ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
ΕLEANOR SHARPSTON
της 28ης Ιανουαρίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑96/15
Saint Louis Sucre,
που υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της Saint Louis Sucre SNC,
κατά
Directeur général des douanes et droits indirects
[αίτηση του tribunal de grande instance de Nanterre (Γαλλία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Εισφορές στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης — Τρόπος υπολογισμού — Μεταφορές ποσοτήτων ζάχαρης που ήταν σε απόθεμα κατά το πέρας της περιόδου εμπορίας — Συνέπειες της οριστικής εγκαταλείψεως των εισφορών στην παραγωγή — Δικαίωμα επιστροφής — Αδικαιολόγητος πλουτισμός — Επιχειρηματική ελευθερία»
1.
Το Δικαστήριο έχει ήδη ερμηνεύσει —ιδίως με τις αποφάσεις του Jülich I ( 2 ) και Jülich II ( 3 ) — τους περίπλοκους κανόνες υπολογισμού των εισφορών στην παραγωγή που προορίζονται για τη χρηματοδότηση επιστροφών κατά την εξαγωγή στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2001/02 έως 2005/06. Κατά τη διάρκεια των εν λόγω περιόδων εμπορίας, οι παραγωγοί ( 4 ) είχαν δικαίωμα να μεταφέρουν ορισμένες ποσότητες που ήταν σε απόθεμα από το ένα έτος στο επόμενο. Από την περίοδο εμπορίας 2006/2007, η οποία ξεκίνησε την 1η Ιουλίου 2006, η κοινή οργάνωση της αγοράς τροποποιήθηκε, με αποτέλεσμα να καταργηθεί ο άμεσος σύνδεσμος μεταξύ της χρηματοδοτήσεως της επιστροφής κατά την εξαγωγή και των εισφορών στην παραγωγή. Στην παρούσα υπόθεση, το tribunal de grande instance de Nanterre (Γαλλία) ζητεί από το Δικαστήριο, με την αίτησή του προδικαστικής αποφάσεως, να διευκρινίσει τι ισχύει για τις εισφορές στην παραγωγή σε σχέση με ποσότητες που ήταν σε απόθεμα στις 30 Ιουνίου 2006, ζήτημα το οποίο ούτε είχε τεθεί ούτε εξετάστηκε στις υποθέσεις Jülich I και Jülich II.
Το νομικό πλαίσιο
Επισκόπηση
2.
Η κοινή οργάνωση της αγοράς ζάχαρης θεσπίστηκε το 1967 ( 5 ) και έκτοτε αναπροσαρμόστηκε, τροποποιήθηκε και αναθεωρήθηκε επανειλημμένως, πιο πρόσφατα πριν από το κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρονικό διάστημα με τον κανονισμό 1785/81 ( 6 ) και τον κανονισμό 2038/99 ( 7 ).
3.
Σε αυτό το κρίσιμο χρονικό διάστημα ρυθμιζόταν από τον κανονισμό 1260/2001 ( 8 ), ο οποίος εκδόθηκε, αφενός, για να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις και, αφετέρου για να τηρηθούν οι υποχρεώσεις από τις συμφωνίες στις οποίες κατέληξαν οι πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης. H συμφωνία για τη γεωργία προέβλεπε την υποχρέωση της Κοινότητας να μειώσει σταδιακά τη στήριξη κατά τις εξαγωγές, ιδίως για τη ζάχαρη, μέσω εγγυημένων ποσοστώσεων παραγωγής όσον αφορά τόσο τις καλυπτόμενες ποσότητες όσο και το ύψος των επιδοτήσεων κατά τη διάρκεια ενός μεταβατικού διαστήματος, ήτοι για τις περιόδους εμπορίας 2001/02 έως 2005/06 ( 9 ).
4.
Σε αδρές γραμμές, το σύστημα του κανονισμού αυτού βασίζεται σε τρεις κατηγορίες παραγωγής, οι οποίες είναι γνωστές ως ζάχαρη Α, Β και Γ. Για τη ζάχαρη Α ίσχυε ποσόστωση που αντιστοιχούσε, κατ’ αρχήν, στη ζήτηση εντός της εσωτερικής αγοράς. Για τη ζάχαρη Β ίσχυε περαιτέρω ποσόστωση. Η παραγωγή βάσει των ποσοστώσεων Α και Β μπορούσε είτε να πωληθεί εντός της εσωτερικής αγοράς (και μάλιστα σε τεχνητά υψηλές τιμές οι οποίες διατηρούνταν μέσω μηχανισμού παρεμβάσεως) είτε να εξαχθεί σε τρίτες χώρες με δικαίωμα επιστροφής κατά την εξαγωγή, προκειμένου να αντισταθμιστεί η διαφορά μεταξύ της τιμής εντός της εσωτερικής αγοράς και των σημαντικά χαμηλότερων τιμών στην παγκόσμια αγορά. Το σύστημα επιστροφών είχε οριστεί ως αυτοχρηματοδοτούμενο, υπό την έννοια ότι η χρηματοδότηση προερχόταν από μια βασική εισφορά επί της παραγωγής ζάχαρης Α και Β, η οποία ήταν της τάξεως του 2 % της τιμής παρεμβάσεως, και συμπληρωνόταν, εφόσον ήταν αναγκαίο, από πρόσθετη εισφορά (ανερχόμενη έως το 37,5 % της ίδιας τιμής) αποκλειστικά επί της παραγωγής της ζάχαρης Β. H παραγωγή πέραν των ως άνω ποσοστώσεων ήταν γνωστή ως ζάχαρη Γ. Αυτή δεν επιτρεπόταν μεν να πωληθεί εντός της Κοινότητας κατά την οικεία περίοδο εμπορίας, αλλά μπορούσε είτε να εξαχθεί χωρίς δικαίωμα οποιασδήποτε επιστροφής (ούτε όμως και επιβολή οποιασδήποτε εισφοράς) είτε να μεταφερθεί ως απόθεμα μέχρι την επόμενη περίοδο εμπορίας, οπότε και θα αφαιρούνταν από τις ποσοστώσεις που είχαν χορηγηθεί στον παραγωγό για τη ζάχαρη Α και Β.
5.
Λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού 1260/2001 τέθηκαν με τον κανονισμό 314/2002 ( 10 ).
6.
Το 2005, η Ένωση υποχρεώθηκε με απόφαση του ΠΟΕ ( 11 ) να περιορίσει τις εξαγωγές επιδοτούμενης λευκής ζάχαρης στα 1,37 εκατομμύρια τόνους, σε αντίθεση προς τον προγενέστερο μέσο όρο των 6,5 εκατομμυρίων τόνων. Ως εκ τούτου, απαιτούνταν ριζοσπαστικότερες μεταρρυθμίσεις. Τόσο ο κανονισμός 1260/2001 όσο και ο κανονισμός 314/2002 καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την 1η Ιουλίου 2006 με τον κανονισμό 318/2006 ( 12 ) και τον κανονισμό 952/2006 ( 13 ), αντιστοίχως. Επιπροσθέτως, με τον κανονισμό 320/2006 ( 14 ) προβλέφθηκε αναδιάρθρωση της βιομηχανίας ζάχαρης.
7.
Προς αντιμετώπιση των ζητημάτων που θα ανέκυπταν από τη μετάβαση στο νέο καθεστώς, ελήφθησαν μεταβατικά μέτρα με τον κανονισμό 493/2006 ( 15 ).
Κανονισμός 1260/2001
8.
Στο προοίμιο του κανονισμού 1260/2001 επισημαίνονταν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«(9)
Οι λόγοι που κατά το παρελθόν οδήγησαν την Κοινότητα να θεσπίσει καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής […] εξακολουθούν να ισχύουν. Εντούτοις, επήλθαν ορισμένες τροποποιήσεις του καθεστώτος για […] να δοθούν στην Κοινότητα τα αναγκαία μέσα για να εξασφαλίσει με δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο την πλήρη χρηματοδότηση από τους ίδιους τους παραγωγούς των εξόδων διάθεσης των πλεονασμάτων που απορρέουν από τη σχέση μεταξύ της κοινοτικής παραγωγής και κατανάλωσής της […].
[…]
(11)
Η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης βασίζεται, αφενός, στην αρχή της ακέραιης οικονομικής ευθύνης των παραγωγών για κάθε περίοδο εμπορίας για τις ζημίες που οφείλονται στη διάθεση των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής στο πλαίσιο των ποσοστώσεων σε σχέση με την εσωτερική κατανάλωση [...].
(12)
[...] Είναι επιθυμητή η διατήρηση του συστήματος αυτοχρηματοδότησης του τομέα και του καθεστώτος των ποσοστώσεων παραγωγής.
(13)
Έτσι, η αρχή της ακέραιης οικονομικής ευθύνης θα συνεχίσει διασφαλιζομένη από τις συνεισφορές των παραγωγών, που συνίστανται στην είσπραξη εισφοράς στη βασική παραγωγή που εφαρμόζεται για ολόκληρη την παραγωγή ζάχαρης Α και Β αλλά περιορίζεται στο 2 % της τιμής παρέμβασης της λευκής ζάχαρης, και μιας εισφοράς Β που εφαρμόζεται στην παραγωγή ζάχαρης Β εντός του ανωτάτου ορίου του 37,5 % της τιμής παρέμβασης. […]
[…]
(15)
Οι ποσοστώσεις παραγωγής που κατανέμονται σε κάθε επιχείρηση του τομέα της ζάχαρης είναι δυνατόν, στη διάρκεια της δεδομένης περιόδου εμπορίας, να οδηγήσουν, ως αποτέλεσμα της κατανάλωσης, της παραγωγής, των εισαγωγών, των αποθεμάτων, των μεταφορών, καθώς και της αναμενόμενης μέσης ζημίας που επιβαρύνει το καθεστώς αυτοχρηματοδότησης, σε όγκο εξαγωγής που υπερβαίνει τον όγκο που έχει καθοριστεί από τη [συμφωνία του ΠΟΕ για τη γεωργία]. Επομένως, πρέπει να προβλεφθεί η προσαρμογή, για κάθε περίοδο εμπορίας, των εγγυήσεων που απορρέουν από τις ποσοστώσεις για να καθίσταται δυνατή η τήρηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Κοινότητα.»
9.
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχεία εʹ, στʹ και ζʹ, του κανονισμού 1260/2001 όριζε ως «ζάχαρη A» και «ζάχαρη Β» οποιαδήποτε ποσότητα ζάχαρης παράγεται για συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας εντός της ποσοστώσεως Α και Β, αντιστοίχως, της οικείας επιχειρήσεως, ενώ ως «ζάχαρη Γ» οιαδήποτε ποσότητα παράγεται για συγκεκριμένη περίοδο εμπορίας και είτε υπερβαίνει το άθροισμα των ποσοστώσεων Α και Β της οικείας επιχειρήσεως είτε προέρχεται από επιχείρηση στην οποία δεν είχαν χορηγηθεί ποσοστώσεις.
10.
Το κεφάλαιο 2 του τίτλου I («Κεφάλαιο ποσοστώσεων») περιλάμβανε τα άρθρα 10 έως 21. Ειδικότερα, το άρθρο 10 προέβλεπε τα εξής:
«1. Το κεφάλαιο 2 εφαρμόζεται για τις περιόδους εμπορίας 2001/02 έως 2005/06.
2. Οι βασικές ποσότητες παραγωγής ζάχαρης Α και Β [...] είναι αυτές που καθορίζονται στο άρθρο 11, παράγραφος 2.
3. Για να τηρηθούν οι δεσμεύεις που ανέλαβε η Κοινότητα στο πλαίσιο της [συμφωνίας του ΠΟΕ για τη γεωργία], οι εγγυήσεις διάθεσης της ζάχαρης [...] που [παράγεται] στο πλαίσιο ποσοστώσεων δύνανται να μειωθούν για μία ή περισσότερες συγκεκριμένες περιόδους εμπορίας.
4. Για την εφαρμογή της παραγράφου 3, καθορίζεται, πριν από την 1η Οκτωβρίου, για κάθε περίοδο εμπορίας, η εγγυημένη ποσότητα στο πλαίσιο των ποσοστώσεων βάσει των προβλέψεων παραγωγής, εισαγωγών, κατανάλωσης, αποθεματοποίησης, μεταφοράς και του εξαγώγιμου υπολοίπου καθώς και της μέσης προβλεπόμενης ζημίας που επιβαρύνει το καθεστώς αυτοχρηματοδότησης κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ. Όταν από τις προβλέψεις αυτές προκύπτει ένα εξαγώγιμο υπόλοιπο στο πλαίσιο της εν λόγω περιόδου εμπορίας ανώτερο από το ανώτατο όριο που προβλέπεται από τη συμφωνία, η εγγυημένη ποσότητα μειώνεται κατά τη διαφορά […]
[…]».
11.
Κατά το άρθρο 11, βασικές ποσότητες Α και Β καθορίστηκαν για κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να κατανεμηθούν μεταξύ παραγωγών ως ποσοστώσεις A και B. Το άρθρο 13 προέβλεπε ότι η ζάχαρη Γ δεν μπορούσε να διατεθεί στην εσωτερική αγορά, αλλά έπρεπε είτε να εξαχθεί χωρίς περαιτέρω επεξεργασία έως την 1η Ιανουαρίου που ακολουθούσε τη λήξη της σχετικής περιόδου εμπορίας είτε να μεταφερθεί σύμφωνα με το άρθρο 14.
12.
Το άρθρο 14, παράγραφος 1, όριζε τα κάτωθι:
«Κάθε επιχείρηση δύναται να αποφασίσει να μεταφέρει στην επόμενη περίοδο εμπορίας, για λογαριασμό της παραγωγής της περιόδου αυτής, το σύνολο ή μέρος της παραγωγής ζάχαρης που υπερβαίνει την ποσόστωση Α. Η απόφαση αυτή είναι αμετάκλητη.
Κάθε επιχείρηση μπορεί να αποφασίσει να μεταφέρει στην επόμενη περίοδο εμπορίας, για λογαριασμό της παραγωγής της περιόδου αυτής, το σύνολο ή μέρος της παραγωγής ζάχαρης Α και ζάχαρης Β, που έχει καταστεί παραγωγή ζάχαρης Γ έπειτα από την εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφοι 3 έως 6. Η απόφαση αυτή είναι επίσης αμετάκλητη […]» ( 16 ).
13.
Όσον αφορά τον υπολογισμό των εισφορών στην παραγωγή προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα για τη διάθεση από την Κοινότητα των παραγομένων πλεονασμάτων, το άρθρο 15, παράγραφοι 1 έως 4, προέβλεπε, ειδικότερα, τα ακόλουθα:
«1. Πριν από το τέλος κάθε περιόδου εμπορίας, διαπιστώνεται:
α)
η προβλεπόμενη ποσότητα ζάχαρης Α και Β [...] που παράγεται για λογαριασμό της τρέχουσας περιόδου εμπορίας,
β)
η προβλεπόμενη ποσότητα ζάχαρης [...] που διατίθεται για κατανάλωση στο εσωτερικό της Κοινότητας κατά τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου εμπορίας,
γ)
το πλεόνασμα που είναι δυνατόν να εξαχθεί αφού αφαιρεθεί η ποσότητα που αναφέρεται στο στοιχείο αʹ από την ποσότητα που αναφέρεται στο στοιχείο βʹ,
δ)
ο προβλεπόμενος μέσος όρος ζημιών ή ο προβλεπόμενος μέσος όρος εσόδων ανά τόνο ζάχαρης για τις εξαγωγές ως προς τις οποίες έχουν αναληφθεί υποχρεώσεις και οι οποίες πρόκειται να πραγματοποιηθούν στο πλαίσιο της τρέχουσας περιόδου εμπορίας.
Αυτός ο μέσος όρος ζημιών ή εσόδων ισούται με τη διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των επιστροφών και του συνολικού ποσού των εισφορών [ ( 17 )] που υπολογίζονται επί του συνολικού όγκου των εξαγωγών για τις οποίες έχουν αναληφθεί οι εν λόγω υποχρεώσεις,
ε)
η προβλεπόμενη συνολική ζημία ή τα προβλεπόμενα συνολικά έσοδα που υπολογίζονται με τον πολλαπλασιασμό του πλεονάσματος που αναφέρεται στο στοιχείο γʹ με τη μέση ζημία ή το μέσο όρο εσόδων που αναφέρονται στο στοιχείο δʹ.
2. Πριν από το τέλος της περιόδου εμπορίας 2005/06 […], διαπιστώνονται σωρευτικά για τις περιόδους εμπορίας 2001/02 έως 2005/06:
α)
το πλεόνασμα που δύναται να εξαχθεί και που ορίζεται βάσει των στοιχείων της πραγματικής παραγωγής ζάχαρης Α, Β [...], αφενός, και της οριστικής ποσότητας ζάχαρης [...], αφετέρου, που διατέθηκαν για κατανάλωση στο εσωτερικό της Κοινότητας,
β)
ο μέσος όρος ζημιών ή εσόδων ανά τόνο ζάχαρης που προκύπτει από το σύνολο των υποχρεώσεων πραγματοποίησης εξαγωγών που έχουν αναληφθεί, σύμφωνα με τον κανόνα υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο δʹ, δεύτερο εδάφιο,
γ)
οι συνολικές ζημίες ή τα συνολικά έσοδα με τον πολλαπλασιασμό του πλεονάσματος που αναφέρεται στο [στοιχείο αʹ] με το μέσο όρο ζημιών ή το μέσο όρο εσόδων που αναφέρονται στο [στοιχείο βʹ],
δ)
το συνολικό άθροισμα των εισφορών βασικής παραγωγής και των εισφορών Β που έχουν εισπραχθεί.
Η προβλεπόμενη συνολική ζημία ή τα προβλεπόμενα συνολικά έσοδα που αναφέρονται στην παράγραφο 2, στοιχείο εʹ, προσαρμόζονται βάσει της διαφοράς μεταξύ των διαπιστώσεων που αναφέρονται στα στοιχεία γʹ και δʹ.
3. Αν από τις διαπιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αποδειχθεί, μετά την προσαρμογή σύμφωνα με την παράγραφο 2 […], ενδεχόμενη συνολική ζημία, αυτή διαιρείται διά της προβλεπόμενης ποσότητας ζάχαρης Α και Β […] που παράγεται για λογαριασμό της τρέχουσας περιόδου εμπορίας. Το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους παραγωγούς ως συνεισφορά βασικής παραγωγής για την παραγωγή τους ζάχαρης Α και Β [...]
[…].
4. Όταν το ανώτατο όριο της εισφοράς στη βασική παραγωγή δεν επιτρέπει την εξ ολοκλήρου κάλυψη της συνολικής ζημίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, το υπόλοιπο διαιρείται διά της προβλεπόμενης ποσότητας ζάχαρης Β [...] που παράγεται για λογαριασμό της εν λόγω περιόδου εμπορίας. Το ποσό που προκύπτει εισπράττεται από τους παραγωγούς ως εισφορά Β για την παραγωγή τους ζάχαρης Β [...]
[…]».
14.
Το άρθρο 15, παράγραφος 8, προέβλεπε ότι θα θεσπίζονταν αναλυτικοί κανόνες για την επιβολή των προς είσπραξη εισφορών ( 18 ).
Κανονισμός 314/2002
15.
Βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 15, παράγραφος 8, του κανονισμού 1260/2001, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 314/2002, του οποίου το άρθρο 6, παράγραφος 4, προέβλεπε αρχικώς τα εξής:
«Η ποσότητα που πρέπει να διαπιστωθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001 καθορίζεται με βάση το άθροισμα των ακόλουθων ποσοτήτων:
α)
των ποσοτήτων ζάχαρης [...] που διατέθηκαν στην Κοινότητα για άμεση κατανάλωση και για κατανάλωση μετά από μεταποίηση από τις βιομηχανίες που χρησιμοποιούν τα προϊόντα αυτά·
β)
των ποσοτήτων μετουσιωμένης ζάχαρης·
γ)
των ποσοτήτων ζάχαρης [...] που εισήχθησαν από τρίτες χώρες υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων.
Αφαιρείται από το άθροισμα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο το άθροισμα των ποσοτήτων ζάχαρης [...] που εξήχθησαν προς τρίτες χώρες υπό τη μορφή μεταποιημένων προϊόντων και των ποσοτήτων βασικών προϊόντων εκφραζόμενων σε λευκή ζάχαρη για τις οποίες εκδόθηκαν τίτλοι επιστροφής στην παραγωγή, που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001» ( 19 ).
16.
Η ως άνω διάταξη αντικαταστάθηκε, από την 1η Ιουλίου 2003, με τον κανονισμό 1140/2003. Η τροποποιημένη διάταξη είχε ως εξής:
«Η ποσότητα που διατέθηκε για την κατανάλωση στο εσωτερικό της Κοινότητας που θα διαπιστωθεί σε εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και του άρθρου 15, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001 καθορίζεται με βάση το άθροισμα των ποσοτήτων [...]:
α)
που είναι αποθεματοποιημένες στην αρχή της περιόδου·
β)
που έχουν παραχθεί με τις ποσοστώσεις Α και Β·
γ)
που έχουν εισαχθεί σε φυσική κατάσταση·
δ)
που περιέχονται στα εισαχθέντα μεταποιημένα προϊόντα.
Από το άθροισμα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αφαιρούνται [οι ποσότητες ( 20 )] […]:
α)
που εξήχθησαν σε φυσική κατάσταση·
β)
που περιέχονται στα εξαχθέντα μεταποιημένα προϊόντα·
γ)
που είναι αποθεματοποιημένες στο τέλος της περιόδου εμπορίας·
δ)
που έχουν αποτελέσει αντικείμενο τίτλου επιστροφών στην παραγωγή αναφερόμενων στο άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001.
[…]»
17.
Η Επιτροπή διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση για την υπό κρίση υπόθεση, χωρίς τούτο να αμφισβητηθεί από τη Saint Louis Sucre, ότι η αλλαγή στη διατύπωση της διατάξεως δεν έγινε προκειμένου να τροποποιηθεί η μέθοδος υπολογισμού, αλλά για να καταστεί σαφέστερη και λεπτομερέστερη η περιγραφή της εν λόγω μεθόδου.
Κανονισμός 493/2006
18.
Η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 493/2006 βάσει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 44 του κανονισμού 318/2006, το οποίο επέτρεπε να ληφθούν μεταβατικά μέτρα προς διευκόλυνση της μεταβάσεως από την κατάσταση αγοράς κατά την περίοδο εμπορίας 2005/06 στην κατάσταση αγοράς κατά την περίοδο εμπορίας 2006/07, ιδίως μέσω της μειώσεως της ποσότητας που μπορούσε να παράγεται στο πλαίσιο ποσοστώσεως.
19.
Στην αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού 493/2006 σημειωνόταν ότι για τον υπολογισμό, τον καθορισμό και την είσπραξη των εισφορών στην παραγωγή για την περίοδο εμπορίας 2005/06, ορισμένες διατάξεις, ιδίως, του κανονισμού 314/2002, έπρεπε να συνεχίσουν να ισχύουν και μετά την 30ή Ιουνίου 2006. Στη συνέχεια της ίδιας αιτιολογικής σκέψης αναφέρονταν τα εξής: «Οι συνεισφορές υπολογίζονται βάσει στατιστικών στοιχείων που επικαιροποιούνται τακτικά. Δεδομένου ότι πρόκειται για τον τελευταίο καθορισμό συνεισφορών για ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την περίοδο εμπορίας 2001/02 ως την περίοδο εμπορίας 2005/06 χωρίς μεταγενέστερη δυνατότητα, όπως ίσχυε κατά τα προηγούμενα έτη, προσαρμογής των υπολογισμών με βάση τα επικαιροποιημένα στοιχεία, ενδείκνυται να μετατεθεί ο υπολογισμός και ο καθορισμός των συνεισφορών στις 15 Φεβρουαρίου 2007 έτσι ώστε να διασφαλιστεί η αξιοπιστία των υπολογισμών και η συνάφεια των χρησιμοποιούμενων στατιστικών στοιχείων.»
20.
Επομένως, σύμφωνα με τα όσα όριζε το άρθρο 6 του κανονισμού 493/2006, ο κανονισμός 314/2002, όπως τροποποιήθηκε, εξακολουθούσε να διέπει τον καθορισμό και την είσπραξη εισφορών στην παραγωγή για την περίοδο εμπορίας 2005/06, περιλαμβανομένων των διορθώσεων που αφορούσαν τις εισφορές των περιόδων εμπορίας 2001/02, 2002/03, 2003/04 και 2004/05, οι οποίες προβλέπονταν στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1260/2001. Κατά το άρθρο 12, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 493/2006, όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 2005/06, τα ποσά των εισφορών έπρεπε να καθοριστούν πριν από τις 15 Φεβρουαρίου 2007.
Το αναθεωρημένο σύστημα
21.
Κύριοι στόχοι της μεταρρυθμίσεως του 2006 ήταν να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα, μέσω της μειώσεως της μη κερδοφόρου παραγωγικής ικανότητας, να σταθεροποιηθούν οι αγορές ενώ θα διασφαλίζεται παράλληλα ότι θα υπάρχουν διαθέσιμα αποθέματα, καθώς και να αμβλυνθούν οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις για τη γεωργική κοινότητα στις θιγόμενες περιοχές. Τα κύρια σημεία της μεταρρυθμίσεως περιελάμβαναν: μειωμένες ποσοστώσεις παραγωγής· σταδιακές μειώσεις τιμών· (τελικά) αναστολή του μηχανισμού επιστροφών κατά την εξαγωγή· και μέτρα αναδιαρθρώσεως και διαφοροποιήσεως, χρηματοδοτούμενα μέσω προσωρινού ταμείου αναδιαρθρώσεως ( 21 ).
22.
Όσον αφορά τις ποσοστώσεις, το άρθρο 7 του κανονισμού 318/2006 προέβλεπε στο εξής ενιαία και αδιαφοροποίητη ποσόστωση, ίση με το σύνολο των ποσοστώσεων Α και Β που χορηγήθηκαν σε κάθε επιχείρηση για την περίοδο εμπορίας 2005/06. Ωστόσο, κατά το άρθρο 8, οι επιχειρήσεις μπορούσαν επίσης να ζητήσουν τη χορήγηση πρόσθετης ποσοστώσεως (μέχρις ενός συνολικού ορίου ανά κράτος μέλος) έναντι κατ’ αποκοπήν ποσού 730 ευρώ ανά τόνο.
23.
Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή δεν καταργήθηκαν. Τα άρθρα 32 και 33 του κανονισμού 318/2006 αφορούσαν το αντικείμενο και το ύψος όσων επιστροφών αυτού του είδους χορηγήθηκαν το 2006/07 και το 2007/08 ( 22 ). Ωστόσο, η χορήγησή τους ανεστάλη το επόμενο έτος ( 23 ), και δεν χορηγήθηκαν έκτοτε. Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 14 του κανονισμού 318/2006, οι επιχειρήσεις μπορούσαν να μεταφέρουν το σύνολο ή μέρος της παραγωγής τους η οποία υπερέβαινε την οικεία ποσόστωση ζάχαρης, προκειμένου να υπολογιστεί στην παραγωγή της επόμενης περιόδου εμπορίας, ακριβώς όπως και κατά το άρθρο 14 του κανονισμού 1260/2001 στην παρούσα υπόθεση.
24.
Εντούτοις, οι λεπτομερείς διατάξεις χρηματοδοτήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή (και η κοινή οργάνωση της συνολικής αγοράς) τροποποιήθηκαν. Στην αιτιολογική σκέψη 19 του κανονισμού 318/2006 επισημαινόταν ότι «[θ]α πρέπει να εισαχθεί τέλος παραγωγής που θα συμβάλλει στη χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης των αγορών στον τομέα της ζάχαρης». Επομένως, το νέο τέλος προοριζόταν για τη χρηματοδότηση των γενικών εξόδων, και όχι μόνο των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Συνεπώς, δεν υπολογιζόταν βάσει του ποσού των επιστροφών αυτών. Με το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού 318/2006 θεσπίστηκε το τέλος παραγωγής για πρώτη φορά από το έτος εμπορίας 2007/08 (δεν επιβλήθηκε το 2006/07), ενώ με το άρθρο 16, παράγραφος 2, ορίστηκε το κατ’ αποκοπήν ποσό σε 12 ευρώ ανά τόνο υποκείμενης σε ποσόστωση ζάχαρης. Ωστόσο, το προσωρινό ταμείο αναδιαρθρώσεως που ιδρύθηκε με τον κανονισμό 320/2006 έλαβε ανεξάρτητη χρηματοδότηση με σημαντικά υψηλότερο «προσωρινό ποσό αναδιάρθρωσης» βάσει του εν λόγω κανονισμού ( 24 ).
Κανονισμοί περί καθορισμού των ποσών των εισφορών για τα έτη εμπορίας 2002/03 έως 2005/06· αποφάσεις του Δικαστηρίου
25.
Με τον κανονισμό 164/2007 ( 25 ) καθορίστηκαν οι εισφορές στην παραγωγή για το έτος εμπορίας 2005/06. Η μέθοδος υπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε ήταν η ίδια όπως και κατά τα τέσσερα προηγούμενα έτη εμπορίας, και το αποτέλεσμά της ήταν εισφορά στη βασική παραγωγή ανερχόμενη σε 6,333 ευρώ ανά τόνο λευκής ζάχαρης για ζάχαρη Α και Β, χωρίς ωστόσο (αντιθέτως προς τα προηγούμενα έτη) να είναι απαραίτητη η επιβολή εισφοράς Β.
26.
Κατόπιν, στις 8 Μαΐου 2008, με την απόφασή του Jülich I, το Δικαστήριο κήρυξε τους κανονισμούς περί των εισφορών για τα έτη εμπορίας 2002/03 και 2003/04 ( 26 ) άκυρους, με την αιτιολογία ότι στους κανονισμούς αυτούς ελήφθησαν υπόψη, στον παρονομαστή του κλάσματος για τον υπολογισμό της «μέσης ζημίας ανά τόνο» στο πλαίσιο του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1260/2001, μόνον οι εξαγωγές εντός των ποσοστώσεων Α και Β για τις οποίες είχαν ήδη πράγματι καταβληθεί επιστροφές, και δεν συνυπολογίστηκαν όσες περιέχονταν στα εξαχθέντα μεταποιημένα προϊόντα, και για τις οποίες δεν είχαν καταβληθεί επιστροφές κατά την εξαγωγή ( 27 ).
27.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 1193/2009 ( 28 ), με τον οποίο αναθεωρήθηκαν όχι μόνον οι κανονισμοί που είχαν κηρυχθεί άκυροι, αλλά και ο κανονισμός 164/2007, βάσει τροποποιημένου υπολογισμού με τον οποίο μεταβλήθηκαν ελαφρώς ορισμένες εκ των εν λόγω εισφορών στην παραγωγή (η βασική εισφορά μειώθηκε από 6,333 ευρώ σε 6,133 ευρώ ανά τόνο λευκής ζάχαρης για ζάχαρη A και B κατά τον κανονισμό 164/2007).
28.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2010, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση «με την οποία αναγνωρίζεται επίσημα ότι έχουν καταστεί παρωχημένες ορισμένες πράξεις της νομοθεσίας της Ένωσης στον τομέα της γεωργίας» ( 29 ), περιλαμβανομένου του κανονισμού 164/2007, λόγω του ότι «οι εισφορές υπολογίστηκαν εκ νέου στον κανονισμό 1193/2009». Ορίστηκε ότι το αποτέλεσμα της ανακοινώσεως θα ήταν «να διαγραφούν από το ενεργό κεκτημένο» οι απαριθμούμενες πράξεις, και η Υπηρεσία Εκδόσεων κλήθηκε να αποσύρει τις εν λόγω πράξεις από το Ευρετήριο της ισχύουσας νομοθεσίας της Ένωσης, μολονότι τυπικώς δεν είχαν καταργηθεί.
29.
Ωστόσο, ο κανονισμός 1193/2009 κηρύχθηκε και αυτός με τη σειρά του άκυρος από το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2012 Jülich II, για τον λόγο ότι, στους νέους υπολογισμούς της, η Επιτροπή είχε περιλάβει στο «συνολικό ποσό των επιστροφών» για τους σκοπούς του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού 1260/2001 (ήτοι στον αριθμητή του κλάσματος για τον υπολογισμό του μέσου όρου ζημιών) το σύνολο των διαθέσιμων επιστροφών, και όχι μόνο αυτές που είχαν πράγματι καταβληθεί.
30.
Κατόπιν τούτου, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1360/2013 ( 30 ). Στο προοίμιο του κανονισμού αυτού έγινε παραπομπή στις αποφάσεις του Δικαστηρίου Jülich I και Jülich II και, ακολούθως, τονίστηκαν πιο συγκεκριμένα τα εξής:
«(11)
Ως εκ τούτου, οι εισφορές στον τομέα της ζάχαρης θα πρέπει να καθοριστούν στο κατάλληλο επίπεδο. Για τις εξαγωγές [...], ο “μέσος όρος ζημιών” κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001 θα πρέπει να υπολογιστεί με τη διαίρεση των καταβληθέντων ποσών των επιστροφών διά των εξαγόμενων ποσοτήτων, ανεξαρτήτως του αν έχει καταβληθεί επιστροφή ή όχι. Το “πλεόνασμα που είναι δυνατόν να εξαχθεί” κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001 θα πρέπει επίσης να υπολογιστεί με βάση το σύνολο των εξαγωγών, ανεξαρτήτως του αν έχει καταβληθεί επιστροφή ή όχι.
[…]
(21)
Για το έτος εμπορίας 2005/06, με την εφαρμογή της μεθόδου που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 11, προκύπτει αποτέλεσμα 1,2335 % για τη βασική εισφορά· χωρίς να είναι αναγκαία η εισφορά Β. Η εκ νέου υπολογιζόμενη συνολική ζημία καλύπτεται εξ ολοκλήρου από τα έσοδα που προκύπτουν από τη βασική εισφορά στην παραγωγή και δεν είναι αναγκαίος ο καθορισμός συντελεστή συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) 1260/2001, για το εν λόγω έτος εμπορίας.
[...]»
31.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1360/2013, οι εισφορές στην παραγωγή για τα έτη εμπορίας 2001/02 έως 2005/06 καθορίζονται στο σημείο 1 του παραρτήματος. Επομένως, για το έτος εμπορίας 2005/06 επιβλήθηκε βασική εισφορά 7,794 ευρώ ανά τόνο λευκής ζάχαρης· για όλα τα υπόλοιπα έτη εμπορίας, η εισφορά παρέμεινε σταθερή στα 12,638 ευρώ ανά τόνο. Η εισφορά B παρέμεινε σταθερή για το 2001/02, το 2004/05 και το 2005/06 (έτος κατά το οποίο ήταν μηδενική), ενώ το 2002/03 μειώθηκε από 126,139 ευρώ σε 103,447 ευρώ ανά τόνο και το 2003/04 από 170,929 ευρώ σε 109,061 ευρώ ανά τόνο.
Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
32.
H Saint Louis Sucre είναι εταιρία παραγωγής ζάχαρης με έδρα στη Γαλλία, η οποία ενέπιπτε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, στο σύστημα κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, και ως εκ τούτου όφειλε να καταβάλλει εισφορές στην παραγωγή δυνάμει του κανονισμού 1260/2001.
33.
Οι εν λόγω εισφορές εισπράττονται, κατά τον γαλλικό Γενικό Κώδικα Φορολογίας και τις ειδικότερες διατάξεις που διέπουν τους έμμεσους φόρους, από τη Direction des douanes et droits indirects (Διεύθυνση τελωνείων και εμμέσων φόρων, στο εξής: φορολογική αρχή).
34.
Η Saint Louis Sucre, θεωρώντας ότι, για την περίοδο εμπορίας 2005/06, δεν έπρεπε να της έχουν καταλογιστεί εισφορές για τη χρηματοδότηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή βάσει των ποσοτήτων σε απόθεμα οι οποίες δεν είχαν εξαχθεί κατά την ημερομηνία λήξεως της ισχύος του συστήματος κοινής οργανώσεως της αγοράς για τη ρύθμιση των εν λόγω εισφορών και επιστροφών, άσκησε διοικητική προσφυγή στις 28 Δεκεμβρίου 2008 με αίτημα την επιστροφή ποσού 158982544 ευρώ ( 31 ), η οποία απορρίφθηκε από τη φορολογική αρχή στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.
35.
Στις 19 Νοεμβρίου 2009, η Saint Louis Sucre άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ζητώντας του να υποβάλει αίτηση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία και το κύρος των κανονισμών που είχαν τότε εφαρμογή. Η δίκη διεκόπη κατόπιν αιτήματος των διαδίκων στις 6 Σεπτεμβρίου 2010, καθώς η υπόθεση Jülich I εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατόπιν των αποφάσεων Jülich I και Jülich II, καθώς και της εκδόσεως του κανονισμού 1360/2013, η Saint Louis Sucre ολοκλήρωσε την επιχειρηματολογία της ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στις 5 Μαρτίου 2014.
36.
Υποστήριξε ότι, μολονότι ο κανονισμός 1360/2013 καθιστά δυνατό τον υπολογισμό του ποσού της ζητούμενης επιστροφής, εντούτοις παραμένει το ζήτημα της επιστροφής των εισφορών σχετικά με τη ζάχαρη που είχε αποθηκευθεί αλλά δεν είχε εξαχθεί κατά τη λήξη της ισχύος του συστήματος κοινής οργανώσεως της αγοράς, δεδομένου ότι με τον κανονισμό 318/2006 καταργήθηκε ο μηχανισμός των εισφορών στην παραγωγή. Επικαλείται τους συνολικούς στόχους της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης, όπως καθορίστηκαν, μεταξύ άλλων, από τον κανονισμό 1260/2001, και ιδίως την υποχρέωση αυτοχρηματοδοτήσεως, η οποία δεν ισχύει πλέον, με αποτέλεσμα μέρος των καταβληθεισών εισφορών να μην έχουν χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση εξαγωγών, παρά για την αύξηση των εσόδων της Ένωσης. Το απόθεμα 5669000 τόνων υποκείμενης σε ποσόστωση ζάχαρης που συγκεντρώθηκε στις 30 Ιουνίου 2006 καταχωρήθηκε λογιστικώς ως εξαγώγιμο πλεόνασμα, χωρίς όμως τελικά να εξαχθεί, και ουδεμία επιστροφή καταβλήθηκε για τις ποσότητες αυτές.
37.
Η Saint Louis Sucre επισήμανε ότι το Δικαστήριο, καίτοι έκρινε με την απόφασή του Jülich I ότι «οι ποσότητες των προϊόντων που ενδεχομένως αποθηκεύονται στο τέλος της περιόδου πρέπει να λογιστικοποιούνται ως μη διατεθείσες ποσότητες προκειμένου να καθοριστεί το εξαγώγιμο πλεόνασμα ενώ, εξ ορισμού, δεν έχουν εφαρμοστεί υπέρ αυτών κατά το στάδιο αυτό μέτρα στήριξης της διάθεσής τους» ( 32 ), εντούτοις ουδέποτε αποφάνθηκε επί των συνεπειών της λήξεως της ισχύος του συστήματος αυτού, ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.
38.
Η Saint Louis Sucre ισχυρίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, παράγραφος 8, του κανονισμού 1260/2001 παρέχει εξουσιοδότηση για επιστροφή εισφορών στην παραγωγή, σε περίπτωση μη ανανεώσεως της ισχύος του μηχανισμού. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή όφειλε να εφαρμόσει τα μεταβατικά μέτρα του άρθρου 44 του κανονισμού 314/2002, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του άρθρου 15 του κανονισμού 1260/2001. Η Saint Louis Sucre επικαλείται την αρχή της απαγορεύσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, και προβάλλει το επιχείρημα ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, στο μέτρο που δήλωσε ότι δεν όφειλε να επιστρέψει τις εισφορές οι οποίες αντιστοιχούσαν στα μη εξαχθέντα αποθέματα ζάχαρης, ενώ ο πραγματικός όγκος των εξαγωγών ήταν γνωστός στο τέλος της περιόδου επανυπολογισμού των εισφορών κατά τη λήξη της ισχύος του συστήματος κοινής οργανώσεως της αγοράς. Η Saint Louis Sucre προσθέτει ότι οι οικονομικοί περιορισμοί που επιβλήθηκαν στη δραστηριότητά της λόγω της μη επιστροφής των πλεονασματικών εισφορών είναι δυσανάλογοι και μη ανεκτοί και θίγουν την επιχειρηματική της ελευθερία.
39.
Το tribunal de grande instance de Nanterre ζητεί επομένως την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
«(1)
Έχει το άρθρο 15, παράγραφοι 2 και 8, του [κανονισμού 1260/2001], εφαρμοζόμενο υπό το πρίσμα των αιτιολογικών του σκέψεων 9 και 11 και των αποφάσεων [Jülich I και Jülich II], καθώς και των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου της απαγορεύσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού, της αναλογικότητας και της επιχειρηματικής ελευθερίας, την έννοια ότι οι παραγωγοί ζάχαρης δικαιούνται επιστροφής των εισφορών στην παραγωγή που καταβλήθηκαν βάσει των υποκείμενων σε ποσόστωση ποσοτήτων ζάχαρης που ήταν ακόμη σε απόθεμα στις 30 Ιουνίου 2006, δοθέντος ότι μετά την ημερομηνία αυτή το καθεστώς των εισφορών στην παραγωγή δεν παρατάθηκε από τον [κανονισμό 318/2006];
(2α)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα, πρέπει το ύψος των επιστρεπτέων στους παραγωγούς εισφορών να στηριχθεί μόνο στην ποσότητα ζάχαρης που ήταν σε απόθεμα στις 30 Ιουνίου 2006;
(2β)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο προηγούμενο προδικαστικό ερώτημα [ ( 33 )], πρέπει η ποσότητα ζάχαρης που λαμβάνεται ως βάση για την επιστροφή των εισφορών να στηριχθεί στη μεταβολή των κοινοτικών αποθεμάτων ζάχαρης μεταξύ 1ης Ιουλίου 2001 και 30ής Ιουνίου 2006;
(3)
Μπορεί ο υπολογισμός της επιστρεπτέας εισφοράς να προκύψει βασίμως από τον πολλαπλασιασμό του αποθέματος ζάχαρης, όπως αυτό θα υπολογιστεί ανάλογα με την απάντηση στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, επί τον σταθμισμένο μέσο όρο των “μέσων απωλειών” που διαπιστώθηκαν κατά τη διάρκεια της ΚΟΑ 2001/06 ή πρέπει να υπολογιστεί διαφορετικά και με ποιον τρόπο;
(4)
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα προηγούμενα ερωτήματα, είναι ανίσχυρος ο κανονισμός 164/2007 [...];»
40.
Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η Saint Louis Sucre, η Βελγική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
41.
Στην απάντησή τους στις ερωτήσεις που το Δικαστήριο τους υπέβαλε γραπτώς, οι ως άνω μετέχοντες στη διαδικασία εξέφρασαν τις απόψεις τους σχετικά με το κύρος του κανονισμού 164/2007, καθώς και με το ζήτημα εάν το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει ότι, με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, του ζητήθηκε να αποφανθεί προδικαστικώς επί του κύρους του κανονισμού 1360/2013· επίσης, η Επιτροπή υπέβαλε στο Δικαστήριο τα αριθμητικά στοιχεία που χρησιμοποίησε για τον υπολογισμό των ποσών των εισφορών οι οποίες καθορίστηκαν με τον τελευταίο κανονισμό.
42.
H Saint Louis Sucre, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 11ης Νοεμβρίου 2015.
Εκτίμηση
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως
43.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, πρωτίστως, ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι προδήλως απαράδεκτη στο σύνολό της.
44.
Κατ’ αρχάς, το αιτούν δικαστήριο δεν έχει αιτιολογήσει την εκ μέρους του υποβολή αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, παρά διαπίστωσε απλώς ότι ενώπιόν του εκκρεμεί διαφορά σχετικά με την ερμηνεία πράξεως της Ένωσης. Δεν επιχείρησε να επιλύσει τη διαφορά αυτή, παρά μόνον υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως επί των ερωτημάτων που πρότεινε η Saint Louis Sucre.
45.
Δεύτερον, στη διάταξη περί παραπομπής δεν εκτίθενται επαρκώς —ούτε λαμβάνονται υπόψη επαρκώς— τα πραγματικά περιστατικά στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Με τις αποφάσεις Jülich I και Jülich II το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη θεραπεία των ελαττωμάτων που διαπιστώθηκαν στους κανονισμούς οι οποίοι κηρύχθηκαν άκυροι. Οι εισφορές επιστράφηκαν, εν τέλει, στους παραγωγούς ζάχαρης δυνάμει του κανονισμού 1360/2013 τον Απρίλιο του 2015, αλλά η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 2015, χωρίς να εξεταστεί εάν τα προδικαστικά ερωτήματα θα εξακολουθούσαν να έχουν σημασία κατόπιν τυχόν επιστροφής.
46.
Δεν συμμερίζομαι τα επιχειρήματα που προέβαλε η Γαλλική Κυβέρνηση.
47.
Κατά πάγια νομολογία, τα υποβληθέντα από εθνικό δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα απολαύουν τεκμηρίου λυσιτέλειας. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να αποφανθεί επί προδικαστικού ερωτήματος, μόνον όταν είναι πρόδηλο ότι η ζητούμενη ερμηνεία ουδεμία σχέση έχει με το υποστατό ή με το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει λυσιτελή απάντηση στα ερωτήματα τα οποία του έχουν υποβληθεί ( 34 ).
48.
Σημειωτέον, πάντως, ότι προκειμένου να δοθεί χρήσιμη για το εθνικό δικαστήριο ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης, είναι απαραίτητο το δικαστήριο αυτό να ορίσει το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλει ή, τουλάχιστον, να εξηγήσει τις πραγματικές περιστάσεις στις οποίες αυτά στηρίζονται. Η απόφαση περί παραπομπής πρέπει, επιπλέον, να εκθέτει τους συγκεκριμένους λόγους που οδήγησαν τον εθνικό δικαστή να διερωτηθεί ως προς την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και να κρίνει ότι ήταν αναγκαία η υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο ( 35 ).
49.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η διάταξη περί παραπομπής είναι, ομολογουμένως, συνοπτική και δεν παρέχει στο Δικαστήριο πλήρη εικόνα σε σχέση με νομικά επιχειρήματα που προβλήθηκαν στην κύρια δίκη. Παρά ταύτα, κατά την άποψή μου, το πραγματικό και το νομικό πλαίσιο της διαφοράς αυτής εκτίθεται με αρκετές λεπτομέρειες και το αντικείμενο των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων είναι σαφές. Το εθνικό δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει επί του κύρους του οριστικού υπολογισμού των εισφορών κατά τον χρόνο της λήξεως της ισχύος του συστήματος εισφορών στην παραγωγή, ήτοι στις 30 Ιουνίου 2006, και ιδίως επί της νομιμότητας του συνυπολογισμού των ποσοτήτων που ήταν σε απόθεμα κατά την ημερομηνία αυτή. Επιπλέον, ούτε η Επιτροπή ούτε οποιαδήποτε εκ των κυβερνήσεων που υπέβαλαν παρατηρήσεις αντιμετώπισαν δυσχέρειες κατά τη διατύπωση των παρατηρήσεών τους με σημείο αφετηρίας τη διάταξη περί παραπομπής ( 36 ).
50.
Επομένως, φρονώ ότι η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι, αυτή καθ’ εαυτήν, παραδεκτή.
Επί του παραδεκτού και του αντικειμένου του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
51.
Η Γαλλική Κυβέρνηση προέβαλε επίσης ένσταση απαραδέκτου ειδικά ως προς το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα (σχετικά με το κύρος του κανονισμού 164/2007), υποστηρίζοντας ότι το αιτούν δικαστήριο δεν εξηγεί γιατί ο κανονισμός αυτός μπορεί να έχει σημασία για τη διαφορά της κύριας δίκης, από τη στιγμή που έχει αντικατασταθεί αρχικώς από τον κανονισμό 1193/2009 και κατόπιν από τον κανονισμό 1360/2013.
52.
Στις αρχικές γραπτές της παρατηρήσεις, η Saint Louis Sucre ισχυρίστηκε ότι ο κανονισμός 164/2007 είναι άκυρος· η Βελγική Κυβέρνηση αντέτεινε ότι ήταν έγκυρος· και η Επιτροπή υποστήριξε ότι δεν συνέτρεχε λόγος να δοθεί απάντηση στο τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, δεδομένου ότι ο κανονισμός 164/2007 κηρύχθηκε άκυρος από το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Jülich II.
53.
Κατόπιν, σε ερώτηση που τους τέθηκε γραπτώς από το Δικαστήριο, η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή απάντησαν ότι το Δικαστήριο πρέπει να ερμηνεύσει το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα υπό την έννοια ότι αφορά το κύρος του κανονισμού 1360/2013. Η Γαλλική Κυβέρνηση εξέφρασε την ίδια άποψη, υπό την επιφύλαξη των γενικότερων ενστάσεών της επί του παραδεκτού· συμφώνησε δε και η Saint Louis Sucre, με την επιφύλαξη ότι τυχόν διαπίστωση περί ακυρότητας δεν θα πρέπει να επηρεάσει τις επιστροφές που οι παραγωγοί ήδη δικαιούνταν δυνάμει του εν λόγω κανονισμού.
54.
Επομένως, φρονώ ότι είναι απαραίτητη η εξέταση του κύρους του κανονισμού 164/2007 κατά τον κρίσιμο για την κύρια δίκη χρόνο.
55.
Όταν η Saint Louis Sucre κατέθεσε το εισαγωγικό δικόγραφο στις 19 Νοεμβρίου 2009, ο κανονισμός 164/2007 ήταν σε ισχύ αλλά είχε «διορθωθεί» με τον κανονισμό 1193/2009, ο οποίος εκδόθηκε προς συμμόρφωση με την απόφαση Jülich I και είχε εφαρμογή, στον βαθμό που αφορούσε τον κανονισμό 164/2007, από τις 23 Φεβρουαρίου 2007. Ωστόσο, καθώς ο κανονισμός 1193/2009 τέθηκε σε ισχύ μόλις στις 9 Δεκεμβρίου 2009 ( 37 ), μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εισφορές στην παραγωγή τις οποίες είχε ήδη καταβάλει η Saint Louis Sucre κατά τον χρόνο που κίνησε την κύρια δίκη είχαν υπολογιστεί βάσει του κανονισμού 164/2007 όπως ίσχυε αρχικώς. Αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, με την απόφαση Jülich I δεν κηρύχθηκε άκυρος ο κανονισμός 164/2007 (ο κανονισμός αυτός δεν είχε καν εκδοθεί όταν υποβλήθηκαν οι οικείες αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως στο Δικαστήριο), εντούτοις, στο σκεπτικό της αποφάσεως εκείνης αναγνωριζόταν ότι η Επιτροπή όφειλε να τον τροποποιήσει κατόπιν ορθού υπολογισμού.
56.
Η απαιτούμενη διόρθωση πραγματοποιήθηκε με τον κανονισμό 1193/2009 βάσει νέου υπολογισμού που κατόπιν κρίθηκε, με τη σειρά του, εσφαλμένος από το Δικαστήριο στην απόφαση Jülich II, με την οποία, ως εκ τούτου, ακυρώθηκε ο τελευταίος αυτός κανονισμός.
57.
Συνεπώς, ο κανονισμός 164/2007, όπως είχε αρχικώς, ίσχυε, κατά τα φαινόμενα, καθ’ όλο το κρίσιμο για την υπόθεση της κύριας δίκης χρονικό διάστημα, πλην όμως κατόπιν των αποφάσεων του Δικαστηρίου Jülich I και Jülich II, θα έπρεπε να θεωρηθεί άκυρος εν πάση περιπτώσει, είτε στην αρχική του μορφή είτε στη διορθωμένη με τον κανονισμό 1193/2009, επειδή στηριζόταν σε υπολογισμό που είχε κριθεί άκυρος. Φρονώ, πάντως, ότι η ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2010 ( 38 ), η οποία δεν αποτελεί καν νομική πράξη της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ, ουδεμία σημασία μπορεί να έχει επ’ αυτού.
58.
Εάν δεν μπορεί να εφαρμοστεί ο κανονισμός 164/2007, σε ποια βάση μπορεί να εισπράχθηκαν νομίμως από τη Saint Louis Sucre οι οριστικές εισφορές στην παραγωγή για τα έτη εμπορίας 2001/02 έως 2005/06;
59.
Το μόνο πιθανό έρεισμα είναι ο κανονισμός 1360/2013, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 20 Δεκεμβρίου 2013 (πριν από την υποβολή της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως) και εφαρμοζόταν από τις ίδιες ημερομηνίες όπως και οι αρχικοί κανονισμοί. Μολονότι ο κανονισμός 164/2007 δεν καταργήθηκε ούτε με το συγκεκριμένο αυτό μέτρο ούτε και με οποιοδήποτε άλλο, δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την επιβολή εισφορών στην παραγωγή, καθώς, είτε στην αρχική είτε στη διορθωμένη με τον κανονισμό 1193/2009 μορφή του, βασιζόταν σε υπολογισμό που είχε κριθεί άκυρος από το Δικαστήριο.
60.
Καταλήγω, επομένως, ότι οποιαδήποτε αμφισβήτηση του ποσού των επίμαχων εισφορών στην παραγωγή πρέπει να κριθεί βάσει των υπολογισμών στους οποίους στηρίζεται ο κανονισμός 1360/2013 και μόνο.
61.
Παρά ταύτα, δράττομαι της ευκαιρίας να εκφράσω τον προβληματισμό μου όσον αφορά τη νομοθετική προσέγγιση της Επιτροπής στα ζητήματα αυτά. Το εγχείρημα να εξαλειφθούν από το κεκτημένο της Ένωσης περιττές διατάξεις είναι μεν αξιέπαινο, συνιστάται όμως προσοχή. Όταν έχουν πράγματι εξαντληθεί όλα τα πιθανά αποτελέσματα ενός μέτρου, η πιο πρόσφορη ενέργεια είναι η κατάργησή του. Η παράταση της ισχύος του, σε μια μετέωρη όμως κατάσταση, μέσω της «επίσημης αναγνώρισης του παρωχημένου» ( 39 ) προκαλεί αμφιβολία και σύγχυση. Πολλώ μάλλον τούτο ισχύει στην περίπτωση μέτρων όπως ο κανονισμός 164/2007, όπου όχι μόνο δεν είχε εξαντληθεί το σύνολο των αποτελεσμάτων του στις 11 Δεκεμβρίου 2010, όταν δηλαδή δημοσιεύτηκε η ανακοίνωση της Επιτροπής, αλλά αυτός παρέμενε σε ισχύ όπως είχε διορθωθεί με τον κανονισμό 1193/2009. Φρονώ ότι η Επιτροπή πρέπει να αναθεωρήσει τη σχετική πρακτική της, πράγμα που θα εξυπηρετούσε όχι μόνον το Δικαστήριο, αλλά πρωτίστως τα συμφέροντα όλων των υποκειμένων δικαίου στην έννομη τάξη της Ένωσης.
Εκτίμηση της ουσίας του πρώτου και του τέταρτου προδικαστικού ερωτήματος
62.
Κατ’ ουσίαν, με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί εάν ο κανονισμός 1260/2001 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, κατόπιν της λήξεως της ισχύος του συστήματος κοινής οργανώσεως της αγοράς όπως ρυθμιζόταν με τον εν λόγω κανονισμό, και την αντικατάσταση του «δίκαιο[υ] και αποτελεσματικ[ού]» συστήματος αυτοχρηματοδοτήσεως (κατά το οποίο οι βασικές εισφορές και οι εισφορές B προορίζονταν για τη χρηματοδότηση επιστροφών κατά την εξαγωγή) από σύστημα κατ’ αποκοπήν εισφορών στην παραγωγή (που δεν συνδέονται πλέον ειδικά με επιστροφές κατά την εξαγωγή), οι παραγωγοί έχουν αξίωση να τους επιστραφούν οι εισφορές στην παραγωγή τις οποίες κατέβαλαν βάσει των ποσοτήτων που ήταν απόθεμα κατά τη λήξη της ισχύος του ως άνω συστήματος.
63.
Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα συνδέεται στενά με το πρώτο, καθώς θέτει άμεσα ζήτημα κύρους του κανονισμού 1360/2013, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 164/2007 και προβλέπει τον καθορισμό των επίμαχων εισφορών στην παραγωγή βάσει συνυπολογισμού, μεταξύ άλλων, και των ποσοτήτων που ήταν σε απόθεμα κατά τη λήξη της ισχύος του συστήματος κοινής οργανώσεως της αγοράς όπως ρυθμιζόταν με τον κανονισμό 1260/2001.
64.
Θα εξετάσω τα δύο αυτά προδικαστικά ερωτήματα από κοινού. Η Saint Louis Sucre προτείνει να δοθεί σε αυτά η απάντηση ότι ο κανονισμός 1360/2013 είναι άκυρος, καθόσον ελήφθησαν υπόψη κατά τους υπολογισμούς τα τελικά αποθέματα· και ότι, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί δικαιούνται επιστροφής. Η Βελγική και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, υποστηρίζουν την αντίθετη άποψη.
65.
Για την εξέταση των ζητημάτων αυτών, είναι ενδεχομένως χρήσιμη η υπενθύμιση της δομής και του τρόπου λειτουργίας του συστήματος αυτοχρηματοδοτήσεως του κανονισμού 1260/2001, καθώς και της σχέσεώς του τόσο με το προηγούμενο όσο και με το επόμενο σύστημα.
66.
Όσον αφορά την όλη δομή του συστήματος, από το προοίμιο του κανονισμού 1260/2001 καθίσταται σαφές ότι σκοπός των εισφορών στην παραγωγή ήταν συγκεκριμένα η κάλυψη του κόστους των επιστροφών κατά την εξαγωγή, και ότι η πρόθεση ήταν να υπολογίζονται οι εισφορές κατά τέτοιον τρόπο ώστε να επιτυγχάνεται αυτός ακριβώς ο σκοπός. Εντούτοις, καθίσταται επίσης σαφές, ιδίως, από το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1260/2001, καθώς και από το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 314/2002, ότι ο υπολογισμός δεν συνίστατο απλώς στο άθροισμα των συνολικών εξόδων και στην κατανομή τους στις ποσότητες που παρήχθησαν εντός των ποσοστώσεων A και B ( 40 ).
67.
Ειδικότερα, οι βασικές εισφορές και οι εισφορές B υπολογίζονταν βάσει του άρθρου 15, παράγραφοι 3 και 4, του κανονισμού 1260/2001, διαιρώντας τη συνολική ζημία ανά περίοδο διά της παραγωγής ζάχαρης A και B κατά την οικεία περίοδο. Το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 2, προέβλεπε ότι η προαναφερθείσα συνολική ζημία ισούται με το γινόμενο του εξαγώγιμου πλεονάσματος επί της μέσης ζημίας ανά τόνο. Η παρούσα υπόθεση αφορά μόνο τον υπολογισμό του εξαγώγιμου πλεονάσματος· η Saint Louis Sucre δεν αμφισβητεί τον υπολογισμό της μέσης ζημίας ανά τόνο ούτε τα αριθμητικά δεδομένα σχετικά με την παραγωγή.
68.
Το εξαγώγιμο πλεόνασμα κάθε περιόδου περιελάμβανε, κατ’ ουσίαν, όπως όριζε το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1260/2001, τις παραχθείσες εντός των ποσοστώσεων Α και Β ποσότητες πλην των ποσοτήτων που είχαν διατεθεί για κατανάλωση στο εσωτερικό της Ένωσης ( 41 ).
69.
Οι τελευταίες προέκυπταν, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 314/2002, από την πρόσθεση (i) των αποθεματοποιημένων στην αρχή της οικείας περιόδου ποσοτήτων (αρχικά αποθέματα), (ii) των παραχθεισών ποσοτήτων και (iii) των εισαχθεισών κατά την περίοδο αυτή ποσοτήτων, και την αφαίρεση από το άθροισμα αυτό (i) των εξαχθεισών κατά την περίοδο αυτή ποσοτήτων, (ii) των αποθεματοποιημένων στο τέλος της περιόδου ποσοτήτων (τελικά αποθέματα) και (iii) των χρησιμοποιηθεισών στη χημική βιομηχανία ποσοτήτων ως προς τις οποίες υπάρχει αξίωση επιστροφών κατά την εξαγωγή.
70.
Επομένως, εάν τα τελικά αποθέματα δεν λαμβάνονταν υπόψη κατά τον υπολογισμό, οι ποσότητες που θα είχαν διατεθεί για κατανάλωση στο εσωτερικό της Ένωσης θα αυξάνονταν (καθώς, διαφορετικά, τα τελικά αποθέματα θα είχαν αφαιρεθεί από τις ποσότητες αυτές) και η ποσότητα του εξαγώγιμου πλεονάσματος θα μειωνόταν (δεδομένου ότι το εξαγώγιμο πλεόνασμα προκύπτει από την αφαίρεση των ποσοτήτων που διατίθενται για κατανάλωση από τις παραχθείσες ποσότητες). Το αποτέλεσμα θα ήταν η μείωση της συνολικής ζημίας (η οποία ισούται με το γινόμενο της μέσης ζημίας επί του εξαγώγιμου πλεονάσματος), και, συνακόλουθα, του ποσού των εισφορών στην παραγωγή (το οποίο ισούται με τον λόγο της συνολικής ζημίας προς την παραγωγή ζάχαρης A και B).
71.
Όσον αφορά τη σχέση με το προηγούμενο σύστημα, η αρχή της πλήρους αυτοχρηματοδοτήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή από τους παραγωγούς ίσχυε από τότε που μεταρρυθμίστηκε η κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, το 1981. Η διατύπωση του άρθρου 28 του κανονισμού 1785/81 σχεδόν ταυτιζόταν με εκείνη του άρθρου 15 του κανονισμού 1260/2001 ( 42 ). Στον βαθμό αυτό, στην υπό κρίση υπόθεση εξακολουθούν να ισχύουν όσα ίσχυαν και υπό το προηγούμενο καθεστώς. Αμετάβλητος παρέμενε και ο τύπος για τον υπολογισμό της «ποσότητα[ς] που διατέθηκε για την κατανάλωση» στην εσωτερική αγορά, καίτοι αποσαφηνίστηκε και εξειδικεύτηκε περαιτέρω όταν το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 314/2002 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1140/2003 ( 43 ).
72.
Όσον αφορά τη σχέση με το επόμενο σύστημα, η ανάγκη χρηματοδοτήσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή συνέχισε να υφίσταται τουλάχιστον μέχρι το τέλος του έτους εμπορίας 2007/08, αλλά η προηγούμενη μέθοδος υπολογισμού των εισφορών στην παραγωγή, η οποία είχε ειδικώς προβλεφθεί για την κάλυψη επιστροφών κατά την εξαγωγή, αντικαταστάθηκε από μια απλή, κατ’ αποκοπήν εισφορά στην παραγωγή προοριζόμενη να συνεισφέρει στη χρηματοδότηση του συνολικού συστήματος (περιλαμβανομένων τυχόν χορηγούμενων επιστροφών κατά την εξαγωγή) ( 44 ). Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι με το άρθρο 6 του κανονισμού 493/2006 επιβεβαιώθηκε ρητώς, για τους λόγους που εκτίθενται στην αιτιολογική σκέψη 8 του ίδιου κανονισμού, ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1260/2001 θα είχε εφαρμογή ως προς τον καθορισμό και την είσπραξη των εισφορών στην παραγωγή για το σύνολο της περιόδου 2001/02 έως 2005/06, αφού θα οριστικοποιούνταν προηγουμένως τα σχετικά στατιστικά στοιχεία.
73.
Όσον αφορά τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν εν προκειμένω, επισημαίνω κατ’ αρχάς ότι η Saint Louis Sucre δεν αμφισβητεί ότι οι τελικοί υπολογισμοί έγιναν σε απόλυτη συμφωνία προς το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1260/2001 και του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 314/2002 —όπου οριζόταν ρητώς ότι στον τύπο για το εξαγώγιμο πλεόνασμα συνυπολογίζονταν οι ποσότητες σε απόθεμα κατά το τέλος της περιόδου— και συνάδουν με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Jülich I και Jülich II.
74.
Η Saint Louis Sucre υποστηρίζει αντιθέτως ότι, από τη στιγμή που το σύστημα επιστροφών κατά την εξαγωγή το οποίο χρηματοδοτείτο μέσω εισφορών στην παραγωγή προοριζομένων να καλύψουν συγκεκριμένα το κόστος των επιστροφών αυτών άλλαξε, και στο νέο σύστημα εξέλιπε ο εν λόγω σύνδεσμος μεταξύ εισφορών και επιστροφών, δεν μπορούσε δικαιολογημένα να θεωρηθεί ότι οι ποσότητες σε απόθεμα κατά τον χρόνο της μεταβάσεως αποτελούσαν μέρος του «εξαγώγιμου πλεονάσματος» βάσει του οποίου θα μπορούσε να γεννηθεί υποχρέωση καταβολής εισφορών χρηματοδοτούμενων βάσει του παλαιού συστήματος. Οποιεσδήποτε επιστροφές θα έπρεπε τυχόν να καταβληθούν για τις ποσότητες αυτές θα χρηματοδοτούνταν με το νέο σύστημα. Επομένως, στον οριστικό υπολογισμό των εισφορών κατά το παλαιό σύστημα δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι ποσότητες αυτές. Για τον λόγο αυτό, ήταν αναγκαία η ερμηνεία τόσο του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1260/2001 όσο και του άρθρου 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 314/2002 υπό την έννοια ότι ως σημείο αναφοράς για τον τελικό υπολογισμό έπρεπε να χρησιμοποιηθεί το «εξαχθέν» και όχι το «εξαγώγιμο» πλεόνασμα. Η Επιτροπή θα έπρεπε είτε να έχει λάβει μεταβατικά μέτρα προκειμένου να καταστεί αυτό δυνατό είτε να έχει νωρίτερα ασκήσει την κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 1260/2001 ευχέρειά της να μειώσει τις ποσοστώσεις A και B, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι ποσότητες που θα ήταν σε απόθεμα κατά το τέλος του παλαιού συστήματος· ωστόσο, ακόμη και ελλείψει τέτοιων μέτρων, από τη συστηματική ερμηνεία της νομοθεσίας υπό το πρίσμα της όλης οικονομίας και του σκοπού της προκύπτει ότι τα τελικά αποθέματα θα έπρεπε να αποκλειστούν από τον υπολογισμό.
75.
Η ουσία των επιχειρημάτων αυτών είναι ότι το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 314/2002 θα έπρεπε να ερμηνευθεί, αντιθέτως προς το σαφές γράμμα του, υπό την έννοια ότι, κατά το τέλος της περιόδου 2001/02 έως 2005/06, οι ποσότητες «που [ήταν] αποθεματοποιημένες στο τέλος της περιόδου εμπορίας» έπρεπε να εξαιρεθούν από τις ποσότητες οι οποίες θα αφαιρούνταν κατά το δεύτερο εδάφιο της διατάξεως αυτής, κατά τρόπο ώστε να ορθωθεί ένα οριστικό και αδιαπέραστο τείχος ανάμεσα στη χρηματοδότηση βάσει του παλαιού συστήματος και στη χρηματοδότηση βάσει του νέου.
76.
Προκειμένου να είναι ορθή μια τέτοια, αντίθετη προς το γράμμα, ερμηνεία της συγκεκριμένης διατάξεως, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η γραμματική ερμηνεία αντιβαίνει είτε στον κανονισμό 1260/2001 είτε στο όλο σύστημα της κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης.
77.
Όσον αφορά τη συμφωνία με τον κανονισμό 1260/2001, επισημαίνω ότι το άρθρο 15, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού αυτού ρητώς κάνει μνεία στο πλεόνασμα «που είναι δυνατόν να εξαχθεί» και όχι στο «εξαχθέν» πλεόνασμα. Οι ποσότητες ζάχαρης σε απόθεμα είναι σαφώς εξαγώγιμες, αλλά δεν έχουν ακόμη εξαχθεί. Επομένως, ο συνυπολογισμός των ποσοτήτων αυτών ως προς το εξαγώγιμο πλεόνασμα είναι απολύτως συμβατός με το άρθρο 15 του κανονισμού 1260/2001· πράγματι, τυχόν αντίθετη ερμηνεία δεν θα συμβιβαζόταν με το εν λόγω άρθρο. Επιπροσθέτως, η διατύπωση του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 1260/2001 υποδηλώνει ότι η ζημία ενδέχεται να μην έχει ακόμη επέλθει στο σύνολό της, καθώς η διάταξη αυτή εξακολουθεί να αναφέρεται σε «προβλεπόμενη» συνολική ζημία, ακόμη και μετά την προσαρμογή που θα γινόταν κατά το τέλος της περιόδου 2001/02 έως 2005/06 βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 2 ( 45 ). Όπως τόνισε το Δικαστήριο με την απόφασή του Jülich I, «με τον υπολογισμό της προβλεπόμενης συνολικής ζημίας σκοπείται, εν πάση περιπτώσει, να καθοριστούν με προοπτική και συμβατικώς οι ζημίες λόγω διάθεσης των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής» ( 46 ).
78.
Υπάρχει, παρά ταύτα, πιθανότητα τόσο ο κανονισμός 1260/2001 όσο και ο κανονισμός 314/2002 να μη συμβιβάζονται, από την άποψη αυτή, με εκείνο που η Saint Louis Sucre αποκαλεί «την οικονομία, τον σκοπό και το αποτέλεσμα» της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης;
79.
Κατά την άποψή μου, όχι.
80.
Kατ’ αρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης διαθέτει στον τομέα της γεωργίας ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία αντιστοιχεί στις πολιτικές ευθύνες που του αναθέτουν τα άρθρα 40 ΣΛΕΕ έως 43 ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει να περιορίζεται στο ζήτημα κατά πόσον το σχετικό μέτρο ενέχει πρόδηλη πλάνη ή ελήφθη κατά κατάχρηση εξουσίας, ή κατά πόσον το οικείο όργανο προδήλως υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας ( 47 ).
81.
Ακολούθως, πρέπει να τονιστεί ότι η κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης υφίσταται από μακρού και έχει υποστεί επανειλημμένες μεταρρυθμίσεις, άλλες επουσιώδεις και άλλες δραστικότερες. Η ίδια η αγορά όμως ανέκαθεν εξελισσόταν και εξακολουθεί να εξελίσσεται από έτος σε έτος, με κυμαινόμενα επίπεδα παραγωγής, αποθεμάτων, εισαγωγών και εξαγωγών. Το αυτό ισχύει για την κοινή της οργάνωση. Βεβαίως, υπήρξε κάποτε ένα σημείο αφετηρίας, η 1η Ιουλίου 1967, και ενδέχεται κάποια στιγμή να υπάρξει ένα σημείο τερματισμού, πέραν του οποίου δεν θα υφίσταται πλέον κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης. Εάν και όταν επέλθει το τέλος αυτό, θα είναι απαραίτητη η οριστική διεκπεραίωση των εκκρεμοτήτων κατά τη σχετική ημερομηνία και δεν θα τίθεται ζήτημα μεταφοράς πληρωμών, ποσοτήτων ή υπολογισμών στο μέλλον. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, θα ήταν τεχνητό και αντιπαραγωγικό, κάθε φορά που πραγματοποιείται μεταρρύθμιση, να επιχειρείται η πλήρης διαφοροποίηση από το προηγούμενο καθεστώς και το όλο σύστημα να ξαναρχίζει από το μηδέν. Εξυπακούεται ότι, για ορισμένες παραμέτρους, θα είναι αναπόφευκτη αυτή η διαφοροποίηση και η επανεκκίνηση· και όσο ριζικότερη η μεταρρύθμιση, τόσο περισσότερο ισχύει τούτο.
82.
Η μεταρρύθμιση του 2006, καίτοι εκτεταμένη, δεν κατάργησε το σύστημα των επιστροφών κατά την εξαγωγή ούτε τη δυνατότητα των παραγωγών να μεταφέρουν αποθέματα από ένα έτος εμπορίας στο επόμενο, προκειμένου να υπολογιστούν αυτά στην παραγωγή του επόμενου έτους. Ειδικότερα, προκειμένου να επωφεληθούν από τις επιστροφές κατά την εξαγωγή το 2006/07, οι παραγωγοί μπορούσαν, το 2005/06, να στηριχθούν στο άρθρο 14 του κανονισμού 1260/2001, προκειμένου να μεταφέρουν αποθέματα στο επόμενο έτος εμπορίας ( 48 ). Επομένως, υπήρχε σαφής αλληλοεπικάλυψη μεταξύ της κοινής οργανώσεως της αγοράς για την περίοδο 2001/02 έως 2005/06 και του συστήματος όπως μεταρρυθμίστηκε από το 2006/07 και στο εξής.
83.
Συνεπώς, φρονώ ότι η κατάσταση όπως περιγράφηκε δεν είναι ασύμβατη προς τη συνέχιση της χρήσεως του εξαγώγιμου, και όχι του εξαχθέντος, πλεονάσματος ως στοιχείου υπολογισμού της προβλεπόμενης συνολικής ζημίας που χρηματοδοτείται από τους παραγωγούς. Εν πάση περιπτώσει, δεν διαπιστώνεται πρόδηλη πλάνη ούτε κατάχρηση εξουσίας, ενώ δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο ή η Επιτροπή υπερέβησαν προδήλως τα όρια της διακριτικής τους ευχέρειας.
84.
Ειδικότερα, φαίνεται αβάσιμο το επιχείρημα της Saint Louis Sucre ότι οι ποσότητες που ήταν σε απόθεμα κατά τα τέλη της περιόδου εμπορίας 2005/06 δεν συνεπάγονταν έξοδα για την Ένωση, με αποτέλεσμα τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της. Το επόμενο έτος χορηγήθηκαν επιστροφές κατά την εξαγωγή για τις ποσότητες οι οποίες υπερέβαιναν τη ζήτηση στην εσωτερική αγορά, και οι ποσότητες αυτές υποχρεωτικώς προστέθηκαν στις ποσότητες σε απόθεμα και μεταφέρθηκαν.
85.
Όσον αφορά τη χρηματοδότηση των επιστροφών αυτών, η Saint Louis Sucre ισχυρίζεται, κατά βάση, ότι δεν καλύπτονταν από τις «αυτοχρηματοδοτούμενες» εισφορές που οφείλονταν για τις περιόδους εμπορίας 2001/02 έως 2005/06 και προορίζονταν ειδικά για τη χρηματοδότηση επιστροφών κατά την εξαγωγή οι οποίες χορηγήθηκαν για την ίδια περίοδο.
86.
Δεν συμφωνώ με το επιχείρημα αυτό. Ο συνυπολογισμός των τελικών αποθεμάτων ως προς το εξαγώγιμο πλεόνασμα γίνεται προκειμένου να ληφθεί υπόψη ότι τα αποθέματα αυτά είναι πράγματι εξαγώγιμα και ενδέχεται να γεννήσουν υποχρέωση καταβολής επιστροφών κατά την εισαγωγή. Προκειμένου «να εξασφαλ[ιστεί] με δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο [η] πλήρη[ς] χρηματοδότηση από τους ίδιους τους παραγωγούς των εξόδων διάθεσης των πλεονασμάτων [...] της [...] παραγωγής [επί της] κατανάλωσής της» ( 49 ) —πλεονασμάτων που δημιουργήθηκαν ή σωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου 2001/02 έως 2005/06— είναι απαραίτητο να ληφθούν υπόψη, κατά τον υπολογισμό των οφειλομένων για την εν λόγω περίοδο εισφορών στην παραγωγή, όλα τα στοιχεία τα οποία αποτελούν μέρος των πλεονασμάτων αυτών.
87.
Περαιτέρω, η Saint Louis Sucre προέβαλε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση το επιχείρημα ότι οι χορηγηθείσες το 2006/07 επιστροφές κατά την εξαγωγή χρηματοδοτήθηκαν με τα έσοδα από την πώληση των συμπληρωματικών ποσοστώσεων κατά το ίδιο έτος εμπορίας, δυνάμει του άρθρου 8 του κανονισμού 318/2006. Τα έσοδα αυτά έφθαναν και περίσσευαν, οπότε δεν συνέτρεχε ανάγκη να μεταφερθούν αποθέματα προκειμένου να προκύψουν εισφορές στην παραγωγή το 2005/06.
88.
Αντιθέτως όμως προς τα όσα υποστηρίζει η εταιρία αυτή, είναι μάλλον σαφές ότι τα έσοδα από την πώληση των συμπληρωματικών ποσοστώσεων προορίζονταν για την κάλυψη τόσο των γενικών εξόδων σχετικά με την κοινή οργάνωση της αγοράς όσο και των ειδικών εξόδων που απαιτούνταν προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τιμές παρεμβάσεως και οι επιστροφές κατά την εξαγωγή θα ίσχυαν και ως προς τις συμπληρωματικές ποσοστώσεις (πέραν όσων μεταφέρθηκαν από τις προηγούμενες ποσοστώσεις A και B). Αφενός, από την πώληση συμπληρωματικών ποσοτήτων προέκυψε ένα εφάπαξ ποσό, καίτοι θα μπορούσαν να προκύψουν έξοδα για σειρά ετών από τις πωληθείσες ποσότητες· αφετέρου, η εισφορά στην παραγωγή επιβλήθηκε μόνο από το έτος εμπορίας 2007/08 και εντεύθεν, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία συμπληρωματική πηγή χρηματοδοτήσεως των γενικών εξόδων το 2006/07.
89.
Η Saint Louis Sucre προέβαλε περαιτέρω (με επιμονή) το επιχείρημα ότι η Επιτροπή όφειλε να «υποβαθμίσει», όπως το θέτει, τις ποσοστώσεις παραγωγής κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 1260/2001 ( 50 ), προκειμένου να διασφαλίσει ότι στο τέλος του έτους εμπορίας 2005/06 θα υπήρχαν μόνο περιορισμένα (ή καθόλου) αποθέματα ζάχαρης Α και Β, και όχι το πολύ σημαντικό απόθεμα των 5669000 τόνων, το οποίο οδήγησε στον υπολογισμό των εισφορών στην παραγωγή σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο.
90.
Ωστόσο, όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το άρθρο 10 του κανονισμού 1260/2001 δεν προσφέρεται ως εργαλείο διαχειρίσεως της αγοράς για εσωτερικούς σκοπούς της Ένωσης· ο σκοπός του συνίσταται στην αναπροσαρμογή των ποσοστώσεων, προκειμένου να τηρηθούν διεθνείς δεσμεύσεις που απορρέουν από τη συμφωνία του ΠΟΕ για τη γεωργία. Επιπλέον, τέτοιες αναπροσαρμογές όντως πραγματοποιήθηκαν για πλείονα εκ των ετών εμπορίας μεταξύ του 2001/02 και του 2005/06. Τέλος, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς οι παραγωγοί θα μπορούσαν να επικαλεστούν την υποχρέωση της Επιτροπής να αναπροσαρμόσει τις ποσοστώσεις για την τήρηση διεθνών δεσμεύσεων, προκειμένου να αξιώσουν, για εσωτερικούς σκοπούς, την εξαίρεση ποσοτήτων σε απόθεμα από τον υπολογισμό του εξαγώγιμου πλεονάσματος. Οι παραγωγοί μπορούσαν να μεταφέρουν όση ποσότητα επιθυμούσαν. Εάν θεωρούσαν ότι για τις ποσότητες αυτές θα μπορούσαν κατόπιν να δικαιούνται επιστροφών κατά την εξαγωγή, θα έπρεπε να αναμένουν τον συνυπολογισμό τους στο εξαγώγιμο πλεόνασμα· εάν δεν εκκινούσαν από την παραδοχή αυτή, θα ήταν φρονιμότερο εκ μέρους τους να αποφύγουν την αποθεματοποίηση των σχετικών ποσοτήτων.
91.
Όσον αφορά λοιπόν τα συγκεκριμένα προδικαστικά ερωτήματα, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ούτε το γράμμα ούτε ο σκοπός ούτε η όλη οικονομία των οικείων νομοθετικών ρυθμίσεων θα δικαιολογούσαν τη συνδυαστική ερμηνεία του άρθρου 15, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1260/2001 με το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 314/2002, υπό την έννοια ότι οι ποσότητες σε απόθεμα κατά το τέλος του έτους εμπορίας 2005/06 θα έπρεπε να έχουν εξαιρεθεί από τον υπολογισμό του εξαγώγιμου πλεονάσματος κατά το τέλος των ετών εμπορίας 2001/02 έως 2005/06. Συνεπώς, ουδείς λόγος υφίσταται να αμφισβητηθεί το κύρος του κανονισμού 1360/2013.
Το δεύτερο και το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
92.
Καθώς έχω καταλήξει στο συγκεκριμένο συμπέρασμα σχετικά με την εγκυρότητα των υπολογισμών από τους οποίους προέκυψαν τα ποσά των εισφορών στην παραγωγή κατά τον κανονισμό 1360/2013, φρονώ ότι παρέλκει —και είναι μάλιστα αδύνατη— η εξέταση του δεύτερου και του τρίτου υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος, σχετικά με τις μεθόδους καθορισμού των ποσών που πρέπει να επιστραφούν σε περίπτωση εσφαλμένου υπολογισμού των ποσών. Τα εν λόγω προδικαστικά ερωτήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο εάν ήταν σαφές ποιο μέρος του υπολογισμού ενείχε πλάνη.
Πρόταση
93.
Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω, φρονώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το tribunal de grande instance de Nanterre ως εξής:
—
από τον κανονισμό (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης, δεν απορρέει αξίωση των παραγωγών ζάχαρης να τους επιστραφούν εισφορές στην παραγωγή καταβληθείσες βάσει των υποκείμενων σε ποσόστωση ποσοτήτων ζάχαρης που ήταν ακόμη σε απόθεμα στις 30 Ιουνίου 2006· καθώς και ότι
—
από την εξέταση του κανονισμού (ΕΕ) 1360/2013 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2001/02, 2002/03, 2003/04, 2004/05 και 2005/06, του συντελεστή που απαιτείται για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς για τις περιόδους εμπορίας 2001/02 και 2004/05 και των ποσών που πρέπει να καταβληθούν από τις βιομηχανίες ζάχαρης στους πωλητές ζαχαροτεύτλων λόγω της διαφοράς μεταξύ του ανώτατου ποσού των εισφορών και του ποσού των εισφορών αυτών που πρέπει να εισπραχθούν για τα έτη εμπορίας 2002/03, 2003/04 και 2005/06 δεν προέκυψε κανένα στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να θίξει το κύρος του κανονισμού αυτού.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Απόφαση Zuckerfabrik Jülich (C‑5/06 και C‑23/06 έως C‑36/06, EU:C:2008:260).
( 3 ) Απόφαση Zuckerfabrik Jülich κ.λπ. (C‑113/10, C‑147/10 και C‑234/10, EU:C:2012:591).
( 4 ) Στη νομοθεσία, ο όρος αυτός χρησιμοποιείται ενίοτε για τους καλλιεργητές σε αντιδιαστολή προς τους παρασκευαστές, ενίοτε ως συνώνυμος του όρου «παρασκευαστές». Θα κάνω χρήση του όρου «παραγωγοί» υπό τη γενική του έννοια, πλην των περιπτώσεων όπου η αναφορά σε «παρασκευαστές» είναι απαραίτητη λόγω παραθέσεως εντός εισαγωγικών.
( 5 ) Règlement no 44/67/CEE du Conseil, du 21 février 1967, concernant certaines mesures d’organisation commune des marchés dans le secteur du sucre pour la campagne 1967/1968 (JO 40 της 3.3.1967, σ. 597).
( 6 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1785/81 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1981, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 177, σ. 4).
( 7 ) Κανονισμός (ΕΚ) 2038/1999 του Συμβουλίου, της 13ης Σεπτεμβρίου 1999, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 252, σ. 1), ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 1785/81, ενώ ο ίδιος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 1260/2001.
( 8 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 178, σ. 1). Η παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης περιλαμβάνει την παραγωγή ζάχαρης, ισογλυκόζης και σιροπιού ινσουλίνης. Δεδομένου ότι τα δύο τελευταία προϊόντα δεν αντιπροσωπεύουν παρά ένα ισχνό μερίδιο της αγοράς και είναι εν προκειμένω άνευ σημασίας, θα αναφέρομαι στο εξής αποκλειστικά στη ζάχαρη, και όχι στα λοιπά προϊόντα.
( 9 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 9 και 10 του κανονισμού 1260/2001.
( 10 ) Κανονισμός (ΕΚ) 314/2002 της Επιτροπής, της 20ής Φεβρουαρίου 2002, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (EE L 50, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε ιδίως από τον κανονισμό (ΕΚ) 1140/2003 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 2003, για τροποποίηση στον τομέα της ζάχαρης, των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 779/96 για τις λεπτομέρειες εφαρμογής όσον αφορά τις ανακοινώσεις και (ΕΚ) αριθ. 314/2002 για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των ποσοστώσεων (ΕΕ L 160, σ. 33).
( 11 ) Έκθεση του οργάνου προσφυγών, European Communities — Export Subsidies on Sugar, WT/DS265/AB/R, WT/DS266/AB/R, WT/DS283/AB/R, της 19ης Mαΐου 2005, DSR 2005:XIII, 6365.
( 12 ) Κανονισμός (ΕK) 318/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (EE L 58, σ. 1), ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την 1η Οκτωβρίου 2008 από τον κανονισμό (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίος κανονισμός ΚΟΑ) (EE L 299, σ. 1).
( 13 ) Κανονισμός (ΕΚ) 952/2006 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 2006, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 318/2006 του Συμβουλίου, όσον αφορά τη διαχείριση της εσωτερικής αγοράς και του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 178, σ. 39).
( 14 ) Κανονισμός (ΕK) 320/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006, για τη θέσπιση προσωρινού καθεστώτος αναδιάρθρωσης του κλάδου της ζάχαρης στην Κοινότητα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 1290/2005 για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (EE L 58, σ. 42).
( 15 ) Κανονισμός (ΕΚ) 493/2006 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 2006, για καθορισμό μεταβατικών μέτρων στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της κοινής οργάνωσης της αγοράς της ζάχαρης και για τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1265/2001 και (ΕΚ) 314/2002 (ΕΕ L 89, σ. 11).
( 16 ) Το άρθρο αυτό ήταν σχεδόν πανομοιότυπο, στη διατύπωσή του, με τις αντίστοιχες διατάξεις των προγενέστερων ρυθμίσεων, ήτοι το άρθρο 27 του κανονισμού 1785/81 και το άρθρο 32 του κανονισμού 2038/99.
( 17 ) Καθώς ουδέποτε επιβλήθηκαν εισφορές κατά την εξαγωγή, η «διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού των επιστροφών και του συνολικού ποσού των εισφορών» συνίστατο απλώς στο συνολικό ποσό των επιστροφών.
( 18 ) Το άρθρο αυτό ήταν σχεδόν πανομοιότυπο, στη διατύπωσή του, με τις αντίστοιχες διατάξεις των προγενέστερων ρυθμίσεων, ήτοι το άρθρο 28 του κανονισμού 1785/81 και το άρθρο 33 του κανονισμού 2038/99 (βλ., επίσης, απόφαση Eridania zuccherifici nazionali κ.λπ., 250/84, EU:C:1986:22, σκέψεις 9 και 10).
( 19 ) Το άρθρο 7, παράγραφος 3, αφορούσε τη ζάχαρη που χρησιμοποιείται από τη χημική βιομηχανία. Η αρχική διατύπωση του άρθρου 6, παράγραφος 4, ήταν σε γενικές γραμμές όμοια με εκείνη του άρθρου 5, παράγραφος 5, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (EOK) 1443/82 της Επιτροπής, της 8ης Ιουνίου 1982, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 158, σ. 17), ο οποίος περιείχε εκτελεστικές διατάξεις προς εφαρμογή του κανονισμού 1785/81 και, εν συνεχεία, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 314/2002.
( 20 ) Το αγγλικό κείμενο της διατάξεως όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1140/2003 δεν περιλαμβάνει τις λέξεις εντός των αγκυλών. Εντούτοις, από άλλες γλωσσικές αποδόσεις, από τη διατύπωση της επίμαχης διατάξεως πριν την τροποποίησή της και, εν τέλει, από την ίδια την κοινή λογική προκύπτει σαφώς ότι οι λέξεις αυτές πρέπει να προστεθούν προκειμένου να αναδειχθεί το ορθό νόημα.
( 21 ) Βλ., περαιτέρω, το εισαγωγικό μέρος της ειδικής εκθέσεως 6 του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, «Has the reform of the sugar market achieved its main objectives?» .
( 22 ) Βλ., αντιστοίχως, κανονισμό (ΕΚ) 958/2006 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 2006, περί της διαρκούς δημοπρασίας στο πλαίσιο της περιόδου εμπορίας 2006/07 για τον προσδιορισμό των επιστροφών κατά την εξαγωγή λευκής ζάχαρης (ΕΕ L 175, σ. 49) και κανονισμό (ΕΚ) 900/2007 της Επιτροπής, της 27ης Ιουλίου 2007, περί της διαρκούς δημοπρασίας για τον καθορισμό επιστροφών κατά την εξαγωγή λευκής ζάχαρης, μέχρι τη λήξη της περιόδου εμπορίας 2007/08 (ΕΕ L 196, σ. 26).
( 23 ) Βλ., ειδικότερα, κανονισμό (ΕΚ) 947/2008 της Επιτροπής, της 25ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με την αναστολή των επιστροφών κατά την εξαγωγή για τη λευκή ζάχαρη και την ακατέργαστη ζάχαρη που εξάγονται σε φυσική κατάσταση (ΕΕ L 258, σ. 60).
( 24 ) Το ποσό ορίστηκε στα 126,40 ευρώ ανά τόνο ποσοστώσεως για το έτος εμπορίας 2006/07, 173,80 ευρώ ανά τόνο για το 2007/08 και 113,30 ευρώ ανά τόνο για το 2008/09 (άρθρο 11 του κανονισμού 320/2006· βλ., επίσης, άρθρο 1).
( 25 ) Κανονισμός (ΕΚ) 164/2007 της Επιτροπής, της 19ης Φεβρουαρίου 2007, για καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2005/06, των ποσών των εισφορών στην παραγωγή όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 51, σ. 17).
( 26 ) Αντιστοίχως, κανονισμός (ΕΚ) 1762/2003 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τον καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2002/03, των ποσών των συνεισφορών στην παραγωγή όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 254, σ. 4) και κανονισμός (ΕΚ) 1775/2004 της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 2004, για καθορισμό, για την περίοδο εμπορίας 2003/04, των ποσών των συνεισφορών στην παραγωγή όσον αφορά τον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 316, σ. 64).
( 27 ) Με τη διάταξή του στην υπόθεση SAFBA (C‑175/07 έως C‑184/07, EU:C:2008:543), το Δικαστήριο παρομοίως κήρυξε άκυρο τον κανονισμό (ΕΚ) 1686/2005 της Επιτροπής, της 14ης Οκτωβρίου 2005, για τον καθορισμό, όσον αφορά την περίοδο εμπορίας 2004/05, των ποσών των εισφορών στην παραγωγή καθώς και του συντελεστή της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 271, σ. 12).
( 28 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1193/2009 της Επιτροπής, της 3ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη διόρθωση των κανονισμών (ΕΚ) 1762/2003, (ΕΚ) 1775/2004, (ΕΚ) 1686/2005, (ΕΚ) 164/2007 και τον καθορισμό των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2002/03, 2003/04, 2004/05, 2005/06 (ΕΕ L 321, σ. 1).
( 29 ) ΕΕ 2010, C 336, σ. 1.
( 30 ) Κανονισμός (ΕΕ) 1360/2013 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με τον καθορισμό των εισφορών στην παραγωγή στον τομέα της ζάχαρης για τις περιόδους εμπορίας 2001/02, 2002/03, 2003/04, 2004/05 και 2005/06, του συντελεστή που απαιτείται για τον υπολογισμό της συμπληρωματικής εισφοράς για τις περιόδους εμπορίας 2001/02 και 2004/05 και των ποσών που πρέπει να καταβληθούν από τις βιομηχανίες ζάχαρης στους πωλητές ζαχαροτεύτλων λόγω της διαφοράς μεταξύ του ανώτατου ποσού των εισφορών και του ποσού των εισφορών αυτών που πρέπει να εισπραχθούν για τα έτη εμπορίας 2002/03, 2003/04 και 2005/06 (EE L 343, σ. 2). Ο κανονισμός 1360/2013 εκδόθηκε από το Συμβούλιο, βάσει του άρθρου 43, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, και όχι από την Επιτροπή, καθώς ο κανονισμός 1260/2001 είχε καταργηθεί και δεν παρείχε πλέον εξουσιοδότηση στην Επιτροπή να εκδώσει κανονισμούς αυτού του είδους [βλ. σημείο 3 της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως της Επιτροπής σχετικά με τον κανονισμό 1360/2013· βλ., επίσης, τις προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Zuckerfabrik Jülich, C‑113/10, C‑147/10 και C‑234/10, EU:C:2011:701 (Jülich IΙ), σημεία 60 έως 72].
( 31 ) Από την αγόρευση της Saint Louis Sucre κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση συνάγεται ότι —σε αντιπαραβολή προς τα αριθμητικά στοιχεία που επικαλέστηκε η Επιτροπή— το σημαντικό αυτό ποσό αντιπροσωπεύει, κατά τη Saint Louis Sucre, ό,τι της αντιστοιχεί (βάσει μεριδίου αγοράς ελαφρώς υψηλότερου του 6 %) από όλα τα ποσά, τόσο των βασικών εισφορών όσο και των εισφορών B, τα οποία εισπράχθηκαν στον τομέα της ζάχαρης σε όλα τα κράτη μέλη για όλα τα έτη εμπορίας από το 2001/02 έως το 2005/06. Εάν τούτο ευσταθεί, η αξίωση μάλλον υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό που θα μπορούσε να προκύψει από μια προσαρμογή βάσει του μη συνυπολογισμού των ποσοτήτων οι οποίες υπήρχαν σε απόθεμα στις 30 Ιουνίου 2006.
( 32 ) Σκέψη 39 της αποφάσεως.
( 33 ) Φρονώ πως πρόκειται για το «προδικαστικό ερώτημα 2α» και όχι για το «προδικαστικό ερώτημα 1».
( 34 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Melki και Abdeli (C‑188/10 και C‑189/10, EU:C:2010:363, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 35 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Mulders (C‑548/11, EU:C:2013:249, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 36 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Azienda Agricola Ettore Ribaldi κ.λπ. (C‑480/00, C‑482/00, C‑484/00, C‑489/00 έως C‑491/00 και C‑497/00 έως C‑499/00, EU:C:2004:179, σκέψη 74).
( 37 ) Εκδόθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2009 αλλά δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 8 Δεκεμβρίου 2009, και το άρθρο 6 προέβλεπε ότι θα άρχιζε να ισχύει την επομένη της δημοσιεύσεώς του, ενώ το άρθρο 4, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 1 του κανονισμού 164/2007, θα είχε εφαρμογή από τις 23 Φεβρουαρίου 2007.
( 38 ) Βλ. σημείο 28 και υποσημείωση 29 ανωτέρω.
( 39 ) Υποθέτω ότι, τουλάχιστον στο αγγλικό και στο γαλλικό κείμενο της ανακοινώσεως της Επιτροπής, όπου απαντά η λέξη «obsolescence» (η απαρχαίωση), η πρόθεση ήταν μάλλον να δοθεί το νόημα της «desuetude» (όταν έχει περιπέσει κάτι σε αχρησία).
( 40 ) Βλ., επίσης, απόφαση Jülich I (ιδίως σκέψεις 41 και 43).
( 41 ) Άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ έως γʹ, και παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1260/2001.
( 42 ) Βλ. υποσημείωση 16 ανωτέρω· βλ., επίσης, απόφαση Jülich I (σκέψεις 30 και 31).
( 43 ) Βλ. σημεία 15 έως 17 ανωτέρω· η διευκρίνιση ήταν απλώς τυπική, και η Saint Louis Sucre δεν ισχυρίζεται ότι επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή που να έχει σημασία για την προσφυγή της.
( 44 ) Βλ. σημεία 21 έως 24 ανωτέρω.
( 45 ) Είναι αληθές ότι, στα σημεία 94 έως 98 των προτάσεών μου στην υπόθεση Zuckerfabrik Jülich [C‑113/10, C‑147/10 και C‑234/10, EU:C:2011:701 (Jülich II)], εξέφρασα την άποψη ότι δεν ήταν η βούληση του νομοθέτη «να περιορίσει τον υπολογισμό στις προβλεπόμενες εισφορές κατά την εξαγωγή, ανεξαρτήτως της καταβολής τους ή μη, ακόμη και όταν ήταν διαθέσιμα οριστικά στοιχεία». Εντούτοις, πρόκειται για μάλλον διαφορετικό ζήτημα. Εν προκειμένω, σημασία έχει ότι τα οριστικά στοιχεία, από τη στιγμή που κατέστησαν γνωστά, έδειχναν ποσότητες σε απόθεμα κατά το τέλος της περιόδου, οι οποίες θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι ενδέχεται να εξαχθούν και, ως εκ τούτου, αποτελούσαν μέρος του εξαγώγιμου πλεονάσματος· δεν τίθεται ζήτημα να αφορούσαν τα στοιχεία αυτά ποσότητες που είχαν πράγματι εξαχθεί.
( 46 ) Σκέψη 43 της αποφάσεως, η υπογράμμιση δική μου.
( 47 ) Βλ., παραδείγματος χάριν, απόφαση Agrargenossenschaft Neuzelle (C‑545/11, EU:C:2013:169, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 48 ) Άρθρο 14, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1260/2001.
( 49 ) Αιτιολογική σκέψη 9 του κανονισμού 1260/2001· βλ. σημείο 8 ανωτέρω.
( 50 ) Βλ. σημείο 10 ανωτέρω.
Full & Egal Universal Law Academy