07» και στην αιτιολογική σκέψη 440 της αποφάσεως αυτής το «75» με «75,63».
153
Παρά τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί την παρατήρηση της Επιτροπής ότι τα διορθωμένα αριθμητικά στοιχεία είναι λιγότερο ευνοϊκά για την προσφεύγουσα από εκείνα που περιέχονταν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε επίσης την παρατήρηση της Επιτροπής ότι οι καθαρές θετικές ταμειακές ροές που προβλέφθηκαν για τα έτη 2007 έως 2009 ήταν προδήλως ανεπαρκείς για την αντιστάθμιση των αρνητικών ροών των άλλων ετών, και ιδίως των επενδύσεων των ετών 2002 και 2003, με αποτέλεσμα η Επιτροπή να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ουδείς ιδιώτης επενδυτής θα είχε πραγματοποιήσει τις επίμαχες επενδύσεις.
154
Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, επιχειρώντας να εφαρμόσουν τον ίδιο τύπο, οι σύμβουλοί της κατέληξαν σε τιμές σημαντικά διαφορετικές από εκείνες της Επιτροπής και πρότειναν τύπους αντικαταστάσεως που χρησιμοποιούνται εν γένει στον χρηματοοικονομικό τομέα, και ότι αυτό αποδεικνύει ότι η ανάλυση της Επιτροπής ήταν επιλήψιμη.
155
Συναφώς, απλώς και μόνον ότι ο σύμβουλος της προσφεύγουσας κατέληξε σε διαφορετικά αποτελέσματα χρησιμοποιώντας τον ίδιο τύπο ή διαφορετικό τύπο δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του μέσου σταθμισμένου κόστους του κεφαλαίου για τη SOWAER κατά τη χορήγηση του μέτρου, τον οποίο επέλεξε η Επιτροπή, είναι προδήλως εσφαλμένος (βλ., σχετικώς, απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Scott, C‑290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψη 72).
156
Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή σχετικά με τον τύπο δεν είναι ακριβή είναι αλυσιτελές, δεδομένου ότι η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι υπολογισμοί του συμβούλου της προσφεύγουσας είναι ορθοί.
157
Η προσφεύγουσα προσάπτει επίσης στην Επιτροπή ότι δεν αιτιολόγησε, ή δεν αιτιολόγησε επαρκώς, την επιλογή του τύπου για τον υπολογισμό του μέσου σταθμισμένου κόστους κεφαλαίου για τη SOWAER κατά τη λήψη του μέτρου, των συντελεστών και των τιμών που χρησιμοποίησε, καθώς και ότι δεν στήριξε τα επίμαχα στοιχεία σε εκθέσεις συμβούλων ή ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων.
158
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι δεν προκύπτει ούτε από τον βασικό κανονισμό, ήτοι τον κανονισμό 659/1999, ούτε από τη νομολογία που παραθέτει η προσφεύγουσα ότι η Επιτροπή όφειλε να συμβουλευτεί ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες για να καθορίσει τη μέθοδο που έπρεπε να εφαρμόσει ή για να επαληθεύσει και να επικυρώσει τους υπολογισμούς της (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 25ης Ιουνίου 1998, British Airways κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑371/94 και T‑394/94, EU:T:1998:140, σκέψη 72· της 16ης Μαρτίου 2000, Astilleros Zamacona κατά Επιτροπής, T‑72/98, EU:T:2000:79, σκέψη 55, και της 16ης Μαρτίου 2016, Frucona Košice κατά Επιτροπής, T‑103/14, EU:T:2016:152, σκέψη 177).
159
Όσον αφορά την αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογήσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επισημαίνεται ότι ο τύπος για τον υπολογισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας του μέτρου του 2002 και τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν εκτίθενται στην αιτιολογική σκέψη 437 της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ότι, βάσει των πληροφοριών αυτών, ο σύμβουλος της προσφεύγουσας είχε τη δυνατότητα να διαπιστώσει τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή κατά την εφαρμογή του εν λόγω τύπου, τα οποία διορθώθηκαν εν συνεχεία κατά τις υποδείξεις της προσφεύγουσας. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να παραπονείται για έλλειψη αιτιολογήσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
160
Καίτοι τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 438 έως 440 της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι αποδοκιμαστέα και δυσχέραναν την προετοιμασία της άμυνας της προσφεύγουσας και τον έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο, διαπιστώνεται εντούτοις ότι τα διορθωμένα αριθμητικά στοιχεία δεν φαίνεται να είναι ικανά να κλονίσουν το συμπέρασμα της Επιτροπής, ήτοι ότι, εν προκειμένω, παραβιάστηκε η αρχή του ιδιώτη επενδυτή.
161
Εξάλλου, στο μέτρο που η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι εφάρμοσε επίσης τον ίδιο τύπο με την Επιτροπή αλλά με διαφορετικές τιμές παραμέτρων, το στοιχείο αυτό θα ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως των επόμενων σκελών του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, με τα οποία αμφισβητούνται οι τιμές των παραμέτρων αυτών που χρησιμοποίησε η Επιτροπή.
162
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
– Επί του τρίτου σκέλους, το οποίο αφορά τον συντελεστή βήτα
163
Η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα και σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, καθόσον ο ορισμός του συντελεστή βήτα είναι εσφαλμένος. Κατά την προσφεύγουσα, ο συντελεστής βήτα μετρά όχι την «αποδοτικότητα ενός περιουσιακού στοιχείου σε σχέση με την αγορά», αλλά τη «μεταβλητότητα ενός περιουσιακού στοιχείου σε σχέση με την αγορά». Προσθέτει ότι οι τιμές του συντελεστή βήτα δεν αντιστοιχούν στις τιμές που προσδιόρισε ο σύμβουλός της. Κατά την προσφεύγουσα, οι προσεγγιστικές τιμές και οι ανακρίβειες αυτές είχαν αντίκτυπο στον υπολογισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας των μέτρων του 2002 και του 2003, δεδομένου ότι ο συντελεστής βήτα ενσωματώνεται στον υπολογισμό του κόστους του κεφαλαίου.
164
Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ο ορισμός του συντελεστή βήτα από την Επιτροπή δεν είναι ακριβής, το σφάλμα αυτό δεν φαίνεται να είχε αντίκτυπο στους υπολογισμούς του κόστους του κεφαλαίου και, επομένως, να επηρέασε το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι ιδιώτης επενδυτής που ενεργεί στην οικονομία της αγοράς δεν θα είχε πραγματοποιήσει τις επίμαχες επενδύσεις. Επιπλέον, απλώς και μόνον το ότι ο σύμβουλος της προσφεύγουσας προσδιόρισε άλλες τιμές για τον συντελεστή βήτα δεν αρκεί για να διαπιστωθεί πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής κατά την επιλογή του εν λόγω συντελεστή.
165
Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι δεν ήταν σε θέση να επαληθεύσει την ακρίβεια των στοιχείων και τον ορισμό του συντελεστή βήτα που χρησιμοποίησε η Επιτροπή πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ότι η προσφεύγουσα είχε τη δυνατότητα να επαληθεύσει τα στοιχεία αυτά και να επικαλεστεί σφάλμα στο οποίο υπέπεσε η Επιτροπή βασιζόμενη στους πίνακες που κοινοποιήθηκαν στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.
166
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι επιβάλλεται η απόρριψη του τρίτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.
– Επί του τέταρτου σκέλους, το οποίο αφορά τον φορολογικό συντελεστή που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας του μέτρου του 2003
167
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή υπέπεσε, αφενός, σε πλάνη περί τα πράγματα εκλαμβάνοντας ως συντελεστή αναφοράς φορολογικό συντελεστή 40,2 % για να εκτιμήσει την καθαρή τρέχουσα αξία του μέτρου 2003, ενώ ο εν λόγω συντελεστής μειώθηκε σε 33,99 % από την 1η Ιανουαρίου 2003, και, αφετέρου, σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως θεμελιώνοντας τον υπολογισμό της στην εσφαλμένη αυτή τιμή.
168
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Επιτροπή αναγνώρισε ότι ο φορολογικός συντελεστής 40,2 % για το 2003 ήταν εσφαλμένος, με αποτέλεσμα το εύρος του συντελεστή βήτα για το έτος αυτό να κυμαίνεται από 0,91 έως 1,25 αντί από 0,91 έως 1,23.
169
Διαπιστώνεται ότι το σκέλος αυτό πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, δεν φαίνεται ότι το σφάλμα όσον αφορά τον φορολογικό συντελεστή για το 2003 στάθηκε ικανό να επηρεάσει το συμπέρασμα της Επιτροπής, ήτοι ότι ιδιώτης επενδυτής που ενεργεί στην οικονομία της αγοράς δεν θα είχε πραγματοποιήσει τις επίμαχες επενδύσεις.
– Επί του πέμπτου σκέλους, το οποίο αφορά την εκτίμηση του κόστους κεφαλαίου προ φόρων που τοποθετείται χωρίς κίνδυνο, η οποία χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας
170
Κατά την προσφεύγουσα, κατά τον καθορισμό της καθαρής παρούσας αξίας του 2002, η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως χρησιμοποιώντας ως επιτόκιο αναφοράς το επιτόκιο των βελγικών δεκαετών ομολόγων για να εκτιμήσει το κόστος κεφαλαίου προ φόρων που τοποθετείται χωρίς κίνδυνο. Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, η SOWAER θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιήσει ως επιτόκιο αναφοράς το επιτόκιο των γερμανικών δεκαετών ομολόγων κατά τη σύναψη του μέτρου του 2002. Επιπλέον, στο πλαίσιο του μέτρου του 2003, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη επιτόκιο που ίσχυε τον Απρίλιο του 2003, αλλά επιτόκιο που αντιστοιχούσε στον Απρίλιο του 2002.
171
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν υποδεικνύει σε ποιο μέτρο η παραπομπή στο επιτόκιο των γερμανικών δεκαετών ομολόγων θα μετέβαλε το συμπέρασμα της Επιτροπής, κατά το οποίο ιδιώτης επενδυτής εντός οικονομίας της αγοράς δεν θα είχε πραγματοποιήσει τις επίμαχες επενδύσεις, ήτοι κατά πόσον η μεταβολή του επιτοκίου αναφοράς θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα θετική καθαρή τρέχουσα αξία. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα δεν κατέδειξε ποιο θα ήταν το επίπεδο της καθαρής τρέχουσας αξίας στην περίπτωση αυτή σε σχέση με το ποσό των ‐ 83,7 εκατομμυρίων ευρώ που μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 438 της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή σε σχέση με το ποσό των ‐ 75,63 εκατομμυρίων ευρώ που προκύπτει από τον υπολογισμό για τη συνολική διάρκεια της παραχωρήσεως (έως το 2040) και μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 440 της εν λόγω αποφάσεως.
172
Τέλος, εν αντιθέσει προς όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, η Επιτροπή εκτίμησε το κόστος κεφαλαίου προ φόρων που τοποθετείται χωρίς κίνδυνο βάσει του επιτοκίου των βελγικών δεκαετών ομολόγων τον Απρίλιο του 2003.
173
Στο υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη τη δυνατότητα εκπτώσεως των αποσβέσεων των επενδύσεων και των τόκων, ενώ ο αντίκτυπος των φορολογικών αυτών πλεονεκτημάτων στα κέρδη των επιχειρήσεων και στην αποδοτικότητα των επενδύσεων είναι κρίσιμος.
174
Συναφώς, αρκεί να επισημανθεί ότι, με τη συλλογιστική αυτή, η προσφεύγουσα προβάλλει στην πραγματικότητα νέο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος δεν προβάλλεται ούτε ρητώς ούτε καν εμμέσως στο δικόγραφο της προσφυγής, με αποτέλεσμα να πρέπει να κριθεί απαράδεκτος.
175
Επαλλήλως, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε τα επιχειρήματα της Επιτροπής ότι η προτεινόμενη υποκατάστατη μέθοδος για τη συνεκτίμηση των φορολογικών πτυχών δεν ενδείκνυται σε πλαίσιο καθαρών διαρθρωτικών ζημιών και ότι η συγκεκριμένη μέθοδος δεν θα ήταν ευνοϊκότερη για την προσφεύγουσα από εκείνη που χρησιμοποίησε η Επιτροπή.
176
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι επιβάλλεται η απόρριψη του πέμπτου σκέλους του πέμπτου λόγου ακυρώσεως.
– Επί του έκτου σκέλους, το οποίο αφορά την εκτίμηση του δείκτη χρέους προς ίδια κεφάλαια και του μέρους του χρέους στη χρηματοδότηση που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας
177
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή υπέπεσε πλειστάκις σε πλάνη εκτιμώντας τον δείκτη χρέους προς ίδια κεφάλαια της SOWAER σε 30 %, βάσει εκ των υστέρων αναλύσεως η οποία στηρίχθηκε στον ισολογισμό του 2002. Διενεργώντας εκ των υστέρων ανάλυση, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή κατά την οποία η εκτίμηση της τηρήσεως του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς πρέπει να διενεργείται εκ των προτέρων. Εν συνεχεία, ο σύμβουλος της προσφεύγουσας κατέληξε σε διαφορετικά αριθμητικά στοιχεία. Τέλος, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η SOWAER δεν είναι ούτε αεροπορική εταιρία ούτε αερολιμένας και ότι η Επιτροπή έσφαλε συγκρίνοντας τον δείκτη χρέους προς ίδια κεφάλαια της SOWAER με εκείνον των αεροπορικών εταιριών.
178
Όσον αφορά την αιτίαση ότι προέβη σε εκ των υστέρων ανάλυση, η Επιτροπή εξήγησε, χωρίς η προσφεύγουσα να αντικρούσει τα επιχειρήματά της, ότι ο ισολογισμός του 2001, εάν υπήρχε, θα ήταν πολύ παλαιός για να αποτελέσει χρήσιμη ένδειξη του δείκτη-στόχου, όπως καθορίστηκε στις 15 Απριλίου 2002, ήτοι σε εκ των προτέρων προοπτική, και ότι, δεδομένου ότι η SOWAER συστάθηκε στις 28 Ιουνίου 2001, η πρώτη εταιρική χρήση της επεκτάθηκε σε περίοδο 18 μηνών, η οποία αντιστοιχούσε στον ισολογισμό του 2002. Επομένως, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προσάψει στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως διενεργώντας την ανάλυση βάσει του ισολογισμού του 2002.
179
Απλώς και μόνον το ότι ο σύμβουλος της προσφεύγουσας κατέληξε σε διαφορετικό δείκτη χρέους προς ίδια κεφάλαια δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Εξάλλου, στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Επιτροπή προσδιόρισε, χωρίς η προσφεύγουσα να διατυπώσει αντιρρήσεις, τις διαφορές μεταξύ των δικών της αριθμητικών στοιχείων και εκείνων του συμβούλου της προσφεύγουσας, οι οποίες εξηγούνται από το γεγονός ότι η Επιτροπή εξαίρεσε από τον υπολογισμό της τις μη χρηματοοικονομικές οφειλές, ενέργεια δικαιολογημένη για επένδυση του συγκεκριμένου είδους.
180
Τέλος, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η SOWAER δεν ανήκει στον τομέα της αεροπορίας είναι αλυσιτελές, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε τον μέσο δείκτη χρέους προς ίδια κεφάλαια των αεροπορικών εταιριών για να υπολογίσει την καθαρή τρέχουσα αξία των επίμαχων επενδύσεων, αλλά τον πραγματικό δείκτη χρέους προς ίδια κεφάλαια της SOWAER. Η μνεία, στην υποσημείωση 163 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, του μέσου δείκτη χρέους προς ίδια κεφάλαια των αεροπορικών εταιριών αποτελεί απλώς στοιχείο συγκρίσεως το οποίο δεν επηρεάζει τον επίμαχο υπολογισμό.
181
Στο υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα επικρίνει την Επιτροπή επειδή επέλεξε την περίοδο 2002-2010 για τον καθορισμό δείκτη χρέους προς ίδια κεφάλαια. Κατά την προσφεύγουσα, η περίοδος αυτή είναι υπερβολικά βραχεία.
182
Συναφώς, αρκεί να διαπιστωθεί ότι η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε πειστικά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η εν λόγω περίοδος ήταν η μόνη για την οποία υπήρχαν διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία.
183
Από το σύνολο των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι το έκτο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
– Επί του έβδομου σκέλους, το οποίο αφορά την εκτίμηση του ασφαλίστρου κινδύνου που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας
184
Κατά την προσφεύγουσα, η εκτίμηση του ασφαλίστρου κινδύνου σε 5,51 % είναι εσφαλμένη. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έλαβε υπόψη μία μόνο τιμή παρατηρηθείσα στην αμερικανική αγορά, ενώ υπάρχει αναλυτική και δημόσια διαθέσιμη μελέτη για τη βελγική αγορά. Ως εκ τούτου, οι υπολογισμοί που πραγματοποιήθηκαν λαμβάνοντας υπόψη το συγκεκριμένο αριθμητικό στοιχείο δεν είναι αξιόπιστοι.
185
Η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
186
Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υποστήριξε, χωρίς η προσφεύγουσα να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση, ότι, παρά τα εκ μέρους της αιτήματα, η προσφεύγουσα δεν υπέβαλε καμία άλλη εκτίμηση κατά τη διοικητική διαδικασία.
187
Εξάλλου, όσον αφορά την αιτίαση της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε την προσβαλλόμενη απόφαση επί του σημείου αυτού, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή υπέδειξε, στην αιτιολογική σκέψη 437 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι στήριξε το ασφάλιστρο κινδύνου ύψους 5,51 % στη μελέτη που μνημονεύεται στη σκέψη 140 ανωτέρω (βλ. υποσημείωση 164 της προσβαλλόμενης αποφάσεως).
188
Από το σύνολο των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι το έβδομο σκέλος του πέμπτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί όπως και ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως στο σύνολό του.
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, πλάνη περί τα πράγματα και πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον προσδιορισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας των μέτρων του 2002 και του 2003 και, επομένως, κατά τον υπολογισμό του συμπληρωματικού τέλους που κατέβαλε η προσφεύγουσα από τις 4 Απριλίου 2014
189
Με τον έκτο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα επικρίνει τις συνέπειες της πλάνης περί τα πράγματα, της πλάνης περί το δίκαιο και της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως στις οποίες πλειστάκις υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον προσδιορισμό της καθαρής τρέχουσας αξίας των μέτρων του 2002 και του 2003 για τον υπολογισμό του συμπληρωματικού τέλους που κατέβαλε η προσφεύγουσα στη SOWAER από τις 4 Απριλίου 2014. Δεδομένου ότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η διαφορά μεταξύ του τέλους που αντιστοιχεί στην τιμή της αγοράς και του τέλους που κατέβαλε η προσφεύγουσα συνιστά ενίσχυση που πρέπει να ανακτηθεί, τα διαπιστωθέντα σφάλματα έχουν σημαντική επίδραση στο ύψος της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί.
190
Συναφώς, αρκεί να διαπιστωθεί ότι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται μόνο στην παραδοχή ότι ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως είναι βάσιμος.
191
Δεδομένου ότι ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως απορρίφθηκε, το ίδιο ισχύει και για τον έκτο.
Επί του έβδομου λόγου, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και πλάνη περί το δίκαιο στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά τον καθορισμό του συμπληρωματικού τέλους που επιβλήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2016
192
Με τον έβδομο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν απάντησε στο αίτημά της για διευκρινίσεις, της 17ης Νοεμβρίου 2014, όσον αφορά τον υπολογισμό του ποσού του συμπληρωματικού τέλους που έπρεπε να καταβάλει προκειμένου να εφαρμόζονται οι τιμές της αγοράς από την 1η Ιανουαρίου 2016. Κατά την προσφεύγουσα, είναι πρωταρχικής σημασίας και θεμιτό να είναι γνωστό το ακριβές ύψος των ενισχύσεων που πρέπει να ανακτηθούν και τούτο σημαίνει ότι πρέπει να καθοριστεί επακριβώς το συμπληρωματικό τέλος παραχωρήσεως. Κατά μείζονα λόγο, ούτε το Βασίλειο του Βελγίου, αποδέκτης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μπορεί να είναι αρμόδιο να καθορίσει, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, το ύψος ενισχύσεως που κηρύχθηκε μη συμβατή.
193
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, εάν, με τον λόγο αυτό, η προσφεύγουσα επιδιώκει να επικρίνει την μη μνεία, στην προσβαλλόμενη απόφαση, του ακριβούς ποσού της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί, αρκεί να υπομνησθεί ότι καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν απαιτεί από την Επιτροπή, όταν διατάσσει την ανάκτηση ενισχύσεως κηρυχθείσας μη συμβατής με την εσωτερική αγορά, να καθορίζει το ακριβές ύψος της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί. Αρκεί η απόφαση της Επιτροπής να περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων ο αποδέκτης της μπορεί να καθορίσει ο ίδιος, χωρίς υπέρμετρες δυσχέρειες, το ύψος αυτό. Η Επιτροπή μπορεί συνεπώς βασίμως να περιοριστεί στη διαπίστωση της υποχρεώσεως ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων και να αφήσει στις εθνικές αρχές τη μέριμνα του υπολογισμού του ακριβούς ποσού των ενισχύσεων που πρέπει να ανακτηθεί (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 2000, Ισπανία κατά Επιτροπής, C‑480/98, EU:C:2000:559, σκέψεις 25 και 26, και της 28ης Ιουλίου 2011, Mediaset κατά Επιτροπής, C‑403/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:533, σκέψεις 126 και 127).
194
Εξάλλου, εφόσον η προσφεύγουσα διερωτάται για το ύψος του τέλους που πρέπει να καταβάλει, διαπιστώνεται ότι, στην αιτιολογική σκέψη 686 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η Επιτροπή καθόρισε τη μέθοδο που πρέπει να εφαρμοστεί για τον προσδιορισμό του ποσού της ενισχύσεως που πρέπει να ανακτηθεί.
195
Ως εκ τούτου, ο έβδομος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του όγδοου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πλάνη περί το δίκαιο, πλάνη περί τα πράγματα, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως στις οποίες υπέπεσε η Επιτροπή κατά την εξέταση της σχετικής αγοράς και των προβαλλόμενων ως οφειλόμενων στην ενίσχυση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού μεταξύ του αερολιμένα του Σαρλερουά και του αερολιμένα Bruxelles-National
196
Με τον όγδοο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα επικρίνει τη διαπίστωση, στην αιτιολογική σκέψη 605 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι οι ενισχύσεις προκάλεσαν σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, επηρεάζοντας αρνητικά την αύξηση του αριθμού επιβατών του αερολιμένα Bruxelles-National στο τμήμα της αγοράς των απευθείας πτήσεων μικρών και μεσαίων αποστάσεων. Καταλήγοντας στο συμπέρασμα αυτό, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
197
Αυτός ο λόγος ακυρώσεως υποδιαιρείται σε δύο σκέλη.
198
Με το πρώτο σκέλος, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν ανέλυσε ορθώς τη σχετική αγορά. Καταρχάς, όσον αφορά τη μερική δυνατότητα υποκαταστάσεως των προσφερόμενων υπηρεσιών των αερολιμένων Bruxelles-National και Σαρλερουά, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι στηρίχθηκε μόνο στις πληροφορίες που παρέσχε η Brussels Airport, αρχή διαχειρίσεως του αερολιμένα Bruxelles-National, και όχι σε αυτές που παρέσχε η Περιφέρεια Βαλλονίας, ιδίως στο πλαίσιο της απαντήσεώς της στην αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής της 14ης Ιανουαρίου 2014. Η προσφεύγουσα προσάπτει επίσης στην Επιτροπή ότι έλαβε υπόψη μόνο πληροφορίες μεταγενέστερες του έτους 2004, παραβλέποντας «την καταστροφική περίοδο που αντιστοιχεί στην πτώχευση της Société anonyme belge d’exploitation de la navigation aérienne (Sabena), στις 7 Νοεμβρίου 2001».
199
Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή εξέτασε τη δυνατότητα υποκαταστάσεως των προσφερόμενων υπηρεσιών μόνο σε συνάρτηση με τη γεωγραφική θέση των δύο αερολιμένων και δεν ανέλυσε τους τόπους προορισμού των πτήσεων. Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει τη νομολογία κατά την οποία, στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών, η δυνατότητα υποκαταστάσεως των προσφερόμενων υπηρεσιών πρέπει να ελέγχεται μέσω αναλύσεως των απευθείας πτήσεων. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν εξέτασε τα χαρακτηριστικά των δυνητικών πελατών κάθε αερολιμένα προκειμένου να διαπιστώσει εάν οι προσφερόμενες υπηρεσίες ήταν υποκαταστάσιμες. Κατά την προσφεύγουσα, εξ αυτού συνάγεται ότι η Επιτροπή δεν μπόρεσε να καταλήξει νομίμως στο συμπέρασμα ότι οι προσφερόμενες υπηρεσίες των δύο αερολιμένων είναι υποκαταστάσιμες και, επομένως, κοινές.
200
Με το δεύτερο σκέλος, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι υπέπεσε σε πλάνη αποφαινόμενη ότι η ενίσχυση προκάλεσε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ του αερολιμένα Bruxelles-National και εκείνου του Σαρλερουά, ιδίως επηρεάζοντας, υποτίθεται αρνητικά, την αύξηση του αριθμού επιβατών του αερολιμένα Bruxelles-National. Εξάλλου, καίτοι αναγνώρισε την ύπαρξη ανταγωνισμού μεταξύ τουλάχιστον πέντε αερολιμένων, η Επιτροπή περιορίστηκε να λάβει υπόψη τον ανταγωνισμό με τον αερολιμένα Bruxelles-National. Εντούτοις, η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει την κατάσταση σε καθέναν από τους πέντε αερολιμένες προκειμένου να επαληθεύσει εάν οι προβαλλόμενες συνέπειες στον αερολιμένα Bruxelles-National ήταν μεμονωμένο φαινόμενο ή εάν τέτοιες συνέπειες υπέστησαν και οι άλλοι αερολιμένες της ζώνης επιρροής, με αποτέλεσμα η εξέλιξη της καμπύλης του αριθμού των επιβατών του αερολιμένα Bruxelles-National να μην οφείλεται στον ανταγωνισμό που επέβαλε ένας από τους άλλους αερολιμένες στην ίδια περιοχή. Συγκεκριμένα, η εξέλιξη της καμπύλης αυξήσεως του αριθμού επιβατών του αερολιμένα Bruxelles-National οφείλεται, κυρίως, στην «πτώχευση της Sabena» και στο ακατάλληλο «business plan» (επιχειρηματικό σχέδιο) του αερολιμένα Bruxelles-National.
201
Στο υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των επίμαχων μέτρων και, πρώτον, της αυξήσεως της επιβατικής κινήσεως στον αερολιμένα του Σαρλερουά, δεύτερον, της μειώσεως της επιβατικής κινήσεως στον αερολιμένα Bruxelles-National και, τρίτον, της αυξήσεως της επιβατικής κινήσεως στον αερολιμένα του Σαρλερουά μέσω της μειώσεως της επιβατικής κινήσεως στον αερολιμένα Bruxelles-National. Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, η αύξηση της επιβατικής κινήσεως που καταγράφηκε στον αερολιμένα του Σαρλερουά δεν είναι αποτέλεσμα των επίμαχων μέτρων, ή τουλάχιστον δεν είναι αποτέλεσμα μόνον αυτών, αλλά της επιλογής που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα όσον αφορά κατάλληλο και φιλόδοξο επιχειρηματικό σχέδιο, ενώ η στασιμότητα των πτήσεων μικρών αποστάσεων στον αερολιμένα Bruxelles-National οφείλεται στην επιλογή συντηρητικού επιχειρηματικού σχεδίου καθώς και στην πτώχευση της Sabena το 2001.
202
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
203
Τα δύο σκέλη του λόγου ακυρώσεως που προβάλλει η προσφεύγουσα πρέπει να εξετασθούν από κοινού.
204
Όσον αφορά την προέλευση των πληροφοριών βάσει των οποίων η Επιτροπή έκρινε ότι οι προσφερόμενες υπηρεσίες είναι μερικώς υποκαταστάσιμες, διαπιστώνεται ότι, από την αιτιολογική σκέψη 624 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα στοιχεία που παραθέτει η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις 625 και 626 αυτής παρασχέθηκαν από το Βασίλειο του Βελγίου. Αναμφίβολα, η Επιτροπή επισήμανε ότι τα αριθμητικά στοιχεία που περιέχονται στην απάντηση της 7ης Φεβρουαρίου 2014 αντιστοιχούν σε αυτά που διαβίβασε η Brussels Airport. Εντούτοις, δεν προκύπτει ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που παρέσχε η Brussels Airport, η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως.
205
Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή περιορίστηκε να λάβει υπόψη μόνο τις πληροφορίες που αφορούσαν την κατάσταση της αγοράς μετά το 2004, παραβλέποντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις συνέπειες της πτωχεύσεως της Sabena το 2001, αρκεί να διαπιστωθεί ότι η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε την επιχειρηματολογία της Επιτροπής ότι, ακριβώς για να αποφύγει να εκθέσει εξελίξεις της επιβατικής κινήσεως επηρεασμένες από την πτώχευση της Sabena, είχε εκθέσει εξελίξεις από το 2004 και έπειτα.
206
Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η πτώχευση της Sabena συνέβαλε στη μείωση της επιβατικής κινήσεως του αερολιμένα Bruxelles-National, αρκεί να σημειωθεί ότι αυτό είναι αλυσιτελές.
207
Συγκεκριμένα, απλώς και μόνον το γεγονός ότι επωφελήθηκε πλεονεκτήματος από το οποίο αποκλείονταν οι ανταγωνιστές της προσφεύγουσας αρκεί για να συναχθεί ότι η ανταγωνιστική θέση της προσφεύγουσας ενισχύθηκε και ότι, επομένως, υπήρξε στρέβλωση του ανταγωνισμού. Για τους ίδιους λόγους, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η διαφορά της αυξήσεως της επιβατικής κινήσεως μεταξύ του αερολιμένα Bruxelles-National και του αερολιμένα του Σαρλερουά εξηγείται από την επιλογή επιχειρηματικού σχεδίου που πραγματοποίησε ο δεύτερος δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
208
Όσον αφορά, αφενός, τη δυνατότητα υποκαταστάσεως των προσφερόμενων υπηρεσιών του αερολιμένα Bruxelles-National και του αερολιμένα του Σαρλερουά και, αφετέρου, τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού λόγω των ενισχύσεων που έλαβε η προσφεύγουσα, πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι, κατά πάγια νομολογία, προκειμένου να χαρακτηρίσει κρατικό μέτρο, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι υφίστανται πράγματι επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και ότι υφίσταται πράγματι στρέβλωση του ανταγωνισμού, αλλά απλώς ότι η ενίσχυση μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο αυτό και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2014, Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português κατά Επιτροπής, T‑487/11, EU:T:2014:1077, σκέψη 62 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
209
Επομένως, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν υποχρεούνταν να αποδείξει ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αυξήσεως και της μειώσεως της επιβατικής κινήσεως των δύο εμπλεκόμενων αερολιμένων και των επίμαχων ενισχύσεων. Η περίσταση ότι η ανταγωνιστική θέση των αερολιμένων αυτών μπορούσε επίσης να επηρεαστεί από παράγοντες διαφορετικούς από τις επίμαχες ενισχύσεις δεν αποκλείει το συμπέρασμα ότι αυτές μπορούσαν να επηρεάσουν τις συναλλαγές και να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
210
Από πάγια νομολογία προκύπτει επίσης ότι, στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να προβεί σε οικονομική ανάλυση της πραγματικής καταστάσεως των σχετικών αγορών, του μεριδίου αγοράς των επιχειρήσεων δικαιούχων των ενισχύσεων, της θέσεως των ανταγωνιστικών επιχειρήσεων και των συναλλακτικών ροών μεταξύ κρατών μελών. Επιπλέον, στην περίπτωση παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων, όπως αναγνώρισε άλλωστε η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δεν υποχρεούται δεν αποδείξει την πραγματική συνέπεια που είχαν οι εν λόγω ενισχύσεις στον ανταγωνισμό και στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Πράγματι, αν το τελευταίο ίσχυε, μια τέτοια υποχρέωση θα κατέληγε να ευνοεί τα κράτη μέλη τα οποία καταβάλλουν παράνομες ενισχύσεις εις βάρος των κρατών μελών που κοινοποιούν τις ενισχύσεις κατά το στάδιο του σχεδιασμού τους [βλ. απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2015, Hammar Nordic Plugg κατά Επιτροπής, T‑253/12, EU:T:2015:811, σκέψη 130 (μη δημοσιευθείσα) και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
211
Επομένως, εν προκειμένω, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προβάλει ότι η Επιτροπή προκειμένου να διαπιστώσει στρέβλωση του ανταγωνισμού λόγω των επίμαχων ενισχύσεων όφειλε να καθορίσει τη σχετική αγορά υπηρεσιών και τη σχετική γεωγραφική αγορά, καθώς και να διαπιστώσει την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των ενισχύσεων που έλαβε η προσφεύγουσα και των πραγματικών συνεπειών αυτών στην επιβατική κίνηση στους εμπλεκόμενους αερολιμένες. Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διαπίστωση της υπάρξεως επιλεκτικού οικονομικού πλεονεκτήματος υπέρ της προσφεύγουσας, το οποίο δεν αμφισβητείται εν προκειμένω, αρκεί για τον σκοπό της διαπιστώσεως κινδύνου νοθεύσεως του ανταγωνισμού, κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (βλ., σχετικώς, απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2013, British Telecommunications και BT Pension Scheme Trustees κατά Επιτροπής, T‑226/09 και T‑230/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:466, σκέψη 168). Επιπλέον, η δυνατότητα ενισχύσεως να ενδυναμώσει την ανταγωνιστική θέση της δικαιούχου επιχειρήσεως εκτιμάται με γνώμονα το πλεονέκτημα που παρασχέθηκε στην εν λόγω επιχείρηση, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν τα αποτελέσματα εκμεταλλεύσεως των ανταγωνιστών της (βλ., σχετικώς, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1999, BAI κατά Επιτροπής, T‑14/96, EU:T:1999:12, σκέψη 78).
212
Τέλος, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε αναλύσει τις συνέπειες των επίμαχων ενισχύσεων σε όλους τους αερολιμένες της ζώνης επιρροής της προσφεύγουσας, δεν φαίνεται ότι μια τέτοια ανάλυση θα μπορούσε να είχε αποτέλεσμα ευνοϊκότερο από αυτό στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση.
213
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο όγδοος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του ένατου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
214
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραλείποντας να ελέγξει το σύνολο των κριτηρίων εκτιμήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Καταρχάς, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, με τις διαπιστώσεις της στην απόφαση 2004/393, την αδράνεια που επέδειξε επί περισσότερα από δέκα έτη και την προηγούμενη πρακτική της, η Επιτροπή δημιούργησε στην προσφεύγουσα δικαιολογημένη προσδοκία όσον αφορά τη νομιμότητα των επίμαχων ενισχύσεων ή, τουλάχιστον, όσον αφορά την αδυναμία να διαταχθεί η ανάκτησή τους. Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι δεν μπορούσε να προβλέψει εύλογα την αλλαγή πρακτικής της Επιτροπής, δεδομένου ότι το αντικείμενο της διαδικασίας επανεξετάσεως των μέτρων υπέρ της Ryanair διέφερε από εκείνο της υπό κρίση υποθέσεως, το δε Γενικό Δικαστήριο ουδόλως είχε μνημονεύσει τον δυνητικά παράνομο χαρακτήρα των μέτρων που λήφθηκαν υπέρ αυτής, προσθέτοντας ότι η Επιτροπή είχε κινήσει τη διαδικασία ελέγχου σε σχέση με την προσφεύγουσα σχεδόν τριάμισι έτη νωρίτερα. Τέλος, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, η μη ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων δεν αντιβαίνει στο γενικό συμφέρον της Ένωσης, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το γενικό αυτό συμφέρον είναι αρκούντως επιτακτικό ώστε να κατισχύει του συμφέροντος της ίδιας της προσφεύγουσας.
215
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
216
Κατά πάγια νομολογία, αφενός, δεν δικαιολογείται, καταρχήν, η εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων που έλαβαν ενίσχυση ως προς τη νομιμότητα της ενισχύσεως παρά μόνον αν η ενίσχυση χορηγήθηκε τηρηθείσας της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 108 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, ένας επιμελής οικονομικός φορέας πρέπει κανονικά να είναι σε θέση να βεβαιωθεί ότι τηρήθηκε η διαδικασία αυτή. Ειδικότερα, όταν η ενίσχυση καταβλήθηκε χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στην Επιτροπή, οπότε είναι παράνομη δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ο δικαιούχος της ενισχύσεως δεν μπορούσε, κατά τον χρόνο αυτό, να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στη νομιμότητα της χορηγήσεως της ενισχύσεως αυτής (βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 2015, OTP Bank, C‑672/13, EU:C:2015:185, σκέψη 77 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
217
Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα του δικαιούχου της παράνομης ενισχύσεως να επικαλεστεί εξαιρετικές περιστάσεις λόγω των οποίων είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη νομιμότητα της ενισχύσεως αυτής, αλλά, στην περίπτωση αυτή, για να αναγνωριστεί ότι αυτός είχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη απαιτείται να είχε τηρηθεί για τη χορήγηση της ενισχύσεως η διαδικασία του άρθρου 108 ΣΛΕΕ (απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1998, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής, T‑67/94, EU:T:1998:7, σκέψη 182).
218
Εντούτοις, εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι επίμαχες ενισχύσεις δεν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, και ότι οι ενισχύσεις των οποίων ζητείται η επιστροφή χορηγήθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 2000, Aéroports de Paris κατά Επιτροπής (T‑128/98, EU:T:2000:290), στην οποία κρίθηκε ότι η διαχείριση αερολιμένα συνιστά καταρχήν οικονομική δραστηριότητα.
219
Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί ότι, διατάσσοντας την ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
220
Επομένως, ο ένατος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως και η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί του υπομνήματος προσαρμογής
221
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, στις 5 Απριλίου 2016, η Επιτροπή κοινοποίησε στο Βασίλειο του Βελγίου διορθωτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως διευκρινίζοντας ότι τα σφάλματα που εντοπίστηκαν σε αυτήν ουδόλως επηρέασαν τα συμπεράσματα που διατυπώνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
222
Στις 23 Ιουνίου 2016 η προσφεύγουσα κατέθεσε υπόμνημα προσαρμογής λόγω των διορθώσεων που επέφερε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση με το διορθωτικό της 5ης Απριλίου 2016.
223
Η Επιτροπή προβάλλει ένσταση απαραδέκτου του υπομνήματος προσαρμογής.
224
Διαπιστώνεται ότι το υπόμνημα προσαρμογής δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο και περιορίζεται στην επανάληψη των επιχειρημάτων που περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής και στο υπόμνημα απαντήσεως, με πιο άμεσο τρόπο, προσάπτοντας στην Επιτροπή πολλαπλά σοβαρά και ουσιαστικά σφάλματα, ενώ, στην πραγματικότητα, το διορθωτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αφορά μόνο υφολογικές και γραμματικές αλλαγές, καθώς και αλλαγές σε ορισμένους υπολογισμούς.
225
Εξάλλου, ακόμη και αν τα αριθμητικά στοιχεία που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση ενδέχεται να δυσχέραναν την κατανόηση αυτής, ιδίως εκ μέρους της προσφεύγουσας, τα εν λόγω σφάλματα δεν δύνανται, εντούτοις, να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
226
Ως εκ τούτου, στο μέτρο που η εξέταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν επιτρέπει να τεθεί εν αμφιβόλω η νομιμότητα αυτής, αλλά έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της προσφυγής, παρέλκει κατ’ ανάγκη η εξέταση του παραδεκτού του υπομνήματος προσαρμογής.
Επί των δικαστικών εξόδων
227
Κατά το άρθρο 135, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατ’ εξαίρεση, όταν τούτο επιβάλλεται για λόγους επιείκειας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, μέρος μόνον των εξόδων του αντιδίκου ή ότι, ενδεχομένως, δεν πρέπει να καταδικαστεί καν στα έξοδα αυτά. Εξάλλου, κατά το άρθρο 135, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμα και τον νικήσαντα διάδικο σε μέρος ή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων, αν τούτο δικαιολογείται από τη στάση του, ακόμα και πριν από την κίνηση της δίκης, ειδικότερα αν ανάγκασε τον αντίδικό του να υποβληθεί σε έξοδα τα οποία το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ως προκληθέντα χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.
228
Υπό τις παρούσες συνθήκες, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, από τα προεκτεθέντα, προκύπτει ότι η Επιτροπή υπέπεσε πλειστάκις σε χαρακτηριστικά σφάλματα τα οποία ενδέχεται να δημιούργησαν στην προσφεύγουσα την πεποίθηση ότι μπορούσε βάσιμα να αμφισβητήσει το κύρος της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα οποία κατέστησαν δυσχερέστερο τον έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως από το Γενικό Δικαστήριο.
229
Υπό τις συνθήκες αυτές, η παρούσα διαδικασία μπορεί να θεωρηθεί ότι υποκινήθηκε από τη συμπεριφορά της Επιτροπής, στο μέτρο που αυτή ενδέχεται, με τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε, να δημιούργησε στην προσφεύγουσα εύλογα ερωτήματα σχετικά με τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
230
Οι περιστάσεις αυτές συνιστούν λόγο ο οποίος δικαιολογεί την κατανομή μεταξύ της Επιτροπής και της προσφεύγουσας των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν προς τον σκοπό της παρούσας δίκης.
231
Κατά δίκαιη εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι, πέραν των δικών της εξόδων, η Επιτροπή πρέπει να επιβαρυνθεί με το ήμισυ των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η προσφεύγουσα.
232
Εξάλλου, βάσει του άρθρου 138, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι παρεμβαίνοντες φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της και το ήμισυ των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Brussels South Charleroi Airport (BSCA).
3)
Η Société wallonne des aéroports SA (SOWAER), η Brussels Airport Company SA και η Brussels Airlines SA/NV φέρουν εκάστη τα δικαστικά έξοδά της.
Labucka
Kancheva
Madise
Barents
Passer
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιανουαρίου 2018.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο δικαστής
R. Barents
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
( 1 ) Εμπιστευτικά στοιχεία που δεν αποκαλύπτονται.
Full & Egal Universal Law Academy