ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 5ης Απριλίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑113/15
Breitsamer und Ulrich GmbH & Co. KG
κατά
Landeshauptstadt München
[αίτηση του Bayerischer Verwaltungsgerichtshof (Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 2001/110/ΕΚ — Άρθρο 2, παράγραφος 4 — Αναγραφή της χώρας ή των χωρών καταγωγής όπου έγινε η συγκομιδή του μελιού — Οδηγία 2000/13/ΕΚ — Άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ — Έννοια του όρου “προσυσκευασμένο τρόφιμο” (“pre-packaged foodstuff”) — Ζήτημα αν πρέπει να αναγράφεται η χώρα καταγωγής σε ατομικές μερίδες μελιού οι οποίες πωλούνται εντός χαρτοκιβωτίων σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως και στη συνέχεια είτε πωλούνται μεμονωμένα είτε περιλαμβάνονται σε έτοιμα γεύματα — Άρθρο 13, παράγραφος 4 — Πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως για τις μικρές συσκευασίες — Κανονισμός (ΕΕ) 1169/2011 — Άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ — Έννοια του όρου “προσυσκευασμένο τρόφιμο” (“pre-packed food”) — Άρθρο 16, παράγραφος 2 — Πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως για τις μικρές συσκευασίες»
1.
Η υπό κρίση υπόθεση αφορά την επισήμανση ατομικών μερίδων μελιού που συσκευάζονται από κοινού και πωλούνται ενιαία σε χαρτοκιβώτια στις ετικέτες των οποίων αναγράφεται η χώρα καταγωγής του μελιού. Το Bayerischer Verwaltungsgerichtshof (Ανώτερο Διοικητικό Δικαστήριο της Βαυαρίας) ερωτά, ουσιαστικά, αν η νομοθεσία της Ένωσης απαιτεί να δηλώνεται η χώρα καταγωγής του μελιού και σε κάθε ατομική μερίδα, η οποία, ακολούθως, είτε πωλείται χωριστά είτε περιλαμβάνεται σε έτοιμο γεύμα. Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο προσφυγής που άσκησε επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται στη συγκομιδή και την εμφιάλωση μελιού (Breitsamer und Ulrich GmbH & Co. KG, στο εξής: Breitsamer) κατά του Landeshauptstadt München (Δήμου του Μονάχου). Το 2012 εκδόθηκε κατά της Breitsamer πράξη επιβολής προστίμου διότι κατά το πρώτο ήμισυ του 2011 η εν λόγω εταιρία είχε διαθέσει στην αγορά ατομικές μερίδες στις οποίες δεν αναγραφόταν η χώρα καταγωγής του μελιού.
Δίκαιο της Ένωσης
Επισήμανση των τροφίμων: οδηγία 2000/13 και κανονισμός 1169/2011
2.
Η οδηγία 2000/13/ΕΚ ( 2 ) (στο εξής: οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων) κωδικοποίησε τις προγενέστερες ρυθμίσεις για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων ( 3 ). Σκοπός της ήταν η θέσπιση κανόνων του δικαίου της Ένωσης οι οποίοι θα είχαν γενικό χαρακτήρα και θα εφαρμόζονταν στο σύνολο των τροφίμων που διατίθενται στο εμπόριο ( 4 ). Ειδικοί κανόνες, οι οποίοι θα ίσχυαν μόνο για συγκεκριμένα τρόφιμα, επρόκειτο να θεσπισθούν στο πλαίσιο των επιμέρους διατάξεων που διέπουν τα αντίστοιχα προϊόντα ( 5 ). Κάθε ρύθμιση σχετική με την επισήμανση των τροφίμων έπρεπε να βασίζεται, πριν απ’ όλα, στην αρχή της πληροφόρησης και της προστασίας των καταναλωτών ( 6 ). Η λεπτομερής επισήμανση, ιδίως με περιγραφή της ακριβούς φύσεως και των χαρακτηριστικών των προϊόντων ώστε να μπορεί ο καταναλωτής να επιλέγει έχοντας πλήρη επίγνωση των γεγονότων, θεωρήθηκε ως το καταλληλότερο μέσο, δεδομένου ότι δημιουργεί τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών ( 7 ).
3.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, προέβλεπε ότι η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων αφορά, μεταξύ άλλων, την επισήμανση των τροφίμων που προορίζονται να παραδοθούν ως έχουν στον τελικό καταναλωτή. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, επέκτεινε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας στα τρόφιμα που προορίζονται να παραδοθούν σε εστιατόρια, νοσοκομεία, κυλικεία και άλλες παρόμοιες μονάδες ομαδικής εστιάσεως (εγκαταστάσεις στις οποίες η οδηγία αναφερόταν από κοινού ως «μονάδες ομαδικής εστιάσεως»).
4.
Το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, όριζε ότι ως «επισήμανση» νοούνται «[ο]ι μνείες, ενδείξεις, εμπορικά ή βιομηχανικά σήματα, εικόνες ή σύμβολα που αναφέρονται σ’ ένα τρόφιμο και φέρονται σε κάθε συσκευασία, έγγραφο, πινακίδα, ετικέτα, δακτύλιο ή περιλαίμια που συνοδεύουν ή αναφέρονται στο τρόφιμο αυτό». Το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, όριζε ότι ως «προσυσκευασμένο τρόφιμο» νοείται «[η] μονάδα πωλήσεως που προορίζεται να παρουσιασθεί ως έχει στον τελικό καταναλωτή και στις μονάδες ομαδικής εστίασης και που αποτελείται από ένα τρόφιμο και τη συσκευασία, μέσα στην οποία έχει τροποποιηθεί πριν από την προσφορά του προς πώληση, εφ’ όσον η συσκευασία αυτή το καλύπτει ολικά ή μερικά, αλλά κατά τρόπο που να μην είναι δυνατόν να τροποποιηθεί το περιεχόμενο, χωρίς να ανοιχτεί ή να τροποποιηθεί η συσκευασία».
5.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, η επισήμανση δεν έπρεπε να είναι τέτοιας φύσεως ώστε να παραπλανεί σοβαρά τον αγοραστή, ιδίως ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η καταγωγή του. Το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο αʹ, όριζε ότι ο κανόνας αυτός ισχύει και για την παρουσίαση των τροφίμων, ιδίως για το σχήμα, την όψη και τη συσκευασία τους, για το υλικό της συσκευασίας τους, για τον τρόπο με τον οποίο είναι διατεταγμένα καθώς επίσης και για τον χώρο όπου εκτίθενται.
6.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, προέβλεπε ότι «[η] επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και υπό την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 17, τις ακόλουθες υποχρεωτικές ενδείξεις [οι οποίες απαριθμούνται στα σημεία 1 έως 10]» ( 8 ). Το σημείο 8 του σχετικού καταλόγου είχε ως εξής: «[τ]ον τόπο καταγωγής ή προελεύσεως στις περιπτώσεις που η παράλειψη της ενδείξεως αυτής θα ήταν δυνατόν να δημιουργήσει στον καταναλωτή εσφαλμένη εντύπωση σχετικά με τον πραγματικό τόπο καταγωγής ή προελεύσεως του τροφίμου».
7.
Το άρθρο 4, παράγραφος 2, διευκρίνιζε ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης οι οποίες ισχύουν για συγκεκριμένα τρόφιμα μπορούν να προβλέπουν και άλλες υποχρεωτικές ενδείξεις πέραν αυτών που αναγράφονται στο άρθρο 3. Ελλείψει τέτοιων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, τα κράτη μέλη μπορούσαν να προβλέπουν υποχρέωση αναγραφής επιπλέον ενδείξεων σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 19 ( 9 ).
8.
Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, όταν επρόκειτο για προσυσκευασμένα τρόφιμα, οι ενδείξεις των άρθρων 3 και 4, παράγραφος 2, έπρεπε να αναγράφονται πάνω στην προσυσκευασία ή σε ετικέτα συνδεδεμένη με αυτή. Κατά παρέκκλιση της απαιτήσεως αυτής και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με τις ονομαστικές ποσότητες, το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, όριζε ότι όταν τέτοια τρόφιμα προορίζονται «[…] για τον τελικό καταναλωτή αλλά διατίθενται στο εμπόριο σε στάδιο που προηγείται στο εμπόριο της πώλησης στον τελικό καταναλωτή και όταν το στάδιο αυτό δεν είναι η πώληση σε μονάδα ομαδικής εστίασης [πρώτη περίπτωση] [ή] προορίζονται να παραδοθούν στις μονάδες ομαδικής εστίασης προκειμένου να παρασκευασθούν, να μεταποιηθούν, να τεμαχισθούν, ή να πωληθούν [δεύτερη περίπτωση] […]», οι ενδείξεις αυτές είναι δυνατόν να αναγράφονται μόνο στα σχετικά με τα τρόφιμα αυτά εμπορικά έγγραφα εφόσον εξασφαλισθεί ότι τα έγγραφα αυτά, που θα περιλαμβάνουν όλες τις αναγραφόμενες στην ετικέτα ενδείξεις, είτε θα συνοδεύουν τα τρόφιμα στα οποία αναφέρονται είτε θα αποστέλλονται ταυτόχρονα ή πριν από την παράδοσή τους ( 10 ).
9.
Το άρθρο 13, παράγραφος 4, όριζε υπό ποιες περιστάσεις οι υποχρεωτικές πληροφορίες που πρέπει να αναγράφονται είναι λιγότερες. Ειδικότερα, σε «[…] συσκευασ[ίες] ή δοχεί[α] των οποίων η μέγιστη πλευρά έχει επιφάνεια μικρότερη από 10 cm2 […]» έπρεπε να αναγράφονται μόνον οι ενδείξεις που απαριθμούνται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σημεία 1, 4 και 5 ( 11 ).
10.
Το άρθρο 14, παράγραφος 1, προέβλεπε ότι «[γ]ια τρόφιμα που δεν προσφέρονται προσυσκευασμένα στον τελικό καταναλωτή και στις μονάδες ομαδικής εστίασης ή για τρόφιμα που συσκευάζονται στον τόπο πωλήσεως, εφόσον το ζητήσει ο αγοραστής, ή προσυσκευάζονται για άμεση πώληση, τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο αναγράφονται οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 και στο άρθρο 4, παράγραφος 2». Το άρθρο 14, παράγραφος 2, επέτρεπε στα κράτη μέλη να θεωρούν ως μη υποχρεωτικές τις ενδείξεις αυτές ή ορισμένες από αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζεται η πληροφόρηση του αγοραστή.
11.
Ο κανονισμός (ΕΕ) 1169/2011 ( 12 ) κατήργησε, μεταξύ άλλων ρυθμίσεων, και την οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων, από τις 13 Δεκεμβρίου 2014 ( 13 ).
12.
Κατά την αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού 1169/2011, προκειμένου να επιτευχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας των καταναλωτών και να εξασφαλισθεί το δικαίωμά τους για πληροφόρηση, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι αυτοί είναι κατάλληλα ενημερωμένοι όσον αφορά τα τρόφιμα που καταναλώνουν. Στην αιτιολογική σκέψη 8 αναφέρεται ότι οι απαιτήσεις γενικής επισημάνσεως συμπληρώνονται με διατάξεις που εφαρμόζονται σε όλα τα τρόφιμα σε ιδιαίτερες συνθήκες ή σε ορισμένες κατηγορίες τροφίμων και ότι, επιπλέον, υπάρχουν ειδικοί κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται σε συγκεκριμένα τρόφιμα. Κατά την αιτιολογική σκέψη 17, ο κύριος λόγος για τον οποίο απαιτείται η αναγραφή υποχρεωτικών πληροφοριών για τα τρόφιμα θα πρέπει να είναι η παροχή στους καταναλωτές της δυνατότητας να αναγνωρίζουν ένα τρόφιμο και να κάνουν κατάλληλη χρήση του, καθώς και να προβαίνουν σε επιλογές που να ανταποκρίνονται στις ατομικές διαιτητικές τους ανάγκες. Στην αιτιολογική σκέψη 20 τονίζεται ότι η νομοθεσία σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα θα πρέπει να απαγορεύει τη χρήση πληροφοριών που παραπλανούν τον καταναλωτή, ιδίως όσον αφορά τα χαρακτηριστικά, τα αποτελέσματα ή τις ιδιότητες του τροφίμου. Για να είναι αποτελεσματική, η εν λόγω απαγόρευση θα πρέπει επίσης να επεκταθεί στη διαφήμιση και την παρουσίαση των τροφίμων. Στην αιτιολογική σκέψη 22 αναγνωρίζεται η ανάγκη να καταρτισθεί κατάλογος όλων των υποχρεωτικών πληροφοριών οι οποίες θα πρέπει καταρχήν να περιέχονται σε όλα τα τρόφιμα που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή και τις μονάδες ομαδικής εστιάσεως. Στον κατάλογο αυτό θα πρέπει να διατηρηθούν οι πληροφορίες που απαιτούνται ήδη βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας της Ένωσης, δεδομένου ότι θεωρούνται, σε γενικές γραμμές, πολύτιμο κεκτημένο όσον αφορά την πληροφόρηση των καταναλωτών. Στην αιτιολογική σκέψη 32 επισημαίνεται ότι οι υποχρεωτικές διατάξεις σχετικά με την καταγωγή αναπτύχθηκαν βάσει «κάθετων προσεγγίσεων» —όπως, για παράδειγμα, για το μέλι— και γίνεται συναφώς παραπομπή στην οδηγία 2001/110/ΕΚ ( 14 ) (στο εξής: οδηγία για το μέλι).
13.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, ο κανονισμός 1169/2011 «[…] καθορίζει τα μέσα για την κατοχύρωση του δικαιώματος πληροφόρησης των καταναλωτών και των διαδικασιών παροχής πληροφοριών για τα τρόφιμα […]». Το άρθρο 1, παράγραφος 3, ορίζει ότι ο κανονισμός ισχύει για «[τ]ους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων σε όλα τα στάδια της τροφικής αλυσίδας εφόσον οι δραστηριότητές τους αφορούν την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές» και για «[…] όλα τα τρόφιμα που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή, περιλαμβανομένων των τροφίμων που διατίθενται από τις μονάδες ομαδικής εστίασης και των τροφίμων που προορίζονται να παραδοθούν στις μονάδες ομαδικής εστίασης». Το άρθρο 1, παράγραφος 4, προβλέπει ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται επίσης υπό την επιφύλαξη των απαιτήσεων επισημάνσεως οι οποίες προβλέπονται σε ειδικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που ισχύουν για συγκεκριμένα τρόφιμα.
14.
Ως «διάθεση στην αγορά» νοείται η «[…] κατοχή τροφίμων […] με σκοπό την πώληση, συμπεριλαμβανομένης της προσφοράς για πώληση ή οποιασδήποτε άλλης μορφής μεταβίβασης, είτε αυτή γίνεται δωρεάν είτε όχι, και η ίδια η πώληση, η διανομή ή οι άλλες μορφές μεταβίβασης» (άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ) ( 15 ). Ως «υποχρεωτικές πληροφορίες για τα τρόφιμα» νοούνται «οι ενδείξεις οι οποίες απαιτείται να παρέχονται στον τελικό καταναλωτή βάσει διατάξεων της Ένωσης» (άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ). Ο όρος «προσυσκευασμένο τρόφιμο» έχει την ίδια σημασία όπως στην οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων: ο ορισμός της έννοιας αυτής στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού είναι παρόμοιος με εκείνον του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο εʹ, της οδηγίας (καίτοι το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, αναφέρεται σε «food» και «final consumer» αντί για «foodstuff» και «ultimate consumer»). Ο ορισμός της έννοιας «προσυσκευασμένο τρόφιμο» δεν καλύπτει τρόφιμα συσκευασμένα στον τόπο πωλήσεως κατόπιν υποδείξεως του καταναλωτή ή προσυσκευασμένα ενόψει της άμεσης πωλήσεώς τους (άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ). Το άρθρο 2, παράγραφος 3, διευκρινίζει ότι η χώρα καταγωγής ενός τροφίμου αναφέρεται στην καταγωγή του τροφίμου όπως ορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 23 έως 26 του κανονισμού (ΕΚ) 2913/92 ( 16 ).
15.
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, καθιστά σαφές ότι «[μ]ε την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα επιδιώκεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και των συμφερόντων των καταναλωτών, αυτή αποτελεί δε τη βάση για να επιλέγουν οι τελικοί καταναλωτές ενήμεροι και να κάνουν ασφαλή χρήση των τροφίμων […]».
16.
Η βασική απαίτηση, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 6 του κανονισμού 1169/2011, είναι ότι τα τρόφιμα που προορίζονται για παράδοση στον τελικό καταναλωτή ή σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως πρέπει να συνοδεύονται από πληροφορίες για τα τρόφιμα σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού αυτού.
17.
Το άρθρο 8 φέρει τον τίτλο «Υποχρεώσεις». Η παράγραφος 6 αφορά τις πληροφορίες που σχετίζονται με μη προσυσκευασμένα τρόφιμα τα οποία προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή. Ως προς τη συγκεκριμένη κατηγορία τροφίμων, οι υπεύθυνοι των επιχειρήσεων τροφίμων, στις επιχειρήσεις που έχουν υπό τον έλεγχό τους, διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες αυτές διαβιβάζονται στον υπεύθυνο επιχειρήσεως τροφίμων ο οποίος παραλαμβάνει τα τρόφιμα, έτσι ώστε αυτός να καταστήσει εφικτή, όταν απαιτείται, την παροχή υποχρεωτικών πληροφοριών για τα τρόφιμα στον τελικό καταναλωτή.
18.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, ορίζει ότι η αναγραφή της χώρας καταγωγής ή προελεύσεως είναι υποχρεωτική και γίνεται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 26 ( 17 ) (σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 35 και με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του κεφαλαίου IV περί υποχρεωτικών πληροφοριών για τα τρόφιμα).
19.
Στην περίπτωση των προσυσκευασμένων τροφίμων, το άρθρο 12, παράγραφος 2, απαιτεί οι υποχρεωτικές πληροφορίες για τα τρόφιμα να αναγράφονται απευθείας στη συσκευασία ή σε ετικέτα συνδεδεμένη σε αυτήν.
20.
Το άρθρο 16, παράγραφος 2, προβλέπει ότι, στην περίπτωση συσκευασιών ή περιεκτών των οποίων η μεγαλύτερη επιφάνεια έχει εμβαδόν μικρότερο από 10 cm2, είναι υποχρεωτική η αναγραφή μόνο των ενδείξεων που απαριθμούνται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ, γʹ, εʹ, και στʹ ( 18 ). Οι ενδείξεις που προβλέπονται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ ( 19 ), παρέχονται με άλλα μέσα ή διατίθενται έπειτα από αίτηση του καταναλωτή. Στην αιτιολογική σκέψη 39 διευκρινίζεται ότι σκοπός της εξαιρέσεως αυτής είναι να αποφευχθούν περιττές επιβαρύνσεις των υπευθύνων των επιχειρήσεων τροφίμων και ότι η εξαίρεση αυτή ισχύει εκτός αν επιβάλλεται υποχρέωση παροχής των οικείων πληροφοριών από άλλους κανόνες του δικαίου της Ένωσης.
21.
Το άρθρο 26 θεσπίζει λεπτομερείς διατάξεις οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, την ένδειξη της χώρας καταγωγής του τροφίμου. Το άρθρο 26, παράγραφος 1, ορίζει ότι ισχύει με την επιφύλαξη των απαιτήσεων επισημάνσεως που προβλέπονται σε ειδικές διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Κατά το άρθρο 26, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, η χώρα καταγωγής ή ο τόπος προελεύσεως του τροφίμου αναγράφονται υποχρεωτικά «[ό]ταν η μη αναγραφή τους ενδέχεται να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την πραγματική χώρα καταγωγής ή τον πραγματικό τόπο προέλευσης του τροφίμου, ιδίως αν οι πληροφορίες που συνοδεύουν το τρόφιμο ή η ετικέτα στο σύνολό της υπονοούν ότι το τρόφιμο έχει διαφορετική χώρα καταγωγής ή τόπο προέλευσης» ( 20 ).
22.
Για τα τρόφιμα που προσφέρονται μη προσυσκευασμένα για πώληση στον τελικό καταναλωτή ή σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως, καθώς και για τα τρόφιμα που συσκευάζονται στον τόπο πωλήσεως εφόσον το ζητήσει ο αγοραστής ή προσυσκευάζονται για άμεση πώληση, το άρθρο 44, παράγραφος 1, ορίζει ότι (α) η παροχή των ενδείξεων στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, είναι υποχρεωτική και (β) η παροχή άλλων ενδείξεων από τις μνημονευόμενες στα άρθρα 9 και 10 ( 21 ) δεν είναι υποχρεωτική, εκτός αν τα κράτη μέλη θεσπίσουν εθνικά μέτρα που απαιτούν την παροχή είτε ορισμένων είτε όλων αυτών των ενδείξεων, ή κάποιων στοιχείων τους. Κατά το άρθρο 44, παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν εθνικά μέτρα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι ενδείξεις ή στοιχεία των ενδείξεων που ορίζονται στο άρθρο 44, παράγραφος 1, διατίθενται στο κοινό και, εφόσον συντρέχει λόγος, με τη μορφή εκφράσεως και παρουσιάσεώς τους.
23.
Το άρθρο 54 θεσπίζει μεταβατικά μέτρα. Η πρώτη περίοδος του άρθρου 54, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα τρόφιμα που διατέθηκαν στην αγορά ή επισημάνθηκαν πριν από τις 13 Δεκεμβρίου 2014 και δεν είναι σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κανονισμού 1169/2011 δύνανται να διατίθενται στην εμπορία μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων τους.
Παραγωγή και εμπορία του μελιού: η οδηγία για το μέλι
24.
Με την οδηγία για το μέλι οι διατάξεις της οδηγίας 74/409/ΕΟΚ ( 22 ) αναδιατυπώθηκαν προκειμένου οι κανόνες παραγωγής και εμπορίας του μελιού να καταστούν σαφέστεροι και να ευθυγραμμιστούν με τη γενική νομοθεσία της Ένωσης για τα τρόφιμα, όπως παραδείγματος χάρη με τις ρυθμίσεις για την επισήμανσή τους ( 23 ). Στην αιτιολογική σκέψη 5 σημειώνεται ότι οι γενικοί κανόνες επισημάνσεως που θεσπίζονται με την οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων θα πρέπει να εφαρμόζονται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Λαμβανομένου υπόψη ότι η ποιότητα του μελιού συνδέεται στενά με την καταγωγή του, είναι απαραίτητο να εξασφαλίζεται πλήρης πληροφόρηση σχετικά με τα θέματα αυτά (ήτοι, την ποιότητα και την καταγωγή του μελιού) ώστε να αποφεύγεται η παραπλάνηση του καταναλωτή σε σχέση με την ποιότητα του προϊόντος. Λόγω του ιδιαίτερου ενδιαφέροντος των καταναλωτών για τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά του μελιού και χάριν πλήρους διαφάνειας ως προς το θέμα αυτό, πρέπει να περιλαμβάνεται στην επισήμανση η χώρα καταγωγής (δηλαδή, η χώρα στην οποία έχει γίνει η συγκομιδή του μελιού).
25.
Το άρθρο 1 προβλέπει ότι η οδηγία για το μέλι εφαρμόζεται στα προϊόντα που ορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας («Ονομασίες, περιγραφή και ορισμοί προϊόντων»). Τα προϊόντα αυτά πρέπει να ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές του παραρτήματος II («Χαρακτηριστικά της συστάσεως του μελιού»).
26.
Το άρθρο 2 επιβεβαιώνει ότι η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων εφαρμόζεται στα προϊόντα που ορίζονται στο παράρτημα I της οδηγίας για το μέλι, με την επιφύλαξη ορισμένων όρων τους οποίους θέτει. Ο όρος που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, είναι ότι «η χώρα ή οι χώρες [καταγωγής] όπου έγινε η συγκομιδή αναγράφονται στην επισήμανση». Το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, ορίζει επίσης ότι «[…] εάν το μέλι προέρχεται από περισσότερα από ένα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, η ένδειξη των χωρών [καταγωγής] μπορεί να αντικατασταθεί από […], κατά περίπτωση: “μείγμα μελιών ΕΕ”· “μείγμα μελιών εκτός ΕΕ” και “μείγμα μελιών ΕΕ και εκτός ΕΕ”». Από το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, προκύπτει ότι, για τους σκοπούς της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων, και ιδίως των άρθρων 13, 14, 16 και 17, οι λεπτομέρειες που πρέπει να αναγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για το μέλι θεωρούνται ως ενδείξεις κατά το άρθρο 3 της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
27.
Η οδηγία για το μέλι τροποποιήθηκε από την οδηγία 2014/63/ΕΕ ( 24 ), η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 23 Ιουνίου 2014, άρα μετά την ημερομηνία που διατέθηκαν στην αγορά οι επίμαχες στην κύρια δίκη ατομικές μερίδες μελιού. Κατά το άρθρο 2, σημεία 1 και 2, της οδηγίας 2014/63, η καταληκτική ημερομηνία μέχρι την οποία τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε εφαρμογή τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με το άρθρο 1, σημεία 1, 2 και 6 (Τροποποιήσεις), και με το άρθρο 3 (Μεταβατικά μέτρα) της οδηγίας αυτής ήταν η 24η Ιουνίου 2015. Κατά το άρθρο 3, προϊόντα που έχουν διατεθεί στην αγορά ή έχουν επισημανθεί σύμφωνα με την οδηγία για το μέλι πριν από τις 24 Ιουνίου 2015 μπορούν να εξακολουθήσουν να διατίθενται στην αγορά μέχρις εξαντλήσεως των αποθεμάτων ( 25 ). Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά την αναγραφή της χώρας προελεύσεως, η οδηγία 2014/63 απλώς προσαρμόζει την οδηγία για το μέλι στα νέα δεδομένα μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας, τροποποιώντας το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για το μέλι μόνο στον βαθμό όπου η αναφορά στην «ΕΚ» αντικαθίσταται από αναφορά στην «ΕΕ» ( 26 ).
Γερμανικό δίκαιο
28.
Ως «προσυσκευασία» ορίζεται στο άρθρο 42, παράγραφος 1, του Gesetz über das Inverkehrbringen und die Bereitstellung von Messgeräten auf dem Markt, ihre Verwendung und Eichung sowie über Fertigpackungen (νόμου για τη διάθεση και διαθεσιμότητα των οργάνων μετρήσεων στην αγορά, της χρήσεως και της βαθμονομήσεώς τους, καθώς και για τις προσυσκευασίες) της 25ης Ιουλίου 2013, η συσκευασία οιουδήποτε τύπου, στην οποία έχουν συσκευασθεί τρόφιμα χωρίς να παρίσταται ο αγοραστής και η οποία σφραγίζεται χωρίς την παρουσία του, κατά τρόπο ώστε η ποσότητα του τροφίμου που περιέχεται σε αυτήν να μην μπορεί να τροποποιηθεί χωρίς η συσκευασία να ανοιχτεί ή να υποστεί αισθητή μεταβολή. Το εθνικό δικαστήριο επισημαίνει ότι τόσο για τον νομοθέτη της Ένωσης όσο και για τον εθνικό νομοθέτη καθοριστικό κριτήριο για τον χαρακτηρισμό «προσυσκευασία» και «προσυσκευασμένο τρόφιμο», αντιστοίχως, είναι να προσφέρεται προς πώληση ένα ενιαίο αντικείμενο.
29.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του Lebensmittel-Kennzeichnungsverordnung (διατάγματος για την επισήμανση των τροφίμων) ( 27 ) προβλέπει ότι το διάταγμα αυτό εφαρμόζεται στην επισήμανση προσυσκευασμένων τροφίμων τα οποία προορίζονται να διατεθούν στους καταναλωτές. Τα εστιατόρια, τα κυλικεία και οι επιχειρήσεις οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες τροφοδοσίας αποτελούν «καταναλωτές», στον βαθμό που τα τρόφιμα καταναλώνονται στις εγκαταστάσεις τους.
30.
Το άρθρο 3, παράγραφος 4, του Honigverordnung (διατάγματος για το μέλι) της 16ης Ιανουαρίου 2004, το οποίο κατά την κρίση του αιτούντος δικαστηρίου αντιστοιχεί στο άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για το μέλι, προβλέπει ότι, πέραν των πληροφοριών που απαιτούνται από τον κανονισμό για την επισήμανση των τροφίμων, η επισήμανση των απαριθμούμενων στο παράρτημα 1 προϊόντων (όπου παρατίθενται οι ορισμοί και οι ονομασίες υπό τις οποίες μπορεί να πωληθεί το μέλι και όπου, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, εμπίπτει το επίμαχο στην κύρια δίκη προϊόν) πρέπει να περιλαμβάνει και τη χώρα ή τις χώρες καταγωγής όπου έγινε η συγκομιδή του μελιού. Αν η συγκομιδή του μελιού έγινε σε περισσότερες χώρες καταγωγής οι ενδείξεις συνίστανται σε (α) «μείγμα μελιών ΕΚ», (β) «μείγμα μελιών εκτός ΕΚ» και (γ) «μείγμα μελιών ΕΚ και εκτός ΕΚ».
31.
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του διατάγματος για την επισήμανση των τροφίμων —το οποίο (σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 5, του διατάγματος για το μέλι) ισχύει και για τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην επισήμανση δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, του διατάγματος για το μέλι— ορίζει ότι οι πληροφορίες πρέπει να αναγράφονται πάνω στη συσκευασία ή σε ετικέτα επικολλημένη σε αυτή, στη γερμανική γλώσσα και σε εμφανές σημείο, με τέτοιον τρόπο ώστε να είναι ευδιάκριτες, ευανάγνωστες, ανεξίτηλες και εύληπτες. Το άρθρο 4, παράγραφος 3, του διατάγματος για το μέλι απαγορεύει να διατίθενται στην αγορά προϊόντα τα οποία δεν πληρούν τις υποχρεωτικές απαιτήσεις του άρθρου 3, παράγραφος 4, του διατάγματος για το μέλι.
Πραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
32.
Ένα από τα προϊόντα που διαθέτει στην αγορά η Breitsamer είναι το «Breitsamer Imkergold». Το προϊόν αυτό αποτελείται από 120 ατομικές μερίδες 20 γραμμαρίων του ίδιου μελιού, καθεμία από τις οποίες φέρει επικολλημένο κάλυμμα αλουμινίου. Ούτε στις ετικέτες ούτε στη συσκευασία των επιμέρους ατομικών μερίδων αναγράφεται η χώρα προελεύσεως του μελιού. Οι 120 αυτές μερίδες είναι τοποθετημένες όλες μαζί σε ένα ενιαίο χαρτοκιβώτιο. Στην ετικέτα εκάστου χαρτοκιβωτίου αναγράφονται οι απαραίτητες πληροφορίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η χώρα καταγωγής του μελιού.
33.
Στις 30 Οκτωβρίου 2012, ο Δήμος του Μονάχου εξέδωσε κατά του διευθυντή της Breitsamer πράξη επιβολής προστίμου διότι η εταιρία είχε διαθέσει στην αγορά ατομικές μερίδες μελιού στη συσκευασία ή στην ετικέτα των οποίων δεν αναγραφόταν η χώρα καταγωγής του μελιού. Στις 5 Νοεμβρίου 2012, η Breitsamer κατέθεσε ένσταση κατά της πράξεως επιβολής προστίμου που εκδόθηκε από τον Δήμο του Μονάχου. Την ίδια ημέρα, άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht München (Διοικητικού Δικαστηρίου του Μονάχου) με αντικείμενο να αναγνωρισθεί δικαστικώς ότι η αναγραφή της χώρας καταγωγής δεν ήταν απαραίτητη διότι οι ατομικές μερίδες δεν προορίζονταν να διατεθούν στην αγορά χωριστά και, ως εκ τούτου, δεν συνιστούσαν προσυσκευασμένα τρόφιμα. Κατόπιν αιτήσεως την οποία υπέβαλε η Breitsamer, ο Δήμος του Μονάχου ανέστειλε την ενώπιόν του διοικητική διαδικασία. Στις 25 Σεπτεμβρίου 2013, το Verwaltungsgericht München απέρριψε την προσφυγή της Breitsamer που είχε ως αντικείμενο την έκδοση αναγνωριστικής αποφάσεως. Η Breitsamer προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
34.
Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, το αιτούν δικαστήριο ζήτησε την καθοδήγηση του Δικαστηρίου επί των ακόλουθων προδικαστικών ερωτημάτων:
«1.
Ατομικές μερίδες μελιού οι οποίες περιέχονται σε ενιαία συσκευασία που φέρει όλα τα στοιχεία επισημάνσεως, συμπεριλαμβανομένης της αναγραφής της χώρας προελεύσεως, και οι οποίες δεν πωλούνται μεμονωμένα ως ατομικές συσκευασίες στον τελικό καταναλωτή, ούτε προορίζονται να παραδοθούν μεμονωμένα σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως, αποτελούν “προσυσκευασμένο τρόφιμο” κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας [για την επισήμανση των τροφίμων], καθώς και του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1169/2011, το οποίο υπόκειται σε σχετική υποχρέωση επισημάνσεως, ή μήπως τέτοιου είδους ατομικές μερίδες μελιού δεν αποτελούν προσυσκευασμένο τρόφιμο για το οποίο ισχύει υποχρέωση επισημάνσεως, διότι δεν συνιστούν χωριστή μονάδα πωλήσεως;
2.
Προσήκει διαφορετική απάντηση στο ερώτημα αυτό εφόσον στις μονάδες ομαδικής εστιάσεως οι εν λόγω ατομικές μερίδες δεν προσφέρονται μόνον ως μέρος έτοιμων γευμάτων για τα οποία καταβάλλεται συνολικό τίμημα, αλλά πωλούνται επίσης μεμονωμένα;»
35.
Η Breitsamer, το Landesanwaltschaft Bayern (εισαγγελία του Land της Βαυαρίας, Γερμανία), ο Δήμος του Μονάχου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν τις γραπτές τους παρατηρήσεις και ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη στις 28 Ιανουαρίου 2016.
Ανάλυση
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
36.
Tο αιτούν δικαστήριο ζητεί ουσιαστικά, με τα δύο ερωτήματα που υπέβαλε, να μάθει αν η νομοθεσία της Ένωσης απαιτεί να αναγράφεται η χώρα καταγωγής σε ατομικές μερίδες μελιού οι οποίες συσκευάζονται και πωλούνται από κοινού σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως, όταν στη συνέχεια οι εν λόγω μερίδες είτε πωλούνται μεμονωμένα στον τελικό καταναλωτή του μελιού είτε διατίθενται σε αυτόν ως μέρος έτοιμου γεύματος. Από την αίτηση προδικαστικής παραπομπής και τις γραπτές παρατηρήσεις των διαδίκων, και παρά τη διατύπωση του πρώτου ερωτήματος, δεν καθίσταται σαφές αν οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης ατομικές μερίδες μελιού πωλούνταν (και συνεχίζουν να πωλούνται), κατόπιν, μεμονωμένα στους τελικούς καταναλωτές. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό άπτεται των πραγματικών περιστατικών και εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου. Εξάλλου, το αν τα επίμαχα πραγματικά περιστατικά καλύπτονται από το πρώτο ή από το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα δεν ασκεί επιρροή στην ανάλυση των ερωτημάτων· κατά την άποψή μου, η απάντηση σε οποιοδήποτε από τα δύο ερωτήματα προϋποθέτει, σε επίπεδο πραγματικών περιστατικών, μια παραδοχή η οποία θα ισχύει κατ’ ανάγκην για αμφότερα.
37.
Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστούν οι απαιτήσεις επισημάνσεως του μελιού που προβλέπονται τόσο από την οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων όσο και από τον κανονισμό 1169/2011. Δεν αμφισβητείται ότι, όταν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου, τύγχανε εφαρμογής η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων ( 28 ). Κατά συνέπεια, καθοριστική σημασία για την έκβαση της διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλε η Breitsamer έχει αυτή η οδηγία και όχι ο κανονισμός 1169/2011 ( 29 ). Ωστόσο, αντικείμενο της ένδικης προσφυγής που ασκήθηκε από την Breitsamer και είχε ως αποτέλεσμα την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ήταν η έκδοση αναγνωριστικής αποφάσεως, με την οποία θα γίνεται δεκτό ότι η διάθεση στην αγορά ατομικών μερίδων μελιού που συσκευάζονται ομαδικώς εντός χαρτοκιβωτίου δεν υπόκειται στην απαίτηση να αναγράφεται σε κάθε επιμέρους ατομική μερίδα η χώρα προελεύσεως. Το αιτούν δικαστήριο σημειώνει ότι πρόθεση της Breitsamer είναι να συνεχίσει την πρακτική που ακολουθεί μέχρι στιγμής (εφόσον κριθεί ότι τούτο είναι νόμιμο, υποθέτω). Ο κανονισμός 1169/2011 (περιλαμβανομένων των μεταβατικών του διατάξεων ( 30 )) είναι κρίσιμος για τις δραστηριότητες της Breitsamer από τις 13 Δεκεμβρίου 2014 και εντεύθεν. Ως εκ τούτου, θα εξετάσω τα προδικαστικά ερωτήματα με γνώμονα τόσο την οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων όσο και τον κανονισμό 1169/2011.
Η οδηγία για το μέλι και η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων
38.
Κατά το αιτούν δικαστήριο, το επίμαχο στην υπόθεση της κύριας δίκης μέλι εμπίπτει στο παράρτημα I της οδηγίας για το μέλι ( 31 ). Η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων έχει επίσης εφαρμογή ως προς το εν λόγω μέλι, υπό την επιφύλαξη ορισμένων προϋποθέσεων ( 32 ). Συνεπώς, καίτοι η οδηγία για το μέλι θεσπίζει ειδικότερους κανόνες όσον αφορά ζητήματα τα οποία καλύπτονται από αμφότερες τις οδηγίες, εν προκειμένω εφαρμόζονται και οι δύο οδηγίες σωρευτικά.
39.
Μια μεμονωμένη ανάγνωση της οδηγίας για το μέλι δεν απαντά στα ερωτήματα με τα οποία βρίσκεται αντιμέτωπο το εθνικό δικαστήριο. Μολονότι η οδηγία για το μέλι απαιτεί να αναγράφεται η χώρα ή οι χώρες καταγωγής στην ετικέτα και θεσπίζει κανόνες για το τι πρέπει να περιλαμβάνει αυτή η καταγραφή ( 33 ), εντούτοις, δεν καθορίζει με σαφήνεια σε ποια ακριβώς προϊόντα ή σε ποιο συγκεκριμένο στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας θα πρέπει να γίνεται η επικόλληση της σχετικής ετικέτας. Μήπως η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων, στον βαθμό που είχε οριζόντια εφαρμογή σε όλα τα τρόφιμα προς διάθεση στην αγορά ( 34 ), προσδιόριζε αυτές τις λεπτομερείς απαιτήσεις;
40.
Κατ’ εμέ, ναι.
41.
Η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων αφορούσε την επισήμανση των τροφίμων «[…] που προορίζονται να παραδοθούν ως έχουν στον τελικό καταναλωτή» καθώς και αυτών που «[…] προορίζονται να παραδοθούν […] [στις] μονάδες ομαδικής εστίασης» ( 35 ). Οι προδιαγραφές επισημάνσεως διαφοροποιούνταν ανάλογα με το αν τα τρόφιμα ήταν προσυσκευασμένα ή όχι. Αν τα τρόφιμα συσκευάζονταν πριν από την πώλησή τους, τότε ίσχυαν συγκεκριμένες υποχρεωτικές απαιτήσεις επισημάνσεως ( 36 ). Αν δεν ήταν προσυσκευασμένα, συσκευάζονταν στις εγκαταστάσεις του πωλητή κατόπιν υποδείξεως του καταναλωτή ή προσυσκευάζονταν με σκοπό την άμεση πώληση, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να θεσπίσουν κανόνες σχετικά με τον τρόπο αναγραφής των ενδείξεων που προβλέπονταν από τα άρθρα 3 και 4, παράγραφος 2, και είχαν τη δυνατότητα να θεωρούν ως μη υποχρεωτικές όλες ή ορισμένες από αυτές τις ενδείξεις, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλιζόταν η πληροφόρηση του αγοραστή ( 37 ).
42.
Τούτο συνεπάγεται ότι, αν γίνει δεκτό ότι οι επίδικες ατομικές μερίδες μελιού αποτελούν προσυσκευασμένα τρόφιμα, στη συσκευασία ή στην ετικέτα τους θα πρέπει να αναγράφεται κατ’ αρχήν «[ο] τόπο[ς] καταγωγής ή προελεύσεως στις περιπτώσεις που η παράλειψη της ενδείξεως αυτής θα ήταν δυνατόν να δημιουργήσει στον καταναλωτή εσφαλμένη εντύπωση σχετικά με τον πραγματικό τόπο καταγωγής ή προελεύσεως του τροφίμου» ( 38 ). Επομένως, μολονότι το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 8, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων υποδήλωνε ότι η συγκεκριμένη απαίτηση τελούσε, κατ’ αρχήν, υπό όρο, εντούτοις, φρονώ ότι ο όρος αυτός πληρούνταν αυτοδικαίως αν το επίμαχο τρόφιμο ήταν το μέλι. Και τούτο διότι, με την οδηγία για το μέλι, ο νομοθέτης δέχθηκε ρητώς ότι είναι απαραίτητο να εξασφαλίζεται πλήρης πληροφόρηση σχετικά με την καταγωγή του μελιού ώστε να αποφεύγεται η παραπλάνηση του καταναλωτή όσον αφορά την ποιότητα του μελιού (η οποία συνδέεται στενά με την καταγωγή του) ( 39 ). Επομένως, βάσει της οδηγίας για το μέλι, η αναγραφή της καταγωγής του μελιού στην ετικέτα συνιστά, κατ’ αρχήν, άνευ όρων υποχρέωση ( 40 ).
43.
Δεν αμφισβητείται ότι οι επίμαχες εν προκειμένω ατομικές μερίδες μελιού καλύπτονται από το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του ορισμού του «προσυσκευασμένου» μελιού στην οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων ( 41 ). Κατά τα φαινόμενα, το μέλι συσκευάζεται σε ένα μικρό δοχείο το οποίο σφραγίζεται με κάλυμμα από αλουμίνιο, η αποσφράγιση του καλύμματος είναι απαραίτητη προκειμένου να τροποποιηθεί το περιεχόμενο του δοχείου και το μέλι συσκευάζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο πριν από την προσφορά του προς πώληση (είτε μεμονωμένα είτε ως μέρος ενός χαρτοκιβωτίου ατομικών μερίδων). Κατά τον χρόνο που κάθε ατομική μερίδα μελιού έφθανε εν τέλει στο στάδιο της αλυσίδας εφοδιασμού κατά το οποίο επρόκειτο να καταναλωθεί, το μέλι ήταν ήδη συσκευασμένο όπως περιγράφηκε ανωτέρω. Σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, το συσκευασμένο μέλι είχε τοποθετηθεί ομαδικά μαζί με άλλες πανομοιότυπες ατομικές μερίδες μελιού εντός ενός χαρτοκιβωτίου.
44.
Η βασική διένεξη μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης συνίσταται στο κατά πόσον οι ατομικές μερίδες μελιού τις οποίες διαθέτουν οι μονάδες ομαδικής εστιάσεως στον τελικό καταναλωτή ως μέρος έτοιμου γεύματος θα πρέπει να έχουν επισημανθεί κατά τρόπο κατάλληλο ώστε να περιλαμβάνεται η χώρα καταγωγής του μελιού. Αυτό είναι το αντικείμενο του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. Η Breitsamer και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι αυτές οι ατομικές μερίδες δεν εμπίπτουν στον ορισμό των προσυσκευασμένων τροφίμων· η εισαγγελία του Land της Βαυαρίας και ο Δήμος του Μονάχου αντιτείνουν ότι εμπίπτουν.
45.
Συμφωνώ με τη δεύτερη αυτή άποψη.
46.
Είναι αληθές ότι, σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις, τμήματα του κειμένου του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, και άλλων διατάξεων της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων, ενδέχεται, αν αναγνωσθούν μεμονωμένα, να συνηγορούν υπέρ μιας πιο στενής ερμηνείας, υπό την έννοια ότι μόνον οι ατομικές μερίδες οι οποίες διατίθενται υπό συσκευασμένη μορφή προς πώληση στον καταναλωτή αποτελούν «[…] μονάδ[ες] πωλήσεως που προορίζ[ονται] να παρουσιασθ[ούν] ως έχ[ουν] στον τελικό καταναλωτή» και μπορούν, ως εκ τούτου, να χαρακτηριστούν ως «προσυσκευασμένα τρόφιμα».
47.
Ωστόσο, μολονότι σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, χρησιμοποιείται ο ουδέτερος όρος «μονάδα πωλήσεως» (όπως στο αγγλικό και στο πολωνικό κείμενο της οδηγίας), σε άλλες (περιλαμβανομένης της γερμανικής, της ισπανικής, της γαλλικής, της ολλανδικής και της ιταλικής) χρησιμοποιείται ένας όρος ο οποίος θα μπορούσε να μεταφραστεί στα αγγλικά ως «αντικείμενο πωλήσεως». Ο δεύτερος αυτός όρος ανταποκρίνεται επίσης στην ερμηνεία που έδωσε στην έννοια «μονάδα πωλήσεως» η ομάδα εργασίας (από εμπειρογνώμονες των κρατών μελών) η οποία συστάθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Υγείας και Καταναλωτή της Επιτροπής. Η εν λόγω ομάδα εργασίας, σε έγγραφό της το οποίο στερείται επίσημης νομικής ισχύος, εξέφρασε την άποψη ότι «[…] οι συσκευασίες μερίδας (π.χ. μαρμελάδας, μελιού, μουστάρδας) οι οποίες παρουσιάζονται ως μέρος γεύματος στους πελάτες μονάδων ομαδικής εστιάσεως δεν θα πρέπει να θεωρούνται μονάδες πωλήσεως» ( 42 ) και, άρα, ότι δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων. Αν ο όρος «μονάδα πωλήσεως» ερμηνευθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, περιορίζεται στο να καλύπτει μόνο ένα (δηλαδή, μεμονωμένο) αντικείμενο-τρόφιμο που έχει συσκευασθεί πριν από την πώλησή του και διατίθεται ως έχει προς πώληση στον τελικό καταναλωτή, ήτοι τον καταναλωτή στο τελικό στάδιο της αλυσίδας τροφοδοσίας, ο οποίος τότε μπορεί να επιλέξει αν προτίθεται να αγοράσει και εν τέλει να καταναλώσει το συγκεκριμένο τρόφιμο.
48.
Θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί, ως επιχείρημα υπέρ της στενής ερμηνείας, ότι ο νομοθέτης, καθορίζοντας στο άρθρο 14 τις απαιτήσεις επισημάνσεως όσον αφορά τρόφιμα μη προσυσκευασμένα κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, αναφερόταν σε τρόφιμα προς πώληση, δηλαδή «τρόφιμα τα οποία προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή», «τρόφιμα […] που συσκευάζονται στον τόπο πωλήσεως» (και συνεπώς, όχι πριν προσφερθούν προς πώληση) καθώς και τρόφιμα τα οποία «προσυσκευάζονται για άμεση πώληση». Σε άλλα σημεία της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων γίνεται επίσης λόγος για «αγοραστές», και όχι για «καταναλωτές» ( 43 ). Επιπλέον, μολονότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, ρύθμιζε το ζήτημα της ονομασίας υπό την οποία «πωλείται» ένα τρόφιμο, δεν υπήρχε ξεχωριστή διάταξη που να αφορά την ονομασία υπό την οποία τα τρόφιμα διατίθενται στον καταναλωτή ή που να προβλέπει ότι, στις υπόλοιπες αυτές περιπτώσεις, εφαρμόζεται το άρθρο 5, παράγραφος 1.
49.
Εξάλλου (αξίζει ίσως επίσης να σημειωθεί), ο νομοθέτης προέβλεψε, κατ’ εξαίρεση, ότι επιτρεπόταν να αναγράφονται μόνον ενδείξεις σχετικές με ουσιώδη στοιχεία στην εξωτερική συσκευασία όταν επρόκειτο για στάδιο προγενέστερο της πωλήσεως στον τελικό καταναλωτή ( 44 ). Επομένως, όταν προσυσκευασμένα τρόφιμα κυκλοφορούσαν στο εμπόριο σε στάδιο πριν από την πώληση στον τελικό καταναλωτή και όταν σε αυτό το στάδιο η πώληση δεν γινόταν σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως, δεν ήταν αναγκαίο να αναγράφεται η καταγωγή του τροφίμου στη συσκευασία του ή στην ετικέτα που είναι συνδεδεμένη με τη συσκευασία αυτή. Το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, όριζε ότι αρκούσε απλώς οι πληροφορίες αυτές να περιλαμβάνονται στα εμπορικά έγγραφα που συνοδεύουν τα τρόφιμα (υπό την επιφύλαξη ορισμένων προϋποθέσεων). Επομένως, σε στάδιο το οποίο, στην αλυσίδα τροφοδοσίας, προηγούνταν της πωλήσεως στον τελικό καταναλωτή ή σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως, το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, δεν είχε εφαρμογή σε τρόφιμα που κατά τα λοιπά ενέπιπταν στον ορισμό του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ. (Πάντως, κατ’ εμέ, ενώ το συγκεκριμένο στοιχείο επιβεβαιώνει ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, κάλυπτε πράγματι τουλάχιστον τις ατομικές μερίδες μελιού οι οποίες πωλούνταν μεμονωμένα στον τελικό καταναλωτή ή σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως ( 45 ), εντούτοις δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η ίδια διάταξη δεν κάλυπτε τρόφιμα —όπως τα επίμαχα— σε μεταγενέστερα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού).
50.
Τέλος, τουλάχιστον στην αγγλική απόδοση της αρχικής οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων (οδηγία 79/112/ΕΟΚ) σημειωνόταν ότι ήταν σκόπιμο να περιορισθεί το πεδίο εφαρμογής της στα τρόφιμα που προορίζονταν προς πώληση στον τελικό καταναλωτή ( 46 ). Και τούτο επίσης θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνηγορεί υπέρ της στενής ερμηνείας.
51.
Κατά την άποψή μου, όλα αυτά τα επιχειρήματα στην πραγματικότητα ενισχύουν το συμπέρασμα ότι ο ορισμός του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων κάλυπτε τουλάχιστον τις ατομικές μερίδες μελιού όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, αν ή όποτε αυτές πωλούνται μεμονωμένα (το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα). Κατ’ εμέ, τα υπόλοιπα σημεία τόσο του ίδιου του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, όσο και της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων γενικότερα, όπως άλλωστε και οι σκοποί και η όλη οικονομία της οδηγίας αυτής, επιβεβαιώνουν το ως άνω συμπέρασμα και συντείνουν στο να δοθεί καταφατική απάντηση και στο πρώτο ερώτημα.
52.
Το γεγονός ότι σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων χρησιμοποιείται ο όρος «αντικείμενο πωλήσεως», και όχι «μονάδα πωλήσεως», δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Κατά πάγια νομολογία, δεδομένης της απαιτήσεως για ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης, η νομοθεσία αυτή επιβάλλεται να ερμηνεύεται και με γνώμονα τόσο την αληθή βούληση του νομοθέτη όσο και τον σκοπό που αυτός επιδίωκε, υπό το πρίσμα ιδίως των αποδόσεών της σε όλες τις γλώσσες ( 47 ). Κατά συνέπεια, σε περίπτωση αποκλίσεων μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, η επίμαχη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με τη γενική οικονομία και τον σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως της οποίας αποτελεί μέρος ( 48 ).
53.
Κατά τα ισχύοντα βάσει της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων, το προσυσκευασμένο τρόφιμο συνίστατο σε μία μονάδα πωλήσεως η οποία προορίζεται να παρουσιασθεί ως έχει στον τελικό καταναλωτή. Η ερμηνεία αυτή συνάδει με την κοινή λογική. Σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, το οποίο όριζε το γενικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων, καθίσταται σαφές ότι το πρώτο σκέλος του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, έπρεπε να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε (κάποιας μορφής) «παράδοση» του τροφίμου στον τελικό καταναλωτή. Τούτο θα περιελάμβανε κανονικά τόσο την παράδοση ενός μεμονωμένου συσκευασμένου τροφίμου προκειμένου να προσφερθεί προς πώληση στον τελικό καταναλωτή όσο και την παροχή του μεμονωμένου συσκευασμένου τροφίμου στον τελικό καταναλωτή ως μέρους ενός έτοιμου γεύματος. Παράλληλα, μολονότι ο ορισμός του «προσυσκευασμένου τροφίμου» στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων απαιτούσε να έχει συσκευασθεί το τρόφιμο πριν από την πώλησή του, εντούτοις, η πώληση αυτή θα μπορούσε να γίνεται είτε στον τελικό καταναλωτή είτε σε μονάδα ομαδικής εστιάσεως. Το τρόφιμο θα έπρεπε να είναι συσκευασμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί να πωληθεί ως έχει· αυτό το σκέλος του ορισμού δεν απαιτούσε η πώληση να γίνεται στον τελικό καταναλωτή. Συνεπώς, το τρόφιμο θα μπορούσε να έχει συσκευασθεί πριν την πώλησή του, είτε ως χωριστό αντικείμενο είτε ως μέρος ενός συνόλου τροφίμων, σε μονάδα ομαδικής εστιάσεως και στη συνέχεια να παρουσιασθεί στον τελικό καταναλωτή, στο τέλος της αλυσίδας εφοδιασμού, ως μεμονωμένο συσκευασμένο τρόφιμο το οποίο αποτελεί μέρος έτοιμου γεύματος.
54.
Αν η φράση «[…] μονάδα πωλήσεως που προορίζεται να παρουσιασθεί ως έχει» ερμηνευθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, τότε όλες οι γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων αποκτούν το ίδιο νόημα. Ενώ εξασφαλίζει ότι η λέξη «παρουσιασθεί» δεν θα ερμηνεύεται αποκλειστικά ως «πώληση», ταυτόχρονα δεν καθιστά κενή περιεχομένου και τη λέξη «πώληση» που χρησιμοποιείται σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις. Τούτο συμβαίνει διότι, όταν ο καταναλωτής αγοράζει ένα γεύμα, υφίσταται η έννοια της αντιπαροχής. Το αντίτιμο το οποίο καταβάλλει καλύπτει το σύνολο των αγαθών και των υπηρεσιών που απαιτήθηκαν προκειμένου να του παρασχεθεί αυτό το γεύμα. Επομένως, συνυπολογίζονται τα διάφορα συστατικά στοιχεία αυτού του γεύματος, περιλαμβανομένων, ενίοτε, ατομικών μερίδων μελιού όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης.
55.
Η ερμηνεία που προτείνω συμβάλλει επίσης στην επίτευξη των στόχων της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
56.
Σκοπός της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων ήταν να αποτρέψει τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων και να εξαλείψει τους άνισους όρους ανταγωνισμού, καθώς και να επιβάλλει γενικούς κανόνες οι οποίοι θα ισχύουν σε όλα τα τρόφιμα που διατίθενται στην αγορά ( 49 ). Κατά την άποψή μου, τέτοιοι περιορισμοί ενδέχεται να προκύψουν για όσον χρόνο το (συσκευασμένο) τρόφιμο κυκλοφορεί στην αγορά και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναλλαγής, περιλαμβανομένου και του τελικού σταδίου της αλυσίδας εφοδιασμού όπου προσφέρεται στον καταναλωτή ως μέρος γεύματος (το οποίο κατά κανόνα περιλαμβάνει την παροχή τόσο υπηρεσιών όσο και αγαθών ( 50 )). Επομένως, καθ’ όσον χρόνο το (συσκευασμένο) τρόφιμο συνεχίζει να διατίθεται στην αγορά, υπάρχει συμφέρον για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση του προϊόντος αυτού. Στην περίπτωση που περιγράφει το πρώτο ερώτημα, το συσκευασμένο τρόφιμο προσφέρθηκε για τελευταία φορά προς πώληση όταν αγοράσθηκε από τη μονάδα ομαδικής εστιάσεως. Ωστόσο, αυτή η τελευταία πώληση δεν είχε, κατά την άποψή μου, ως αποτέλεσμα την απόσυρση του τροφίμου από την αγορά ( 51 ). Τουναντίον: η προσφορά του εν συνεχεία (ως μέρος γεύματος) στον καταναλωτή αποτελεί μια μορφή διανομής του προϊόντος έναντι αντιπαροχής και, ως εκ τούτου, έναν τρόπο διαθέσεώς του στην αγορά. Στο πλαίσιο της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η Επιτροπή συμφώνησε με αυτή τη θέση (παρά την αντίθετη άποψή της ως προς το πρώτο ερώτημα).
57.
Σκοπός της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων ήταν επίσης να διασφαλιστεί η καλύτερη πληροφόρηση και προστασία του καταναλωτή ( 52 ) μέσω της παροχής σε αυτόν πληροφοριών (όπως, μεταξύ άλλων, για τη χώρα καταγωγής του τροφίμου) οι οποίες θα του επιτρέπουν να επιλέξει το τρόφιμο έχοντας πλήρη επίγνωση των πραγματικών στοιχείων που θεωρούνται κρίσιμα για την επιλογή του. Η λεπτομερής επισήμανση κρίθηκε ως χρήσιμο εργαλείο για τον σκοπό αυτό, δεδομένου ότι δημιουργεί τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών ( 53 ).
58.
Τα τρόφιμα αγοράζονται πρωτίστως για να καταναλωθούν. Το συμφέρον που έχει ο καταναλωτής ο οποίος βρίσκεται στο τέλος της αλυσίδας εφοδιασμού να αποκτήσει υποχρεωτικές και άλλες πληροφορίες σχετικά με το τρόφιμο ασκεί εξίσου σημαντική επιρροή και στις δύο αποφάσεις του (δηλαδή, τόσο την απόφαση να αγοράσει το τρόφιμο όσο και την απόφαση να το καταναλώσει). Το συμφέρον αυτό δεν παύει να υφίσταται απλώς και μόνο διότι η επιλογή του περιορίζεται στο αν θα πρέπει να καταναλώσει ένα συγκεκριμένο τρόφιμο το οποίο του παρέχεται ως μέρος έτοιμου γεύματος (η κατάσταση που περιγράφει το πρώτο προδικαστικό ερώτημα). Στην πραγματικότητα, το ενδιαφέρον του για πλήρη διαφάνεια ως προς τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του τροφίμου ελάχιστα διαφοροποιείται από αυτό που θα είχε αν επέλεγε ελεύθερα να αγοράσει (ή να μην αγοράσει) το τρόφιμο χωριστά με σκοπό να το καταναλώσει.
59.
Τέλος, σημειώνω ότι η ερμηνεία που προτείνω για το άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων δεν καθιστά τη συμμόρφωση προς αυτή την οδηγία δυσχερέστερη ή, πιθανώς, ακατόρθωτη. Τουναντίον, μέχρι ενός ορισμένου βαθμού, προλαμβάνει την ανάγκη καθιερώσεως διπλών γραμμών παραγωγής. Ομολογουμένως, βάσει της στενής ερμηνείας του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, οι παρασκευαστές δεν αποκλείεται να επέλεγαν να παράσχουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας στους καταναλωτές αναγράφοντας τις υποχρεωτικές πληροφορίες σε όλες τις ατομικές μερίδες, ανεξαρτήτως αν αυτές προορίζονταν για μεμονωμένους καταναλωτές οι οποίοι θα αγόραζαν χωριστά μία μόνον ατομική μερίδα, ή όχι. Όμως, οι παρασκευαστές ενδέχεται επίσης είτε να κατέληγαν στην εμπορική απόφαση να καθιερώσουν διπλή γραμμή παραγωγής (μία για τις μερίδες με τις απαραίτητες πληροφορίες στην ετικέτα και μία δεύτερη για τις ίδιες μερίδες χωρίς αυτές τις πληροφορίες ( 54 )) είτε να υποχρεώνονταν, εν πάση περιπτώσει, να επικολλήσουν μια ετικέτα και στη δεύτερη κατηγορία προϊόντων (για παράδειγμα, με τη φράση «δεν προορίζεται προς πώληση» ( 55 )) προκειμένου να διαχωρισθεί η παροχή των δύο κατηγοριών προϊόντων. Σε αυτή την περίπτωση, σε διάφορα στάδια της αλυσίδας εφοδιασμού θα ανέκυπταν δαπάνες εφαρμογής προκειμένου να διατηρηθούν διακριτές οι δύο γραμμές εφοδιασμού.
60.
Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ατομικές μερίδες μελιού οι οποίες αποτελούνται από μέλι που έχει συσκευασθεί (πριν διατεθεί προς πώληση) σε δοχείο σφραγισμένο με κάλυμμα από αλουμίνιο κατά τρόπο ώστε μόνον αν αυτό αφαιρεθεί μπορεί να τροποποιηθεί το περιεχόμενό τους, και, εν συνεχεία, τοποθετούνται ομαδικά και πωλούνται όλες μαζί σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως εντός χαρτοκιβωτίων στις ετικέτες των οποίων αναγράφεται η χώρα καταγωγής του μελιού, αποτελούν «προσυσκευασμένα τρόφιμα» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων. Το ίδιο ισχύει και όταν αυτές οι ατομικές μερίδες παρέχονται στον τελικό καταναλωτή ως μέρος έτοιμου γεύματος και δεν πωλούνται ως ατομικές μερίδες σε τελικούς καταναλωτές ούτε διατίθενται μεμονωμένα σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως.
61.
Επομένως, αν ουδεμία εξαίρεση τυγχάνει εφαρμογής, η χώρα ή οι χώρες καταγωγής του μελιού πρέπει να αναγράφονται στις ετικέτες ή στη συσκευασία αυτών των ατομικών μερίδων.
62.
Κατά την άποψή μου, από κανένα στοιχείο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν προκύπτει ότι μπορεί να ισχύει εν προκειμένω μία από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις.
63.
Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, δεν γίνεται λόγος για προσυσκευασμένες μερίδες μελιού σε στάδιο της αλυσίδας εφοδιασμού προγενέστερο της πωλήσεως στον τελικό καταναλωτή, ή με αγοραστή που δεν ήταν (ακόμη) κάποια μονάδα ομαδικής εστιάσεως. Ούτε και οι μονάδες ομαδικής εστιάσεως στις οποίες κατέληγαν οι εν λόγω μερίδες χρησιμοποιούσαν το περιεχόμενο αυτών των μερίδων για οποιονδήποτε από τους σκοπούς που περιγράφονται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ (ήτοι, για σκοπό διαφορετικό από τη διάθεση της μερίδας ως έχει στον τελικό καταναλωτή). Κατά συνέπεια, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιον λόγο θα πρέπει να εφαρμοσθεί το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ.
64.
Στις γραπτές της παρατηρήσεις, η Επιτροπή υποστήριξε ότι το ζήτημα αν οι επίμαχες ατομικές μερίδες μελιού αποτελούν «προσυσκευασμένο μέλι» ενδέχεται να μην τίθεται καν διότι, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 4, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων, η καταγωγή του τροφίμου δεν είναι υποχρεωτικό να αναγράφεται σε συσκευασίες ή δοχεία των οποίων η μεγαλύτερη επιφάνεια έχει εμβαδό μικρότερο από 10 cm2 (στο εξής: δοχεία πολύ μικρού μεγέθους).
65.
Το αιτούν δικαστήριο ουδόλως μνημονεύει τη συγκεκριμένη εξαίρεση. Ούτε προέβη σε σχετική διαπίστωση περί τα πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και σε απάντηση ερωτήσεως του Δικαστηρίου, οι διάδικοι της κύριας δίκης συμφώνησαν ότι η εξαίρεση αυτή δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω διότι τα δοχεία που χρησιμοποιούσε η Breitsamer για τις ατομικές της μερίδες μελιού ήταν μεγαλύτερα από τα δοχεία πολύ μικρού μεγέθους. Με αυτά τα δεδομένα κατά νου, θα εξετάσω εντελώς συνοπτικά τη σχέση μεταξύ του άρθρου 2, παράγραφος 4, της οδηγίας για το μέλι και του άρθρου 13, παράγραφος 4, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
66.
Εκ πρώτης όψεως, η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων μάλλον δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί την αναγραφή της χώρας καταγωγής σε ατομικές μερίδες που έχουν συσκευασθεί σε δοχεία πολύ μικρού μεγέθους, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές πωλούνται ή διατίθενται στον τελικό καταναλωτή και, συνεπώς, ανεξάρτητα από τον ορισμό των προσυσκευασμένων τροφίμων. Η ερμηνεία αυτή προϋποθέτει ότι το άρθρο 13, παράγραφος 4, επιτρέπεται να εφαρμοσθεί σε συνδυασμό με την οδηγία για το μέλι, η οποία όμως ουδεμία εξαίρεση προβλέπει από την απαίτηση αναγραφής της χώρας προελεύσεως. Η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων εφαρμόζεται στο μέλι υπό την επιφύλαξη των όρων που προβλέπονται (στο άρθρο 2) από την οδηγία για το μέλι ( 56 ). Επομένως, οι υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από αμφότερες τις οδηγίες ισχύουν ταυτόχρονα, υπό την επιφύλαξη των ειδικότερων κανόνων που θεσπίζει η οδηγία για το μέλι. Και το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής επιβάλλει, με μάλλον απόλυτους όρους, την υποχρέωση να αναγράφεται στην ετικέτα η χώρα ή οι χώρες καταγωγής όπου έγινε η συγκομιδή του μελιού.
67.
Ωστόσο, το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για το μέλι δεν ρυθμίζει ειδικώς σε ποια προϊόντα (μελιού) πρέπει να επικολλάται αυτή η ετικέτα (με τις απαραίτητες πληροφορίες) ( 57 ). Το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο βʹ, επιβεβαιώνει ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων (συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 13 της οδηγίας αυτής) διέπουν το εν λόγω ζήτημα χωρίς να εξαρτούν την εφαρμογή της οδηγίας από τον όρο ότι το άρθρο 13, παράγραφος 4, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων δεν ισχύει. Συνάγεται λοιπόν (αν και, κατά την άποψή μου, με αρκετά περίπλοκο τρόπο) ότι ίσχυε κατ’ αρχήν η εξαίρεση του άρθρου 13, παράγραφος 4, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων, με την οποία ο νομοθέτης της Ένωσης αναγνώριζε ότι αν συμπεριλαμβάνονταν πολλές πληροφορίες, πέραν των απολύτως αναγκαίων, σε δοχεία πολύ μικρού μεγέθους θα δημιουργούνταν πρακτικά προβλήματα (ανεξάρτητα από το τι είδους τρόφιμα περιέχουν τα δοχεία αυτά).
Η οδηγία για το μέλι και ο κανονισμός 1169/2011
68.
Διαφοροποιούνται οι απαντήσεις που δόθηκαν στα δύο ερωτήματα αν η οδηγία για το μέλι ερμηνευθεί σε συνδυασμό με τον κανονισμό 1169/2011;
69.
Κατά την άποψή μου, όχι.
70.
Σήμερα πλέον είναι ο κανονισμός 1169/2011, αντί της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων, που συναρτάται και εφαρμόζεται σωρευτικά με την οδηγία για το μέλι. Ο εν λόγω κανονισμός θεσπίζει κανόνες που ισχύουν για όλα τα τρόφιμα, όπως μεταξύ άλλων τους κανόνες οι οποίοι απαιτούν να αναγράφεται η χώρα καταγωγής είτε στη συσκευασία είτε στην ετικέτα που είναι συνδεδεμένη με αυτή ( 58 ), και συμπληρώνονται από ειδικές ρυθμίσεις για συγκεκριμένα τρόφιμα ( 59 ). Κατά συνέπεια, ο κανονισμός 1169/2011 εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη άλλων προδιαγραφών επισημάνσεως, προβλεπόμενων σε τυχόν ειδικές ρυθμίσεις ( 60 ).
71.
Συνολικά πάντως το γράμμα του κανονισμού 1169/2011, όπου το «προσυσκευασμένο τρόφιμο» ορίζεται όπως ακριβώς και στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων ( 61 ), συνηγορεί ακόμη περισσότερο υπέρ της καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα. Ειδικότερα, πρωταρχικός σκοπός του κανονισμού 1169/2011 είναι να εξασφαλιστεί ότι οι τελικοί καταναλωτές θα είναι κατάλληλα ενημερωμένοι όσον αφορά τα τρόφιμα που καταναλώνουν και ότι θα έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν ένα τρόφιμο και να κάνουν κατάλληλη χρήση του, καθώς και να κάνουν επιλογές οι οποίες ανταποκρίνονται στις ατομικές διαιτητικές τους ανάγκες ( 62 ). Ο κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα τρόφιμα τα οποία προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων που διατίθενται από τις μονάδες ομαδικής εστιάσεως ( 63 ). Τρόφιμα που προορίζονται για παράδοση στον τελικό καταναλωτή ή σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως συνοδεύονται υποχρεωτικώς από πληροφορίες για τα τρόφιμα, οι οποίες πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με τον κανονισμό ( 64 ). Εξάλλου, σε αντίθεση προς την οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων, ο κανονισμός 1169/2011 παρέχει τον ορισμό της έννοιας «διάθεση στην αγορά» ( 65 ). Ο ορισμός αυτός δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην πώληση των τροφίμων. Καλύπτει και άλλες μορφές μεταφοράς και διανομής τροφίμων. Τέλος, μολονότι το άρθρο 8, παράγραφος 6, επιβάλλει στους υπευθύνους των επιχειρήσεων τροφίμων την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι, όταν απαιτείται, παρέχονται στον τελικό καταναλωτή οι υποχρεωτικές πληροφορίες για τα τρόφιμα, η διάταξη αυτή προϋποθέτει ότι τα επίμαχα τρόφιμα δεν είναι προσυσκευασμένα. Κατά συνέπεια, δεν μπορώ να δεχθώ ότι ένα τρόφιμο δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται ως «προσυσκευασμένο» επειδή κάθε υπεύθυνος επιχειρήσεως τροφίμων οφείλει να παράσχει υποχρεωτικές πληροφορίες για τα τρόφιμα στον τελικό καταναλωτή.
72.
Ως εκ τούτου, κατά την άποψή μου, ο κανονισμός 1169/2011 επιβεβαιώνει ότι η χώρα καταγωγής του μελιού πρέπει κανονικά να αναγράφεται στη συσκευασία ή στην ετικέτα ατομικών μερίδων, συμπεριλαμβανομένων και όσων προσφέρονται στον καταναλωτή ως μέρος έτοιμου γεύματος. Ωστόσο, βάσει του κανονισμού 1169/2011, όπως και παλαιότερα βάσει της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων, η αναγραφή της χώρας καταγωγής του τροφίμου δεν είναι υποχρεωτική στα δοχεία πολύ μικρού μεγέθους. Η εξαίρεση του άρθρου 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 1169/2011 έχει σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση με εκείνη που καθιέρωνε παλαιότερα το άρθρο 13, παράγραφος 4, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων. Ακόμη και αν στην πρώτη διάταξη ο κατάλογος των υποχρεωτικών πληροφοριών είναι κατά τι μακρύτερος, το άρθρο 16, παράγραφος 2, δεν επιτάσσει την αναγραφή της χώρας καταγωγής (όπως προβλέπεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ) σε αυτού του είδους τις συσκευασίες ή τα δοχεία. Επομένως, και σήμερα όπως και κατά το παρελθόν, η εξαίρεση για τα δοχεία πολύ μικρού μεγέθους συνεχίζει να ισχύει ως προς το μέλι που έχει συσκευασθεί σε τέτοιου είδους δοχεία.
Πρόταση
73.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, προτείνω στο δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Bayerischer Verwaltungsgerichtshof ως ακολούθως:
Ατομικές μερίδες μελιού, οι οποίες αποτελούνται από μέλι που έχει συσκευασθεί (πριν διατεθεί προς πώληση) σε δοχεία μεγέθους άνω των 10 cm2, σφραγισμένα με αλουμινένιο κάλυμμα κατά τρόπο ώστε μόνον αν αυτό αφαιρεθεί να μπορεί να τροποποιηθεί το περιεχόμενό τους, και εν συνεχεία τοποθετούνται ομαδικά και πωλούνται όλες μαζί σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως εντός χαρτοκιβωτίων στις ετικέτες των οποίων αναγράφεται η χώρα καταγωγής του μελιού, είναι «προσυσκευασμένα τρόφιμα» κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για [την] προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, όπως αυτή τροποποιήθηκε τελευταίως από τον κανονισμό (ΕΚ) 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009, και του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού (ΕΕ) 1169/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) 1924/2006 και (ΕΚ) 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) 608/2004 της Επιτροπής. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση όπου αυτές οι ατομικές μερίδες παρέχονται ή πωλούνται στον τελικό καταναλωτή ως μέρος έτοιμου γεύματος και δεν πωλούνται ως ατομικές μερίδες στους τελικούς καταναλωτές, ούτε διατίθενται μεμονωμένα σε μονάδες ομαδικής εστιάσεως. Επομένως, υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που ενδέχεται να έχουν εφαρμογή, στις ετικέτες ή στη συσκευασία αυτών των ατομικών μερίδων πρέπει να αναγράφεται η χώρα ή οι χώρες καταγωγής, ήτοι συγκομιδής, του μελιού σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2001/110/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2001, για το μέλι, τα άρθρα 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, 3, παράγραφος 1, σημείο 8, και 13, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ και τα άρθρα 2, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, 12, παράγραφος 2, και 26, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1169/2011.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων (ΕΕ L 109, σ. 29), όπως τροποποιήθηκε τελικώς από τον κανονισμό (ΕΚ) 596/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2009 (ΕΕ L 188, σ. 14). Η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων έχει πλέον αντικατασταθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 1169/2011: βλ. σημεία 11 έως 23 κατωτέρω.
( 3 ) Αιτιολογική σκέψη 1.
( 4 ) Αιτιολογική σκέψη 4.
( 5 ) Αιτιολογική σκέψη 5.
( 6 ) Αιτιολογική σκέψη 6.
( 7 ) Αιτιολογική σκέψη 8.
( 8 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 9. Οι λοιπές ενδείξεις συνίστανται στην ονομασία πωλήσεως του προϊόντος (σημείο 1), στον κατάλογο των συστατικών (σημείο 2), στην ποσότητα ορισμένων συστατικών ή κατηγοριών συστατικών (σημείο 3), στην καθαρή ποσότητα (σημείο 4), στην ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας ή στην τελική ημερομηνία αναλώσεως (σημείο 5), στις ιδιαίτερες συνθήκες διατηρήσεως ή χρήσεως (σημείο 6), στις πληροφορίες σχετικά με τον κατασκευαστή ή τον συσκευαστή ή τον πωλητή (σημείο 7), στις οδηγίες χρήσεως (σημείο 9) και (όπου απαιτείται) στην αναγραφή του κτηθέντος κατ’ όγκο αλκοολικού τίτλου (σημείο 10).
( 9 ) Οι λεπτομέρειες της συγκεκριμένης διαδικασίας δεν ασκούν επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.
( 10 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 15.
( 11 ) Υπενθυμίζεται ότι οι ενδείξεις αυτές ήταν: η ονομασία πωλήσεως του προϊόντος (σημείο 1), η καθαρή ποσότητα, για τα προσυσκευασμένα τρόφιμα (σημείο 4), και η ημερομηνία ελάχιστης διατηρησιμότητας ή, στην περίπτωση συγκεκριμένων τροφίμων, η τελική ημερομηνία αναλώσεως («ανάλωση έως») (σημείο 5).
( 12 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) 1924/2006 και (ΕΚ) 1925/2006 και την κατάργηση της οδηγίας 87/250/ΕΟΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της οδηγίας 1999/10/ΕΚ της Επιτροπής, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 2002/67/ΕΚ και 2008/5/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) 608/2004 της Επιτροπής (ΕΕ L 304, σ. 18).
( 13 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 6 και 11 και άρθρα 53, παράγραφος 1, και 55.
( 14 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2001, για το μέλι (ΕΕ 2002, L 10, σ. 47).
( 15 ) Αυτός είναι ο ορισμός που παρατίθεται στο άρθρο 3, σημείο 8, του κανονισμού (ΕΚ) 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31, σ. 1), στον οποίο παραπέμπει το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ.
( 16 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε. Τα άρθρα 23 έως 26 αναφέρονται στη μη προτιμησιακή καταγωγή των εμπορευμάτων.
( 17 ) Βλ., σημείο 21 κατωτέρω.
( 18 ) Δηλαδή, της ονομασίας του τροφίμου (στοιχείο αʹ), ορισμένων συστατικών ή τεχνολογικών βοηθημάτων (στοιχείο γʹ), της καθαρής ποσότητας του τροφίμου (στοιχείο εʹ) και της ημερομηνίας ελάχιστης διατηρησιμότητας ή της τελικής ημερομηνίας αναλώσεως («ανάλωση έως») (στοιχείο στʹ).
( 19 ) Ήτοι, ο κατάλογος των συστατικών.
( 20 ) Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 29.
( 21 ) Το άρθρο 10 αφορά πρόσθετες υποχρεωτικές ενδείξεις για συγκεκριμένους τύπους ή κατηγορίες τροφίμων και είναι άνευ σημασίας για την υπό κρίση υπόθεση.
( 22 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1974, περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν το μέλι (EE ειδ. έκδ. 03/001, σ. 34).
( 23 ) Αιτιολογική σκέψη 4.
( 24 ) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/110/ΕΚ του Συμβουλίου για το μέλι (ΕΕ L 164, σ. 1).
( 25 ) Βλ., επίσης, άρθρο 2, παράγραφος 1, και αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12.
( 26 ) Βλ. άρθρο 1, παράγραφος 1, και αιτιολογική σκέψη 6.
( 27 ) Το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται στην έκδοση του διατάγματος που δημοσιεύθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1999 (BGBl. 1999 I, σ. 2464) και τροποποιήθηκε τελευταίως από το άρθρο 2 του Verordnung (διατάγματος) της 25ης Φεβρουαρίου 2014 (BGBl. 2014 I, σ. 218).
( 28 ) Η οδηγία για την επισήμανση των τροφίμων καταργήθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2014: βλ. άρθρο 53, παράγραφος 1, του κανονισμού 1169/2011.
( 29 ) Βλ. σημείο 33 ανωτέρω.
( 30 ) Βλ., ιδίως, την πρώτη περίοδο του άρθρου 54, παράγραφος 1, του κανονισμού 1169/2011.
( 31 ) Βλ. άρθρο 1 της οδηγίας για το μέλι.
( 32 ) Βλ. άρθρο 2 της οδηγίας για το μέλι. Βλ., επίσης, άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 33 ) Βλ. άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για το μέλι.
( 34 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 4 της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 35 ) Άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 36 ) Άρθρα 2, 4, παράγραφος 2, και 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 37 ) Άρθρο 14 της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 38 ) Άρθρα 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, 3, παράγραφος 1, σημείο 8, και 13, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 39 ) Αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας για το μέλι.
( 40 ) Άρθρο 2, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας για το μέλι.
( 41 ) Άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 42 ) «Questions and Answers on the application of the Regulation (EU) No 1169/2011 on the provision of food information to consumers». Το έγγραφο αυτό απαντά σε συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού 1169/2011 (ο ορισμός του «προσυσκευασμένου τροφίμου» στο εν λόγω έγγραφο είναι ίδιος με εκείνον του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων· βλ. σημεία 14 και 71 των προτάσεών μου). Στη σελίδα του εξώφυλλου του εγγράφου αυτού επιβεβαιώνεται ότι «[…] δεν έχει επίσημη νομική ισχύ και σε περίπτωση ένδικης διαφοράς, την τελική ευθύνη ερμηνείας του δικαίου φέρει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Βλ. για το συγκεκριμένο έγγραφο στην αγγλική γλώσσα, την ηλεκτρονική διεύθυνση: .
( 43 ) Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 14 της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 44 ) Βλ. άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, και αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 45 ) Στο σημείο αυτό να παρατηρήσω ότι θεωρώ ότι θα ήταν απίθανο, υπό φυσιολογικές συνθήκες, μια μονάδα ομαδικής εστιάσεως να προβεί στην αγορά μίας προς μία ατομικών μερίδων μελιού οι οποίες πωλούνται χωριστά. Θα ήταν σαφώς πιο εύλογο, για μια τέτοια μονάδα, να αγοράσει «συσκευασία τροφοδοσίας» η οποία θα περιέχει πολλές ατομικές μερίδες μελιού που πωλούνται από κοινού σε μειωμένη τιμή ανά μονάδα.
( 46 ) Πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμισή τους (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33).
( 47 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση Internetportal und Marketing (C‑569/08, EU:C:2010:311, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 48 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση M κ.λπ. (C‑340/08, EU:C:2010:232, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 49 ) Αιτιολογικές σκέψεις 2 και 4 της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 50 ) Ενδεικτικά, για τις διάφορες υπηρεσίες και τα αγαθά που εμπλέκονται σε αυτού του είδους τις συναλλαγές, βλ. (στο πλαίσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας) απόφαση Bog κ.λπ. (C‑497/09, C‑499/09, C‑501/09 και C‑502/09, EU:C:2011:135, σκέψεις 64 έως 81).
( 51 ) Και πάλι, φαίνεται απίθανο μια μονάδα ομαδικής εστιάσεως, αν χρειάζεται μεγάλες ποσότητες μελιού προκειμένου να παρασκευάσει ορισμένα τρόφιμα (όπως ένα κέικ), να προβεί στην αγορά ενός χαρτοκιβωτίου 120 ατομικών μερίδων και να πρέπει να τις αποσφραγίσει μία-μία, αντί να αγοράσει κάποιο μεγάλου μεγέθους δοχείο μελιού το οποίο εξυπηρετεί ανάγκες τροφοδοσίας. Πιθανότατα, η οικονομική λογική ως προς την αγορά του χαρτοκιβωτίου των 120 ατομικών μερίδων συνίσταται στο ότι με τον τρόπο αυτό η μονάδα ομαδικής εστιάσεως εξοικονομεί τα εργατικά που θα έπρεπε να καταβάλει προκειμένου να κατανείμει το μέλι σε ατομικές μερίδες. Οπότε, οι ατομικές μερίδες παρουσιάζονται ως έχουν στον τελικό καταναλωτή.
( 52 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 6 της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 53 ) Βλ. αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας για την επισήμανση των τροφίμων.
( 54 ) Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να ληφθεί (για παράδειγμα) σε συνδυασμό με την εμπορική απόφαση να γεμίζονται τα δοχεία των μερίδων, στις δύο διαφορετικές γραμμές παραγωγής, με μέλι που προέρχεται από διαφορετικές πηγές και έχει, ως εκ τούτου, διαφορετική ποιότητα/αξία.
( 55 ) Όντως, στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, μεγάλο μέρος των συζητήσεων επικεντρώθηκε στo κατά πόσον, με την επικόλληση μιας τέτοιας προειδοποιητικής επιγραφής, ο παραγωγός θα ήταν μετά ελεύθερος να μην αναγράψει, με άλλη ετικέτα πάνω στο προϊόν, τη χώρα καταγωγής του τροφίμου.
( 56 ) Αιτιολογική σκέψη 5 της οδηγίας για το μέλι.
( 57 ) Βλ. σημείο 39 ανωτέρω.
( 58 ) Βλ. άρθρα 9, παράγραφος 1, στοιχείο θʹ, 12, παράγραφος 2, και 26 του κανονισμού 1169/2011.
( 59 ) Βλ., ιδίως, αιτιολογικές σκέψεις 6, 8 και 22 του κανονισμού 1169/2011.
( 60 ) Άρθρο 1, παράγραφος 4, του κανονισμού 1169/2011. Βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 32.
( 61 ) Άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 1169/2011.
( 62 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 3 και 17 και άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1169/2011.
( 63 ) Άρθρο 1, παράγραφος 3, και αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού 1169/2011.
( 64 ) Άρθρο 6 του κανονισμού 1169/2011.
( 65 ) Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 1169/2011.
Full & Egal Universal Law Academy