ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
της 24ης Μαρτίου 2015 ( *1 )
«Ασφαλιστικά μέτρα — Συμβάσεις δημοσίων έργων — Διαδικασία διαγωνισμού — Κατασκευή και συντήρηση σταθμού τριπλής συνδυασμένης παραγωγής ενέργειας — Απόρριψη της προσφοράς προσφέροντος και ανάθεση της συμβάσεως σε άλλον προσφέροντα — Αίτηση αναστολής εκτελέσεως — Fumus boni juris — Έλλειψη επείγοντος»
Στην υπόθεση T‑383/14 R,
Europower SpA, με έδρα το Μιλάνο (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους G. Cocco και L. Salomoni, δικηγόρους,
αιτούσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον L. Cappelletti και τις L. Di Paolo και F. Moro,
καθής,
υποστηριζόμενης από τη
CPL Concordia Soc. coop., με έδρα την Concordia Sulla Secchia (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τον A. Penta, δικηγόρο,
παρεμβαίνουσα,
με αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως, κατ’ ουσίαν, της αποφάσεως της 3ης Απριλίου 2014 με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την προσφορά που υπέβαλε η Europower στο πλαίσιο του διαγωνισμού JRC IPR 2013 C04 0031 OC, για την κατασκευή και συντήρηση σταθμού τριπλής συνδυασμένης παραγωγής ενέργειας με αεριοστρόβιλο στις εγκαταστάσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Επιτροπής (JRC) στην Ispra (Ιταλία) (ΕΕ 2013/S 137-237146), και ανέθεσε τη σύμβαση στη CPL Concordia και, κατά συνέπεια, όλων των συνακόλουθων αποφάσεων,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη ( 1 )
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 17 Ιουλίου 2013, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκήρυξη διαγωνισμού με ανοικτή διαδικασία με στοιχεία JRC IPR 2013 C04 0031 OC και αντικείμενο την κατασκευή και συντήρηση σταθμού τριπλής συνδυασμένης παραγωγής ενέργειας με αεριοστρόβιλο στις εγκαταστάσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Επιτροπής (JRC) στην Ispra (Ιταλία). Ως προθεσμία παραλαβής των προσφορών και ημερομηνία ανοίγματος των προσφορών ορίστηκαν, μετά από διορθωτικό που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα, η 15η και η 21η Νοεμβρίου 2013, αντιστοίχως. Στο έγγραφο με τίτλο «Διοικητικό παράρτημα» το οποίο περιλαμβανόταν στην πρόσκληση προς υποβολή προσφορών διευκρινιζόταν ότι η ανάθεση του αντικειμένου της συμβάσεως θα γινόταν στην πλέον συμφέρουσα οικονομικώς προσφορά βάσει του συνολικού της κόστους και της τεχνικής της ποιότητας και ότι ήταν δυνατή η απονομή μέχρι 80 βαθμών για το συνολικό κόστος της προσφοράς και 20 βαθμών για την τεχνική ποιότητα της προσφοράς.
2
Στις 21 Νοεμβρίου 2013, η επιτροπή αποσφραγίσεως προέβη στο άνοιγμα των προσφορών. Αφού ελέγχθηκε αν πληρούσαν τις προϋποθέσεις, οι προσφορές αξιολογήθηκαν από την επιτροπή που ορίστηκε προς τούτο, η οποία υπέβαλε την έκθεσή της στις 21 Μαρτίου 2014.
3
Η Επιτροπή ενημέρωσε την αιτούσα, Europower SpA, με έγγραφο της 3ης Απριλίου 2014 ότι η προσφορά της είχε απορριφθεί, επειδή η τελική βαθμολογία της ήταν κατώτερη από τη βαθμολογία της προσφοράς της παρεμβαίνουσας, CPL Concordia Soc. coop.
4
Με επιστολή της 7ης Απριλίου 2014 η αιτούσα υπέβαλε αίτηση προσβάσεως στα εξής έγγραφα: στην απόφαση περί αναθέσεως του αντικειμένου της επίμαχης συμβάσεως, στα πρακτικά της αξιολογήσεως, στην προσφορά της αναδόχου, τα χαρακτηριστικά και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της προσφοράς αυτής, καθώς και στο κείμενο της συμβάσεως που είχε συναφθεί ή επρόκειτο να συναφθεί με την ανάδοχο.
5
Η Επιτροπή υπενθύμισε με έγγραφο της 11ης Απριλίου 2014 ότι το αντικείμενο της συμβάσεως είχε ανατεθεί στην παρεμβαίνουσα και κοινοποίησε τα χαρακτηριστικά της προσφοράς της αναδόχου και τους βαθμούς που είχε λάβει η προσφορά αυτή.
6
Στις 15 Απριλίου 2014 η αιτούσα ζήτησε, μεταξύ άλλων, να της χορηγηθούν αντίγραφα των εγγράφων που αφορούσε η αίτηση προσβάσεως της 7ης Απριλίου 2014 και δήλωσε ότι υπέβαλλε επιβεβαιωτική αίτηση της εν λόγω αιτήσεως προσβάσεως στα έγγραφα.
7
Η Επιτροπή απάντησε στην αιτούσα στις 17 Απριλίου 2014, υπενθυμίζοντας ότι δεν ήταν δυνατόν να της κοινοποιηθεί οποιοδήποτε άλλο πληροφοριακό στοιχείο όσο η διαδικασία του διαγωνισμού βρισκόταν σε εξέλιξη και ότι η πρόσβαση στα έγγραφα του διαγωνισμού μπορούσε να της επιτραπεί μόνο μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, δηλαδή την υπογραφή της συμβάσεως με τον επιχειρηματία που επιλέχθηκε.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
8
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία στις 30 Μαΐου 2014, η αιτούσα άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί, κατ’ ουσίαν, την ακύρωση της αποφάσεως της 3ης Απριλίου 2014 με την οποία η Επιτροπή απέρριψε την προσφορά που υπέβαλε στο πλαίσιο του διαγωνισμού […], της αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή ανέθεσε το αντικείμενο της συμβάσεως στην παρεμβαίνουσα, […] και της ίδιας της συμβάσεως […].
9
Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 22 Ιουλίου 2014, η αιτούσα κατέθεσε την υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζητεί, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
—
να αναστείλει την εκτέλεση της αποφάσεως περί απορρίψεως της προσφοράς της αιτούσας, της αποφάσεως περί αναθέσεως του αντικειμένου της συμβάσεως στην παρεμβαίνουσα και, κατά συνέπεια, όλων των συνακόλουθων αποφάσεων·
—
να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο για τη διασφάλιση της ζητούμενης με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων προστασίας.
10
Με τις παρατηρήσεις της επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, τις οποίες κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 2014, η Επιτροπή ζητεί, κατ’ ουσίαν, από τον Πρόεδρο του Γενικού Δικαστηρίου:
—
να απορρίψει την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων ως απαράδεκτη·
—
σε κάθε περίπτωση, να απορρίψει την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων ως αβάσιμη·
—
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
11
Με διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 2014, ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου επέτρεψε την παρέμβαση στην παρούσα διαδικασία υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής. Η παρεμβαίνουσα κατέθεσε τις παρατηρήσεις της στις 23 Σεπτεμβρίου 2014 και οι λοιποί διάδικοι κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί των παρατηρήσεων αυτών, η μεν Επιτροπή την 1η Οκτωβρίου 2014, η δε αιτούσα στις 3 Οκτωβρίου 2014.
Σκεπτικό
Γενικές παρατηρήσεις
12
Από τον συνδυασμό των διατάξεων, αφενός, των άρθρων 278 ΣΛΕΕ και 279 ΣΛΕΕ και, αφετέρου, του άρθρου 256, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ προκύπτει ότι ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί, εφόσον εκτιμά ότι τούτο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως μιας προσβαλλομένης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
13
Εξάλλου, το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων προσδιορίζουν το αντικείμενο της διαφοράς, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Επομένως, η αναστολή εκτελέσεως και τα άλλα προσωρινά μέτρα μπορούν να διατάσσονται από τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων εφόσον αποδεικνύεται ότι η χορήγησή τους δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως από τα πραγματικά και νομικά περιστατικά (fumus boni juris) και ότι είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, προκειμένου να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία των συμφερόντων του αιτούντος, να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως στην κύρια υπόθεση. Οι προϋποθέσεις αυτές τίθενται σωρευτικώς, οπότε οι αιτήσεις προσωρινών μέτρων πρέπει να απορρίπτονται όταν δεν πληρούται μία από αυτές [διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 1996, SCK και FNK κατά Επιτροπής, C‑268/96 P(R), Συλλογή, EU:C:1996:381, σκέψη 30].
[παραλειπόμενα]
15
Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της ιδιαίτερης σημασίας των διαδικασιών ασφαλιστικών μέτρων στις υποθέσεις δημοσίων συμβάσεων και, αφετέρου, του νομικού πλαισίου που έχει θεσπίσει ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις διαδικασίες διαγωνισμού για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων που διεξάγουν οι αναθέτουσες αρχές των κρατών μελών [βλ. διάταξη της 4ης Δεκεμβρίου 2014, Vanbreda Risk & Benefits κατά Επιτροπής, T‑199/14 R, Συλλογή (Αποσπάσματα), EU:T:2014:1024, σκέψεις 16 έως 20 και 157 έως 162 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία], πρέπει να εξεταστεί, κατ’ αρχάς, αν η αιτούσα απέδειξε με επαρκή στοιχεία ότι πληρούται η σχετική με τη συνδρομή fumus boni juris προϋπόθεση.
[παραλειπόμενα]
Επί του fumus boni juris
17
Υπενθυμίζεται ότι η σχετική με τη συνδρομή fumus boni juris προϋπόθεση πληρούται όταν υφίσταται, στο στάδιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, σημαντική διάσταση απόψεων επί νομικού ζητήματος του οποίου η επίλυση δεν είναι προφανής, ώστε, εκ πρώτης όψεως, η σχετική προσφυγή να μην στερείται σοβαρού ερείσματος (βλ., συναφώς, διατάξεις της 13ης Ιουνίου 1989, Publishers Association κατά Επιτροπής, 56/89 R, Συλλογή, EU:C:1989:238, σκέψη 31, και της 8ης Μαΐου 2003, Επιτροπή κατά Artegodan κ.λπ., C‑39/03 P‑R, Συλλογή, EU:C:2003:269, σκέψη 40). Ειδικότερα, δεδομένου ότι σκοπός της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων είναι η εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της εκδοθησομένης οριστικής αποφάσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων οφείλει, για να αποφεύγονται τα κενά στη δικαστική προστασία την οποία διασφαλίζουν τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, να περιορίζεται στην «εκ πρώτης όψεως» εκτίμηση του βασίμου των λόγων που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της διαφοράς επί της ουσίας, προκειμένου να διαπιστώνει αν υπάρχει αρκούντως μεγάλη πιθανότητα ευδοκιμήσεως του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος ή μέσου [διατάξεις της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑426/13 P(R), Συλλογή, EU:C:2013:848, σκέψη 41, και της 8ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά ΑΝΚΟ, C‑78/14 P‑R, Συλλογή, EU:C:2014:239, σκέψη 15].
18
Εν προκειμένω, η αιτούσα προβάλλει πέντε λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως. Με τον πρώτο λόγο, υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η ανάδοχος δεν πληροί τις τεχνικές απαιτήσεις που ορίζονταν στα έγγραφα της προκηρύξεως του διαγωνισμού, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να στηριχθεί στις ικανότητες άλλων φορέων για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις αυτές. Με τον δεύτερο λόγο, υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι δεν είναι νόμιμη η βαθμολογία που απονεμήθηκε στην προσφορά της αναδόχου για τη δηλωθείσα εξασφαλισμένη απόδοση ηλεκτρικής ισχύος. Με τον τρίτο λόγο, προβάλλει, κατ’ ουσίαν, ότι οι ενέργειες για την ανάθεση του αντικειμένου της συμβάσεως έγιναν σε μία και μόνη συνεδρίαση κατά παραβίαση των αρχών που διέπουν τις διαδικασίες για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων. Με τον τέταρτο λόγο προσάπτει, κατ’ ουσίαν, στην Επιτροπή ότι αρνήθηκε να της διαβιβάσει ορισμένα έγγραφα και να της γνωστοποιήσει ορισμένες πληροφορίες. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο, αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, τη νομιμότητα της συνθέσεως της επιτροπής αποσφραγίσεως των προσφορών και τον ορισμό της επιτροπής αξιολογήσεως.
[παραλειπόμενα]
Επί του δεύτερου, του τρίτου, του τέταρτου και του πέμπτου λόγου που προέβαλε η αιτούσα
[παραλειπόμενα]
– Επί του τέταρτου και του πέμπτου λόγου, που αντλούνται από την έλλειψη προσβάσεως στα έγγραφα του διαγωνισμού
[παραλειπόμενα]
46
Κατά συνέπεια, από την εξέταση του δεύτερου, του τρίτου, του τέταρτου και του πέμπτου λόγου που προέβαλε η αιτούσα προκύπτει ότι από αυτούς δεν μπορεί να συναχθεί η συνδρομή fumus boni juris.
Επί του πρώτου λόγου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η ανάδοχος δεν πληρούσε τις τεχνικές απαιτήσεις που ορίζονταν στα έγγραφα της προκηρύξεως του διαγωνισμού
47
Η αιτούσα υποστηρίζει ότι η ανάδοχος δεν πληρούσε τις ελάχιστες τεχνικές απαιτήσεις που ορίζονταν στα σχετικά με τη διαδικασία του επίμαχου διαγωνισμού έγγραφα. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η παρεμβαίνουσα δεν πληρούσε το κριτήριο επιλογής που προβλέπει το σημείο III.2.3, στοιχείο γʹ, της προκηρύξεως του διαγωνισμού, καθόσον, αφενός, η επιχείρηση αυτή δεν είχε εκτελέσει η ίδια έργα κατασκευής δύο τουλάχιστον σταθμών συνδυασμένης παραγωγής ενέργειας ισχύος τουλάχιστον 8 MW και, αφετέρου, η εν λόγω επιχείρηση δεν μπορούσε, για να ικανοποιήσει το κριτήριο αυτό, να στηριχθεί στην ικανότητα άλλων φορέων. Κατά την προσφεύγουσα, σύμφωνα με τη συγγραφή υποχρεώσεων οι προσφέροντες είχαν την υποχρέωση να υποβάλουν κατάλογο εγκαταστάσεων ανάλογων με εκείνες που αποτελούσαν αντικείμενο του διαγωνισμού τις οποίες να έχει εκτελέσει απευθείας η προσφέρουσα επιχείρηση.
48
Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται συναφώς ότι στους όρους της προκηρύξεως του διαγωνισμού που αφορούν τις προϋποθέσεις συμμετοχής σε αυτόν προβλέπεται ρητά η δυνατότητα του προσφέροντος να αξιοποιεί άλλους οικονομικούς φορείς. Για την περίπτωση αυτή, στην προκήρυξη του διαγωνισμού διευκρινίζεται ότι, για να πληρούνται τα κριτήρια επιλογής, τα δικαιολογητικά και τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το τμήμα της προκηρύξεως που αφορά την κατάσταση των οικονομικών φορέων πρέπει να υποβάλλονται από καθέναν από τους φορείς αυτούς.
[παραλειπόμενα]
52
Συνεπώς, συνάγεται εκ πρώτης όψεως ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού παρείχε τη δυνατότητα στην παρεμβαίνουσα να στηριχθεί σε άλλον φορέα προκειμένου να ανταποκριθεί στις προϋποθέσεις τεχνικής ικανότητας, χωρίς να οφείλει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για έργα τα οποία η ίδια είχε εκτελέσει.
53
Εντούτοις, όπως τονίζει η αιτούσα, στο σημείο 12, πέμπτο εδάφιο, της συγγραφής υποχρεώσεων αναφέρεται ότι «[η] τεχνική προσφορά συνοδεύεται από τα γενικά και τεχνικά πληροφοριακά στοιχεία που ορίζονται ρητώς στο έγγραφο της προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών και περιλαμβάνει τουλάχιστον: κατάλογο παρόμοιων εγκαταστάσεων που έχει εκτελέσει απευθείας η προσφέρουσα επιχείρηση [...] με αναφορά των κύριων χαρακτηριστικών καθεμίας από αυτές».
54
Επισημαίνεται συναφώς ότι με τον όρο του σημείου 12, πέμπτο εδάφιο, της συγγραφής υποχρεώσεων, στον οποίο περιλαμβάνεται το χωρίο που επικαλείται η αιτούσα, δεν επιδιώκεται κατά τα φαινόμενα ο περιορισμός των δυνατοτήτων συμμετοχής στον επίμαχο διαγωνισμό με την προσθήκη κριτηρίων επιλογής. Αντιθέτως, σκοπός του όρου αυτού είναι κατά τα φαινόμενα να τονίσει τη σημασία που έχει να περιλαμβάνονται στην τεχνική προσφορά ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία απαιτεί ήδη η προκήρυξη του διαγωνισμού για την εκτίμηση της τεχνικής ικανότητας του προσφέροντος.
[παραλειπόμενα]
57
Το περιεχόμενο του ως άνω χωρίου στο οποίο στηρίζεται ο πρώτος λόγος ακυρώσεως που προβάλλει η αιτούσα πρέπει να εξεταστεί λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων. Το πρώτο πληροφοριακό στοιχείο για το οποίο κάνει λόγο το σημείο 12, πέμπτο εδάφιο, της συγγραφής υποχρεώσεων, ήτοι «[ο] κατάλογο[ς] παρόμοιων εγκαταστάσεων που έχει εκτελέσει απευθείας η προσφέρουσα επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων πολιτικού μηχανικού, των μηχανικών και των ηλεκτροτεχνικών εγκαταστάσεων, με αναφορά των κύριων χαρακτηριστικών καθεμίας από αυτές» κατά τα φαινόμενα παραπέμπει στο σημείο III.2.3, στοιχείο γʹ, της προκηρύξεως του διαγωνισμού το οποίο αφορά τον «κατάλογο των κυριότερων παρόμοιων εργασιών προς αυτές που αποτελούν το κύριο αντικείμενο της παρούσας προκήρυξης σύμβασης, οι οποίες έχουν εκτελεστεί κατά τα τελευταία 10 έτη, με αναφορά των σχετικών αξιών, της ηλεκτρικής ισχύος, των ημερομηνιών ή περιόδων εκτέλεσης και των επωνυμιών των δημόσιων ή ιδιωτικών αποδεκτών». Διευκρινίζεται, αφενός, ότι «[γ]ια κάθε [έργο], πρέπει να παρασχεθεί το πιστοποιητικό τελικής επιθεώρησης ή άλλο έγγραφο που αποδεικνύει την ορθή εγκατάσταση (π.χ. τελικό τιμολόγιο)» και, αφετέρου, ότι «τουλάχιστον 2 εκ των αναφερόμενων […] έργων πρέπει να αφορούν την κατασκευή σταθμού συνδυασμένης παραγωγής ενέργειας ισχύος τουλάχιστον 8 MW». Η σύγκριση των δύο χωρίων φαίνεται να καθιστά δυνατό τον εκ προοιμίου αποκλεισμό της ερμηνείας της αιτούσας η οποία τονίζει τη σχέση μεταξύ lex generalis και lex specialis, καθόσον, μολονότι στο χωρίο της συγγραφής υποχρεώσεων περιλαμβάνεται ο όρος «απευθείας» ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί διευκρινιστικός, εντούτοις από άλλες απόψεις το ίδιο χωρίο είναι πιο αόριστο σε σχέση με το χωρίο της προκηρύξεως του διαγωνισμού. Πράγματι, το πρώτο χωρίο δεν προβλέπει κανέναν χρονικό περιορισμό. Επιπλέον, το ίδιο χωρίο φαίνεται να επιδέχεται και άλλη ερμηνεία πέραν της προβαλλόμενης από την αιτούσα. Ειδικότερα, μπορεί να έχει την έννοια ότι ο κατάλογος αυτός πρέπει να υποβάλλεται στην περίπτωση που ο προσφέρων έχει εκτελέσει απευθείας αυτό το είδος των έργων και μόνο. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν απαιτείται υποβολή του καταλόγου αυτού, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν τέτοια έργα, χωρίς όμως εξ αυτού του λόγου να κωλύεται η συμμετοχή του προσφέροντος στον διαγωνισμό, καθόσον μπορεί να πληροί τις προϋποθέσεις συμμετοχής που προβλέπει η προκήρυξη του διαγωνισμού στηριζόμενος σε τρίτους.
58
Από την ανάλυση αυτή προκύπτει ότι τα πληροφοριακά στοιχεία για τα οποία γίνεται λόγος στο σημείο 12, πέμπτο εδάφιο, της συγγραφής υποχρεώσεων είναι ενδεχόμενο να έχουν την έννοια, αφενός, ότι αποτελούν υπόμνηση του κριτηρίου που προβλέπεται στο σημείο III.2.3, στοιχεία γʹ, δʹ και εʹ, της προκηρύξεως του διαγωνισμού και, αφετέρου, ότι παρέχουν διευκρινίσεις για την παρουσίαση των απαιτούμενων πληροφοριακών στοιχείων (ένδειξη της εγγύτητας, διευκρίνιση του αν οι εγκαταστάσεις εκτελέστηκαν απευθείας από τον προσφέροντα).
59
Εντούτοις, στο παρόν στάδιο, η ερμηνεία την οποία προβάλλει η αιτούσα δεν φαίνεται να μπορεί να αποκλειστεί εντελώς, καθόσον μάλιστα η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της δεν παρέχει καμία εξήγηση ως προς τη σημασία του όρου «απευθείας» και τους λόγους για τους οποίους τέθηκε.
60
Ως εκ τούτου, η αβεβαιότητα ως προς την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στον όρο αυτόν και τις συνέπειές της επί του συννόμου της επίμαχης διαδικασίας οδηγεί τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων στο συμπέρασμα ότι υφίσταται σημαντικό νομικό ζήτημα του οποίου η επίλυση δεν είναι προφανής, οπότε, εκ πρώτης όψεως, η σχετική προσφυγή δεν στερείται σοβαρού ερείσματος [βλ., υπ’ αυτή την έννοια, διάταξη της 10ης Σεπτεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Pilkington Group, C‑278/13 P(R), Συλλογή, EU:C:2013:558, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
61
Εντούτοις, υπενθυμίζεται συναφώς ότι στο πλαίσιο της ειδικής δικονομικής μεταχειρίσεως της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όταν ο προσφέρων του οποίου η προσφορά απορρίφθηκε αποδεικνύει τη συνδρομή ιδιαίτερα σοβαρού fumus boni juris, δεν μπορεί να απαιτείται από αυτόν να αποδείξει ότι υπάρχει κίνδυνος η απόρριψη της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων να του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία, διότι διαφορετικά θα θιγόταν κατά τρόπο υπέρμετρο και αδικαιολόγητο η αποτελεσματική ένδικη προστασία της οποίας απολαύει δυνάμει του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέτοιος fumus boni juris συντρέχει όταν προκύπτει αρκούντως πρόδηλη και σοβαρή παρανομία, η επέλευση ή η παράταση των συνεπειών της οποίας πρέπει να εμποδιστεί το συντομότερο δυνατόν, εκτός αν αυτό αντιβαίνει τελικώς στη στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων. Υπό αυτές τις εξαιρετικές συνθήκες, αρκεί μόνη η απόδειξη της σοβαρότητας της ζημίας που θα προκαλούσε η μη αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως για να πληρούται η προϋπόθεση του επείγοντος, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να μην επέλθουν οι συνέπειες τέτοιας φύσεως παρανομίας (διάταξη Vanbreda Risk & Benefits κατά Επιτροπής, σκέψη 15 ανωτέρω, EU:T:2014:1024, σκέψη 162).
62
Εν προκειμένω, όμως, από την εξέταση του δεύτερου, του τρίτου, του τέταρτου και του πέμπτου λόγου δεν προέκυψε η συνδρομή fumus boni juris […]. Ομοίως, από την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως προέκυψε μόνο η ύπαρξη αβεβαιότητας η οποία οδήγησε τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων στην κρίση ότι ο λόγος αυτός δεν είναι παντελώς αστήρικτος.
63
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό εν προκειμένω ότι η συμπεριφορά και οι αποφάσεις της Επιτροπής αποτελούν, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, αρκούντως πρόδηλες και σοβαρές παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης, ώστε να είναι αναγκαίο να εμποδιστεί η επέλευση των συνεπειών τους στο μέλλον, χωρίς να απαιτείται η αιτούσα να αποδείξει το ανεπανόρθωτο της ζημίας που θα υφίστατο στην περίπτωση μη αναστολής της προσβαλλομένης αποφάσεως.
64
Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι από την εξέταση των λόγων που προβλήθηκαν προς στήριξη της αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως δεν προέκυψε η συνδρομή ιδιαιτέρως σοβαρού fumus boni juris, πρέπει να εξεταστεί η προϋπόθεση του επείγοντος προκειμένου να κριθεί αν η αιτούσα απέδειξε ότι η ζημία της οποίας τον κίνδυνο επελεύσεως προβάλλει είναι σοβαρή και ανεπανόρθωτη.
Επί του επείγοντος
65
Κατά πάγια νομολογία, το επείγον μιας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη λήψεως προσωρινής αποφάσεως προς αποτροπή σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας που θα μπορούσε να προκληθεί στον διάδικο ο οποίος ζητεί τα ασφαλιστικά μέτρα. Απόκειται στον διάδικο αυτό να προσκομίσει σοβαρά αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι αν ανέμενε την έκβαση της διαδικασίας επί της προσφυγής θα μπορούσε να υποστεί ο ίδιος τέτοια ζημία (βλ. διάταξη της 19ης Σεπτεμβρίου 2012, Ελλάδα κατά Επιτροπής, T‑52/12 R, Συλλογή, EU:T:2012:447, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
66
Εν προκειμένω, η αιτούσα εκθέτει, σε μόνο μία σελίδα και κάτι της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία λόγω των προσβαλλόμενων μέτρων. Κατά την αιτούσα, αφενός, ο επίμαχος διαγωνισμός έχει ουσιώδη σημασία για την ίδια τη συνέχιση της δραστηριότητάς της και, αφετέρου, έχει κινηθεί διαδικασία προγράμματος κοινωνικών μέτρων σε παρόμοιο εργοτάξιο της επιχειρήσεως και λόγω της καταστάσεως αυτής υποχρεώθηκε να θέσει σε διαθεσιμότητα τέσσερα άτομα (και να προβλέπει το ίδιο για δύο ακόμη άτομα), δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν τα εν λόγω άτομα να μετατεθούν σε άλλα εργοτάξια. Επισημαίνει συναφώς ότι η χρήση της διαδικασίας κινητικότητας είναι ένδειξη της δυσχερούς θέσεως στην οποία έχει περιέλθει λόγω της μη αναθέσεως σε αυτή του αντικειμένου της επίμαχης συμβάσεως.
67
Διαπιστώνεται συναφώς ότι το επιχείρημα της αιτούσας σχετικά με τη σημασία της επίμαχης συμβάσεως για τη συνέχιση της δραστηριότητάς της ουδόλως τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα και ακριβή στοιχεία ούτε συνοδεύεται από επικυρωμένα λεπτομερή έγγραφα. […] Κατά συνέπεια, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αιτούσα δεν παρέσχε κανένα στοιχείο σχετικά με την οικονομική κατάστασή της το οποίο να μπορεί να καταστήσει δυνατή για τον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων την εκτίμηση του κατά πόσον η ζημία που προβάλλει είναι σοβαρή και ανεπανόρθωτη, ενώ τέτοια στοιχεία είναι απαραίτητα για την εκτίμηση του επείγοντος και θα έπρεπε να εκτίθενται στην ίδια την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
68
Όσον αφορά τη χρήση της διαδικασίας κινητικότητας, διαπιστώνεται, αφενός, ότι η αιτούσα κίνησε τη διαδικασία προγράμματος κοινωνικών μέτρων για παρόμοιο εργοτάξιο στις 17 Μαρτίου 2014, ήτοι πριν από την απόρριψη της προσφοράς της στο πλαίσιο του επίμαχου διαγωνισμού. Κατά πάγια νομολογία όμως η προβαλλόμενη επείγουσα κατάσταση λόγω του κινδύνου σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας πρέπει να οφείλεται στα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως, πράγμα που δεν ισχύει εν προκειμένω, δεδομένου ότι η διαδικασία κινητικότητας δεν κινήθηκε λόγω της εκτελέσεως των προσβαλλομένων πράξεων. Επισημαίνεται συναφώς ότι η αιτούσα διευκρινίζει με τις παρατηρήσεις της επί των παρατηρήσεων της παρεμβαίνουσας ότι οι πραγματικές αποφάσεις για την εφαρμογή της διαδικασίας αυτής λήφθηκαν αφού έλαβε γνώση της απορρίψεως της προσφοράς της στο πλαίσιο του επίμαχου διαγωνισμού. Εντούτοις, από τη δικογραφία προκύπτει ότι τα έγγραφα τα οποία εστάλησαν στους συγκεκριμένους εργαζόμενους στις 18 Ιουνίου 2014 και επικαλείται η αιτούσα για να στηρίξει την επιχειρηματολογία της είναι απλώς συνέπειες της εν λόγω διαδικασίας, η οποία είχε κινηθεί πριν από την απόφαση περί αναθέσεως του αντικειμένου της επίμαχης συμβάσεως και, άρα, δεν σχετίζονται με αυτήν.
[παραλειπόμενα]
70
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι από την εξέταση του πρώτου λόγου που προέβαλε η αιτούσα προς στήριξη της αιτήσεως αναστολής μπορεί να συναχθεί η συνδρομή ιδιαιτέρως σοβαρού fumus boni juris, διαπιστώνεται ότι η αιτούσα δεν προέβαλε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να αποδειχθεί η σοβαρότητα της προβαλλόμενης από αυτήν ζημίας.
71
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επιχειρηματολογία της αιτούσας είναι προδήλως αβάσιμη όσον αφορά τη συνδρομή της προϋποθέσεως του επείγοντος.
72
Κατά συνέπεια, για όλους τους προεκτεθέντες λόγους πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνει στάθμιση των εμπλεκόμενων συμφερόντων ούτε να εξεταστούν τα επιχειρήματα της Επιτροπής όσον αφορά το παραδεκτό του αιτήματος να ανασταλεί η εκτέλεση των συνακόλουθων αποφάσεων κατά των οποίων βάλλει η αιτούσα.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 24 Μαρτίου 2015.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
M. Jaeger
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις της παρούσας διατάξεως των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.
Full & Egal Universal Law Academy