10.11.2014
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 395/53
Προσφυγή της 28ης Ιουλίου 2014 — Λαρύμνης ΛΑΡΚΟ κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-576/14)
2014/C 395/66
Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ελληνική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Λαρύμνης Λάρκο Α.Ε. (Καλλιθέα Αττικής, Ελλάδα) (εκπρόσωπος: Β. Κουλούρης, δικηγόρος)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρωθεί και να εξαφανιστεί η απευθυνομένη στην Ελληνική Δημοκρατία απόφαση της Επιτροπής της 27 Μαρτίου 2014 [SG–Greffe (2014) D/4628/28/03/2014] σχετικά με την πώληση ορισμένων στοιχείων ενεργητικού της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία «Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Ανώνυμη Εταιρεία ΛΑΡΚΟ» [ΝΕΑ ΛΑΡΚΟ], υπόθεση αριθμ. SA.37954 (2013/N) (ΕΕ 23/05/2014, C 156)· και
—
να καταδικαστεί η καθής στη δικαστική δαπάνη της προσφεύγουσας.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής η προσφεύγουσα, πρώτον, ισχυρίζεται ότι έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον να ζητήσει την ακύρωση της προσβαλλομένης, αφού την αφορά άμεσα και την εξατομικεύει κατά τρόπον ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη, και, δεύτερον, προβάλλει τρεις λόγους ακύρωσης.
1.
Ο πρώτος λόγος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 2 ΣΛΕΕ, και του άρθρου 14 του Κανονισμού 659/1999 (1). Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή αποφάσισε με την προσβαλλομένη πράξη ότι η από την Ελληνική Δημοκρατία κοινοποιηθείσα πώληση ορισμένων εις την απόφαση αναφερομένων περιουσιακών στοιχείων της ΝΕΑΣ ΛΑΡΚΟ δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την οικονομική συνέχεια μεταξύ αυτής και του ιδιοκτήτη ή των ιδιοκτητών των περιουσιακών στοιχείων που θα πωληθούν. Πρώτον, θεωρεί εσφαλμένα ότι τα πωλούμενα περιουσιακά στοιχεία αντιπροσωπεύουν ένα μέρος μόνον του φάσματος των δραστηριοτήτων της ΝΕΑΣ ΛΑΡΚΟ, αφού το αληθές είναι ότι αυτά αντιπροσωπεύουν το κύριο φάσμα της δραστηριότητας και ότι αυτά που απομένουν στην κυριότητα της μεταβιβάζουσας είναι οικονομικά απαξιωμένα τα περισσότερα και δεν είναι δυνατόν από μόνα τους να αξιοποιηθούν. Έτσι, το εργοστάσιο στη Λάρυμνα (προς πώλησιν βάσει του σχεδίου ιδιωτικοποιήσεως) είναι το κυρίαρχο περιουσιακό στοιχείο αυτής, κυρίως διότι εκεί καταλήγει όλο το εξορυσσόμενο από τα εργοτάξια της ΝΕΑΣ ΛΑΡΚΟ σε όλη της Ελλάδα μετάλλευμα και εκεί μόνον επεξεργάζεται. Δεύτερον, είναι επίσης εσφαλμένη η προσβαλλομένη και κατά το σημείο που δέχεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία που θα δημοπρατηθούν δεν θα ανήκουν στη ΝΕΑ ΛΑΡΚΟ αλλά στο Ελληνικό Δημόσιο, αφού το αληθές είναι ότι το μεταλλουργικό εργοστάσιο της Λάρυμνας και οι εν γένει εγκαταστάσεις επεξεργασίας μεταλλευμάτων καθώς και οι βοηθητικές εγκαταστάσεις του μεταλλουργικού εργοστασίου δεν θα περιέλθουν ποτέ στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου αλλά θα παραμείνουν και μετά την πιθανή λήξη της Σύμβασης Μίσθωσης των μεταλλευτικών δικαιωμάτων στην κυριότητα της ΝΕΑΣ ΛΑΡΚΟ, διότι αυτά ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα σ’ αυτήν. Ως άμεση συνέπεια των ως άνω παραδοχών είναι ότι η επιχείρηση της ΝΕΑΣ ΛΑΡΚΟ θα συνεχιστεί από το νέο φορέα-αγοραστή, έτσι ώστε να μην είναι επιτρεπτό να απαλλάσσεται αυτός της υποχρεώσεως να καταβάλλει στην προσφεύγουσα τα ποσά που της οφείλει η μεταβιβάζουσα ΝΕΑ ΛΑΡΚΟ.
2.
Ο δεύτερος λόγος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 296, παράγραφος 2 ΣΛΕΕ. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού ουδόλως ερευνά εάν η υπό εξέταση μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων με βάση το σχέδιο ιδιωτικοποίησης που ετέθη υπ’όψιν της Επιτροπής νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Ουδόλως εξέτασε την αγορά του προϊόντος, άλλως, ουδόλως εξατομίκευσε την αγορά αυτή και τον κλάδο παραγωγής. Αρκέστηκε μόνο σε δηλώσεις του Ελληνικού Δημοσίου, τις οποίες ουδόλως διερεύνησε ως όφειλε. Δεν ζήτησε στοιχειωδώς ούτε τις απόψεις της ΝΕΑΣ ΛΑΡΚΟ, παρ’ ότι είναι ευθέως θιγόμενη από την απόφασή της, παραβιάζοντας έτσι θεμελιώδη δικαιώματα της ΝΕΑΣ ΛΑΡΚΟ, όπως κυρίως της ίσης μεταχείρισης απέναντι στο Ελληνικό Δημόσιο, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προς τα όργανα της Ένωσης, της ακροάσεως αυτής, πριν εκδώσει απόφαση που την αφορά.
3.
Ο τρίτος λόγος αντλείται από τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλομένη εμπεριέχει αντιφατικές παραδοχές που καθιστούν την απόφαση αυτή αναιτιολόγητη και ακυρωτέα. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, ενώ η Επιτροπή στην προσβαλλομένη δέχεται ότι υπάρχει ενιαία θεώρηση όλων των πωλουμένων στοιχείων, αφού συνδέει την καταγγελία της μισθώσεως των μεταλλευτικών δικαιωμάτων ως μέρος του σχεδίου ιδιωτικοποίησης με τους παράλληλους πλειστηριασμούς και εφαρμογή του σχεδίου sort οut, εν συνεχεία αποδίδει σημαίνουσα αξία στη λογιστική αξία, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι. επειδή η σχέση των πωλουμένων προς τα απομένοντα περιουσιακά στοιχεία, έστω και εσφαλμένα, είναι λογιστικά 1 προς 3, γι’ αυτό δεν υπάρχει συνέχιση της οικονομικής δραστηριότητας. Επίσης, δεν αιτιολογεί καθόλου την απόφασή της να θεωρήσει ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ΝΕΑΣ ΛΑΡΚΟ δεν μεταφέρονται στον αποκτώντα φορέα, παραβλέποντας ουσιωδώς το «κοινοτικό κεκτημένο» επί του ζητήματος αυτού.
(1) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ
Full & Egal Universal Law Academy