ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο πενταμελές τμήμα)
της 14ης Σεπτεμβρίου 2015 ( *1 )
«Προσφυγή ακυρώσεως — Ίδιοι πόροι της Ένωσης — Δημοσιονομική ευθύνη των κρατών μελών — Υποχρέωση καταβολής στην Επιτροπή του ποσού που αντιστοιχεί σε απώλεια ιδίων πόρων — Έγγραφο της Επιτροπής — Πράξη μη δεκτική προσφυγής — Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑585/14,
Δημοκρατία της Σλοβενίας, εκπροσωπούμενη από τον L. Bembič,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους P. Ondrůšek, M. Wasmeier και M. Žebre,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της φερόμενης αποφάσεως της Γενικής Διευθύνσεως Προϋπολογισμού της Επιτροπής, η οποία περιέχεται στο έγγραφο BUDG/B/03MV D(2014) 1782918, της 2ας Ιουνίου 2014, και με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε, όπως υποστηρίζεται, αφενός, ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας φέρει τη δημοσιονομική ευθύνη για την απώλεια παραδοσιακών ιδίων πόρων του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης λόγω της χορηγήσεως πιστοποιητικού εισαγωγής ζάχαρης για το έτος 2011 και, αφετέρου, ότι το κράτος μέλος αυτό οφείλει να αποδώσει στον προϋπολογισμό της Ένωσης ποσό ίσο με το ποσό των απολεσθέντων παραδοσιακών ιδίων πόρων,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους Σ. Παπασάββα, πρόεδρο, N. J. Forwood, I. Labucka, E. Bieliūnas (εισηγητή) και V. Kreuschitz, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 7 Οκτωβρίου 2011 η εταιρία σλοβενικού δικαίου Kandit d.o.o. κατέθεσε αίτηση για τη χορήγηση πιστοποιητικού εισαγωγής όσον αφορά ποσότητα 3000 τόνων ζάχαρης ενώπιον του Agencija Republike Slovenije za kmetijske trge in razvoj podeželja (σλοβενικού οργανισμού για τις γεωργικές αγορές και την αγροτική ανάπτυξη, στο εξής: οργανισμός).
2
Στις 10 Οκτωβρίου 2011 ο οργανισμός, μέσω της εφαρμογής πληροφορικής που αποκαλείται «Agricultural Market Information Quota» (στο εξής: AMIS-Quota), απηύθυνε κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 891/2009 της Επιτροπής, της 25ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με το άνοιγμα και τον τρόπο διαχείρισης ορισμένων κοινοτικών δασμολογικών ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (EE L 254, σ. 82). Με την κοινοποίηση αυτή, ο οργανισμός ενημέρωσε την Επιτροπή ότι η εταιρία Kandit είχε καταθέσει αίτηση για τη χορήγηση πιστοποιητικού εισαγωγής όσον αφορά ποσότητα 3000 τόνων ζάχαρης προελεύσεως Κροατίας, στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως αριθ. 09.4328.
3
Στις 24 Οκτωβρίου 2011 ο οργανισμός χορήγησε στην εταιρία Kandit πιστοποιητικό εισαγωγής το οποίο είχε σχέση με τη ζάχαρη προελεύσεως Κροατίας και το οποίο αφορούσε τη δασμολογική ποσόστωση αριθ. 09.4328.
4
Στις 2 Νοεμβρίου 2011 ο οργανισμός ενημέρωσε την Επιτροπή, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο i, του κανονισμού 891/2009 και μέσω της εφαρμογής AMIS-Quota, ότι είχε χορηγήσει το εν λόγω πιστοποιητικό στην εταιρία Kandit.
5
Στις 7 Νοεμβρίου 2011 η εταιρία Kandit επιχείρησε, με βάση το πιστοποιητικό που της είχε χορηγηθεί, να εισαγάγει για πρώτη φορά ζάχαρη στη Σλοβενία. Πάντως, με την ευκαιρία αυτή, η σλοβενική τελωνειακή αρχή διαπίστωσε ότι η εν λόγω ζάχαρη προερχόταν από τη Σερβία και, ως εκ τούτου, ότι το προσκομισθέν από την εταιρία Kandit πιστοποιητικό εισαγωγής, το οποίο είχε σχέση με την Κροατία και με τη δασμολογική ποσόστωση αριθ. 09.4328, μνημόνευε εσφαλμένη χώρα προελεύσεως, εσφαλμένη χώρα καταγωγής καθώς και εσφαλμένο αριθμό δασμολογικής ποσοστώσεως. Η σλοβενική τελωνειακή αρχή, αφού ενημερώθηκε από τον οργανισμό ότι επρόκειτο περί σφάλματος διοικητικής φύσεως, επέτρεψε την εισαγωγή 71 τόνων ζάχαρης.
6
Κατά την αυτή ημερομηνία, δηλαδή πριν από την παρέλευση του προβλεπόμενου από το άρθρο 9, παράγραφος 2, στοιχείο i, του κανονισμού 891/2009 χρονικού διαστήματος για την κοινοποίηση στην Επιτροπή των πιστοποιητικών που χορηγήθηκαν, ο οργανισμός προέβη σε διόρθωση, στην εφαρμογή AMIS-Quota, της κοινοποιήσεώς του προς την Επιτροπή σχετικά με το πιστοποιητικό εισαγωγής που πράγματι χορηγήθηκε, προκειμένου να αποσαφηνίσει ότι το εν λόγω πιστοποιητικό είχε χορηγηθεί για εισαγωγή ζάχαρης προελεύσεως Σερβίας στο πλαίσιο της δασμολογικής ποσοστώσεως αριθ. 09.4326.
7
Με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της ίδιας ημέρας, ο οργανισμός ενημέρωσε την Επιτροπή ότι είχε προβεί στην ως άνω διόρθωση. Ο οργανισμός επισήμανε, επίσης, προς αυτό το θεσμικό όργανο ότι όφειλε να προβεί σε διόρθωση της από 10 Οκτωβρίου 2011 κοινοποιήσεως που μνημονεύθηκε στη σκέψη 2 ανωτέρω, αλλά ότι είχε παρέλθει το προβλεπόμενο από το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 891/2009 χρονικό διάστημα το οποίο είχε παρασχεθεί για την κοινοποίηση των αιτήσεων χορηγήσεως πιστοποιητικών εισαγωγής.
8
Επίσης στις 7 Νοεμβρίου 2011 οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τον οργανισμό ότι δεν ήταν, πλέον, δυνατό να διορθωθεί, αναδρομικά, το σφάλμα που είχε διαπραχθεί κατά το χρονικό σημείο καταρτίσεως της από 10 Οκτωβρίου 2011 κοινοποιήσεως.
9
Η αλληλογραφία μεταξύ των σλοβενικών αρχών και των υπηρεσιών της Επιτροπής συνεχίστηκε το 2012 και το 2014.
10
Με έγγραφο της 2ας Ιουνίου 2014 (στο εξής: προσβαλλόμενο έγγραφο), ο διευθυντής της διευθύνσεως «Ίδιοι πόροι και δημοσιονομικός προγραμματισμός» της Γενικής Διευθύνσεως Προϋπολογισμού της Επιτροπής (στο εξής: διευθυντής) υπενθύμισε το σφάλμα διοικητικής φύσεως το οποίο είχε διαπραχθεί. Ο εν λόγω διευθυντής υπογράμμισε ότι οι ποσότητες ζάχαρης, οι οποίες είχαν εισαχθεί μέσω πιστοποιητικών, αλλά οι οποίες δεν ήσαν δικαιολογημένες, δεν μπορούσαν να υπαχθούν στην ποσόστωση των μειωμένων τελωνειακών δασμών και ως προς τις ποσότητες αυτές έπρεπε να καταβληθούν συνήθεις τελωνειακοί δασμοί.
11
Με το προσβαλλόμενο έγγραφο, ο διευθυντής διευκρίνισε, επίσης, ότι οι σλοβενικές αρχές είχαν χορηγήσει άκυρο πιστοποιητικό εισαγωγής όσον αφορά την ποσόστωση αριθ. 09.4326 (Σερβία), ως προς την οποία δεν είχε υπάρξει αντίστοιχη κοινοποίηση. Συναφώς, ο διευθυντής υπενθύμισε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1301/2006 της Επιτροπής, της 31ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τον τρόπο διαχείρισης των δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής γεωργικών προϊόντων των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται με σύστημα πιστοποιητικών εισαγωγής (EE L 238, σ. 13), προέβλεπε σαφώς ότι δεν ήταν δυνατό να χορηγηθεί κανένα πιστοποιητικό εισαγωγής για ποσότητες που δεν είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή. Επίσης, ο διευθυντής επισήμανε ότι δεν είχε καταστεί δυνατή η εκ μέρους της Επιτροπής διόρθωση του διαπραχθέντος σφάλματος για τον λόγο ότι, αφενός, τα διαπραττόμενα από τους επιχειρηματίες σφάλματα δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη για ενδεχόμενες διορθώσεις και, αφετέρου, ότι το επίμαχο σφάλμα είχε γνωστοποιηθεί μετά το πέρας της διαδικασίας επικυρώσεως των κοινοποιήσεων.
12
Ο διευθυντής συνήγαγε εξ αυτών ότι ποσότητα ανερχόμενη, κατ’ ανώτατο όριο, σε 3000 τόνους ζάχαρης ήταν δυνατό να έχει εισαχθεί εκτός της ποσοστώσεως, εάν το πιστοποιητικό εισαγωγής είχε χρησιμοποιηθεί πλήρως. Προσέθεσε δε ότι η μέγιστη απώλεια παραδοσιακών ιδίων πόρων, η οποία ενδεχομένως έλαβε χώρα, ανερχόταν σε 1257000 ευρώ στο μέτρο που το συγκεκριμένο ποσό των τελωνειακών δασμών για την εισαγωγή ζάχαρης είχε καθοριστεί σε 419 ευρώ ανά τόνο καθαρού βάρους. Ο διευθυντής ζήτησε από τις σλοβενικές αρχές να αποδώσουν στον προϋπολογισμό της Ένωσης το ποσό που αντιστοιχεί σε απώλεια παραδοσιακών ιδίων πόρων για την οποία οι σλοβενικές αρχές έφεραν τη δημοσιονομική ευθύνη και η οποία προέκυψε από το διαπραχθέν σφάλμα. Προκειμένου να περιορισθεί το ποσό των τόκων υπερημερίας που προβλέπονται από το άρθρο 11 του τροποποιημένου κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EE L 130, σ. 1), ο διευθυντής συμβούλευσε τις σλοβενικές αρχές να ενεργήσουν το ταχύτερο δυνατό. Διευκρίνισε δε ότι όλα τα λογιστικά στοιχεία θα έπρεπε, επίσης, να γνωστοποιηθούν στις υπηρεσίες της Επιτροπής ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα στις εν λόγω υπηρεσίες να προβούν σε υπολογισμό των τόκων υπερημερίας. Προς τούτο, επισυνάφθηκε στο παράρτημα του προσβαλλόμενου εγγράφου ένας πίνακας προς συμπλήρωση.
Διαδικασία
13
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 4 Αυγούστου 2014, η Δημοκρατία της Σλοβενίας άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
14
Με το δικόγραφο της προσφυγής, η Δημοκρατία της Σλοβενίας ζήτησε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 51, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991, να εκδικασθεί η υπόθεση από τμήμα συγκείμενο από τουλάχιστον πέντε δικαστές.
15
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 13 Νοεμβρίου 2014, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991.
16
Η Δημοκρατία της Σλοβενίας κατέθεσε τις παρατηρήσεις της επί της ως άνω ενστάσεως απαραδέκτου στις 6 Φεβρουαρίου 2015.
17
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, αντιστοίχως, στις 28 Νοεμβρίου 2014 και στις 13 Μαρτίου 2015, η Πορτογαλική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησαν να παρέμβουν προς υποστήριξη των ακυρωτικών αιτημάτων της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, κατά το άρθρο 115 του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991.
18
Λαμβανομένων υπόψη, αφενός, του αιτήματος που μνημονεύθηκε στη σκέψη 14 ανωτέρω και, αφετέρου, του γράμματος του άρθρου 51, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του τρίτου πενταμελούς τμήματος στις 17 Ιουνίου 2015.
Αιτήματα των διαδίκων
19
Με το δικόγραφο της προσφυγής, η Δημοκρατία της Σλοβενίας ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τη φερόμενη απόφαση της Γενικής Διευθύνσεως Προϋπολογισμού της Επιτροπής, η οποία περιέχεται στο προσβαλλόμενο έγγραφο·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
20
Με την ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Σλοβενίας στα δικαστικά έξοδα.
21
Με τις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η Δημοκρατία της Σλοβενίας ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή·
—
επικουρικώς, να εξετάσει την ένσταση απαραδέκτου μαζί με την ουσία της υποθέσεως.
Σκεπτικό
22
Κατά το άρθρο 130, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, αν ο καθού υποβάλει σχετική αίτηση, το Γενικό Δικαστήριο δύναται να κρίνει επί του απαραδέκτου ή της αναρμοδιότητας χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι είναι επαρκώς ενημερωμένο από τη δικογραφία και αποφασίζει να αποφανθεί χωρίς να συνεχιστεί η διαδικασία.
23
Η Επιτροπή διατείνεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι ούτε από το περιεχόμενο του προσβαλλόμενου εγγράφου, ούτε από τις συνθήκες εκδόσεώς του ή από τις εξουσίες τις οποίες αυτή διαθέτει δεν προκύπτει ότι το εν λόγω έγγραφο περιέχει, όπως υποστηρίχθηκε, δεσμευτική απόφαση ή ότι το εν λόγω έγγραφο παράγει, όπως υποστηρίχθηκε, δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα. Η Επιτροπή προβάλλει, επίσης, ότι το προσβαλλόμενο έγγραφο ενέχει προπαρασκευαστικό χαρακτήρα ή επιβεβαιώνει το περιεχόμενο ενός προηγούμενου εγγράφου.
24
Η Δημοκρατία της Σλοβενίας αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής. Πρώτον, προβάλλει ότι το προσβαλλόμενο έγγραφο έχει συνταχθεί από την Επιτροπή, που είναι θεσμικό όργανο της Ένωσης. Δεύτερον, υπογραμμίζει ότι αναγκάστηκε να υλοποιήσει ό,τι επιτάσσει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Τρίτον, τονίζει ότι το προσβαλλόμενο έγγραφο παράγει δεσμευτικά αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, κατά τη Δημοκρατία της Σλοβενίας, με το ως άνω έγγραφο, η Επιτροπή, χωρίς να υπάρχει νομική βάση, προέβη σε οριστικές εκτιμήσεις με τις οποίες απηύθυνε εντολή στη Δημοκρατία της Σλοβενίας να αποδώσει στον προϋπολογισμό της Ένωσης το ποσό στο οποίο συνίσταται η απώλεια ιδίων πόρων, η οποία έλαβε χώρα εν προκειμένω. Εξάλλου, το προσβαλλόμενο έγγραφο παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι των τρίτων. Τέταρτον, η Δημοκρατία της Σλοβενίας υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες της, για τον λόγο ότι εξέδωσε απόφαση που δεν έχει έρεισμα στο δίκαιο της Ένωσης. Πέμπτον, η Δημοκρατία της Σλοβενίας θέτει εν αμφιβόλω το ενδεχόμενο να έχει το προσβαλλόμενο έγγραφο χαρακτήρα προπαρασκευαστικό ή επιβεβαιωτικό.
25
Από πάγια νομολογία, αναπτυχθείσα στο πλαίσιο προσφυγών ακυρώσεως τις οποίες άσκησαν κράτη μέλη ή θεσμικά όργανα, προκύπτει ότι αποτελούν πράξεις δεκτικές προσφυγής, κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, όλες οι πράξεις που εκδίδονται από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης, ανεξαρτήτως του είδους τους ή του τύπου τον οποίο έχουν περιβληθεί, και οι οποίες σκοπούν στην παραγωγή δεσμευτικών έννομων αποτελεσμάτων (βλ. απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑463/10 P και C‑475/10 P, Συλλογή, EU:C:2011:656, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26
Κατά τη νομολογία, από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ δικαστικό έλεγχο δεν εξαιρούνται μόνον οι προπαρασκευαστικές πράξεις, αλλά και κάθε πράξη που δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, όπως οι βεβαιωτικές πράξεις και οι αμιγώς εκτελεστικές πράξεις, οι απλές συστάσεις και γνωμοδοτήσεις καθώς και, καταρχήν, οι εσωτερικές οδηγίες [βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη της 14ης Μαΐου 2012, Sepracor Pharmaceuticals (Ιρλανδία) κατά Επιτροπής, C‑477/11 P, EU:C:2012:292, σκέψη 52 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
27
Επίσης κατά τη νομολογία, για να καθοριστεί αν ένα μέτρο μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής, πρέπει να εξετασθεί η ουσία του μέτρου του οποίου ζητείται η ακύρωση, η δε μορφή υπό την οποία ελήφθη καταρχήν δεν ασκεί συναφώς επιρροή (βλ. διάταξη της 26ης Ιανουαρίου 2011, FIBE κατά Κοινοβουλίου, T‑550/10, EU:T:2011:19, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28
Εν προκειμένω, πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της αποφάσεως 2007/436/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 2007, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EE L 163, σ. 17), συνιστούν ιδίους πόρους εγγραφόμενους στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης τα έσοδα που προέρχονται από εισφορές, από πριμοδοτήσεις, από συμπληρωματικά ή αντισταθμιστικά ποσά, από πρόσθετα ποσά ή συντελεστές, από δασμούς του κοινού δασμολογίου και λοιπούς δασμούς που έχουν θεσπιστεί ή θα θεσπιστούν από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης επί των εμπορικών συναλλαγών με χώρες μη μέλη, από τελωνειακούς δασμούς που επιβάλλονται στα προϊόντα τα οποία υπάγονται στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα της οποίας η ισχύς έληξε, όπως και από εισφορές και άλλα τέλη στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών ζάχαρης.
29
Όπως προκύπτει από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2007/436, οι ίδιοι πόροι της Ένωσης που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της εν λόγω αποφάσεως εισπράττονται από τα κράτη μέλη, τα οποία υποχρεούνται να αποδώσουν τους εν λόγω ιδίους πόρους στην Επιτροπή (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 15ης Νοεμβρίου 2005, Επιτροπή κατά Δανίας, C‑392/02, Συλλογή, EU:C:2005:683, σκέψη 55, και της 8ης Ιουλίου 2010, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C‑334/08, Συλλογή, EU:C:2010:414, σκέψη 40).
30
Επιπλέον, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να βεβαιώνουν τους ίδιους πόρους της Ένωσης. Πράγματι, το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση να βεβαιώνουν τις απαιτήσεις, έστω και αν τις αμφισβητούν, άλλως υπάρχει κίνδυνος διαταράξεως, έστω και προσωρινής, της δημοσιονομικής ισορροπίας της Ένωσης από τη συμπεριφορά κράτους μέλους (απόφαση της 17ης Μαρτίου 2011, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑23/10, EU:C:2011:160, σκέψη 58· βλ. επίσης, κατ’ αναλογίαν, απόφαση Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 29 ανωτέρω, EU:C:2005:683, σκέψη 60).
31
Εξάλλου, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 προβλέπει, κατ’ ουσίαν, ότι το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στον λογαριασμό που έχει ανοιχθεί στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.
32
Επιπλέον, βάσει του άρθρου 17, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1150/2000, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ποσά που αντιστοιχούν στους βεβαιωθέντες δασμούς σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου κανονισμού να αποδίδονται στην Επιτροπή. Τα κράτη μέλη απαλλάσσονται από την υποχρέωση αυτή μόνον οσάκις η είσπραξη δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί για λόγους ανωτέρας βίας ή οσάκις αποδεικνύεται ότι είναι οριστικώς αδύνατο να εισπράξουν την οφειλή για λόγους που δεν μπορούν να τους καταλογισθούν (βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 29 ανωτέρω, EU:C:2010:414, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
33
Τέλος, κράτος μέλος που παραλείπει να βεβαιώσει απαίτηση της Ένωσης επί των ιδίων πόρων και δεν αποδίδει το αντίστοιχο ποσό στην Επιτροπή, χωρίς να πληρούται κάποια εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού 1150/2000, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης (βλ. απόφαση της 3ης Απριλίου 2014, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C‑60/13, EU:C:2014:219, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
34
Ως εκ τούτου, από τις διατάξεις της αποφάσεως 2007/436 και του κανονισμού 1150/2000 προκύπτει ευθέως ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη, αυτά καθαυτά, να εκτιμούν αν υφίσταται απώλεια παραδοσιακών ιδίων πόρων καθώς και αν υφίσταται υποχρέωση καταβολής του ποσού στο οποίο ανέρχονται τέτοιου είδους πόροι. Στα εν λόγω κράτη μέλη εναπόκειται να βεβαιώνουν τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους της Ένωσης και να προβαίνουν στην απόδοση των εν λόγω πόρων οσάκις πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τα εν λόγω νομοθετικά κείμενα, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής. Επομένως, τα κράτη μέλη φέρουν την ευθύνη για την προβλεπόμενη από τα εν λόγω νομοθετικά κείμενα εφαρμογή της υποχρεώσεως αποδόσεως των ιδίων πόρων.
35
Η ευθύνη των αρχών των κρατών μελών όσον αφορά την απόδοση παραδοσιακών ιδίων πόρων ενισχύεται, αφενός, από την αιτιολογική σκέψη 2 του κανονισμού 1150/2000, στην οποία εκτίθεται ότι η Ένωση πρέπει να διαθέσει τους ιδίους πόρους που αναφέρονται στο άρθρο 2 της αποφάσεως 2007/436 υπό τους καλύτερους δυνατούς όρους, και, αφετέρου, από την απαίτηση ταχείας και αποτελεσματικής αποδόσεως των ιδίων πόρων της Ένωσης (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 2007, Φινλανδία κατά Επιτροπής, C‑457/06 P, EU:C:2007:582, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
36
Δεύτερον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η απόφαση 2007/436 και ο κανονισμός 1150/2000 δεν προβλέπουν ειδική διαδικασία κατά το πέρας της οποίας η Επιτροπή θα έπρεπε να εκδώσει απόφαση σχετικά με υποχρέωση, την οποία θα υπείχαν τα κράτη μέλη, αποδόσεως των παραδοσιακών ιδίων πόρων στον προϋπολογισμό της Ένωσης.
37
Συγκεκριμένα, από τις αιτιολογικές σκέψεις 10 και 20, καθώς και από τα άρθρα 18 και 19 του κανονισμού 1150/2000 προκύπτει, ειδικότερα, ότι η Επιτροπή είναι αρμόδια για την εποπτεία και τον έλεγχο της δράσεως των κρατών μελών, εν ανάγκη προβαίνοντας και σε επιτόπιους ελέγχους.
38
Αντιθέτως, καμία διάταξη της αποφάσεως 2007/436 ή του κανονισμού 1150/2000 δεν αναθέτει στην Επιτροπή την εξουσία να λαμβάνει θέση, μέσω της εκδόσεως αποφάσεως, επί της προβλεπομένης από τα εν λόγω νομοθετικά κείμενα υποχρεώσεως αποδόσεως παραδοσιακών ιδίων πόρων.
39
Εξάλλου, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, σύμφωνα με το σύστημα που θεσπίζουν τα άρθρα 258 ΣΛΕΕ έως 260 ΣΛΕΕ, ο καθορισμός των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των κρατών μελών και η εκτίμηση της συμπεριφοράς τους δεν μπορούν παρά να προκύπτουν από απόφαση του Δικαστηρίου (αποφάσεις της 29ης Σεπτεμβρίου 1998, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C‑191/95, Συλλογή, EU:C:1998:441, σκέψη 45, και της 15ης Ιανουαρίου 2014, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, C‑292/11 P, Συλλογή, EU:C:2014:3, σκέψη 49).
40
Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο της αποστολής της που συνίσταται στην εποπτεία της εφαρμογής, εκ μέρους των κρατών μελών, της υποχρεώσεως αποδόσεως των παραδοσιακών ιδίων πόρων, η οποία απορρέει από την απόφαση 2007/436 και από τον κανονισμό 1150/2000, η Επιτροπή δεν δύναται να θίγει την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί του αν μια συμπεριφορά συνάδει προς τον εν λόγω κανονισμό.
41
Επομένως, οσάκις υφίσταται διαφορά μεταξύ της Επιτροπής και ενός κράτους μέλους όσον αφορά το ζήτημα αν μια συμπεριφορά συνάδει προς την προβλεπόμενη από την απόφαση 2007/436 και από τον κανονισμό 1150/2000 υποχρέωση αποδόσεως των παραδοσιακών ιδίων πόρων, η Επιτροπή δεν δύναται, εκδίδοντας απόφαση, να προβαίνει η ίδια σε επίλυση, και δη οριστική, μιας τέτοιας διαφοράς.
42
Κατά συνέπεια, ελλείψει διατάξεως που να εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να θεσπίζει πράξη με την οποία να απευθύνει σε κράτος μέλος εντολή περί αποδόσεως των ιδίων πόρων, το προσβαλλόμενο έγγραφο μπορεί να θεωρηθεί απλώς και μόνον ότι έχει ενημερωτική αξία και να θεωρηθεί ότι αποτελεί απλή πρόσκληση απευθυνθείσα στη Δημοκρατία της Σλοβενίας.
43
Συγκεκριμένα, η γνώμη που διατύπωσε η Επιτροπή με το προσβαλλόμενο έγγραφο δεν είναι ικανή να παραγάγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, εφόσον η ευθύνη για την εφαρμογή των διατάξεων της Ένωσης σχετικά με την απόδοση των ιδίων πόρων βαρύνει, προπάντων και κυρίως, τα κράτη μέλη και εφόσον καμία από τις θεσπισθείσες στον τομέα αυτό διατάξεις της αποφάσεως 2007/436 και του κανονισμού 1150/2000 δεν απονέμει στην Επιτροπή αρμοδιότητα να εκδίδει αποφάσεις επί της ερμηνείας τους, αλλά της παρέχει απλώς τη δυνατότητα να διατυπώνει τη γνώμη της, η οποία σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει τις εθνικές αρχές (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διατάξεις της 17ης Μαΐου 1989, Ιταλία κατά Επιτροπής, 151/88, Συλλογή, EU:C:1989:201, σκέψη 22, και της 13ης Ιουνίου 1991, Sunzest κατά Επιτροπής, C‑50/90, Συλλογή, EU:C:1991:253, σκέψη 13 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
44
Επομένως, η απόδοση των παραδοσιακών ιδίων πόρων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και η Επιτροπή δύναται μόνον να διατυπώνει τη γνώμη της, η οποία δεν δεσμεύει τα τελευταία αυτά κράτη μέλη, λαμβανομένου υπόψη ότι η διατύπωση της γνώμης αυτής εντάσσεται στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών των κρατών μελών που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Oleifici Italiani και Fratelli Rubino κατά Επιτροπής, T‑54/96, Συλλογή, EU:T:1998:204, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
45
Συναφώς, πρέπει να προστεθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο μη υποχρεωτικός χαρακτήρας της διατυπούμενης εκ μέρους ενός θεσμικού οργάνου της Ένωσης θέσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ του λόγου ότι η κυβέρνηση, η οποία ήταν αποδέκτρια της πράξεως, συμμορφώθηκε προς αυτή (βλ. διάταξη της 5ης Σεπτεμβρίου 2006, Comunidad autónoma de Madrid και Mintra κατά Επιτροπής, T‑148/05, EU:T:2006:234, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
46
Τρίτον, πρέπει να επισημανθεί ότι, δεδομένου ότι το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο της διαδικασίας λόγω παραβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 258 ΣΛΕΕ έχει ως μοναδικό σκοπό να παράσχει τη δυνατότητα στο κράτος μέλος να συμμορφωθεί οικειοθελώς προς τις επιταγές της Συνθήκης ή, ενδεχομένως, να του παράσχει την ευκαιρία να δικαιολογήσει τη θέση του, καμία από τις πράξεις που εκδίδει η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό δεν έχει δεσμευτική ισχύ (βλ. διάταξη της 19ης Σεπτεμβρίου 2005, Aseprofar και Edifa κατά Επιτροπής, T‑247/04, Συλλογή, EU:T:2005:327, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47
Εξάλλου, όσον αφορά ειδικώς τη διατύπωση της αιτιολογημένης γνώμης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι επρόκειτο για προκαταρκτική διαδικασία, η οποία δεν συνεπαγόταν δεσμευτικό έννομο αποτέλεσμα έναντι του αποδέκτη της αιτιολογημένης γνώμης (απόφαση Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 39 ανωτέρω, EU:C:1998:441, σκέψη 44).
48
Ως εκ τούτου, κατά μείζονα λόγο, το προσβαλλόμενο έγγραφο, με το οποίο η Επιτροπή καλεί ανεπισήμως τη Δημοκρατία της Σλοβενίας να αποδώσει παραδοσιακούς ιδίους πόρους στον προϋπολογισμό της Ένωσης, δεν μπορεί να συνιστά πράξη δυναμένη να προσβληθεί.
49
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προσβαλλόμενο έγγραφο αποτελεί απλώς μια έγγραφη διατύπωση γνώμης για λόγους ενημέρωσης, η οποία συμπληρώνεται από μια πρόσκληση προς απόδοση παραδοσιακών ιδίων πόρων, πρόσκληση απευθυνθείσα στη Δημοκρατία της Σλοβενίας. Επομένως, το έγγραφο αυτό δεν συνιστά απόφαση δυναμένη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, εφόσον δεν μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα και δεν σκοπεί να παραγάγει τέτοιου είδους αποτελέσματα.
50
Το συμπέρασμα που διατυπώθηκε στη σκέψη 49 ανωτέρω δεν μπορεί να κλονισθεί από τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η Δημοκρατία της Σλοβενίας.
51
Πρώτον, όσον αφορά το ποσό των παραδοσιακών ιδίων πόρων, τους λεπτομερείς κανόνες αποδόσεώς τους καθώς και την ενδεχόμενη καταβολή τόκων υπερημερίας, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, υπάρχει άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των ιδίων πόρων της Ένωσης, της υποχρεώσεως εμπρόθεσμης πιστωτικής εγγραφής στον λογαριασμό της Επιτροπής και της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας. Εξάλλου, αυτοί οι τόκοι υπερημερίας είναι απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η εγγραφή αυτών των πόρων στον λογαριασμό της Επιτροπής έγινε εκπρόθεσμα. Εντεύθεν, δεν υπάρχει λόγος να διακρίνεται η περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος έχει προβεί σε βεβαίωση των ιδίων πόρων χωρίς να τους καταβάλει από την περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος παρανόμως παρέλειψε να προβεί σε βεβαίωση των ιδίων πόρων, έστω και εν απουσία τακτής προθεσμίας (αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1991, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, C‑96/89, Συλλογή, EU:C:1991:213, σκέψη 38, και Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 29 ανωτέρω, EU:C:2005:683, σκέψη 67).
52
Ως εκ τούτου, ο δεκτικός προσφυγής χαρακτήρας του προσβαλλόμενου εγγράφου, καθόσον αυτό αναφέρεται στο ποσό των σχετικών παραδοσιακών ιδίων πόρων καθώς και στην ενδεχόμενη καταβολή τόκων υπερημερίας, δεν μπορεί να εκτιμάται αυτοτελώς σε σχέση με τον δεκτικό προσφυγής χαρακτήρα του εν λόγω εγγράφου καθόσον αυτό αναφέρεται στην υποχρέωση αποδόσεως ιδίων πόρων στον προϋπολογισμό της Ένωσης (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 20ής Μαρτίου 1986, Επιτροπή κατά Γερμανίας, 303/84, Συλλογή, EU:C:1986:140, σκέψη 11).
53
Πάντως, ελλείψει αποφάσεως του Δικαστηρίου που να διαπιστώνει παράβαση της Δημοκρατίας της Σλοβενίας σε σχέση με την υποχρέωση, η οποία αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεως, περί αποδόσεως παραδοσιακών ιδίων πόρων που προβλέπεται από τον κανονισμό 1150/2000, η Επιτροπή δεν μπορεί να εξουσιοδοτηθεί να προβεί σε οριστικό καθορισμό του ποσού των επίμαχων παραδοσιακών ιδίων πόρων και σε οριστική διευθέτηση του ζητήματος των τόκων υπερημερίας.
54
Κατά συνέπεια, το προσβαλλόμενο έγγραφο, το οποίο δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα όταν απευθύνει πρόσκληση στη Δημοκρατία της Σλοβενίας να αποδώσει παραδοσιακούς ιδίους πόρους στον προϋπολογισμό της Ένωσης, δεν μπορεί, κατά μείζονα λόγο, να παραγάγει έννομα αποτελέσματα όταν αναφέρεται στο ποσό της απώλειας ιδίων πόρων που ενδεχομένως έλαβε χώρα και στην υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας η οποία προβλέπεται από το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/2000.
55
Δεύτερον, πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας που αντλούνται από το ότι η Επιτροπή προέβη σε πεπλανημένη ερμηνεία των κρισίμων διατάξεων της επίμαχης ρυθμίσεως ή από το ότι το προσβαλλόμενο έγγραφο στερείται νομικού ερείσματος.
56
Συγκεκριμένα, στο μέτρο που το προσβαλλόμενο έγγραφο δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως ασκουμένης βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, τα επιχειρήματα της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, τα οποία αντλούνται από το ότι οι περιλαμβανόμενες στο εν λόγω έγγραφο εκτιμήσεις της Επιτροπής είναι πεπλανημένες ή στερούνται νομικού ερείσματος, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελή.
57
Τρίτον, και για τους ίδιους λόγους με τους προηγηθέντες, πρέπει επίσης να απορριφθεί ως αλυσιτελής η επιχειρηματολογία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας, που αντλείται από το ότι το προσβαλλόμενο έγγραφο παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι των τρίτων και, ειδικότερα, έναντι της εταιρίας Kandit για τον λόγο ότι, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, η Επιτροπή έσπευσε προκαταβολικώς να εκδώσει απόφαση περί ενδεχόμενης διαδικασίας επιστροφής ή διαγραφής, προς όφελος της εν λόγω εταιρίας, των τελωνειακών δασμών που αυτή έχει καταβάλει.
58
Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να επισημανθεί ότι η υποχρέωση αποδόσεως ιδίων πόρων αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της. Αντιθέτως, η είσπραξη τελωνειακής οφειλής αφορά τη σχέση μεταξύ ενός κράτους μέλους και των οφειλετών του.
59
Πάντως, όπως έχει υπενθυμίσει το Δικαστήριο με τη σκέψη 63 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 29 ανωτέρω (EU:C:2005:683), η ύπαρξη διακρίσεως μεταξύ των κανόνων περί υποχρεώσεως βεβαιώσεως της απαιτήσεως της Ένωσης επί των ιδίων πόρων και των κανόνων περί της δυνατότητας των κρατών μελών να εισπράττουν τους δασμούς έχει ήδη γίνει δεκτή από το Δικαστήριο με την απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 1999, De Haan (C‑61/98, Συλλογή, EU:C:1999:393).
60
Ως εκ τούτου, η δυνατότητα της εταιρίας Kandit να επιδιώξει διαγραφή ή επιστροφή των τελωνειακών δασμών, τους οποίους κατέβαλε, δεν μπορεί να εξαρτάται από την περίσταση ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας υπέχει, ενδεχομένως, την υποχρέωση να αποδώσει ιδίους πόρους στον προϋπολογισμό της Ένωσης.
61
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, το προσβαλλόμενο έγγραφο δεν συνιστά πράξη δυναμένη να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξετασθούν τα λοιπά επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή και χωρίς να είναι αναγκαίο να ληφθεί απόφαση επί των αιτήσεων παρεμβάσεως της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
62
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου.
63
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Δημοκρατία της Σλοβενίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδά της καθώς και στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, σύμφωνα με τα αιτήματα της τελευταίας.
64
Εξάλλου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 144, παράγραφος 10, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Δημοκρατία της Σλοβενίας, η Επιτροπή, η Πορτογαλική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας φέρουν έκαστος τα σχετικά με τις αιτήσεις παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά τους.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Παρέλκει η απόφανση επί των αιτήσεων παρεμβάσεως της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας.
3)
Η Δημοκρατία της Σλοβενίας καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδά της καθώς και στα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
4)
Η Δημοκρατία της Σλοβενίας, η Επιτροπή, η Πορτογαλική Δημοκρατία και το Βασίλειο της Ισπανίας φέρουν έκαστος τα σχετικά με τις αιτήσεις παρεμβάσεως δικαστικά έξοδά τους.
Λουξεμβούργο, 14 Σεπτεμβρίου 2015.
Ο Γραμματέας
E. Coulon
Ο Πρόεδρος
Σ. Παπασάββας
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η σλοβενική.
Full & Egal Universal Law Academy