28.4.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 129/25
Προσφυγή της 27ης Ιανουαρίου 2014 — Stührk Delikatessen Import κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-58/14)
2014/C 129/32
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Stührk Delikatessen Import GmbH & Co. KG (Marne, Γερμανία) (εκπρόσωπος: J. Sparr, δικηγόρος)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση C(2013) 8286 τελικό της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 2013 (υπόθεση AT.39633 — Γαρίδες), η οποία επιδόθηκε στην προσφεύγουσα στις 29 Νοεμβρίου 2013, καθόσον η απόφαση αυτή αφορά την προσφεύγουσα,
—
επικουρικά, να ακυρώσει εν όλω το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα,
—
τελείως επικουρικά, να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα και να καθορίσει πρόστιμο που να μην υπερβαίνει τα 188 300 ευρώ,
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακύρωσης και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, τα εξής.
—
Κακώς η Επιτροπή θεώρησε ότι η προσφεύγουσα μετέσχε σε μια συνολική σύμπραξη στις Κάτω Χώρες, στο Βέλγιο, στη Γαλλία και στη Γερμανία, αφού η προσφεύγουσα απλώς τήρησε για έναν πελάτη στη Βόρεια Γερμανία το πλαίσιο τιμών που είχαν προκαθορίσει δύο επιχειρήσεις που δεσπόζουν στην αγορά, δηλαδή μετέσχε μόνο σε μια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμφωνία που είχε στενά περιορισμένη τοπική ισχύ και στενά περιορισμένο αντικείμενο.
—
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η ίδια ούτε στήριξε ούτε γνώριζε τις συμφωνίες για τις τιμές και τις ποσότητες για τις αγορές των Κάτω Χωρών, του Βελγίου και της Γαλλίας, την ύπαρξη των οποίων διαπίστωσε η Επιτροπή, ή τις συμφωνίες για την κατανομή των πελατών στις αγορές αυτές, τις οποίες συνήψαν οι άλλες επιχειρήσεις που μετείχαν στη σύμπραξη.
—
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ορισμένα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που είχαν διαπιστωθεί προσηκόντως εν μέρει δεν ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή και εν μέρει αξιολογήθηκαν εσφαλμένα, παρά τον χρόνο της επέλευσής τους και το περιεχόμενό τους. Συναφώς η προσφεύγουσα βάλλει κατά του γεγονότος ότι κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου δεν ελήφθησαν υπόψη πολλές ελαφρυντικές περιστάσεις.
—
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για τα πρόστιμα, τις οποίες κατάρτισε η Επιτροπή το 2006, και η εφαρμογή τους είναι παράνομες, αντιβαίνουν στην αρχή της νομιμότητας και εξέρχονται του πλαισίου που έχει προκαθορίσει ο νομοθέτης για την επιβολή προστίμων.
—
Επικουρικά η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έχει παρεκκλίνει εν προκειμένω σημαντικά από τη μέθοδο που προβλέπουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τα πρόστιμα. Επομένως, η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε προς τους κανόνες που επέβαλε η ίδια στον εαυτό της εκδίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές για τα πρόστιμα, άρα υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας. Επιπλέον, η Επιτροπή υπολόγισε αυθαίρετα, στην προκείμενη διαδικασία, τα πρόστιμα για τις μετέχουσες στη σύμπραξη επιχειρήσεις και πρόβλεψε για τις επιχειρήσεις που ήταν οι κυριότεροι φορείς και οι εμπνευστές της διαπιστωθείσας συνολικής σύμπραξης μεγαλύτερες μειώσεις προστίμου από ό,τι για την προσφεύγουσα, παρά τις διαπιστώσεις της ίδιας της Επιτροπής σχετικά με τη βαρύτητα καθεμιάς από τις παραβάσεις.
Full & Egal Universal Law Academy