14.7.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 223/21
Προσφυγή της 25ης Απριλίου 2014 — Vattenfall Europe Mining κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-260/14)
2014/C 223/26
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Vattenfall Europe Mining AG (Cottbus, Γερμανία), Vattenfall Europe Sales GmbH (Αμβούργο, Γερμανία) και Vattenfall GmbH (Βερολίνο, Γερμανία) (εκπρόσωποι: R. Karpenstein και C. Johann, δικηγόροι)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα των προσφευγουσών
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο,
—
να ακυρώσει δυνάμει του άρθρου 264 ΣΛΕΕ την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 18ης Δεκεμβρίου 2013, στην υπόθεση κρατικών ενισχύσεων SA.33995 (2013/C) (πρώην 2013/ΝΝ) — Γερμανία, Στήριξη για την ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές και μειωμένη επιβάρυνση κατά τον νόμο EEG για τους μεγαλύτερους καταναλωτές ενέργειας, C (2013) 4424 τελικό·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής, οι προσφεύγουσες προβάλλουν τρεις λόγους ακυρώσεως.
1.
Πρώτος λόγος: Απουσία κρατικών πόρων κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ
Με τον πρώτο λόγο, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι κακώς η Επιτροπή έκρινε ότι στο πλαίσιο των χρηματοοικονομικών ροών που ρυθμίζονται με τον Gesetz für den Vorrang erneuerbarer Energien (γερμανικός νόμος για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στο εξής: EEG) γίνεται χρήση «κρατικών πόρων» κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
—
Η εκ του νόμου δημιουργία πλεονεκτήματος χωρίς τη χρήση κρατικών πόρων δεν αρκεί για την πλήρωση των κριτηρίων της έννοιας «κρατική ενίσχυση». Στην περίπτωση της προβλεπόμενης με τον EEG επιβαρύνσεως, δεν συντρέχει η αναγκαία προϋπόθεση της χρήσεως κρατικών πόρων, διότι μόνον οι ιδιώτες καταβάλλουν την επιβάρυνση αυτή και το κράτος, δεδομένου ότι δεν ασκεί διαρκή έλεγχο επί των εισπραττόμενων πόρων και, επομένως, δεν διαθέτει δυνατότητα παρεμβάσεως συνδεόμενη με τέτοια εξουσία ελέγχου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει την ευθύνη των πόρων αυτών.
—
Επίσης, η προβλεπόμενη με τον EEG επιβάρυνση δεν υπόκειται σε κρατικό έλεγχο, διότι το ύψος της επιβαρύνσεως αυτής δεν καθορίζεται από τις κρατικές αρχές, αλλά σε συνάρτηση με την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στα χρηματιστήρια ηλεκτρικής ενέργειας και με την ποσότητα της ηλεκτρικής ενέργειας που προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές. Επιπλέον, δεν υφίσταται δυνατότητα κρατικής παρεμβάσεως στη σχέση μεταξύ του προμηθευτή ενέργειας και του τελικού καταναλωτή κατά το πέμπτο στάδιο του μηχανισμού αντισταθμίσεως που προβλέπει ο EEG. Στο στάδιο αυτό, η περαιτέρω κατανομή του κόστους γίνεται στο πλαίσιο σχέσεως που διέπεται αμιγώς από το ιδιωτικό δίκαιο.
—
Επομένως, λόγω του δεσμευτικού ρυθμιστικού πλαισίου για τον χαρακτηρισμό της προβλεπόμενης με τον EEG επιβαρύνσεως και για τον περιορισμό της επιβαρύνσεως στην περίπτωση των μεγάλων καταναλωτών ενέργειας, το προβλεπόμενο ειδικό καθεστώς αντισταθμίσεως κατά τον EEG επίσης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπόκειται στον απαιτούμενο κρατικό έλεγχο. Το γεγονός ότι η απόφαση σχετικά με τον έλεγχο εκδίδεται από τη Bundesamt für Wirtschaft und Ausfuhrkontrolle (γερμανική ομοσπονδιακή υπηρεσία οικονομικών και ελέγχου εξαγωγών) δεν συνεπάγεται την ύπαρξη κρατικού ελέγχου, διότι η υπηρεσία αυτή έχει απλώς εκτελεστικές και διαπιστωτικές αρμοδιότητες.
—
Επιπλέον, ο περιορισμός της επιβαρύνσεως για τους μεγάλους καταναλωτές ενέργειας δεν σημαίνει ότι το κράτος παραιτείται από πόρους τους οποίους θα μπορούσε κανονικά να εισπράττει. Λόγω της ιδιαίτερης δομής του μηχανισμού αντισταθμίσεως κατά τον EEG, ο περιορισμός της επιβαρύνσεως δεν συνεπάγεται μείωση του συνολικού προϊόντος που προκύπτει από την προβλεπόμενη με τον EEG επιβάρυνση. Αντιθέτως, οι ο περιορισμοί της επιβαρύνσεως που προβλέπονται για τους μεγάλους καταναλωτές ενέργειας αντισταθμίζονται από υψηλότερες επιβαρύνσεις τις οποίες οφείλουν οι μη προνομιούχοι τελικοί καταναλωτές για κάθε κιλοβατώρα ηλεκτρικής ενέργειας που τους παραδίδεται.
2.
Δεύτερος λόγος: Απουσία επιλεκτικού πλεονεκτήματος κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ
Με τον δεύτερο λόγο, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι, σε αντίθεση με την άποψη της Επιτροπής, το προβλεπόμενο ειδικό καθεστώς αντισταθμίσεως κατά τον EEG δεν προβλέπει κανένα επιλεκτικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Η διαφοροποίηση μεταξύ μεγάλων και μικρότερων καταναλωτών ενέργειας είναι σύμφυτη με τη λογική του συστήματος επιβαρύνσεως κατά τον EEG και, επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί εκ των προτέρων ως επιλεκτική. Με τον ο περιορισμό της επιβαρύνσεως για τους μεγάλους καταναλωτές ενέργειας αντισταθμίζονται αποκλειστικώς τα ιδιαίτερα μειονεκτήματα που θα προκαλούσε στις επιχειρήσεις αυτές ο καθορισμός της οφειλόμενης κατά τον EEG επιβαρύνσεως βάσει του όγκου της καταναλώσεως.
3.
Τρίτος λόγος: Έλλειψη (επαπειλούμενης) στρεβλώσεως του ανταγωνισμού ή επηρεασμού των εμπορικών συναλλαγών
Με τον τρίτο λόγο, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το ειδικό καθεστώς αντισταθμίσεως δεν νοθεύει ή δεν απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και ότι δεν επηρεάζει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.
Full & Egal Universal Law Academy