16.2.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 56/24
Προσφυγή της 4ης Δεκεμβρίου 2014 — Philip Morris κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-796/14)
(2015/C 056/35)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Philip Morris Ltd (Richmond, Ηνωμένο Βασίλειο) (εκπρόσωποι: K. Nordlander και M. Abenhaïm, δικηγόροι)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή ακυρώσεως παραδεκτή,
—
να ακυρώσει την από 24 Σεπτεμβρίου 2014 απόφαση Ares (2014) 3142109 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο μέτρο που αρνείται στην προσφεύγουσα πλήρη πρόσβαση στα έγγραφα που έχει ζητήσει, με την επιφύλαξη των προσωπικών δεδομένων που περιλαμβάνονται σε αυτά και έχουν απαλειφθεί,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως Ares(2014)3142109, της 24ης Σεπτεμβρίου 2014, με την οποία η Επιτροπή δεν της έδωσε πλήρη πρόσβαση σε έξι εσωτερικά έγγραφα που είχαν συνταχθεί στο πλαίσιο προπαρασκευαστικών εργασιών οι οποίες κατέληξαν στην έκδοση της οδηγίας 2014/40/ΕΕ σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων (1) (στο εξής: η προσβαλλόμενη απόφαση).
Προς στήριξη της προσφυγής η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως.
1.
Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως, καθώς δεν εξήγησε — για κάθε έγγραφο — ποια συναφή εξαίρεση του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (στο εξής: κανονισμός περί διαφάνειας) εφάρμοσε και βάσει ποιων περιστάσεων και ποιου σκεπτικού. Στηριζόμενη στα ίδια γενικά επιχειρήματα για την άρνησή της (προστασία των δικαστικών διαδικασιών, της παροχής νομικών συμβουλών και της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων), η Επιτροπή δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους η γνωστοποίηση των εγγράφων που είχαν ζητηθεί θα έθιγε «συγκεκριμένα και ουσιαστικά» κάθε ένα από τα ανωτέρω συμφέροντα. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί αν η αιτιολογία για κάθε αντίστοιχη άρνηση στηρίζεται στις «δικαστικές διαδικασίες» ή στην «παροχή νομικών συμβουλών».
2.
Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο του κανονισμού περί διαφάνειας, καθώς δεν εξέθεσε με ποιον τρόπο η γνωστοποίηση θα έθιγε «συγκεκριμένα και ουσιαστικά» σε κάθε μία περίπτωση την προστασία «της παροχής νομικών συμβουλών» ή «των δικαστικών διαδικασιών». Όσον αφορά την προστασία «της παροχής νομικών συμβουλών», η αόριστη αιτιολογία της Επιτροπής έχει απορριφθεί από τη νομολογία και η Επιτροπή δεν παρέσχε σαφή εξήγηση σχετικά με το ότι, στην επίμαχη περίπτωση, η πλήρης γνωστοποίηση των εγγράφων που ζητήθηκαν θα έθιγε συγκεκριμένα και ουσιαστικά την προστασία της παροχής νομικών συμβουλών. Ούτε στην περίπτωση των «δικαστικών διαδικασιών» εξηγεί ειδικότερα η Επιτροπή για ποιον λόγο η γνωστοποίηση θα έθιγε «συγκεκριμένα και ουσιαστικά» την προστασία των «δικαστικών διαδικασιών».
3.
Με τον τρίτο λόγο της προσφυγής προβάλλεται ότι η Επιτροπή παρέβη και τα δύο εδάφια του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού περί διαφάνειας, καθώς δεν εξέθεσε με ποιον τρόπο η γνωστοποίηση των εγγράφων θα έθιγε συγκεκριμένα και ουσιαστικά την προστασία της «διαδικασία[ς] λήψης αποφάσεων». Όσον αφορά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 3, του κανονισμού περί διαφάνειας, η Επιτροπή δεν προσδιόρισε κάποια «διαδικασία λήψεως αποφάσεων» που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ούτε έδειξε με ποιον τρόπο η γνωστοποίηση των εγγράφων θα έθιγε συγκεκριμένα και ουσιαστικά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Όσον αφορά το δεύτερο εδάφιο της ανωτέρω διατάξεως, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα έγγραφα που είχαν ζητηθεί ήταν «απόψεις» υπό την έννοια του εδαφίου αυτού και, κατά μείζονα λόγο, ότι ο κίνδυνος η γνωστοποίηση να θίξει συγκεκριμένα και ουσιαστικά τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων ήταν σοβαρός, υπό την έννοια του ίδιου εδαφίου.
(1) Οδηγία 2014/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Απριλίου 2014, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την κατασκευή, την παρουσίαση και την πώληση προϊόντων καπνού και συναφών προϊόντων και την κατάργηση της οδηγίας 2001/37/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 127, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy