3.11.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 388/18
Προσφυγή της 28ης Ιουλίου 2014 — Ackermann Saatzucht κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Κοινοβουλίου
(Υπόθεση T-559/14)
2014/C 388/22
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Ackermann Saatzucht GmbH & Co. KG (Irlbach, Γερμανία)· Böhm-Nordkartoffel Agrarproduktion GmbH & Co. OHG (Hohenmocker, Γερμανία)· Deutsche Saatveredelung AG (Lippstadt, Γερμανία)· Ernst Benary, Samenzucht GmbH, (Hann. Münden, Γερμανία)· Freiherr Von Moreau Saatzucht GmbH (Osterhofen, Γερμανία)· Hybro Saatzucht GmbH & Co. KG (Kleptow, Γερμανία)· Klemm + Sohn GmbH & Co. KG (Στουτγκάρδη, Γερμανία)· KWS Saat AG (Einbeck, Γερμανία)· Norddeutsche Pflanzenzucht Hans-Georg Lembke KG (Hohenlieth, Γερμανία)· Nordsaat Saatzuchts GmbH (Halberstadt, Γερμανία)· Peter Franck-Oberaspach (Schwäbisch Hall, Γερμανία)· P.H. Petersen Saatzucht Lundsgaard GmbH (Grundhof, Γερμανία)· Saatzucht Streng — Engelen GmbH & Co. KG (Uffenheim, Γερμανία)· Saka Pflanzenzucht GmbH & Co. KG (Αμβούργο, Γερμανία)· Strube Research GmbH & Co. KG (Söllingen, Γερμανία)· Gartenbau und Spezialkulturen Westhoff GbR (Südlohn-Oeding, Γερμανία)· and W. von Borries-Eckendorf GmbH & Co. KG (Leopoldshöhe, Γερμανία) (εκπρόσωποι: P. de Jong, P. Vlaemminck και B. Van Vooren, δικηγόροι).
Καθών: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Αιτήματα των προσφευγουσών
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή·
—
να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΕ) 511/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με τα μέτρα συμμόρφωσης των χρηστών βάσει του πρωτοκόλλου της Ναγκόγια για την πρόσβαση στους γενετικούς πόρους και τον δίκαιο και ισότιμο καταμερισμό των οφελών που απορρέουν από τη χρησιμοποίησή τους στην Ένωση (ΕΕ L 150, σ. 59· και
—
να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής οι προσφεύγουσες προβάλλουν πέντε λόγους ακυρώσεως.
1.
Με τον πρώτο λόγο της προσφυγής οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η ΕΕ είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Διεθνή Σύμβαση για την προστασία νέων φυτικών ποικιλιών, η οποία εφαρμόστηκε στην ΕΕ με τον κανονισμό για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (1). Το άρθρο 15, στοιχείο γ', του εν λόγω κανονισμού αναγνωρίζει τη λεγόμενη εξαίρεση για τους δημιουργούς νέων ποικιλιών, δηλαδή ότι στο πεδίο εφαρμογής των δικαιωμάτων επί φυτικών ποικιλιών δεν εμπιπτουν «ενέργειες για σκοπούς δημιουργίας, ανακάλυψης και ανάπτυξης άλλων ποικιλιών». Το επίμαχο μέτρο περιορίζει σημαντικά την εξαίρεση για τους δημιουργούς νέων ποικιλιών και κατά συνέπεια παραβιάζει μια δεσμευτική και διεθνή υποχρέωση της ΕΕ με άμεση ισχύ. Επιπλέον, η εξαίρεση για τους δημιουργούς νέων ποικιλιών αναγνωρίζεται στο άρθρο 27 της Συμφωνίας για το Ενιαίο Δικαστήριο Διπλωμάτων Ευρεσιτεχνίας (ΣΕΔΔΕ). Μολονότι η ΕΕ δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία αυτή, το επίμαχο μέτρο κατ’ ουσίαν απαιτεί από τα κράτη μέλη να παραβούν τις διεθνείς υποχρεώσεις που υπέχουν βάσει της ΣΕΔΔΕ.
2.
Με τον δεύτερο λόγο της προσφυγής οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως συμβαλλόμενο μέρος της Συμβάσεως για τη βιολογική ποικιλομορφία και βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 5, ΣΕΕ, οφείλει να στηρίζει τη διατήρηση της βιοποικιλότητας στον πλανήτη. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός θα επηρεάσει δυσμενώς τις προσπάθειες για τη διατήρηση της φυτικής βιοποικιλότητας, παραβιάζοντας, επομένως, την ανωτέρω διεθνή υποχρέωση.
3.
Με τον τρίτο λόγο της προσφυγής οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το προσβαλλόμενο μέτρο στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 192, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Κατά πάγια νομολογία η νομική βάση μιας πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν δικαστικά. Ο επίμαχος κανονισμός έπρεπε να στηριχθεί στο άρθρο 114 ΣΛΕΕ, στο μέτρο που με αυτόν επιδιώκεται να θεσπιστούν μέτρα συμμορφώσεως των χρηστών στην εσωτερική αγορά της ΕΕ. Η επιλογή της νομικής βάσεως έχει συνέπειες στο περιεχόμενο της πράξεως, δεδομένου ότι οι σκοποί για τους οποίους μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι νομικές βάσεις διαφέρουν εντελώς μεταξύ τους, επηρεάζοντας έτσι ουσιωδώς τη νομοθετική διαδικασία.
4.
Με τον τέταρτο λόγο της προσφυγής προβάλλεται ότι ο κανονισμός παραβιάζει προδήλως την αρχή της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 5, παράγραφος 4, διότι: πρώτον, στην αξιολόγηση των επιπτώσεων δεν υπήρχε σύνδεση μεταξύ των ποσοτικών στοιχείων και των συμπερασμάτων, τα οποία στηρίζονταν αποκλειστικά σε «ποιοτικά» επιχειρήματα· δεύτερον, είναι πρόδηλο ότι δεν έλαβε υπόψη τις σοβαρές και διακριτές επιπτώσεις στον τομέα της δημιουργίας νέων ποικιλιών, δεδομένου ότι οι γενετικοί πόροι βρίσκονται στον πυρήνα του τομέα αυτού και δεν αποτελούν απλώς ένα παρεπόμενο τμήμα των δραστηριοτήτων του· τρίτον, ο κανονισμός επιβάλει προδήλως δυσανάλογους περιορισμούς του άρθρου 16 του Χάρτη της ΕΕ· τέταρτον, επιβάλλει de facto μόνιμη υποχρέωση του τομέα δημιουργίας νέων ποικιλιών να καταγράφει και να διατηρεί πληροφορίες για τη δραστηριότητά του· τέλος, υπάρχει η δυνατότητα να ληφθούν λιγότερο επαχθή μέτρα, όπως καταδεικνύει η «διεθνής συνθήκη σχετικά με τους φυτογενετικούς πόρους για τη διατροφή και τη γεωργία».
5.
Με τον πέμπτο λόγο της προσφυγής οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός προκαλεί νομική αβεβαιότητα για τους δημιουργούς νέων ποικιλιών, διότι: πρώτον, το πεδίο εφαρμογής του εξαρτάται από το κατά πόσον τα κράτη θα επιλέξουν να ασκήσουν κυριαρχικά δικαιώματα επί των γενετικών πόρων· δεύτερον, στηρίζεται σε ανοικτούς ορισμούς που δεν επιτρέπουν να κριθεί αν κάποιος γενετικός πόρος θεωρείται ότι έχει «χρησιμοποιηθεί»· τρίτον, εξαιτίας της ανοικτής του ερμηνείας είναι πιθανή η de facto αναδρομική του εφαρμογή· τέλος, η ανάπτυξη των καλύτερων πρακτικών απλώς «δύναται» να μειώσει τον κίνδυνο μη συμμορφώσεως των χρηστών που υπάγονται στο προσβαλλόμενο μέτρο.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2100/94 του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1994 για τα κοινοτικά δικαιώματα επί φυτικών ποικιλιών (ΕΕ L 227, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy