ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JULIANE KOKOTT
της 2ας Ιουνίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑76/15
Paul Vervloet κ.λπ.
[αίτηση του Grondwettelijk Hof (Βέλγιο)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ανταγωνισμός — Κρατικές ενισχύσεις (άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ) — Βελγικό σύστημα εγγυήσεως για την προστασία των μεριδίων φυσικών προσώπων που είναι μέλη αναγνωρισμένων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών — Κύρος της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απαγόρευση του συστήματος εγγυήσεως (απόφαση 2014/686/ΕΕ) — Yποχρέωση για διατήρηση της υφιστάμενης καταστάσεως (“standstill”) (άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ) — Συστήματα εγγυήσεως των καταθέσεων (οδηγία 94/19/ΕΚ)»
I – Εισαγωγή
1.
Η αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσεως που ξέσπασε το 2008 προκάλεσε ποικίλα προβλήματα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία έχουν απασχολήσει κατ’ επανάληψη και το Δικαστήριο. Ιδιαιτέρως σημαντικές ήταν, ασφαλώς, κατά τα τελευταία έτη δύο διαδικασίες στις οποίες θίγονταν ζητήματα συνταγματικού δικαίου και στις οποίες το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί της νομιμότητας ορισμένων μέτρων που λήφθηκαν σε ευρωπαϊκό επίπεδο με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και νομισματικής Ένωσης ( 2 ). Λιγότερο πολύκροτα, αλλά με εξίσου μεγάλο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό αντίκτυπο, είναι ορισμένα μέτρα που λήφθηκαν από τα κράτη μέλη με σκοπό τη σταθεροποίηση των εθνικών χρηματοοικονομικών τομέων τους και την προστασία των αποταμιευτικών καταθέσεων των πολιτών της Ένωσης. Τέτοιο ακριβώς μέτρο αποτελεί αντικείμενο και της παρούσας διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
2.
Στο πλαίσιο της ανακεφαλαιοποιήσεως της σφοδρώς κλυδωνιζόμενης γαλλοβελγικής τράπεζας Dexia το βελγικό κράτος παρέσχε εγγύηση υπέρ του μεγάλου αριθμού φυσικών προσώπων ( 3 ) τα οποία συμμετείχαν τότε ως μεριδιούχοι σε τρεις χρηματοπιστωτικούς συνεταιρισμούς του ομίλου ARCO ( 4 ) (στο εξής επίσης απλώς: όμιλος ARCO). Ο όμιλος ARCO αποτελούσε τότε έναν από τους βασικούς μετόχους της Dexia.
3.
Η εν λόγω εγγύηση υπέρ των μεριδίων των συνεταιρισμών του ομίλου ARCO που κατέχονταν από φυσικά πρόσωπα (στο εξής επίσης: εγγύηση υπέρ του ομίλου ARCO) αμφισβητήθηκε νομικώς κατά διττό τρόπο.
4.
Αφενός, η εγγύηση υπέρ του ομίλου ARCO απασχόλησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία το 2014 εξέδωσε την απόφαση 2014/686/ΕΕ ( 5 ) με την οποία χαρακτήρισε ως κρατική ενίσχυση το σύστημα εγγυήσεως βάσει του οποίου χορηγήθηκε η εν λόγω εγγύηση και αποφάνθηκε ότι είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά. Η Επιτροπή υποχρέωσε το Βασίλειο του Βελγίου να απαιτήσει την επιστροφή των πλεονεκτημάτων που χορηγήθηκαν σε συνάρτηση με την εγγύηση υπέρ του ομίλου ARCO καθώς και να παύσει κάθε είδους περαιτέρω καταβολές στο πλαίσιο αυτό. Κατά της εν λόγω αποφάσεως εκκρεμούν επί του παρόντος δύο προσφυγές ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 6 ).
5.
Αφετέρου, η εγγύηση υπέρ του ομίλου ARCO προκάλεσε την αντίδραση πολλών ιδιωτών και θεσμικών επενδυτών οι οποίοι είχαν επενδύσει τα χρήματά τους, στο Βέλγιο, όχι σε μερίδια συνεταιρισμών του ομίλου ARCO, αλλά, άμεσα ή μέσω εταιριών συμμετοχών, σε μετοχές της Dexia ή άλλων κεφαλαιουχικών εταιριών και θεωρούσαν ότι υπέστησαν δυσμενή μεταχείριση για τον λόγο ότι οι ίδιοι δεν επωφελήθηκαν προστασίας βάσει μιας τέτοιας εγγυήσεως. Με τις προσφυγές που άσκησαν κατά του βελγικού κράτους κίνησαν δικαστική διαδικασία σε διαφορά της οποίας στο μεταξύ επιλήφθηκε το Grondwettelijk Hof (συνταγματικό δικαστήριο του Βασιλείου του Βελγίου).
6.
Αμφότερα τα ανωτέρω ζητήματα που γεννήθηκαν σε συνάρτηση με την εγγύηση υπέρ του ομίλου ARCO αποτελούν τώρα αντικείμενο εξετάσεως από το Δικαστήριο κατόπιν παραπομπής από το Grondwettelijk Hof. Εκτός από το ζήτημα του κύρους της αποφάσεως 2014/686 της Επιτροπής, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν σύστημα εγγυήσεως, όπως αυτό του Βελγίου, συνάδει με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης περί εγγυήσεως των καταθέσεων οι οποίοι περιλαμβάνονται στην οδηγία 94/19/ΕΚ ( 7 ) καθώς και με την απαγόρευση κρατικών ενισχύσεων των άρθρων 107, παράγραφος 1, και 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
II – Το νομικό πλαίσιο
Α — Το δίκαιο της Ένωσης
7.
Από πλευράς δικαίου της Ένωσης, η υπό εξέταση υπόθεση διέπεται, αφενός, από τα άρθρα 107 ΣΛΕΕ, 108 ΣΛΕΕ και 296 ΣΛΕΕ καθώς και από τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, και, αφετέρου, από την οδηγία 94/19 ( 8 ). Ακολούθως περιορίζομαι στην παράθεση μόνο των κρίσιμων διατάξεων της οδηγίας.
8.
Για τους σκοπούς της οδηγίας 94/19 περιλαμβάνονται στο άρθρο 1 αυτής, μεταξύ άλλων, οι εξής ορισμοί:
«1.
“κατάθεση”: το πιστωτικό υπόλοιπο, που προκύπτει από κεφάλαια κατατεθειμένα σε λογαριασμό ή από μεταβατικές καταστάσεις απορρέουσες από συνήθεις τραπεζικές συναλλαγές και το οποίο το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να επιστρέψει βάσει των ισχυόντων νόμιμων και συμβατικών όρων, καθώς και χρέη για τα οποία το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα έχει εκδώσει παραστατικούς τίτλους.
Τα μερίδια οικοδομικών συνεταιρισμών του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, εκτός από εκείνα που έχουν χαρακτήρα κεφαλαίου και καλύπτονται από το άρθρο 2, αντιμετωπίζονται ως καταθέσεις.
[…]
4.
“πιστωτικό ίδρυμα”: η επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στο να δέχεται καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό και να χορηγεί πιστώσεις για λογαριασμό της·
[…]».
9.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 94/19 έχει ως εξής:
«Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωριστούν επίσημα στο έδαφός του ένα ή περισσότερα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων. Εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο και στην παράγραφο 4, πιστωτικό ίδρυμα με άδεια λειτουργίας στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 77/780/ΕΟΚ δεν δικαιούται να δέχεται καταθέσεις αν δεν είναι μέλος συστήματος εγγύησης των καταθέσεων.»
10.
Συμπληρωματικώς, παρατίθεται το άρθρο 2 της οδηγίας 94/19:
«Εξαιρούνται από οποιαδήποτε επιστροφή από τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων τα ακόλουθα:
—
με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 8, οι καταθέσεις που γίνονται από άλλα πιστωτικά ιδρύματα στο όνομά τους και για δικό τους λογαριασμό,
—
όλοι οι τίτλοι οι οποίοι εμπίπτουν στον ορισμό των “ιδίων κεφαλαίων”, του άρθρου 2 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ […] σχετικά με τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων […],
—
οι καταθέσεις οι απορρέουσες από συναλλαγές σε σχέση με τις οποίες εξεδόθη καταδικαστική ποινική απόφαση για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως ορίζεται από το άρθρο 1 της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ […].»
Β — Η εθνική νομοθεσία
11.
Από τη βελγική νομοθεσία είναι κρίσιμος πρωτίστως ο wet van 22 februari 1998 tot vaststelling van het organiek statuut van de Nationale Bank van België [νόμος της 22ας Φεβρουαρίου 1998 περί του Οργανισμού της Εθνικής Τράπεζας του Βελγίου (στο εξής: νόμος περί της Εθνικής Τράπεζας)].
12.
Με βασιλικό διάταγμα της 3ης Μαρτίου 2011, το οποίο εν συνεχεία επικυρώθηκε από το Βελγικό Κοινοβούλιο ( 9 ), εισήχθη την 1η Απριλίου 2011 στον νόμο περί της Εθνικής Τράπεζας νέο άρθρο 36/24, το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την υπό εξέταση υπόθεση χρόνο, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1.
Σε περίπτωση αιφνίδιας χρηματοπιστωτικής κρίσεως ή σοβαρού κινδύνου λόγω συστημικής κρίσεως, είναι δυνατό να εκδοθεί βασιλικό διάταγμα, κατόπιν γνωμοδοτήσεως της τράπεζας, με το οποίο, προκειμένου να περιοριστούν η έκταση ή οι επιπτώσεις της κρίσεως,
[…]
2.
θεσπίζεται σύστημα χορηγήσεως κρατικής εγγυήσεως για υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί από συγκεκριμένα —καθοριζόμενα με το διάταγμα— ιδρύματα, τα οποία υπόκεινται σε εποπτεία δυνάμει του προαναφερθέντος νόμου, ή χορηγείται κρατική εγγύηση για ορισμένες απαιτήσεις που κατέχουν τα εν λόγω ιδρύματα·
3.
θεσπίζεται σύστημα, εφόσον απαιτείται, μέσω διαταγμάτων που εκδίδονται βάσει του σημείου 1, με το οποίο διασφαλίζεται υπέρ εταίρων που είναι φυσικά πρόσωπα η κρατική εγγύηση για την αποκατάσταση του μεριδίου τους στο κεφάλαιο συνεταιρισμών οι οποίοι έχουν αναγνωριστεί δυνάμει του koninklijk besluit van 8 januari 1962 tot vaststelling van de voorwaarden tot erkenning van de nationale groeperingen van coöperatieve vennootschappen en van de coöperatieve vennootschappen [βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιανουαρίου 1962 για τον καθορισμό των προϋποθέσεων για την αναγνώριση των εθνικών ομίλων συνεταιρισμών και των συνεταιρισμών] και οι οποίοι αποτελούν οντότητες που υπόκεινται σε εποπτεία δυνάμει των προαναφερθέντων νόμων ή των οποίων η περιουσία επενδύεται τουλάχιστον κατά το ήμισυ σε τέτοιες οντότητες·
[…]
Τα […] βασιλικά διατάγματα παύουν να ισχύουν εάν εντός 12 μηνών από την ημερομηνία της θέσεώς τους σε ισχύ δεν κυρωθούν με νόμο. Η επικύρωση έχει αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία της θέσεως των βασιλικών διαταγμάτων σε ισχύ. Για τα βασιλικά διατάγματα που εκδόθηκαν βάσει της παραγράφου 1, σημεία 2 έως 6, διεξάγεται συζήτηση στο υπουργικό συμβούλιο.
[…]»
13.
Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η εν λόγω ρύθμιση θεσπίστηκε —όπως και οι προγενέστερες αυτής κανονιστικές πράξεις ( 10 )— στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσεως του 2008. Η ρύθμιση αυτή έχει σκοπό να καταστήσει δυνατή την έγκαιρη λήψη μέτρων για τον περιορισμό της εκτάσεως και των επιπτώσεων ενδεχόμενης αιφνίδιας χρηματοπιστωτικής κρίσεως ή σοβαρού κινδύνου λόγω συστημικής κρίσεως. Εξάλλου, ειδικώς όσον αφορά τους χρηματοπιστωτικούς συνεταιρισμούς, ο Βέλγος νομοθέτης εξετίμησε ότι τα μερίδιά τους, σε ορισμένες περιπτώσεις, παρουσίαζαν όλα τα γνωρίσματα των αποταμιευτικών προϊόντων και ότι για τον λόγο αυτό έχρηζαν της ίδιας προστασίας όπως οι τραπεζικές καταθέσεις ή ορισμένα είδη ασφαλίσεων ζωής.
14.
Βάσει του άρθρου 36/24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας, εκδόθηκε εν συνεχεία το βασιλικό διάταγμα της 10ης Οκτωβρίου 2011, με το οποίο παρασχέθηκε η δυνατότητα στους αναγνωρισμένους συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνταν στον χρηματοπιστωτικό τομέα να συμμετάσχουν οικειοθελώς στο ειδικό ταμείο προστασίας των καταθέσεων και των ασφαλίσεων ζωής που είχε συσταθεί στο Βέλγιο το 2008. Το εν λόγω ταμείο μετονομάστηκε τότε σε «ειδικό ταμείο προστασίας των καταθέσεων, των ασφαλίσεων ζωής και του κεφαλαίου αναγνωρισμένων συνεταιρισμών».
15.
Τέλος, με βασιλικό διάταγμα της 7ης Νοεμβρίου 2011 έγινε δεκτή η αίτηση τριών αναγνωρισμένων συνεταιρισμών του ομίλου ARCO, ήτοι των Arcopar, Arcofin και Arcoplus, για προστασία του κεφαλαίου τους. Άλλες αιτήσεις συνεταιρισμών για την παροχή τέτοιου είδους εγγυήσεων δεν είχαν υποβληθεί.
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαφορά της κύριας δίκης
16.
Ενώπιον του Grondwettelijk Hof εκκρεμεί, στο πλαίσιο τριών συνεκδικαζομένων υποθέσεων, ερώτημα που υποβλήθηκε από το Raad van State (Συμβούλιο της Επικρατείας, Βέλγιο) σχετικά με τη συνταγματικότητα του άρθρου 36/24 του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας, ήτοι μιας διατάξεως την οποία εξέδωσε, όπως προεξετέθη, ο Βέλγος νομοθέτης για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσεως που ξέσπασε το 2008.
17.
Η εν λόγω διαδικασία ελέγχου συνταγματικότητας κινήθηκε λόγω της θεσπίσεως από το βελγικό κράτος, βάσει του άρθρου 36/24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας, του συστήματος εγγυήσεως για τα μερίδια ορισμένων αναγνωρισμένων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών, στον βαθμό που αυτά κατέχονταν από φυσικά πρόσωπα και μέχρι του καθορισμένου με τον νόμο ορίου των 100000 ευρώ ανά επενδυτή.
18.
Η πρόθεση παροχής τέτοιας εγγυήσεως είχε ήδη αποτελέσει προηγουμένως αντικείμενο δύο κυβερνητικών ανακοινώσεων, αρχικώς στις 10 Οκτωβρίου 2008 και εν συνεχεία εκ νέου στις 21 Ιανουαρίου 2009 ( 11 ). Η ανακοίνωση της 21ης Ιανουαρίου 2009 αναρτήθηκε μάλιστα την ίδια ημέρα από τον όμιλο ARCO και στην ιστοσελίδα του.
19.
Η κοινοποίηση του ανωτέρω συστήματος εγγυήσεως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έγινε από το βελγικό κράτος μόλις στις 7 Νοεμβρίου 2011, κατά την ημέρα εντάξεως των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών του ομίλου ARCO στο βελγικό σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων με βασιλικό διάταγμα ( 12 ).
20.
Κατόπιν σχετικού αιτήματος του Raad van State, το Grondwettelijk Hof καλείται τώρα να διασαφηνίσει αν το σύστημα εγγυήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 36/24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας συνάδει με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως αυτές κατοχυρώνονται στα άρθρα 10 και 11 του Βελγικού Συντάγματος. Κατά βάση, η αιτίαση που προβάλλουν οι αιτούντες ενώπιον του Raad van State είναι ότι το εν λόγω σύστημα εγγυήσεως εισάγει άνιση μεταχείριση των ιδιωτών μεριδιούχων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών έναντι των διαφόρων μεριδιούχων άλλων κεφαλαιουχικών εταιριών και οντοτήτων που δραστηριοποιούνται στην αγορά.
21.
Ως προκαταρκτικό ζήτημα επί της συνταγματικότητας του άρθρου 36/24 του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας, το Grondwettelijk Hof ζητεί να διευκρινιστεί κατά πόσον το βελγικό κράτος παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης με το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως που θέσπισε, αφενός, υπό το πρίσμα των κανόνων για την εγγύηση των καταθέσεων και, αφετέρου, υπό το πρίσμα των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Για τη διευκρίνιση του προκαταρκτικού αυτού ζητήματος εκτιμά ότι είναι αναγκαία η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο.
IV – Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
22.
Με απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2015, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Φεβρουαρίου 2015, το Grondwettelijk Hof υπέβαλε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα ( 13 ):
1)
Έχουν τα άρθρα 2 και 3 της οδηγίας 94/19/ΕΚ, εν ανάγκη σε συνδυασμό με τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με τη γενική αρχή της ισότητας, την έννοια ότι:
α)
επιβάλλουν στα κράτη μέλη να εγγυώνται τα μερίδια των αναγνωρισμένων συνεταιρισμών οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά τον ίδιο τρόπο όπως τις καταθέσεις;
β)
απαγορεύουν σε κράτος μέλος να αναθέσει στην οντότητα η οποία είναι εν μέρει επιφορτισμένη με την εγγύηση των κατά την εν λόγω οδηγία καταθέσεων να εγγυάται επίσης, μέχρι το ποσό των 100000 ευρώ, την αξία των μεριδίων των μελών, φυσικών προσώπων, αναγνωρισμένου συνεταιρισμού που δραστηριοποιείται στον χρηματοπιστωτικό τομέα;
2)
Είναι η απόφαση 2014/686/ΕΕ συμβατή με τα άρθρα 107 ΣΛΕΕ και 296 ΣΛΕΕ καθόσον χαρακτηρίζει ως νέα κρατική ενίσχυση το σύστημα εγγυήσεως που αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως αυτής;
3)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, έχει το άρθρο 107 ΣΛΕΕ την έννοια ότι σύστημα κρατικής εγγυήσεως χορηγούμενης στα μέλη, φυσικά πρόσωπα, αναγνωρισμένων συνεταιρισμών οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά την έννοια του άρθρου 36/24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας, συνιστά νέα κρατική ενίσχυση η οποία έπρεπε να κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή;
4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, είναι η ίδια απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συμβατή με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αν ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι η επίμαχη κρατική ενίσχυση τέθηκε σε εφαρμογή πριν από τις 3 Μαρτίου 2011 ή πριν από την 1η Απριλίου 2011 ή σε μία από τις δύο αυτές ημερομηνίες, ή, αντιστρόφως, αν ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι με αυτή κρίθηκε ότι η επίμαχη κρατική ενίσχυση τέθηκε σε εφαρμογή σε μεταγενέστερη ημερομηνία;
5)
Έχει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος τη θέσπιση μέτρου, όπως το περιεχόμενο στο άρθρο 36/24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας, αν το μέτρο αυτό συνιστά εφαρμογή κρατικής ενισχύσεως ή ανήκει σε κρατική ενίσχυση η οποία έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή και αυτή η κρατική ενίσχυση δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή;
6)
Έχει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ την έννοια ότι απαγορεύει σε κράτος μέλος τη θέσπιση, χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέτρου όπως το περιεχόμενο στο άρθρο 36/24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας αν το μέτρο αυτό εντάσσεται σε κρατική ενίσχυση η οποία δεν έχει ακόμη τεθεί σε εφαρμογή;
23.
Αιτήσει του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο παρέσχε τον Ιανουάριο του 2016, σύμφωνα με το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας, διευκρινίσεις επί της κρισιμότητας των ερωτημάτων από το δεύτερο έως το έκτο για την έκβαση της κύριας δίκης.
24.
Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν στο Δικαστήριο οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης (αφενός, οι P. Vervloet κ.λπ. και, αφετέρου, ο Δήμος του Schaerbeek και το συνταξιοδοτικό ταμείο Ogeo Fund), οι τρεις παρεμβαίνοντες στην κύρια δίκη χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί του ομίλου ARCO (Arcopar, Arcofin και Arcoplus), καθώς και το Βασίλειο του Βελγίου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι ανωτέρω μετέχοντες στη διαδικασία παρέστησαν επίσης και στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 6ης Απριλίου 2016.
V – Εκτίμηση
25.
Με τον εκτεταμένο κατάλογο ερωτημάτων του το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το βελγικό κράτος παραβίασε το δίκαιο της Ένωσης θεσπίζοντας, στο πλαίσιο της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσεως που ξέσπασε το 2008, σύστημα εγγυήσεως υπέρ ιδιωτών μεριδιούχων ορισμένων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών.
Α — Παραδεκτό της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
26.
Προτού υπεισέλθω στην επί της ουσίας εκτίμηση των προδικαστικών ερωτημάτων απαιτούνται ορισμένες παρατηρήσεις επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, η κρισιμότητα των νομικών ζητημάτων του δικαίου της Ένωσης για την έκβαση της κύριας δίκης αμφισβητήθηκε από ορισμένους μετέχοντες στη διαδικασία με την αιτιολογία ότι στη διαφορά της κύριας δίκης είναι κρίσιμο μόνο το βελγικό συνταγματικό δίκαιο, ενώ καμία επιρροή δεν ασκούν ούτε η οδηγία 94/19 ούτε και οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων ούτε δε καν το ζήτημα της επιλεκτικότητας των ενισχύσεων.
27.
Επισημαίνεται σχετικώς ότι υπέρ των προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν το δίκαιο της Ένωσης ισχύει τεκμήριο λυσιτέλειας. Συναφώς, το Δικαστήριο μπορεί να μην απαντήσει σε ερώτημα που έχει τεθεί από εθνικό δικαστήριο μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία ή εκτίμηση περί του κύρους ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή, ακόμη, όταν δεν διαθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που κρίνει αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα ( 14 ).
28.
Τέτοιο ζήτημα δεν τίθεται στην υπό εξέταση υπόθεση.
29.
Ασφαλώς, το Grondwettelijk Hof καλείται εν προκειμένω να εξετάσει το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως κατ’ άρθρο 36/24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας υπό το πρίσμα των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, όπως αυτές κατοχυρώνονται στα άρθρα 10 και 11 του Βελγικού Συντάγματος. Ωστόσο, κατά το Grondwettelijk Hof, τα ερωτήματα που υπέβαλε σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης έχουν προδήλως προκριματικό χαρακτήρα για την εκτίμηση των ως άνω ζητημάτων. Τούτο το υπαινίχθηκε ήδη στη διάταξη περί παραπομπής και στις συμπληρωματικές διευκρινίσεις που παρέσχε σύμφωνα με το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας. Ομοίως και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, τούτο κατέστη σαφές από τους μετέχοντες στη διαδικασία, ιδίως δε από τον Δήμο του Schaerbeek και το Ogeo Fund.
30.
Με πολύ πειστικό τρόπο το Grondwettelijk Hof εξετάζει καταρχάς το πρoκαταρκτικό ζήτημα αν το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης. Από την εξέταση αυτή συνάγει εν συνεχεία συμπεράσματα ως προς τη συνδρομή ή μη απαγορευμένης άνισης μεταχειρίσεως κατά την έννοια του Βελγικού Συντάγματος.
31.
Συγκεκριμένα, σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι από το δίκαιο της Ένωσης συνάγεται ότι το εν λόγω σύστημα εγγυήσεως είναι επιβεβλημένο βάσει των κανόνων του δικαίου αυτού (επειδή, επί παραδείγματι, αντίστοιχη υποχρέωση του βελγικού κράτους απορρέει από τις διατάξεις περί εγγυήσεως των καταθέσεων που περιλαμβάνονται στην οδηγία 94/19), τούτο θα μπορούσε να αποτελέσει επίσης δικαιολογητικό λόγο για ενδεχόμενη άνιση μεταχείριση ορισμένων επενδυτών έναντι άλλων. Αν αντιθέτως αποδειχθεί ότι το δίκαιο της Ένωσης αντιτίθεται σε τέτοιο σύστημα εγγυήσεως (επειδή, επί παραδείγματι, θεσπίστηκε κατά παράβαση των κανόνων της οδηγίας 94/19 ή των προϋποθέσεων που θέτουν οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων), τότε θα μπορούσε ενδεχομένως επίσης να γίνει δεκτό ότι δεν δικαιολογείται η βάσει του συστήματος αυτού άνιση μεταχείριση ορισμένων επενδυτών έναντι άλλων κατά την έννοια του Βελγικού Συντάγματος.
32.
Βάσει των ανωτέρω, τα προδικαστικά ερωτήματα δεν είναι προδήλως άνευ σημασίας για την έκβαση της κύριας δίκης και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι αμφισβητήσεως του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.
Β — Επί της ουσίας εκτίμηση των προδικαστικών ερωτημάτων
33.
Επί της ουσίας, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει ένα σύστημα εγγυήσεως, όπως το βελγικό, αφενός, υπό το πρίσμα της συμβατότητάς του με τους κανόνες του δικαίου της Ένωσης για την εγγύηση των καταθέσεων (πρώτο προδικαστικό ερώτημα, βλ. σχετικώς τμήμα 1) και, αφετέρου, υπό το πρίσμα της απαγορεύσεως των κρατικών ενισχύσεων βάσει του δικαίου της Ένωσης (προδικαστικά ερωτήματα από το δεύτερο έως το έκτο, βλ. σχετικώς τμήμα 2).
1. Οι κανόνες του δικαίου της Ένωσης για την εγγύηση των καταθέσεων (πρώτο προδικαστικό ερώτημα)
34.
Με το πρώτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατά βάση να πληροφορηθεί κατά πόσον ένα σύστημα εγγυήσεως, όπως το εν προκειμένω επίμαχο, συνάδει με τις προϋποθέσεις που θέτει το δίκαιο της Ένωσης για την εγγύηση των καταθέσεων. Για τον σκοπό αυτό, το Grondwettelijk Hof ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει την έννοια των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας 94/19, όπως αυτά ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των άρθρων 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
35.
Ενώ ο όμιλος ARCO υποστηρίζει ότι το σύστημα εγγυήσεως ήταν επιβεβλημένο βάσει της οικονομίας και του σκοπού της εγγυήσεως των καταθέσεων, όπως αυτή ρυθμίζεται στην οδηγία 94/19, ο Δήμος του Schaerbeek και το Ogeo Fund έχουν αντίθετη άποψη. Το Βέλγιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι τέτοιο σύστημα εγγυήσεως καταρχήν ούτε είναι επιβεβλημένο αλλά ούτε και απαγορεύεται. Επίσης, οι ιδιώτες προσφεύγοντες, ήτοι οι P. Vervloet κ.λπ., υπογραμμίζουν ότι το σύστημα εγγυήσεως δεν αποτελεί μέτρο εφαρμογής της οδηγίας 94/19 και ότι η διεύρυνση της εγγυήσεως των καταθέσεων ώστε να έχει εφαρμογή και επί των μεριδίων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών είναι, στο πλαίσιο συστηματικής ερμηνείας, ανεπίτρεπτη.
36.
Όπως θα εκθέσω ακολούθως, η οδηγία 94/19 είναι καταρχήν ουδέτερη όσον αφορά ζητήματα όπως το εν προκειμένω επίμαχο. Η διεύρυνση της εγγυήσεως των καταθέσεων ώστε να έχει εφαρμογή και επί των μεριδίων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών ούτε επιβάλλεται (βλ. σχετικώς τμήμα αʹ) αλλά ούτε και απαγορεύεται (βλ. σχετικώς τμήμα βʹ) βάσει της εν λόγω οδηγίας.
α) Από την οδηγία 94/19 δεν συνάγεται υποχρέωση διευρύνσεως της εγγυήσεως των καταθέσεων ώστε να εφαρμόζεται και επί των μεριδίων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών (πρώτο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος)
37.
Καταρχάς, πρέπει να διευκρινιστεί αν η διεύρυνση εθνικού συστήματος εγγυήσεως των καταθέσεων, όπως το βελγικό, ώστε να εφαρμόζεται και επί των μεριδίων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών τα οποία κατέχουν ιδιώτες ήταν επιβεβλημένη βάσει της οδηγίας 94/19.
38.
Η υποχρέωση των κρατών μελών να φροντίσουν να συσταθούν και να αναγνωριστούν επίσημα στο έδαφός τους συστήματα εγγυήσεως των καταθέσεων επιβάλλεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 94/19. Το ακριβές εύρος της υποχρεώσεως αυτής εκτιμάται με βάση το αντικειμενικό και το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
39.
Όσον αφορά το αντικειμενικό πεδίο της, η οδηγία 94/19 εφαρμόζεται σε καταθέσεις. Καταθέσεις αποτελούν, κατά τον ορισμό του άρθρου 1, σημείο 1, της οδηγίας, τα πιστωτικά υπόλοιπα τα οποία πρέπει να επιστραφούν στους δικαιούχους τους, καθώς και χρέη για τα οποία έχουν εκδοθεί παραστατικοί τίτλοι.
40.
Βάσει των πληροφοριών που έχουν τεθεί υπόψη μας, δεν συντρέχει ούτε το ένα ούτε το άλλο στην περίπτωση των μεριδίων βελγικών χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών, όπως αυτών του ομίλου ARCO. Πράγματι, στην περίπτωση τέτοιων μεριδίων πρόκειται κατά βάση για συμμετοχές στα ίδια κεφάλαια της οικείας επιχειρήσεως, ενώ οι καταθέσεις φέρουν το χαρακτηριστικό γνώρισμα ότι ανήκουν στις δανειακές υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων.
41.
Πέραν τούτου, οι καταθέσεις επιστρέφονται στους δικαιούχους τους, κατά την καταληκτική ημερομηνία καταβολής τους, στην ονομαστική τους αξία, πλέον των τυχόν συμφωνημένων τόκων και μείον των τυχόν τελών και φόρων, ενώ το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται στο μέλος του συνεταιρισμού κατά την έξοδό του από αυτόν αντικατοπτρίζει τις οικονομικές επιδόσεις της επιχειρήσεως αυτής, με αποτέλεσμα να κυμαίνεται το ακριβές ύψος του.
42.
Συνεπώς, η κτήση μεριδίου συνεταιρισμού από επενδυτή, ακόμη και αν του είχε ενδεχομένως διαφημιστεί εμφατικώς ως καταθετικό προϊόν, είναι περισσότερο συναφής με αγορά μετοχής, για την οποία δεν προβλέπεται κανενός είδους εξασφάλιση στην οδηγία 94/19, παρά με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό ή με κτήση χρεογράφου.
43.
Εξάλλου, τα επίμαχα μερίδια των βελγικών χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών δεν ταυτίζονται ούτε με τα μερίδια οικοδομικών συνεταιρισμών, όπως αυτοί αναφέρονται στο άρθρο 1, σημείο 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 94/19. Αφενός, η εν λόγω ειδική διεύρυνση της έννοιας της καταθέσεως καταλαμβάνει, κατά το γράμμα της, αποκλειστικώς τα μερίδια οικοδομικών συνεταιρισμών του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, ενώ ουδείς λόγος γίνεται στη διάταξη αυτή περί βελγικών χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών. Αφετέρου, η εν λόγω ειδική διάταξη ρητώς δεν εφαρμόζεται στα μερίδια εκείνα που έχουν χαρακτήρα κεφαλαίου. Ακριβώς τέτοια —συμμετοχές στα ίδια κεφάλαια— είναι όμως, όπως προεξετέθη, τα επίμαχα μερίδια χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών, όπως εκείνων του ομίλου ARCO.
44.
Όσον αφορά τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, η οδηγία 94/19 εφαρμόζεται μόνο σε πιστωτικά ιδρύματα. Η έννοια αυτή καλύπτει, κατά τον ορισμό του άρθρου 1, σημείο 4, της οδηγίας, κάθε επιχείρηση, η δραστηριότητα της οποίας συνίσταται στο να δέχεται καταθέσεις ή άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια από το κοινό και να χορηγεί πιστώσεις για λογαριασμό της.
45.
Ούτε τούτο συντρέχει στην περίπτωση των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών στους οποίους εφαρμόζεται το επίμαχο βελγικό σύστημα εγγυήσεως. Πράγματι, κατά ταυτόσημη δήλωση όλων των μετεχόντων στην κύρια δίκη, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του ομίλου ARCO, οι χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί, όπως αυτοί του ομίλου ARCO, δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα. Ούτε δέχονται καταθέσεις από το κοινό ούτε χορηγούν κατά κανόνα πιστώσεις για δικό τους λογαριασμό, με τον χαρακτηριστικό για τις τράπεζες τρόπο.
46.
Καμία επιρροή δεν ασκεί η τυχόν ερμηνεία της οδηγίας 94/19 υπό το πρίσμα της ισχύουσας στο δίκαιο της Ένωσης γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όπως το Grondwettelijk Hof θέτει ως ενδεχόμενο με το προδικαστικό ερώτημά του.
47.
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, η οποία κατοχυρώνεται στα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ( 15 ). Η ερμηνεία και η εφαρμογή της δεν είναι δυνατό να διαφέρει για κάθε τομέα του δικαίου.
48.
Κατά πάγια νομολογία, η αρχή αυτή επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς ( 16 ).
49.
Όπως προεξετέθη ( 17 ), τα επίμαχα μερίδια χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών, όσον αφορά το ζήτημα αν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εγγυήσεως των καταθέσεων βάσει του δικαίου της Ένωσης, διαφέρουν ουσιωδώς από τις κλασικές καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα, ακόμη και αν ως προς ορισμένες εκφάνσεις τους —επί παραδείγματι όσον αφορά τη φορολόγησή τους, την υπαγωγή τους στον ρυθμιστικό έλεγχο του κράτους και την υψηλή δημοφιλία τους— παρουσιάζουν ενδεχομένως κάποιες ομοιότητες προς τα κλασικά αποταμιευτικά προϊόντα. Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει, για λόγους ίσης μεταχειρίσεως, τη διεύρυνση ενός εθνικού συστήματος εγγυήσεως των καταθέσεων, όπως το βελγικό, ώστε να εφαρμόζεται και επί τέτοιων μεριδίων συνεταιρισμών.
50.
Συμπερασματικώς, το Βέλγιο δεν ήταν υποχρεωμένο βάσει του δικαίου της Ένωσης, ήτοι, ειδικότερα, ούτε βάσει της οδηγίας 94/19 αλλά ούτε και βάσει της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, να διευρύνει το εθνικό του σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων ώστε να εφαρμοστεί και σε αυτήν τη μορφή επενδύσεως κεφαλαίου.
β) Από την οδηγία 94/19 δεν συνάγεται απαγόρευση της διευρύνσεως της εγγυήσεως των καταθέσεων ώστε να εφαρμόζεται και επί των μεριδίων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών (δεύτερο σκέλος του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος)
51.
Περαιτέρω, πρέπει να διευκρινιστεί αν απαγορευόταν βάσει της οδηγίας 94/19 η διεύρυνση εθνικού συστήματος εγγυήσεως των καταθέσεων, όπως το βελγικό, ώστε να εφαρμόζεται και επί των μεριδίων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών τα οποία κατέχουν ιδιώτες.
52.
Κρίσιμη για τη διευκρίνιση του ζητήματος αυτού είναι πρωτίστως η δεύτερη περίπτωση του άρθρου 2 της οδηγίας 94/19. Κατά τη διάταξη αυτή, εξαιρούνται από οποιαδήποτε επιστροφή από τα συστήματα εγγυήσεως των καταθέσεων όλοι οι τίτλοι οι οποίοι εμπίπτουν στον ορισμό των «ιδίων κεφαλαίων» του άρθρου 2 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται επίσης και το «καταβεβλημένο κεφάλαιο».
53.
Εκ πρώτης όψεως, η εξαίρεση αυτή φαίνεται πράγματι να εφαρμόζεται εν προκειμένω. Τούτο γιατί, όπως προεξετέθη, τα επίμαχα μερίδια χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών αποτελούν μέσο με το οποίο οι επενδυτές, όπως και κατά την αγορά μετοχών, αποκτούν συμμετοχή στα ίδια κεφάλαια των οικείων επιχειρήσεων ( 18 ).
54.
Από μια προσεκτικότερη εξέταση προκύπτει, ωστόσο, ότι η εξαίρεση της δεύτερης περιπτώσεως του άρθρου 2 της οδηγίας 94/19 αναφέρεται μόνο στα ίδια κεφάλαια πιστωτικών ιδρυμάτων. Πράγματι, ρητώς γίνεται εκεί λόγος περί «ιδίων κεφαλαίων» («τίτλων») που «εμπίπτουν στον ορισμό των “ιδίων κεφαλαίων”, του άρθρου 2 της οδηγίας 89/299/ΕΟΚ […] σχετικά με τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων». Όπως προεξετέθη ( 19 ), οι αναγνωρισμένοι βελγικοί χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί δεν είναι όμως τέτοια πιστωτικά ιδρύματα.
55.
Επομένως, το άρθρο 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 94/19 δεν αντιτίθεται καταρχήν στη διεύρυνση του εθνικού συστήματος εγγυήσεως των καταθέσεων ώστε να εφαρμόζεται και επί των μεριδίων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών που κατέχονται από φυσικά πρόσωπα.
56.
Επιπροσθέτως, το γεγονός ότι η οδηγία προβαίνει απλώς σε ένα ελάχιστο όριο εναρμονίσεως όσον αφορά το ζήτημα της εγγυήσεως των καταθέσεων ( 20 ) συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας ότι τα κράτη μέλη έχουν περιθώριο να συμπεριλαμβάνουν περαιτέρω περιπτώσεις στο πεδίο εφαρμογής των εθνικών τους συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων, οι οποίες δεν προβλέπονται στο δίκαιο της Ένωσης.
57.
Εντούτοις, τα κράτη μέλη δεν έχουν απόλυτη ευχέρεια να διευρύνουν κατά βούληση τα εθνικά τους συστήματα εγγυήσεως των καταθέσεων συμπεριλαμβάνοντας στο πεδίο εφαρμογής τους περιπτώσεις οι οποίες εκτείνονται εκτός του καθορισμένου από την οδηγία 94/19 αντικειμένου εφαρμογής των εγγυήσεων των καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα. Μολονότι δεν υποχρεούνται να τηρούν την ισχύουσα στο δίκαιο της Ένωσης αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, καθότι αυτή δεσμεύει τις εθνικές αρχές μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (βλ. άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων), ωστόσο δεν δύνανται να θίγουν την πρακτική αποτελεσματικότητα του συστήματος εγγυήσεως των καταθέσεων, όπως αυτό σκοπείται με την οδηγία 94/19 να υλοποιηθεί στο σύνολο της εσωτερικής αγοράς.
58.
Όπως ορθώς υπογραμμίζει η Επιτροπή στο πλαίσιο αυτό, η πρακτική αποτελεσματικότητα της εγγυήσεως των καταθέσεων θα μπορούσε να θιγεί κατά τέτοιο τρόπο σε περίπτωση που κράτος μέλος επιβαρύνει το εθνικό του σύστημα εγγυήσεων με ευρύτερης εκτάσεως κινδύνους οι οποίοι δεν έχουν άμεση συνάφεια με τον σκοπό του συστήματος αυτού. Πράγματι, όσο μεγαλύτερους κινδύνους καλείται το σύστημα να καλύψει, τόσο περισσότερο αμβλύνεται η εγγύηση των καταθέσεων και τόσο λιγότερο μπορεί το σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων —κατ’ ουσίαν με τα ίδια μέσα— να συμβάλει στην εκπλήρωση του σκοπού της οδηγίας 94/19, που συνίσταται στην προαγωγή της αρμονικής αναπτύξεως των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, την ενίσχυση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος και την προστασία των αποταμιευτών ( 21 ).
59.
Το αν η πρακτική αποτελεσματικότητα του βελγικού συστήματος εγγυήσεως των καταθέσεων θίγεται πράγματι ειδικώς από το επίμαχο κανονιστικό πλαίσιο εγγυήσεως απόκειται στα εθνικά δικαστήρια να το κρίνουν. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να συνεκτιμήσουν ότι η εγγύηση υπέρ του ομίλου ARCO θέτει μεγάλο αριθμό μικροεπενδυτών υπό την προστασία του συστήματος εγγυήσεως των καταθέσεων, ότι οι χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί κατά το παρελθόν ουδόλως συνέδραμαν στη χρηματοδότηση του συστήματος ( 22 ) και ότι εντάχθηκαν στο σύστημα μόλις ολίγες ημέρες προτού επέλθει η περίπτωση που κατέστησε αναγκαία την ενεργοποίηση της εγγυήσεως, ήτοι περίπου έναν μήνα πριν την απόφαση οικειοθελούς εκκαθαρίσεώς τους. Ως εκ τούτου, λαμβάνουν από το εθνικό σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων σαφώς υψηλότερο οικονομικό αντάλλαγμα σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις που ανήκαν από πολύ παλαιότερα στο σύστημα, καταβάλλοντας τις σχετικές εισφορές.
60.
Είναι, εξάλλου, αυτονόητο ότι απαιτείται η τήρηση και των λοιπών κανόνων του δικαίου της Ένωσης, όπως ιδίως των προϋποθέσεων που τίθενται με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων που περιλαμβάνονται στα άρθρα 107 ΣΛΕΕ και 108 ΣΛΕΕ ( 23 ).
γ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
61.
Εν κατακλείδι, η οδηγία 94/19 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη, αλλά ούτε και τους απαγορεύει, να εντάσσουν στο εθνικό τους σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων τα μερίδια αναγνωρισμένων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών που κατέχονται από φυσικά πρόσωπα, εφόσον με τον τρόπο αυτό δεν θίγεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της εγγυήσεως των καταθέσεων και δεν συντελείται παράβαση κάποιου άλλου κανόνα του δικαίου της Ένωσης.
2. Οι προϋποθέσεις που τίθενται από τους κανόνες της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων (προδικαστικά ερωτήματα από το δεύτερο έως το έκτο)
62.
Με τα προδικαστικά ερωτήματα από το δεύτερο έως το έκτο το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν σύστημα εγγυήσεως, όπως το εν προκειμένω επίμαχο, αντιβαίνει προς τις επιταγές των κανόνων του δικαίου της Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων. Κατ’ ουσίαν, το ζήτημα που τίθεται, κατά το Grondwettelijk Hof, είναι αν το εν λόγω σύστημα εγγυήσεως αποτελεί νέα κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η οποία έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και της οποίας η εφαρμογή απαγορευόταν πριν από την έγκριση της Επιτροπής: το ζήτημα αυτό τίθεται σε όλα τα ερωτήματα από το δεύτερο έως το έκτο.
63.
Αντιθέτως, η συμβατότητα του συστήματος εγγυήσεως με την εσωτερική αγορά, ιδίως υπό το πρίσμα του άρθρου 107, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, ΣΛΕΕ, επί της οποίας εξέθεσαν τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου αρκετοί μετέχοντες στη διαδικασία, δεν αποτελεί αντικείμενο του αιτήματος προδικαστικής αποφάσεως του Grondwettelijk Hof.
α) Επί του κύρους της αποφάσεως 2014/686 της Επιτροπής (δεύτερο ερώτημα)
64.
Με το δεύτερο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο θέτει, καταρχάς, υπό εξέταση την απόφαση 2014/686 ζητώντας από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους της. Συγκεκριμένα, καθόσον η ως άνω απόφαση δεν έχει ακυρωθεί από τον δικαστή της Ένωσης στο πλαίσιο εκδικάσεως προσφυγής ή δεν έχει κηρυχθεί ανίσχυρη στο πλαίσιο εκδικάσεως αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, το Grondwettelijk Hof εξακολουθεί να δεσμεύεται από την εκτιθέμενη σε αυτήν εκτίμηση της Επιτροπής ( 24 ), κατά την οποία η εγγύηση υπέρ του ομίλου ARCO αποτελεί νέα κρατική ενίσχυση η οποία χορηγήθηκε παρανόμως, με αποτέλεσμα να πρέπει να ανακτηθούν τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από αυτήν και να απαγορεύεται να πραγματοποιηθούν πληρωμές στο πλαίσιό της.
65.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, οι τρεις χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί του ομίλου ARCO αμφισβητούν, στην κύρια δίκη ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων (Grondwettelijk Hof και Raad van State), το κύρος της αποφάσεως 2014/686 κατ’ ουσίαν με τα ίδια επιχειρήματα όπως με εκείνα που προέβαλαν για τη θεμελίωση της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της εν λόγω αποφάσεως ( 25 ). Επομένως, το Δικαστήριο, με την εξέταση του κύρους της αποφάσεως αυτής στην οποία θα προβεί, όχι μόνο θα προκαθορίσει σε σημαντικό βαθμό τη διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστή, αλλά θα λάβει εν τέλει και απόφαση που θα έχει, μέχρι κάποιον βαθμό, προδικαστικό χαρακτήρα για την πρωτοβάθμια διαδικασία η οποία εκκρεμεί ενώπιον του δικαστή της Ένωσης ( 26 ).
66.
Οι αιτιάσεις που προέβαλε ο όμιλος ARCO κατά της αποφάσεως 2014/686, όπως συνοψίζονται στην προδικαστική απόφαση, αφορούν, αφενός, την έννοια των κρατικών ενισχύσεων κατ’ άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και, αφετέρου, το καθήκον αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή κατ’ άρθρο 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Αμφότερα τα ζητήματα αυτά τα εξετάζω εν συνεχεία διαδοχικώς.
i) Η έννοια των κρατικών ενισχύσεων
67.
Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, «[ε]νισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, στον βαθμό που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως».
68.
Για τον χαρακτηρισμό μέτρου ως «ενισχύσεως», κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, πρέπει να πληρούνται όλες οι προβλεπόμενες στην ανωτέρω διάταξη προϋποθέσεις ( 27 ).
69.
Ως εκ τούτου, πρέπει, πρώτον, να πρόκειται για κρατικό μέτρο ή για μέτρο με τη χρήση κρατικών πόρων. Δεύτερον, το μέτρο αυτό πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Τρίτον, πρέπει να παρέχει πλεονέκτημα σε εκείνον υπέρ του οποίου πραγματοποιείται. Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό ( 28 ).
70.
Κατά την εξέταση της πληρώσεως των ανωτέρω προϋποθέσεων, κατά πάγια νομολογία, κρίσιμος δεν είναι τόσο ο υποκειμενικός σκοπός τον οποίο επιδιώκουν οι εθνικές αρχές (το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως αναμφίβολα βασίζεται σε καλές προθέσεις οι οποίες συνίστανται στην προστασία ιδιωτών από την απώλεια των αποταμιεύσεών τους και ταυτοχρόνως στη συμβολή στη σταθεροποίηση του εθνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος) όσο τα αποτελέσματα που έχει το ληφθέν μέτρο ( 29 ).
71.
Στην υπό εξέταση υπόθεση τίθεται ζήτημα, αφενός, κατά πόσον το βελγικό σύστημα εγγυήσεως χορηγεί επιλεκτικό πλεονέκτημα στις εταιρίες του ομίλου ARCO (τρίτη προϋπόθεση της έννοιας των κρατικών ενισχύσεων), και, αφετέρου, κατά πόσον δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών καθώς και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά (δεύτερη και τέταρτη προϋπόθεση της έννοιας των κρατικών ενισχύσεων) ( 30 ).
– Οι συνεταιρισμοί του ομίλου ARCO ως δικαιούχοι του συστήματος εγγυήσεως
72.
Η Επιτροπή εκθέτει αρχικώς στις αιτιολογικές σκέψεις 80 έως 84 της αποφάσεως 2014/686 ότι ο όμιλος ARCO είναι «ο μοναδικός πραγματικός δικαιούχος του συστήματος εγγύησης».
73.
Ο όμιλος ARCO αντιτείνει ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι του συστήματος εγγυήσεως είναι, αφενός, οι ιδιώτες μεριδιούχοι των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών του ομίλου ARCO, καθότι τους παρέχεται ρητώς η εγγύηση ότι θα τους επιστραφεί το κεφάλαιό τους μέχρι του ποσού των 100000 ευρώ, και, αφετέρου, η τράπεζα Dexia, στη σωτηρία της οποίας σκοπούσε να συμβάλει το εν λόγω σύστημα εγγυήσεως.
74.
Η εν λόγω αιτίαση, ωστόσο, δεν ευσταθεί. Συγκεκριμένα, μόνον το γεγονός ότι άλλοι ενδιαφερόμενοι —οι ιδιώτες μεριδιούχοι των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών καθώς και η τράπεζα Dexia— μπορούσαν να αποκομίσουν πλεονεκτήματα από το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως ουδόλως αποκλείει ότι και ο ίδιος ο όμιλος ARCO μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι δικαιούχος, και μάλιστα βασικός δικαιούχος, του ως άνω συστήματος (ή, όπως το εξέθεσε η Επιτροπή, «ο μοναδικός πραγματικός δικαιούχος»).
75.
Ειδικότερα, ο όμιλος ARCO παραβλέπει στο πλαίσιο αυτό ότι ως κρατικές ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, λογίζονται τα μέτρα τα οποία, υπό οποιαδήποτε μορφή, είναι ικανά να ευνοήσουν άμεσα ή έμμεσα επιχειρήσεις ( 31 ). Από το βελγικό σύστημα εγγυήσεως προέκυψε άνευ αμφιβολίας τουλάχιστον έμμεσο πλεονέκτημα για τον όμιλο ARCO ως επιχείρηση που δραστηριοποιείται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Πράγματι, μόνο χάρη σε αυτό το σύστημα εγγυήσεως ο όμιλος ARCO προφυλάχθηκε από την επαπειλούμενη έξοδο των ιδιωτών επενδυτών από τους τρεις συνεταιρισμούς του ομίλου ( 32 ) και ταυτοχρόνως περιήλθε σε θέση να συνδράμει ως βασικός μέτοχος στην ανακεφαλαιοποίηση της τράπεζας Dexia που σχεδιαζόταν τότε. Εξάλλου, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι ίδιοι οι χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί του ομίλου ARCO —σε αντίθεση προς όλους τους άλλους χρηματοπιστωτικούς συνεταιρισμούς— αιτήθηκαν την υπαγωγή τους στο σύστημα εγγυήσεως. Τέτοια αίτηση δεν θα είχαν βεβαίως υποβάλει αν δεν προσδοκούσαν συγκεκριμένο οικονομικό πλεονέκτημα από το σύστημα αυτό.
76.
Ελάχιστα πειστικό είναι επίσης το αντεπιχείρημα του ομίλου ARCO ότι η εκροή ιδίων κεφαλαίων δεν θα επιδρούσε οπωσδήποτε μειονεκτικά για τους τρεις χρηματοπιστωτικούς συνεταιρισμούς του ομίλου ARCO. Συγκεκριμένα, κάθε φορά που μειώνονται τα ίδια κεφάλαια επιχειρήσεως, αυξάνεται ο δείκτης δανειακής επιβαρύνσεως και πλήττεται η φερεγγυότητά της, με αποτέλεσμα η επιχείρηση αυτή να μπορεί πλέον στο μέλλον να αποκτήσει πρόσβαση σε νέα κεφάλαια μόνο με λιγότερο ευνοϊκούς όρους. Ειδικώς σε μια τέτοια περίσταση, όπως αυτή που συνέτρεχε στην περίπτωση του ομίλου ARCO, ο οποίος την περίοδο εκείνη επωμίστηκε σημαντικό οικονομικό βάρος στο πλαίσιο της συνδρομής του στο εγχείρημα της διασώσεως της τράπεζας Dexia, η παράμετρος αυτή δεν πρέπει να παραγνωριστεί.
– Η επιλεκτικότητα του πλεονεκτήματος
77.
Το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ απαγορεύει τις ενισχύσεις που επιφέρουν ευνοϊκή μεταχείριση «ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής», ήτοι τις επιλεκτικές ενισχύσεις ( 33 ). Χαρακτηριστικό γνώρισμα της επιλεκτικότητας του πλεονεκτήματος αποτελεί, κατά τη νομολογία, η εύνοια ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής έναντι άλλων οι οποίοι τελούν, από πλευράς του επιδιωκόμενου με το εν λόγω καθεστώς σκοπού, σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση ( 34 ).
78.
Στις αιτιολογικές σκέψεις 100 έως 107 της αποφάσεως 2014/686 η Επιτροπή εκθέτει ότι το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως χορηγεί στον όμιλο ARCO πλεονέκτημα το οποίο είναι «σαφώς επιλεκτικό» ( 35 ).
79.
Ο όμιλος ARCO αμφισβητεί, αντιθέτως, ότι αποκόμισε τέτοιο επιλεκτικό πλεονέκτημα. Υποστηρίζει ότι οι χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί βρίσκονται σε πραγματική και νομική κατάσταση η οποία είναι συγκρίσιμη με αυτήν των επιχειρήσεων που προσφέρουν κλασικά αποταμιευτικά προϊόντα και ως εκ τούτου η διεύρυνση του βελγικού συστήματος εγγυήσεως ώστε να εφαρμόζεται και επί των μεριδιούχων τέτοιων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών συνάδει πλήρως με το υφιστάμενο σύστημα.
80.
Το επιχείρημα αυτό δεν είναι, ωστόσο, πειστικό. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω διεξοδικότερα σε συνάρτηση με την οδηγία 94/19, τα μερίδια χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών, όπως αυτών του ομίλου ARCO, είναι, από πλευράς των επιδιωκόμενων με την εγγύηση των καταθέσεων σκοπών, περισσότερο συγκρίσιμα με μετοχές παρά με τις κλασικές καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα ( 36 ). Περαιτέρω, οι εν λόγω χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί, κατά δική τους δήλωση, δεν έχουν την ιδιότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων ( 37 ).
81.
Βάσει των ανωτέρω, χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί, όπως αυτοί του ομίλου ARCO, δεν βρίσκονταν, από πλευράς των επιδιωκόμενων με την εγγύηση των καταθέσεων σκοπών, σε συγκρίσιμη κατάσταση με αυτήν των πιστωτικών ιδρυμάτων προκειμένου να μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική η ένταξή τους στο βελγικό σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων μέσω του επίμαχου κανονιστικού πλαισίου εγγυήσεως. Αντιθέτως, η κατάστασή τους ήταν περισσότερο συγκρίσιμη με αυτήν εκείνων των επιχειρήσεων οι οποίες διαθέτουν τα εταιρικά τους μερίδια προς πώληση υπό μορφή μετοχών, θέτοντας με τον τρόπο αυτό στη διάθεση του κοινού ένα είδος επενδύσεως κεφαλαίου η οποία κατά βάση δεν υπόκειται στην εγγύηση των καταθέσεων.
82.
Ουδεμία επιρροή ασκεί εν προκειμένω η απόφαση Paint Graphos κ.λπ. ( 38 ) στην οποία παραπέμπουν ο όμιλος ARCO και το Βέλγιο.
83.
Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο εξέτασε, υπό το πρίσμα των κανόνων της φορολογικής νομοθεσίας, το ζήτημα υπό ποιες προϋποθέσεις πλεονέκτημα που χορηγείται από κράτος μέλος έχει επιλεκτικό χαρακτήρα ούτως ώστε να μπορεί να αποτελεί κρατική ενίσχυση κατ’ άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Εν ολίγοις, κατά την απόφαση αυτή, επιλεκτικότητα συντρέχει όταν το μέτρο παρεκκλίνει του κοινού συστήματος, καθόσον αυτό διαφοροποιεί τους επιχειρηματίες οι οποίοι βρίσκονται, από απόψεως του σκοπού του φορολογικού συστήματος του κράτους μέλους, σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση ( 39 ).
84.
Βάσει του εν προκειμένω ισχύοντος «κοινού συστήματος», οι επενδύσεις κεφαλαίου δεν υπόκεινται κατά βάση στην εγγύηση των καταθέσεων. Μόνο καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εγγυήσεως των καταθέσεων, ενώ αντιθέτως οι επενδύσεις που έχουν τη μορφή συμμετοχών σε επιχειρήσεις και που η αξία τους συναρτάται με τις οικονομικές επιδόσεις της επιχειρήσεως καταρχήν δεν επωφελούνται τέτοιας εγγυήσεως.
85.
Όταν όμως το Βέλγιο υπάγει ορισμένες μορφές εταιρικών συμμετοχών —εν προκειμένω τα μερίδια ιδιωτών στο κεφάλαιο χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών— στην εγγύηση των καταθέσεων, τούτο σημαίνει ότι το επίμαχο μέτρο, όπως κατά γράμμα αναφέρεται στην απόφαση Paint Graphos κ.λπ., «διαφοροποιεί τους επιχειρηματίες».
86.
Η διαφοροποίηση γίνεται μεταξύ, αφενός, των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών και, αφετέρου, των υπολοίπων συνεταιρισμών ή εταιριών, ήτοι μεταξύ οικονομικών φορέων οι οποίοι —παρά τις όποιες ιδιαιτερότητές τους που προκύπτουν από τη διαφορετική νομική μορφή τους ( 40 ) — σε κάθε περίπτωση βρίσκονται, από πλευράς των επιδιωκόμενων με την εγγύηση των καταθέσεων σκοπών, σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση. Συγκεκριμένα, όλες οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να παρέχουν στους ιδιώτες επενδυτές πρόσβαση στο κεφάλαιό τους. Ωστόσο, μόνο συμμετοχές στο κεφάλαιο των πρώτων, ήτοι των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών, επωφελούνται της εγγυήσεως των καταθέσεων.
87.
Συνεπώς, επιλεκτική εύνοια των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών συντρέχει επίσης και με βάση το κριτήριο που το Δικαστήριο ανέπτυξε στην απόφαση Paint Graphos κ.λπ. και σε ορισμένες άλλες αποφάσεις ( 41 ).
88.
Απολύτως δικαιολογημένα επομένως η Επιτροπή δέχεται στην απόφαση 2014/686 ότι με το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως χορηγήθηκε στους χρηματοπιστωτικούς συνεταιρισμούς του ομίλου ARCO επιλεκτικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
– Η νόθευση του ανταγωνισμού και ο επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών
89.
Περαιτέρω, ο όμιλος ARCO επικρίνει την παραδοχή της Επιτροπής στις αιτιολογικές σκέψεις 108 και 109 της αποφάσεως 2014/686 ότι το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως «νοθεύει τον ανταγωνισμό» και ότι «έχει αναμφίβολα συνέπειες στις συναλλαγές του συνόλου της Ένωσης».
90.
Τα επιχειρήματα που προβάλλει ο όμιλος ARCO στο πλαίσιο αυτό, όπως συνοψίζονται στη διάταξη περί παραπομπής, βασίζονται, εντούτοις, ως επί το πλείστον στην υποτιθέμενη ομοιότητα μεταξύ των μεριδίων των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών και των κλασικών αποταμιευτικών καταθέσεων. Το γεγονός ότι τα επιχειρήματα αυτά δεν είναι βάσιμα το επισήμανα ήδη ανωτέρω κατά την εξέταση άλλου ζητήματος ( 42 ).
91.
Ανεξαρτήτως τούτου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, για τον χαρακτηρισμό ενός εθνικού μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως απαιτείται να εξεταστεί μόνον αν το μέτρο δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και όχι αν το μέτρο αυτό έχει πραγματικές επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και νοθεύει όντως τον ανταγωνισμό ( 43 ).
92.
Όσον αφορά καταρχάς την ενδεχόμενη νόθευση του ανταγωνισμού, η Επιτροπή εξέθεσε με πειστικό τρόπο ( 44 ) ότι το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως παρέσχε τη δυνατότητα στους χρηματοπιστωτικούς συνεταιρισμούς του ομίλου ARCO να προφυλαχθούν έναντι της εκροής κεφαλαίων ή τουλάχιστον μείωσε και καθυστέρησε τέτοια εκροή. Είναι πρόδηλο ότι εν προκειμένω υπήρξε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι άλλων δραστηριοποιούμενων στον χρηματοπιστωτικό τομέα επιχειρήσεων, πολλώ δε μάλλον σε μια εποχή που επικρατούσε μεγάλη νευρικότητα στις αγορές λόγω της παγκόσμιας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσεως και που ιδίως οι τράπεζες αντιμετώπιζαν μεγάλες δυσκολίες να προμηθευτούν νέα κεφάλαια, ενώ επίσης παντού ελλόχευε ο κίνδυνος να αποσύρουν κυρίως οι μικροεπενδυτές τα κεφάλαιά τους.
93.
Όσον αφορά δε τον επηρεασμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, θεωρείται ότι αυτός υφίσταται εφόσον το επίμαχο εθνικό μέτρο ενισχύει τη θέση μιας επιχειρήσεως έναντι άλλων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Η δικαιούχος επιχείρηση δεν απαιτείται να μετέχει η ίδια στο εμπόριο στο πλαίσιο της Ένωσης. Μόνο το γεγονός ότι οικονομικός τομέας όπως αυτός των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών έχει σε σημαντικό βαθμό απελευθερωθεί σε επίπεδο Ένωσης, με αποτέλεσμα την ενίσχυση του ανταγωνισμού, μπορεί να αρκεί για να γίνει δεκτό ότι οι κρατικές ενισχύσεις έχουν πραγματικές ή δυνητικές επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ( 45 ).
94.
Ελάχιστα πειστική είναι στο πλαίσιο αυτό η επισήμανση του ομίλου ARCO περί του δήθεν μικρού ποσού στο οποίο ανερχόταν η ατομική συμμετοχή του κάθε ιδιώτη μεριδιούχου των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών του ομίλου ARCO. Συγκεκριμένα, αφενός, οι επιπτώσεις του επίμαχου συστήματος εγγυήσεως στον ανταγωνισμό και στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών πρέπει να εξεταστούν σε συνάρτηση με το σύνολο των μεριδίων συνεταιρισμών που καταλαμβάνονται από το σύστημα αυτό και όχι σε συνάρτηση με το εγγυημένο κεφάλαιο ενός μεμονωμένου ιδιώτη επενδυτή. Αφετέρου, το σχετικά χαμηλό ύψος μιας ενισχύσεως ή το σχετικά μέτριο μέγεθος της επιχειρήσεως που λαμβάνει την ενίσχυση δεν αποκλείουν a priori την πιθανότητα νοθεύσεως του ανταγωνισμού ή επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών ( 46 ).
95.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό —τουλάχιστον βάσει των αιτιάσεων που εκτίθενται στην απόφαση περί παραπομπής— ότι δεν πάσχει το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως νοθεύει τον ανταγωνισμό και επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ( 47 ).
ii) Η υποχρέωση αιτιολογήσεως
96.
Τέλος, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, πάλι στο πλαίσιο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, να διευκρινιστεί αν η απόφαση 2014/686 πάσχει λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας.
97.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως των νομικών πράξεων της Ένωσης προκύπτει από το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και απορρέει επίσης από το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
98.
Εφόσον για τον χαρακτηρισμό μέτρου ως «κρατικής ενισχύσεως», κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όπως προαναφέρθηκε, απαιτείται να πληρούνται και οι τέσσερις προϋποθέσεις που τίθενται με τη διάταξη αυτή ( 48 ), η Επιτροπή πρέπει να αιτιολογεί κάθε απόφασή της με την οποία γίνεται δεκτό ότι συντρέχει περίπτωση κρατικής ενισχύσεως, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις στο σύνολό τους ( 49 ).
99.
Η απόφαση 2014/686 ικανοποιεί την απαίτηση αυτή. Στο προοίμιό της ( 50 ) εξηγείται λεπτομερώς για ποιον λόγο η Επιτροπή θεωρεί ότι στην υπό εξέταση υπόθεση συντρέχει περίπτωση κρατικής ενισχύσεως και στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται, αρκούντως διεξοδικώς, το αν πληρούται κάθε μια από τις τέσσερις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται με το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
100.
Εντούτοις, ο όμιλος ARCO προβάλλει την αιτίαση ότι η αιτιολογία της αποφάσεως 2014/686 δεν είναι αρκούντως λεπτομερής, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση αυτή «δεν αντιστοιχεί στην πάγια πρακτική εκδόσεως τέτοιων αποφάσεων».
101.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, ιδίως επειδή οι αιτιάσεις που διατυπώνονται στην απόφαση περί παραπομπής καθώς και στο δικόγραφο του ομίλου ARCO βασίζονται σε άκρως αόριστους και γενικόλογους ισχυρισμούς, χωρίς να περιλαμβάνουν καθόλου συγκεκριμένα στοιχεία όσον αφορά ειδικότερα τον λόγο για τον οποίο όσα αναφέρει η Επιτροπή είναι ακατανόητα και όσον αφορά τις συγκεκριμένες παραμέτρους της υποθέσεως ως προς τις οποίες θεωρεί ότι απουσιάζουν αναλυτικά στοιχεία.
102.
Εξάλλου, επισημαίνεται, αφενός, ότι, κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία μιας νομικής πράξεως της Ένωσης πρέπει να διαφαίνεται, κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο, η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε τη νομική πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους οι οποίοι δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και στο αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκεί τον έλεγχό του ( 51 ).
103.
Ωστόσο, η αιτιολογία αυτή δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα όχι μόνον του περιεχομένου της αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα ( 52 ).
104.
Στην υπό εξέταση υπόθεση, από όσα εκθέτει η Επιτροπή στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως 2014/686 προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ο λόγος για τον οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι πληρούται κάθε μια από τις προϋποθέσεις κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Επιπλέον, ειδικώς στον όμιλο ARCO ήταν αρκούντως γνωστό το πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η απόφαση 2014/686 καθότι, ως κύριος ενδιαφερόμενος, συμμετείχε στη διοικητική διαδικασία που προηγήθηκε ( 53 ).
105.
Τέλος, ελάχιστα πειστική είναι επίσης η κριτική που ασκεί ο όμιλος ARCO στη νομολογία η οποία παρατίθεται στην απόφαση 2014/686, στην υποσημείωση 65 αυτής ( 54 ). Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς αυτό που ο όμιλος ARCO φαίνεται να της προσάπτει, η Επιτροπή ουδόλως ισχυρίζεται ότι οι αποφάσεις τις οποίες παραθέτει αφορούν επακριβώς παρόμοια ζητήματα όπως το επίμαχο στην υπό εξέταση υπόθεση. Αντιθέτως, όπως προκύπτει με επαρκή σαφήνεια από την αιτιολογία της αποφάσεως ( 55 ), η Επιτροπή απλώς επιχειρεί να συναγάγει κατ’ αναλογία συμπεράσματα από τις εν λόγω αποφάσεις. Το αν τα συμπεράσματα που συνήγαγε η Επιτροπή από τη νομολογία είναι κατ’ ουσίαν βάσιμα αποτελεί ουσιαστικού δικαίου ζήτημα το οποίο ουδεμία σχέση έχει με την τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, καθότι τούτο συνιστά διαδικαστικής φύσεως προϋπόθεση ( 56 ).
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
106.
Συμπερασματικώς, από την εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων σε συνάρτηση με την έννοια των κρατικών ενισχύσεων κατ’ άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και σε συνάρτηση με την υποχρέωση αιτιολογήσεως κατ’ άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, δεν προέκυψε κάποιος λόγος αμφισβητήσεως του κύρους της αποφάσεως 2014/686.
107.
Σε περίπτωση που το Δικαστήριο ενστερνιστεί την άποψη αυτή, η απόφασή του επί του συγκεκριμένου σημείου δεν θα έχει μεν από τυπικής απόψεως δεσμευτική ισχύ για το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις εκκρεμείς υποθέσεις T‑664/14 και T‑711/14, θα αποτελούσε ωστόσο ασφαλώς de facto όχι αμελητέο νομολογιακό προηγούμενο για την έκβαση των διαδικασιών αυτών. Πάντως, δεν επηρεάζεται η δυνατότητα ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/686 από το Γενικό Δικαστήριο για άλλους λόγους, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εξετάσεως στην παρούσα διαδικασία προδικαστικής αποφάσεως.
β) Επί της υπάρξεως νέας κρατικής ενισχύσεως (τρίτο ερώτημα)
108.
Αντικείμενο του τρίτου ερωτήματος του αιτούντος δικαστηρίου αποτελεί, όπως και στην περίπτωση του δεύτερου ερωτήματος, εκ νέου η έννοια της νέας κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια των άρθρων 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται μόνο για την περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα.
109.
Σε περίπτωση που στο δεύτερο ερώτημα δοθεί απάντηση συμφώνως προς την πρότασή μου ( 57 ), το Grondwettelijk Hof θα πρέπει να κρίνει την απόφαση 2014/686 έγκυρη και ως εκ τούτου να θεωρήσει την εγγύηση υπέρ του ομίλου ARCO, συμφώνως προς τη διαπίστωση της Επιτροπής, ως νέα κρατική ενίσχυση. Κατά συνέπεια, παρέλκει η απάντηση στο τρίτο ερώτημα.
γ) Επί των υποχρεώσεων των κρατών μελών βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (ερωτήματα από το τέταρτο έως το έκτο)
110.
Με τα ερωτήματα από το τέταρτο έως το έκτο, τα οποία μπορούν να συνεξεταστούν, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διασαφηνιστεί αν σύστημα εγγυήσεως όπως το εν προκειμένω επίμαχο αντιβαίνει στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
i) Επί των υποχρεώσεων των εθνικών αρχών υπό το πρίσμα της χρονικής ακολουθίας των γεγονότων
111.
Ενώ το αιτούν δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως της κύριας δίκης, για καθένα από τα ερωτήματα αυτά, σε συνάρτηση με διαφορετικά χρονικά σημεία κατά τα οποία οι εθνικές αρχές κάθε φορά προέβησαν σε ορισμένη ενέργεια για την υλοποίηση του επίμαχου συστήματος εγγυήσεως, με αφετηρία την απλή ανακοίνωση και, εν συνεχεία, τη νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 36/24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας μέχρι και τη συγκεκριμένη εκπλήρωση μέσω βασιλικού διατάγματος, ωστόσο κρίσιμο για την απάντηση και στα τρία σχετικά ερωτήματα είναι εν τέλει μόνο το αν το εν λόγω σύστημα εγγυήσεως τέθηκε σε εφαρμογή από το βελγικό κράτος κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ή όχι.
112.
Όσον αφορά τις νέες κρατικές ενισχύσεις, το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ επιβάλλει στα κράτη μέλη διττή υποχρέωση. Αφενός, οφείλουν να ενημερώνουν την Επιτροπή εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της (υποχρέωση κοινοποιήσεως, βλ. άρθρο 108, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Αφετέρου, δεν δύνανται να εφαρμόσουν τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση (απαγόρευση εφαρμογής ή υποχρέωση «για διατήρηση της υφιστάμενης καταστάσεως (“standstill”)», βλ. άρθρο 108, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ). Αμφότερες οι υποχρεώσεις αποτελούν έκφραση του προληπτικού ελέγχου των νέων κρατικών ενισχύσεων από την Επιτροπή ο οποίος είναι σημαντικός για την εξασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ( 58 ).
113.
Στην υπό εξέταση υπόθεση είναι δεδομένο ότι το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή μόλις στις 7 Νοεμβρίου 2011, ήτοι την ημέρα που οι τρεις χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί του ομίλου ARCO εντάχθηκαν τυπικώς, μέσω βασιλικού διατάγματος, στο βελγικό σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων.
114.
Αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται το Βέλγιο, η τόσο καθυστερημένη γνωστοποίηση σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι πραγματοποιήθηκε εγκαίρως κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ.
115.
Μολονότι το βελγικό ταμείο εγγυήσεως των καταθέσεων δεν έχει μέχρι σήμερα πραγματοποιήσει ακόμα καταβολές σε ιδιώτες μεριδιούχους αναγνωρισμένων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών, ωστόσο, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, τα μέτρα χορηγήσεως κρατικών ενισχύσεων θεωρείται ότι έχουν «θεσπισθεί» ή «εφαρμοστεί» και, ως εκ τούτου, ότι έχουν υλοποιηθεί κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ όχι μόνον όταν πραγματοποιηθούν οι χρηματικές καταβολές από το κράτος ή με κρατικούς πόρους, αλλά ήδη όταν επέρχεται ή απειλείται να επέλθει η προκαλούμενη από τις κρατικές ενισχύσεις νόθευση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Πράγματι, η απαγόρευση εφαρμογής έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει ότι, προ της επελεύσεως των αποτελεσμάτων ενός συστήματος ενισχύσεων, η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της εύλογο χρόνο για να το εξετάσει και να αποφανθεί σχετικώς ( 59 ).
116.
Πότε ακριβώς επήλθε ή απειλήθηκε ότι θα επέλθει τέτοια νόθευση του ανταγωνισμού στην υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι δυνατό να κριθεί άνευ διεξοδικής εξετάσεως. Βάσει των πληροφοριών που περιήλθαν στο Δικαστήριο μέσω της αποφάσεως περί παραπομπής, προβάλλει ως μάλλον ορθότερη η ερμηνεία —η οποία πάντως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποκλειστεί— ότι ήδη με την πρώτη κυβερνητική ανακοίνωση της 10ης Οκτωβρίου 2008 το βελγικό κράτος ανακοίνωσε το σχεδιαζόμενο μέτρο κρατικής ενισχύσεως με αρκούντως συγκεκριμένο τρόπο και ήδη μόνο με την ενέργεια αυτή επηρέασε σημαντικά τις συνθήκες ανταγωνισμού ( 60 ). Ιδίως λόγω της νευρικότητας που επικρατούσε στις αγορές κατά την κορύφωση της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσεως που είχε ξεσπάσει το 2008, προβάλλει ως μάλλον ορθότερη η ερμηνεία ότι η κυβερνητική ανακοίνωση εκείνη —όπως εξάλλου διαπιστώθηκε από την Επιτροπή με την απόφαση 2014/686 ( 61 ) — σκοπό είχε να καθησυχάσει τους μεριδιούχους χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών, όπως αυτούς του ομίλου ARCO, και κατ’ αυτόν τον τρόπο ενίσχυσε την ανταγωνιστική θέση των επιχειρήσεων αυτών. Βάσει των ανωτέρω, η κυβερνητική εκείνη ανακοίνωση, από πλευράς των επιπτώσεών της στην αγορά, δεν διέφερε πολύ από εγγύηση, παρά τις όποιες διαφορές ως προς τη νομική μορφή ( 62 ).
117.
Εν τέλει, για τους σκοπούς της υπό εξέταση υποθέσεως δεν απαιτείται να διακριβωθεί αν το μέτρο χορηγήσεως κρατικής ενισχύσεως υλοποιήθηκε ήδη με την πρώτη γνωστοποίησή του μέσω της κυβερνητικής ανακοινώσεως της 10ης Οκτωβρίου 2008 ή το πρώτον με το βασιλικό διάταγμα της 7ης Νοεμβρίου 2011 ή, αντιθέτως, σε κάποια από τις αναφερόμενες από το αιτούν δικαστήριο ημέρες που παρεμβάλλονται μεταξύ των δύο αυτών ημερομηνιών. Πράγματι, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή στην απόφασή της 2014/686 ( 63 ), η ανακοίνωση του συστήματος εγγυήσεως και τα επιμέρους νομικά βήματα μέχρι την υλοποίησή του πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο ( 64 ). Το αργότερο με την έκδοση του βασιλικού διατάγματος της 7ης Νοεμβρίου 2011 οι δικαιούχοι του επίμαχου συστήματος εγγυήσεως απέκτησαν δικαίωμα εντάξεώς τους στο εθνικό σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων με αποτέλεσμα η κρατική αυτή ενίσχυση να μη βρίσκεται πλέον στο στάδιο του σχεδίου ( 65 ), αλλά να πρέπει να θεωρηθεί ότι είχε ήδη χορηγηθεί ( 66 ) και ως εκ τούτου είχε «θεσπιστεί» ή «εφαρμοστεί» κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
118.
Επομένως, η κοινοποίηση του συστήματος εγγυήσεως στην Επιτροπή μόλις την ημερομηνία αυτή, ήτοι στις 7 Νοεμβρίου 2011, ήταν οπωσδήποτε καθυστερημένη. Πράγματι, δεν πραγματοποιήθηκε εγκαίρως, ήτοι πριν από τη σχεδιαζόμενη θέσπιση του συστήματος εγγυήσεως, αλλά —το νωρίτερο— ταυτοχρόνως με αυτήν, με αποτέλεσμα την προσβολή της αρχής του προληπτικού εκ μέρους της Επιτροπής ελέγχου ( 67 ). Ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ορισμένα μέτρα είχαν χαρακτήρα ιδιαιτέρως επείγοντα για την αντιμετώπιση της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσεως του 2008, υπήρχε αναμφιβόλως επαρκής δυνατότητα, την περίοδο μεταξύ του 2008 και του 2011, να κοινοποιηθεί το σχέδιο κρατικής ενισχύσεως εγκαίρως στην Επιτροπή.
119.
Εν κατακλείδι, με την κοινοποίηση του επίμαχου συστήματος εγγυήσεως στις 7 Νοεμβρίου 2011, το Βέλγιο παραβίασε τόσο το καθήκον ενημερώσεως κατ’ άρθρο 108, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ όσο και την απαγόρευση εφαρμογής κατ’ άρθρο 108, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και ως εκ τούτου χορήγησε παράνομη κρατική ενίσχυση.
ii) Ειδικώς επί του κύρους της αποφάσεως 2014/686 υπό το πρίσμα του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (τέταρτο ερώτημα)
120.
Συμπληρωματικώς, πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και μια περαιτέρω παράμετρος στην οποία επίσης αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο με το τέταρτο ερώτημά του: ζητείται από το Δικαστήριο να διευκρινίσει κατά πόσον η Επιτροπή, με την απόφασή της 2014/686, πλανήθηκε όσον αφορά τον χρόνο εφαρμογής της κρατικής ενισχύσεως η οποία χορηγήθηκε μέσω του επίμαχου συστήματος εγγυήσεως.
121.
Το ερώτημα αυτό υποβάλλεται μόνο για την περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο, στο πλαίσιο εξετάσεως του ως άνω δεύτερου ερωτήματος, καταλήξει, ενστερνιζόμενο την πρότασή μου ( 68 ), στο συμπέρασμα ότι η απόφαση 2014/686 δεν αντιβαίνει ούτε στο άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αλλά ούτε και στο άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, θα πρέπει, κατά την εξέταση του τέταρτου ερωτήματος, να εξετάσει το κύρος της αποφάσεως 2014/686 υπό το πρίσμα τυχόν παραβάσεως του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
122.
Ο λόγος που υποβάλλεται το ερώτημα αυτό είναι προδήλως επειδή το Grondwettelijk Hof εκτιμά ότι η απόφαση 2014/686, με την οποία η Επιτροπή διαπίστωσε ρητώς παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ από το Βέλγιο ( 69 ), δεν είναι απολύτως σαφής όσον αφορά το πότε ακριβώς τέθηκε σε εφαρμογή, κατά την Επιτροπή, το μέτρο της κρατικής ενισχύσεως. Το Grondwettelijk Hof φαίνεται να αμφιβάλλει κατά πόσον η Επιτροπή θεωρεί ότι το μέτρο της κρατικής ενισχύσεως τέθηκε σε εφαρμογή πριν από ή μετά τη θέσπιση του άρθρου 36/24 του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας. Με το ζήτημα αυτό ακριβώς σχετίζονται αμφότερες οι ημερομηνίες που παραθέτει το Grondwettelijk Hof στο τέταρτο ερώτημά του: στις 3 Μαρτίου 2011 το άρθρο 36/24 προστέθηκε με βασιλικό διάταγμα στον νόμο περί της Εθνικής Τράπεζας και την 1η Απριλίου 2011 η νέα διάταξη τέθηκε σε ισχύ.
123.
Στην αιτιολογική σκέψη 110, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 2014/686 η Επιτροπή εκθέτει ότι τα συστατικά στοιχεία των κρατικών ενισχύσεων «υπήρχαν το αργότερο κατά την έκδοση του βασιλικού διατάγματος της 10ης Οκτωβρίου 2011». Περαιτέρω, προσθέτει το εξής: «αλλά το πλεονέκτημα που δημιούργησε το μέτρο υπήρχε ήδη κατά την έκδοση της ανακοίνωσης για τη θέσπιση του μέτρου στις 10 Οκτωβρίου 2008».
124.
Ευσταθεί ότι από μόνη την ως άνω διατύπωση δεν προκύπτει άνευ αμφιβολίας αν η Επιτροπή θεωρεί ότι το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως «θεσπίστηκε» ή «εφαρμόστηκε», κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, ήδη στις 10 Οκτωβρίου 2008 ή μόλις στις 10 Οκτωβρίου 2011. Το γράμμα της αποφάσεως 2014/686 δεν αποτελεί ακριβώς, ως προς το ζήτημα αυτό, υπόδειγμα σαφήνειας, μολονότι η αναφορά σε «πλεονέκτημα» που υφίσταται από την πρώτη ανακοίνωση αποτελεί μάλλον ένδειξη ότι η Επιτροπή θεωρεί κρίσιμη την πρώτη από τις ανωτέρω δύο ημερομηνίες, ήτοι την 10η Οκτωβρίου 2008.
125.
Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας προδικαστικής αποφάσεως δεν απαιτείται, ωστόσο, να διευκρινιστεί αν η Επιτροπή στην απόφασή της θεώρησε κρίσιμο το προγενέστερο ή το μεταγενέστερο χρονικό σημείο. Πράγματι, η διαπίστωση στην οποία προβαίνει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 143 της αποφάσεως 2014/686, ήτοι ότι το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως «εφαρμόστηκε παρανόμως από το Βέλγιο, κατά παράβαση του [άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ]», ισχύει ανεξάρτητα από το αν η κρατική ενίσχυση πρέπει να θεωρηθεί ότι «θεσπίστηκε» ή «εφαρμόστηκε», κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, νωρίτερα ή αργότερα στο πλαίσιο μιας χρονικής περιόδου. Καθοριστικής σημασίας είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτή είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή κατά την κοινοποίηση στην Επιτροπή στις 7 Νοεμβρίου 2011 και ως εκ τούτου η εν λόγω κοινοποίηση σε καμία περίπτωση δεν ήταν έγκαιρη, με αποτέλεσμα η κρατική εγγύηση, και μόνο για τον λόγο αυτό, να πρέπει να λογίζεται παράνομη.
126.
Κατόπιν των ανωτέρω, ούτε από την εξέταση του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος προέκυψε κάποια ένδειξη περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ από την Επιτροπή κατά τρόπο που να θίγεται το κύρος της αποφάσεως 2014/686.
iii) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
127.
Συμπερασματικώς, διαπιστώνεται, όσον αφορά τα προδικαστικά ερωτήματα από το δεύτερο έως το έκτο, ότι σύστημα εγγυήσεως, όπως το επίμαχο βελγικό, αποτελεί νέα κρατική ενίσχυση. Σε περίπτωση που τέτοιο μέτρο δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή εγκαίρως προτού επέλθει η οφειλόμενη σε αυτό νόθευση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ή προτού γεννηθεί τέτοιος κίνδυνος, πρέπει να θεωρηθεί ότι το μέτρο εφαρμόστηκε παρανόμως κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
VI – Πρόταση
128.
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Grondwettelijk Hof:
1)
Η οδηγία 94/19/ΕΚ έχει την έννοια ότι δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη, αλλά ούτε και τους απαγορεύει, να εντάσσουν στο εθνικό τους σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων τα μερίδια αναγνωρισμένων χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών, όπως αυτών της κύριας δίκης, τα οποία κατέχονται από φυσικά πρόσωπα, εφόσον με τον τρόπο αυτό δεν θίγεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της εγγυήσεως των καταθέσεων και δεν συντελείται παράβαση κάποιου άλλου κανόνα του δικαίου της Ένωσης.
2)
Από την εξέταση των υποβληθέντων ερωτημάτων δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να μπορεί να θεωρηθεί ότι θίγει το κύρος της αποφάσεως 2014/686/ΕΕ.
3)
Σύστημα εγγυήσεως, όπως αυτό το οποίο καθιστά δυνατό το άρθρο 36/24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, σημείο 3, του βελγικού νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας, αποτελεί νέα κρατική ενίσχυση. Σε περίπτωση που τέτοιο μέτρο δεν έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή εγκαίρως προτού επέλθει η οφειλόμενη σε αυτό νόθευση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά ή προτού γεννηθεί τέτοιος κίνδυνος, πρέπει να θεωρηθεί ότι το μέτρο εφαρμόστηκε παρανόμως κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Αποφάσεις Pringle (C‑370/12, EU:C:2012:756), και Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400).
( 3 ) Στο εξής αναφέρονται —αντιστοίχως προς την ορολογία που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην υπόθεση αυτή— επίσης ως «ιδιώτες» ή «φυσικά πρόσωπα που ήταν μέλη των συνεταιρισμών».
( 4 ) Ο όμιλος ARCO απαρτίζεται από διάφορους συνεταιρισμούς των οποίων η απαρχή ανατρέχει στο χριστιανικό εργατικό κίνημα της δεκαετίας του 1930 στο Βέλγιο, ήτοι των Algemeen Christelijk Werknemersverbond (ACW) και Mouvement Ouvrier Chrétien (MOC). Κατά δήλωση του ομίλου ΑRCO ενώπιον του Δικαστηρίου, στους χρηματοπιστωτικούς συνεταιρισμούς του ομίλου ARCO, του οποίου τα μερίδια κατέχονται κατά 99 % από ιδιώτες, συμμετέχει σήμερα κατά προσέγγιση το 7 % του πληθυσμού του Βελγίου. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο εκθέτει ότι οι ενδιαφερόμενοι ανέρχονται σε, κατά προσέγγιση, 800000 ιδιώτες. Από τα τέλη του 2011, οι τρεις χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί του ομίλου ARCO, ήτοι οι Arcopar, Arcofin και Arcoplus, τελούν υπό εκκαθάριση.
( 5 ) Απόφαση της Επιτροπής, της 3ης Ιουλίου 2014, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.33927 (12/C) (πρώην 11/NN) που εφάρμοσε το Βέλγιο — Σύστημα εγγύησης για την προστασία των μεριδίων φυσικών προσώπων που είναι μέλη χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2014) 1021] (ΕΕ 2014, L 284, σ. 53).
( 6 ) Υποθέσεις Βέλγιο κατά Επιτροπής (T‑664/14) και Arcofin κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑711/14).
( 7 ) Οδηγία 94/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 1994, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ 1994, L 135, σ. 5).
( 8 ) Η οδηγία 94/19 στο μεταξύ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με μια αναδιατυπωμένη έκδοση, η οποία ωστόσο θα τεθεί σε ισχύ στις 4 Ιουλίου 2019 (βλ. άρθρο 21 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, ΕΕ 2014, L 173, σ. 149). Συνεπώς, στην υπό εξέταση υπόθεση εξακολουθεί να εφαρμόζεται αποκλειστικώς η οδηγία 94/19.
( 9 ) Το άρθρο 36/24 του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας προστέθηκε με το άρθρο 195 του προαναφερθέντος βασιλικού διατάγματος. Το εν λόγω βασιλικό διάταγμα έχει ισχύ νόμου επειδή επικυρώθηκε αναδρομικώς, με ισχύ από την ημερομηνία της θέσεώς του σε ισχύ, με το άρθρο 298 του νόμου της 3ης Αυγούστου 2012 περί ορισμένων μορφών διαχειρίσεως συλλογικών χαρτοφυλακίων.
( 10 ) Μια προγενέστερη κανονιστική πράξη με κατ’ ουσίαν ίδιο περιεχόμενο με ορισμένες από τις παρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 36/24, παράγραφος 1, του νόμου περί της Εθνικής Τράπεζας περιλαμβανόταν, από το 2009, αρχικώς στο άρθρο 117 bis του νόμου της 2ας Αυγούστου 2002 για την εποπτεία του χρηματοπιστωτικού τομέα και των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και εν συνεχεία στο άρθρο 105 του ίδιου νόμου.
( 11 ) Επρόκειτο συγκεκριμένα για ένα δελτίο τύπου της 10ης Οκτωβρίου 2008 του Υπουργού Οικονομικών καθώς και για ένα δελτίο τύπου της 21ης Ιανουαρίου 2009 του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών.
( 12 ) Αιτιολογική σκέψη 1 της αποφάσεως 2014/686.
( 13 ) Απόφαση 15/2015, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Grondwettelijk Hof υπό (ως είχε στις 22 Μαρτίου 2016).
( 14 ) Απόφαση Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400, σκέψη 25)· βλ. επίσης αποφάσεις British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco (C‑491/01, EU:C:2002:741, σκέψεις 34 και 35), Afton Chemical (C‑343/09, EU:C:2010:419, σκέψεις 13 και 14), και Association Kokopelli (C‑59/11, EU:C:2012:447, σκέψεις 28 και 29)· επί του τεκμηρίου λυσιτέλειας, βλ. περαιτέρω ήδη απόφαση Beck και Bergdorf (C‑355/97, EU:C:1999:391, σκέψη 22).
( 15 ) Αποφάσεις Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής (C‑550/07 P, EU:C:2010:512, σκέψη 54), και Sky Italia (C‑234/12, EU:C:2013:496, σκέψη 15)· ομοίως, ήδη απόφαση Ruckdeschel κ.λπ. (117/76 και 16/77, EU:C:1977:160, σκέψη 7).
( 16 ) Αποφάσεις Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 23), S.P.C.M. κ.λπ. (C‑558/07, EU:C:2009:430, σκέψη 74), Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής (C‑550/07 P, EU:C:2010:512, σκέψη 55), Sky Italia (C‑234/12, EU:C:2013:496, σκέψη 15), καθώς και P και S (C‑579/13, EU:C:2015:369, σκέψη 41).
( 17 ) Βλ., σχετικώς, ιδίως τα σημεία 40 έως 42 και 45 των παρουσών προτάσεων.
( 18 ) Βλ., σχετικώς, σημεία 40 έως 42 των παρουσών προτάσεων.
( 19 ) Βλ. σημείο 45 των παρουσών προτάσεων.
( 20 ) Βλ. συναφώς τις αιτιολογικές σκέψεις 8, 16 και 17 της οδηγίας 94/19.
( 21 ) Αιτιολογική σκέψη 1 της οδηγίας 94/19.
( 22 ) Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, η συμμετοχή των χρηματοπιστωτικών συνεταιρισμών στο σύστημα εγγυήσεως των καταθέσεων ήταν προαιρετική, της δε εγγυήσεως επωφελήθηκαν μόνον οι κάτοχοι μεριδίων τα οποία αποκτήθηκαν πριν από το 2011, ήτοι πριν από την ένταξη στο σύστημα.
( 23 ) Βλ. σχετικώς όσα εκθέτω επί των προδικαστικών ερωτημάτων από το δεύτερο έως το έκτο στα σημεία 62 έως 127 των παρουσών προτάσεων.
( 24 ) Επί της δεσμεύσεως των εθνικών δικαστηρίων από τις αποφάσεις της Επιτροπής στο πεδίο των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, βλ. απόφαση Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:755, ιδίως σκέψη 41, τελευταία περίοδος) και διάταξη Flughafen Lübeck (C‑27/13, EU:C:2014:240, ιδίως σκέψη 24, τελευταία περίοδος)· ομοίως, απόφαση Masterfoods και HB (C‑344/98, EU:C:2000:689, σκέψεις 49 έως 52) υπό το πρίσμα των κανόνων της Ένωσης περί συμπράξεων (νυν άρθρα 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ).
( 25 ) Εκκρεμής υπόθεση Arcofin κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑711/14)· βλ. συμπληρωματικώς την εκκρεμή υπόθεση Βέλγιο κατά Επιτροπής (T‑664/14).
( 26 ) Αντιστοίχως, το έκτο τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου διέταξε τον Οκτώβριο του 2015 να ανασταλεί η διαδικασία στις υποθέσεις T‑664/14 και T‑711/14 μέχρις εκδόσεως αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση υπόθεση.
( 27 ) Αποφάσεις Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψη 74), Επιτροπή κατά Deutsche Post (C‑399/08 P, EU:C:2010:481, σκέψη 38), Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288, σκέψη 74), Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português (C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 45), και BVVG (C‑39/14, EU:C:2015:470, σκέψη 23).
( 28 ) Αποφάσεις Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψη 75), Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288, σκέψη 74), BVVG (C‑39/14, EU:C:2015:470, σκέψη 24), και EasyPay και Finance Engineering (C‑185/14, EU:C:2015:716, σκέψη 35).
( 29 ) Αποφάσεις Heiser (C‑172/03, EU:C:2005:130, σκέψη 46), France Télécom κατά Επιτροπής (C‑81/10 P, EU:C:2011:811, σκέψη 17), και BVVG (C‑39/14, EU:C:2015:470, σκέψη 52)· ομοίως, απόφαση Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (C‑399/10 P και C‑401/10 P, EU:C:2013:175, σκέψη 102).
( 30 ) Αντιθέτως, βάσει της αποφάσεως περί παραπομπής, στη διαφορά της κύριας δίκης δεν αμφισβητείται ότι το επίμαχο σύστημα εγγυήσεως μπορεί να καταλογιστεί στο κράτος και ότι χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό κρατικοί πόροι (πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ).
( 31 ) Αποφάσεις Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψη 84), Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288, σκέψη 83), και Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑559/12 P, EU:C:2014:217, σκέψη 94)· ομοίως ήδη απόφαση Costa κατά ENEL (6/64, EU:C:1964:66, σ. 1253, 1272).
( 32 ) Βλ. σχετικώς επίσης την αιτιολογική σκέψη 100 της αποφάσεως 2014/686 («[…] Εν προκειμένω, το μέτρο βοήθησε τις οντότητες του ομίλου ARCO να διατηρήσουν τα υφιστάμενα κεφάλαιά τους, πείθοντας τα μέλη των συνεταιρισμών να μην αποσυρθούν από αυτούς […], γεγονός που αποτέλεσε ιδιαίτερα σημαντικό πλεονέκτημα εν μέσω του κλίματος νευρικότητας που επικράτησε στην αγορά στο διάστημα αμέσως μετά την πτώχευση της Lehman Brothers […]»). Συμπληρώνω ότι το γεγονός πως, κατά τη βελγική νομοθεσία, ήταν δυνατός ο περιορισμός της δυνατότητας εξόδου μελών σε ποσοστό 10 % του κεφαλαίου του συνεταιρισμού ετησίως ουδόλως αναιρεί την παραδοχή ότι ο όμιλος ARCO αποκόμισε πλεονέκτημα από το σύστημα εγγυήσεως· τούτο εν πάσει περιπτώσει περιορίζει το εύρος του πλεονεκτήματος που αποκόμισε ο όμιλος ARCO.
( 33 ) Απόφαση Eventech (C‑518/13, EU:C:2015:9, σκέψη 54).
( 34 ) Αποφάσεις Heiser (C‑172/03, EU:C:2005:130, σκέψη 40), και Eventech (C‑518/13, EU:C:2015:9, σκέψη 55)· ομοίως, ήδη, απόφαση Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke (C‑143/99, EU:C:2001:598, σκέψη 41).
( 35 ) Βλ. ιδίως αιτιολογική σκέψη 101, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως 2014/686.
( 36 ) Βλ. ιδίως σημεία 40 έως 42 των παρουσών προτάσεων.
( 37 ) Βλ. σημείο 45 των παρουσών προτάσεων.
( 38 ) Απόφαση Paint Graphos κ.λπ. (C‑78/08 έως C‑80/08, EU:C:2011:550).
( 39 ) Απόφαση Paint Graphos κ.λπ. (C‑78/08 έως C‑80/08, EU:C:2011:550, ιδίως σκέψη 49· βλ., συμπληρωματικώς, σκέψη 65)· παρόμοια διατύπωση χρησιμοποιείται, εξάλλου, σε πλειάδα άλλων αποφάσεων του Δικαστηρίου: βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke (C‑143/99, EU:C:2001:598, σκέψεις 41 και 42), Πορτογαλία κατά Επιτροπής (C‑88/03, EU:C:2006:511, σκέψεις 54 και 56), Επιτροπή και Ισπανία κατά Government of Gibraltar και Ηνωμένου Βασιλείου (C‑106/09 P και C‑107/09 P, EU:C:2011:732, σκέψεις 73 και 75), και P (C‑6/12, EU:C:2013:525, σκέψη 22).
( 40 ) Τα «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συνεταιριστικών εταιριών» αναγνωρίζει επίσης πλήρως και το Δικαστήριο στην απόφαση Paint Graphos κ.λπ. (C‑78/08 έως C‑80/08, EU:C:2011:550, σκέψη 61). Η επισήμανση όμως αυτή, αντιθέτως προς την άποψη που υποστηρίζει ο όμιλος ARCO, δεν πρέπει να παρερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι συνεταιρισμοί βρίσκονται πάντα και ανεξαιρέτως σε διαφορετική κατάσταση από ό,τι οι εμπορικές εταιρίες. Αντιθέτως, κρίσιμο είναι κάθε φορά το αν οι οικονομικοί φορείς «βρίσκονται, από απόψεως του σκοπού του οικείου μέτρου, σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση» (βλ. σχετικώς εκ νέου την παρατιθέμενη νομολογία στην υποσημείωση 39).
( 41 ) Βλ. σχετικώς εκ νέου την παρατιθέμενη νομολογία στην υποσημείωση 39.
( 42 ) Βλ. ιδίως τα σημεία 40 έως 42, 45, 80 και 84 έως 88 των παρουσών προτάσεων.
( 43 ) Αποφάσεις Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ. (C‑222/04, EU:C:2006:8, σκέψη 140), Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288, σκέψη 76), Eventech (C‑518/13, EU:C:2015:9, σκέψη 65), και Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português (C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψεις 46 και 49).
( 44 ) Αιτιολογική σκέψη 108 της αποφάσεως 2014/686.
( 45 ) Αποφάσεις Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ. (C‑222/04, EU:C:2006:8, σκέψεις 141 έως 143), Libert κ.λπ. (C‑197/11 και C‑203/11, EU:C:2013:288, σκέψεις 77 και 78), και Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português (C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 51).
( 46 ) Υπό την έννοια αυτή —ειδικώς επί του επηρεασμού του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών—, αποφάσεις Βέλγιο κατά Επιτροπής (C‑142/87, EU:C:1990:125, σκέψη 43), Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (C‑280/00, EU:C:2003:415, σκέψη 81), και Eventech (C‑518/13, EU:C:2015:9, σκέψη 81).
( 47 ) Αιτιολογική σκέψη 110 της αποφάσεως 2014/686.
( 48 ) Επί των τεσσάρων αυτών προϋποθέσεων, βλ. σημεία 68 και 69 των παρουσών προτάσεων.
( 49 ) Απόφαση Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português (C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 45).
( 50 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 91 έως 110 της αποφάσεως 2014/686.
( 51 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 63), Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑66/02, EU:C:2005:768, σκέψη 26), Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português (C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 44), και Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (C‑286/13 P, EU:C:2015:184, σκέψεις 93 και 94).
( 52 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (C‑367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 63), Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑66/02, EU:C:2005:768, σκέψη 26), και Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (C‑286/13 P, EU:C:2015:184, σκέψεις 93 και 94).
( 53 ) Βλ., σχετικώς, αιτιολογικές σκέψεις 55 έως 57 της αποφάσεως 2014/686.
( 54 ) Πρόκειται για τις αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής (C‑156/98, EU:C:2000:467), Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (C‑382/99, EU:C:2002:363), και Associazione italiana del risparmio gestito και Fineco Asset Management κατά Επιτροπής (T‑445/05, EU:T:2009:50).
( 55 ) Βλ., σχετικώς, αιτιολογική σκέψη 100 της αποφάσεως 2014/686.
( 56 ) Αποφάσεις Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑66/02, EU:C:2005:768, σκέψεις 26 και 55), Régie Networks (C‑333/07, EU:C:2008:764, σκέψη 71), Επιτροπή κατά Ιταλίας και Wam (C‑494/06 P, EU:C:2009:272, σκέψη 33), Gascogne Sack Deutschland κατά Επιτροπής (C‑40/12 P, EU:C:2013:768, σκέψη 46), και Total κατά Επιτροπής (C‑597/13 P, EU:C:2015:613, σκέψη 18).
( 57 ) Βλ., σχετικώς, σημείο 106 των παρουσών προτάσεων.
( 58 ) Αποφάσεις Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑301/87, EU:C:1990:67, σκέψη 17), Centre d’exportation du livre français (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 36 και 37), Deutsche Lufthansa (C‑284/12, EU:C:2013:755, σκέψεις 25 και 26), και Klausner Holz Niedersachsen (C‑505/14, EU:C:2015:742, σκέψεις 18 και 19).
( 59 ) Αποφάσεις Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑301/87, EU:C:1990:67, σκέψη 17), Centre d’exportation du livre français (C‑199/06, EU:C:2008:79, σκέψη 36), και Banco Privado Português και Massa Insolvente do Banco Privado Português (C‑667/13, EU:C:2015:151, σκέψη 57).
( 60 ) Το πόσο σημαντικά είναι τα δελτία τύπου ή ακόμη και μόνον οι προφορικές ανακοινώσεις των αρχών και των δημόσιων φορέων όσον αφορά την επίδρασή τους στις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο ήδη και στο πλαίσιο εξετάσεως άλλων ζητημάτων: βλ., επί παραδείγματι, αποφάσεις Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (C‑399/10 P και C‑401/10 P, EU:C:2013:175, ιδίως σκέψεις 131 και 132), και Gauweiler κ.λπ. (C‑62/14, EU:C:2015:400).
( 61 ) Αιτιολογικές σκέψεις 100 και 108 της αποφάσεως 2014/686.
( 62 ) Επί του χαρακτηρισμού εγγυήσεως ως πλεονεκτήματος κατά την έννοια των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, βλ. αποφάσεις Residex Capital IV (C‑275/10, EU:C:2011:814, σκέψη 39), και Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑559/12 P, EU:C:2014:217, σκέψη 96).
( 63 ) Αιτιολογικές σκέψεις 85 έως 90 της αποφάσεως 2014/686.
( 64 ) Επί της δυνατότητας, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διάφορα διαδοχικά μέτρα του κράτους να θεωρηθούν ως ένα και ενιαίο μέτρο, βλ. απόφαση Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (C‑399/10 P και C‑401/10 P, EU:C:2013:175, σκέψεις 103 και 104).
( 65 ) Βλ., σχετικώς, αποφάσεις Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής (T‑188/95, EU:T:1998:217, σκέψη 118), και ThyssenKrupp Acciai Speciali Terni κατά Επιτροπής (T‑62/08, EU:T:2010:268, σκέψη 235).
( 66 ) Υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Magdeburger Mühlenwerke (C‑129/12, EU:C:2013:200, σκέψη 40), και Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑227/01 έως T‑229/01, T‑265/01, T‑266/01 και T‑270/01, EU:T:2009:315, σκέψη 172).
( 67 ) Ομοίως, απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (169/82, EU:C:1984:126, σκέψη 11), στην οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε τις υποχρεώσεις της από το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ) επειδή κοινοποίησε τα σχέδια των τότε επίμαχων νόμων μόνο μετά την έκδοσή τους. Βλ., περαιτέρω, απόφαση ThyssenKrupp Acciai Speciali Terni κατά Επιτροπής (T‑62/08, EU:T:2010:268, σκέψεις 235 και 236).
( 68 ) Βλ. σχετικώς όσα εκθέτω επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος, σημεία 64 έως 106 των παρουσών προτάσεων.
( 69 ) Αιτιολογική σκέψη 143 της αποφάσεως 2014/686.
Full & Egal Universal Law Academy