8.9.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 303/38
Προσφυγή της 12ης Ιουνίου 2014 — Furukawa Electric κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-444/14)
2014/C 303/46
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Furukawa Electric Co. Ltd (Τόκυο, Ιαπωνία) (εκπρόσωποι: C. Pouncey, A. Luke και L. Geary, Solicitors)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει το άρθρο 1, παράγραφος 9, στοιχείο a, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο μέτρο που με το εν λόγω άρθρο διαπιστώνεται ότι η Furukawa μετέσχε σε παράβαση του άρθρου 101 ΣΛΕΕ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ κατά τη διάρκεια της περιόδου από 18 Φεβρουαρίου 1999 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2001. Επικουρικώς, ζητεί να ακυρωθεί το άρθρο 1, παράγραφος 9, στοιχείο a, της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο μέτρο που με το εν λόγω άρθρο διαπιστώνεται ότι οποιαδήποτε παράβαση στην οποία ενδεχομένως μετέσχε η Furukawa άρχισε στις 18 Φεβρουαρίου 1999 και/ή ότι η άμεση συμμετοχή της Furukawa σε παράβαση εξακολούθησε μετά τις 11 Ιουνίου 2001,
—
να ακυρώσει το άρθρο 2, στοιχείο n, της προσβαλλόμενης αποφάσεως και/ή να μειώσει σημαντικά το επιβληθέν πρόστιμο,
—
σε περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο αποφανθεί επί προσφυγής της VISCAS Corporation, μειώνοντας το πρόστιμο που επιβλήθηκε με το άρθρο 2, στοιχείο p, της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω παραβάσεων που διέπραξε η VISCAS Corporation και για τις οποίες καταλογίστηκε από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη στη Furukawa, να κρίνει ότι η Furukawa πρέπει να τύχει ανάλογης μειώσεως του ποσού του προστίμου για την καταβολή του οποίου είναι υπεύθυνη από κοινού και εις ολόκληρον, και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Με την υπό κρίση προσφυγή η προσφεύγουσα ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής C(2014) 2139 τελικό, της 2ας Απριλίου 2014 (υπόθεση COMP/AT.39610 — Ηλεκτρικά καλώδια).
Προς στήριξη της προσφυγής η προσφεύγουσα προβάλλει επτά λόγους.
1.
Με τον πρώτο λόγο υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 101 ΣΛΕΕ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον ΕΟΧ και/ή τον κανονισμό 1/2003 (1) καθόσον προέβη σε εσφαλμένο χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς η οποία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου από 18 Φεβρουαρίου 1999 μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 2001. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα επισημαίνει τα ακόλουθα:
—
η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι, κατά τη διάρκεια της ανωτέρω περιόδου, η προσφεύγουσα μετείχε σε παράβαση κατά τα περιγραφόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, και
—
επικουρικώς, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η παράβαση στην οποία μετέσχε η προσφεύγουσα άρχισε στις 18 Φεβρουαρίου 1999.
2.
Με τον δεύτερο λόγο, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το βάρος αποδείξεως που φέρει, καθόσον διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα εξακολούθησε να μετέχει σε παράβαση μετά τις 11 Ιουνίου 2011 ή ότι «εξακολούθησε» να μετέχει μέσω της VISCAS Corporation μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
3.
Με τον τρίτο λόγο, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο εκτιμήσεως του βαθμού συμμετοχής της προσφεύγουσας στην παράβαση, δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το βάρος αποδείξεως που φέρει.
4.
Με τον τέταρτο λόγο υποστηρίζεται ότι το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην προσφεύγουσα για την περίοδο πριν την 1η Οκτωβρίου 2001 πρέπει να διαγραφεί λόγω παραγραφής.
5.
Με τον πέμπτο λόγο, ο οποίος προβάλλεται επικουρικώς, υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό του προστίμου το οποίο επέβαλε στην προσφεύγουσα στο μέτρο που
—
η αξία των πωλήσεων που χρησιμοποίησε ώστε να καθορίσει το πρόστιμο το οποίο επρόκειτο να επιβάλει στην προσφεύγουσα ήταν ανακριβής,
—
εφάρμοσε εσφαλμένο συντελεστή λόγω διάρκειας, και
—
δεν αναγνώρισε τη συνδρομή ελαφρυντικής περιστάσεως προς όφελος της προσφεύγουσας.
6.
Με τον έκτο λόγο η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο, σε περίπτωση που το τελευταίο χορηγήσει μείωση του προστίμου που επιβλήθηκε στην VISCAS Corporation, αποφαινόμενο επί προσφυγής που ενδεχομένως ασκήσει η επιχείρηση αυτή με αίτημα την ακύρωση του προστίμου το οποίο της επέβαλε η προσβαλλόμενη απόφαση ή την προσαρμογή του ποσού του, να χορηγήσει την ίδια μείωση και στην προσφεύγουσα.
7.
Με τον έβδομο λόγο υποστηρίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, το πρόστιμο είναι προδήλως δυσανάλογο, υπερβολικό και ακατάλληλο και ότι, ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο πρέπει να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία που του απονέμουν τα άρθρα 261 ΣΛΕΕ και 31 του κανονισμού 1/2003 να προσαρμόζει το ύψος του προστίμου, μειώνοντας σημαντικά το εν λόγω πρόστιμο.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 ΣΛΕΕ] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy