ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 4ης Δεκεμβρίου 2014 ( *1 )
«Ασφαλιστικά μέτρα — Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών — Διαδικασία πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών — Παροχή υπηρεσιών ασφαλίσεως αγαθών και προσώπων — Απόρριψη της προσφοράς προσφέροντος — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Παραδεκτό — Fumus boni juris — Επείγον — Στάθμιση συμφερόντων»
Στην υπόθεση T‑199/14 R,
Vanbreda Risk & Benefits, με έδρα την Aμβέρσα (Βέλγιο), εκπροσωπούμενη από τους P. Teerlinck και P. de Bandt, δικηγόρους,
προσφεύγουσα-ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την S. Delaude και τον L. Cappelletti,
καθής-εναγομένης,
με αντικείμενο την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται, κατ’ ουσίαν, η αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Ιανουαρίου 2014, με την οποία η Επιτροπή, αφενός, απέρριψε την προσφορά που υπέβαλε η προσφεύγουσα-ενάγουσα κατόπιν προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών για τη σύναψη συμβάσεως που αφορούσε την ασφάλιση αγαθών και προσώπων και, αφετέρου, ανέθεσε την εν λόγω σύμβαση σε άλλη εταιρία,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη ( 1 )
Ιστορικό της διαφοράς, διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1
Στις 10 Αυγούστου 2013, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρόσκληση προς υποβολή προσφορών με τον κωδικό OIB.DR.2/PO/2013/062/591, που αφορούσε σύμβαση για την ασφάλιση αγαθών και προσώπων, διαιρεμένη σε τέσσερα τμήματα. Το υπ’ αρ. 1 τμήμα αφορούσε την ασφαλιστική κάλυψη —από 1ης Μαρτίου 2014— για ακίνητα μετά του περιεχομένου τους, της συμβάσεως συναπτομένης από την Επιτροπή στο όνομά της και στο όνομα των ακόλουθων αναθετουσών αρχών: του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, της Επιτροπής Περιφερειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Εκτελεστικού Οργανισμού του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας, του Εκτελεστικού Οργανισμού για την Ανταγωνιστικότητα και την Καινοτομία, του Εκτελεστικού Οργανισμού Έρευνας, του Εκτελεστικού Οργανισμού Εκπαίδευσης, Οπτικοακουστικών Θεμάτων και Πολιτισμού και του Εκτελεστικού Οργανισμού Καινοτομίας και Δικτύων (στο εξής: πρόσκληση προς υποβολή προσφορών).
2
Η πρόσκληση προς υποβολή προσφορών αποσκοπούσε στην αντικατάσταση της ισχύουσας τότε συμβάσεως, η οποία έληγε στις 28 Φεβρουαρίου 2014 και είχε συναφθεί με κοινοπραξία της οποίας η προσφεύγουσα-ενάγουσα, Vanbreda Risk & Benefits, ήταν ο μεσίτης ασφαλίσεων.
3
Στις 7 Σεπτεμβρίου 2013 δημοσιεύθηκε διορθωτική ανακοίνωση της προσκλήσεως στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας (ΕΕ S 174), με την οποία μετατέθηκε η ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας υποβολής των προσφορών στις 25 Οκτωβρίου 2013 και η ημερομηνία δημόσιας συνεδριάσεως για την αποσφράγιση των προσφορών στις 31 Οκτωβρίου 2013. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, η επιτροπή αποσφραγίσεως πιστοποίησε την παραλαβή δύο προσφορών για το τμήμα αρ. 1, τις οποίες υπέβαλαν, αφενός, η Marsh SA, μεσίτης ασφαλίσεων, και, αφετέρου, η προσφεύγουσα-ενάγουσα.
4
Στις 30 Ιανουαρίου 2014, η Επιτροπή ενημέρωσε, αφενός, τη Marsh ότι είχε επιλεγεί η προσφορά της για την ανάθεση του τμήματος αρ. 1 και, αφετέρου, την προσφεύγουσα-ενάγουσα ότι η προσφορά της είχε απορριφθεί όσον αφορά το τμήμα αρ. 1, διότι δεν πρότεινε τη χαμηλότερη τιμή (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
5
Με χωριστά δικόγραφα της 28ης Μαρτίου 2014, η προσφεύγουσα-ενάγουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αφενός, προσφυγή ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και αγωγή αποζημιώσεως δυνάμει των άρθρων 268 ΣΛΕΕ και 340 ΣΛΕΕ, ζητώντας να υποχρεωθεί η Επιτροπή να της καταβάλει το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ και, αφετέρου, την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζήτησε κατ’ ουσία από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων:
—
να διατάξει, αφενός, δυνάμει του άρθρου 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρις ότου δημοσιευθεί η διάταξη με την οποία θα περατωθεί η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων και, αφετέρου, να αναστείλει την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρις ότου το Γενικό Δικαστήριο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής‑αγωγής·
—
να διατάξει την προσκόμιση των ακόλουθων εγγράφων:
[παραλειπόμενα]
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
6
Στις 3 Απριλίου 2014, με τη διάταξη Vanbreda Risk & Benefits κατά Επιτροπής (T‑199/14 R, στο εξής: διάταξη της 3ης Απριλίου 2014), ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε, σύμφωνα με το άρθρο 105, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών που είχε συναφθεί μεταξύ της Επιτροπής, της Marsh και του (των) ενδιαφερομένου(‑ων) ασφαλιστή(‑ών) μέχρι της δημοσιεύσεως της διατάξεως με την οποία θα περατωθεί η παρούσα διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων.
7
Στις 8 Απριλίου 2014, η Επιτροπή διαβίβασε, αφενός, τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών OIB.DR.2/PO/2013/062/591/C0/L1 και, αφετέρου, υπέβαλε αίτημα προς τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου να ανακαλέσει αμέσως, αναδρομικώς και χωρίς καμία επιφύλαξη, το σημείο 1 του διατακτικού της διατάξεώς του της 3ης Απριλίου 2014. Λαμβάνοντας υπόψη το νέο στοιχείο που γνωστοποίησε στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων η Επιτροπή σχετικά με τη λήξη της προηγούμενης συμβάσεως ασφαλίσεως και τις συνακόλουθες συνέπειες, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εξέδωσε στις 10 Απριλίου 2014 διάταξη δεχόμενος το αίτημα της Επιτροπής.
[παραλειπόμενα]
9
Στις 25 Απριλίου 2014, η Επιτροπή κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και ζήτησε, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
—
να απορρίψει το αίτημα της προσφεύγουσας-ενάγουσας περί αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως·
—
να επιφυλαχθεί να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
[παραλειπόμενα]
12
Με έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 2014 οι διάδικοι κλήθηκαν σε ακρόαση που έλαβε χώρα στις 21 Οκτωβρίου 2014.
Σκεπτικό
[παραλειπόμενα]
16
Προσήκει να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη λειτουργία της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων στο πλαίσιο των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων (διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 2014, Serco Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑644/13 R, Συλλογή, EU:T:2014:57, σκέψεις 18 επ.). Συναφώς, θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το νομοθετικό πλαίσιο που έχει θεσπιστεί από τον νομοθέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το οποίο διέπει τις διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων που οργανώνονται από τις αναθέτουσες αρχές των κρατών μελών. Συγκεκριμένα, όπως προβλέπεται στην αιτιολογική σκέψη 40 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 91, παράγραφος 2, της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94, σ. 65), οι ουσιαστικοί κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις πρέπει να βασίζονται στην οδηγία 2014/24.
17
Επιπλέον, όπως ορίζεται, αφενός, στις τρεις πρώτες αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων (ΕΕ L 395, σ. 33) και, αφετέρου, στην αιτιολογική σκέψη 3 της οδηγίας 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων (ΕΕ L 335, σ. 31), προκειμένου να εξασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή των οικείων κανόνων, ο νομοθέτης έκρινε αναγκαίο να θεσπίσει μια σειρά διαδικαστικών κανόνων που θέτουν στη διάθεση των ενδιαφερομένων ταχέα μέσα προσφυγής σε στάδιο κατά το οποίο οι παραβάσεις επιδέχονται ακόμη ουσιαστική διόρθωση.
18
Περαιτέρω, όπως προκύπτει σαφώς από τη δεύτερη, τρίτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη καθώς και από το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665, στην ιδιαίτερη περίπτωση των δημοσίων συμβάσεων, τα προσωρινά μέτρα νοούνται όχι μόνον ως μέσο για την αναστολή της διαδικασίας αναθέσεως αλλά και ως μέσο για τη διόρθωση προφανούς παραβάσεως, η οποία, άλλως, θα ενέπιπτε στο πεδίο της τακτικής διαδικασίας επί της κυρίας προσφυγής.
19
Δικαιολογείται να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες των ανωτέρω σκέψεων επί της ασκήσεως της αρμοδιότητας του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων από το γεγονός, αφενός, ότι, όπως συμβαίνει σε εθνικό επίπεδο, τα προσωρινά μέτρα του πρώτου κεφαλαίου του τίτλου 3 του Κανονισμού Διαδικασίας έχουν ως σκοπό, στις υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων, την εξασφάλιση αποτελεσματικής έννομης προστασίας όσον αφορά την τήρηση των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων που ισχύουν για τα θεσμικά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης οι οποίοι βασίζονται, κυρίως, στην οδηγία 2014/24 (βλ. ανωτέρω σκέψη 16 καθώς και αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας 2007/66) και, αφετέρου, ότι, σύμφωνα με τη γενική ερμηνευτική αρχή, όπως αυτή εφαρμόστηκε στην απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2013, Επανεξέταση Επιτροπή κατά Strack (C‑579/12 RX II, Συλλογή, EU:C:2013:570, σκέψη 40), οι εν λόγω οδηγίες τονίζουν την ύπαρξη θεμελιώδους αρχής του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις, ήτοι της αρχής της αποτελεσματικής έννομης προστασίας των προσφερόντων, η ιδιαίτερη σημασία της οποίας προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Fastweb, C‑19/13, Συλλογή, EU:C:2014:2194, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και η οποία διασφαλίζεται με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
20
Επομένως, μολονότι το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση, εκ μέρους θεσμικού οργάνου της Ένωσης, διατάξεως οδηγίας που αφορά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, η οποία έχει, εξ ορισμού, ως αποδέκτες τα κράτη μέλη (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 19ης Μαρτίου 2010, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑50/05, Συλλογή, EU:T:2010:101, σκέψη 104· της 11ης Μαΐου 2010, PC-Ware Information Technologies κατά Επιτροπής, T‑121/08, Συλλογή, EU:T:2010:183, σκέψη 50, και της 6ης Μαΐου 2013, Kieffer Omnitec κατά Επιτροπής, T‑288/11, EU:T:2013:228, σκέψεις 22 έως 24), εντούτοις ο δικαστής της Ένωσης δεν εμποδίζεται να λάβει υπόψη την περιεχόμενη στην εν λόγω πράξη της Ένωσης έκφραση των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, οι οδηγίες που έχουν εκδοθεί στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων απλώς αντανακλούν, συναφώς, τον πρωταρχικό χαρακτήρα που έχει, στον τομέα αυτό, το δικαίωμα αποτελεσματικής έννομης προστασίας.
[παραλειπόμενα]
1. Επί του fumus boni juris
22
Υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι η σχετική με το fumus boni juris προϋπόθεση πληρούται όταν υφίσταται, στο στάδιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, σημαντική νομική διαμάχη της οποίας η επίλυση δεν είναι προφανής, οπότε, εκ πρώτης όψεως, η προσφυγή δεν στερείται σοβαρής θεμελιώσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, διατάξεις της 13ης Ιουνίου 1989, Publishers Association κατά Επιτροπής, 56/89 R, Συλλογή, EU:C:1989:238, σκέψη 31, και της 8ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Artegodan κ.λπ., C‑39/03 P‑R, Συλλογή, EU:C:2003:269, σκέψη 40). Πράγματι, εφόσον σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησόμενης οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να αποφεύγονται τα κενά στη δικαστική προστασία που διασφαλίζουν τα δικαστήρια της Ένωσης, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων οφείλει να περιοριστεί στην εκ πρώτης όψεως εκτίμηση του βασίμου των λόγων που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της διαφοράς επί της ουσίας, προκειμένου να κρίνει αν υφίσταται αρκούντως μεγάλη πιθανότητα ευδοκιμήσεως της προσφυγής [διατάξεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑426/13 P(R), Συλλογή, EU:C:2013:848, σκέψη 41, και της 8ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά ANKO, C‑78/14 P‑R, Συλλογή, EU:C:2014:239, σκέψη 15].
23
Είναι αλήθεια ότι, στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν είναι γενικώς υποχρεωμένος να προβεί σε τόσο εμπεριστατωμένη εξέταση όσο στο πλαίσιο διαδικασίας επί της ουσίας, η διαπίστωση όμως αυτή δεν μπορεί να ερμηνευτεί υπό την έννοια της απολύτου απαγορεύσεως να προβεί σε λεπτομερή εξέταση (διάταξη Vischim κατά Επιτροπής, ανωτέρω σκέψη 15, EU:C:2007:209, σκέψη 50).
24
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η προσφεύγουσα-ενάγουσα προβάλλει έναν μόνον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από το γεγονός ότι η προσφορά της Marsh δεν είναι σύμφωνη προς τη συγγραφή υποχρεώσεων και διαιρείται σε τρία σκέλη, αποδεικνύει δε, κατά την άποψή της, εκ πρώτης όψεως την έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επί του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως
[παραλειπόμενα]
Επί του βασίμου του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως
[παραλειπόμενα]
– Επί του προβαλλόμενου παράνομου χαρακτήρα της συμμετοχής της Marsh, ως μοναδικής προσφέρουσας, στην πρόσκληση προς υποβολή προσφορών
[παραλειπόμενα]
75
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η αποδοχή της συμμετοχής μεσίτη ασφαλίσεων στην πρόσκληση προς υποβολή προσφορών ως μοναδικού προσφέροντος επιτρέπει την εκτίμηση της προσφοράς του χωρίς να ληφθεί υπόψη η οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκεια των ασφαλιστικών εταιριών οι οποίες, εν τέλει, θα ασφαλίσουν τον εγγυημένο κίνδυνο, σε αντίθεση με όλες τις άλλες περιπτώσεις που προβλέπονται ρητώς στη συγγραφή υποχρεώσεων, χωρίς αυτή η διαφοροποίηση να δικαιολογείται αντικειμενικώς υπό το πρίσμα της οικονομίας του συστήματος, με αποτέλεσμα να παρίσταται, prima facie, αμφίβολη η νομιμότητα της εν λόγω συμμετοχής.
[παραλειπόμενα]
81
Από την εξέταση αυτή προκύπτει, prima facie, ότι η αποδοχή της συμμετοχής μεσίτη ασφαλίσεων στην πρόσκληση προς υποβολή προσφορών ως μοναδικού προσφέροντος εντεταλμένου από ασφαλιστικές εταιρίες, αφενός, καθιστά, εκ πρώτης όψεως, πλασματικό τον έλεγχο από την επιτροπή αξιολογήσεως της αξίας της προσφοράς σε σχέση με τις προϋποθέσεις που θέτει η συγγραφή υποχρεώσεων και, αφετέρου, παρέχει, ενδεχομένως, στον εν λόγω μεσίτη ασφαλίσεων ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους λοιπούς υποβαλόντες προσφορές.
[παραλειπόμενα]
83
Λαμβανομένων υπόψη όσων προαναφέρθηκαν, φαίνεται, prima facie, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η εφαρμογή των κριτηρίων επιλογής και οι κανόνες υποβολής των προσφορών, καθώς και η ερμηνεία τους εκ μέρους της Επιτροπής, δεν μπόρεσαν να διασφαλίσουν τον γνήσιο ανταγωνισμό.
[παραλειπόμενα]
86
Κατά συνέπεια επιβάλλεται, κατόπιν μιας prima facie εξετάσεως, το συμπέρασμα ότι υφίστανται στοιχεία επαρκώς σοβαρά για την απόδειξη του βασίμου της αιτιάσεως σύμφωνα με την οποία δεν ήταν νόμιμη η αποδοχή της συμμετοχής της Marsh, ως μοναδικής προσφέρουσας, στην πρόσκληση προς υποβολή προσφορών.
– Επί της προβαλλομένης αντιμετωπίσεως εκ μέρους της Επιτροπής της προσφοράς της Marsh ως κοινής προσφοράς
[παραλειπόμενα]
96
Κατά συνέπεια, από μια πρώτη εξέταση του τρόπου με τον οποίο εξελίχθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι επαφές μεταξύ της αναθέτουσας αρχής και της Marsh, προκύπτει ότι η αρχική προσφορά είχε παρουσιαστεί ως προερχόμενη από έναν μοναδικό προσφέροντα χωρίς να απαιτείται να πληρούται η προϋπόθεση περί εις ολόκληρον ευθύνης και ακολούθως μετατράπηκε στο αντίστοιχο μιας κοινής προσφοράς. Για να είναι όμως σύμφωνη προς τη συγγραφή υποχρεώσεων, η προσφορά του τύπου αυτού πρέπει να περιλαμβάνει τη συμφωνία/εξουσιοδότηση. Στο μέτρο που η προσφορά της Marsh δεν συνοδευόταν από το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή, δεχόμενη την εν λόγω προσφορά ως έγκυρη, φαίνεται ότι παρέβη τους κανόνες που η ίδια έχει θέσει. Πρέπει, συναφώς, να υπομνησθεί ότι όταν, στο πλαίσιο της διαδικασίας υποβολής προσφορών, η αναθέτουσα αρχή καθορίζει τους όρους που προτίθεται να επιβάλει στους προσφέροντες, αυτοπεριορίζεται κατά την άσκηση της εξουσίας της εκτιμήσεως και δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τους όρους που προσδιόρισε με τον τρόπο αυτόν έναντι οποιουδήποτε από τους προσφέροντες χωρίς να παραβιάσει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των προσφερόντων (απόφαση της 20ής Μαρτίου 2013, Nexans France κατά Κοινής επιχείρησης Fusion for Energy, T‑415/10, Συλλογή, EU:T:2013:141, σκέψη 80).
[παραλειπόμενα]
102
Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη όσων προαναφέρθηκαν, το σύστημα της εντολής, όπως έγινε δεκτό στη συγκεκριμένη περίπτωση από την Επιτροπή, φαίνεται να καταλήγει σε καταστρατήγηση των κανόνων που ισχύουν για τις κοινές προσφορές.
103
Επιβάλλεται συνεπώς το συμπέρασμα ότι υφίστανται prima facie στοιχεία ικανά να αποδείξουν, στο στάδιο αυτό, το βάσιμο της αιτιάσεως σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή αντιμετώπισε de facto την προσφορά της Marsh ως κοινή προσφορά μολονότι, με την ιδιότητα αυτή, η εν λόγω προσφορά θα έπρεπε να κηρυχθεί παράτυπη, διότι δεν περιελάμβανε τη συμφωνία/εξουσιοδότηση.
104
Κατά συνέπεια, από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι, όπως απέδειξε η προσφεύγουσα-ενάγουσα, πιθανολογείται σοβαρά η βασιμότητα (fumus boni juris) του πρώτου σκέλους του λόγου ακυρώσεως.
Επί του δευτέρου σκέλους του λόγου ακυρώσεως
105
Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του προβληθέντος λόγου ακυρώσεως, η προσφεύγουσα-ενάγουσα υπενθυμίζει, κατ’ αρχάς, ότι το να επιτραπεί σε προσφέροντα να τροποποιήσει την προσφορά του μετά την αποσφράγιση των προσφορών θίγει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των προσφερόντων. Ακολούθως, επισημαίνει ότι η ταυτότητα των ασφαλιστών που έδωσαν εντολή στη Marsh μεταβλήθηκε μετά την αποσφράγιση των προσφορών. Ναι μεν οι αναθέτουσες αρχές έχουν την ευχέρεια να έρχονται με δική τους πρωτοβουλία σε επαφή με προσφέροντα στην περίπτωση που η προσφορά του χρήζει επεξηγήσεως ή αν πρόκειται για διόρθωση ουσιαστικών λαθών που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη της προσφοράς, πλην όμως η τροποποίηση που έλαβε χώρα στην προκειμένη περίπτωση υπερβαίνει το πλαίσιο αυτό και συνιστά ουσιώδη τροποποίηση της προσφοράς. Πράγματι, δεδομένου ότι ο καθορισμός του συμβαλλομένου πραγματοποιείται βάσει των κριτηρίων επιλογής που καθορίζονται στη συγγραφή υποχρεώσεων, μια τέτοια τροποποίηση θα έπρεπε να απαιτεί νέα εξέταση βάσει των εν λόγω κριτηρίων. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, επιτρέποντας την εν λόγω μεταβολή, παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των προσφερόντων σε συνδυασμό με τα άρθρα 112, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού και 160 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού.
[παραλειπόμενα]
109
Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να υπομνησθεί, πρώτον, ότι από την ανάλυση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων προέκυψε ότι η μεταβολή της ποσοστιαίας αναλογίας καλύψεως των κινδύνων από τους ασφαλιστές που έδωσαν εντολή στη Marsh μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μεταβολή ουσιώδους στοιχείου της προσφοράς, καθόσον η μεταβολή αυτή παρείχε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε έναν από τους προσφέροντες (βλ. ανωτέρω σκέψεις 78 έως 80).
110
Δεύτερον, από την εξέταση της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων προέκυψε επίσης με ενάργεια η μεταβολή της φύσεως της προσφοράς της Marsh όσον αφορά την εις ολόκληρον ευθύνη των ασφαλιστικών εταιριών. Πράγματι, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της της 25ης Απριλίου 2014, το γεγονός ότι η σύμβαση που υπεγράφη περιέχει τη ρήτρα περί εις ολόκληρον ευθύνης των υπογραφόντων και ότι η ρήτρα αυτή είχε προβλεφθεί ήδη κατά τη δημοσίευση της συγγραφής υποχρεώσεων της προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών δεν σημαίνει ότι η προσφορά της Marsh έλαβε κατ’ ανάγκη υπόψη το κόστος και τους κινδύνους που συνεπάγεται η εν λόγω ρήτρα (βλ. ανωτέρω σκέψεις 95 και 96).
111
Eντούτοις, ως προς το ζήτημα αυτό επιβάλλεται, όπως επισημαίνει η προσφεύγουσα-ενάγουσα στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, να υπογραμμιστεί η σημασία της προϋποθέσεως περί εις ολόκληρον ευθύνης στο πλαίσιο της εν λόγω προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών, λόγω του μεγέθους της επίμαχης αγοράς και της επιρροής του στην τιμή προσφοράς. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του ύψους των διακυβευομένων κεφαλαίων και της δυνατότητας επελεύσεως ζημίας μεγάλης εκτάσεως, είναι ουσιώδες οι ασφαλιστές να δεσμεύονται από τη ρήτρα περί εις ολόκληρον ευθύνης, προκειμένου να αποφευχθεί η κάλυψη από τον καθένα μόνον των χρηματικών συνεπειών που αφορούν το τμήμα της συμβάσεως που εκτελεί και η μη καταβολή αποζημιώσεως, σε περίπτωση αδυναμίας ικανοποιήσεως εκ μέρους ενός από αυτούς, για το τμήμα της ζημίας που του αναλογεί. Εντούτοις, για μια ασφαλιστική εταιρία, η απαίτηση αυτή ισοδυναμεί με έκθεση της οικονομικής της δυνατότητας, και συνεπώς του κεφαλαίου της, μέχρι του μέγιστου ποσού της υποχρεώσεως για το σύνολο των κινδύνων που ασφαλίζονται με τη σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Στο μέτρο που η υποχρέωση αυτή μπορεί να οδηγήσει στην υπέρβαση της ίδιας οικονομικής δυνατότητας εκάστου ασφαλιστή, αυτός πρέπει να αποκτήσει την πρόσθετη αυτή οικονομική δυνατότητα προσφεύγοντας σε μηχανισμούς όπως η τραπεζική εγγύηση ή η αντασφάλιση, οι οποίοι δημιουργούν πρόσθετο οικονομικό κίνδυνο και συνεπάγονται πρόσθετο κόστος. Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη αμοιβή για σύμβαση που προσφέρει εις ολόκληρον ευθύνη μεταξύ όλων των συμμετεχόντων θα είναι a priori υψηλότερη από την αμοιβή για σύμβαση που δεν προσφέρει τέτοια εις ολόκληρον ευθύνη.
[παραλειπόμενα]
113
Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι η αρχική προσφορά δεν είχε κατ’ ανάγκη λάβει υπόψη την απαιτούμενη προϋπόθεση περί εις ολόκληρον ευθύνης και ότι η ασαφής διατύπωση της προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών σχετικά με την παρουσίαση προσφοράς από τον μοναδικό προσφέροντα κατέστησε δυνατή την προσαρμογή της αρχικής προσφοράς ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που επιδιώκεται με κοινή προσφορά, επιβάλλεται το συμπέρασμα, prima facie, ότι τροποποιήθηκε βασικό στοιχείο της προσφοράς.
[παραλειπόμενα]
120
Κατά συνέπεια, στο παρόν στάδιο επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η αρχική προσφορά της Marsh υπέστη, prima facie, παράτυπες τροποποιήσεις, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 112, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού και του άρθρου 160 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού, κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των προσφερόντων που εφαρμόζεται στον τομέα του δικαίου της Ένωσης που αφορά τις δημόσιες συμβάσεις.
121
Κατά συνέπεια, από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι, όπως απέδειξε η προσφεύγουσα-ενάγουσα, πιθανολογείται σοβαρά η βασιμότητα (fumus boni juris) του δευτέρου σκέλους του λόγου ακυρώσεως.
[παραλειπόμενα]
2. Επί του επείγοντος
138
Κατά πάγια νομολογία, το επείγον πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη για την έκδοση προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί να υποστεί προσωπικά σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία ο αιτών τη λήψη προσωρινών μέτρων [διάταξη της 14ης Δεκεμβρίου 2001, Επιτροπή κατά Euroalliages κ.λπ., C‑404/01 P(R), Συλλογή, EU:C:2001:710, σκέψεις 61 και 62]. Συναφώς, εναπόκειται στον αιτούντα τη λήψη προσωρινών μέτρων να αποδείξει ότι δεν είναι δυνατό να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης χωρίς να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία. Για να αποδειχθεί η ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας δεν απαιτείται να αποδειχθεί με απόλυτη βεβαιότητα η επέλευση της ζημίας, αλλά αρκεί αυτή να πιθανολογηθεί επαρκώς (βλ. διάταξη της 12ης Ιουνίου 2014, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C‑21/14 P‑R, Συλλογή, EU:C:2014:1749, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
[παραλειπόμενα]
Επί του ανεπανόρθωτου χαρακτήρα της ζημίας
[παραλειπόμενα]
157
Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι, σύμφωνα με την υφιστάμενη νομολογία, δεν πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση η προϋπόθεση του επείγοντος. Γενικότερα, πρέπει να επισημανθεί ότι, εφαρμοζόμενη στην περίπτωση προσφέροντος του οποίου η προσφορά δεν έγινε δεκτή, η απαίτηση αποδείξεως της επελεύσεως ανεπανόρθωτης ζημίας φαίνεται ότι μόνον με πολύ μεγάλη δυσκολία μπορεί να ικανοποιηθεί, για τους συστημικού χαρακτήρα λόγους που επισημάνθηκαν ανωτέρω.
158
Ένα τέτοιο όμως αποτέλεσμα δεν είναι συμβατό με τις επιταγές που απορρέουν από την αποτελεσματική προσωρινή προστασία που πρέπει να διασφαλίζεται στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων (βλ. ανωτέρω σκέψεις 16 έως 20). Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η παράβαση των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων δεν είναι μόνον ικανή να επιφέρει ζημιογόνες συνέπειες για τους προσφέροντες των οποίων οι προσφορές δεν έγιναν δεκτές, αλλά είναι επίσης ικανή να θίξει την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Αυτές οι διαφορές απαιτούν, συνεπώς, την υιοθέτηση μιας νέας προσεγγίσεως προσαρμοσμένης στις ιδιαιτερότητές τους με σκοπό να παρασχεθεί στον προσφέροντα του οποίου η προσφορά δεν έγινε δεκτή η δυνατότητα να αποδείξει το επείγον με άλλο τρόπο πλην της αποδείξεως, σε κάθε περίσταση, επικείμενου κινδύνου επελεύσεως ανεπανόρθωτης ζημίας.
159
Πρέπει, συναφώς, να υπομνησθεί, πρώτον, ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορεί να εφαρμόζει κατά τρόπο μηχανικό και άκαμπτο την προϋπόθεση που συνδέεται με τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας —ούτε, εξάλλου, με τον σοβαρό χαρακτήρα της προβαλλόμενης ζημίας— αλλά πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε υπόθεση (βλ., υπό την έννοια αυτή, διάταξη της 28ης Απριλίου 2009, United Phosphorus κατά Επιτροπής, T‑95/09 R, EU:T:2009:124, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
160
Δεύτερον, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων δεν εμποδίζεται να προβαίνει σε ευθεία εφαρμογή των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ, διατάξεων πρωτογενούς δικαίου που του επιτρέπουν να διατάξει αναστολή εκτελέσεως, εφόσον κρίνει «ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις», και να διατάσσει τα «αναγκαία» προσωρινά μέτρα [βλ., υπό την έννοια αυτή, διατάξεις της 24ης Φεβρουαρίου 2014, HTTS και Bateni κατά Συμβουλίου, T‑45/14 R, EU:T:2014:85, σκέψη 51, και της 25ης Ιουλίου 2014, Deza κατά Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA), T‑189/14 R, EU:T:2014:686, σκέψη 105].
161
Τρίτον, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δεν έχει αποκλείσει τη δυνατότητα να διατάξει αναστολή εκτελέσεως ή προσωρινά μέτρα με μόνη βάση την πρόδηλη έλλειψη νομιμότητας της προσβαλλομένης πράξεως, παραδείγματος χάριν όταν η τελευταία στερείται έστω και επιφάσεως νομιμότητας (βλ., υπό την έννοια αυτή, διατάξεις της 7ης Ιουλίου 1981, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, 60/81 R και 190/81 R, Συλλογή, EU:C:1981:165, σκέψεις 7 και 8, και της 26ης Μαρτίου 1987, Hoechst κατά Επιτροπής, 46/87 R, Συλλογή, EU:C:1987:167, σκέψεις 31 και 32). Έχει, συναφώς, ήδη αντιμετωπιστεί, με τη διάταξη Communicaid Group κατά Επιτροπής, ανωτέρω σκέψη 148 (βλ., συναφώς, EU:T:2013:121, σκέψη 45), η δυνατότητα να θεωρηθεί ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων για δημόσιες συμβάσεις, το επείγον συνίσταται στην ανάγκη να θεραπευτεί το δυνατόν συντομότερα μια διαφαινόμενη, εκ πρώτης όψεως, αρκούντως πρόδηλη και σοβαρή παρανομία και, ως εκ τούτου, μια διαφαινόμενη σοβαρή πιθανολόγηση για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων (fumus boni juris).
162
Στο πλαίσιο των διαφορών σχετικά με τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι, όταν ο προσφέρων του οποίου η προσφορά δεν έγινε δεκτή κατορθώνει να αποδείξει την ύπαρξη ιδιαίτερα σοβαρής πιθανολογήσεως (fumus boni juris), δεν μπορεί να απαιτείται από αυτόν να αποδείξει ότι η απόρριψη της αιτήσεώς του για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων υπάρχει κίνδυνος να του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία, διότι διαφορετικά θα θιγόταν κατά τρόπο υπέρμετρο και αδικαιολόγητο η αποτελεσματική ένδικη προστασία της οποίας απολαύει δυνάμει του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Τέτοια πιθανολόγηση (fumus boni juris) υφίσταται όταν από αυτήν προκύπτει η ύπαρξη αρκούντως πρόδηλης και σοβαρής παρανομίας, η επέλευση ή η παράταση των συνεπειών της οποίας πρέπει να εμποδιστεί το συντομότερο δυνατόν, εκτός αν αυτό αντιβαίνει τελικώς στη στάθμιση των υφισταμένων συμφερόντων. Υπό αυτές τις εξαιρετικές συνθήκες, αρκεί μόνη η απόδειξη της σοβαρότητας της ζημίας που θα προκαλούσε η έλλειψη αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για την πλήρωση της προϋποθέσεως του επείγοντος, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να μην επέλθουν οι συνέπειες μιας παρανομίας τέτοιας φύσεως.
163
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την εξέταση της προϋποθέσεως περί του fumus boni juris (βλ. ανωτέρω σκέψεις 22 έως 136) προκύπτει ότι, prima facie, έλαβαν χώρα σοβαρές παραβάσεις σχετικά με στοιχεία της διαδικασίας συνάψεως των συμβάσεων, με αποτέλεσμα την έλλειψη νομιμότητας της προσφοράς που έγινε δεκτή. Από αυτό συνάγεται ότι η συμπεριφορά και οι αποφάσεις της Επιτροπής στην υπό κρίση περίπτωση πρέπει να θεωρηθούν, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, ως αρκούντως πρόδηλες και σοβαρές παρανομίες σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, ώστε να καθίσταται αναγκαίο να αποφευχθεί η επέλευση των συνεπειών τους στο μέλλον, χωρίς να απαιτείται από την προσφεύγουσα-ενάγουσα να αποδείξει τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας την οποία θα υφίστατο αν δεν χωρούσε αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
164
Κατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του χαρακτήρα των παρανομιών που διαπιστώθηκαν, πρέπει να θεωρηθεί ότι πληρούται στην υπό κρίση περίπτωση η προϋπόθεση του επείγοντος.
[παραλειπόμενα]
3. Επί της σταθμίσεως συμφερόντων
[παραλειπόμενα]
Γενικό συμφέρον που αφορά την ανάγκη να τεθεί αμέσως τέρμα σε παράβαση του δικαίου της Ένωσης λόγω του αρκούντως πρόδηλου και σοβαρού χαρακτήρα της παραβάσεως
[παραλειπόμενα]
197
Επιβάλλεται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του γεγονότος ότι πληρούνται πλήρως οι προϋποθέσεις του fumus boni juris και του επείγοντος, και ιδίως του αρκούντως πρόδηλου και σοβαρού, εκ πρώτης όψεως, χαρακτήρα των προβαλλομένων παραβάσεων του δικαίου της Ένωσης και, αφετέρου, των ιδιαιτεροτήτων της υπό κρίση περιπτώσεως, και ιδίως της ένδικης προστασίας που πρέπει να παρέχεται στους προσφέροντες στο ειδικό πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων, η στάθμιση συμφερόντων κλίνει υπέρ της προσφεύγουσας-ενάγουσας.
198
Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με τη στάθμιση συμφερόντων, η σημασία της οποίας στις διαφορές που αφορούν δημόσιες συμβάσεις έχει υπογραμμιστεί ιδιαιτέρως (βλ. ανωτέρω σκέψεις 147, 158 και 165).
[παραλειπόμενα]
200
Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της οικείας δημόσιας συμβάσεως και του σκεπτικού που εξετέθη ανωτέρω, ιδίως στη σκέψη 184, η παρούσα διάταξη πρέπει να παράγει αποτελέσματα μόνον από τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως κατ’ αυτής.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1)
Αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 30ής Ιανουαρίου 2014, με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την προσφορά που είχε υποβάλει η Vanbreda Risk & Benefits κατόπιν προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών για σύμβαση ασφαλίσεως αγαθών και προσώπων και ανέθεσε την εν λόγω σύμβαση σε άλλη εταιρία, όσον αφορά την ανάθεση του τμήματος αρ. 1 της συμβάσεως.
2)
Διατηρούνται τα αποτελέσματα της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Ιανουαρίου 2014 έως τη λήξη της προθεσμίας ασκήσεως αναιρέσεως κατά της παρούσας διατάξεως.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 4 Δεκεμβρίου 2014.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Jaeger
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις της παρούσας διατάξεως των οποίων τη δημοσίευση κρίνει πρόσφορη το Γενικό Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy