ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JULIANE KOKOTT
της 14ης Απριλίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑101/15 P
Pilkington Group Ltd κ.λπ.
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Ανταγωνισμός — Συμπράξεις (άρθρο 81 ΕΚ και άρθρο 53 της συμφωνίας ΕΟΧ) — Πρόστιμα — Κατευθυντήριες γραμμές του 2006 για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων — Κύκλος εργασιών που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη — Συναλλαγματική ισοτιμία για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου του 10 % για τα πρόστιμα βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 — Ευρωπαϊκή αγορά των υαλοπινάκων οχημάτων»
I – Εισαγωγή
1.
Στην προκειμένη αναιρετική διαδικασία το Δικαστήριο καλείται να λάβει θέση επί δύο ζητημάτων τα οποία δεν είναι αμελητέα για τη μελλοντική διοικητική πρακτική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ως αρχής ανταγωνισμού.
2.
Αφενός, επιβάλλεται να αποσαφηνισθεί ο κύκλος εργασιών των μετεχόντων σε συμπράξεις που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως βάση υπολογισμού των προστίμων που πρέπει να τους επιβληθούν. Αφετέρου, χρήζει διευκρινίσεως και η συναλλαγματική ισοτιμία που πρέπει να χρησιμοποιείται για τη νομισματική μετατροπή, όταν επιχείρηση δεν δημοσιεύει σε ευρώ τα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν τον κύκλο εργασιών της. Από αυτό μπορεί να εξαρτάται τόσο το αν πρόστιμο που καθορίζει η Επιτροπή υπερβαίνει το εκ του νόμου προβλεπόμενο ανώτατο όριο του 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως όσο και το εύρος της επιβαρύνσεως που θα συνεπάγεται ενδεχομένως για την επιχείρηση η εξόφληση του προστίμου.
3.
Επιπλέον, ανακύπτουν και ορισμένα επιμέρους ζητήματα σε σχέση με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας όσον αφορά την επιβολή προστίμων κατά το δίκαιο των συμπράξεων, καθώς και σε σχέση με την πλήρη δικαιοδοσία του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τέτοιες κυρώσεις.
4.
Τα εν λόγω νομικά ζητήματα τίθενται σε συνάρτηση με τη σύμπραξη που αφορούσε υαλοπίνακες οχημάτων η οποία λειτουργούσε στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), αποκαλύφθηκε πριν από μερικά χρόνια από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αποτέλεσε το αντικείμενο αποφάσεως επιβολής προστίμου εκδοθείσας στις 12 Νοεμβρίου 2008 (στο εξής: επίδικη απόφαση) ( 2 ). Στο πλαίσιο της προκειμένης διαδικασίας, αρκετές εταιρίες του ομίλου Pilkington (στο εξής, από κοινού: Pilkington) βάλλουν κατά της αποφάσεως αυτής ζητώντας έννομη προστασία ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης.
5.
Η προσπάθεια της Pilkington να επιτύχει την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως δεν ευδοκίμησε πρωτοδίκως· το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τη σχετική προσφυγή ακυρώσεως με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2014 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ή απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου) ( 3 ). Η Pilkington εξακολουθεί να ζητεί την έννομη προστασία της ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας πλέον.
6.
Ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμεί επί του παρόντος και άλλη μία αναιρετική διαδικασία σχετική με τη σύμπραξη που αφορούσε υαλοπίνακες οχημάτων ( 4 ). Στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας όμως δεν προσβάλλεται η ίδια απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου, ενώ τίθενται και εντελώς διαφορετικά νομικά ζητήματα.
II – Το νομικό πλαίσιο
7.
Από απόψεως πρωτογενούς δικαίου, το άρθρο 81 ΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ) καθορίζει το νομικό πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως ( 5 ). Στο μέτρο που η υπόθεση αφορά τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο το άρθρο 53 της συμφωνίας ΕΟΧ περιέχει διάταξη αντίστοιχη του άρθρου 81 ΕΚ. Επίσης, από το παράγωγο δίκαιο της Ένωσης είναι σημαντικό το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 ( 6 ).
8.
Το άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να επιβάλει σε επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων πρόστιμα, σε περίπτωση που αυτές, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας:
α)
διαπράττουν παράβαση των διατάξεων του άρθρου [81 ΕΚ] ή του άρθρου [82 ΕΚ], […]
[…]
Για καθεμία από τις επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην παράβαση, το πρόστιμο να μην υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
[…]»
9.
Συμπληρωματικώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι κατευθυντήριες γραμμές του 2006 ( 7 ), στις οποίες η Επιτροπή καθορίζει τη διοικητική πρακτική της όσον αφορά τον υπολογισμό των προστίμων. Στα σημεία 4 έως 6, καθώς και στο σημείο 13 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών περιέχονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες επισημάνσεις:
«4.
Η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλει πρόστιμα σε επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων οι οποίες, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παραβιάζουν τις διατάξεις των άρθρων 81 ή 82 της Συνθήκης, αποτελεί ένα από τα μέσα που διαθέτει η Επιτροπή για τη διεκπεραίωση της αποστολής εποπτείας που της αναθέτει η Συνθήκη. [...] Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίζει ότι η δράση της έχει τον αναγκαίο αποτρεπτικό χαρακτήρα. [...] Κατά συνέπεια, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει παράβαση των διατάξεων των άρθρων 81 [ΕΚ] ή 82 [ΕΚ], η επιβολή προστίμου προς εκείνους που παραβίασαν τις διατάξεις αυτές μπορεί να είναι απαραίτητη. Τα πρόστιμα πρέπει να έχουν ένα επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα, όχι μόνο ως κύρωση που επιβάλλεται στις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις (ειδικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα), αλλά επίσης για την αποτροπή άλλων επιχειρήσεων να υιοθετήσουν συμπεριφορές που αντίκεινται προς τις διατάξεις των άρθρων 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] ή να συνεχίσουν τέτοιου είδους συμπεριφορές (γενικό αποτρεπτικό αποτέλεσμα).
5.
Για την επίτευξη των στόχων αυτών, ενδείκνυται η Επιτροπή να αναφέρεται στην αξία των πωλήσεων των προϊόντων ή υπηρεσιών με τις οποίες σχετίζεται η παράβαση, ως βάση για τον υπολογισμό των προστίμων. Η διάρκεια της παράβασης θα πρέπει επίσης να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον υπολογισμό του κατάλληλου ύψους του προστίμου. Οι ενδεχόμενες επιπτώσεις της παράβασης στην αγορά αποτελούν, σε κάθε περίπτωση, συνάρτηση της διάρκειας της παράβασης. Κατά συνέπεια, θεωρείται σημαντικό το πρόστιμο να αντικατοπτρίζει και τον αριθμό των ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων η επιχείρηση συμμετείχε στην παράβαση.
6.
Ο συνδυασμός της αξίας των πωλήσεων με τις οποίες σχετίζεται η παράβαση και της διάρκειας της παράβασης θεωρείται ως κατάλληλη βάση υπολογισμού για να προσδιοριστεί η οικονομική σημασία της παράβασης καθώς και το σχετικό βάρος της συμμετοχής κάθε επιχείρησης σε αυτήν. Η αναφορά στους παράγοντες αυτούς είναι ενδεικτική της τάξης μεγέθους του προστίμου και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως η βάση μιας αυτόματης και αριθμητικής μεθόδου υπολογισμού.
[…]
13.
Για τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου, η Επιτροπή θα χρησιμοποιεί την αξία των πωλήσεων των προϊόντων ή υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν από την επιχείρηση, με τις οποίες η παράβαση σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα [...], στον σχετικό γεωγραφικό χώρο εντός του ΕΟΧ. Η Επιτροπή θα χρησιμοποιεί κατά κανόνα τις πωλήσεις της επιχείρησης κατά τη διάρκεια του τελευταίου πλήρους οικονομικού έτους της συμμετοχής της στην παράβαση [...].»
III – Το ιστορικό της διαφοράς
Α — Τα πραγματικά περιστατικά και η διοικητική διαδικασία
10.
Η Pilkington αποτελεί έναν από τους κυριότερους κατασκευαστές υαλοπινάκων παγκοσμίως, ιδίως υαλοπινάκων οχημάτων.
11.
Κατά τις διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου, η Pilkington ευθύνεται, από κοινού με άλλες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον εν λόγω τομέα, για παράβαση των κανόνων περί συμπράξεων η οποία συνίστατο σε συμφωνίες περί συμβάσεων προμήθειας υαλοπινάκων αυτοκινήτου προς όλους τους μεγάλους κατασκευαστές αυτοκινήτων στον ΕΟΧ. Συγκεκριμένα, υπήρξε συντονισμός της τιμολογιακής πολιτικής και της στρατηγικής στον τομέα των προμηθειών μεταξύ των μετεχόντων στη σύμπραξη με σκοπό τη διατήρηση της γενικής σταθερότητας της θέσεως κάθε επιχειρήσεως στην οικεία αγορά. Για τον σκοπό αυτόν, οι μετέχοντες στη σύμπραξη παρακολουθούσαν επίσης τα αποτελέσματα των αποφάσεων που λαμβάνονταν κατά τη διάρκεια των συναντήσεων και επαφών τους και συμφωνούσαν τη λήψη διορθωτικών μέτρων.
12.
Η σύμπραξη που αφορούσε τους υαλοπίνακες οχημάτων παρέμεινε ενεργή στον ΕΟΧ από τις 10 Μαρτίου 1998 έως τις 11 Μαρτίου 2003, ενώ διέφερε η διάρκεια συμμετοχής στη σύμπραξη κάθε μεμονωμένης επιχειρήσεως —η Pilkington συμμετείχε από τις 10 Μαρτίου 1998 έως τις 3 Σεπτεμβρίου 2002. Η παράβαση αυτή ήταν διαρκής και ενιαία.
13.
Κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η Επιτροπή απηύθυνε σε αρκετές επιχειρήσεις που μετείχαν στη σύμπραξη, μεταξύ των οποίων και στην Pilkington, κοινοποίηση αιτιάσεων που εκδόθηκε στις 18 Απριλίου 2007. Η ακρόαση εκ μέρους της Επιτροπής πραγματοποιήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 2007. Κατόπιν παρεμβάσεως της συμβουλευτικής επιτροπής συμπράξεων και δεσποζουσών θέσεων, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση στις 12 Νοεμβρίου 2008.
14.
Στο άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως διαπιστώνεται ότι ορισμένες επιχειρήσεις —μεταξύ των οποίων και η Pilkington (άρθρο 1, στοιχείο γʹ)— παρέβησαν το άρθρο 81 ΕΚ και το άρθρο 53 της συμφωνίας ΕΟΧ, καθόσον συμμετείχαν σε σύνολο συμφωνιών και/ή εναρμονισμένων πρακτικών στον τομέα των υαλοπινάκων οχημάτων στον ΕΟΧ.
15.
Τα πρόστιμα τα οποία επιβλήθηκαν σε κάθε μεμονωμένη επιχείρηση για τη συμμετοχή της στη σύμπραξη προκύπτουν από το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως. Στην περίπτωση της Pilkington το πρόστιμο ανήλθε σε 370 εκατομμύρια ευρώ και βάρυνε από κοινού και εις ολόκληρον τις αναιρεσείουσες (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ). Κατόπιν τροποποιητικής αποφάσεως της 28ης Φεβρουαρίου 2013, με την οποία διορθώθηκαν υπολογιστικά σφάλματα, το ανωτέρω ποσό μειώθηκε στα 357 εκατομμύρια ευρώ ( 8 ). Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, της επίδικης αποφάσεως, το πρόστιμο έπρεπε να καταβληθεί σε ευρώ εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως.
Β — Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου
16.
Αρκετοί από τους αποδέκτες της επίδικης αποφάσεως ζήτησαν έννομη προστασία σε πρώτο βαθμό, ασκώντας προσφυγές ακυρώσεως κατά της αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
17.
Όσον αφορά τον όμιλο Pilkington, οι Pilkington Group Ltd, Pilkington Automotive Ltd, Pilkington Automotive Deutschland GmbH, Pilkington Holding GmbH και Pilkington Italia SpA (στο εξής: προσφεύγουσες ή αναιρεσείουσες) άσκησαν από κοινού προσφυγή σε πρώτο βαθμό κατά της Επιτροπής, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, με δικόγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 2009.
18.
Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2014, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τη σχετική προσφυγή, αλλά καταδίκασε την Επιτροπή στο 10 % των δικαστικών εξόδων της Pilkington ( 9 ). Κατά τα λοιπά, το Γενικό Δικαστήριο όρισε ότι οι προσφεύγουσες φέρουν το σύνολο των εξόδων της πρωτοβάθμιας διαδικασίας.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
19.
Με δικόγραφο της 27ης Φεβρουαρίου 2015, οι αναιρεσείουσες άσκησαν από κοινού την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου.
20.
Οι αναιρεσείουσες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση που εκδόθηκε επί της υποθέσεως T‑72/09, καθόσον απορρίπτει την προσφυγή κατά του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της επίδικης αποφάσεως,
—
να μειώσει το πρόστιμο που επιβλήθηκε στις αναιρεσείουσες βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της επίδικης αποφάσεως και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι αναιρεσείουσες στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
21.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
—
να καταδικάσει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα.
22.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη διαδικασία, ενώ στις 2 Μαρτίου 2016 έλαβε χώρα και η επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
V – Η εκτίμηση των λόγων αναιρέσεως
23.
Με την αναίρεσή της, η Pilkington δεν ανακινεί πλέον όλα τα ζητήματα που αποτέλεσαν αντικείμενο της πρωτοβάθμιας διαδικασίας. Αντιθέτως, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας θίγονται μόνον ορισμένα νομικά ζητήματα που αφορούν τον υπολογισμό των προστίμων. Συναφώς, οι αναιρεσείουσες στηρίζονται σε τρεις λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος έχει ως αντικείμενο τον κύκλο εργασιών που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη (σχετικά, ακολούθως, υπό Α), ο δεύτερος την κρίσιμη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου του 10 % (σχετικά, κατωτέρω, υπό B) και ο τρίτος ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου, καθώς και δικαιοκρατικές εκτιμήσεις (σχετικά, κατωτέρω, υπό Γ).
Α — Επί του κύκλου εργασιών που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό των προστίμων (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
24.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 201 έως 227 (και ιδίως κατά των σκέψεων 217 έως 227) της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Έχει ως αντικείμενο τα στοιχεία του κύκλου εργασιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως βάση υπολογισμού ενός προστίμου κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1/2003. Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη, καθόσον επιβεβαίωσε την εκτίμηση της Επιτροπής ότι μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και παραδόσεις εκ μέρους της Pilkington οι οποίες στηρίζονταν σε συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της παραβάσεως και δεν είχαν καταστεί αντικείμενο νέας διαπραγματεύσεως κατά τη διάρκεια της παραβάσεως. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε νομικώς εσφαλμένη ερμηνεία του σημείου 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006.
25.
Σύμφωνα με το σημείο 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006, για τον καθορισμό του βασικού ποσού του προστίμου η Επιτροπή χρησιμοποιεί ως βάση υπολογισμού την αξία των πωλήσεων των προϊόντων ή υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν από την επιχείρηση, με τις οποίες η παράβαση σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα στον σχετικό γεωγραφικό χώρο εντός του ΕΟΧ.
26.
Επομένως, το σημείο 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 έχει σκοπό να προσδιορίσει ως βάση αναφοράς για τον υπολογισμό του επιβαλλόμενου σε επιχείρηση προστίμου ένα ποσό που αντικατοπτρίζει την οικονομική σημασία και το σχετικό βάρος της συγκεκριμένης επιχειρήσεως στο πλαίσιο της παραβάσεως (τούτο προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 10 ), η οποία στηρίζεται κυρίως στο γράμμα του σημείου 6 των κατευθυντήριων γραμμών). Αντιθέτως, πρέπει να αποκλείονται πωλήσεις που δεν έχουν καμία πραγματική σχέση με το πεδίο εφαρμογής της συμπράξεως αυτής στον ΕΟΧ ( 11 ).
27.
Στην προκειμένη περίπτωση, η ουσία της διαφοράς έγκειται στο αν πρέπει να αναγνωρισθεί κάποιου είδους αιτιώδης σχέση μεταξύ των μεθοδεύσεων της συμπράξεως και των μεμονωμένων στοιχείων των πωλήσεων που επηρεάζουν τον υπολογισμό του προστίμου. Οι αναιρεσείουσες εκτιμούν ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη τουλάχιστον οι πωλήσεις υαλοπινάκων οχημάτων στις οποίες η σύμπραξη δεν άσκησε λογικά καμία επιρροή, διότι οι πωλήσεις αυτές σχετίζονταν με συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη της παραβάσεως —υποτίθεται υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού— και δεν έτυχαν νέας διαπραγματεύσεως κατά τη διάρκεια της παραβάσεως. Θεωρούν ότι η συνεκτίμηση τέτοιων πωλήσεων θα διεύρυνε υπερβολικά τη σημασία της συμπράξεως.
28.
Συναφώς, δεν πρόκειται απλώς για θεωρητικής φύσεως διαφορά ή τεχνική λεπτομέρεια: εάν οι επίμαχες πωλήσεις της Pilkington δεν ληφθούν υπόψη κατά τον καθορισμό της βάσεως υπολογισμού, το πρόστιμο που επέβαλε η Επιτροπή θα πρέπει να μειωθεί κατά 49 εκατομμύρια ευρώ περίπου, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναιρεσειουσών.
29.
Μολονότι η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών σχετικά με την ερμηνεία του σημείου 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 είναι, εκ πρώτης όψεως, ελκυστική, δεν μπορεί να γίνει δεκτή κατόπιν προσεκτικότερης εξετάσεως.
30.
Συγκεκριμένα, το γράμμα του σημείου 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 έχει εξαιρετικά ευρεία διατύπωση: καλύπτει όλες τις πωλήσεις αγαθών ή υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν από τον εκάστοτε μετέχοντα στη σύμπραξη και με τις οποίες η παράβαση σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα στον σχετικό γεωγραφικό χώρο εντός του ΕΟΧ. Εξίσου γενική είναι η διατύπωση και στο σημείο 5 των ίδιων κατευθυντήριων γραμμών, το οποίο ορίζει ότι τα πρόστιμα υπολογίζονται με βάση την αξία των πωλήσεων των προϊόντων ή υπηρεσιών με τις οποίες σχετίζεται η παράβαση.
31.
Για τον λόγο αυτόν, όπως έχει διευκρινίσει ήδη το Δικαστήριο, θα επρόκειτο για ιδιαίτερα στενή ερμηνεία της έννοιας της αξίας των πωλήσεων που χρησιμοποιείται στο σημείο 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006, εάν γινόταν δεκτό ότι καλύπτει μόνον πωλήσεις οι οποίες αποδεικνύεται ότι όντως επηρεάσθηκαν από την εν λόγω σύμπραξη ( 12 ). Συνεπώς, κατά τη νομολογία, για τον καθορισμό του βασικού ποσού ενός προστίμου δεν απαιτείται να αποδεικνύεται θετικώς ότι τα μεμονωμένα στοιχεία του κύκλου εργασιών που χρησιμοποιούνται ως βάση υπολογισμού είχαν επηρεασθεί από την παράβαση ( 13 ).
32.
Ασφαλώς, η έννοια της αξίας των πωλήσεων περί της οποίας γίνεται λόγος στο σημείο 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 δεν μπορεί να επεκτείνεται κατά τρόπον ώστε να καλύψει ακόμη και τις πωλήσεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εκάστοτε συμπράξεως ( 14 ). Ωστόσο, εφόσον πρόκειται για πωλήσεις οι οποίες —όπως στην υπό κρίση υπόθεση— πραγματοποιήθηκαν οπωσδήποτε στην οικεία αγορά, αυτές περιλαμβάνονται άνευ ετέρου στη βάση υπολογισμού για το βασικό ποσό του προστίμου ( 15 ). Αντιθέτως προς την άποψη της Pilkington, λοιπόν, τέτοιες πωλήσεις δεν βρίσκονται σε καμία περίπτωση εκτός του πεδίου εφαρμογής της συμπράξεως.
33.
Οι εν λόγω πωλήσεις συνιστούν χρήσιμο στοιχείο όσον αφορά τη βλάβη που υπέστη ο ανταγωνισμός στον ΕΟΧ λόγω της συμπράξεως και συγκεκριμένα λόγω της δράσεως της Pilkington, καθόσον παρέχουν πληροφόρηση για την οικονομική σημασία της συμπράξεως στην οικεία αγορά, καθώς και για τον σχετικό ρόλο που διαδραμάτισε η Pilkington εντός της συμπράξεως, όπως επιτάσσουν τα σημεία 6 και 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006, καθώς και η συναφής νομολογία του Δικαστηρίου ( 16 ).
34.
Εάν γινόταν δεκτή η άποψη των αναιρεσειουσών ότι από τον υπολογισμό του προστίμου πρέπει να εξαιρείται τμήμα των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν στην οικεία αγορά, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα την τεχνητή σμίκρυνση της οικονομικής σημασίας της συμπράξεως και, επομένως, θα ήταν διαμετρικά αντίθετο προς τον σκοπό των σημείων 6 και 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 ( 17 ) (βλ., συμπληρωματικώς, τα σημεία 4 και 5 των κατευθυντήριων γραμμών). Πράγματι, η συνολική βαρύτητα μιας παραβάσεως των κανόνων περί συμπράξεων δεν μπορεί να εκτιμηθεί καταλλήλως, εάν ληφθούν υπόψη επιλεκτικώς μόνο μεμονωμένα στοιχεία του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησαν οι μετέχοντες στη σύμπραξη στην οικεία αγορά.
35.
Η μέθοδος υπολογισμού που προτείνουν οι αναιρεσείουσες δεν συνεκτιμά, ιδίως, το ότι η κύρια επιδίωξη πολλών συμπράξεων —και της επίδικης, εν προκειμένω, συμπράξεως— συνίσταται στην κατανομή της αγοράς μεταξύ των μετεχόντων στη σύμπραξη ή στη διατήρηση των μεριδίων τους στην αγορά στο συμφωνημένο επίπεδο. Αυτό το αποτέλεσμα σταθεροποιήσεως, το οποίο πολύ ορθά υπογράμμισε το Γενικό Δικαστήριο ( 18 ), ωφελεί, ως εκ της φύσεώς του, τη συνολική δραστηριότητα των μετεχόντων σε σύμπραξη στην εκάστοτε αγορά. Συναφώς, όπως πολύ πειστικά επισήμανε η Επιτροπή, ακόμη και η χειραγώγηση ολιγάριθμων συναλλαγών είναι δυνατόν να επιφέρει στο σύνολο της αγοράς το αποτέλεσμα που επιδιώκουν οι μετέχοντες στη σύμπραξη. Όταν όμως ο αντίθετος προς τον ανταγωνισμό σκοπός της συμπράξεως και η «εγκληματική δράση» των μετεχόντων σε αυτήν καταλαμβάνουν το σύνολο της αγοράς, τότε πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το σύνολο των πωλήσεων στην αγορά αυτή.
36.
Κατά συνέπεια, δεν είναι κρίσιμο αν η συμπαιγνιακή συμπεριφορά των εξεταζόμενων επιχειρήσεων αποδεικνύεται —ή είναι απλώς πιθανή— για κάθε μεμονωμένη συναλλαγή. Εξίσου μικρή σημασία έχει επίσης το αν και κατά πόσον επιτεύχθηκε πράγματι ο αντίθετος προς τον ανταγωνισμό σκοπός που επεδίωκαν με τη σύμπραξη οι εν λόγω επιχειρήσεις ( 19 ). Αντιθέτως, αρκεί οι σχετικές συμφωνίες να είχαν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα τη νόθευση του ανταγωνισμού στην οικεία αγορά κατά την έννοια του άρθρου 81 ΕΚ (άρθρου 101 ΣΛΕΕ) ( 20 ). Σε τέτοια περίπτωση, ο καθορισμός του βασικού ποσού του προστίμου επιβάλλεται να στηριχθεί, καταρχήν, στο σύνολο του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησαν οι μετέχοντες στη σύμπραξη στη συγκεκριμένη αγορά.
37.
Εξάλλου, η διοικητική επιβάρυνση που θα απαιτούνταν για την αξιολόγηση κάθε πωλήσεως που έχει πραγματοποιηθεί στην οικεία αγορά από τους μετέχοντες στη σύμπραξη θα ήταν απολύτως δυσανάλογη. Πράγματι, στις περισσότερες περιπτώσεις ο κύκλος εργασιών που πρέπει να εκτιμηθεί για τον υπολογισμό του προστίμου περιλαμβάνει πολυάριθμες συναλλαγές οι οποίες δεν θα ήταν εφικτό να εξετασθούν μία προς μία προκειμένου να εξακριβωθεί η —πραγματική ή δυνητική— επιρροή που δέχθηκαν από τις συμπαιγνιακές πρακτικές των μετεχόντων στη σύμπραξη. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι οι συμπράξεις διέπονται από πνεύμα μυστικότητας εκ μέρους των εμπλεκομένων επιχειρήσεων, το οποίο δεν θα έπρεπε να επιβραβευθεί στο πλαίσιο υπολογισμού του προστίμου ( 21 ).
38.
Επομένως, λοιπόν, κρίσιμο είναι μόνον το ότι οι πωλήσεις που συνεκτιμήθηκαν για τον υπολογισμό του προστίμου είχαν πραγματοποιηθεί στην οικεία αγορά ( 22 ). Ακριβώς αυτός ο κύκλος εργασιών από τις πωλήσεις προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο της παραβάσεως συνιστά, όντως, την καλύτερη ένδειξη περί της οικονομικής σημασίας της παραβάσεως αυτής ( 23 ). Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η επιβολή της κατάλληλης κυρώσεως που θα συμβάλει στην αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά (βλ. σχετικά και σημεία 4 και 5 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006).
39.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Β — Επί της κρίσιμης συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου του 10 % για το πρόστιμο (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
40.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά των σκέψεων 410 έως 423 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και αφορά το ανώτατο όριο που ισχύει σε επίπεδο Ένωσης για τα πρόστιμα (καλούμενο ενίοτε και «ανώτατο όριο προσαρμογής»), όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003. Βάσει της εν λόγω διατάξεως, το πρόστιμο που επιβάλλεται σε επιχείρηση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών της κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.
41.
Κατά τις αναιρεσείουσες, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει τον ανωτέρω κανόνα, διότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την εξακρίβωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας για τη νομισματική μετατροπή από λίρα στερλίνας ( 24 ) σε ευρώ. Εάν το Γενικό Δικαστήριο δεν είχε στηριχθεί —όπως είχε πράξει προγενέστερα και η Επιτροπή— στη μέση συναλλαγματική ισοτιμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) κατά τη διάρκεια του τελευταίου οικονομικού έτους που περατώθηκε για την Pilkington πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, αλλά στην προτεινόμενη από την Pilkington τρέχουσα ισοτιμία κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, το ανώτατο όριο του 10 % θα ήταν χαμηλότερο και, ως εκ τούτου, το πρόστιμο της Pilkington θα ήταν επίσης χαμηλότερο.
1. Προκαταρκτική παρατήρηση
42.
Οι αιτιάσεις που προβάλλονται σε τούτο το πλαίσιο ανάγονται στο ότι η μητρική εταιρία της Pilkington έχει την έδρα της στο Ηνωμένο Βασίλειο και για τον λόγο αυτόν ο κύκλος εργασιών ολόκληρου του ομίλου Pilkington, που χρησιμοποιείται ως βάση υπολογισμού στην προκειμένη περίπτωση υπολογίστηκε σε λίρα στερλίνας. Εντούτοις, τα πρόστιμα που επιβάλλονται από την Επιτροπή ως κυρώσεις για παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων ορίζονται σε ευρώ. Απαιτείται λοιπόν νομισματική μετατροπή, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επιβληθέν πρόστιμο υπερβαίνει το εκ του νόμου προβλεπόμενο ανώτατο όριο του 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών της Pilkington κατά το τελευταίο οικονομικό έτος που περατώθηκε πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως.
43.
Οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, χωρίς να αμφισβητούνται, ότι ο συνολικός κύκλος εργασιών της Pilkington κατά το οικονομικό έτος από την 1η Απριλίου 2007 έως την 31η Μαρτίου 2008 ανήλθε σε 2,614 δισεκατομμύρια GBP. Αφετηρία, λοιπόν, για τον καθορισμό του ανώτατου ορίου του 10 % κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003 ήταν το ποσό των 261,4 εκατομμυρίων GBP (10 % των 2,614 δισεκατομμυρίων GBP).
44.
Εάν ο σχετικός υπολογισμός στηριχθεί στην κρίσιμη για την περίοδο εκείνη μέση ισοτιμία της ΕΚΤ για τη νομισματική μετατροπή (1 GBP = 1,415 EUR) —όπως έπραξαν η Επιτροπή και το Γενικό Δικαστήριο—, προκύπτει ανώτατο όριο ύψους 370,1 εκατομμυρίων ευρώ. Αντιθέτως, εάν ληφθεί υπόψη η συγκεκριμένη συναλλαγματική ισοτιμία της ΕΚΤ στις 12 Νοεμβρίου 2008, δηλαδή κατά την ημερομηνία εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως από την Επιτροπή (1 GBP = 1,2149 EUR ή 1 EUR = 0,82310 GBP) ( 25 ), προκύπτει σημαντικά χαμηλότερο ανώτατο όριο ύψους 317,5 εκατομμυρίων ευρώ.
45.
Στην πρώτη περίπτωση, το πρόστιμο των 357 εκατομμυρίων ευρώ που επέβαλε η Επιτροπή βάσει της διορθωτικής αποφάσεώς της είναι σαφώς κατώτερο του ανώτατου ορίου του 10 % ( 26 ), ενώ στη δεύτερη περίπτωση το πρόστιμο θα υπερέβαινε το ανώτατο όριο του 10 % σχεδόν κατά 40 εκατομμύρια ευρώ. Ακριβώς αυτή η διαφορά των σχεδόν 40 εκατομμυρίων ευρώ συνιστά το διακύβευμα της διαφωνίας μεταξύ των αντιδίκων ως προς την επιλογή της ορθής συναλλαγματικής ισοτιμίας για τη νομισματική μετατροπή στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως. Επιβάλλεται να διευκρινισθεί αν η Pilkington δύναται να επωφεληθεί από την υποχώρηση της αξίας της λίρας στερλίνας έναντι του ευρώ, η οποία σημειώθηκε κατά τον χρόνο που μεσολάβησε έως την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, ή αν η υποχώρηση αυτή συνιστά συναλλαγματικό κίνδυνο τον οποίο πρέπει να αναλάβει η Pilkington.
2. Επί των αιτιάσεων που προβάλλει η Pilkington
46.
Μολονότι οι αναιρεσείουσες αναγνωρίζουν ρητώς το δικαίωμα της Επιτροπής να ορίζει σε ευρώ τα πρόστιμα που επιβάλλει κατά το δίκαιο των συμπράξεων δυνάμει του άρθρου 23 του κανονισμού 1/2003, θεωρούν ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά τις εκτιμήσεις του σε σχέση με την κρίσιμη συναλλαγματική ισοτιμία για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου του 10 %.
47.
Οι σχετικές αιτιάσεις τους κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως μπορούν να διακριθούν σε δύο θεματικές κατηγορίες: αφενός, ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εκτίμησε δεόντως τον σκοπό του ανώτατου ορίου του 10 % (βλ. σχετικά, ακολούθως, ενότητα α) και, αφετέρου, ότι δεν εφάρμοσε τις επιταγές της ίσης μεταχειρίσεως και της ασφάλειας δικαίου (βλ. σχετικά, κατωτέρω, ενότητα β).
α) Ο σκοπός του ανώτατου ορίου του 10 %
48.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003, το ανώτατο όριο του 10 % εισάγει στον υπολογισμό των προστίμων κατά το δίκαιο των συμπράξεων ένα στοιχείο το οποίο έχει διακριτό και αυτοτελή σκοπό σε σχέση με τα θεμελιώδη κριτήρια της σοβαρότητας και της διάρκειας της παραβάσεως ( 27 ). Συγκεκριμένα, επιδιώκεται η συνεκτίμηση της ικανότητας των υπό εξέταση επιχειρήσεων για την καταβολή του προστίμου, καθώς και η αποφυγή προστίμων υπερβολικού και δυσανάλογου ύψους ( 28 ).
49.
Στο πλαίσιο του άρθρου 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003 είναι κρίσιμη η ικανότητα της επιχειρήσεως για την καταβολή του προστίμου κατά την ημερομηνία κατά την οποία κρίνεται ως υπεύθυνη για την παράβαση και της επιβάλλεται χρηματική κύρωση από την Επιτροπή ( 29 ).
50.
Αναμφίβολα, η ικανότητα επιχειρήσεως για την καταβολή του προστίμου θα λαμβανόταν υπόψη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο εάν μπορούσε να εκτιμηθεί με βάση την ακριβή ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής για την επιβολή του προστίμου. Τούτο όμως θα έθετε την Επιτροπή ενώπιον ανυπέρβλητων πρακτικών δυσχερειών: αφενός, κατά την έκδοση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου δεν υπάρχουν, κατά κανόνα, αριθμητικά στοιχεία του κύκλου εργασιών της οικείας επιχειρήσεως ενημερωμένα ανά ημέρα και σε καμία περίπτωση δεν υφίστανται τέτοια στοιχεία πιστοποιημένα και, επομένως, αξιόπιστα. Αφετέρου, οι εσωτερικές διαδικασίες για την έκδοση αποφάσεως της Επιτροπής —ιδίως η εκ του νόμου προβλεπόμενη λήψη της γνώμης της συμβουλευτικής επιτροπής ( 30 ), αλλά και η ανάγκη ενδοϋπηρεσιακής διαβουλεύσεως σχετικά με την καταλληλότητα, τη μέθοδο υπολογισμού και το ύψος της κυρώσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση ( 31 ) — καθιστούν αδύνατη τη συνεχή υποβολή και επεξεργασία νέων αριθμητικών στοιχείων έως και την τελευταία ημέρα.
51.
Ο νομοθέτης της Ένωσης έχει λάβει υπόψη το γεγονός αυτό και στο άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003 έχει ορίσει ότι το ένα δέκατο του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η οικεία επιχείρηση κατά το τελευταίο οικονομικό έτος που προηγήθηκε της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου συνιστά ποσό αναφοράς για την ικανότητα της να καταβάλει το πρόστιμο ( 32 ). Επομένως, προβλέπεται τρόπον τινά εκ του νόμου ότι η ικανότητα επιχειρήσεως για την καταβολή προστίμου προκύπτει από τα πιστοποιημένα αριθμητικά στοιχεία του κύκλου εργασιών της που αφορούν το τελευταίο πλήρες οικονομικό έτος πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου. Σε γενικές γραμμές, δηλαδή, η ικανότητα μιας επιχειρήσεως για την καταβολή προστίμου που προσδιορίσθηκε κατά τον τρόπο αυτόν δεν αναμένεται να μεταβληθεί ουσιωδώς στη διάρκεια των εβδομάδων ή των μηνών που θα μεσολαβήσουν μέχρι την έκδοση της αποφάσεως περί επιβολής του προστίμου και, ως εκ τούτου, τα αριθμητικά στοιχεία του κύκλου εργασιών του τελευταίου πλήρους οικονομικού έτους διατηρούν την αποδεικτική τους ισχύ.
52.
Πάντως, εφόσον συγκεκριμένο ποσοστό (10 %) του συνολικού κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε η οικεία επιχείρηση κατά το τελευταίο πλήρες οικονομικό έτος συνιστά ποσό αναφοράς για την ικανότητά της να καταβάλει πρόστιμο, πρέπει να θεωρηθεί κρίσιμη για τη νομισματική μετατροπή και η μέση συναλλαγματική ισοτιμία που ίσχυε κατά την εν λόγω περίοδο αναφοράς. Πράγματι, μόνον αυτή η συναλλαγματική ισοτιμία επιτρέπει την αξιολόγηση των αριθμητικών στοιχείων του κύκλου εργασιών εντός του πλαισίου από το οποίο προέρχονται και αντικατοπτρίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον συγκεκριμένο χρόνο ( 33 ). Τούτο ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο ( 34 ).
53.
Η μετατροπή αυτών των αριθμητικών στοιχείων του κύκλου εργασιών βάσει διαφορετικής συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταγενέστερης περιόδου θα μπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρή στρέβλωση της αποδεικτικής ισχύος τους: η εφαρμογή νεότερης συναλλαγματικής ισοτιμίας επί προγενέστερων αριθμητικών στοιχείων θα ισοδυναμούσε εν τέλει με σύγκριση ανόμοιων πραγμάτων.
54.
Ακόμη και από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου που επικαλούνται οι αναιρεσείουσες δεν προκύπτει καμία ένδειξη ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μεταγενέστερη συναλλαγματική ισοτιμία —πιο συγκεκριμένα, η τρέχουσα ισοτιμία κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου.
55.
Ασφαλώς, σε κάποιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει πράγματι ότι το ανώτατο όριο του 10 % δύναται να προστατεύσει σε ορισμένο βαθμό τις οικείες επιχειρήσεις από συναλλαγματικές διακυμάνσεις ( 35 ). Τούτο όμως δεν συνιστά αυτοτελή σκοπό του ανώτατου ορίου, αλλά επιμέρους πτυχή της προστασίας από πρόστιμα υπερβολικού και δυσανάλογου ύψους ( 36 ) που παρέχει στις οικείες επιχειρήσεις το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003.
56.
Επίσης, οι περιπτώσεις που έχουν εξετασθεί μέχρι τώρα στη νομολογία αφορούσαν μεταβολές συναλλαγματικής ισοτιμίας που είχαν συμβεί πριν από τη λήξη της περιόδου αναφοράς βάσει της οποίας υπολογίζεται το ανώτατο όριο του 10 % που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003 ( 37 ). Δηλαδή, το Δικαστήριο έχει συνεκτιμήσει, τρόπον τινά, καταστάσεις προγενέστερων περιόδων, αλλά δεν έχει λάβει υπόψη, όπως ζητεί εν προκειμένω η Pilkington, μεταγενέστερες εξελίξεις που προέκυψαν εβδομάδες ή μήνες μετά από τη λήξη του τελευταίου οικονομικού έτους που προηγήθηκε της εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως.
57.
Αντιθέτως προς την «εξέταση μεταγενέστερων εξελίξεων», η «συνεκτίμηση προγενέστερων καταστάσεων» είναι εύλογη για τους εξής λόγους: πρώτον, το στάδιο μεταξύ της λήξεως της παραβάσεως και του τελευταίου οικονομικού έτους που προηγείται της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου διαρκεί κατά κανόνα αρκετά έτη και, επομένως, η περίοδος αυτή είναι, ως εκ της φύσεως της, πιο ευάλωτη σε συναλλαγματικές διακυμάνσεις που μεταβάλλουν την ικανότητα επιχειρήσεως να καταβάλει πρόστιμο σε σύγκριση με την εν προκειμένω επίδικη περίοδο των αμέσως προηγούμενων εβδομάδων ή μηνών από την έκδοση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου. Δεύτερον, μόνο στο πλαίσιο της «συνεκτιμήσεως προγενέστερων καταστάσεων» μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακλόνητα αριθμητικά στοιχεία τα οποία —από κοινού με τις αντίστοιχες συναλλαγματικές ισοτιμίες για τη νομισματική μετατροπή— δύνανται να ληφθούν υπόψη εγκαίρως από την Επιτροπή για την έκδοση της αποφάσεώς της.
58.
Το μόνο στοιχείο που θα μπορούσε να συνιστά ένδειξη υπέρ της «εξετάσεως μεταγενέστερων εξελίξεων» και να υποδηλώνει κάποια σημασία των τρεχουσών συναλλαγματικών ισοτιμιών εντοπίζεται στη σχετικά παλαιά απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Sarrió κατά Επιτροπής. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση εκείνη το Γενικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε «ότι το ποσό του προστίμου μετατρεπόμενο σε εθνικό νόμισμα με την τιμή συναλλάγματος που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως δεν υπερβαίνει το 10 % του συνολικού κύκλου εργασιών τον οποίο πραγματοποίησε η προσφεύγουσα κατά το [τελευταίο οικονομικό έτος που προηγήθηκε της εκδόσεως της αποφάσεως]» ( 38 ).
59.
Όπως προκύπτει όμως η προσέγγιση αυτή δεν παγιώθηκε. Φρονώ, λοιπόν, ότι το Δικαστήριο ούτε τώρα πρέπει να ακολουθήσει αυτήν την ατραπό.
60.
Πέραν του προαναφερθέντος θεμελιώδους ζητήματος ότι η χρησιμοποίηση τρέχουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας θα είχε ως αποτέλεσμα να μετατραπούν, κατά τρόπο απαράδεκτο, προγενέστερα αριθμητικά στοιχεία του κύκλου εργασιών βάσει νεότερης ισοτιμίας που δεν προέρχεται από την ίδια χρονική περίοδο, εκτιμώ επίσης ότι ο υπολογισμός του Γενικού Δικαστηρίου, όπως έλαβε χώρα στην υπόθεση Sarrió κατά Επιτροπής, βάσει του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως είναι εντελώς ακατάλληλος και ανεφάρμοστος στην πράξη: στις υποθέσεις συμπράξεων, η απόφαση δημοσιεύεται κατά κανόνα πολύ αργότερα από την έκδοσή της, ενίοτε μάλιστα και μετά από την πάροδο ετών. Η Επιτροπή, λοιπόν, θα έπρεπε να διαθέτει μαντικές ικανότητες, προκειμένου να λάβει υπόψη τέτοια μελλοντική συναλλαγματική ισοτιμία ήδη κατά την έκδοση της αποφάσεώς της. Επίσης, δεν είναι προφανές κατά πόσον η συναλλαγματική ισοτιμία που ισχύει ειδικά κατά την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως δύναται να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την ικανότητα καταβολής προστίμου που διαθέτει η οικεία επιχείρηση κατά τον πολύ προγενέστερο χρόνο στον οποίο η Επιτροπή της επιβάλλει και εισπράττει το πρόστιμο.
61.
Κατά την εκτίμησή μου, η επίλυση του ζητήματος που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες πρέπει να αναζητηθεί σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο και συγκεκριμένα στο δημοσιονομικό δίκαιο της Ένωσης: εάν αποδειχθεί ότι η ικανότητα επιχειρήσεως για την καταβολή προστίμου μειώθηκε σημαντικά —λόγω συναλλαγματικών διακυμάνσεων ή και για άλλους λόγους— κατά την περίοδο που μεσολάβησε από τη λήξη του τελευταίου οικονομικού έτους έως τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής για την επιβολή προστίμου, το δημοσιονομικό δίκαιο προβλέπει τους κατάλληλους μηχανισμούς ώστε να αποτραπεί ο κίνδυνος υπέρμετρης επιβαρύνσεως της εν λόγω επιχειρήσεως στο πλαίσιο εισπράξεως του προστίμου που επέβαλε η Επιτροπή ( 39 ). Οι μηχανισμοί αυτοί καθιστούν δυνατή την εφαρμογή μέτρων προσαρμοσμένων στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, τα οποία κυμαίνονται από τη χορήγηση ευρύτερων προθεσμιών καταβολής έως και την πλήρη ή μερική παραίτηση από τη σχετική απαίτηση, αλλά οπωσδήποτε πρέπει να λαμβάνονται υπόψη δεόντως ενδεχόμενες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού (βλ., σχετικά, ιδίως τα άρθρα 89 και 91 των κανόνων εφαρμογής για τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ένωσης ( 40 )).
62.
Αντιθέτως προς την άποψη που υποστήριξε η Pilkington κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αντιταχθεί στην ανωτέρω προσέγγιση ότι οι μηχανισμοί που προβλέπει το δημοσιονομικό δίκαιο της Ένωσης ενεργοποιούνται μόνο σε άκρως εξαιρετικές περιπτώσεις. Πράγματι, οι οικείες επιχειρήσεις φέρουν όλους τους «συνήθεις» κινδύνους σε σχέση με την ικανότητά τους να καταβάλουν πρόστιμο, ιδίως τον συνήθη συναλλαγματικό κίνδυνο ( 41 ). Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω σε άλλο σημείο ( 42 ).
63.
Κατόπιν τούτου, τα επιχειρήματα των αναιρεσειουσών που αφορούν τον σκοπό του ανώτατου ορίου του 10 % δεν είναι βάσιμα.
β) Οι επιταγές της ίσης μεταχειρίσεως και της ασφάλειας δικαίου
64.
Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες επικαλούνται στην προκειμένη περίπτωση και τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ασφάλειας δικαίου. Κατά την εκτίμηση τους, από τις αρχές αυτές απορρέει επίσης ότι για τη νομισματική μετατροπή δεν είναι κρίσιμη η μέση συναλλαγματική ισοτιμία του τελευταίου οικονομικού έτους που περατώθηκε για την Pilkington πριν από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, αλλά η τρέχουσα ισοτιμία κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
i) Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως
65.
Αφενός, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου αντιβαίνει προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Θεωρούν ότι όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως ανεξαρτήτως του νομίσματος που χρησιμοποιούν για την τήρηση των λογιστικών τους βιβλίων. Τούτο δεν συνεκτιμήθηκε από το Γενικό Δικαστήριο.
66.
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, την οποία καθιερώνουν τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ( 43 ). Η ερμηνεία και η εφαρμογή της δεν είναι δυνατόν να διαφέρει για κάθε τομέα του δικαίου.
67.
Κατά πάγια νομολογία, η εν λόγω αρχή επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά ( 44 ).
68.
Έκφανση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί ακριβώς η αναγνώριση εκ μέρους του Δικαστηρίου, ειδικά για τον υπολογισμό των προστίμων κατά το δίκαιο των συμπράξεων, ότι το ανώτατο όριο του 10 % που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003 συνιστά όριο το οποίο εφαρμόζεται ομοιόμορφα σε όλες τις επιχειρήσεις ( 45 ).
69.
Εστιάζοντας στο εν προκειμένω επίμαχο ζήτημα, πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι η ικανότητα οποιασδήποτε επιχειρήσεως για την καταβολή προστίμου είναι φυσιολογικό να υποστεί ορισμένες διακυμάνσεις κατά την περίοδο μεταξύ της λήξεως του τελευταίου οικονομικού έτους και της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου. Τέτοιες διακυμάνσεις ενδέχεται να προκύψουν, παραδείγματος χάρη, από απρόβλεπτες μειώσεις του κύκλου εργασιών, αλλά μπορεί να οφείλονται και σε μεταβολές σχετικές με τη νομισματική μετατροπή, ιδίως όταν επιχείρηση —ανεξαρτήτως του τόπου στον οποίο έχει την έδρα της— πραγματοποιεί σημαντικό τμήμα του κύκλου εργασιών της σε αλλοδαπά νομίσματα.
70.
Ως προς τούτο, όλες οι επιχειρήσεις βρίσκονται στην ίδια θέση και τυγχάνουν ίσης μεταχειρίσεως από τον νομοθέτη της Ένωσης: συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003, τέτοιες διακυμάνσεις που αφορούν την ικανότητα καταβολής προστίμου δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ανώτατου ορίου του 10 %, ανεξαρτήτως του αν οι οικείες επιχειρήσεις πραγματοποιούν τον κύκλο εργασιών τους σε ευρώ ή σε άλλο νόμισμα. Συναφώς, λοιπόν, δεν μπορεί να υφίσταται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
71.
Βεβαίως, όσον αφορά τις επιχειρήσεις που δεν τηρούν τα αριθμητικά στοιχεία του κύκλου εργασιών τους σε ευρώ, αλλά σε αλλοδαπό νόμισμα, οι διακυμάνσεις της επιβαρύνσεως για την καταβολή προστίμου που οφείλονται σε μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά την περίοδο μεταξύ του τελευταίου οικονομικού έτους και της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής για την επιβολή προστίμου μπορεί να είναι πιο έντονες σε σύγκριση με επιχειρήσεις που τηρούν τα λογιστικά τους βιβλία σε ευρώ. Στο σημείο αυτό, λοιπόν, η κατάσταση των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους εκτός της ευρωζώνης ενδέχεται να διαφέρει από εκείνη των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες εντός της ζώνης του ευρώ.
72.
Εντούτοις, από το γεγονός και μόνον ότι η ρευστότητα των επιχειρήσεων με έδρα εκτός της ευρωζώνης είναι πιο ευάλωτη σε νομισματικές διακυμάνσεις από εκείνη των επιχειρήσεων με έδρα εντός της ευρωζώνης δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι πρώτες δικαιούνται να εξετασθεί εκ νέου η τρέχουσα ικανότητά τους να καταβάλουν πρόστιμο κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου με χρήση της ισχύουσας κατά τον χρόνο εκείνο συναλλαγματικής ισοτιμίας.
73.
Πράγματι, τέτοιες νομισματικές διακυμάνσεις αποτελούν έκφραση του συναλλαγματικού κινδύνου που πρέπει να φέρει κάθε επιχείρηση ( 46 ). Επιχείρηση εγκατεστημένη εκτός ευρωζώνης αναλαμβάνει εν γνώσει της τον κίνδυνο δυσμενούς νομισματικής εξελίξεως όπως απολαμβάνει και τα πλεονεκτήματα ενδεχόμενης ευνοϊκής νομισματικής εξελίξεως. Δεν είναι δυνατόν τέτοια επιχείρηση, επικαλούμενη την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, να μετακυλίει επιλεκτικώς στο κοινωνικό σύνολο μόνον τα τυχόν μειονεκτήματα που προκύπτουν από την εγκατάστασή της εκτός της ευρωζώνης.
74.
Παρεμπιπτόντως, πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και πριν από την εισαγωγή του ευρώ δεν διέτρεχαν τον ίδιο συναλλαγματικό κίνδυνο όλες οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνταν στην εσωτερική αγορά. Ασφαλώς, είναι ορθό ότι κατά τον χρόνο εκείνο η Επιτροπή έπρεπε να προβεί σε νομισματική μετατροπή για όλες τις επιχειρήσεις πριν επιβάλλει σε αυτές πρόστιμα, ενώ τούτο πλέον είναι αναγκαίο μόνο για τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες εκτός της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο και πριν από την εισαγωγή του ευρώ, οι επιχειρήσεις, ανάλογα με το κράτος της εγκαταστάσεώς τους, ήταν εκτεθειμένες σε διαφορετικής εντάσεως νομισματικές διακυμάνσεις και, επομένως, σε διαφορετικής σοβαρότητας συναλλαγματικούς κινδύνους.
ii) Η αρχή της ασφάλειας δικαίου
75.
Αφετέρου, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη δεόντως την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Κατά την εκτίμησή τους, κάθε επιχείρηση πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβλέψει στο δικό της νόμισμα τις οικονομικές επιβαρύνσεις που θα υποστεί σε περίπτωση επιβολής προστίμου από την Επιτροπή.
76.
Η αρχή της ασφάλειας δικαίου συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης και επιτάσσει, μεταξύ άλλων, κάθε ρύθμιση που έχει δυσμενείς συνέπειες έναντι ιδιωτών να είναι σαφής και επακριβής και η εφαρμογή της να μπορεί να προβλεφθεί από τους πολίτες ( 47 ). Οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν τα μέτρα τους ( 48 ).
77.
Στο ίδιο πνεύμα, το Δικαστήριο έχει επισημάνει, ειδικά σε σχέση με το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003, ότι τα πρόστιμα που επιβάλλονται από την Επιτροπή για παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων, δυνάμει της εν λόγω διατάξεως, υπόκεινται σε ένα αριθμητικά προσδιορίσιμο και απόλυτο ανώτατο όριο, ώστε το ανώτατο ποσό του προστίμου που μπορεί να επιβληθεί σε ορισμένη επιχείρηση να είναι εκ των προτέρων προσδιορίσιμο ( 49 ).
78.
Η έννοια της προβλεψιμότητας ενέχει κατ’ ανάγκη το στοιχείο της προγνώσεως. Οι προγνώσεις πρέπει να στηρίζονται σε υφιστάμενα δεδομένα του πρόσφατου παρελθόντος και όχι σε μελλοντικά δεδομένα τα οποία είναι ακόμη άγνωστα.
79.
Ως εκ τούτου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι επιχείρηση δύναται να προβλέψει καλύτερα το ανώτατο όριο του 10 % που ισχύει στην περίπτωσή της για τα πρόστιμα που επιβάλλονται κατά το δίκαιο των συμπράξεων δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003, εάν το ανώτατο αυτό όριο υπολογίζεται με βάση τη μέση συναλλαγματική ισοτιμία του τελευταίου πλήρους οικονομικού έτους και δεν στηρίζεται στη μελλοντική, μη υφιστάμενη ακόμη, συναλλαγματική ισοτιμία που θα ισχύει κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου.
80.
Συνεπώς, είναι απολύτως ορθή η επισήμανση του Γενικού Δικαστηρίου ( 50 ) ότι η εφαρμογή της μέσης συναλλαγματικής ισοτιμίας της ΕΚΤ η οποία αφορά το τελευταίο οικονομικό έτος που περατώθηκε για μια επιχείρηση πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου είναι σαφώς καταλληλότερη μέθοδος προς διαφύλαξη της ασφάλειας δικαίου, σε σύγκριση με τη χρήση της τρέχουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα ισχύει σε κάποιον μελλοντικό χρόνο, ήτοι κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου.
81.
Πράγματι, η εν λόγω μέση συναλλαγματική ισοτιμία διατηρείται σταθερή μετά τη λήξη του σχετικού οικονομικού έτους και δεν μεταβάλλεται πλέον, ενώ η τρέχουσα ισοτιμία εξαρτάται από μελλοντικές συγκυρίες και συγκεκριμένα από τον χρόνο που θα επιλέξει η Επιτροπή να εκδώσει την απόφασή της περί επιβολής προστίμου και από το οικονομικό καθεστώς εκείνης της χρονικής στιγμής. Επομένως, βάσει της μέσης συναλλαγματικής ισοτιμίας, κάθε επιχείρηση κατά της οποίας έχει στραφεί η Επιτροπή λόγω παραβάσεως των κανόνων περί συμπράξεων έχει τη δυνατότητα, ακόμη και πριν εκδοθεί η απόφαση που περατώνει τη διαδικασία, να υπολογίσει ακριβώς το μέγιστο ποσό σε ευρώ στο οποίο μπορεί να ανέλθει τυχόν πρόστιμο που θα της επιβληθεί.
82.
Οι αναιρεσείουσες αντιτείνουν ότι επιχειρήσεις που δεν πραγματοποιούν τον κύκλο εργασιών τους σε ευρώ δεν θα μπορούσαν να προβλέψουν την οικονομική επιβάρυνση που θα συνεπαγόταν η καταβολή προστίμου κατά το δίκαιο των συμπράξεων εξίσου εύστοχα με τις επιχειρήσεις που τηρούν τα λογιστικά τους βιβλία σε ευρώ.
83.
Η ανασφάλεια αυτή όμως οφείλεται στον συναλλαγματικό κίνδυνο τον οποίο φέρει πάντοτε, όπως προαναφέρθηκε ( 51 ), κάθε επιχείρηση που είναι εγκατεστημένη εκτός της ευρωζώνης. Επιπλέον: επιχείρηση η οποία επιδεικνύει την απαραίτητη πρόνοια επιβάλλεται να μεριμνά διαρκώς για ενδεχόμενες υποχρεώσεις με βάση το νόμισμα στο οποίο θα πρέπει να καλυφθούν στο μέλλον οι υποχρεώσεις αυτές. Συναφώς, δεν υφίσταται καμία ουσιαστική διαφορά μεταξύ προστίμου κατά το δίκαιο των συμπράξεων, το οποίο μπορεί να επιβληθεί από την Επιτροπή, και κινδύνων αστικής ευθύνης που ενδέχεται να βαρύνουν την οικεία επιχείρηση στο πλαίσιο διαδικασιών ενώπιον εθνικών δικαστηρίων.
84.
Σε περίπτωση που επιχείρηση ελέγχεται από την Επιτροπή για την πιθανή συμμετοχή της σε σύμπραξη στο πλαίσιο διαδικασίας βάσει του κανονισμού 1/2003, είναι προς το συμφέρον της επιχειρήσεως, κατά τη διάρκεια εξελίξεως της σχετικής διαδικασίας, να δημιουργήσει αποθεματικό σε ευρώ προς εξόφληση ενδεχόμενου προστίμου σύμφωνα με τα αριθμητικά στοιχεία του κύκλου εργασιών της για το τελευταίο πλήρες οικονομικό έτος ή να εξασφαλίσει τουλάχιστον, μέσω συμφωνιών με πιστωτικά ιδρύματα, ότι κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου θα διαθέτει την αναγκαία ρευστότητα σε ευρώ μέχρι το ανώτατο όριο του 10 % που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003.
85.
Εάν η οικεία επιχείρηση δεν λάβει τέτοια προληπτικά μέτρα, επαφίεται εν τέλει σε μια διαδικασία τυχαίου κέρδους που μπορεί να προέλθει από τη συναλλαγματική εξέλιξη και αναλαμβάνει εν γνώσει της τον κίνδυνο ότι σε μεταγενέστερο στάδιο οι όροι προμήθειας συναλλάγματος για την εξόφληση ενδεχόμενου προστίμου μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που ίσχυαν κατά τη λήξη του τελευταίου οικονομικού έτους πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου.
86.
Όπως έχει διαπιστώσει ήδη το Δικαστήριο, σε διαφορετικό πλαίσιο, οι νομισματικές διακυμάνσεις αποτελούν αστάθμητο παράγοντα δυνάμενο να δημιουργήσει πλεονεκτήματα όπως και μειονεκτήματα ( 52 ). Η ύπαρξη τέτοιων νομισματικών διακυμάνσεων δεν επηρεάζει, αυτή καθαυτήν, το κύρος του ποσού ενός προστίμου που καθορίζεται νομίμως ( 53 ).
3. Ενδιάμεσο συμπέρασμα
87.
Κατόπιν τούτου, λοιπόν, η εφαρμογή της μέσης συναλλαγματικής ισοτιμίας του τελευταίου οικονομικού έτους που περατώθηκε για την οικεία επιχείρηση πριν από την έκδοση της αποφάσεως περί επιβολής προστίμου, προκειμένου να πραγματοποιηθεί η νομισματική μετατροπή στο πλαίσιο προσδιορισμού του ανώτατου ορίου του 10 % για τα πρόστιμα που προβλέπει το δίκαιο των συμπράξεων, δεν αντιβαίνει ούτε στον σκοπό του άρθρου 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003 ούτε στις γενικές αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της ασφάλειας δικαίου. Το σχετικό συμπέρασμα του Γενικού Δικαστηρίου ( 54 ) δεν πάσχει πλάνη περί το δίκαιο. Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Γ — Επί ορισμένων γενικών αρχών του δικαίου και εκτιμήσεων σχετικών με το κράτος δικαίου (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
88.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως έχει ως αντικείμενο ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου και δικαιοκρατικές εκτιμήσεις, την παραβίαση των οποίων προσάπτουν οι αναιρεσείουσες στο Γενικό Δικαστήριο. Στο πλαίσιο αυτό, οι αναιρεσείουσες βάλλουν, αφενός, κατά των σκέψεων 396 έως 402 και, αφετέρου, κατά των σκέψεων 434, 438 και 440 έως 444 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως επικεντρώνεται μόνο στις νομικές επιταγές που απορρέουν από τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας (βλ. σχετικά, ακολούθως, ενότητα 1), ενώ το δεύτερο σκέλος αφορά την πλήρη δικαιοδοσία του Γενικού Δικαστηρίου (βλ., κατωτέρω, ενότητα 2).
89.
Η επιχειρηματολογία των αναιρεσειουσών και για τα δύο σκέλη τούτου του λόγου αναιρέσεως στηρίζεται κυρίως στη μελέτη συμβουλευτικής εταιρίας που υποβλήθηκε από την Pilkington στην πρωτοβάθμια διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά τις αναιρεσείουσες, από τη μελέτη αυτή συνάγεται το συμπέρασμα ότι η οικονομική κατάσταση της Pilkington επιδεινώθηκε σημαντικά λόγω του προστίμου που της επέβαλε η Επιτροπή.
90.
Φρονώ, εκ προοιμίου, ότι ο τρόπος κατά τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο προσέγγισε την εν λόγω μελέτη ήταν απολύτως εύλογος και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από νομικής απόψεως. Ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη μελέτη αυτή μόνο στο πλαίσιο της πλήρους δικαιοδοσίας του που του παρέχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει επίσης πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προέκυψαν μετά από την έκδοση της επίδικης αποφάσεως ( 55 ). Επίσης ορθώς όμως το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τούτη τη μελέτη στο πλαίσιο εξετάσεως της νομιμότητας της επίδικης αποφάσεως, διότι στο εν λόγω πλαίσιο μπορούν να εξετασθούν μόνον τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της και η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεώς της ( 56 ).
1. Οι αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας (πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως)
91.
Πρώτον, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη δεόντως τις νομικές επιταγές που απορρέουν από τις γενικές αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας. Προβάλλουν μια «πρόδηλη διαφοροποίηση» όσον αφορά την επιβάρυνση που συνεπάγονταν για κάθε μετέχοντα στη σύμπραξη οι κυρώσεις τις οποίες επέβαλε η Επιτροπή. Η Pilkington εκτιμά ότι οι κυρώσεις που της επιβλήθηκαν είναι πολύ αυστηρότερες από εκείνες των λοιπών επιχειρήσεων που μετείχαν στη σύμπραξη, καθόσον το δικό της πρόστιμο καλύπτει πολύ υψηλότερο ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών της σε σύγκριση προς τους άλλους μετέχοντες στη σύμπραξη οι οποίοι διέθεταν μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων.
92.
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο ορθώς υπενθυμίζει ( 57 ) ότι τα τελικά ποσά των προστίμων για τις οικείες επιχειρήσεις δεν επιβάλλεται να αντανακλούν κάθε διαφοροποίηση μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών όσον αφορά τον συνολικό ή τον σχετικό κύκλο εργασιών τους ( 58 ). Πράγματι, πέραν του ανώτατου ορίου του 10 % που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003, ο υπολογισμός των προστίμων κατά το δίκαιο των συμπράξεων δεν συνιστά μηχανική διαδικασία βάσει της οποίας η κύρωση θα έπρεπε, κατ’ ανάγκη, να τελεί σε συγκεκριμένη αναλογία προς τον εκάστοτε συνολικό κύκλο εργασιών καθεμίας εκ των οικείων επιχειρήσεων.
93.
Ασφαλώς, είναι ορθό ότι, κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1/2003, η Επιτροπή δεν είναι απολύτως ελεύθερη, αλλά υπόκειται σε δικαιοδοτικό έλεγχο ως προς την τήρηση των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης και τον σεβασμό των κατοχυρωμένων από την έννομη τάξη της Ένωσης θεμελιωδών δικαιωμάτων ( 59 ), ιδίως των γενικών αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας ( 60 ).
94.
Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο έλαβε δεόντως υπόψη τις νομικές επιταγές που απορρέουν από αμφότερες τις ανωτέρω αρχές.
α) Οι νομικές επιταγές της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
95.
Καταρχάς, όπως επισημάνθηκε ήδη ( 61 ), η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό και διαφορετικές καταστάσεις καθ’ όμοιο τρόπο, εκτός αν τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς.
96.
Κατά κανόνα, στο πλαίσιο επιβολής κυρώσεων για παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως τηρείται όταν για όλους τους μετέχοντες στη σύμπραξη εφαρμόζονται τα ίδια κριτήρια για τον υπολογισμό των προστίμων που τους επιβάλλονται ( 62 ), ώστε να μην χρησιμοποιούνται δύο διαφορετικά μέτρα προκειμένου να κριθεί από ποιοτικής απόψεως η ίδια παράβαση των κανόνων περί συμπράξεων ( 63 ). Συναφώς, το γεγονός και μόνον ότι το πρόστιμο που επιβάλλεται εν τέλει σε επιχείρηση ανέρχεται στο 10 % του κύκλου εργασιών της, δηλαδή προσεγγίζει ή και ισούται με το εκ του νόμου οριζόμενο ανώτατο όριο (άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003), μολονότι το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο για τους λοιπούς μετέχοντες στη σύμπραξη, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ( 64 ).
97.
Εντούτοις, στην υπό κρίση υπόθεση, οι αναιρεσείουσες ζητούν ειδική μεταχείριση για την Pilkington, ώστε το πρόστιμο που της επιβλήθηκε να μειωθεί σε μικρότερο ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών της. Κατά συνέπεια, προσάπτουν στο Γενικό Δικαστήριο ότι τους στέρησε αυτήν την ειδική μεταχείριση.
98.
Παρέκκλιση από την κλασική μέθοδο υπολογισμού των προστίμων μπορεί να δικαιολογηθεί, ενδεχομένως, εάν η μέθοδος υπολογισμού που εφαρμόζει η Επιτροπή βάσει των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 δεν καθιστά δυνατή την επαρκή διαφοροποίηση των προστίμων που επιβάλλονται σε κάθε μετέχοντα στη σύμπραξη, λαμβανομένης υπόψη της διάρκειας και της σοβαρότητας κάθε εξατομικευμένης συμμετοχής στη σύμπραξη, καθώς και υπό το πρίσμα τυχόν ελαφρυντικών ή επιβαρυντικών περιστάσεων ( 65 ). Στην προκειμένη περίπτωση όμως ουδόλως υφίστανται τέτοιες ενδείξεις και οι αναιρεσείουσες δεν προέβαλαν καμία σχετική αιτίαση.
99.
Εξάλλου, το αν η θέση της Pilkington διαφέρει σημαντικά από εκείνη των λοιπών μετεχόντων στη σύμπραξη λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων, ώστε να επιβάλλεται ειδική μεταχείριση κατά τον υπολογισμό του προστίμου, συνιστά εν τέλει ζήτημα εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων. Κατά πάγια νομολογία ( 66 ), η εκτίμηση αυτή απόκειται μόνο στο Γενικό Δικαστήριο και δεν δύναται να ελεγχθεί εκ νέου από το Δικαστήριο στο στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, με εξαίρεση την περίπτωση ενδεχόμενης παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων, η οποία όμως δεν προβάλλεται εν προκειμένω.
100.
Για λόγους πληρότητας, θα ήθελα να επισημάνω συμπληρωματικώς ότι, κατά την εκτίμησή μου, αυτή και μόνον η έντονη εξειδίκευση της Pilkington στους υαλοπίνακες οχημάτων και η μικρότερη ποικιλία προϊόντων που διαθέτει σε σύγκριση με τους λοιπούς μετέχοντες στη σύμπραξη δεν αρκεί για να δικαιολογήσει την εφαρμογή ιδιαίτερων κριτηρίων κατά τον υπολογισμό του προστίμου που αναλογεί στην Pilkington. Αντιθέτως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ορθώς ότι επιχείρηση όπως η Pilkington, η οποία στηρίζει ιδιαιτέρως μεγάλο ποσοστό του κύκλου εργασιών της στα προϊόντα που καλύπτονται από τη σύμπραξη, ωφελείται αντιστοίχως περισσότερο από τις αποδόσεις που μπορούν να καρπωθούν οι μετέχοντες στη σύμπραξη ως αποτέλεσμα της συμπαιγνιακής συμπεριφοράς τους. Υπό αυτό το πρίσμα, επ’ ουδενί είναι άδικη η επιβολή προστίμου από την Επιτροπή το οποίο καλύπτει μεγαλύτερο ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών της εν λόγω επιχειρήσεως από το αντίστοιχο ποσοστό των λοιπών μετεχόντων στη σύμπραξη.
101.
Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται ούτε από το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις στο παρελθόν, η Επιτροπή έχει προβεί σε μειώσεις προστίμων λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του επιχειρηματικού μοντέλου μεμονωμένων μετεχόντων στη σύμπραξη. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι προγενέστερες αποφάσεις της Επιτροπής δεν αποτελούν μέρος του νομικού πλαισίου που διέπει την επιβολή προστίμων στο δίκαιο του ανταγωνισμού ( 67 ).
102.
Όσον αφορά ειδικά την υπόθεση Almamet στην οποία παραπέμπουν οι αναιρεσείουσες, η θέση της επιχειρήσεως εκείνης διακρινόταν λόγω ιδιαιτεροτήτων οι οποίες δεν υφίστανται στον ίδιο βαθμό στην περίπτωση της Pilkington ( 68 ) —τουλάχιστον βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που έχουν στη διάθεσή τους τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης.
103.
Επομένως, η αιτίαση περί αθετήσεως των νομικών επιταγών που απορρέουν από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
β) Οι νομικές επιταγές της αρχής της αναλογικότητας
104.
Εν συνεχεία, ως προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 49, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ( 69 ), γίνεται δεκτό ότι αυτή πρέπει να τηρείται επίσης κατά την επιβολή προστίμων για παραβάσεις των κανόνων περί συμπράξεων ( 70 ).
105.
Συναφώς, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε τις νομικές επιταγές της αρχής της αναλογικότητας όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του προστίμου που επέβαλε η Επιτροπή και του συνολικού κύκλου εργασιών της Pilkington.
106.
Το ως άνω αναφερθέν ( 71 ) ανώτατο όριο του 10 % που προβλέπει το άρθρο 23, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1/2003 εξασφαλίζει, καταρχήν, ότι τα πρόστιμα που ορίζει η Επιτροπή για τους μετέχοντες στη σύμπραξη είναι ευλόγως ανάλογα προς την ικανότητά αυτών να τα καταβάλουν και ότι δεν επιβάλλονται πρόστιμα υπερβολικού και δυσανάλογου ύψους ( 72 ). Εφόσον τηρείται αυτό το ανώτατο όριο, συντρέχει τεκμήριο ότι το πρόστιμο δεν επιβαρύνει κατά τρόπο δυσανάλογο την ικανότητα καταβολής της οικείας επιχειρήσεως.
107.
Από το γεγονός και μόνον ότι ένα πρόστιμο συνιστά —ενδεχομένως σημαντική— οικονομική επιβάρυνση για την οικεία επιχείρηση και οδηγεί σε προσωρινή μείωση της οικονομικής της ισχύος, επ’ ουδενί μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το πρόστιμο είναι δυσανάλογα υψηλό. Απεναντίας, η κύρωση που επιβάλλεται σε επιχείρηση υπό μορφή προστίμου οφείλει να είναι αισθητή, ώστε να αναπτύξει το ειδικό και το γενικό αποτρεπτικό της αποτέλεσμα (βλ., σχετικά, και σημείο 4 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006). Ο σκοπός αυτός θα ήταν αδύνατο να επιτευχθεί εάν επιχείρηση μπορούσε να ανταποκριθεί τρόπον τινά στην επιβληθείσα κύρωση μόνον από τα τρέχοντα έσοδά της.
108.
Εάν η μείωση της οικονομικής ισχύος της οικείας επιχειρήσεως, που ενδέχεται να προκληθεί από την επιβολή προστίμου κατά το δίκαιο των συμπράξεων, γινόταν δεκτή ως λόγος περιορισμού της σχετικής κυρώσεως, τούτο θα οδηγούσε στο παράδοξο αποτέλεσμα ότι η εν λόγω επιχείρηση θα επιβραβευόταν με αδικαιολόγητο οικονομικό πλεονέκτημα για τη διάπραξη εκ μέρους της σοβαρής παραβάσεως των κανόνων του ανταγωνισμού ( 73 ). Πάντως, σε περίπτωση που επιχείρηση αντιμετωπίσει, κατά τρόπο μη αναμενόμενο, δυσχέρειες καταβολής, το δημοσιονομικό δίκαιο της Ένωσης προβλέπει, όπως αναφέρθηκε ήδη ( 74 ), κατάλληλες διεξόδους.
109.
Κατόπιν τούτου, η αιτίαση περί αθετήσεως των νομικών επιταγών που απορρέουν από την αρχή της αναλογικότητας είναι εξίσου αβάσιμη με την αιτίαση που αφορούσε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
2. Η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου (δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως)
110.
Τέλος, στο πλαίσιο αυτού του τρίτου λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να ασκήσει στον επιβαλλόμενο βαθμό την πλήρη δικαιοδοσία του δυνάμει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 31 του κανονισμού 1/2003.
111.
Πέτρα του σκανδάλου, εν προκειμένω, αποτελούν κυρίως οι εκτιμήσεις στις σκέψεις 442 και 443 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Γενικό Δικαστήριο δέχεται ότι το πρόστιμο που επιβάλλει η Επιτροπή δύναται να μειωθεί λόγω των αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων που προκαλεί στην οικεία επιχείρηση μόνον «υπό εξαιρετικές περιστάσεις» και «όταν τούτο δικαιολογείται από υπέρτερο συμφέρον» ( 75 ). Με την επισήμανση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο περιορίσθηκε, κατά τις αναιρεσείουσες, κατά τρόπο μη σύννομο σε μια ιδιαιτέρως «επιφανειακή άσκηση» της πλήρους δικαιοδοσίας του ( 76 ).
112.
Η άσκηση της πλήρους δικαιοδοσίας εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ελέγχεται από το Δικαστήριο μόνον ως προς την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης ( 77 ). Τέτοια πλάνη υφίσταται, πρώτον, εάν το Γενικό Δικαστήριο έχει υπερβεί το εύρος των αρμοδιοτήτων που διαθέτει βάσει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ ( 78 ), δεύτερον, εάν δεν έχει εξετάσει εκτενώς όλα τα κρίσιμα στοιχεία ( 79 ) και, τρίτον, εάν έχει εφαρμόσει εσφαλμένα νομικά κριτήρια ( 80 ), λαμβανομένων υπόψη κυρίως των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως ( 81 ) και της αναλογικότητας ( 82 ).
113.
Εν προκειμένω, η προβαλλόμενη από τις αναιρεσείουσες αιτίαση περί επιφανειακής προσεγγίσεως όσον αφορά την «pleine jurisdiction» εμπίπτει στην πρώτη εκ των ανωτέρω κατηγοριών: εν τέλει, δηλαδή, προσάπτεται στο Γενικό Δικαστήριο ότι υπερέβη το εύρος των αρμοδιοτήτων που διαθέτει βάσει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ ( 83 ).
114.
Στην πράξη, οι αρμοδιότητες αυτές έχουν πολύ μεγάλο εύρος: βάσει του άρθρου 261 ΣΛΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο έχει την εξουσία, πέραν του απλού ελέγχου νομιμότητας του προστίμου που όρισε η Επιτροπή κατά το δίκαιο των συμπράξεων, να προβαίνει στη δική του εκτίμηση ως προς το ποσό του προστίμου αυτού, υποκαθιστώντας την αρχική εκτίμηση της Επιτροπής ( 84 ). Δύναται δηλαδή να καταργήσει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ακόμη και για απλούς λόγους σκοπιμότητας χωρίς να απαιτείται να ακυρώσει προηγουμένως την προσβαλλόμενη απόφαση ( 85 ). Επομένως, η άσκηση της πλήρους αρμοδιότητας δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη τη διαπίστωση πλάνης περί το δίκαιο.
115.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Γενικό Δικαστήριο έχει πλήρη επίγνωση της δυνατότητας που του παρέχει το άρθρο 261 ΣΛΕΕ ( 86 ). Το Γενικό Δικαστήριο επ’ ουδενί δέχθηκε ότι μπορεί να προβεί σε μείωση του προστίμου που επέβαλε η Επιτροπή μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Αντιθέτως, δέχθηκε ότι τέτοια μείωση οφειλόμενη ειδικά στον εικαζόμενο περιορισμό της οικονομικής ισχύος της οικείας επιχειρήσεως είναι εύλογη μόνον υπό εξαιρετικές περιστάσεις.
116.
Δηλαδή, στην υπό κρίση υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε την επιχειρηματολογία της Pilkington σχετικά με την επιδείνωση της οικονομικής ισχύος της, συμπεριλαμβανομένης και της μελέτης της συμβουλευτικής εταιρίας που υπέβαλε η Pilkington. Συναφώς όμως δεν στηρίχθηκε σε —εσφαλμένες— νομικές εκτιμήσεις, αλλά σε εκτιμήσεις σκοπιμότητας και έκρινε ότι δεν απαιτείται μείωση του προστίμου. Τούτο καθίσταται ιδιαιτέρως σαφές, εάν ληφθεί υπόψη το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου το Γενικό Δικαστήριο προέβη στις επισημάνσεις του επί των «εξαιρετικών περιστάσεων»: το Γενικό Δικαστήριο διατύπωσε την ανησυχία του ότι η αποτελεσματικότητα της πολιτικής ανταγωνισμού της Ένωσης θα μπορούσε να πληγεί εάν τα πρόστιμα κατά το δίκαιο των συμπράξεων δεν ήταν αρκούντως αυστηρά για τις οικείες επιχειρήσεις ( 87 ).
117.
Όπως υπονοήθηκε ήδη ( 88 ), τέτοιου είδους προσέγγιση δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από νομικής απόψεως. Εξάλλου, συμπίπτει πλήρως με την πολιτική ανταγωνισμού της Ένωσης η οποία προσδιορίζεται από την Επιτροπή στις κατευθυντήριες γραμμές του 2006 ( 89 ). Ασφαλώς, τέτοιες κατευθυντήριες γραμμές δεν είναι δεσμευτικές για τη δικαστική εξουσία, αλλά τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης μπορούν να τις λαμβάνουν υπόψη κατά την άσκηση της πλήρους αρμοδιότητάς τους ( 90 ).
118.
Συνεπώς, λοιπόν, το Γενικό Δικαστήριο άσκησε ορθώς την πλήρη δικαιοδοσία του. Το Δικαστήριο, ως αναιρετικό δικαιοδοτικό όργανο, δεν μπορεί να προβεί, καταρχήν, σε περαιτέρω εκτίμηση του προστίμου όσον αφορά την αναλογικότητά του. Παρέμβαση του Δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο σε άκρως εξαιρετικές περιπτώσεις και συγκεκριμένα όταν «η αυστηρότητα της κύρωσης είναι όχι απλώς μη ενδεδειγμένη, αλλά και υπερβολική σε σημείο που να είναι δυσανάλογη» ( 91 ). Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν υφίσταται καμία ένδειξη τόσο έντονης και πρόδηλης δυσαναλογίας μεταξύ παραβάσεως και κυρώσεως, ώστε να απαιτείται διόρθωση εκ μέρους του Δικαστηρίου ως αναιρετικού δικαιοδοτικού οργάνου.
119.
Κατά συνέπεια, το τελευταίο αυτό σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως στερείται επίσης κάθε προοπτικής ευδοκιμήσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι στο σύνολό του αβάσιμος.
Δ — Σύνοψη
120.
Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους αναιρέσεως που προβάλλουν οι αναιρεσείουσες δεν μπορεί να γίνει δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
VI – Έξοδα
121.
Κατά το άρθρο 184, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των εξόδων.
122.
Από το άρθρο 138, παράγραφοι 1 και 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 184, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας προκύπτει ότι ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου· όταν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Δικαστήριο αποφασίζει για την κατανομή των εξόδων. Εφόσον η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα και οι τελευταίες ηττήθηκαν, οι αναιρεσείουσες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα. Οι αναιρεσείουσες ευθύνονται εις ολόκληρον για την καταβολή των εξόδων, διότι άσκησαν από κοινού την αίτηση αναιρέσεως.
VII – Πρόταση
123.
Κατόπιν των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Απόφαση της Επιτροπής της 12ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με διαδικασία βάσει του άρθρου 81 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του άρθρου 53 της συμφωνίας ΕΟΧ, C(2008) 6815 τελικό (υπόθεση COMP/39.125 — Υαλοπίνακες οχημάτων, περιληπτικώς δημοσιευμένη σε ΕΕ 2009, C 173, σ. 13)· διορθώθηκε με την απόφαση C(2009) 863 τελικό της 11ης Φεβρουαρίου 2009 και με την απόφαση C(2013) 1119 τελικό της 28ης Φεβρουαρίου 2013.
( 3 ) Απόφαση Pilkington Group κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑72/09, EU:T:2014:1094).
( 4 ) Υπόθεση AGC Glass Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑517/15 P, ΕΕ 2015, C 398, σ. 20).
( 5 ) Κρίσιμο είναι μόνον το νομικό καθεστώς προ της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, διότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε πριν από την 1η Δεκεμβρίου 2009.
( 6 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 [ΕΚ] και 82 [ΕΚ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1), στο εξής: κανονισμός 1/2003.
( 7 ) Κατευθυντήριες γραμμές για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 23 παράγραφος 2 σημείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 (ΕΕ 2006, C 210, σ. 2), στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 2006.
( 8 ) Στο εξής και με τη συντομογραφία EUR.
( 9 ) Το Γενικό Δικαστήριο στηρίζει την κρίση του αυτή σχετικά με τα έξοδα στο γεγονός ότι, αφού είχε ήδη εκκινήσει η πρωτοβάθμια διαδικασία ενώπιόν του, η Επιτροπή εξέδωσε την τροποποιητική απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013 (βλ. ανωτέρω σημείο 15 και υποσημείωση 2) με την οποία διόρθωσε δύο σφάλματα σε σχέση με τον υπολογισμό των προστίμων (σκέψεις 448 και 449 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
( 10 ) Αποφάσεις Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, EU:C:2013:464, σκέψη 76), Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψεις 57 και 59), Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (C‑286/13 P, EU:C:2015:184, σκέψεις 148 και 149), LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψεις 53 και 55), InnoLux κατά Επιτροπής (C‑231/14 P, EU:C:2015:451, σκέψη 50), AC-Treuhand κατά Επιτροπής (C‑194/14 P, EU:C:2015:717, σκέψη 64) και Toshiba Corporation κατά Επιτροπής (C‑373/14 P, EU:C:2016:26, σκέψη 85).
( 11 ) Αποφάσεις Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, EU:C:2013:464, σκέψη 77), Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 58), LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 54) και InnoLux κατά Επιτροπής (C‑231/14 P, EU:C:2015:451, σκέψη 62).
( 12 ) Αποφάσεις Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, EU:C:2013:464, σκέψη 76), Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 57), Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (C‑286/13 P, EU:C:2015:184, σκέψη 148), καθώς και LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 53).
( 13 ) Συναφώς, απόφαση LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 57).
( 14 ) Αποφάσεις Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, EU:C:2013:464, σκέψη 76), Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 57), Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (C‑286/13 P, EU:C:2015:184, σκέψη 148), LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 53) και InnoLux κατά Επιτροπής (C‑231/14 P, EU:C:2015:451, σκέψη 55).
( 15 ) Συναφώς, απόφαση LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 57), όπου το Δικαστήριο αποσαφηνίζει ότι το σημείο 13 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 αφορά «και τις πωλήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην αγορά με την οποία σχετίζεται η παράβαση».
( 16 ) Βλ. σχετικά, εκ νέου, ανωτέρω σημείο 26 των παρουσών προτάσεων και την υποσημείωση 10.
( 17 ) Αποφάσεις Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, EU:C:2013:464, σκέψη 77), Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 58), LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 54) και InnoLux κατά Επιτροπής (C‑231/14 P, EU:C:2015:451, σκέψη 62).
( 18 ) Σκέψεις 224 και 226 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 19 ) Ακόμη και οι συμφωνίες για τη λειτουργία συμπράξεως που εν τέλει δεν εφαρμόσθηκαν από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή δεν είχαν το επιθυμητό αποτέλεσμα στην αγορά αποτελούν παραβάσεις των κανόνων του ανταγωνισμού οι οποίες μπορούν και πρέπει να τύχουν κυρώσεων εκ μέρους των αρχών ανταγωνισμού.
( 20 ) Επί της σημασίας του κριτηρίου νοθεύσεως του ανταγωνισμού, βλ. και τις αποφάσεις LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 63) και InnoLux κατά Επιτροπής (C‑231/14 P, EU:C:2015:451, σκέψη 61).
( 21 ) Αποφάσεις Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, EU:C:2013:464, σκέψη 77), Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 58) και LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 54).
( 22 ) Βλ. σχετικά, εκ νέου, απόφαση LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 57) και την αναφορά στις «πωλήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στην αγορά με την οποία σχετίζεται η παράβαση».
( 23 ) Αποφάσεις Team Relocations κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑444/11 P, EU:C:2013:464, σκέψεις 75 έως 78), Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψεις 57 έως 59), Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (C‑286/13 P, EU:C:2015:184, σκέψεις 148 και 149), LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψεις 53 έως 58 και 64), καθώς και InnoLux κατά Επιτροπής (C‑231/14 P, EU:C:2015:451, σκέψη 51).
( 24 ) Στο εξής και με τη συντομογραφία GBP.
( 25 ) ΕΕ 2008, C 290, σ. 6.
( 26 ) Ακόμη και το ποσό των 370 εκατομμυρίων ευρώ που καθορίσθηκε αρχικώς είναι κατώτερο —έστω και οριακά— του ανώτατου ορίου του 10 %, εάν χρησιμοποιηθεί η μέση συναλλαγματική ισοτιμία.
( 27 ) Απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 282).
( 28 ) Αποφάσεις Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (100/80 έως 103/80, EU:C:1983:158, σκέψεις 119 και 121), Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 280 και 281), Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (C‑76/06 P, EU:C:2007:326, σκέψη 24) και YKK κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑408/12 P, EU:C:2014:2153, σκέψη 63).
( 29 ) Απόφαση YKK κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑408/12 P, EU:C:2014:2153, σκέψη 63).
( 30 ) Άρθρο 14 του κανονισμού 1/2003.
( 31 ) Οι αποφάσεις περί επιβολής προστίμου που λαμβάνει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003 εκδίδονται με βάση την αρχή της συλλογικότητας (βλ. άρθρο 1 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, καθώς και άρθρο 17, παράγραφος 6, στοιχείο βʹ, ΣΕΕ και άρθρο 250 ΣΛΕΕ).
( 32 ) Στο ίδιο πνεύμα και η απόφαση YKK κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑408/12 P, EU:C:2014:2153, σκέψη 64, πρώτη περίοδος).
( 33 ) Το ζήτημα με βάση ποια συναλλαγματική ισοτιμία υπολογίζεται ο κύκλος εργασιών των μεμονωμένων εταιριών ενός ομίλου κατά τον προσδιορισμό του συνολικού κύκλου εργασιών του εν λόγω ομίλου —βάσει της μέσης συναλλαγματικής ισοτιμίας του σχετικού οικονομικού έτους ή βάσει της ισοτιμίας που ισχύει σε συγκεκριμένη ημερομηνία— δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας και δεν τέθηκε ως ζήτημα καθ’ οιονδήποτε τρόπο από κανέναν διάδικο. Για τον λόγο αυτόν δεν θα εξετάσω τούτο το ζήτημα ούτε στο πλαίσιο των παρουσών προτάσεων.
( 34 ) Σκέψη 415 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 35 ) Αποφάσεις Enso Española κατά Επιτροπής (C‑282/98 P, EU:C:2000:628, σκέψη 59), Sarrió κατά Επιτροπής (C‑291/98 P, EU:C:2000:631, σκέψη 89) και Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 606).
( 36 ) Βλ. σχετικά, ανωτέρω, σημείο 48 των παρουσών προτάσεων και υποσημείωση 28.
( 37 ) Τούτο προκύπτει με ιδιαίτερη σαφήνεια από την απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 605).
( 38 ) Απόφαση Sarrió κατά Επιτροπής (T‑334/94, EU:T:1998:97, σκέψη 403).
( 39 ) Στο ίδιο πνεύμα και οι αποφάσεις Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (100/80 έως 103/80, EU:C:1983:158, σκέψη 135).
( 40 ) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ L 362, σ. 1).
( 41 ) Συναφώς, αποφάσεις Enso Española κατά Επιτροπής (C‑282/98 P, EU:C:2000:628, σκέψη 59), Sarrió κατά Επιτροπής (C‑291/98 P, EU:C:2000:631, σκέψη 89) και Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 604).
( 42 ) Βλ. σχετικά, κατωτέρω, σημείο 73 των παρουσών προτάσεων.
( 43 ) Αποφάσεις Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής (C‑550/07 P, EU:C:2010:512, σκέψη 54) και Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 51)· στο ίδιο πνεύμα και απόφαση Ruckdeschel κ.λπ. (117/76 και 16/77, EU:C:1977:160, σκέψη 7).
( 44 ) Αποφάσεις Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (C‑127/07, EU:C:2008:728, σκέψη 23), Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής (C‑550/07 P, EU:C:2010:512, σκέψη 55), Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 51), καθώς και P και S (C‑579/13, EU:C:2015:369, σκέψη 41).
( 45 ) Απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 281).
( 46 ) Συναφώς, αποφάσεις Enso Española κατά Επιτροπής (C‑282/98 P, EU:C:2000:628, σκέψη 59), Sarrió κατά Επιτροπής (C‑291/98 P, EU:C:2000:631, σκέψη 89) και Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 604).
( 47 ) Αποφάσεις Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής (C‑550/07 P, EU:C:2010:512, σκέψη 100) και Ålands Vindkraft (C‑573/12, EU:C:2014:2037, σκέψη 127)· βλ. επίσης αποφάσεις Van Es Douane Agenten (C‑143/93, EU:C:1996:45, σκέψη 27) και Association nationale d’assistance aux frontières pour les étrangers (C‑606/10, EU:C:2012:348, σκέψη 76).
( 48 ) Αποφάσεις ArcelorMittal Luxembourg κατά Επιτροπής και Επιτροπή κατά ArcelorMittal Luxembourg κ.λπ. (C‑201/09 P και C‑216/09 P, EU:C:2011:190, σκέψη 68), ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (C‑352/09 P, EU:C:2011:191, σκέψη 81) και Ålands Vindkraft (C‑573/12, EU:C:2014:2037, σκέψη 128).
( 49 ) Αποφάσεις Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 55), LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 51) και InnoLux κατά Επιτροπής (C‑231/14 P, EU:C:2015:451, σκέψη 48).
( 50 ) Σκέψη 420 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 51 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 73 των παρουσών προτάσεων.
( 52 ) Απόφαση Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 604).
( 53 ) Αποφάσεις Enso Española κατά Επιτροπής (C‑282/98 P, EU:C:2000:628, σκέψη 59), Sarrió κατά Επιτροπής (C‑291/98 P, EU:C:2000:631, σκέψη 89) και Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 604).
( 54 ) Σκέψη 421 σε συνδυασμό με τις σκέψεις 415 και 416 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 55 ) Απόφαση Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 72).
( 56 ) Αποφάσεις Γαλλία κατά Επιτροπής (15/76 και 16/76, EU:C:1979:29, σκέψη 7), Crispoltoni κ.λπ. (C‑133/93, C‑300/93 και C‑362/93, EU:C:1994:364, σκέψη 43), IECC κατά Επιτροπής (C‑449/98 P, EU:C:2001:275, σκέψη 87) και Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:522, σκέψη 31).
( 57 ) Σκέψη 397 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 58 ) Απόφαση Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 312).
( 59 ) Άρθρο 51, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων· βλ., συμπληρωματικώς, την αιτιολογική σκέψη 37 του κανονισμού 1/2003, η οποία έχει διακηρυκτικό χαρακτήρα και αναφέρει ότι ο κανονισμός αυτός πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται σύμφωνα με τα δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται από τον Χάρτη.
( 60 ) Συναφώς, αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 304 και 319), Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψη 58) και Guardian Industries και Guardian Europe κατά Επιτροπής (C‑580/12 P, EU:C:2014:2363, σκέψη 62).
( 61 ) Βλ. σχετικά, ανωτέρω, σημεία 66 και 67 των παρουσών προτάσεων.
( 62 ) Στο πνεύμα αυτό, απόφαση Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψη 58), κατά την οποία η εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων υπολογισμού, όσον αφορά τον καθορισμό του ποσού του προστίμου, δεν μπορεί να οδηγεί σε διακρίσεις μεταξύ των επιχειρήσεων που μετείχαν σε συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική αντίθετη προς το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ.
( 63 ) Βλ., σχετικά, τις προτάσεις μου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:11, σκέψη 57).
( 64 ) Απόφαση Putters International κατά Επιτροπής (T‑211/08, EU:T:2011:289, σκέψη 74).
( 65 ) Συναφώς, απόφαση Putters International κατά Επιτροπής (T‑211/08, EU:T:2011:289, σκέψη 75)· βλ. επίσης το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Μαρτίου 2015 σχετικά με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2014, για την πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ 2013 (ψήφισμα Κοινοβουλίου P8_TA(2015)0051, σημείο 29).
( 66 ) Βλ., ιδίως, αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 177), Dole Food και Dole Fresh Fruit Europe κατά Επιτροπής (C‑286/13 P, EU:C:2015:184, σκέψη 58) και Toshiba Corporation κατά Επιτροπής (C‑373/14 P, EU:C:2016:26, σκέψεις 40 και 41).
( 67 ) Αποφάσεις JCB Service κατά Επιτροπής (C‑167/04 P, EU:C:2006:594), Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής (C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 189) και LG Display και LG Display Taiwan κατά Επιτροπής (C‑227/14 P, EU:C:2015:258, σκέψη 67).
( 68 ) Όπως επισημαίνει το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση Novácke chemické závody κατά Επιτροπής (T‑352/09, EU:T:2012:673, σκέψη 139), η κατάσταση της επιχειρήσεως Almamet διακρινόταν ιδίως για τον λόγο ότι «δραστηριοποιού[νταν] στην πώληση υλικών υψηλής αξίας με περιορισμένο περιθώριο κέρδους».
( 69 ) Βλ., σχετικά, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:248, σκέψη 222).
( 70 ) Αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 319) και Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 365).
( 71 ) Βλ., σχετικά, τις ανωτέρω παρατηρήσεις μου επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, ιδίως στο σημείο 48 των παρουσών προτάσεων.
( 72 ) Αποφάσεις Musique diffusion française κ.λπ. κατά Επιτροπής (100/80 έως 103/80, EU:C:1983:158, σκέψεις 119 και 121), Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 280 και 281), Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (C‑76/06 P, EU:C:2007:326, σκέψη 24) και YKK κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑408/12 P, EU:C:2014:2153, σκέψη 63).
( 73 ) Συναφώς, αποφάσεις Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψη 327), SGL Carbon κατά Επιτροπής (C‑308/04 P, EU:C:2006:433, σκέψη 105) και KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑389/10 P, EU:C:2011:816, σκέψη 103)· στο ίδιο πνεύμα και η απόφαση IAZ International Belgium κ.λπ. κατά Επιτροπής (96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 108/82 και 110/82, EU:C:1983:310, σκέψεις 54 και 55).
( 74 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 61 των παρουσών προτάσεων.
( 75 ) Σκέψη 442 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 76 ) Στη γλώσσα της διαδικασίας: «a “light touch” review».
( 77 ) Απόφαση Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, EU:C:2004:6, σκέψη 365).
( 78 ) Βλ., σχετικά, τις προτάσεις μου στις υποθέσεις Nederlandse Federatieve Vereniging voor de Groothandel op Elektrotechnisch Gebied κατά Επιτροπής (C‑105/04 P, EU:C:2005:751, σημείο 137) και Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:248, σημείο 190)· στο ίδιο πνεύμα οι αποφάσεις Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:522, σκέψεις 155 και 156) και Kone κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑510/11 P, EU:C:2013:696, σκέψεις 40 και 42).
( 79 ) Αποφάσεις Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (C‑185/95 P, EU:C:1998:608, σκέψη 128), Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 244 και 303) και Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, EU:C:2009:500, σκέψη 125).
( 80 ) Αποφάσεις Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (C‑185/95 P, EU:C:1998:608, σκέψη 128), Dansk Rørindustri κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑189/02 P, C‑202/02 P, C‑205/02 P έως C‑208/02 P και C‑213/02 P, EU:C:2005:408, σκέψεις 244 και 303) και Papierfabrik August Koehler κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑322/07 P, C‑327/07 P και C‑338/07 P, EU:C:2009:500, σκέψη 125).
( 81 ) Αποφάσεις Weig κατά Επιτροπής (C‑280/98 P, EU:C:2000:627, σκέψεις 63 και 68), Sarrió κατά Επιτροπής (C‑291/98 P, EU:C:2000:631, σκέψεις 97 και 99) και Alliance One International και Standard Commercial Tobacco κατά Επιτροπής (C‑628/10 P και C‑14/11 P, EU:C:2012:479, σκέψη 58).
( 82 ) Αποφάσεις E.ON Energie κατά Επιτροπής (C‑89/11 P, EU:C:2012:738, σκέψη 126) και Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:522, σκέψη 165).
( 83 ) Οι νομικές επιταγές που απορρέουν από τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας εξετάσθηκαν ήδη στο πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως (βλ., ανωτέρω, σημεία 91 έως 105 των παρουσών προτάσεων).
( 84 ) Αποφάσεις Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 692), KME Germany κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑389/10 P, EU:C:2011:816, σκέψη 130), AC-Treuhand κατά Επιτροπής (C‑194/14 P, EU:C:2015:717, σκέψη 74) και Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 75).
( 85 ) Αποφάσεις Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑238/99 P, C‑244/99 P, C‑245/99 P, C‑247/99 P, C‑250/99 P έως C‑252/99 P και C‑254/99 P, EU:C:2002:582, σκέψη 692) και Prym και Prym Consumer κατά Επιτροπής (C‑534/07 P, EU:C:2009:505, σκέψη 86).
( 86 ) Βλ., ιδίως, σκέψεις 431, 432 και 434 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 87 ) Σκέψη 441 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 88 ) Βλ., ανωτέρω, σημεία 106 έως 108 των παρουσών προτάσεων.
( 89 ) Βλ., ιδίως, σημείο 35 των κατευθυντήριων γραμμών του 2006: «Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η Επιτροπή δύναται, εφόσον αυτό της ζητηθεί, να συνεκτιμήσει την αδυναμία της επιχείρησης να πληρώσει το πρόστιμο σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο. Η Επιτροπή δεν θα βασίζει καμία μείωση του προστίμου που χορηγείται για αυτό το λόγο στην απλή διαπίστωση μιας προβληματικής ή ελλειμματικής οικονομικής κατάστασης. Μια τέτοια μείωση θα μπορεί να χορηγείται μόνο βάσει αντικειμενικών αποδείξεων ότι η επιβολή του προστίμου, σύμφωνα με τις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές, θα έθετε ανεπανόρθωτα σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητα της εμπλεκόμενης επιχείρησης και θα οδηγούσε στην απώλεια της αξίας στοιχείων του ενεργητικού της».
( 90 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Verhuizingen Coppens (C‑441/11 P, EU:C:2012:778, σκέψη 80) και Galp Energía España κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑603/13 P, EU:C:2016:38, σκέψη 90).
( 91 ) Αποφάσεις E.ON Energie κατά Επιτροπής (C‑89/11 P, EU:C:2012:738, σκέψεις 125 και 126), Schindler Holding κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑501/11 P, EU:C:2013:522, σκέψεις 164 και 165), καθώς και Telefónica και Telefónica de España κατά Επιτροπής (C‑295/12 P, EU:C:2014:2062, σκέψη 205).
Full & Egal Universal Law Academy