ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (ένατο τμήμα)
της 10ης Ιουνίου 2016 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως — Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας — Περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία — Δέσμευση κεφαλαίων — Κατάλογος των προσώπων, οντοτήτων και φορέων κατά των οποίων ισχύει η δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων — Καταχώριση στον κατάλογο του ονόματος του προσφεύγοντος — Προθεσμία ασκήσεως προσφυγής — Παραδεκτό — Απόδειξη του βασίμου της καταχωρίσεως στον κατάλογο — Προσφυγή προδήλως βάσιμη»
Στην υπόθεση T‑494/14,
Oleksandr Klymenko, κάτοικος Κιέβου (Ουκρανία), εκπροσωπούμενος από τους M. Shaw, QC, και I. Quirk, barrister,
προσφεύγων,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους A. Vitro και J.‑P. Hix,
καθού,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/216/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2014, για την εφαρμογή της απόφασης 2014/119/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 111, σ. 91), και του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 381/2014 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2014, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 208/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 111, σ. 33), καθόσον αφορούν τον προσφεύγοντα,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis (εισηγητή), πρόεδρο, O. Czúcz και A. Popescu, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η υπό κρίση υπόθεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων λόγω της καταστάσεως στην Ουκρανία.
2
Ο προσφεύγων Oleksandr Klymenko διατέλεσε υπουργός εσόδων και δαπανών στην Ουκρανία.
3
Στις 5 Μαρτίου 2014, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2014/119/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 66, σ. 26).
4
Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2014/119 ορίζει τα εξής:
«1. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην [κυριότητα] ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν αναγνωριστεί ως υπεύθυνα για την [υπεξαίρεση ουκρανικού δημοσίου χρήματος] και προσώπων υπεύθυνων για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων [στην Ουκρανία], καθώς και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα.
2. Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση διάθεση κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που απαριθμούνται στο παράρτημα ή προς όφελος αυτών.»
5
Οι όροι εφαρμογής των επίμαχων περιοριστικών μέτρων καθορίζονται στις επόμενες παραγράφους του ιδίου άρθρου.
6
Το Συμβούλιο εξέδωσε αυθημερόν, βάσει του άρθρου 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) 208/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 66, σ. 1).
7
Σύμφωνα με την απόφαση 2014/119, ο κανονισμός 208/2014 επιβάλλει τη λήψη των επίμαχων περιοριστικών μέτρων και καθορίζει τους όρους εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων αυτών χρησιμοποιώντας, κατ’ ουσίαν, διατύπωση πανομοιότυπη με εκείνη της ως άνω αποφάσεως.
8
Τα ονόματα των προσώπων τα οποία αφορούν η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος της εν λόγω αποφάσεως και στον κατάλογο του παραρτήματος I του εν λόγω κανονισμού (στο εξής: κατάλογος), παρατιθεμένης, μεταξύ άλλων, της αιτιολογίας για την καταχώρισή τους. Αρχικά, το όνομα του προσφεύγοντος δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο αυτό.
9
Στις 6 Μαρτίου 2014, το Συμβούλιο δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανακοίνωση προς τα πρόσωπα στα οποία επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπονται στην απόφαση 2014/119 και στον κανονισμό 208/2014 (ΕΕ 2014, C 66, σ. 1). Κατά την ανακοίνωση αυτή, «τα εν λόγω πρόσωπα δύνανται να υποβάλουν στο Συμβούλιο […] αίτηση επανεξέτασης της απόφασης υπαγωγής τους στον κατάλογο […], μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα». Η ανακοίνωση εφιστά επίσης την προσοχή των εν λόγω προσώπων «στη δυνατότητα να προσβάλουν την απόφαση του Συμβουλίου ενώπιον του [Γενικού Δικαστηρίου], σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 275, δεύτερο εδάφιο, [ΣΛΕΕ] και στο άρθρο 263, [τέταρτο και έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ]».
10
Η απόφαση 2014/119 και ο κανονισμός 208/2014 τροποποιήθηκαν με την εκτελεστική απόφαση 2014/216/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2014, για την εφαρμογή της αποφάσεως 2014/119 (ΕΕ 2014, L 111, σ. 91), και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 381/2014 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2014, για την εφαρμογή του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ 2014, L 111, σ. 33).
11
Με την εκτελεστική απόφαση 2014/216 και τον εκτελεστικό κανονισμό 381/2014, το όνομα του προσφεύγοντος προστέθηκε στον κατάλογο, με στοιχεία ταυτοποιήσεως «πρώην Υπουργός Εσόδων και Δαπανών» και την ακόλουθη αιτιολογία:
«Πρόσωπο κατά του οποίου έχει κινηθεί έρευνα στην Ουκρανία για συμμετοχή σε εγκλήματα σχετιζόμενα με την υπεξαίρεση ουκρανικού δημόσιου χρήματος και την παράνομη μεταφορά του εκτός της χώρας.»
12
Στις 15 Απριλίου 2014 το Συμβούλιο δημοσίευσε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανακοίνωση η οποία ήταν πανομοιότυπη, κατ’ ουσίαν, εκείνης που είχε δημοσιεύσει στις 6 Μαρτίου 2014 (σκέψη 9 ανωτέρω), προς τα πρόσωπα στα οποία επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα που προβλέπονται στην απόφαση 2014/119, όπως τέθηκε σε εφαρμογή με την εκτελεστική απόφαση 2014/216, και στον κανονισμό 208/2014, όπως τέθηκε σε εφαρμογή με τον εκτελεστικό κανονισμό 381/2014, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία.
13
Η απόφαση 2014/119 τροποποιήθηκε επίσης με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/143 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2015, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 2014/119 (ΕΕ 2015, L 24, σ. 16), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 31η Ιανουαρίου 2015. Όσον αφορά τα κριτήρια για τον καθορισμό των προσώπων σε βάρος των οποίων επιβάλλονται τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, από το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην [κυριότητα] ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων και προσώπων υπεύθυνων για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων [στην Ουκρανία], καθώς και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα.
Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, στα πρόσωπα που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων συγκαταλέγονται και πρόσωπα για τα οποία οι ουκρανικές αρχές διεξάγουν έρευνες για:
α)
υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων ή [ιδιοποίηση περιουσιακών στοιχείων του ουκρανικού Δημοσίου] ή συνέργεια [στα αδικήματα αυτά], ή
β)
κατάχρηση εξουσίας από μέρους κρατικού [αξιωματούχου] με σκοπό την εξασφάλιση οφέλους για τον ίδιο/α ή τρίτους, προκαλώντας έτσι ζημία στα ουκρανικά δημόσια κεφάλαια ή [περιουσιακά στοιχεία], ή για συνέργεια [στην κατάχρηση αυτή].»
14
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/138 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ 2015, L 24, σ. 1), τροποποίησε τον εν λόγω κανονισμό σύμφωνα με την απόφαση 2015/143.
15
Η απόφαση 2004/119 και ο κανονισμός 208/2014 τροποποιήθηκαν μεταγενέστερα με την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/364 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2015, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/119 (ΕΕ 2015, L 62, σ. 25), και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/357 του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2015, περί εφαρμογής του κανονισμού (ΕE) 208/2014 (ΕΕ 2015, L 62, σ. 1). Με την απόφαση 2015/364 τροποποιήθηκε το άρθρο 5 της αποφάσεως 2014/119, παρατεινομένου του χρόνου ισχύος των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, έως τις 6 Μαρτίου 2016. Ο εκτελεστικός κανονισμός 2015/357 αντικατέστησε κατά συνέπεια το παράρτημα I του κανονισμού 208/2014.
16
Βάσει των πράξεων αυτών, το όνομα του προσφεύγοντος εξακολούθησε να περιλαμβάνεται στον κατάλογο, με τα στοιχεία ταυτοποιήσεως «πρώην [Υ]πουργός Εσόδων και Δαπανών» και με την ακόλουθη νέα αιτιολογία:
«Πρόσωπο [κατά του οποίου] έχει κινηθεί ποινική διαδικασία από τις ουκρανικές αρχές για [υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος] ή περιουσιακών στοιχείων [του Δημοσίου] και για κατάχρηση [εξουσίας] ως κρατικού [αξιωματούχου] προκειμένου να [προσπορίσει αδικαιολόγητο όφελος στον εαυτό του ή σε τρίτο] και, ως εκ τούτου, προκαλώντας απώλεια δημόσιων πόρων ή περιουσιακών στοιχείων της Ουκρανίας».
17
Κατά της αποφάσεως 2015/364 και του εκτελεστικού κανονισμού 2015/357 ο προσφεύγων άσκησε νέα προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στις 15 Μαΐου 2015 (υπόθεση T‑245/15, Klymenko κατά Συμβουλίου).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
18
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Ιουνίου 2014, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
19
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε αυθημερόν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση προκειμένου η υπό κρίση προσφυγή να εκδικασθεί βάσει της ταχείας διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 76α του Κανονισμού Διαδικασίας του γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991. Το Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της αιτήσεως αυτής. Με απόφαση της 11ης Αυγούστου 2014, το Γενικό Δικαστήριο (ένατο τμήμα) απέρριψε την αίτηση ταχείας διαδικασίας.
20
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, το Συμβούλιο ήγειρε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991.
21
Το Γενικό Δικαστήριο (ένατο τμήμα), με διάταξη της 7ης Ιανουαρίου 2015, αποφάσισε να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου μαζί με την ουσία της υποθέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991.
22
Στις 24 Φεβρουαρίου 2015 το Συμβούλιο υπέβαλε αιτιολογημένη αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 4, των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Γενικού Δικαστηρίου, ζητώντας να μην περιληφθεί στα έγγραφα της υποθέσεως αυτής στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό το περιεχόμενο ορισμένων παραρτημάτων του υπομνήματος αντικρούσεως.
23
Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 2015, ο προσφεύγων ζήτησε τη λήψη μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας ώστε να τύχει προσβάσεως σε έγγραφα τα οποία το Συμβούλιο δεν είχε ακόμη προσκομίσει προκειμένου να περιληφθούν στη δικογραφία. Στις 4 Μαΐου 2015, το Συμβούλιο προσκόμισε, προκειμένου να περιληφθούν στη δικογραφία, τα έγγραφα που είχε ζητήσει ο προσφεύγων και υπέβαλε αιτιολογημένη αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 18, παράγραφος 4, των οδηγιών προς τον Γραμματέα του Γενικού Δικαστηρίου, ζητώντας να μην περιληφθεί το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών στα έγγραφα της υποθέσεως στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό.
24
Με έγγραφο της 25ης Νοεμβρίου 2015, η Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου ζήτησε από τους διαδίκους να αναπτύξουν τις απόψεις τους όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 132 του Κανονισμού Διαδικασίας στην υπό κρίση υπόθεση, λαμβανομένης υπόψη της εκδόσεως της αποφάσεως της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση 2014/119 και τον κανονισμό 208/2014, καθόσον αφορούσαν τον προσφεύγοντα της υποθέσεως εκείνης. Οι διάδικοι απήντησαν εμπροθέσμως.
25
Ο προσφεύγων ζητεί κατ’ ουσίαν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου·
—
να ακυρώσει την εκτελεστική απόφαση 2014/216 και τον εκτελεστικό κανονισμό 381/2014, καθόσον τον αφορούν·
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
26
Το Συμβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
κυρίως, να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
επικουρικώς, να απορρίψει την προσφυγή ως στερούμενη ερείσματος·
—
επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρώσεως, να κρίνει ότι εξακολουθούν να ισχύουν τα αποτελέσματα της αποφάσεως 2014/119, όπως τροποποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2014/216, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα μέχρι την έναρξη των αποτελεσμάτων της μερικής ακυρώσεως του κανονισμού 208/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό 381/2014·
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
27
Κατά το άρθρο 132 του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση κατά την οποία το Γενικό Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί ενός ή πλειόνων νομικών ζητημάτων πανομοιότυπων με εκείνα τα οποία θέτουν οι λόγοι ακυρώσεως ή οι ισχυρισμοί που προβάλλονται με την προσφυγή και εφόσον το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα πραγματικά περιστατικά έχουν αποδειχθεί, είναι δυνατόν, μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας και αφού ακούσει τους διαδίκους, να αποφασίσει να κρίνει την προσφυγή προδήλως βάσιμη με αιτιολογημένη διάταξη παραπέμπουσα στη συναφή νομολογία.
28
Εν προκειμένω, το Συμβούλιο προέβαλε, με χωριστό δικόγραφο, ένσταση απαραδέκτου, η οποία, μολονότι αποφασίσθηκε να εξετασθεί μαζί με την ουσία της υποθέσεως, εξακολουθεί να εκκρεμεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι έχει ενημερωθεί επαρκώς από τη δικογραφία, αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς να συνεχισθεί η διαδικασία.
Επί της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο
29
Το Συμβούλιο διατείνεται ότι η υπό κρίση προσφυγή κατά της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/216 και του εκτελεστικού κανονισμού 381/2014 είναι απαράδεκτη, για τον λόγο ότι ασκήθηκε εκπροθέσμως. Ειδικότερα, το Συμβούλιο, υπενθυμίζοντας το γράμμα του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και παραπέμποντας στην απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑478/11 P έως C‑482/11 P, EU:C:2013:258), υποστηρίζει ότι η δίμηνη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής άρχισε από την κοινοποίηση στον προσφεύγοντα της αποφάσεως να περιληφθεί το όνομά του στον κατάλογο, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη δημοσίευση ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. σκέψη 12 ανωτέρω), δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν γνώριζε τη διεύθυνση του προσφεύγοντος.
30
Το Συμβούλιο υποστηρίζει συναφώς ότι το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, κατά το οποίο η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής αρχίζει από το τέλος της δεκάτης τετάρτης ημέρας από της δημοσιεύσεως της πράξεως, έχει εφαρμογή μόνον οσάκις η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά πράξεως αρχίζει από της δημοσιεύσεως της πράξεως αυτής, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Επιπλέον, από την απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑478/11 P έως C‑482/11 P, EU:C:2013:258), προκύπτει ότι σε περίπτωση κατά την οποία μέτρο κοινοποιήθηκε στα πρόσωπα και τις οντότητες που αφορά με τη δημοσίευση ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτά τα πρόσωπα και οντότητες δεν μπορούν να επικαλεσθούν την εν λόγω δημοσίευση για να καθυστερήσουν την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.
31
Ως εκ τούτου, εν προκειμένω, η δίμηνη προθεσμία ασκήσεως προσφυγής την οποία προβλέπει το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, προσαυξημένη με την κατ’ αποκοπή παρέκταση δέκα ημερών λόγω αποστάσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, εξέπνευσε, κατά το Συμβούλιο, στις 25 Ιουνίου 2014. Η υπό κρίση προσφυγή, η οποία ασκήθηκε στις 30 Ιουνίου 2014, είναι συνεπώς απαράδεκτη.
32
Ο προσφεύγων αμφισβητεί τα επιχειρήματα του Συμβουλίου και υποστηρίζει ότι η προσφυγή δεν ασκήθηκε εκπροθέσμως.
33
Καταρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να ασκείται εντός προθεσμίας δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης πράξεως, από την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.
34
Κατά τη νομολογία, από την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας προκύπτει ότι η διοικητική αρχή της Ένωσης που εκδίδει πράξη συνεπαγόμενη περιοριστικά μέτρα κατά προσώπου ή οντότητας οφείλει να γνωστοποιήσει στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή οντότητα την αιτιολογία στην οποία στηρίζεται η πράξη αυτή, κατά το μέτρο του δυνατού, είτε κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως αυτής είτε, τουλάχιστον, το ταχύτερο δυνατό μετά τη έκδοσή της, ώστε να παρασχεθεί σε αυτό το πρόσωπο ή οντότητα η δυνατότητα να ασκήσει το δικαίωμά του προσφυγής (βλ. απόφαση της 16ης Νοεμβρίου 2011, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου, C‑548/09 P, EU:C:2011:735, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35
Τούτο απορρέει από την ιδιάζουσα φύση των πράξεων με τις οποίες επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα σε βάρος προσώπου ή οντότητας, οι οποίες προσομοιάζουν τόσο με πράξεις γενικού περιεχομένου, καθόσον απαγορεύουν σε κατηγορία αποδεκτών καθοριζομένων κατά τρόπο γενικό και αόριστο, μεταξύ άλλων, τη διάθεση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων σε πρόσωπα και οντότητες που περιλαμβάνονται στους καταλόγους των παραρτημάτων τους, όσο και με δέσμη ατομικών αποφάσεων οι οποίες αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα και οντότητες (βλ. απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑478/11 P έως C‑482/11 P, EU:C:2013:258, σκέψη 56 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
36
Εν προκειμένω, η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας συγκεκριμενοποιείται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2014/119 και στο άρθρο 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 208/2014, βάσει των οποίων ορίζεται ότι το Συμβούλιο γνωστοποιεί την απόφασή του στο οικείο πρόσωπο ή φορέα, περιλαμβανομένης της αιτιολογίας για την καταχώριση του ονόματός του στον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων σε βάρος των οποίων επιβάλλονται τα περιοριστικά μέτρα, είτε απευθείας, εφόσον η διεύθυνσή του είναι γνωστή, είτε με δημοσίευση ανακοινώσεως, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις.
37
Επομένως, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ακυρώσεως πράξεως με την οποία επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα σε βάρος προσώπου ή οντότητας αρχίζει είτε από της ημερομηνίας της ατομικής κοινοποιήσεως της πράξεως αυτής στον ενδιαφερόμενο, εφόσον η διεύθυνσή του είναι γνωστή, είτε, στην αντίθετη περίπτωση, από της δημοσιεύσεως ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., σχετικώς, απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, C‑478/11 P έως C‑482/11 P, EU:C:2013:258, σκέψεις 59 έως 62).
38
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι το Συμβούλιο δεν είναι ελεύθερο να επιλέγει αυθαίρετα τον τρόπο κοινοποιήσεως των αποφάσεών του στους ενδιαφερομένους. Πράγματι, από τη σκέψη 61 της αποφάσεως της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑478/11 P έως C‑482/11 P, EU:C:2013:258), προκύπτει ότι, κατά το Δικαστήριο, επιτρέπεται η έμμεση κοινοποίηση πράξεων με τις οποίες επιβάλλονται περιοριστικά μέσα διά της δημοσιεύσεως ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνον στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το Συμβούλιο αδυνατεί να προβεί σε ατομική κοινοποίηση. Τυχόν διαφορετική ερμηνεία θα παρείχε στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να απαλλαγεί ευχερώς της υποχρεώσεώς του ατομικής κοινοποιήσεως (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Zanjani κατά Συμβουλίου, T‑155/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:605, σκέψη 36, Sorinet Commercial Trust Bankers κατά Συμβουλίου, T‑157/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:606, σκέψη 38, και Sharif University of Technology κατά Συμβουλίου, T‑181/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:607, σκέψη 31).
39
Επιπλέον, μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο αδυνατεί να κοινοποιήσει ατομικώς σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε οντότητα πράξη η οποία προβλέπει περιοριστικά μέτρα που αφορούν το εν λόγω πρόσωπο ή την εν λόγω οντότητα είτε όταν η διεύθυνση του προσώπου αυτού ή της οντότητας αυτής δεν είναι δημόσια και δεν έχει γνωστοποιηθεί στο Συμβούλιο είτε όταν η κοινοποίηση στη διεύθυνση την οποία διαθέτει το Συμβούλιο αποδεικνύεται ατελέσφορη, παρά τις ενέργειες στις οποίες προέβη, με όλη την απαιτούμενη επιμέλεια, προκειμένου να προβεί στην κοινοποίηση αυτή (απόφαση της 5ης Νοεμβρίου 2014, Mayaleh κατά Συμβουλίου, T‑307/12 και T‑408/13, EU:T:2014:926, σκέψη 61).
40
Εν προκειμένω, το Συμβούλιο διατείνεται ότι δεν γνώριζε τη διεύθυνση του προσφεύγοντος κατά τον χρόνο εκδόσεως της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/216 και του εκτελεστικού κανονισμού 381/2014, ισχυρισμός που δεν αμφισβητείται από τον ενδιαφερόμενο.
41
Δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν είχε άλλη επιλογή εκτός της κοινοποιήσεως της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος διά της δημοσιεύσεως ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ημερομηνία δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως αυτής αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής στην υπό κρίση υπόθεση.
42
Όσον αφορά τον υπολογισμό της προθεσμίας αυτής, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, οσάκις η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά πράξεως θεσμικού οργάνου αρχίζει από το τέλος της δεκάτης τετάρτης ημέρας από της δημοσιεύσεως της πράξεως, η προθεσμία αυτή υπολογίζεται από το τέλος της δεκάτης τετάρτης ημέρας από της δημοσιεύσεως της πράξεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 102, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού, η προθεσμία αυτή πρέπει να παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες, κατ’ αποκοπήν.
43
Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
44
Καταρχάς, από το γράμμα του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 προκύπτει ότι η παρέκταση της προθεσμίας κατά δεκατέσσερις ημέρες έχει εφαρμογή στην περίπτωση των πράξεων για τις οποίες η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής αρχίζει από της δημοσιεύσεώς τους, στοιχείο που αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής μόνον τις πράξεις οι οποίες αποτελούν αντικείμενο κοινοποιήσεως. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή ουδόλως διακρίνει αναλόγως του είδους της πράξεως που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, μπορεί να γίνει δεκτό ότι, καθόσον πράξη δημοσιεύθηκε, η δε ημερομηνία της δημοσιεύσεως αυτής αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά το άρθρο 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 τυγχάνει εφαρμογής (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Zanjani κατά Συμβουλίου, T‑155/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:605, σκέψεις 40 και 41, και Sorinet Commercial Trust Bankers κατά Συμβουλίου, T‑157/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:606, σκέψεις 42 και 43).
45
Εν συνεχεία, ο σκοπός της προθεσμίας των δεκατεσσάρων ημερών, την οποία προβλέπει το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, συνίσταται στο να διασφαλισθεί στους ενδιαφερομένους επαρκές χρονικό διάστημα για την άσκηση προσφυγής κατά των δημοσιευομένων πράξεων και, ως εκ τούτου, ο σεβασμός του δικαιώματος ουσιαστικής ένδικης προστασίας, όπως αυτό κατοχυρώνεται με το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, PPG και SNF κατά ΕΟΧΠ, C‑625/11 P, EU:C:2013:594, σκέψη 35).
46
Πρέπει να επισημανθεί, εξάλλου, ότι η δημοσίευση ανακοινώσεως σχετικά με την καταχώριση ονομάτων προσώπων και οντοτήτων κατά των οποίων έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να εξομοιωθεί με κοινοποίηση της πράξεως περί επιβολής των μέτρων αυτών στα οικεία πρόσωπα και οντότητες. Σε περίπτωση κοινοποιήσεως πράξεως τεκμαίρεται ότι τέθηκε στη διάθεση του αποδέκτη της την ημέρα της κοινοποιήσεως. Τούτο δεν συμβαίνει, όμως, σε περίπτωση κατά την οποία πράξεις ατομικού περιεχομένου, όπως τα περιοριστικά μέτρα, κοινοποιούνται εμμέσως στα οικεία πρόσωπα και οντότητες διά της δημοσιεύσεως ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 προβλέπει, πάντως, προθεσμία δεκατεσσάρων ημερών μετά τη λήξη της οποίας ευλόγως τεκμαίρεται ότι η Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πράγματι διαθέσιμη εντός του συνόλου των κρατών μελών και εντός των τρίτων κρατών. Ως εκ τούτου, η παρέκταση της προθεσμίας κατά δεκατέσσερις ημέρες, η οποία προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη, πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής στο σύνολο των πράξεων που κοινοποιούνται διά της δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένων των πράξεων ατομικού περιεχομένου που κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διά της δημοσιεύσεως ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Zanjani κατά Συμβουλίου, T‑155/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:605, σκέψεις 42 και 43, και Sorinet Commercial Trust Bankers κατά Συμβουλίου, T‑157/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:606, σκέψεις 44 και 45).
47
Τέλος, από τη νομολογία προκύπτει ότι η εφαρμογή του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 έχει ως σκοπό την προστασία του δικαιώματος των ενδιαφερομένων να τους γνωστοποιούνται τα περιοριστικά μέτρα που έχουν ληφθεί σε βάρος τους, ενδεχομένως με τη δημοσίευση ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Zanjani κατά Συμβουλίου, T‑155/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:605, σκέψη 44, και Sorinet Commercial Trust Bankers κατά Συμβουλίου, T‑157/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:606, σκέψη 46).
48
Πράγματι, σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι γνωστές οι διευθύνσεις των προσώπων ή των οντοτήτων σε βάρος των οποίων έχουν επιβληθεί περιοριστικά μέτρα ή είναι αδύνατη η απευθείας κοινοποίηση των μέτρων αυτών, ενδεχόμενη υπαγωγή της έμμεσης κοινοποιήσεως των μέτρων αυτών, διά της δημοσιεύσεως ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο καθεστώς υπολογισμού των προθεσμιών το οποίο ισχύει στις περιπτώσεις ατομικών κοινοποιήσεων θα στερούσε από τους ενδιαφερομένους την παρέκταση της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά δεκατέσσερις ημέρες από της δημοσιεύσεως της πράξεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, χωρίς, εντούτοις, να απολαύουν, κατά τα λοιπά, των εγγυήσεων που συνεπάγεται η απευθείας κοινοποίηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, η υποχρέωση έμμεσης κοινοποιήσεως των περιοριστικών μέτρων, διά της δημοσιεύσεως ανακοινώσεως, η οποία σκοπεί καταρχήν να παράσχει πρόσθετες εγγυήσεις στους ενδιαφερομένους, θα είχε παραδόξως ως αποτέλεσμα αυτοί να περιέρχονται σε μειονεκτικότερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση απλής δημοσιεύσεως των προσβαλλομένων πράξεων στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ., σχετικώς, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2014, Syrian Lebanese Commercial Bank κατά Συμβουλίου, T‑174/12 και T‑80/13, EU:T:2014:52, σκέψεις 65 και 66, και αποφάσεις της 3ης Ιουλίου 2014, Zanjani κατά Συμβουλίου, T‑155/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:605, σκέψη 45, και Sorinet Commercial Trust Bankers κατά Συμβουλίου, T‑157/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:606, σκέψη 47).
49
Εκ των προεκτεθέντων συνάγεται ότι το Συμβούλιο δεν δύναται να στηρίξει βασίμως την επιχειρηματολογία του στην απόφαση της 23ης Απριλίου 2013, Gbagbo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑478/11 P έως C‑482/11 P, EU:C:2013:258), όπου το Δικαστήριο επισήμανε ακριβώς ότι η υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως σκοπεί να προστατεύσει κυρίως τους πολίτες. Ως εκ τούτου, δεν χωρεί επίκληση της εν λόγω αποφάσεως, προκειμένου να υποβληθούν οι πολίτες σε δυσμενέστερη μεταχείριση από εκείνη της οποίας θα ετύγχαναν σε περίπτωση απλώς δημοσιεύσεως των πράξεων που προβλέπουν περιοριστικά μέτρα σε βάρος τους (βλ., σχετικώς, απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2014, Syrian Lebanese Commercial Bank κατά Συμβουλίου, T‑174/12 και T‑80/13, EU:T:2014:52, σκέψη 67).
50
Διαπιστώνεται, εξάλλου, ότι το Συμβούλιο πεπλανημένως αντλεί επιχείρημα από την απόφαση της 9ης Ιουλίου 2014, Al-Tabbaa κατά Συμβουλίου (T‑29/12 και T‑74/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:622), παραπέμποντας ειδικώς στη σκέψη 59 της εν λόγω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, στη σκέψη αυτή, υπενθυμίζεται καταρχάς ότι οι επίμαχες πράξεις είχαν κοινοποιηθεί στον προσφεύγοντα, αφενός, με έγγραφο που κοινοποιήθηκε στους πληρεξουσίους του και, αφετέρου, με τη δημοσίευση ανακοινώσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονότα τα οποία αμφότερα έλαβαν χώρα την ίδια ημέρα. Εν συνεχεία, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή κατά των πράξεων αυτών δεν είχε ασκηθεί εκπροθέσμως, δεδομένου ότι ασκήθηκε πριν εκπνεύσει η βραχύτερη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής, συγκεκριμένα δε η προθεσμία που αρχίζει από την κοινοποίηση στον πληρεξούσιο του προσφεύγοντος. Ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαίο, στην περίπτωση εκείνη, να εξετασθεί ο υπολογισμός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής που θα άρχιζε από της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως και στην περίπτωση της οποίας θα είχε εφαρμογή το άρθρο 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991.
51
Την τελευταία αυτή διαπίστωση αναιρεί το ότι, στην εν λόγω σκέψη 59 της αποφάσεως της 9ης Ιουλίου 2014, Al-Tabbaa κατά Συμβουλίου (T‑329/12 και T‑74/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:622), διευκρινίζεται ότι οι προθεσμίες ασκήσεως προσφυγής, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, παρεκτείνονται κατ’ αποκοπήν κατά δέκα ημέρες βάσει του άρθρου102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991. Πράγματι, αφενός μεν η διάταξη αυτή τυγχάνει εφαρμογής ανεξαρτήτως του είδους του συμβάντος που συνιστά την αφετηρία της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής, αφετέρου δε η εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, όπως υποστηρίζει το Συμβούλιο.
52
Εν προκειμένω, το Συμβούλιο δημοσίευσε ανακοίνωση περί της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 15ης Απριλίου 2014. Η δίμηνη προθεσμία, προσαυξημένη κατά δεκατέσσερις ημέρες βάσει του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, και παρεκτεινόμενη λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες, κατ’ αποκοπήν, βάσει της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, έληγε επομένως στις 9 Ιουλίου 2014.
53
Δεδομένου ότι η υπό κρίση προσφυγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την ίδια ημέρα, ασκήθηκε εντός της εκ του νόμου προβλεπομένης προθεσμίας, οπότε η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
54
Προς στήριξη της προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος ουσιαστικής ένδικης προστασίας. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αντλείται από πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως αναλύεται σε τρία σκέλη τα οποία αντλούνται, αντιστοίχως, από έλλειψη αιτιολογίας, από μη τήρηση των κριτηρίων του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 και από κατάχρηση εξουσίας. Τέλος, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως αντλείται από προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας καi παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
55
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει καταρχάς, από κοινού, τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως, προς στήριξη των οποίων ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι τα περιοριστικά μέτρα επιβλήθηκαν σε βάρος του χωρίς να υπάρχουν επαρκώς βάσιμα στοιχεία.
56
Πράγματι, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως εγείρουν νομικό ζήτημα πανομοιότυπο εκείνου επί του οποίου αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο στις αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), και της 28ης Ιανουαρίου 2016, Azarov κατά Συμβουλίου (T‑331/14, EU:T:2016:49), Azarov κατά Συμβουλίου (T‑332/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:48), Klyuyev κατά Συμβουλίου (T‑341/14, EU:T:2016:47), Arbuzov κατά Συμβουλίου (T‑434/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:46) και Stavytskyi κατά Συμβουλίου (T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45), οι οποίες κατέστησαν αμετάκλητες και έχουν πλέον περιβληθεί με την ισχύ δεδικασμένου.
57
Εν προκειμένω, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι δεν αποδείχθηκε ότι είναι υπεύθυνος υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος ή ότι συνδέεται με πρόσωπο που έχει χαρακτηρισθεί ως τέτοιο, ούτε ότι διενεργείται έρευνα σε βάρος του. Κατά τον προσφεύγοντα, ουδόλως προκύπτουν από τη δικογραφία τα κρίσιμα πραγματικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε το Συμβούλιο. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τη νομολογία, τα δικαιώματα άμυνας δεν επιτάσσουν να γνωστοποιούνται τα αποδεικτικά στοιχεία προ της επιβολής των μέτρων δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων, η ύπαρξη και ο επαρκής χαρακτήρας των αποδεικτικών στοιχείων πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ενδελεχούς ελέγχου εκ μέρους του δικαιοδοτικού οργάνου της Ένωσης.
58
Στο υπόμνημά του απαντήσεως, έχοντας λάβει γνώση του εγγράφου του γραφείου του γενικού εισαγγελέα της Ουκρανίας που απεστάλη στον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας στις 7 Μαρτίου 2014 (στο εξής: το από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο), ο προσφεύγων διατείνεται ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελούσε το μόνο υφιστάμενο αποδεικτικό στοιχείο βάσει του οποίου το Συμβούλιο αποφάσισε να καταχωρίσει το όνομα του προσφεύγοντος στον κατάλογο και ότι δεν συνιστούσε επαρκώς βάσιμο στοιχείο. Επιπλέον, το αδίκημα το οποίο μνημονευόταν στο από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο, δηλαδή η κατάχρηση εξουσίας, δεν τεκμηριώνει την αιτιολογία που προβλήθηκε για την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο, δεδομένου ότι, κατά τον ουκρανικό ποινικό κώδικα, η υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος αποτελεί διαφορετικό αδίκημα. Το Συμβούλιο ουδέποτε απέδειξε την ύπαρξη συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων ή επαρκώς βάσιμων στοιχείων ως προς τα πραγματικά περιστατικά, όπως επιτάσσει η νομολογία της Ένωσης, τα οποία θα δικαιολογούσαν την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο. Το γεγονός ότι στο από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο επισημαινόταν ότι κατά του προσφεύγοντος έχει ασκηθεί δίωξη λόγω «καταχρήσεως εξουσίας» δεν αρκεί αφεαυτού. Συγκεκριμένα, το Συμβούλιο όφειλε να αποδείξει ότι ήταν σε θέση να διακριβώσει ότι η διαδικασία που είχαν κινήσει οι ουκρανικές αρχές πληρούσε τα απαιτούμενα εχέγγυα σοβαρότητας.
59
Το Συμβούλιο αντιτείνει ότι η αιτιολογία της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο στηρίζεται σε βάσιμα στοιχεία. Συγκεκριμένα, η αιτιολογία αυτή στηρίζεται στο από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο, με το οποίο γνωστοποιούταν ότι διεξάγονται έρευνες με αντικείμενο τη συμμετοχή του προσφεύγοντος σε αξιόποινες πράξεις που σχετίζονται με την υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος και την παράνομη μεταφορά του εκτός Ουκρανίας, στοιχείο που αντιστοιχεί στην αιτιολογία βάσει της οποίας ο προσφεύγων περιελήφθη στον κατάλογο της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/216 και του εκτελεστικού κανονισμού 381/2014. Συναφώς, το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι η ανάγκη προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων δεν φθάνει μέχρις του σημείου να απαιτείται η απόδειξη ότι πράγματι τελέσθηκαν τα αδικήματα για τα οποία οι ουκρανικές αρχές θεωρούν ύποπτο τον προσφεύγοντα. Αρκεί, συγκεκριμένα, το Συμβούλιο να προσκομίσει στοιχεία αποδεικνύοντα την ύπαρξη ερευνών για ενδεχόμενη παράνομη ιδιοποίηση κεφαλαίων του ουκρανικού Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων περί του ότι ο προσφεύγων είναι πράγματι ένοχος, στοιχείο του οποίου η απόδειξη απόκειται στις ουκρανικές αρχές. Εξάλλου, πρέπει συναφώς να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, των εκκρεμών στην Ουκρανία ποινικών διαδικασιών (περιλαμβανομένων των ανακρίσεων), στο πλαίσιο των οποίων ο προσφεύγων θα είναι σε θέση να υπερασπίσει τον εαυτό του σύμφωνα με τους κανόνες της ουκρανικής ποινικής δικονομίας, και, αφετέρου, των προσωρινών προληπτικών μέτρων περί δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων του προσφεύγοντος εντός της Ένωσης, για τη λήψη των οποίων το Συμβούλιο δεν οφείλει να αποδείξει τα ποινικά αδικήματα για τα οποία κινήθηκε έρευνα κατά του προσφεύγοντος. Επομένως, το Συμβούλιο μπορούσε να στηριχθεί απλώς στην ύπαρξη εκκρεμούς έρευνας για να αποφασίσει την επιβολή περιοριστικών μέτρων.
60
Στο υπόμνημά του ανταπαντήσεως, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται ο προσφεύγων, κατά τον χρόνο εκδόσεως της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/216 και του εκτελεστικού κανονισμού 381/2014, έλαβε υπόψη τρία στοιχεία, συγκεκριμένα δε το ειδικό πλαίσιο της καταστάσεως στην Ουκρανία, τη δικαιολόγηση που συνιστά το από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο και [εμπιστευτικό] ( 1 ). Επομένως, το Συμβούλιο παρέσχε επαρκείς διευκρινίσεις όσον αφορά τα στοιχεία στα οποία βασίσθηκαν οι πράξεις αυτές και δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμήσεως.
61
Όπως, όμως, υπομνήσθηκε στη σκέψη 38 της αποφάσεως της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), μολονότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τα γενικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή περιοριστικών μέτρων, η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου που κατοχυρώνεται βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτάσσει, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση περί καταχωρίσεως ή διατηρήσεως του ονόματος συγκεκριμένου προσώπου στον κατάλογο των προσώπων κατά των οποίων επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα, το δικαστήριο της Ένωσης να διακριβώνει ότι η απόφαση αυτή, η οποία έχει ατομική ισχύ για το πρόσωπο αυτό, στηρίζεται σε επαρκώς βάσιμα στοιχεία. Τούτο προϋποθέτει έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που παρατίθενται στην αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως, έτσι ώστε, κατά τον δικαστικό έλεγχο, να μην εκτιμάται απλώς η αφηρημένη πιθανολόγηση της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων, αλλά να εξετάζεται εάν οι λόγοι αυτοί ή, τουλάχιστον, ένας εξ αυτών που θεωρείται αφεαυτού επαρκής για να στηρίξει την ιδία αυτή απόφαση, είναι τεκμηριωμένοι κατά τρόπο αρκούντως ακριβή και συγκεκριμένο (βλ. απόφαση της 21ης Απριλίου 2015, Anbouba κατά Συμβουλίου, C‑605/13 P, EU:C:2015:248, σκέψεις 41 και 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
62
Όπως και στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806, σκέψη 39), εν προκειμένω, βάσει του κριτηρίου του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 ορίζεται ότι περιοριστικά μέτρα επιβάλλονται σε βάρος προσώπων τα οποία προσδιορίσθηκαν ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος. Επιπλέον, από την αιτιολογική σκέψη 2 της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε τα μέτρα αυτά «με σκοπό την [εδραίωση] και [τη στήριξη] του κράτους δικαίου [...] στην Ουκρανία».
63
Το όνομα του προσφεύγοντος καταχωρίσθηκε στον κατάλογο για τον λόγο ότι είναι «[π]ρόσωπο [κατά του οποίου] έχει κινηθεί έρευνα στην Ουκρανία για συμμετοχή σε εγκλήματα σχετιζόμενα με την υπεξαίρεση ουκρανικού δημόσιου χρήματος και την παράνομη μεταφορά του εκτός της χώρας». Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο έκρινε ότι διεξάγεται έρευνα ή προανάκριση κατά του προσφεύγοντος η οποία δεν έχει (ή δεν έχει ακόμη) καταλήξει σε τυπική απαγγελία κατηγορίας, εξαιτίας της προβαλλομένης συμμετοχής του σε πράξεις υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος.
64
Όπως και στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806, σκέψη 41), το Συμβούλιο επικαλείται προς στήριξη της καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο έγγραφο του γραφείου του γενικού εισαγγελέα της Ουκρανίας προς τον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για Θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας, εν προκειμένω το από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο (βλ. σκέψη 58 ανωτέρω), καθώς και άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είναι μεταγενέστερα της εκδόσεως της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/216 και του εκτελεστικού κανονισμού 381/2014.
65
Στο από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο επισημαίνεται ότι «[ο]ι ουκρανικές υπηρεσίες επιβολής του νόμου κίνησαν ορισμένες ποινικές διαδικασίες προκειμένου να διερευνήσουν αξιόποινες πράξεις τελεσθείσες από πρώην υψηλά ιστάμενους κρατικούς αξιωματούχους». Το όνομα του προσφεύγοντος παρατίθεται μετά ακριβώς την ένδειξη της αξιόποινης πράξεως για την οποία θεωρείται ύποπτος κατά τα προβλεπόμενα από τον ουκρανικό ποινικό κώδικα (εν προκειμένω, κατάχρηση εξουσίας με σοβαρές συνέπειες). Στο έγγραφο διευκρινίζεται επίσης ότι «[η] έρευνα σχετικά με τις προμνημονευθείσες αξιόποινες πράξεις επιβεβαιώνει τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με την υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος αφορώσα σημαντικά ποσά και τη μεταγενέστερη παράνομη μεταφορά τους εκτός της ουκρανικής επικράτειας».
66
Δεν αμφισβητείται ότι ο προσφεύγων χαρακτηρίσθηκε ως «υπεύθυνος για την υπεξαίρεση χρήματος του ουκρανικού Δημοσίου», κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119, αποκλειστικώς βάσει των ανωτέρω.
67
Πράγματι, όπως και στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806, σκέψη 42), το έγγραφο του γραφείου του γενικού εισαγγελέα της Ουκρανίας, εν προκειμένω το από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο, είναι, μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε το Συμβούλιο στο πλαίσιο της δίκης αυτής, το μόνο στοιχείο που είναι προγενέστερο της εκδόσεως της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/216 και του εκτελεστικού κανονισμού 381/2014.
68
Κατ’ αναλογία, όμως, με ό,τι αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806, σκέψεις 43 και 44), πρέπει να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω έγγραφο, μολονότι προέρχεται από ανώτατη δικαστική αρχή τρίτης χώρας, περιέχει απλώς γενικού χαρακτήρα διαπίστωση η οποία συνδέει το όνομα του προσφεύγοντος, μεταξύ των ονομάτων άλλων πρώην υψηλά ιστάμενων κρατικών αξιωματούχων, με έρευνα στο πλαίσιο της οποίας, κατ’ ουσίαν, φέρεται να αποδείχθηκαν περιστατικά υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος. Συγκεκριμένα, μολονότι στο έγγραφο αυτό επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων είναι ύποπτος για την τέλεση, κατά τον ουκρανικό ποινικό κώδικα, καταχρήσεως εξουσίας η οποία τιμωρείται βάσει του άρθρου 364, παράγραφος 2, του εν λόγω κώδικα, το από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο δεν παρέχει καμία διευκρίνιση ως προς την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών τα οποία επρόκειτο να διακριβωθούν με την έρευνα που διεξήγαν οι ουκρανικές αρχές και, κατά μείζονα λόγο, ως προς την ατομική ευθύνη, έστω τεκμαιρόμενη, του προσφεύγοντος συναφώς (βλ. επίσης, σχετικώς, απoφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 2016, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑434/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:46, σκέψη 39, και Stavytski κατά Συμβουλίου, T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45, σκέψη 44).
69
Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι, αντιθέτως προς την απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου (T‑256/11, EU:T:2014:93, σκέψεις 57 έως 61), η οποία επικυρώθηκε κατ’ αναίρεση με την απόφαση της 5ης Μαρτίου 2015, Ezz κ.λπ. κατά Συμβουλίου (C‑220/14 P, EU:C:2015:147), αποφάσεις τις οποίες επικαλείται το Συμβούλιο, εν προκειμένω, αφενός, το Συμβούλιο δεν διέθετε στοιχεία όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονταν ειδικώς στον προσφεύγοντα από τις ουκρανικές αρχές και, αφετέρου, το από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο, ακόμη και εξεταζόμενο εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, δεν μπορεί να αποτελέσει επαρκώς βάσιμο στοιχείο κατά την έννοια της προμνημονευθείσας στη σκέψη 62 νομολογίας προκειμένου να καταχωρισθεί το όνομα του προσφεύγοντος στον κατάλογο για τον λόγο ότι χαρακτηρίσθηκε ως «υπεύθυνος» για την υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος (βλ., σχετικώς, απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου, T‑290/14, EU:T:2015:806, σκέψεις 46 έως 48).
70
Ανεξαρτήτως του σταδίου στο οποίο βρισκόταν η διαδικασία που φέρεται να είχε κινηθεί κατά του προσφεύγοντος, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να λάβει περιοριστικά μέτρα σε βάρος του χωρίς να γνωρίζει τα πραγματικά περιστατικά της υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος που προσήπταν ειδικώς στον προσφεύγοντα οι ουκρανικές αρχές. Πράγματι, μόνον αφού θα είχε λάβει γνώση των πραγματικών περιστατικών αυτών, θα μπορούσε το Συμβούλιο να αποφανθεί ότι αυτά δύνανται, αφενός, να χαρακτηρισθούν ως υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος και, αφετέρου, να θέσουν σε κίνδυνο το κράτος δικαίου στην Ουκρανία, η εδραίωση και η στήριξη του οποίου αποτελεί, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 62 ανωτέρω, τον σκοπό που επιδιώκεται με τη λήψη των επίμαχων περιοριστικών μέτρων (βλ., σχετικώς, απoφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 2016, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑434/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:46, σκέψη 55, και Stavytski κατά Συμβουλίου, T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45, σκέψη 48).
71
Επιπλέον, στην αρμόδια αρχή της Ένωσης απόκειται, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει το βάσιμο των λόγων που ελήφθησαν υπόψη σε βάρος του οικείου προσώπου, και όχι στο πρόσωπο αυτό να προσκομίσει την αντίθετη απόδειξη περί του αβάσιμου των λόγων αυτών (βλ. απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου, T‑290/14, EU:T:2015:806, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
72
Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι, όπως αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806, σκέψη 50), η καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο δεν πληροί τα κριτήρια προσδιορισμού των προσώπων σε βάρος των οποίων επιβλήθηκαν τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα που καθορίσθηκαν με την εκτελεστική απόφαση 2014/216.
73
Ως εκ τούτου, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να κριθεί προδήλως βάσιμη, σύμφωνα με το άρθρο 132 του Κανονισμού Διαδικασίας.
74
Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα που προέβαλε το Συμβούλιο, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 24 ανωτέρω), προκειμένου να αμφισβητήσει την εφαρμογή του άρθρου αυτού στην υπό κρίση υπόθεση.
75
Πρώτον, το Συμβούλιο διατείνεται ότι, στην απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του νομικού ζητήματος αν το έγγραφο του γραφείου του γενικού εισαγγελέα της Ουκρανίας αποτελεί επαρκώς βάσιμο στοιχείο για να καταχωρισθεί το όνομα του A. Portnov στον κατάλογο επειδή χαρακτηριζόταν ως υπεύθυνος για την υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, μολονότι, εν προκειμένω, το Συμβούλιο στηρίχθηκε επίσης σε [εμπιστευτικό]. Κατά συνέπεια, τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό ζήτημα που εξετάσθηκαν στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), διαφέρουν από αυτά της υπό κρίση υποθέσεως. Δεύτερον, το Συμβούλιο υπενθυμίζει ότι προέβαλε ένσταση απαραδέκτου και ότι το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει την ένσταση αυτή μαζί με την ουσία της υποθέσεως.
76
Όσον αφορά την πρώτη αντίρρηση, πρέπει να επισημανθεί, καταρχάς, ότι στην απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), το Γενικό Δικαστήριο δεν αμφισβήτησε την αξιοπιστία ή το κύρος του εγγράφου του γραφείου του γενικού εισαγγελέα της Ουκρανίας, αλλά το ότι αυτό και μόνον το αποδεικτικό στοιχείο θα μπορούσε να αποτελέσει επαρκώς βάσιμο στοιχείο κατά την έννοια της προμνημονευθείσας στη σκέψη 61 νομολογίας προκειμένου να καταχωρισθεί το όνομα του προσφεύγοντος στον κατάλογο επειδή είχε χαρακτηρισθεί ως «υπεύθυνος» υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος (βλ. σκέψεις 66 έως 70 ανωτέρω).
77
Επιπλέον, αφενός, από [εμπιστευτικό] προκύπτει [εμπιστευτικό], χωρίς να προσθέσει την παραμικρή εκτίμηση ως προς το είδος της έρευνας για τον προσφεύγοντα και το στάδιο στο οποίο αυτή βρισκόταν ή ως προς τα πραγματικά στοιχεία που δικαιολογούσαν την απαγγελία κατηγοριών σε βάρος του. [εμπιστευτικό].
78
Αυτά τα δύο στοιχεία, όμως, δεν δύνανται να διαφοροποιήσουν το νομικό ζήτημα επί του οποίου αποφάνθηκε το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806), καθώς και στις προμνημονευθείσες στη σκέψη 56 αποφάσεις, από αυτό που εγείρεται με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου ακυρώσεως στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι ουδόλως ασκούν επιρροή στη νομική εκτίμηση περί των προϋποθέσεων για την ύπαρξη επαρκώς βάσιμων στοιχείων. Πράγματι, απλώς επιβεβαιώνουν το κύρος του από 7 Μαρτίου 2014 εγγράφου και την προβαλλόμενη σκοπιμότητα της λήψεως περιοριστικών μέτρων σε βάρος του προσφεύγοντος. Το εν λόγω έγγραφο εξακολουθεί να είναι, επομένως, το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που δικαιολογεί την καταχώριση των ονομάτων των οικείων προσώπων στον κατάλογο, επειδή προσδιορίσθηκαν «ως υπεύθυνα» για την υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, στοιχείο το οποίο κρίθηκε ανεπαρκές από το Γενικό Δικαστήριο για να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο προέβη στην απόδειξη της οποίας έφερε το βάρος (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου, T‑290/14, EU:T:2015:806, σκέψεις 43 έως 48, και της 28ης Ιανουαρίου 2016, Stavytski κατά Συμβουλίου, T‑486/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:45, σκέψεις 43 έως 47).
79
Επιπλέον, όσο αφορά τα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 132 του Κανονισμού Διαδικασίας, στο Γενικό Δικαστήριο απόκειται να διαπιστώσει αν έχουν αποδειχθεί. Επισημαίνεται συναφώς ότι, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται κατά τα φαινόμενα το Συμβούλιο, τα αποδεδειγμένα πραγματικά περιστατικά δεν πρέπει να είναι τα ίδια με εκείνα τα οποία χαρακτηρίσθηκαν ως κρίσιμα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2015, Portnov κατά Συμβουλίου (T‑290/14, EU:T:2015:806). Εν προκειμένω, τα πραγματικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε το Συμβούλιο για να προβεί στην καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο και συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι, κατά το από 7 Μαρτίου 2014 έγγραφο, οι ουκρανικές αρχές διενεργούσαν έρευνα ή προανάκριση κατά του προσφεύγοντος για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, δεν αμφισβητούνται, ως προς το υποστατό, από τους διαδίκους και μπορούν επομένως να χαρακτηρισθούν ως αποδεδειγμένα.
80
Το ότι η μνεία, σε έγγραφο όπως αυτό της 7ης Μαρτίου 2014, αυτών των ερευνών ή προανακρίσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής αφεαυτής προς τεκμηρίωση των λόγων για την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο αποτελεί, αντιθέτως, το κεντρικό στοιχείο της νομικής εκτιμήσεως περί του τρόπου με τον οποίο το Συμβούλιο προέβη στην απόδειξη της οποίας έφερε το βάρος (βλ. σκέψη 78 ανωτέρω), στοιχείο που δεν θέτει εν αμφιβόλω τα πραγματικά περιστατικά που περιγράφονται στο εν λόγω έγγραφο.
81
Όσον αφορά τη δεύτερη αντίρρηση, επισημαίνεται ότι, κατά τη νομολογία, η δυνατότητα απορρίψεως προσφυγής ως απαράδεκτης με αιτιολογημένη διάταξη και, ως εκ τούτου, χωρίς να διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν αποκλείεται από το ότι το Γενικό Δικαστήριο εξέδωσε προηγουμένως διάταξη με την οποία αποφασίσθηκε να εξετασθεί μαζί με την ουσία της υποθέσεως ένσταση απαραδέκτου προβληθείσα βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 (βλ. σχετικώς, διάταξη της 19ης Φεβρουαρίου 2008, Tokai Europe κατά Επιτροπής, C‑262/07 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2008:95, σκέψεις 26 έως 28). Το αυτό ισχύει και όσον αφορά τη δυνατότητα απορρίψεως ενστάσεως εφόσον το Γενικό Δικαστήριο πρόκειται, όπως εν προκειμένω, να κρίνει την προσφυγή προδήλως βάσιμη κατά το άρθρο 132 του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα του Γενικού Δικαστηρίου να αποφαίνεται κατά το πέρας αποκλειστικώς έγγραφης διαδικασίας.
82
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η προσφυγή, η οποία είναι προδήλως βάσιμη κατά την έννοια του άρθρου 132 του Κανονισμού Διαδικασίας, καθόσον σκοπεί στην ακύρωση της εκτελεστικής αποφάσεως 2014/216, κατά το μέτρο που αφορά τον προσφεύγοντα.
83
Για τους ιδίους λόγους πρέπει να ακυρωθεί ο εκτελεστικός κανονισμός 381/2014 κατά το μέτρο που αφορά τον προσφεύγοντα.
Επί των διαχρονικών αποτελεσμάτων της μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119, όπως τροποποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2014/216
84
Το Συμβούλιο θεωρεί αναγκαίο, στην περίπτωση που το Γενικό Δικαστήριο ακυρώσει την απόφαση 2014/119, όπως τροποποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2014/216, κατά το μέρος που αφορά τον προσφεύγοντα, να διατηρηθούν σε ισχύ τα αποτελέσματά της έναντι αυτού, κατά το άρθρο 264, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, μέχρι την έναρξη των αποτελεσμάτων της μερικής ακυρώσεως του κανονισμού 208/2014, όπως τροποποιήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό 381/2014, προκειμένου να διασφαλισθεί η ασφάλεια δικαίου, καθώς και η συνοχή και η ενότητα της έννομης τάξεως.
85
Ο προσφεύγων αντικρούει την επιχειρηματολογία αυτή.
86
Πρέπει να υπομνησθεί ότι η απόφαση 2014/119, όπως είχε τροποποιηθεί με την εκτελεστική απόφαση 2014/216, τροποποιήθηκε εκ νέου με την απόφαση 2015/364, η οποία αντικατέστησε τον κατάλογο από 7ης Μαρτίου 2015 και παρέτεινε την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, έως τις 6 Μαρτίου 2016. Κατόπιν των τροποποιήσεων αυτών, το όνομα του προσφεύγοντος εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στον κατάλογο με νέα αιτιολογία καταχωρίσεως (βλ. σκέψεις 16 και 17 ανωτέρω).
87
Συνεπώς, επί του παρόντος, κατά του προσφεύγοντος έχει επιβληθεί νέο περιοριστικό μέτρο. Ως εκ τούτου, η ακύρωση της αποφάσεως 2014/119, όπως τροποποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2014/216, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα, δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση της καταχωρίσεως του ονόματός του από τον κατάλογο (βλ. σχετικώς, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Azarov κατά Συμβουλίου, T‑331/14, EU:T:2016:49, σκέψη 71).
88
Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να διατηρηθούν σε ισχύ τα αποτελέσματα της αποφάσεως 2014/119, όπως τροποποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2014/216, καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα.
Επί των δικαστικών εξόδων
89
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του προσφεύγοντος.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα)
διατάσσει:
1)
Ακυρώνει την εκτελεστική απόφαση 2014/216/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2014, για την εφαρμογή της απόφασης 2014/119/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία, και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 381/2014 του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2014, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) 208/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία, καθόσον αφορούν τον Oleksandr Klymenko.
2)
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει, πέραν των εξόδων του, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο O. Klymenko.
Λουξεμβούργο, 10 Ιουνίου 2016.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
G. Berardis
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
( 1 ) Μη δημοσιευόμενα στοιχεία εμπιστευτικού χαρακτήρα.
Full & Egal Universal Law Academy