23.3.2015
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 96/21
Προσφυγή της 24ης Δεκεμβρίου 2014 — Deutsche Telekom κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-827/14)
(2015/C 096/27)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Deutsche Telekom AG (Βόννη, Γερμανία) (εκπρόσωποι: K. Apel και D. Schroeder, δικηγόροι)
Καθής: Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Αιτήματα
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής C(2014) 7465 τελικό της 15ης Οκτωβρίου 2014 στην υπόθεση AT.39523 — Slovak Telekom, όπως διορθώθηκε με την απόφαση της Επιτροπής C(2014) 10119 τελικό της 16ης Δεκεμβρίου 2014,
—
επικουρικώς, να ακυρώσει ή να μειώσει τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν στην προσφεύγουσα,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι και κύρια επιχειρήματα
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως.
1.
Πρώτος λόγος: πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και πλάνη περί το δίκαιο καθώς και προσβολή του δικαιώματος προηγούμενης ακροάσεως της προσφεύγουσας κατά τη διαπίστωση καταχρηστικής πρακτικής
—
Η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η Επιτροπή δεν διαπίστωσε νομοτύπως την άρνηση προμήθειας, διότι δεν εξέτασε τον απολύτως αναγκαίο χαρακτήρα των υφιστάμενων σχετικών στοιχείων.
—
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν παρέσχε στην προσφεύγουσα δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και τις μεθόδους βάσει των οποίων διαπίστωσε τη σχέση μεταξύ τιμών και κόστους της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως.
—
Επιπλέον προβάλλεται ότι η Επιτροπή, κατά την εκτίμηση της σχέσεως μεταξύ τιμών και κόστους, εφάρμοσε εσφαλμένη μεθοδολογία καθώς και ότι προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό του μακροπρόθεσμου μέσου οριακού κόστους.
2.
Δεύτερος λόγος: πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και πλάνη περί το δίκαιο κατά τη διαπίστωση της διάρκειας της παραβάσεως
—
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει συναφώς ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να καταστήσει δυνατή την έναρξη της παραβάσεως μέσω της δημοσιεύσεως της προσφοράς αναφοράς και, εν πάση περιπτώσει, δεν έπρεπε να συνυπολογίσει το έτος 2005 στο χρονικό διάστημα της παραβάσεως.
3.
Τρίτος λόγος: πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και πλάνη περί το δίκαιο κατά τον καταλογισμό της παραβάσεως στην προσφεύγουσα, διότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η προσφεύγουσα ασκούσε πράγματι καθοριστική επιρροή στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση
—
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν έπρεπε να καταλογίσει στην προσφεύγουσα τις αντίθετες προς τον ανταγωνισμό ενέργειες της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως, διότι η προσφεύγουσα και η εν λόγω επιχείρηση δεν συνιστούσαν οικονομική ενότητα.
—
Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η προσφεύγουσα ασκούσε πράγματι καθοριστική επιρροή στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση. Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν είχε γνώση της φερόμενης ως καταχρηστικής πρακτικής της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως.
—
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, επιχειρώντας να αποδείξει την πραγματική άσκηση καθοριστικής επιρροής, παραβίασε, στο πλαίσιο της ερμηνείας των πραγματικών περιστατικών, το τεκμήριο της αθωότητας.
—
Τέλος, υποστηρίζεται μεταξύ άλλων ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε τον ουσιώδη χαρακτήρα της προβαλλόμενης ασκήσεως καθοριστικής επιρροής.
4.
Τέταρτος λόγος: πλάνη περί το δίκαιο μέσω της επιβολής χωριστού προστίμου ειδικώς στην προσφεύγουσα
—
Κατά την Επιτροπή, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση και η προσφεύγουσα αποτελούσαν τμήμα μίας και της αυτής επιχειρήσεως και μάλιστα, όχι μόνο καθ’ όλη τη διάρκεια της παραβάσεως έως και την ημερομηνία καθορισμού του προστίμου, αλλά από το χρονικό σημείο της παραβάσεως για την οποία έλαβε μέτρα η Επιτροπή το 2003 και στην οποία στηρίχθηκε για να διαπιστώσει την ύπαρξη υποτροπής. Επομένως, η Επιτροπή δεν έπρεπε να επιβάλει στην προσφεύγουσα ειδικό χωριστό πρόστιμο, διότι η αρχή της εξατομικεύσεως των εγκλημάτων και των ποινών αφορά μόνο την επιχείρηση αυτή καθαυτή και όχι τα νομικά πρόσωπα που ανήκουν σε αυτή.
5.
Πέμπτος λόγος: πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και πλάνη περί το δίκαιο κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου
—
Συναφώς υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή, κατά τον υπολογισμό του κύριου ποσού δεν έπρεπε να στηριχθεί στον κύκλο εργασιών που είχε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση σε σχέση με τα επίμαχα προϊόντα κατά το έτος 2010, αλλά έπρεπε να λάβει υπόψη των ετήσιο μέσο κύκλο εργασιών των ετών 2005 — 2010.
—
Περαιτέρω, η Επιτροπή, κατά τη συνεκτίμηση της διάρκειας της παραβάσεως, σε καμία περίπτωση δεν έπρεπε να συμπεριλάβει το έτος 2005.
Full & Egal Universal Law Academy