ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
PAOLO MENGOZZI
της 8ης Σεπτεμβρίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑45/15 P
Safa Nicu Sepahan Co.
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης
«Αίτηση αναιρέσεως — Περιοριστικά μέτρα κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν με σκοπό την παρεμπόδιση της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων — Κατάλογος των προσώπων και των οντοτήτων στις οποίες εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων και οικονομικών πόρων — Εξωσυμβατική ευθύνη — Κατάφωρη παράβαση — Υλική ζημία — Ηθική βλάβη»
Η υπό κρίση υπό
1.
θεση εντάσσεται στο πλαίσιο των περιοριστικών μέτρων για την άσκηση πιέσεως στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, προκειμένου αυτή να παύσει τις πυρηνικές δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο διαδόσεως των πυρηνικών όπλων και αναπτύξεως συστημάτων εκτοξεύσεως πυρηνικών όπλων (στο εξής: διάδοση των πυρηνικών όπλων).
2.
Η Safa Nicu Sepahan Co., αναιρεσείουσα στην υπό κρίση υπόθεση (στο εξής: αναιρεσείουσα), είναι ιρανική ανώνυμη εταιρία, της οποίας η επωνυμία αναγραφόταν για χρονικό διάστημα περίπου τριών ετών στους καταλόγους των οντοτήτων που συμβάλλουν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, οι οποίοι εκδόθηκαν με κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η νυν αναιρεσείουσα αμφισβήτησε τη νομιμότητα αυτής της εγγραφής και ζήτησε να αποκατασταθεί για την υλική ζημία και την ηθική βλάβη που, κατά την ίδια, προκλήθηκαν από την εγγραφή αυτή. Με την από 25 Νοεμβρίου 2014 απόφασή του, Safa Nicu Sepahan κατά Συμβουλίου (Τ‑384/11, EU:T:2014:986, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τις πράξεις εγγραφής της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους, απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεως λόγω υλικής ζημίας και υποχρέωσε το Συμβούλιο να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση ύψους 50000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσείουσα ( 2 ).
3.
Αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως είναι, αφενός, η αίτηση αναιρέσεως την οποία άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της απορρίψεως του αιτήματος αποζημιώσεώς της λόγω υλικής ζημίας, καθώς και κατά του ύψους της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, και, αφετέρου, η ανταναίρεση του Συμβουλίου, με την οποία αμφισβητείται ότι συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως εξωσυμβατικής ευθύνης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η οποία στρέφεται κατά της υποχρεώσεως που του επιβλήθηκε να αποκαταστήσει την ηθική βλάβη που υπέστη η αναιρεσείουσα.
I – Το ιστορικό της ένδικης διαφοράς και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
4.
Το ιστορικό της διαφοράς, το οποίο περιλαμβάνεται στις σκέψεις 1 έως 13 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως για της ανάγκες της υπό κρίση υποθέσεως.
5.
Η επωνυμία οντότητας ταυτοποιημένης ως «Safa Nicu» ενεγράφη στον κατάλογο των οντοτήτων που συμβάλλουν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, ο οποίος παρατίθεται στο παράρτημα ΙΙ της αποφάσεως 2010/413/ΚΕΠΠΑ ( 3 ), με την απόφαση 2011/299/ΚΕΠΠΑ ( 4 ) και, κατά συνέπεια, στον κατάλογο ο οποίος παρατίθεται στο παράρτημα VIII του κανονισμού (ΕΕ) 961/2010 ( 5 ), με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 503/2011 ( 6 ). Στην αιτιολογία της αποφάσεως 2011/299 και του εκτελεστικού κανονισμού 503/2011, η εν λόγω οντότητα περιγράφηκε ως «[ε]ταιρεία επικοινωνιών η οποία παρέχει εξοπλισμό στην εγκατάσταση Fordow (Qom), η οποία κατασκευάζεται χωρίς να έχει δηλωθεί στον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ)».
6.
Με έγγραφο της 7ης Ιουνίου 2011, η αναιρεσείουσα ζήτησε από το Συμβούλιο να τροποποιήσει το παράρτημα VIII του κανονισμού 961/2010, είτε συμπληρώνοντας και διορθώνοντας την εγγραφή της επωνυμίας της οντότητας η οποία ταυτοποιήθηκε ως «Safa Nicu» στους επίμαχους καταλόγους είτε απαλείφοντάς την. Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση, η αναιρεσείουσα απηύθυνε νέο έγγραφο στο Συμβούλιο στις 23 Ιουνίου 2011.
7.
Η εγγραφή διατηρήθηκε σε ισχύ με την απόφαση 2011/783/ΚΕΠΠΑ ( 7 ) και με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1245/2011 ( 8 ). Η ένδειξη «Safa Nicu» αντικαταστάθηκε πάντως με άλλες ενδείξεις και προστέθηκαν ως στοιχεία ταυτοποιήσεως της οικείας οντότητας πέντε διευθύνσεις στο Ιράν, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στο Αφγανιστάν.
8.
Με έγγραφο της 5ης Δεκεμβρίου 2011, το Συμβούλιο πληροφόρησε την αναιρεσείουσα για τη διατήρηση της επωνυμίας της στους καταλόγους του παραρτήματος II της αποφάσεως 2010/413 και του παραρτήματος VIII του κανονισμού 961/2010. Διαπίστωσε ότι οι παρατηρήσεις που η αναιρεσείουσα είχε υποβάλει στις 7 Ιουνίου 2011 δεν δικαιολογούσαν την άρση των περιοριστικών μέτρων και διευκρίνισε ότι η εγγραφή της επωνυμίας της οντότητας η οποία ταυτοποιήθηκε ως «Safa Nicu» αφορούσε όντως την αναιρεσείουσα. Με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 2012, το Συμβούλιο κοινοποίησε στην αναιρεσείουσα τον κανονισμό (ΕΕ) 267/2012 ( 9 ), για την κατάργηση του κανονισμού 961/2010, και την ενημέρωσε ότι η επωνυμία της είχε διατηρηθεί στον κατάλογο του παραρτήματος IX του κανονισμού αυτού.
9.
Με την απόφαση 2014/222/ΚΕΠΠΑ ( 10 ), η επωνυμία της αναιρεσείουσας απαλείφθηκε από τον κατάλογο του παραρτήματος II της αποφάσεως 2010/413 και, με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 397/2014 ( 11 ), η επωνυμία της απαλείφθηκε, ως εκ τούτου, από τον κατάλογο του παραρτήματος IX του κανονισμού 267/2012.
10.
Στις 22 Ιουλίου 2011, η νυν αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή-αγωγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ζητώντας, αφενός, να ακυρωθούν μερικώς οι κανονισμοί 503/2011 και 267/2012, καθόσον αφορούσαν την αναιρεσείουσα και τις θυγατρικές της εταιρίες, και, αφετέρου, να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να της καταβάλει αποζημίωση ύψους 7662737,40 ευρώ, πλέον τόκων, υπολογιζομένων με ετήσιο επιτόκιο 5 % από 1ης Ιανουαρίου 2013, λόγω τόσο της υλικής ζημίας όσο και λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την εις βάρος της επιβολή περιοριστικών μέτρων.
11.
Προς στήριξη του αιτήματός της ακυρώσεως, η αναιρεσείουσα προέβαλε τρεις λόγους, οι οποίοι αντλούνταν πρώτον, από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας, δεύτερον, από πλάνη εκτιμήσεως, καθώς και «κατάχρηση εξουσίας» και, τρίτον, από προσβολή των δικαιωμάτων της άμυνας και του δικαιώματός της σε αποτελεσματική ένδικη προστασία. Αφού απέρριψε τον πρώτο λόγο ( 12 ) και αφού έκρινε ως απαράδεκτη την αιτίαση του δεύτερου λόγου περί «καταχρήσεως εξουσίας», στις σκέψεις 32 έως 39 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε και έκανε δεκτή την αιτίαση του δεύτερου λόγου περί πλάνης εκτιμήσεως. Κατά συνέπεια, ακύρωσε την εγγραφή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους, χωρίς να εξετάσει τον τρίτο λόγο προσφυγής (σκέψη 40 και σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) ( 13 ).
12.
Όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, καταρχάς, ότι επληρούτο εν προκειμένω η προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης περί παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσαπτόταν στο Συμβούλιο, δεδομένου ότι αυτό υπέπεσε σε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες (σκέψεις 49 έως 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
13.
Στη συνέχεια, εξέτασε τις προϋποθέσεις που συνδέονται με το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ως προς τις διαφορετικές ζημίες που προβάλλονταν.
14.
Όσον αφορά την ηθική βλάβη, την οποία η αναιρεσείουσα αποτίμησε, τελικώς, σε ποσόν ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε ότι συνέτρεχαν εν προκειμένω οι ως άνω προϋποθέσεις και, αποτιμώντας αυτή τη βλάβη ex aequo et bono, κατέληξε ότι η επιδίκαση ποσού ύψους 50000 ευρώ αποτελούσε εύλογη χρηματική ικανοποίηση (σκέψεις 78 έως 92 και σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
15.
Αντιθέτως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα περί αποζημιώσεως για τις υλικές ζημίες που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα. Για κάθε προβαλλόμενη ζημία, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε επαρκείς αποδείξεις, είτε όσον αφορά το υποστατό ή την έκταση της ζημίας που φέρεται να υπέστη είτε όσον αφορά την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής της ζημίας και της προσαπτόμενης στο Συμβούλιο συμπεριφοράς (σκέψεις 93 έως 148 και σημείο 4 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
16.
Όσον αφορά το αίτημα περί επιδικάσεως τόκων, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, αφενός, ότι δεν τίθεται ζήτημα επιδικάσεως τόκων για την περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, αφετέρου, έκρινε ότι το Συμβούλιο οφείλει να καταβάλει τόκους υπερημερίας από της εκδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μέχρι πλήρους εξοφλήσεως της οφειλομένης χρηματικής ικανοποιήσεως (σκέψεις 150 έως 152 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και σημείο 3 του διατακτικού).
II – Αιτήματα των διαδίκων
17.
Με την αίτησή της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον με αυτή το Γενικό Δικαστήριο δεν αναγνώρισε την υλική ζημία που υπέστη η αναιρεσείουσα, και καθόσον της επιδίκασε ποσόν ύψους μόνον 50000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επιπλέον, ζητεί από το Δικαστήριο να ασκήσει την πλήρη δικαιοδοσία του και να της επιδικάσει ποσόν ύψους 5662737,40 ευρώ, εντόκως, για την υλική ζημία, καθώς και ποσόν ύψους 2 εκατομμυρίων ευρώ, εντόκως, για την ηθική βλάβη, καθώς και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Επικουρικώς, ζητεί από το Δικαστήριο να της επιδικάσει ποσόν το οποίο θα καθορίσει ex aequo et bono, εντόκως, για την υλική ζημία, καθώς και ποσόν όχι μικρότερο των 50000 ευρώ, εντόκως, για την ηθική βλάβη, και να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Όλως επικουρικώς, ζητεί από το Δικαστήριο να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, προκειμένου αυτό να επανεκτιμήσει την έκταση της ζημίας και να εκδώσει νέα απόφαση υπέρ αυτής.
18.
Με το υπόμνημά της αντικρούσεως της ανταναιρέσεως του Συμβουλίου, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την ανταναίρεση του Συμβουλίου ως αβάσιμη. Επιπροσθέτως, επαναλαμβάνει τα αιτήματα που διατύπωσε στο πλαίσιο της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
19.
Με την ανταναίρεσή του, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθόσον με αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αναιρεσείουσα χρηματική ικανοποίηση ύψους 50000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, να απορρίψει το πρωτοδίκως διατυπωθέν αίτημα της αναιρεσείουσας προς αποκατάσταση αυτής της βλάβης και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
20.
Με το υπόμνημά του αντικρούσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη, να αντικαταστήσει το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
21.
Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας, στο οποίο επετράπη να ασκήσει παρέμβαση στην προφορική διαδικασία, υποστηρίζει τα αιτήματα που διατύπωσε το Συμβούλιο με την ανταναίρεση και κατ’ αντίκρουση της αιτήσεως αναιρέσεως.
III – Ανάλυση
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
22.
Είναι επιβεβλημένες ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις, που αφορούν κάποια από τα αιτήματα που προβάλλουν οι διάδικοι με τα δικόγραφά των προτάσεών τους.
23.
Η πρώτη παρατήρηση αφορά το αίτημα αντικαταστάσεως του σκεπτικού, το οποίο διατύπωσε το Συμβούλιο με το υπόμνημά του αντικρούσεως της αιτήσεως αναιρέσεως. Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο να αντικαταστήσει το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη του προβληθέντος πρωτοδίκως από την αναιρεσείουσα αιτήματος αποζημιώσεως για την υλική ζημία. Μολονότι επιδοκιμάζει αυτή την απόρριψη, το Συμβούλιο δεν ενστερνίζεται τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι πληρούται εν προκειμένω ο πρώτος όρος στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, ήτοι η ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η διαπίστωση αυτή συνιστά προκείμενη πρόταση συλλογισμού, στην οποία στηρίζεται τόσο η διαπίστωση, στις σκέψεις 78 έως 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να αποκατασταθεί για την ηθική βλάβη που υπέστη όσο και η επιβληθείσα στο Συμβούλιο υποχρέωση, κατά το σημείο 2 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ποσόν ύψους 50000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ως άνω ηθική βλάβη. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να κάνει δεκτό το αίτημα αντικαταστάσεως του σκεπτικού, το οποίο διατύπωσε το Συμβούλιο, χωρίς να απογυμνώσει συγχρόνως από το κύρος τους τα ως άνω τμήματα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, παρά τη διατύπωσή του, το αίτημα αυτό δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως αίτημα που σκοπό έχει τη μερική αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, απαράδεκτο καθεαυτό, διότι διατυπώθηκε στο πλαίσιο του υπομνήματος αντικρούσεως της αιτήσεως αναιρέσεως ( 14 ). Εντούτοις, δεδομένου ότι τα επιχειρήματα του Συμβουλίου προς στήριξη του εν λόγω αιτήματος επαναλαμβάνονται αυτολεξεί στην ανταναίρεσή του, το Δικαστήριο θα έχει την ευκαιρία να τα εξετάσει, αποφαινόμενο επ’ αυτής.
24.
Η δεύτερη παρατήρηση είναι ομοίου περιεχομένου με την πρώτη, αλλά αφορά, αυτή τη φορά, τα αιτήματα του υπομνήματος της αναιρεσείουσας κατ’ αντίκρουση της ανταναιρέσεως του Συμβουλίου. Πέραν της απορρίψεως της εν λόγω ανταναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει εν μέρει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να της επιδικάσει κατάλληλη αποζημίωση τόσο για την υλική ζημία όσο και για την ηθική βλάβη που υπέστη, επαναλαμβάνοντας τα ίδια αιτήματα με εκείνα που διατυπώνονται στην αίτησή της αναιρέσεως. Τα αιτήματα αυτά πρέπει επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτα, λόγω του ότι διατυπώνονται με το υπόμνημα επί της ανταναιρέσεως ( 15 ).
25.
Κατόπιν αυτών των επισημάνσεων, θα προβώ, καταρχάς, στην εξέταση της ανταναιρέσεως, με την οποία, όπως ελέχθη ανωτέρω, το Συμβούλιο αμφισβητεί, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη, εν προκειμένω, κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες. Πράγματι, αν διαπιστωθεί ότι η αιτίαση αυτή ευσταθεί, δεν στοιχειοθετείται η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης και τα αιτήματα που διατυπώνει η αναιρεσείουσα με την αίτησή της αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Εν συνεχεία, θα προβώ στην εξέταση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Β – Επί της ανταναιρέσεως
26.
Με την ανταναίρεσή του, το Συμβούλιο προβάλλει δύο αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με την πρώτη, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, «όσον αφορά ορισμένες από τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της [Ένωσης]», με τη δε δεύτερη, του προσάπτει ότι έκρινε ότι η ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων δεν συνιστούσε κατάλληλη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που φέρεται να υπέστη η αναιρεσείουσα.
1. Επί της πρώτης αιτιάσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο αναφορικά με τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης
27.
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Ηνωμένο Βασίλειο, προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως θεώρησε αποδεδειγμένη, εν προκειμένω, την ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, η οποία απαιτείται, προκειμένου να μπορεί να γίνει δεκτό ότι πληρούται η πρώτη από τις τρεις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, ήτοι αυτή που αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της προσαπτόμενης στα θεσμικά όργανα συμπεριφοράς ( 16 ). Η αιτίαση αυτή χωρίζεται σε δύο σκέλη.
α) Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από εσφαλμένη κρίση ως προς την έκταση της εξουσίας εκτιμήσεως του Συμβουλίου
28.
Το Συμβούλιο προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο, πρώτον, ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 59 έως 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Συμβούλιο δεν διέθετε κανένα περιθώριο εκτιμήσεως ως προς την υποχρέωσή του να θεμελιώσει σε τεκμηριωμένη με πληροφορίες ή αποδεικτικά στοιχεία αιτιολόγηση την εγγραφή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους καταλόγους των προσώπων και οντοτήτων που περιλαμβάνονται στις προσβαλλόμενες πράξεις. Ειδικότερα, το συμπέρασμα αυτό στηρίζεται σε νομολογιακές εξελίξεις –μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 2012, Fulmen κατά Συμβουλίου (T‑439/10 και T‑440/10, EU:T:2012:142, στο εξής: απόφαση Fulmen), και της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, στο εξής: απόφαση Kadi)– μεταγενέστερες της εκδόσεως, από το Συμβούλιο, των πράξεων εγγραφής και διατηρήσεως της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους εν λόγω καταλόγους και μη προβλέψιμες κατά τον χρόνο εκδόσεως αυτών των πράξεων, αντιστοίχως την 23η Μαΐου 2011, και την 1η Δεκεμβρίου 2011 και 23η Μαρτίου 2012. Ως απόδειξη, το Συμβούλιο παραπέμπει στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στις υποθέσεις Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:176), καθώς και στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft (C‑348/12 P, EU:C:2013:470), στις οποίες ο γενικός εισαγγελέας ακολούθησε διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που επέλεξε τελικά το Δικαστήριο.
29.
Υπενθυμίζω, καταρχάς, ότι κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η Ένωση υποχρεούται να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα θεσμικά όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Κατά πάγια νομολογία, αναγνωρίζεται δικαίωμα αποζημιώσεως στο ενωσιακό δίκαιο, εάν συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις, ήτοι εάν η προσαπτόμενη στα θεσμικά όργανα συμπεριφορά είναι παράνομη, εάν υφίσταται ζημία και εάν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας ( 17 ). Προκειμένου να πληρούται η πρώτη από αυτές τις προϋποθέσεις, η νομολογία απαιτεί ο παραβιαζόμενος κανόνας δικαίου να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες και η παράβαση να είναι κατάφωρη ( 18 ). Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το αποφασιστικής σημασίας κριτήριο προκειμένου να εκτιμηθεί εάν υφίσταται κατάφωρη παραβίαση του ενωσιακού δικαίου είναι αυτό της πρόδηλης και σοβαρής υπερβάσεως εκ μέρους θεσμικού οργάνου της Ένωσης των ορίων που επιβάλλονται στην εξουσία του εκτιμήσεως ( 19 ). Όταν το όργανο της Ένωσης δεν διαθέτει παρά αισθητά μειωμένο ή και ανύπαρκτο περιθώριο εκτιμήσεως, η απλή παραβίαση του ενωσιακού δικαίου μπορεί να αρκεί προς απόδειξη της υπάρξεως κατάφωρης παραβάσεως ( 20 ). Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι η έκταση του περιθωρίου εκτιμήσεως που καταλείπει ο σχετικός κανόνας στα θεσμικά όργανα εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας του κανόνα αυτού και ότι, εν πάση περιπτώσει, η παραβίαση του ενωσιακού δικαίου είναι πρόδηλη, όταν συνεχίζεται παρά την έκδοση ένδικης αποφάσεως που διαπιστώνει την προσαπτόμενη παράβαση ή προένδικης αποφάσεως ή πάγιας σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου, από όπου προκύπτει ότι η επίμαχη συμπεριφορά στοιχειοθετεί παράβαση ( 21 ).
30.
Στη συνέχεια, όσον αφορά το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, βάσει του οποίου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 69 αυτής, ότι το Συμβούλιο υπέπεσε, εν προκειμένω, σε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου που αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, σημειώνω ευθύς εξαρχής ότι το σκεπτικό αυτό παρουσιάζει ορισμένη αμφισημία.
31.
Πράγματι, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο παραπέμπει στην ανάλυσή του στις σκέψεις 26 έως 40 της ίδιας αποφάσεως, όπου κατέληξε ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε το βάσιμο της μομφής, η οποία αποτελεί τον μοναδικό λόγο που έγινε δεκτός εις βάρος της αναιρεσείουσας για την επιβολή σε αυτήν περιοριστικών μέτρων ( 22 ), κατά παράβαση των διατάξεων των κανονισμών 961/2010 και 267/2012, οι οποίες «προβλέπουν, εξαντλητικώς, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπονται [τα μέτρα] αυτ[ά]» και «έχουν, αντιθέτως, ως κύριο σκοπό την προστασία των ατομικών συμφερόντων των οικείων ιδιωτών» ( 23 ). Από τα χωρία αυτά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η προσαπτόμενη στο Συμβούλιο παρανομία συνίσταται στην προσβολή του δικαιώματος της αναιρεσείουσας να μην υποστεί την επιβολή των επίμαχων μέτρων, εάν δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της λήψεώς τους ( 24 ).
32.
Εντούτοις, κατά την εξέταση του ζητήματος εάν το Συμβούλιο διέθετε εν προκειμένω περιθώριο εκτιμήσεως, κατά τη νομολογία που υπομνήσθηκε ανωτέρω στο σημείο 29, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ότι «ο παράνομος χαρακτήρας των προσβαλλομένων πράξεων έγκειται στο ότι το Συμβούλιο δεν διέθετε πληροφορίες ή στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν, επαρκώς κατά νόμο, το βάσιμο των περιοριστικών μέτρων εις βάρος της νυν αναρεσείουσας και ότι, συνεκδοχικώς, δεν είναι σε θέση να τα προσκομίσει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου» ( 25 ). Παραπέμποντας στην απόφαση της 21ης Μαρτίου 2012, Fulmen κατά Συμβουλίου (Τ‑439/10 και Τ‑440/10, EU:T:2012:142), το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η υποχρέωση του Συμβουλίου να αποδείξει το βάσιμο των περιοριστικών μέτρων υπαγορεύεται από τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων των θιγόμενων προσώπων και των οντοτήτων και, ιδίως, του δικαιώματός τους σε αποτελεσματική ένδικη προστασία. Ακολουθεί, στις σκέψεις 64 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η υπόμνηση τεσσάρων αποφάσεων του Γενικού Δικαστηρίου –της αποφάσεως της 14ης Οκτωβρίου 2009, Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου (T‑390/08, EU:T:2009:401), της αποφάσεως της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Organisation des Modjahedines du peuple d’Iran κατά Συμβουλίου (T‑228/02, EU:T:2006:384), της αποφάσεως της 23ης Οκτωβρίου 2008, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (T‑256/07, EU:T:2008:461), και της αποφάσεως της 4ης Δεκεμβρίου 2008, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (T‑284/08, EU:T:2008:550)– οι οποίες αφορούν την έκταση του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων με τις οποίες επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα. Το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει, στη σκέψη 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «μια διοικητική αρχή επιδεικνύουσα τη συνήθη σύνεση και επιμέλεια θα ήταν, υπό τις περιστάσεις της προκειμένης περιπτώσεως, σε θέση να κατανοήσει, κατά τον χρόνο εκδόσεως της πρώτης προσβαλλομένης πράξεως, ότι στην ίδια απέκειτο να συλλέξει τις πληροφορίες ή τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δικαιολογούν τα περιοριστικά μέτρα εις βάρος της προσφεύγουσας-ενάγουσας προκειμένου να μπορεί να αποδείξει, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, το βάσιμο των ως άνω μέτρων διά της προσκομίσεως των εν λόγω πληροφοριών ή των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων ενώπιον του δικαστή της Ένωσης». Ο κανόνας, σε σχέση με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει το περιθώριο εκτιμήσεως του Συμβουλίου, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη κατάφωρης παραβάσεως, φαίνεται, στα χωρία αυτά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι μάλλον είναι το δικαίωμα της αναιρεσείουσας σε αποτελεσματική ένδικη προστασία.
33.
Η αμφισημία αυτή οφείλεται πιθανώς στο γεγονός ότι το ζήτημα των ορίων της εξουσίας του Συμβουλίου έναντι του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων στον τομέα των περιοριστικών μέτρων τέθηκε κυρίως σε σχέση με το δικαίωμα σε αποτελεσματική ένδικη προστασία. Πράγματι, λόγω, κυρίως, της απαιτήσεως να διασφαλίζεται ο δικαστικός έλεγχος των πράξεων επιβολής τέτοιων μέτρων, η υποχρέωση του Συμβουλίου να τεκμηριώνει με αποδεικτικά στοιχεία τους λόγους της επιβολής τους, κατά το πρότυπο της υποχρεώσεως που αφορά την αιτιολόγηση αυτών των πράξεων, διευκρινίσθηκε προοδευτικώς με σειρά αποφάσεων των δικαστηρίων της Ένωσης ( 26 ). Εντός αυτού του ιδιαίτερου πλαισίου πρέπει, επομένως, να νοηθεί το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά του οποίου βάλλει το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της ανταναιρέσεως, και να αναλυθούν τα επιχειρήματα που προέβαλε το Συμβούλιο προς στήριξή του.
34.
Καταρχάς, θέλω να επισημάνω ότι, με τον χαρακτηρισμό «πλάνη εκτιμήσεως», η τελικώς προσαπτόμενη στο Συμβούλιο συμπεριφορά με το τμήμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αφορά την εξέταση του αιτήματος ακυρώσεως ήταν η αδυναμία του να προσκομίσει ενώπιον του δικαστή της Ένωσης οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που θα καθιστούσε δυνατή την εκτίμηση του νομίμου χαρακτήρα των περιοριστικών μέτρων που επιβλήθηκαν στην αναιρεσείουσα. Στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται, ως απάντηση σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ότι το Συμβούλιο επισήμανε ότι το μόνο στοιχείο το οποίο είχε στη διάθεσή του σχετικά με την επιβολή και τη διατήρηση σε ισχύ των περιοριστικών μέτρων εις βάρος της νυν αναιρεσείουσας ήταν μια πρόταση εγγραφής από κράτος μέλος και ότι οι περιεχόμενες στην πρόταση αυτή πληροφορίες παρατέθηκαν στην αιτιολογία των προσβαλλομένων πράξεων. Η παράλειψη αυτή του Συμβουλίου είχε ως συνέπεια την αδυναμία διενέργειας οποιουδήποτε δικαστικού ελέγχου της βασιμότητας του λόγου για τον οποίο θεωρήθηκε ότι δικαιολογείται η επιβολή των περιοριστικών μέτρων κατά της αναιρεσείουσας, καθιστώντας τις πράξεις που προέβησαν στην επίμαχη εγγραφή, ιδίως γι’ αυτόν τον λόγο, παράνομες ( 27 ).
35.
Δεν τίθεται, επομένως, ζήτημα, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οποιουδήποτε ελέγχου της τηρήσεως από το Συμβούλιο των ορίων της εξουσίας του εκτιμήσεως κατά την αξιολόγηση των πληροφοριακών και αποδεικτικών στοιχείων που είχαν ως αποτέλεσμα την εγγραφή της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους ή κατά την εκτίμηση πολύπλοκων καταστάσεων που εντάσσονται στον τομέα της πολιτικής, το οποίο θα μπορούσε να εγείρει ερωτήματα ως προς τα όρια του δικαστικού ελέγχου. Η παραπομπή από το Συμβούλιο στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:176), καθώς και στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft (C‑348/12 P, EU:C:2013:470), όπου αυτός συνηγορεί υπέρ της αναγνωρίσεως ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως για το Συμβούλιο στον τομέα των περιοριστικών μέτρων και υπέρ ενός «εκ μέρους του δικαστή της Ένωσης […] προσαρμοσμένο[υ]» ελέγχου ( 28 ), στερείται επομένως οποιασδήποτε σημασίας στην παρούσα διαδικασία.
36.
Το επίμαχο ζήτημα στην παρούσα διαδικασία είναι περισσότερο η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου –αν όχι, έτι περαιτέρω, η ίδια η αρχή αυτού του ελέγχου–, παρά τα όριά του. Πράγματι, ένα θεσμικό όργανο που διεκδικεί την εξουσία να θεμελιώνει την επιβολή ή τη διατήρηση σε ισχύ περιοριστικών μέτρων κατά ενός ιδιώτη ή ενός νομικού προσώπου στην απλή πληροφόρηση που λαμβάνει από κράτος μέλος, χωρίς αυτή να συνοδεύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να μπορεί να τεκμηριώνει, δηλαδή να στηρίζει την αληθοφάνεια των αιτιάσεων που περιέχονται σε αυτή, τούτο δε μάλιστα αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποστήριξε, με σθεναρά επιχειρήματα, ότι είναι άσχετο προς τις κατακριτέες πράξεις που του καταλογίζονται, εκτός του ότι παραβλέπει τις διατάξεις οι οποίες καθορίζουν τις προϋποθέσεις για την επιβολή και τη διατήρηση σε ισχύ τέτοιων μέτρων, αρνείται, κατά βάση, κάθε δυνατότητα ελέγχου της δράσεώς του από τον δικαστή της Ένωσης.
37.
Η αρχή όμως, κατά την οποία πρέπει να διασφαλίζεται αποτελεσματικός δικαστικός έλεγχος των πράξεων, με τις οποίες το Συμβούλιο επιβάλλει περιοριστικά μέτρα κατά φυσικών ή νομικών προσώπων, έχει διατυπωθεί από το Δικαστήριο πολύ πριν από τις αποφάσεις Fulmen και Kadi.
38.
Στην απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32), σε σχέση με περιοριστικά μέτρα κατά προσώπων και οντοτήτων με σκοπό την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η Ένωση «είναι κοινότητα δικαίου, οι δε πράξεις των θεσμικών οργάνων της υπόκεινται σε έλεγχο για το αν είναι σύμφωνες με τη Συνθήκη […]» και εντός της οποίας «οι ιδιώτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να τυγχάνουν αποτελεσματικής ένδικης προστασίας». Με την ίδια απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι, στον τομέα των περιοριστικών μέτρων, η αποτελεσματικότητα αυτής της προστασίας είναι ιδιαιτέρως σημαντική για τον λόγο ότι τα μέτρα αυτά «έχουν σοβαρότατες συνέπειες», διότι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο, μια ομάδα ή μια οντότητα χαρακτηρίζεται τρομοκρατική όχι μόνο εμποδίζει κάθε χρηματοοικονομική συναλλαγή με το πρόσωπο, την ομάδα ή την οντότητα αυτή και κάθε χρηματοοικονομική υπηρεσία προς αυτά, αλλά βλάπτει επίσης τη φήμη και την πολιτική δράση τους ( 29 ). Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι ο έλεγχος πρέπει να αφορά αξιόπιστα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η εγγραφή στους επίμαχους καταλόγους, και την επακριβώς προσδιοριζόμενη ταυτότητα των οικείων προσώπων και των οντοτήτων ( 30 ).
39.
Οι αρχές αυτές επιβεβαιώθηκαν, πάντοτε στον τομέα των περιοριστικών μέτρων που επιβάλλονται με σκοπό την καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας, στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, E και F (C‑550/09, EU:C:2010:382). Βεβαίως, όπως υπογράμμισε το Συμβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η απόφαση αυτή αφορά την υποχρέωση του εν λόγω θεσμικού οργάνου να αιτιολογεί τις πράξεις με τις οποίες επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα, ενώ στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται ζήτημα, τουλάχιστον στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, ούτε ελλείψεως ούτε ελαττώματος αιτιολογίας που να καθιστά πλημμελή την εγγραφή της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους ( 31 ). Εντούτοις, το Δικαστήριο τόνισε με την απόφαση αυτή, σαφώς και απεριφράστως, τόσο την απαίτηση τέτοια μέτρα να υπόκεινται «σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο της νομιμότητάς [τους] επί της ουσίας» όσο και την έκταση αυτού του ελέγχου, που πρέπει, ιδίως, να αφορά «τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων και πληροφοριών που προβλήθηκαν προς στήριξή [τους]» ( 32 ). Ο έλεγχος αυτός μπορεί όμως να αποτύχει και για άλλο λόγο εκτός από την έλλειψη αιτιολογίας της πράξεως που υπόκειται σε αυτόν, λόγω της ελλείψεως στοιχείων που καθιστούν δυνατό να επαληθευθεί, έστω και εντός των ορίων περιορισμένης εξετάσεως, το βάσιμο τέτοιας αιτιολογίας.
40.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, σε αντίθεση προς όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο, κατά τον χρόνο της πρώτης εγγραφής της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους, στις 23 Μαΐου 2011, δεν υφίστατο καμία αβεβαιότητα στη νομολογία του Δικαστηρίου ως προς την υποχρέωση του Συμβουλίου να συμμορφώνεται, κατά τη λήψη αποφάσεων που προβλέπουν περιοριστικά μέτρα σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων, προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον σεβασμό του δικαιώματος σε αποτελεσματική ένδικη προστασία των εμπλεκομένων προσώπων και, επομένως, ως προς την υποχρέωσή του να στηρίζεται σε βάσιμα και εμπεριέχοντα τη δυνατότητα αποδείξεως στοιχεία που καθιστούν δυνατό από τον δικαστή της Ένωσης τον έλεγχο, έστω και περιορισμένο, της νομιμότητας των εν λόγω αποφάσεων.
41.
Κατά τα λοιπά, πρέπει να τονισθεί ότι η ύπαρξη νομολογίας που καθορίζει τον παραβατικό χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο συμπεριφοράς δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό μιας παραβάσεως ως κατάφωρης. Πράγματι, από την παρατιθέμενη ανωτέρω στο σημείο 29 νομολογία προκύπτει ότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ο οποίος λαμβάνει υπόψη το εύρος του περιθωρίου εκτιμήσεως που ο παραβιαζόμενος κανόνας καταλείπει στα θεσμικά όργανα, εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τον βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας αυτού του κανόνα. Λαμβανομένης όμως υπόψη της σημασίας που έχει η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην κοινότητα δικαίου που συνιστά η Ένωση, δεν χωρεί, κατ’ εμέ, αμφιβολία ότι τα θεσμικά της όργανα δεν απολαύουν περιθωρίου εκτιμήσεως ως προς την υποχρέωση που υπέχουν να θεμελιώνουν την επιβολή και τη διατήρηση σε ισχύ περιοριστικών μέτρων σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων τουλάχιστον σε ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία, ώστε να δύναται ο δικαστής της Ένωσης να ελέγχει, έστω οριακώς, εάν είναι βάσιμες –ή έστω πιθανολογούμενες ( 33 )– οι αιτιάσεις που δικαιολόγησαν την επιβολή τέτοιων μέτρων.
42.
Εν προκειμένω, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στο σημείο 34, και όπως παραδέχθηκε και το Συμβούλιο, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, και επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η μομφή που προκάλεσε την εγγραφή και τη διατήρηση της επωνυμίας της αναιρεσείουσας για χρονικό διάστημα τριών περίπου ετών στους επίμαχους καταλόγους ουδέποτε τεκμηριώθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, καθιστώντας έτσι αδύνατον οποιονδήποτε δικαστικό έλεγχο εκ μέρους του δικαστή της Ένωσης.
43.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, και χωρίς να υποπέσει σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 69 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσαπτόμενη στο Συμβούλιο συμπεριφορά συνιστά κατάφωρη παραβίαση του ενωσιακού δικαίου, βάσει της νομολογίας που προπαρατέθηκε στο σημείο 29.
44.
Για τους εκτεθέντες λόγους, το πρώτο σκέλος της αιτιάσεως του Συμβουλίου που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο ως προς τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, πρέπει κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί.
β) Επί του δευτέρου σκέλους, που αντλείται από εσφαλμένη εκτίμηση του βαθμού πολυπλοκότητας της καταστάσεως, καθώς και των δυσχερειών εφαρμογής και ερμηνείας των παραβιασθέντων κανόνων
45.
Δεύτερον, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον έκρινε, στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο κανόνας ο οποίος επιβάλλει στο Συμβούλιο να αποδείξει το βάσιμο των επιβληθέντων σε βάρος της νυν αναιρεσείουσας περιοριστικών μέτρων δεν αφορά κατάσταση ιδιαιτέρως σύνθετη και ότι δεν αναφύονται δυσχέρειες εφαρμογής ή ερμηνείας. Το Συμβούλιο υπογραμμίζει ότι οι δυσχέρειες που συνδέονται με την ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών, οι οποίες αποτελούν το θεμέλιο αποφάσεως εγγραφής σε κατάλογο, αναφορικά με την εκτίμησή τους από το Γενικό Δικαστήριο τονίσθηκαν από τη γενική εισαγγελέα E. Sharpston στις προτάσεις της στην υπόθεση Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran (C‑27/09 P, EU:C:2011:482) και ότι, ακριβώς για να αντιμετωπίζονται τέτοιες δυσχέρειες, προστέθηκε το νέο άρθρο 105 στον Κανονισμό Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου το 2014, ήτοι αρκετά έτη κατόπιν της πρώτης εγγραφής της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στον επίμαχο κατάλογο.
46.
Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, το σύστημα το οποίο έχει καθιερώσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ λαμβάνει ιδίως υπόψη την πολυπλοκότητα των προς ρύθμιση καταστάσεων, τις δυσχέρειες εφαρμογής ή ερμηνείας των διατάξεων, καθώς και τον βαθμό σαφήνειας και ακρίβειας του παραβιασθέντος κανόνα ( 34 ).
47.
Εν προκειμένω, αρκεί να τονισθεί ότι σε κανένα χρονικό σημείο της διαδικασίας σε πρώτο βαθμό το Συμβούλιο δεν επικαλέσθηκε τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των εγγράφων ή των πληροφοριών που είχε στην κατοχή του, προκειμένου να αντιτάξει άρνηση στην ανακοίνωσή τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Αντιθέτως, όπως υπομνήσθηκε κατ’ επανάληψη ανωτέρω, το Συμβούλιο εξέθεσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι τα μόνα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία είχε στη διάθεσή του, τα οποία αφορούσαν την επιβολή και τη διατήρηση των περιοριστικών μέτρων σε σχέση με την αναιρεσείουσα, είχαν παρατεθεί στην αιτιολογία της πράξεως εγγραφής. Επομένως, όπως επιβεβαίωσε ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε συγκεκριμένη ερώτηση του Δικαστηρίου, ουδέποτε, στην παρούσα υπόθεση, τέθηκε το ζήτημα της διαβιβάσεως εμπιστευτικών πληροφοριών στον δικαστή της Ένωσης.
48.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Συμβούλιο δεν μπορεί βασίμως να στηρίζεται σε υποτιθέμενες διαδικαστικές δυσχέρειες που συνδέονταν με τέτοιου είδους διαβίβαση κατά τον χρόνο επιβολής των επίμαχων μέτρων, προκειμένου να αμφισβητήσει την περιεχόμενη στη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διαπίστωση, κατά την οποία ο κανόνας ο οποίος επιβάλλει στο Συμβούλιο να αποδείξει το βάσιμο τέτοιου είδους μέτρων «δεν αφορά κατάσταση ιδιαιτέρως σύνθετη», «είναι σαφής και συγκεκριμέν[ος]», και «δεν αναφύονται δυσχέρειες εφαρμογής ή ερμηνείας».
49.
Για τους λόγους που εκτέθηκαν, το δεύτερο σκέλος της αιτιάσεως του Συμβουλίου, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο ως προς τις προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
2. Επί της δεύτερης αιτιάσεως, που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο αναφορικά με την επιβληθείσα στο Συμβούλιο υποχρέωση χρηματικής ικανοποιήσεως της αναιρεσείουσας λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη
50.
Με τη δεύτερη αιτίαση της ανταναιρέσεώς του, που στρέφεται κατά των σκέψεων 87 έως 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από το Ηνωμένο Βασίλειο, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον υποχρέωσε το εν λόγω θεσμικό όργανο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ποσόν ύψους 50000 ευρώ λόγω της ηθικής βλάβης που φέρεται να υπέστη. Το Συμβούλιο διατείνεται ότι, με την εν λόγω κρίση, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε τη νομολογία κατά την οποία η ακύρωση μιας πράξεως εγγραφής σε κατάλογο είναι ικανή να αποκαταστήσει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση και να αποτελέσει ένα είδος ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που υπέστη το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Κατά το Συμβούλιο, ανάλογες εκτιμήσεις με αυτές που διατύπωσε το Γενικό Δικαστήριο για να αιτιολογήσει την απόφασή του, ήτοι, μεταξύ άλλων, η βαρύτητα της αιτιάσεως ότι μια οντότητα συμπράττει στη διάδοση των πυρηνικών όπλων στο Ιράν, έχουν, mutatis mutandis, εφαρμογή και σε άλλες υποθέσεις, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Sison κατά Συμβουλίου (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, T‑47/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:207), στην οποία το Γενικό Δικαστήριο, αντιθέτως, απέρριψε το αίτημα ικανοποιήσεως της προσφεύγουσας λόγω ηθικής βλάβης. Το Συμβούλιο επισημαίνει επίσης ότι, εν προκειμένω, αποφάσισε να απαλείψει την επωνυμία της αναιρεσείουσας από τους επίμαχους καταλόγους τον Απρίλιο του 2014, ήτοι πριν εκδοθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
51.
Πριν εξετασθούν τα επιχειρήματα του Συμβουλίου, πρέπει να υπομνησθεί εν συντομία το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο αμφισβητείται στο πλαίσιο της υπό ανάλυση αιτιάσεως.
52.
Με τις σκέψεις 80 και 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο τονίζει, καταρχάς, ότι, όταν επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα εις βάρος οντότητας λόγω της στηρίξεως που αυτή φέρεται να παρέσχε στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, τούτη συσχετίζεται δημοσίως προς συμπεριφορά η οποία εκλαμβάνεται ως σοβαρή απειλή για την διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, με αποτέλεσμα να προκαλείται απαξία και δυσπιστία έναντί της, γεγονός το οποίο έχει αντίκτυπο στη φήμη της και, συνεπώς, της προξενεί ηθική βλάβη –διακριτή της υλικής ζημίας η οποία οφείλεται στη διατάραξη των εμπορικών της σχέσεων– για την οποία δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση. Εν συνεχεία, έχοντας τονίσει ότι η ακύρωση των προσβαλλομένων πράξεων είναι ικανή να αποτελέσει μορφή αποκαταστάσεως της εν λόγω βλάβης, καθόσον συνεπάγεται τη διαπίστωση ότι ο συσχετισμός της νυν αναιρεσείουσας προς τη διάδοση των πυρηνικών όπλων είναι αδικαιολόγητος και, κατά συνέπεια, παράνομος, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, η ακύρωση αυτή είναι ικανή απλώς να μετριάσει το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως που θα επιδικασθεί, αλλά όχι να αποκαταστήσει πλήρως την προκληθείσα βλάβη ( 35 ). Το Γενικό Δικαστήριο διατυπώνει τέσσερις σκέψεις προς στήριξη της διαπιστώσεως αυτής. Πρώτον, οι συνέπειες που επέφεραν την ηθική βλάβη της αναιρεσείουσας, ιδίως το ότι επηρεάσθηκε η έναντί της συμπεριφορά των τρίτων οντοτήτων, οι οποίες ως επί το πλείστον βρίσκονται εκτός της Ένωσης, «δεν είναι δυνατόν να αντισταθμιστούν πλήρως από την εκ των υστέρων διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα των προσβαλλομένων πράξεων, δεδομένου ότι η επιβολή των περιοριστικών μέτρων εις βάρος οντότητας προσελκύει πολύ περισσότερο την προσοχή και προκαλεί πολύ περισσότερες αντιδράσεις, ιδίως εκτός της Ένωσης, απ’ ό,τι η μεταγενέστερη ακύρωσή τους» (σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Δεύτερον, η μομφή που έκανε δεκτή το Συμβούλιο κατά της αναιρεσείουσας είναι ιδιαιτέρως σοβαρή (σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Τρίτον, η μομφή αυτή «δεν στηρίχθηκε σε κανένα σχετικό πληροφοριακό ή αποδεικτικό στοιχείο» (σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Τέταρτον, καίτοι η εγγραφή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας θα μπορούσε να είχε απαλειφθεί οποτεδήποτε από το Συμβούλιο, εντούτοις διατηρήθηκε επί σχεδόν τρία έτη, παρά τις διαμαρτυρίες της αναιρεσείουσας (σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
53.
Τα επιχειρήματα του Συμβουλίου στηρίζονται σε μια σειρά προκειμένων προτάσεων συλλογισμού, κατ’ εμέ εσφαλμένων.
54.
Πρώτον, σε αντίθεση προς όσα υπονοεί το θεσμικό αυτό όργανο, το Δικαστήριο δεν έχει μεταφέρει στον τομέα των περιοριστικών μέτρων την αρχή που έχει διαπλάσει στο πλαίσιο των δημοσιοϋπαλληλικών διαφορών, κατά την οποία η ακύρωση πράξεως της διοικήσεως, και επομένως η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της, συνιστά αφεαυτής κατάλληλη ικανοποίηση και, καταρχήν, επαρκή, λόγω της ηθικής βλάβης που προκάλεσε η πράξη αυτή στον υπάλληλο, ο οποίος την προσβάλλει ( 36 ). Βεβαίως, όπως υπενθυμίζει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο, στη σκέψη 72 της αποφάσεως της 28ης Μαΐου 2013, Abdulrahim κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑239/12 P, EU:C:2013:331, στο εξής: απόφαση Abdulrahim), επισήμανε ότι η αναγνώριση του παράνομου χαρακτήρα της προσβαλλομένης πράξεως μπορεί, καθεαυτή, να αποκαταστήσει τον προσφεύγοντα στην προτέρα κατάσταση ή να αποτελέσει ένα είδος ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που του προκάλεσε αυτή η παρανομία. Αφενός, όμως, το Δικαστήριο προέβη σε αυτή την κρίση αποφαινόμενο επί της διατηρήσεως του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος μετά την απάλειψη του ονόματός του από τον επίδικο κατάλογο, και, επομένως, η εν λόγω κρίση πρέπει να εκληφθεί ως obiter dictum στο πλαίσιο της αποφάσεως αυτής. Αφετέρου, το Δικαστήριο περιορίσθηκε να τονίσει ότι η ακύρωση της πράξεως «είναι ικανή […] να αποτελέσει ένα είδος ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης» ( 37 ), χωρίς να επαναλάβει την πολύ πιο στενή διατύπωση που χρησιμοποίησε στη σκέψη 26 της αποφάσεως της 7ης Φεβρουαρίου 1990, Culin κατά Επιτροπής (C‑343/87, EU:C:1990:49) –στην οποία όμως παρέπεμψε–, κατά την οποία «η ακύρωση προσβαλλομένης πράξεως από [τον προσφεύγοντα] μπορεί να συνιστά πρόσφορη αποκατάσταση ηθικής βλάβης» ( 38 ).
55.
Δεύτερον, ακόμη κι αν το Δικαστήριο είχε προβεί στην κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της αρχής που υπομνήσθηκε ανωτέρω στο σημείο 54, από τη νομολογία προκύπτει ότι η εφαρμογή της δεν είναι, σε αντίθεση προς όσα φαίνεται να υπονοεί το Συμβούλιο, αυτόματη. Συγκεκριμένα, αφενός, προκειμένου να εκτιμηθεί αν η ακύρωση παράνομης πράξεως δύναται να έχει αναδρομικώς ως συνέπεια την εξάλειψη της ηθικής βλάβης που υπέστη ο προσφεύγων, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως ( 39 ), μεταξύ των οποίων, η σοβαρότητα και η διάρκεια της παραβάσεως ( 40 ), όπως και οι επιβαρυντικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη κατάσταση του ενδιαφερομένου ( 41 ). Αφετέρου, ο προσφεύγων διάδικος μπορεί να αποδείξει ότι υπέστη ηθική βλάβη, διακριτή από την παρανομία που αποτελεί το έρεισμα της ακυρώσεως της πράξεως και μη δυνάμενη να αποκατασταθεί πλήρως με αυτή την ακύρωση ( 42 ). Συναφώς, η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι οι σοβαρές αιτιάσεις που διατυπώνονται δημοσίως κατά του ενδιαφερομένου, σε βλαπτική γι’ αυτόν πράξη ή στο πλαίσιο διαδικασίας που έχει ως κατάληξη την έκδοση τέτοιας πράξεως, είναι ικανές να του προξενήσουν ηθική βλάβη, διακριτή από αυτή την πράξη, όταν θίγουν την τιμή του, την αξιοπρέπειά του, την υπόληψή του, ή το καλό του όνομα ( 43 ). Όπως όμως τόνισε το Δικαστήριο στην απόφαση Abdulrahim, τα θιγόμενα από τα περιοριστικά μέτρα πρόσωπα χαρακτηρίζονται δημοσίως ως συσχετιζόμενα με συμπεριφορές που αποτελούν αιτία ηθικής απαξιώσεως ή δυσπιστίας ( 44 ). Ως εκ τούτου, υφίστανται ηθική βλάβη διακριτή από αυτή που απορρέει από την καθεαυτή πράξη και η οποία, αναλόγως των περιστάσεων, μπορεί να αποδεικνύεται ότι δεν είναι πλήρως αποκαταστάσιμη με την ακύρωση αυτής της πράξεως ( 45 ).
56.
Τρίτον, σε αντίθεση προς όσα υπονοεί το Συμβούλιο, το αίτημα περί αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης που φέρεται να υπέστη ο προσφεύγων στην υπόθεση Sison κατά Συμβουλίου (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, T‑47/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:207) απορρίφθηκε με διαφορετικό σκεπτικό και όχι με βάση τη διαπίστωση ότι η ακύρωση των επίμαχων περιοριστικών μέτρων ήταν ικανή να εξαλείψει στο ακέραιο αυτή τη βλάβη. Πράγματι, η σκέψη 241 της αποφάσεως αυτής, στην οποία παραπέμπει το Συμβούλιο, αφορά μόνο τη βλάβη που απορρέει από την έλλειψη σεβασμού των δικαιωμάτων της άμυνας του προσφεύγοντος, βλάβη ως προς την οποία το Γενικό Δικαστήριο εκτίμησε ότι μπορούσε καταλλήλως να αποκατασταθεί με την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως, δεδομένης της φύσεως της δικονομικής εγγυήσεως του παραβιασθέντος κανόνα. Αντιθέτως, στη σκέψη 247 της ίδιας αυτής αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται επί του αιτήματος αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης που απορρέει, μεταξύ άλλων, από τον στιγματισμό του προσφεύγοντος ως «τρομοκράτη», απορρίπτοντάς το, ελλείψει αποδείξεως άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής της βλάβης και των επίμαχων πράξεων της Ένωσης.
57.
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο προέβη, χωρίς να υποπέσει στην πολλαπλή πλάνη που του προσάπτει το Συμβούλιο, σε εκτίμηση των περιστάσεων της υπό κρίση περιπτώσεως, προκειμένου να εξακριβώσει εάν και κατά πόσον η ηθική βλάβη που επικαλείται η προσφεύγουσα μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαλείφεται εξ ολοκλήρου με την ακύρωση των επίμαχων πράξεων.
3. Συμπέρασμα ως προς την ανταναίρεση
58.
Με βάση όλες τις εκτεθείσες σκέψεις, φρονώ ότι η ανταναίρεση του Συμβουλίου είναι αβάσιμη και, επομένως, πρέπει να απορριφθεί.
Γ – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
59.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει δύο λόγους προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως. Με το πρώτο της λόγο, που βάλλει κατά των σκέψεων 93 έως 149 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπέπεσε σε πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον απέρριψε το αίτημά της περί αποζημιώσεως για τις υλικές ζημίες που υπέστη λόγω του γεγονότος της εγγραφής της επωνυμίας της στους επίμαχους καταλόγους. Ο δεύτερος λόγος, αντιθέτως, βάλλει κατά του τμήματος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε επί του αιτήματος περί αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης, το οποίο προέβαλε η αναιρεσείουσα.
1. Επί του πρώτου λόγου, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, του άρθρου 41, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από την παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της δίκαιης κρίσεως, από αρνησιδικία, από παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και από ελλιπές και αντιφατικό σκεπτικό, όσον αφορά το αίτημα αποζημιώσεως για τις υλικές ζημίες που φέρεται να υπέστη η αναιρεσείουσα
60.
Ο λόγος αναιρέσεως χωρίζεται σε πλείονα σκέλη.
α) Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από παραβίαση της αρχής της πλήρους αποζημιώσεως, η οποία καθιερώνεται στο άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και στο άρθρο 41, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων
61.
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναιρέσεώς της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο προσβολή του δικαιώματός της να αποζημιωθεί πλήρως για τη ζημία που της προξένησε η παράνομη συμπεριφορά του Συμβουλίου, σύμφωνα με τις αρχές που καθιερώνονται στο άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και στο άρθρο 41, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Προβάλλει ότι στις γενικές αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, στις οποίες παραπέμπουν αυτές οι διατάξεις, περιλαμβάνονται οι αρχές της αναλογικότητας και της «δίκαιης κρίσεως», κατά τις οποίες, όταν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη ζημίας, αλλά η εξακρίβωση της ακριβούς εκτάσεως ή του ακριβούς μεγέθους της είναι δυσχερής ή κοπιώδης, το Γενικό Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να καθορίσει το ύψος της αποζημιώσεως «κατά ορθό και δίκαιο τρόπο ή, επικουρικώς, ex aequo et bono», αντί να απορρίψει «την απόδειξη» στο σύνολό της. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε με παράλογο και αντιφατικό σκεπτικό το σύνολο των αιτημάτων περί αποζημιώσεώς της λόγω υλικής ζημίας, καίτοι αναγνώρισε σε διάφορα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ( 46 ) ότι η συμπεριφορά του Συμβουλίου είχε πράγματι και «εξ ορισμού» προκαλέσει τέτοιου είδους ζημία στην αναιρεσείουσα.
62.
Θέλω εκ προοιμίου να επισημάνω ότι τα ανωτέρω εκτεθέντα επιχειρήματα επαναλαμβάνονται συστηματικώς και αυτούσια από την αναιρεσείουσα στα λοιπά σκέλη του πρώτου λόγου της, τα οποία αφορούν τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αναφέρονται σε διάφορα στοιχεία ζημίας, τα οποία αυτή προέβαλε πρωτοδίκως, με αποτέλεσμα να μπορεί κανείς να διερωτηθεί ευλόγως ως προς την αυτοτέλεια του υπό ανάλυση σκέλους στο πλαίσιο αυτού του λόγου.
63.
Κατόπιν αυτής της παρατηρήσεως, υπενθυμίζω ότι η γένεση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, λόγω παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της, εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου σωρευτικών προϋποθέσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται το υποστατό της ζημίας και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσαπτόμενης στα θεσμικά όργανα συμπεριφοράς και της προβαλλομένης ζημίας ( 47 ). Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, στον προσφεύγοντα απόκειται να προσκομίσει πειστικά αποδεικτικά στοιχεία τόσο ως προς την ύπαρξη όσο και ως προς την έκταση της ζημίας που προβάλλει ( 48 ). Κατά πάγια, επίσης, νομολογία, στον διάδικο που επικαλείται την ευθύνη της Ένωσης απόκειται κατά κύριο λόγο να αποδείξει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ζημίας αυτής και της χαρακτηριζόμενης ως παράνομης συμπεριφοράς των θεσμικών οργάνων ( 49 ).
64.
Σε αντίθεση προς όσα φαίνεται να υπονοεί η αναιρεσείουσα, οι αρχές αυτές έχουν επίσης εφαρμογή όταν τίθεται ζήτημα εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης στο πλαίσιο περιοριστικών μέτρων σε βάρος φυσικών ή νομικών προσώπων, ήτοι μέτρων που έχουν σχεδιασθεί για να επηρεάσουν αρνητικά τη νομική ή χρηματοοικονομική κατάσταση των εμπλεκομένων οντοτήτων και ιδιωτών, προκειμένου να προκληθεί μεταβολή συμπεριφοράς εκ μέρους τους. Δεν μπορεί επομένως να προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι προέβη, βάσει αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, σε εκτίμηση τόσο του υποστατού των διαφόρων ζημιών που προβάλλει η αναιρεσείουσα όσο και της εκτάσεώς τους και ότι έλεγξε ως προς κάθε στοιχείο της προβαλλόμενης ζημίας την ύπαρξη άμεσου αιτιώδους συνδέσμου προς την καταλογιζόμενη στο Συμβούλιο παράνομη συμπεριφορά. Επομένως, το γεγονός ότι, κατόπιν της εξετάσεως αυτής, το Συμβούλιο απέρριψε τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας στο σύνολό τους δεν καθιστά δυνατή, αυτό καθεαυτό και ανεξαρτήτως της διαπιστώσεως πολλαπλής πλάνης που καθιστά πλημμελή αυτή την εξέταση, τη διαπίστωση παραβάσεως του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ ούτε παραβίαση της αρχής που καθιερώνεται με το άρθρο 41, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.
65.
Ως προς την αιτίαση που αντλείται από το κατά την αναιρεσείουσα παράλογο και αντιφατικό σκεπτικό, τονίζω, όπως και το Συμβούλιο, ότι η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε επιλεκτική ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, πρώτον, η κρίση που περιέχεται στη σκέψη 88 της εν λόγω αποφάσεως, κατά την οποία από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι η μομφή περί εμπλοκής της νυν αναρεσείουσας στη διάδοση των πυρηνικών όπλων επηρέασε τη συμπεριφορά τρίτων οντοτήτων, οι οποίες βρίσκονται εκτός της Ένωσης, περιλαμβάνεται στις σκέψεις που αφιερώνονται στην εξέταση του αιτήματος περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης –το Γενικό Δικαστήριο διευκρινίζει ότι η νυν αναιρεσείουσα υπέστη αυτή τη βλάβη λόγω ακριβώς των ως άνω συνεπειών– και, επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο της εκτιμήσεως που αφορά το υποστατό της προβαλλόμενης από την αναιρεσείουσα υλικής ζημίας. Δεύτερον, στη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, βεβαίως, όπως υπογραμμίζει η αναιρεσείουσα, ότι «η ρήξη των εμπορικών σχέσεων εκ μέρους των οντοτήτων που βρίσκονται εντός της Ένωσης αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της επιβολής των περιοριστικών μέτρων» και ότι, εν προκειμένω, η διακοπή των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της Siemens AG και της νυν αναιρεσείουσας αποτελεί «άμεση συνέπεια» της επιβολής των επίμαχων μέτρων. Εντούτοις, στο τέλος της αναλύσεως που ακολουθεί, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμον το υποστατό της προβαλλόμενης υλικής ζημίας ως συνέπειας αυτής της διακοπής. Τρίτον, η κρίση που περιέχεται στη σκέψη 145 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία «τα αποσπάσματα των βιβλίων της προσφεύγουσας-ενάγουσας και ο επίμαχος συνοπτικός πίνακας πράγματι καταγράφουν σημαντική πτώση του κύκλου εργασιών της», συνοδεύεται, στοιχείο που η αναιρεσείουσα παραλείπει να μνημονεύσει, από τη διαπίστωση ότι τα εν λόγω έγγραφα «δεν αποδεικνύουν τις αιτίες της εξελίξεως αυτής». Το ίδιο ισχύει για την περιεχόμενη στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίση, κατά την οποία με τα οικεία περιοριστικά μέτρα «επιδιώκεται, εξ ορισμού, ο περιορισμός της ελεύθερης ασκήσεως της οικονομικής δραστηριότητας της προσφεύγουσας-ενάγουσας», της οποίας έπεται, στη συνέχεια της ίδιας σκέψεως, η διαπίστωση ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε στοιχεία που να καθιστούν δυνατή την εκτίμηση της εκτάσεως της ζημίας που υπέστη.
66.
Όσον, τέλος, αφορά την αιτίαση που αντλείται από την κατά την αναιρεσείουσα υποχρέωση του Γενικού Δικαστηρίου να επιδικάζει αποζημίωση ex aequo et bono, όταν έχει μεν αποδειχθεί η ύπαρξη της ζημίας, η εκτίμηση όμως της εκτάσεώς της απαιτεί περίπλοκες πράξεις, αυτή πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο της συγκεκριμένης εκτιμήσεως των διαφόρων στοιχείων της ζημίας που επικαλείται η αναιρεσείουσα, εκτιμήσεως που αποτελεί το αντικείμενο επί μέρους επικρίσεων στα άλλα σκέλη του υπό ανάλυση λόγου. Σε αυτό το στάδιο, αρκεί να τονισθεί ότι τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να απαλλάσσει τον δικαστή της Ένωσης από την υποχρέωσή του να ελέγχει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης που εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας και από την αιτιώδη συνάφεια.
67.
Με βάση το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων, εκτιμώ ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, κατά το μέρος που δεν συγχέεται με τα λοιπά σκέλη του ίδιου λόγου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
β) Επί του δευτέρου σκέλους, που αντλείται από πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, η οποία καθιστά πλημμελή την απόρριψη του αιτήματος αποζημιώσεως για τη ζημία που φέρεται να υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως που αφορά την αποκατάσταση του σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας στο Derbendikhan (Ιράκ) και του κλεισίματος των τραπεζικών λογαριασμών
i) Επί του αιτήματος αποζημιώσεως για τη ζημία σχετικά με την αποκατάσταση του σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας στο Derbendikhan
68.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου της λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, πρώτον, ότι το Γενικό Δικαστήριο, αυθαιρέτως και κατά παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της αμεροληψίας («equitable evaluation»), αρνήθηκε να της επιδικάσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη λόγω της ακυρώσεως της συμβάσεως που αφορά την αποκατάσταση του σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας στο Derbendikhan (Ιράκ).
69.
Η αναιρεσείουσα τονίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε, αφενός, στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η σύμβαση αυτή, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ της νυν αναιρεσείουσας και των αρχών του ιρακινού Κουρδιστάν, καταγγέλθηκε από τις τελευταίες λόγω του ότι δεν κατέστη δυνατή η καταβολή στη νυν αναιρεσείουσα ποσού προερχόμενου από την Παγκόσμια Τράπεζα, διότι η μεταφορά του ποσού δεν επετράπη από ενδιάμεση ευρωπαϊκή τράπεζα, και, αφετέρου, στη σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ως άνω μη εκτέλεση του εμβάσματος έλαβε χώρα λίγο μετά τη λήψη των περιοριστικών μέτρων εις βάρος της. Εντούτοις, δεν συνήγαγε από τις διαπιστώσεις αυτές το επιβεβλημένο συμπέρασμα ότι το μόνο στοιχείο που εξηγεί ευλόγως την μη εκτέλεση του εμβάσματος ήταν η εγγραφή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους.
70.
Όσον αφορά την περιεχόμενη στη σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως κρίση, κατά την οποία το υποστατό και το ύψος της προβαλλόμενης ζημίας δεν αποδείχθηκαν, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι προσκόμισε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τα στοιχεία τα οποία καθιστούσαν δυνατή την εκτίμηση της αξίας της συμβάσεως, την εκτίμηση των δαπανών που συνεπαγόταν η προετοιμασία της, καθώς και του υπολογιζόμενου περιθωρίου κέρδους, δικαιολογώντας, επομένως, λεπτομερώς, το ποσό που ζητήθηκε ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη. Το Γενικό Δικαστήριο παρανόμως δεν έκανε δεκτά ή παραμόρφωσε αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία.
71.
Πρέπει να τονισθεί ότι, αφού διαπίστωσε, στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που διέθετε δεν αποδεικνύουν σαφώς ότι η μη εκτέλεση του εμβάσματος από την ενδιάμεση ευρωπαϊκή τράπεζα αποτελούσε απόρροια της επιβολής των περιοριστικών μέτρων εις βάρος της νυν αναιρεσείουσας, το Γενικό Δικαστήριο συνέχισε, κρίνοντας ότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι αποδείχθηκε η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της εν λόγω μη εκτελέσεως και των επίμαχων μέτρων, η νυν αναιρεσείουσα δεν απέδειξε εν πάση περιπτώσει το υποστατό και το ύψος της ζημίας που επικαλείται. Με τα επιχειρήματά της, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί αυτή την κρίση, βάλλοντας κατά του τρόπου με τον οποίο εκτίμησε το Γενικό Δικαστήριο τα αποδεικτικά στοιχεία που εκείνη προσκόμισε ενώπιόν του.
72.
Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, δεδομένου η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα, το Γενικό Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός εάν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, καθώς και για την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που λαμβάνει υπόψη. Επομένως, η διαπίστωση των εν λόγω πραγματικών περιστατικών και η εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων δεν αποτελούν, υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως της παραμορφώσεώς τους, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιο, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου ( 50 ). Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων υφίσταται όταν η εκτίμηση των υφισταμένων αποδεικτικών στοιχείων από το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως εσφαλμένη, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε νέα αποδεικτικά στοιχεία. Αυτό ιδίως συμβαίνει, όταν τα συμπεράσματα που συνήγαγε το Γενικό Δικαστήριο από ορισμένα έγγραφα δεν είναι σύμφωνα με το νόημα και τη σημασία των εν λόγω εγγράφων στο σύνολό τους ( 51 ).
73.
Εν προκειμένω, μολονότι η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι υφίσταται παραμόρφωση των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως, εντούτοις δεν εξηγεί σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η παραμόρφωση, αλλά παραπέμπει γενικώς σε χωρία των υπομνημάτων της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και σε παραρτήματά τους. Θέλω να τονίσω, διά παν ενδεχόμενο, ότι τα σημεία 71 έως 77 του υπομνήματος απαντήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στα οποία παραπέμπει η αναιρεσείουσα, περιέχουν απλώς μια συνοπτική έκθεση των περιστάσεων της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως. Μόνο στο σημείο 76 αυτού του υπομνήματος η αναιρεσείουσα αναφέρεται στη ζημία που υπέστη, προβάλλοντας ότι υπάρχει απώλεια της τάξεως του 10 % της αξίας της εν λόγω συμβάσεως, λόγω δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε για την προετοιμασία της, και 20 % της αξίας αυτής, λόγω του προϋπολογισθέντος περιθωρίου κέρδους. Συναφώς, παραπέμπει στο παράρτημα A‑5 του δικογράφου της προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και στα παραρτήματα A‑25‑a και A‑25‑b του υπομνήματος απαντήσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Τα παραρτήματα αυτά όμως συνίστανται, το μεν πρώτο, σε έναν ανακεφαλαιωτικό πίνακα των έργων της αναιρεσείουσας που επηρεάσθηκαν και των δημοσίων συμβάσεων που έχασε εξαιτίας των εις βάρος της επιβληθέντων μέτρων, τα δύο δε άλλα, σε ένα αντίγραφο της επίμαχης συμβάσεως και των ειδικών όρων που επισυνάπτονται σε αυτή. Τα έγγραφα αυτά, καίτοι παρέχουν πληροφορίες για την αξία της επίμαχης συμβάσεως, εντούτοις δεν είναι ικανά να αποδείξουν ούτε το υποστατό των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η αναιρεσείουσα σχετικά με αυτή τη σύμβαση ούτε την έκταση του περιθωρίου κέρδους που θα μπορούσε ευλόγως να αναμένει από την εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως. Ως προς τις απαντήσεις στις ερωτήσεις 7 και 8 που έθεσε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας στις 14 Ιανουαρίου 2014, στις οποίες η αναιρεσείουσα απάντησε με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 31 Ιανουαρίου 2014, τονίζω ότι η πρώτη αφορά μόνο τη φερόμενη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του επίμαχου παγώματος πληρωμής και των περιοριστικών μέτρων σε βάρος της αναιρεσείουσας, η δε δεύτερη περιέχει απλώς και μόνον ισχυρισμούς που αφορούν τα έξοδα στα οποία αυτή υποβλήθηκε και το διαφυγόν κέρδος λόγω της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως. Όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνοδεύονται ούτε από τις καταστάσεις δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε η αναιρεσείουσα ούτε από σαφή αποδεικτικά στοιχεία για τον γενικό συντελεστή αποδόσεως της ίδιας ή του βιομηχανικού τομέα εντός του οποίου δραστηριοποιείται ( 52 ).
74.
Ελλείψει αποδείξεως παραμορφώσεως από το Γενικό Δικαστήριο των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του, οι αιτιάσεις που διατυπώνει η αναιρεσείουσα κατά του συμπεράσματος του Γενικού Δικαστηρίου κατά το οποίο εκείνη δεν απέδειξε το υποστατό και την έκταση της προβαλλόμενης ζημίας που απορρέει από την καταγγελία της συμβάσεως για την αποκατάσταση του κεντρικού σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας στο Derbendikhan πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
75.
Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας αυτής και της προσαπτόμενης στα θεσμικά όργανα συμπεριφοράς είναι σωρευτικές και δεδομένου ότι, ελλείψει έστω και μίας εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων, δεν στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης, παρέλκει η απόφανση επί της αιτιάσεως περί εσφαλμένου συμπεράσματος του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο έκρινε ότι δεν υφίσταται η εν λόγω συνάφεια όσον αφορά το υπό ανάλυση στοιχείο της ζημίας.
76.
Επιπλέον, καθόσον, αφενός, το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει στα σφάλματα που του προσάπτει η αναιρεσείουσα, κατέληξε ότι δεν αποδείχθηκε το υποστατό ή το ύψος της προβαλλόμενης ζημίας και, αφετέρου, η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε αδυναμία ή έστω δυσχέρεια ποσοτικού προσδιορισμού αυτής της ζημίας, οι αιτιάσεις που αντλούνται από την παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας και της αμεροληψίας («equitable evaluation») δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να ευδοκιμήσουν.
ii) Επί του αιτήματος αποζημιώσεως λόγω της ζημίας η οποία συνδέεται προς το κλείσιμο των τραπεζικών λογαριασμών της αναιρεσείουσας
77.
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο αρνήθηκε, αυθαιρέτως και με παράλογο και αντιφατικό σκεπτικό, καθώς και παραμορφώνοντας τα αποδεικτικά στοιχεία, να επιδικάσει οποιαδήποτε αποζημίωση για τη ζημία που η ίδια υπέστη λόγω του κλεισίματος των τραπεζικών λογαριασμών της από την Emirate National Bank of Dubai.
78.
Πρέπει να τονισθεί ότι, στις σκέψεις 95 και 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, βάσει του εγγράφου που απέστειλε η Emirate National Bank of Dubai στην αναιρεσείουσα, πληροφορώντας την για το κλείσιμο των τραπεζικών λογαριασμών της, ότι το κλείσιμο αυτό αποτελούσε συνέπεια της πρόσφατης επιβολής των περιοριστικών μέτρων κατά της νυν αναιρεσείουσας. Εντούτοις, στη συνέχεια του σκεπτικού της αποφάσεως αυτής, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε, ως προς το υποστατό και την έκταση της προβαλλόμενης ζημίας, πρώτον, ότι η Emirate National Bank of Dubai δεν δέσμευσε τα κεφάλαια που υπήρχαν στους εν λόγω λογαριασμούς, αλλά τα επέστρεψε στην νυν αναιρεσείουσα (σκέψη 97 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), δεύτερον, ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι δεν είναι σε θέση να λάβει από άλλη τράπεζα τις ίδιες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες με εκείνες που της παρέχονταν προηγουμένως από την Emirate National Bank of Dubai (σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), τρίτον, ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι το κλείσιμο των λογαριασμών της ή η διακοπή των πληρωμών της επηρέασαν τις σχέσεις της με τους εμπορικούς της εταίρους ή με άλλα πρόσωπα ή οντότητες (σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), και, τέταρτον, ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν το ύψος της ζημίας που υποστηρίζει ότι υπέστη (σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
79.
Όσον αφορά, καταρχάς, τη διαπίστωση στη σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία δεν αποδείχθηκε η επίπτωση την οποία είχε η διακοπή των επίμαχων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στις σχέσεις της, η αναιρεσείουσα περιορίζεται στη δήλωση ότι η διαπίστωση αυτή δεν είναι αιτιολογημένη και στον ισχυρισμό ότι παραμορφώθηκαν τα πραγματικά περιστατικά. Εντούτοις, εκτός από γενικεύσεις, κατά τις οποίες «η διακοπή αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παραλύσουν οι εργασίες της και οι οικονομικές της δραστηριότητες», η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ικανό να τεκμηριώσει αυτήν την επίπτωση, το οποίο το Γενικό Δικαστήριο φέρεται να παρέλειψε να λάβει υπόψη ή το οποίο να παραμόρφωσε ή η αλυσιτέλεια του οποίου φέρεται να μην αιτιολογήθηκε.
80.
Στη συνέχεια, σε αντίθεση προς τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η άρνηση της Emirate National Bank of Dubai να συνεχίσει να παρέχει χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στην αναιρεσείουσα οφειλόταν κατά πάσα πιθανότητα στην επιβολή των επίμαχων περιοριστικών μέτρων και στον φόβο της ως άνω τράπεζας μήπως βρεθεί με τη σειρά της εκτεθειμένη στην επιβολή τέτοιων περιοριστικών μέτρων, δεν ισοδυναμεί με παραδοχή ότι η ίδια άρνηση θα είχε ασφαλώς αντιταχθεί στην αναιρεσείουσα από κάθε άλλη τράπεζα, προς την οποία θα μπορούσε να ανακατευθύνει τις πληρωμές της. Επομένως, χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 98 της ίδιας αποφάσεως, ότι η αναιρεσείουσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι δεν ήταν σε θέση να λάβει τις ίδιες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες από άλλη τράπεζα. Εξάλλου, δεν προκύπτει από τα δικόγραφα της αναιρεσείουσας ότι αναφέρθηκε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, σε οποιαδήποτε ενέργεια στην οποία προέβη προκειμένου να ζητήσει από άλλα τραπεζικά ιδρύματα τις παρεχόμενες προηγουμένως από την Emirate National Bank of Dubai χρηματοοικονομικές υπηρεσίες και ότι προσέκρουσε σε άρνηση. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν είναι πρόδηλο ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου απορρέει από παραμόρφωση των περιστατικών ή από αλλοίωση των αποδεικτικών στοιχείων.
81.
Τέλος, όσον αφορά την περιεχόμενη στη σκέψη 100 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διαπίστωση, κατά την οποία η νυν αναιρεσείουσα δεν δικαιολόγησε το ύψος της ζημίας που υποστηρίζει ότι υπέστη, η αναιρεσείουσα περιορίζεται, ακόμη μια φορά, στο επιχείρημα περί παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών, τεκμηριώνοντάς το εντούτοις μόνο με γενικόλογες παρατηρήσεις, κατά τις οποίες το κλείσιμο των επίμαχων λογαριασμών είχε ως «αναπόφευκτο και αναμφισβήτητο» αποτέλεσμα, και «κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων» την πρόκληση «σημαντικής χρηματοοικονομικής ζημίας» ( 53 ).
γ) Επί του τρίτου και του τέταρτου σκέλους, που αντλούνται από πολλαπλή πλάνη περί το δίκαιο, η οποία καθιστά πλημμελή την απόρριψη του αιτήματος περί αποζημιώσεως για τη ζημία που φέρεται να υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της λύσεως των συμβάσεων και της ρήξεως των σχέσεων με τους εμπορικούς της εταίρους
82.
Με το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και το άρθρο 41, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς και ότι παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και της αμεροληψίας, αρνούμενο να της επιδικάσει οποιαδήποτε αποζημίωση για τη ζημία των 2 εκατομμυρίων ευρώ που υπέστη λόγω της λύσεως των συμβάσεων και της ρήξεως των εμπορικών σχέσεων με τους πλέον σημαντικούς εταίρους της, ήτοι τη Siemens και τη Mobarakeh Steel Co. (στο εξής: Mobarakeh). Επίσης, κατά την αναιρεσείουσα, το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου είναι παράλογο και αντιφατικό και απορρέει από παραμόρφωση των περιστατικών και από άρνηση της πραγματικότητας.
83.
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, με τη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διακοπής των εμπορικών σχέσεων μεταξύ της Siemens και της νυν αναιρεσείουσας και της επιβολής των εις βάρος της περιοριστικών μέτρων. Στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αποφαινόμενο επί της υπάρξεως ζημίας, το Γενικό Δικαστήριο, μολονότι αναγνωρίζει ότι η ρήξη των σχέσεων με σημαντικούς προμηθευτές διαταράσσει τις δραστηριότητες μιας εταιρίας, τόνισε ότι η άρνηση προμήθειας προϊόντων δεν αποτελεί, καθεαυτή, ζημία, δεδομένου ότι αυτή γεννάται μόνον εάν η άρνηση αντικατοπτρίζεται στα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρίας αυτής.
84.
Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε στη συνέχεια τα διάφορα στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, προκειμένου να αποδείξει ότι υπέστη ζημία λόγω της διακοπής από τους Ευρωπαίους προμηθευτές της κάθε εμπορικής σχέσεως με αυτή. Τα στοιχεία αυτά αφορούν την καταγγελία της συμβάσεως με τη Mobarakeh (σκέψεις 112 έως 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), τις επιπτώσεις της διακοπής αυτής στην εκτέλεση των συμβάσεων για τον εκσυγχρονισμό του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού του φράγματος του Ευφράτη στη Συρία (σκέψεις 118 έως 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και την κατασκευή των υποσταθμών ηλεκτρικής ενέργειας στο Kunduz (Αφγανιστάν) και το Baghlan (Αφγανιστάν) (σκέψεις 126 έως 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), καθώς και άλλα έργα στην αλλοδαπή τα οποία επηρεάσθηκαν (σκέψεις 133 έως 148 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
i) Επί της καταγγελίας της συμβάσεως με τη Mobarakeh
85.
Η αναιρεσείουσα υποστήριξε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι, λόγω της αρνήσεως αποστολής ορισμένου εξοπλισμού από τη Siemens, δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Mobarakeh, η οποία κατήγγειλε την επίμαχη σύμβαση και απέκλεισε τη νυν αναιρεσείουσα από τις μελλοντικές της προσκλήσεις υποβολής προσφορών. Στη σκέψη 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε ότι η επιβολή των περιοριστικών μέτρων εις βάρος της νυν αναιρεσείουσας δεν ήταν ο αποφασιστικός και άμεσος λόγος της καταγγελίας της επίμαχης συμβάσεως.
86.
Κατά την αναιρεσείουσα, το συμπέρασμα αυτό απορρέει από παραμόρφωση του εγγράφου που της απηύθυνε η Mobarakeh στις 3 Σεπτεμβρίου 2011, προκειμένου να της κοινοποιήσει την καταγγελία της συμβάσεως. Σε αντίθεση όμως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, από το έγγραφο αυτό δεν προκύπτει ότι η επιβολή των εις βάρος της περιοριστικών μέτρων ήταν ο «βασικός και καθοριστικός» λόγος της αποφάσεως για την καταγγελία της συμβάσεως, δεδομένου ότι η Mobarakeh τόνισε περισσότερο την καθυστέρηση της αναιρεσείουσας κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών της σε σχέση με τη συμβατική προθεσμία των δεκαπέντε μηνών, που έληγε στις 15 Νοεμβρίου 2010, ήτοι, όπως υπογραμμίζει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περισσότερο από έξι μήνες πριν από την εγγραφή της αναιρεσείουσας στους επίμαχους καταλόγους. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο δεν αλλοίωσε το νόημα αυτού του εγγράφου ( 54 ).
ii) Επί των απωλειών που φέρεται να κατέγραψε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο των συμβάσεων για τον εκσυγχρονισμό του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού του φράγματος του Ευφράτη στη Συρία
87.
Η αναιρεσείουσα υποστήριξε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι, λόγω της διακοπής από τους Ευρωπαίους προμηθευτές κάθε εμπορικής σχέσεως με αυτήν, δεν ήταν σε θέση να προμηθεύσει μεγάλο μέρος του εξοπλισμού, των εξαρτημάτων και των απαιτούμενων υλικών για τον εκσυγχρονισμό του ηλεκτρολογικού εξοπλισμού του φράγματος του Ευφράτη στη Συρία, γεγονός που της προξένησε ζημία ανερχόμενη τουλάχιστον στο 30 % της αξίας του τμήματος της επίμαχης συμβάσεως που χρειάστηκε να αναθέσει σε υπεργολάβους, ήτοι 1425000 ευρώ, στο πλαίσιο των ανειλημμένων προπαρασκευαστικών εργασιών και του περιθωρίου κέρδους (βλ. σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το εξ αυτού του λόγου αίτημα αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας, αφού διαπίστωσε ότι δεν υφίστανται αποδεικτικά στοιχεία που να πιστοποιούν, αφενός, την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσαπτόμενης στο Συμβούλιο συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (σκέψεις 119 έως 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, αφετέρου, την προβαλλόμενη ζημία (σκέψεις 122 έως 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
88.
Όσον αφορά, πρώτον, την αιτιώδη συνάφεια, το Γενικό Δικαστήριο, με τη σκέψη 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αναγνώρισε, με βάση τα έγγραφα που παρουσίασε η αναιρεσείουσα, ότι η έναρξη και το χρονοδιάγραμμα των επίμαχων εργασιών είχαν αναβληθεί και ότι της επετράπη να χρησιμοποιήσει «δευτερογενείς αντισυμβαλλομένους». Εντούτοις, στη σκέψη 120 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύουν ότι ο λόγος της καθυστερήσεως υλοποιήσεως του έργου και της προσφυγής σε «δευτερογενείς αντισυμβαλλομένους» ήταν η επιβολή των εις βάρος της περιοριστικών μέτρων.
89.
Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί αυτή τη διαπίστωση.
90.
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, σε υποθέσεις εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, το ζήτημα της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας και του γενεσιουργού αυτής γεγονότος αποτελεί νομικό ζήτημα το οποίο υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου ( 55 ). Ο έλεγχος αυτός δεν μπορεί εντούτοις να συνεπάγεται επανεξέταση των διαπιστώσεων και των εκτιμήσεων των πραγματικών περιστατικών στις οποίες έχει ήδη προβεί το Γενικό Δικαστήριο ( 56 ).
91.
Εν προκειμένω, με τα περισσότερα από τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας επιχειρείται η αμφισβήτηση της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να προβάλλεται παραμόρφωση αυτών. Κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα αυτά είναι απαράδεκτα.
92.
Αντιθέτως, παραδεκτή κρίνεται, καθόσον σκοπεί να προσάψει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν προέβη σε ορθό νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, η αιτίαση που αντλείται από πλάνη στην οποία αυτό φέρεται να υπέπεσε, καθόσον δεν αναγνώρισε την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας με βάση τον χαρακτήρα των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας ως «ευλόγων», υπό το πρίσμα των συγκεκριμένων περιστάσεων. Συναφώς, τονίζω ότι, κατά τη νομολογία, η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ γίνεται δεκτή, όταν υφίσταται βέβαιος και άμεσος σύνδεσμος αιτίου και αιτιατού μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του οικείου θεσμικού οργάνου και της ζημίας, σύνδεσμος τον οποίο οφείλει να αποδεικνύει ο ενάγων ( 57 ). Δεν είναι, κατά συνέπεια, δυνατόν να προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι περιορίσθηκε στη διαπίστωση ότι δεν αποδεικνύεται τέτοιος σύνδεσμος, χωρίς να επαληθεύσει τον χαρακτήρα των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας ως «ευλόγων». Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι εύλογη η δική της ερμηνεία των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, για να θεραπεύσει την παράλειψή της να προσκομίσει στοιχεία βάσει των οποίων θα ήταν δυνατό να εξακριβωθεί αρκούντως κατά νόμο η ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας.
93.
Δεύτερον, όσον αφορά τη διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκόμισε στοιχεία που να αποδεικνύουν την προβαλλόμενη ζημία, πρέπει να τονισθεί ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας περιορίζονται στην αμφισβήτηση της εκτιμήσεως αποδείξεων από το Γενικό Δικαστήριο, χωρίς να προβάλλεται παραμόρφωσή τους, και, κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτα.
iii) Επί της ζημίας που φέρεται να υπέστη η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της συμβάσεως σχετικά με την κατασκευή υποσταθμών ηλεκτρικής ενέργειας στο Kunduz και στο Baghlan
94.
Η αναιρεσείουσα υποστήριξε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ότι, λόγω της διακοπής από τους Ευρωπαίους προμηθευτές της των εμπορικών σχέσεων με αυτήν, δεν ήταν σε θέση να προμηθεύσει μέρος των μηχανημάτων και του εξοπλισμού που είναι αναγκαία για την κατασκευή των υποσταθμών ηλεκτρικής ενέργειας στο Kunduz και το Baghlan και ότι υπέστη ζημία ανερχόμενη τουλάχιστον στο 10 % της αξίας του τμήματος του έργου, το οποίο αναγκάστηκε να αναθέσει σε υπεργολάβους, ήτοι 729210,80 ευρώ.
95.
Στις σκέψεις 129 έως 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, πρώτον, ότι δεν είχε στη διάθεσή του στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι οι όροι της συμβάσεως σχετικά με την κατασκευή υποσταθμών ηλεκτρικής ενέργειας στο Kunduz και στο Baghlan χρειάστηκε να τροποποιηθούν κατόπιν της επιβολής των περιοριστικών μέτρων εις βάρος της νυν αναιρεσείουσας, ιδίως μέσω προσφυγής σε υπεργολάβους, δεύτερον, ότι η νυν αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι, κατόπιν της ακυρώσεως της παραγγελίας της Siemens, βρέθηκε σε αδυναμία να εκτελέσει την εν λόγω σύμβαση, χωρίς να προσφύγει σε υπεργολάβους, και, τρίτον, ότι η νυν αναιρεσείουσα ούτε διευκρίνισε το είδος της ζημίας που υπέστη ούτε προσκόμισε στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν το οικονομικό κόστος του τμήματος της εν λόγω συμβάσεως, το οποίο υποστηρίζει ότι ανατέθηκε σε υπεργολάβους.
96.
Το σύνολο σχεδόν των επιχειρημάτων που διατυπώνει η αναιρεσείουσα κατά των διαπιστώσεων που επαναλαμβάνονται ανωτέρω σκοπεί στην επανεξέταση της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων, στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, ή καταλήγει σε συμπερασματικές παρατηρήσεις που στηρίζονται σε επιλεκτική ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
97.
Η μόνη, κατ’ εμέ, παραδεκτή αιτίαση αφορά παραμόρφωση των περιστατικών και αλλοίωση των αποδείξεων τις οποίες διέπραξε το Γενικό Δικαστήριο, καθόσον έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι, κατόπιν της ακυρώσεως της παραγγελίας της Siemens, βρέθηκε σε αδυναμία να εκτελέσει την επίμαχη σύμβαση, χωρίς να προσφύγει σε υπεργολάβους. Η αναιρεσείουσα προβάλλει, εν προκειμένω, ότι το Γενικό Δικαστήριο όφειλε να γνωρίζει ότι η ίδια δεν είναι κατασκευάστρια εταιρία και ότι εξαρτάται, κατά συνέπεια, από τους προμηθευτές της και από υπεργολάβους. Νομίζω όμως ότι αυτή η αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη κατανόηση της σκέψεως 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, Πράγματι, κατ’ εμέ, το Γενικό Δικαστήριο δεν εννοούσε ότι η αναιρεσείουσα θα είχε μπορέσει η ίδια να κατασκευάσει τους εξοπλισμούς και τα μηχανήματα που αποτελούν το αντικείμενο της συμβάσεως, αλλά ότι θα είχε μπορέσει, ενδεχομένως, να αποκτήσει αυτό το υλικό από άλλους, πλην της Siemens, προμηθευτές, παραδείγματος χάριν από μη Ευρωπαίους προμηθευτές, αντί να εξασφαλίσει μέσω υπεργολαβίας τον εφοδιασμό με αυτό το υλικό. Επομένως, η προβαλλόμενη από την αναιρεσείουσα παραμόρφωση, μόνη αιτίαση κατ’ αυτής της σκέψεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν αποδεικνύεται.
iv) Επί των λοιπών στοιχείων που εκτίμησε το Γενικό Δικαστήριο στο πλαίσιο της εξετάσεως του αιτήματος αποζημιώσεως για τη ζημία που φέρεται να υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της λύσεως των συμβάσεων και της ρήξεως των σχέσεων με τους εμπορικούς της εταίρους
98.
Η αναιρεσείουσα προβάλλει, καταρχάς, ότι το Γενικό Δικαστήριο, στις σκέψεις 133 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διαπίστωσε την έλλειψη αποδείξεως πραγματικών περιστατικών, τα οποία το ίδιο εκτίμησε ως αποδεδειγμένα σε άλλα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
99.
Συναφώς, τονίζω ότι, στις ως άνω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε σειρά εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσείουσα, καταλήγοντας, ως προς κάθε ένα από αυτά, ότι δεν παρέχουν επαρκή στοιχεία για να θεμελιωθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προσαπτόμενης στο Συμβούλιο συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης από την αναιρεσείουσα ζημίας λόγω της ρήξεως των εμπορικών της σχέσεων με τους Ευρωπαίους προμηθευτές της ή το υποστατό τέτοιου είδους ζημίας. Στις σκέψεις 88 και 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στις οποίες παραπέμπει η αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε ότι η «εμπλοκή[…] της προσφεύγουσας‑ενάγουσας στη διάδοση των πυρηνικών όπλων επηρέασε τη συμπεριφορά των τρίτων οντοτήτων, οι οποίες ως επί το πλείστον βρίσκονται εκτός της Ένωσης, έναντί της» (σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και ότι «η ρήξη των εμπορικών σχέσεων εκ μέρους των οντοτήτων που βρίσκονται εντός της Ένωσης αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της λήψεως των περιοριστικών μέτρων» (σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Τα χωρία αυτά, όμως, σε αντίθεση προς όσα φαίνεται να υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν συνιστούν αναγνώριση ούτε του υποστατού της προβαλλόμενης από αυτή ζημίας λόγω αυτής της ρήξεως ούτε της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας αυτής και των περιοριστικών μέτρων. Αντιθέτως, στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο τόνισε σαφέστατα ότι «η άρνηση προμήθειας προϊόντων δεν αποτελεί, καθεαυτή, ζημία».
100.
Η αναιρεσείουσα, στη συνέχεια, προβάλλει ότι είναι «σύνηθες», υπό «κανονικές συνθήκες», η ρήξη των εμπορικών σχέσεων με τους προμηθευτές μιας επιχειρήσεως να επιφέρει ζημίες και, γενικότερα, ότι τα περιοριστικά μέτρα ελήφθησαν με σκοπό να υποστεί μέγιστη οικονομική και χρηματική ζημία η οικεία επιχείρηση, πράγμα που το Γενικό Δικαστήριο προσπαθεί να αρνηθεί, μεταξύ άλλων, επιβάλλοντάς της ένα βάρος αποδείξεως που είναι αδύνατον να τηρηθεί.
101.
Συναφώς, αληθεύει βεβαίως, όπως και το ίδιο το Γενικό Δικαστήριο αναγνωρίζει στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα περιοριστικά μέτρα σκοπούν στον περιορισμό της ελεύθερης ασκήσεως της οικονομικής δραστηριότητας των οικείων επιχειρήσεων, αυτό δε με σκοπό να επιτευχθεί η εκ μέρους τους μεταβολή της συμπεριφοράς τους με πνεύμα σύμφωνο προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Εντούτοις, δεν μπορεί εξ αυτού να συναχθεί ότι τα μέτρα αυτά προκάλεσαν συγκεκριμένα στο πρόσωπο που αφορούν πραγματική και βεβαία ζημία και δεν μπορεί κατά συνέπεια να το απαλλάσσει, στο πλαίσιο αγωγής σκοπούσας στην αναγνώριση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης, από την υποχρέωση αποδείξεως, πέραν του παράνομου χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο Συμβούλιο συμπεριφοράς, του υποστατού και της εκτάσεως της προβαλλόμενης ζημίας, καθώς και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής της ζημίας και της εν λόγω συμπεριφοράς. Πράγματι, όπως είχε ήδη την ευκαιρία να υπογραμμίσει το Δικαστήριο, η ύπαρξη πραγματικής και βεβαίας ζημίας δεν μπορεί να εξετάζεται κατά τρόπο αφηρημένο από τον δικαστή της Ένωσης, αλλά πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των συγκεκριμένων πραγματικών περιστάσεων που χαρακτηρίζουν κάθε περίπτωση που υποβάλλεται στην κρίση του ( 58 ). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, η Ένωση υποχρεούται να αποκαθιστά μόνο τη ζημία που οφείλεται στη συμπεριφορά των θεσμικών οργάνων ή των υπαλλήλων της, γεγονός που προϋποθέτει την απόδειξη υπάρξεως επαρκώς άμεσου συνδέσμου αιτίου και αιτιατού μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της προβαλλόμενης ζημίας ( 59 ). Εν προκειμένω, δεν προκύπτει εξάλλου ότι το Γενικό Δικαστήριο επέβαλε στην νυν αναιρεσείουσα ασύνηθες και μη δυνάμενο να τηρηθεί βάρος αποδείξεως.
102.
Κατά τα λοιπά, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας σκοπούν στην επανεξέταση της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
v) Επί της αιτιάσεως που αντλείται από την παράλειψη του Γενικού Δικαστηρίου να προβεί κατά δικαία κρίση σε εκτίμηση των ζημιών που υπέστη η αναιρεσείουσα
103.
Επικουρικώς, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν προέβη σε εκτίμηση ex aequo et bono των ζημιών, των οποίων την ύπαρξη όφειλε να αναγνωρίσει, λόγω της ρήξεως των σχέσεών της με τους εμπορικούς της εταίρους, βασιζόμενο στη σοβαρή μείωση του κύκλου εργασιών και στη μαζική απόλυση των εργαζομένων της, αντί να απορρίψει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε αξίωση αποζημιώσεώς της.
104.
Συναφώς, αρκεί η παρατήρηση ότι, για να δύναται, ενδεχομένως, να διαπιστωθεί υποχρέωση του Γενικού Δικαστηρίου να προβεί σε τέτοιου είδους εκτίμηση, θα έπρεπε η αναιρεσείουσα να είχε αποδείξει τουλάχιστον το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, χωρίς να αμφισβητηθεί βασίμως ως προς αυτό από τη νυν αναιρεσείουσα, ότι τέτοια απόδειξη δεν έλαβε χώρα.
105.
Καθόσον η αναιρεσείουσα παραπέμπει στα αποσπάσματα από τα λογιστικά της βιβλία, τονίζω ότι το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 145 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διαπίστωσε, στο πλαίσιο της κυριαρχικής του εξουσίας εκτιμήσεως των αποδείξεων, ότι, μολονότι από τα αποσπάσματα αυτά προκύπτει πράγματι χαρακτηριστική μείωση του κύκλου εργασιών της, εντούτοις αυτά δεν αποδεικνύουν τις αιτίες αυτής της εξελίξεως, οπότε «ήταν αδύνατον να προσδιορισθεί εάν και κατά πόσον η μείωση αυτή οφειλόταν περισσότερο στην επιβολή και τη διατήρηση σε ισχύ των εις βάρος της αναιρεσείουσας περιοριστικών μέτρων παρά σε άλλους παράγοντες, όπως η γενική εξέλιξη του οικονομικού κλίματος».
δ) Συμπέρασμα όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναιρέσεως
106.
Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά της απορρίψεως του αιτήματος αποζημιώσεως για την υλική ζημία που φέρεται να υπέστη η αναιρεσείουσα, πρέπει, κατ’ εμέ, να απορριφθεί.
107.
Καθόσον από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, το υποστατό και την έκταση της ζημίας και/ή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αυτής και της προσαπτόμενης στο Συμβούλιο συμπεριφοράς δεν συντρέχουν ως προς το σύνολο των προβαλλόμενων από την αναιρεσείουσα ζημιών στο πλαίσιο του αιτήματός της περί αποζημιώσεως λόγω υλικής ζημίας, το αίτημα της αναιρεσείουσας να καθορίσει το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εξουσίας του πλήρους δικαιοδοσίας, κατά δικαία κρίση το ύψος των εν λόγω ζημιών, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να γίνει δεκτό.
2. Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας και από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, όσον αφορά το αίτημα ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσείουσα
108.
Κατά την αναιρεσείουσα, το ποσόν των 50000 ευρώ που της επιδίκασε το Γενικό Δικαστήριο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο η ίδια θεωρεί ασήμαντο, καθορίσθηκε αυθαιρέτως και άνευ αιτιολογίας, καθώς και κατά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
109.
Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας, υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφίλεκτο το σκεπτικό του, ώστε να μπορούν οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους της αποφάσεώς του, το δε Δικαστήριο να ασκεί τον δικαστικό του έλεγχο ( 60 ). Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο εξέθεσε με επαρκή σαφήνεια, στις σκέψεις 86 έως 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το περιεχόμενο των οποίων συνοψίζεται ανωτέρω στο σημείο 52, τις εκτιμήσεις στις οποίες προέβη, καθώς και τα στοιχεία στα οποία βασίστηκε, για να καθορίσει το ύψος της επιδικαστέας στην αναιρεσείουσα αποζημιώσεως.
110.
Όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η αναιρεσείουσα δεν κατορθώνει, κατ’ εμέ, να αποδείξει με τα επιχειρήματά της ότι η εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου είναι εν προκειμένω πλημμελής.
111.
Αφενός, καθόσον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη δεόντως ούτε την έκταση της ζημίας της ούτε τη σοβαρότητα των παραβάσεων στις οποίες υπέπεσε το Συμβούλιο, ζητεί στην πραγματικότητα από το Δικαστήριο νέα εκτίμηση του ποσού που καθόρισε το Γενικό Δικαστήριο. Κατά τη νομολογία όμως, εφόσον το Γενικό Δικαστήριο έχει διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας, αυτό και μόνο είναι αρμόδιο να εκτιμήσει, εντός των ορίων της αγωγής αποζημιώσεως, την πλέον ενδεδειγμένη αποκατάσταση της ζημίας ( 61 ).
112.
Αφετέρου, καθόσον η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι έκρινε πως τα ζημιογόνα αποτελέσματα της εγγραφής της στους επίμαχους καταλόγους διήρκεσαν επί περίπου τρία έτη, ενώ η ίδια εξακολουθεί να υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες, αρκεί να επισημανθεί, όπως προβάλλει και το Συμβούλιο, ότι η Ένωση μπορεί να θεωρηθεί ότι ευθύνεται μόνο για ζημίες που αποτελούν την άμεση συνέπεια των παραβάσεων που διαπράττουν τα όργανά και οι υπάλληλοί της. Ούτε το γεγονός ότι, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η επωνυμία της εξακολουθεί, ακόμη και σήμερα, να συσχετίζεται, στις ιστοσελίδες του διαδικτύου, με τις κυρώσεις ούτε οι ζημίες που φέρονται να απορρέουν από το γεγονός αυτό μπορούν να εκληφθούν ως τέτοια άμεση συνέπεια, εφόσον η επωνυμία της αναιρεσείουσας εξαλείφθηκε από τους επίμαχους καταλόγους στις 16 Απριλίου 2014 και η απόφαση που ακυρώνει αυτή την εγγραφή εκδόθηκε στις 25 Νοεμβρίου 2014.
113.
Για τους ανωτέρω λόγους, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει, κατ’ εμέ, να απορριφθεί.
3. Συμπέρασμα επί της αιτήσεως αναιρέσεως
114.
Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις, εκτιμώ ότι αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
IV – Πρόταση
Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να απορρίψει εξ ολοκλήρου τόσο την αίτηση αναιρέσεως της Safa Nicu Sepahan Co. όσο και την ανταναίρεση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και
—
να καταδικάσει τη Safa Nicu Sepahan Co., το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας στα δικαστικά τους έξοδα, σύμφωνα με τα άρθρα 138, παράγραφοι 2 και 3, και 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) Επισημαίνω ότι οι πράξεις που ακύρωσε το Γενικό Δικαστήριο εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 215 ΣΛΕΕ και επομένως εκτός του πλαισίου της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ). Επομένως, οι πράξεις αυτές υπάγονται στη γενική αρμοδιότητα των δικαστηρίων της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 19 ΣΕΕ [βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Μ. Wathelet στην υπόθεση Rosneft (C‑72/15, EU:C:2016:381, σημείο 48)]. Το Γενικό Δικαστήριο ήταν, κατά συνέπεια, αρμόδιο να αποφασίσει επί του αιτήματος αποζημιώσεως, το οποίο προέβαλε η αναιρεσείουσα, προκειμένου να αποκατασταθεί η ζημία που υπέστη λόγω της εκδόσεως αυτών των πράξεων, στοιχείο, εξάλλου, που ουδέποτε αμφισβητήθηκε από το Συμβούλιο, ούτε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου.
( 3 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 2010, για περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση της κοινής θέσης 2007/140/ΚΕΠΠΑ (ΕΕ 2010, L 195, σ. 39).
( 4 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 2011, για τροποποίηση της απόφασης 2010/413 (ΕΕ 2011, L 136, σ. 65).
( 5 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2010, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 (ΕΕ 2010, L 281, σ. 1).
( 6 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 2011, για την εφαρμογή του κανονισμού 961/2010 (ΕΕ 2011, L 136, σ. 26).
( 7 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2011, για την τροποποίηση της απόφασης 2010/413 (ΕΕ 2011, L 319, σ. 71).
( 8 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 2011, για την εφαρμογή του κανονισμού 961/2010 (ΕΕ 2011, L 319, σ. 11).
( 9 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 2012, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν και για την κατάργηση του κανονισμού 961/2010 (ΕΕ 2012, L 88, σ. 1).
( 10 ) Απόφαση του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την τροποποίηση της απόφασης 2010/413 (ΕΕ 2014, L 119, σ. 65).
( 11 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την εφαρμογή του κανονισμού 267/2012 (ΕΕ 2014, L 119, σ. 1).
( 12 ) Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητούσε πλέον ότι η επίμαχη εγγραφή την αφορούσε και, επομένως, κατέληξε ότι παρείλκε η εξέταση του πρώτου λόγου (σκέψεις 23 έως 25 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
( 13 ) Αντιθέτως, το αίτημα για την ακύρωση της εγγραφής της επωνυμίας των «θυγατρικών εταιριών» της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτο (σκέψεις 41 έως 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
( 14 ) Κατά το άρθρο 174 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, «[μ]ε το υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως ζητείται να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί ολικώς ή μερικώς η αίτηση αναιρέσεως».
( 15 ) Κατά το άρθρο 179 του Κανονισμού Διαδικασίας, «[ό]ταν ασκείται ανταναίρεση, ο αναιρεσείων […] μπορεί να υποβάλει […] υπόμνημα επί της ανταναιρέσεως το οποίο περιορίζεται στους προβαλλόμενους με την ανταναίρεση λόγους».
( 16 ) Βλ. σημείο 29 των ανά χείρας προτάσεων.
( 17 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 18 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame (C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 51), της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (C‑352/98 P, EU:C:2000:361, σκέψεις 41 και 42), της 10ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Camar και Tico (C‑312/00 P, EU:C:2002:736, σκέψη 53), καθώς και της 10ης Ιουλίου 2003, Επιτροπή κατά Fresh Marine (C‑472/00 P, EU:C:2003:399, σκέψη 25).
( 19 ) Βλ. αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame (C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 55), της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (C‑352/98 P, EU:C:2000:361, σκέψη 43), της 10ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Camar και Tico (C‑312/00 P, EU:C:2002:736, σκέψη 54), καθώς και της 10ης Ιουλίου 2003, Επιτροπή κατά Fresh Marine (C‑472/00 P, EU:C:2003:399, σκέψη 26).
( 20 ) Βλ. αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (C‑352/98 P, EU:C:2000:361, σκέψη 44), της 10ης Δεκεμβρίου 2002, Επιτροπή κατά Camar και Tico (C‑312/00 P, EU:C:2002:736, σκέψη 54), καθώς και της 10ης Ιουλίου 2003, Επιτροπή κατά Fresh Marine (C‑472/00 P, EU:C:2003:399, σκέψη 26).
( 21 ) Βλ. απόφαση της 5ης Μαρτίου 1996, Brasserie du pêcheur και Factortame (C‑46/93 και C‑48/93, EU:C:1996:79, σκέψη 57).
( 22 ) Βλ. σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 23 ) Σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 24 ) Βλ., επίσης, σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 25 ) Σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η υπογράμμιση δική μου.
( 26 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 2007, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (C‑229/05 P, EU:C:2007:32, σκέψεις 109 έως 111), της 29ης Ιουνίου 2010, E και F (C‑550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 57), της 21ης Μαρτίου 2012, Fulmen κατά Συμβουλίου (Τ-439/10 και Τ-440/10, EU:T:2012:142, σκέψεις 96 και 97), της 13ης Μαρτίου 2012, Melli Bank κατά Συμβουλίου (C‑380/09 P, EU:C:2012:137, σκέψη 46), της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi (C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψη 142), καθώς και της 12ης Δεκεμβρίου 2006, Organisation des Modjahedines du peuple d’Iran κατά Συμβουλίου (T‑228/02, EU:T:2006:384, σκέψη 159). Πρέπει να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Συμβούλιο κατά Bank Mellat (C‑176/13 P, EU:C:2016:96), επιβεβαίωσε την υποχρέωση του Συμβουλίου να τεκμηριώσει το βάσιμο των ληφθέντων περιοριστικών μέτρων με πληροφοριακά και αποδεικτικά στοιχεία, που καθιστούν δυνατό τον έλεγχο του νόμιμου χαρακτήρα τους από τον δικαστή της Ένωσης (σκέψεις 109 έως 112), διευκρινίζοντας, εντούτοις, ότι το Συμβούλιο δεν έχει, τουλάχιστον όσον αφορά την πρώτη πράξη εγγραφής σε κατάλογο, την υποχρέωση εξετάσεως του πρόσφορου χαρακτήρα και του βασίμου αυτών των στοιχείων, όταν αυτά του υποβάλλονται από κράτος μέλος ή από τον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης (σκέψεις 88 έως 91).
( 27 ) Σκέψη 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 28 ) Σημείο 171 των προτάσεων στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft (C‑348/12 P, EU:C:2013:470). Βλ. επίσης σημεία 172 και 174 των ίδιων προτάσεων.
( 29 ) Σκέψεις 109 και 110 της εν λόγω αποφάσεως.
( 30 ) Βλ. σκέψεις 109 έως 111 της ως άνω αποφάσεως.
( 31 ) Το ζήτημα της αιτιολογίας, η οποία συνιστά ουσιώδη τύπο, είναι, προδήλως και όπως άπειρες φορές έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, αυτοτελές σε σχέση προς το ζήτημα της αποδείξεως της προσαπτόμενης συμπεριφοράς, το οποίο εμπίπτει στην ουσιαστική νομιμότητα της επίμαχης πράξεως και προϋποθέτει τον έλεγχο του υποστατού των πραγματικών περιστατικών τα οποία εκτίθενται στην πράξη αυτή, καθώς και του χαρακτηρισμού των περιστατικών αυτών ως στοιχείων που δικαιολογούν την εφαρμογή περιοριστικών μέτρων εις βάρος του εμπλεκομένου προσώπου. Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2012, Συμβούλιο κατά Bamba (C‑417/11 P, EU:C:2012:718, σκέψη 60).
( 32 ) Βλ. σκέψη 57 της ως άνω αποφάσεως, η υπογράμμιση δική μου. Με την ίδια σκέψη, το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι η δυνατότητα ασκήσεως αυτού του ελέγχου είναι αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ του σκοπού που εξυπηρετεί η επιβολή των επίμαχων μέτρων, εν προκειμένω της καταστολής της διεθνούς τρομοκρατίας, και της προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων. Στο ίδιο πνεύμα, με την απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑402/05 P και C‑415/05 P, EU:C:2008:461), το Δικαστήριο είχε ήδη διευκρινίσει, μεταξύ άλλων, ότι περιοριστικά μέτρα, όπως τα επίμαχα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση αυτή, δεν εκφεύγουν παντός ελέγχου του δικαστή της Ένωσης απλώς και μόνον λόγω του ότι η πράξη με την οποία επιβλήθηκαν αφορά ευαίσθητους τομείς, όπως η διεθνής ασφάλεια και η καταπολέμηση της τρομοκρατίας (βλ., μεταξύ άλλων, σκέψη 343· βλ., επίσης, σκέψεις 281, 326 και 350 έως 351 της ως άνω αποφάσεως).
( 33 ) Πρόκειται για την άποψη που υποστήριξε το Συμβούλιο, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Συμβούλιο κατά Manufacturing Support & Procurement Kala Naft (βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση αυτή, C‑348/12 P, EU:C:2013:470, σημείο 88).
( 34 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (C‑352/98 P, EU:C:2000:361, σκέψη 40).
( 35 ) Βλ. σκέψεις 86 και 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 36 ) Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1981, Krecké κατά Επιτροπής (59/80 και 129/80, μη δημοσιευθείσα, EU:C:1981:170, σκέψεις 73 και 74), της 7ης Οκτωβρίου 1985, van der Stijl κατά Επιτροπής (128/84, EU:C:1985:395, σκέψη 26), της 9ης Ιουλίου 1987, Hochbaum και Rawes κατά Επιτροπής (44/85, 77/85, 294/85 και 295/85, EU:C:1987:348, σκέψη 22), της 6ης Ιουλίου 1999, Séché κατά Επιτροπής (T‑112/96 και T‑115/96, EU:T:1999:134, σκέψη 281), της 16ης Δεκεμβρίου 2004, De Nicola κατά ΕΤΕπ (T‑120/01 και T‑300/01, EU:T:2004:367, σκέψη 73), καθώς και της 18ης Σεπτεμβρίου 2015, Wahlström κατά Frontex (T‑653/13 P, EU:T:2015:652, σκέψεις 82 έως 85).
( 37 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 38 ) Η υπογράμμιση δική μου. Η ίδια διατύπωση επαναλαμβάνεται, ενίοτε με ορισμένες μικρές παραλλαγές, σε όλες τις δημοσιοϋπαλληλικές υποθέσεις, στις οποίες εφαρμόζεται η εν λόγω αρχή.
( 39 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου 1993, Caronna κατά Επιτροπής (T‑59/92, EU:T:1993:91, σκέψη 107), και της 10ης Ιουνίου 2004, François κατά Επιτροπής (T‑307/01, EU:T:2004:180, σκέψη 110).
( 40 ) Βλ. αποφάσεις της 11ης Οκτωβρίου 1995, Μπαλτσαβιάς κατά Επιτροπής (T‑39/93 και T‑553/93, EU:T:1995:177, σκέψη 86), καθώς και της 16ης Ιουνίου 2000, C κατά Συμβουλίου (T‑84/98, EU:T:2000:156, σκέψη 101).
( 41 ) Βλ. απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 2005, Marcuccio κατά Επιτροπής (T‑236/02, EU:T:2005:417, σκέψεις 234 και 237).
( 42 ) Βλ., με αυτό το πνεύμα, αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1990, Culin κατά Επιτροπής (C‑343/87, EU:C:1990:49, σκέψεις 27 και 28), και της 6ης Ιουνίου 2006, Girardot κατά Επιτροπής (T‑10/02, EU:T:2006:148, σκέψη 131).
( 43 ) Βλ. αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1990, Culin κατά Επιτροπής (C‑343/87, EU:C:1990:49, σκέψεις 27 έως 28), της 23ης Μαρτίου 2000, Rudolph κατά Επιτροπής (T‑197/98, EU:T:2000:86, σκέψη 98), της 10ης Ιουνίου 2004, François κατά Επιτροπής (T‑307/01, EU:T:2004:180, σκέψη 110), της 9ης Δεκεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Strack (T‑526/08 P, EU:T:2010:506, σκέψη 108), και της 2ας Οκτωβρίου 2012, Q κατά Επιτροπής (F‑52/05 RENV, EU:F:2012:139, σκέψη 273).
( 44 ) Βλ. σκέψη 70 της αποφάσεως αυτής.
( 45 ) Σε αντίθεση προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 2016, Jannatian κατά Συμβουλίου (T‑328/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:86, σκέψεις 62 έως 66), το Γενικό Δικαστήριο, αφού εκτίμησε το σύνολο των περιστάσεων της υπό κρίση περιπτώσεως, κατέληξε στο συμπέρασμα, με τις σκέψεις που ανέπτυξε επαλλήλως, ότι η ακύρωση συνιστά κατάλληλη πλήρη αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο προσφεύγων-ενάγων.
( 46 ) Η αναιρεσείουσα παραπέμπει στις σκέψεις 88, 109, 145 και 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 47 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 48 ) Βλ. αποφάσεις της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑362/95 P, EU:C:1997:401, σκέψη 31), καθώς και της 16ης Ιουλίου 2009, SELEX Sistemi Integrati κατά Επιτροπής (C‑481/07 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2009:461, σκέψη 36).
( 49 ) Βλ. αποφάσεις της 21ης Μαΐου 1976, Roquette frères κατά Επιτροπής (26/74, EU:C:1976:69, σκέψεις 22 και 23), καθώς και της 16ης Σεπτεμβρίου 1997, Blackspur DIY κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑362/95 P, EU:C:1997:401, σκέψη 31).
( 50 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2015, PP Nature-Balance Lizenz κατά Επιτροπής (C‑82/15 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:796, σκέψεις 26 και 27).
( 51 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 18ης Ιουλίου 2007, Industrias Químicas del Vallés κατά Επιτροπής (C‑326/05 P, EU:C:2007:443, σκέψεις 60 και 63).
( 52 ) Ιδίως όσον αφορά το βάρος αποδείξεως που φέρει η αναιρεσείουσα όσον αφορά το υπολογισθέν περιθώριο κέρδους, υπενθυμίζω ότι, μολονότι, όταν απαιτείται να προσδιορισθεί η αξία διαφυγόντος κέρδους, δηλαδή η αξία υποθετικών οικονομικών συναλλαγών, μπορεί να είναι δυσχερές, αν όχι αδύνατο, για τον ενάγοντα να προσδιορίσει επακριβώς αριθμητικώς τη ζημία που υποστηρίζει ότι υπέστη, εντούτοις τούτο δεν μπορεί να τον απαλλάσσει από κάθε υποχρέωση αποδείξεως αναφορικά με την προβαλλόμενη ζημία. Πράγματι, καίτοι το ύψος του διαφυγόντος κέρδους αποτελεί αναπόφευκτα υποθετικό στοιχείο που πρέπει να εκτιμηθεί, διότι δεν μπορεί να υπολογισθεί επακριβώς, γεγονός παραμένει ότι τα στοιχεία στα οποία στηρίζεται η εκτίμηση αυτή μπορούν –και πρέπει στο μέτρο του δυνατού– να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (βλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 2010, BST κατά Επιτροπής,T‑452/05, EU:T:2010:167, σκέψεις 167 και 168).
( 53 ) Η αναιρεσείουσα αναφέρεται επίσης στη σημαντική μείωση του κύκλου εργασιών της και της αποδοτικότητάς της, καθώς και στην απόλυση πολυάριθμων εργαζομένων και σε άλλες απρόβλεπτες δαπάνες.
( 54 ) Μολονότι η αναιρεσείουσα δεν διατύπωσε αιτίαση αντλούμενη από εσφαλμένο χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών σχετικά με το συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν αποδείχθηκε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της προσαπτόμενης στο Συμβούλιο συμπεριφοράς και της καταγγελίας της συμβάσεως με τη Mobarakeh, υπενθυμίζω, πάντως, ότι, κατά τη νομολογία, άμεση ζημία είναι εκείνη που απορρέει από πταίσμα του ευθυνομένου υποκειμένου δικαίου και είναι ανεξάρτητη από την παρέμβαση άλλων αιτιών, θετικών ή αρνητικών [βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Trabucchi στην υπόθεση Compagnie Continentale France κατά Συμβουλίου (169/73, EU:C:1974:32, σημείο 4)], ενώ η προσαπτόμενη συμπεριφορά πρέπει να αποτελεί την καθοριστική αιτία της ζημίας [βλ. διάταξη της 31ης Μαρτίου 2011, Mauerhofer κατά Επιτροπής (C‑433/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:204, σκέψη 127)].
( 55 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, Επιτροπή κατά Schneider Electric (C‑440/07 P, EU:C:2009:459, σκέψη 192).
( 56 ) Απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, Επιτροπή κατά Schneider Electric (C‑440/07 P, EU:C:2009:459, σκέψη 193).
( 57 ) Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1992, Finsider κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑363/88 και C‑364/88, EU:C:1992:44, σκέψεις 24 και 25).
( 58 ) Βλ. απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, Dorsch Consult κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑237/98 P, EU:C:2000:321, σκέψη 25).
( 59 ) Βλ. αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1982, Dumortier κ.λπ. κατά Συμβουλίου (64/76, 113/76, 167/78, 239/78, 27/79, 28/79 και 45/79, EU:C:1982:184, σκέψη 21), της 18ης Μαρτίου 2010, Trubowest Handel και Makarov κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑419/08 P, EU:C:2010:147, σκέψη 53), καθώς και της 10ης Μαΐου 2006, Galileo International Technology κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑279/03, EU:T:2006:121, σκέψη 130 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 60 ) Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Μαΐου 2013, Eni κατά Επιτροπής (C‑508/11 P, EU:C:2013:289, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 61 ) Βλ. απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (C‑136/92 P, EU:C:1994:211, σκέψη 66).
Full & Egal Universal Law Academy