ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 21ης Ιουλίου 2016 ( 1 )
Υπόθεση C‑162/15 P
Evonik Degussa GmbH
κατά
Επιτροπής
«Αίτηση αναιρέσεως — Εφαρμογή των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ — Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 — Δημοσίευση των αποφάσεων της Επιτροπής — Άρθρο 30 — Αρμοδιότητες και καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων στις διαδικασίες ανταγωνισμού — Απόφαση 2011/695/ΕΕ — Άρθρο 8 — Προστασία του επαγγελματικού απορρήτου — Άρθρο 339 ΣΛΕΕ — Έννοια του όρου “επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα” — Πληροφορίες προερχόμενες από αίτηση επιείκειας εκ μέρους επιχειρήσεως — Απόρριψη της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως — Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη»
Περιεχόμενα
I – Εισαγωγή
II – Το νομικό πλαίσιο
III – Το ιστορικό της διαφοράς
IV – Η προσβαλλόμενη απόφαση
V – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
VI – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
VII – Ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως
Α – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
3. Ανάλυση
α) Επί του πρώτου σκέλους
i) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
ii) Επί του εύρους του ελέγχου που ασκεί ο σύμβουλος ακροάσεων
iii) Η ανάλυση των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου
β) Επί του δεύτερου σκέλους
Β – Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
1. Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
3. Ανάλυση
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
i) Επί του εμπιστευτικού χαρακτήρα των αιτήσεων επιείκειας
ii) Συνέπειες της προστασίας των αιτήσεων επιείκειας επί της δημοσιεύσεως των αποφάσεων της Επιτροπής
β) Επί του πρώτου σκέλους
γ) Επί του δεύτερου σκέλους
δ) Επί του τρίτου σκέλους
ε) Επί του τέταρτου σκέλους
Γ – Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
3. Ανάλυση
α) Επί του πρώτου σκέλους
β) Επί του δεύτερου σκέλους
Δ – Τελικές παρατηρήσεις
VIII – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1.
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η Evonik Degussa GmbH ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως της 28ης Ιανουαρίου 2015, Evonik Degussa κατά Επιτροπής ( 2 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2012) 3534 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ( 3 ) περί απορρίψεως αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα.
2.
Οι αιτιάσεις που προβάλλει η αναιρεσείουσα κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορούν, μεταξύ άλλων, την προβληματική –η οποία δεν έχει εξεταστεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου μέχρι σήμερα ( 4 )– σχετικά με την έκταση της προστασίας της οποίας πρέπει να τυγχάνουν οι προερχόμενες από αίτηση επιείκειας πληροφορίες, στο πλαίσιο της δημοσιεύσεως των αποφάσεων της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ ( 5 ).
II – Το νομικό πλαίσιο
3.
Το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101 ΣΛΕΕ] και [102 ΣΛΕΕ] ( 6 ), το οποίο φέρει τον τίτλο «Δημοσίευση των αποφάσεων», ορίζει τα εξής:
«1. Η Επιτροπή δημοσιεύει τις αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει κατ’ εφαρμογή των άρθρων 7 έως 10, 23 και 24.
2. Στη δημοσίευση μνημονεύονται τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα ουσιώδη στοιχεία της απόφασης, περιλαμβανομένων των κυρώσεων που επιβάλλονται. Επίσης λαμβάνεται υπόψη το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων για την προστασία του επαγγελματικού απόρρητου.»
4.
Το άρθρο 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού ( 7 ), το οποίο φέρει τον τίτλο «Επιχειρηματικά απόρρητα και λοιπές πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα», έχει ως εξής:
«1. Όταν η Επιτροπή έχει την πρόθεση να αποκαλύψει πληροφορίες που ενδέχεται να αποτελούν επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα οποιασδήποτε επιχείρησης ή προσώπου, η επιχείρηση ή το πρόσωπο ενημερώνεται γραπτώς για την πρόθεση αυτή, καθώς και για τους σχετικούς λόγους από τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού. Τάσσεται προθεσμία εντός της οποίας η επιχείρηση ή το πρόσωπο μπορεί να υποβάλει γραπτώς τυχόν παρατηρήσεις.
2. Όταν η ενδιαφερόμενη επιχείρηση ή το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αντιτίθεται στην αποκάλυψη των πληροφοριών, μπορεί να παραπέμψει το θέμα στον σύμβουλο ακροάσεων. Εάν ο σύμβουλος ακροάσεων διαπιστώσει ότι η πληροφορία μπορεί να αποκαλυφθεί διότι δεν αποτελεί επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλη πληροφορία εμπιστευτικού χαρακτήρα ή διότι υπάρχει υπέρτερο συμφέρον στην αποκάλυψή της, το πόρισμα αυτό διατυπώνεται σε αιτιολογημένη απόφαση που κοινοποιείται στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση ή το ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Στην απόφαση αυτή προσδιορίζεται η ημερομηνία μετά την οποία πρόκειται να αποκαλυφθούν οι πληροφορίες. Η ημερομηνία αυτή δεν πρέπει να τοποθετείται σε απόσταση μικρότερη της μιας εβδομάδας από την ημερομηνία της κοινοποίησης.
3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται mutatis mutandis ως προς την αποκάλυψη πληροφοριών με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
[…]»
III – Το ιστορικό της διαφοράς
5.
Το ιστορικό της διαφοράς, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνοψίζεται ως εξής.
6.
Στις 3 Μαΐου 2006, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2006) 1766 τελικό, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 [ΕΚ] και του άρθρου 53 της Συμφωνίας ΕΟΧ (υπόθεση COMP/38.620 – Υπεροξείδιο του υδρογόνου και υπερβορικό άλας, στο εξής: απόφαση PHP).
7.
Με την απόφαση PHP, η Επιτροπή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι η αναιρεσείουσα Degussa AG, νυν Evonik Degussa GmbH, είχε συμμετάσχει σε παράβαση του άρθρου 81 ΕΚ εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), με δεκαέξι άλλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο του υπεροξειδίου του υδρογόνου και του υπερβορικού άλατος. Kατ’ εφαρμογήν της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε περιπτώσεις συμπράξεων (στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002) ( 8 ), χορηγήθηκε στην αναιρεσείουσα πλήρης απαλλαγή από το πρόστιμο.
8.
Το 2007, δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της Επιτροπής το πρώτο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως PHP.
9.
Με έγγραφο που απέστειλε στην αναιρεσείουσα στις 28 Νοεμβρίου 2011, η Επιτροπή τής γνωστοποίησε την πρόθεσή της να δημοσιεύσει νέο μη εμπιστευτικό και αναλυτικότερο κείμενο της αποφάσεως PHP, το οποίο θα περιείχε το σύνολο της εν λόγω αποφάσεως, εξαιρουμένων ορισμένων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ζήτησε από την αναιρεσείουσα να προσδιορίσει για ποιες από τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην απόφαση PHP σκοπεύει να υποβάλει αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.
10.
Φρονώντας ότι το ως άνω μη εμπιστευτικό και αναλυτικότερο κείμενο της αποφάσεως PHP περιείχε εμπιστευτικές πληροφορίες ή στοιχεία που εμπίπτουν στο επιχειρηματικό απόρρητο, η αναιρεσείουσα γνωστοποίησε στην Επιτροπή, με επιστολή της 23ης Δεκεμβρίου 2011, ότι αντιτίθεται στην υπό εξέταση δημοσίευση. Προς στήριξη των αντιρρήσεών της, η αναιρεσείουσα προέβαλε, ειδικότερα, ότι το εν λόγω μη εμπιστευτικό κείμενο περιείχε πολλές πληροφορίες τις οποίες είχε θέσει υπόψη της Επιτροπής στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας, καθώς και τα ονόματα πολλών συνεργατών της και ενδείξεις σχετικά με τις εμπορικές σχέσεις της. Κατά την αναιρεσείουσα, η υπό εξέταση δημοσίευση αντέβαινε, μεταξύ άλλων, στις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως και θα έβλαπτε τις έρευνες που διενεργεί η Επιτροπή.
11.
Με επιστολή της 15ης Μαρτίου 2012, η Επιτροπή ενημέρωσε την αναιρεσείουσα ότι δεχόταν να απαλείψει από το μη εμπιστευτικό κείμενο που προοριζόταν για δημοσίευση όλες τις πληροφορίες που καθιστούν ευθέως ή εμμέσως δυνατό τον εντοπισμό της πηγής των πληροφοριών που είχαν κοινοποιηθεί βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002, καθώς και τα ονόματα των συνεργατών της αναιρεσείουσας. Αντιθέτως, η Επιτροπή εκτίμησε ότι δεν ήταν δικαιολογημένη η τήρηση του απορρήτου όσον αφορά τις λοιπές πληροφορίες των οποίων την εμπιστευτική μεταχείριση είχε ζητήσει η αναιρεσείουσα.
12.
Κάνοντας χρήση της δυνατότητας που παρέχεται με την απόφαση 2011/695, η αναιρεσείουσα προσέφυγε στον σύμβουλο ακροάσεων, ζητώντας την απάλειψη από το προς δημοσίευση μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως PHP όλων των πληροφοριών που αυτή είχε παράσχει βάσει της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002.
IV – Η προσβαλλόμενη απόφαση
13.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο σύμβουλος ακροάσεων απέρριψε, εξ ονόματος της Επιτροπής, την αίτηση της αναιρεσείουσας.
14.
Ο σύμβουλος ακροάσεων επισήμανε, καταρχάς, τα όρια των καθηκόντων του, στο πλαίσιο των οποίων του επιτρέπεται απλώς να προσδιορίσει εάν μια πληροφορία μπορεί να θεωρηθεί εμπιστευτική και όχι να άρει τυχόν προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας.
15.
Επισήμανε ακόμη ότι η αναιρεσείουσα αντιτάχθηκε στη δημοσίευση του νέου αναλυτικότερου μη εμπιστευτικού κειμένου της αποφάσεως PHP, προβάλλοντας ως μόνο λόγο ότι αυτό περιέχει πληροφορίες παρασχεθείσες κατ’ εφαρμογήν της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και ότι η γνωστοποίηση τέτοιων πληροφοριών σε τρίτους ενδέχεται να της προξενήσει ζημία στο πλαίσιο αγωγών αποζημιώσεως που θα ασκηθούν ενώπιον εθνικών δικαστηρίων.
16.
Κατά τον σύμβουλο ακροάσεων, όμως, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι η δημοσίευση των πληροφοριών αυτών μπορούσε να της προξενήσει σοβαρή ζημία. Σε κάθε περίπτωση, το συμφέρον επιχειρήσεως που έχει παραβεί το δίκαιο του ανταγωνισμού να μη δημοσιοποιηθούν στο κοινό λεπτομέρειες σχετικά με την προσαπτόμενη σε αυτήν παράβαση δεν χρήζει ιδιαίτερης προστασίας. Ο σύμβουλος ακροάσεων υπενθύμισε, συναφώς, ότι οι αγωγές αποζημιώσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτικής της Ένωσης επί θεμάτων ανταγωνισμού και ότι, συνεπώς, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί έννομο συμφέρον για την προστασία από τον κίνδυνο ασκήσεως τέτοιων αγωγών σε βάρος της.
17.
Ο σύμβουλος ακροάσεων εκτίμησε επίσης ότι δεν ήταν αρμόδιος να απαντήσει στο επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η επίμαχη δημοσιοποίηση μπορούσε να είναι επιζήμια για το πρόγραμμα επιείκειας, καθώς το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στα καθήκοντά του.
18.
Τέλος, ο σύμβουλος ακροάσεων επισήμανε ότι, εφόσον τα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί περιορίζονται στις αιτήσεις εμπιστευτικότητας, δεν μπορεί να αποφανθεί επί της εικαζόμενης παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως λόγω του ότι η υπό εξέταση δημοσίευση θα έθετε την αναιρεσείουσα σε δυσμενέστερη θέση από άλλους αποδέκτες της αποφάσεως PHP που δεν συνεργάστηκαν με την Επιτροπή.
V – Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
19.
Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Αυγούστου 2012, η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
20.
Στο πλαίσιο της προσφυγής, η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με διάταξη της 16ης Νοεμβρίου 2012, Evonik Degussa κατά Επιτροπής (T‑341/12 R, EU:T:2012:604), ο Πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτή την αίτηση.
21.
Προς στήριξη της προσφυγής της η αναιρεσείουσα προέβαλε κατ’ ουσίαν πέντε λόγους. Οι τέσσερις πρώτοι αντλούνταν από παράβαση, αντιστοίχως, του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695 (πρώτος λόγος), της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (δεύτερος λόγος), της υποχρεώσεως τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου την οποία προβλέπει το άρθρο 339 ΣΛΕΕ (τρίτος λόγος) και από παραβίαση των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχειρίσεως (τέταρτος λόγος) ( 9 ).
22.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της και καταδίκασε την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
VI – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
23.
Με την αίτηση αναιρέσεως, η Evonik Degussa ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
24.
Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υπέβαλε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ζητώντας από το Δικαστήριο την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με διάταξη της 2ας Μαρτίου 2016, Evonik Degussa κατά Επιτροπής (C‑162/15 P‑R, EU:C:2016:142), ο αντιπρόεδρος του Δικαστηρίου έκανε δεκτή την αίτηση.
VII – Ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως
25.
Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις λόγους οι οποίοι αντλούνται, ο πρώτος από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 3, της αποφάσεως 2011/695, σχετικά με τις αρμοδιότητες του συμβούλου ακροάσεων, ο δεύτερος από παράβαση του άρθρου 339 ΣΛΕΕ και του άρθρου 30 του κανονισμού 1/2003, σχετικά με τον φερόμενο ως εμπιστευτικό χαρακτήρα των επίμαχων πληροφοριών και ο τρίτος από παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
26.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παρέβη το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 3, της αποφάσεως 2011/695, κρίνοντας, με τις σκέψεις 31 έως 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο σύμβουλος ακροάσεων δεν είναι αρμόδιος να εξετάζει αντιρρήσεις αντλούμενες από τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως.
1. Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
27.
Ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η αναιρεσείουσα προέβαλε λόγο προσφυγής αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695, υποστηρίζοντας ότι ο σύμβουλος ακροάσεων περιόρισε αδικαιολόγητα την έκταση του ελέγχου που δύναται να ασκήσει. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν ως αβάσιμο με τις σκέψεις 23 έως 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
28.
Στη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε ότι η αναιρεσείουσα προσήπτε στον σύμβουλο ακροάσεων ότι παρέλειψε να απαντήσει σε αυτοτελή επιχειρήματα που αφορούσαν, μεταξύ άλλων, παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως.
29.
Με τη σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του σχετικά με το άρθρο 9, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως 2001/462/ΕΚ, ΕΚΑΧ ( 10 ), η οποία εξακολουθεί να ισχύει και για το άρθρο 8 της αποφάσεως 2011/695, ο σύμβουλος ακροάσεων δεν πρέπει απλώς να καθορίζει αν το προς δημοσίευση κείμενο περιλαμβάνει στοιχεία που εμπίπτουν στο επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλα πληροφοριακά στοιχεία που τυγχάνουν παρεμφερούς προστασίας, αλλά πρέπει επίσης να εξακριβώνει αν το κείμενο αυτό περιλαμβάνει άλλα πληροφοριακά στοιχεία που δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν, είτε λόγω κανόνων του δικαίου της Ένωσης που τα προστατεύουν ειδικώς είτε λόγω του ότι τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία εμπίπτουν στα στοιχεία τα οποία, ως εκ της φύσεώς τους, καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο ( 11 ).
30.
Με τη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, εν προκειμένω, οι αρχές του δικαίου τις οποίες επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα ενώπιον του συμβούλου ακροάσεων δεν αποτελούν κανόνες που αποσκοπούν ειδικώς στην παροχή προστασίας από τη δημοσιοποίηση πληροφοριών. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, κατ’ αντίθεση, ιδίως, προς τους κανόνες σχετικά με τη μεταχείριση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή ακόμη σχετικά με τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα προσβάσεως του κοινού σε έγγραφα ( 12 ), οι αρχές αυτές δεν αποσκοπούν ειδικά στην προστασία του απορρήτου πληροφοριών ή εγγράφων. Δεδομένου, συνεπώς, ότι οι αντιρρήσεις που αντλούνται από τις αρχές αυτές εκφεύγουν του πλαισίου των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στον σύμβουλο ακροάσεων δυνάμει του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695 (σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), o σύμβουλος ακροάσεων ορθώς εκτίμησε, εν προκειμένω, ότι δεν είναι αρμόδιος (σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
31.
Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι καμία υπηρεσία της Επιτροπής δεν εξέτασε τις αντιρρήσεις της, διαπιστώνοντας ότι οι υπηρεσίες της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού είχαν λάβει αιτιολογημένη θέση για τις αντιρρήσεις αυτές με τις επιστολές που απέστειλαν στην αναιρεσείουσα στις 28 Νοεμβρίου 2011 και στις 15 Μαρτίου 2012, πριν από την προσφυγή στον σύμβουλο ακροάσεων (σκέψεις 45 έως 49 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
32.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε συναφώς ότι, προς διασφάλιση της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της τότε προσφεύγουσας, η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να εξεταστεί εντός του πλαισίου που οδήγησε στην έκδοσή της και, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι με την εν λόγω απόφαση η Επιτροπή διατύπωσε εμμέσως πλην σαφώς τις θέσεις της, όπως αυτές διατυπώθηκαν με τις επιστολές της 28ης Νοεμβρίου 2011 και της 15ης Μαρτίου 2012, καθόσον αφορούν ζητήματα που δεν εμπίπτουν στα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων (σκέψεις 60 και 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
2. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
33.
Με την αίτηση αναιρέσεώς της η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ο σύμβουλος ακροάσεων είναι όργανο της Επιτροπής που αποφασίζει σε τελευταίο βαθμό σχετικά με τη δημοσίευση πληροφοριών τις οποίες η οικεία επιχείρηση θεωρεί εμπιστευτικές. Συνεπώς, ο σύμβουλος ακροάσεων πρέπει να είναι αρμόδιος για την εξέταση όλων των λόγων που είναι δυνατόν να αποτρέψουν τη δημοσίευση. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν ο σύμβουλος ακροάσεων είχε ως μόνη αρμοδιότητα τη διακρίβωση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών, θα έπρεπε παρά ταύτα να λάβει υπόψη στην απόφασή του όλες τις σχετικές απαιτήσεις, περιλαμβανομένων των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, που αποτελούν τμήμα των εννόμων συμφερόντων τα οποία είναι δυνατόν να αντιταχθούν σε δημοσίευση.
34.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει επίσης ότι το σκεπτικό που εκτίθεται στις σκέψεις 42 έως 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εδράζεται σε πλάνη περί το δίκαιο.
35.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να διαπιστώσει ότι ο σύμβουλος ακροάσεων δεν είχε εξετάσει τις αντιρρήσεις τις οποίες προέβαλλε και οι οποίες αντλούνταν από τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως και ότι, ως εκ τούτου, έπρεπε να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση για τον λόγο αυτό. Κρίνοντας, με τις σκέψεις 58 έως 60 και 132 έως 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιλάμβανε «εμμέσως πλην σαφώς» τις θέσεις που είχε διατυπώσει η Επιτροπή με τις προγενέστερες επιστολές της προς την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής.
36.
Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά παραπέμποντας, κατά κύριο λόγο, στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
3. Ανάλυση
37.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αποτελείται, κατ’ ουσίαν, από δύο σκέλη.
38.
Το πρώτο σκέλος αφορά το εύρος της αρμοδιότητας του συμβούλου ακροάσεων βάσει του άρθρου 8, παράγραφοι 2 και 3, της αποφάσεως 2011/695 (σκέψεις 42 έως 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το δεύτερο σκέλος αφορά την απόρριψη από το Γενικό Δικαστήριο της αιτιάσεως που αντλείται από πλημμελή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως (σκέψεις 60 και 67 της εν λόγω αποφάσεως).
α) Επί του πρώτου σκέλους
i) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
39.
Δυνάμει του άρθρου 339 ΣΛΕΕ, τα μέλη των θεσμικών οργάνων, καθώς και οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό της Ένωσης οφείλουν να μη δημοσιοποιούν πληροφορίες που, ως εκ της φύσεώς τους, εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο. Για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 102 ΣΛΕΕ, το καθήκον αυτό μνημονεύεται εκ νέου στο άρθρο 28 του κανονισμού 1/2003 και στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 773/2004 ( 13 ) και ισχύει, κατά την τελευταία αυτή πράξη, για το «επιχειρηματικό απόρρητο και λοιπές πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα».
40.
Η νομολογία του Δικαστηρίου καθιστά δυνατή την οριοθέτηση των εννοιών αυτών.
41.
Από τη νομολογία αυτή προκύπτει, ιδίως, ότι το δικαίωμα προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης ( 14 ). Το πεδίο εφαρμογής της αρχής αυτής δεν περιορίζεται στο καθεαυτό επιχειρηματικό απόρρητο, δηλαδή στις ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες ( 15 ), αλλά περιλαμβάνει και άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα ( 16 ).
42.
Εξάλλου, ο εμπιστευτικός χαρακτήρας πληροφορίας μπορεί να προκύπτει τόσο από το εγγενώς ευαίσθητο περιεχόμενό της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των εμπορικών πληροφοριών, όσο και από τον συνδυασμό του περιεχομένου και των περιστάσεων υπό τις οποίες λαμβάνει χώρα η κοινοποίηση των πληροφοριών στο δημόσιο όργανο.
43.
Η τελευταία αυτή περίπτωση αφορά, αφενός, τις πληροφορίες που γνωστοποιούνται στην Επιτροπή υπό περιστάσεις οι οποίες επιβάλλουν καθήκον εχεμύθειας, ιδίως δε τις πληροφορίες που διαβιβάζονται οικειοθελώς από πρόσωπο που επιθυμεί ευλόγως να διατηρήσει την ανωνυμία του, όπως ένας πληροφοριοδότης ή καταγγέλλων ( 17 ), αλλά και, αφετέρου, τις πληροφορίες που γνωστοποιούνται στην Επιτροπή με την επιφύλαξη της τηρήσεως του εμπιστευτικού χαρακτήρα τους ( 18 ).
44.
Η Επιτροπή έλαβε υπόψη αυτή τη νομολογία στην ανακοίνωσή της περί προσβάσεως στον φάκελο υποθέσεως, διακρίνοντας μεταξύ δύο κατηγοριών πληροφοριών, η πρόσβαση στις οποίες είναι δυνατόν να περιοριστεί, και συγκεκριμένα, αφενός, την κατηγορία που άπτεται του επαγγελματικού απορρήτου, στην οποία περιλαμβάνονται οι πληροφορίες που αφορούν την επαγγελματική δραστηριότητα επιχειρήσεως και των οποίων η δημοσιοποίηση θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά τα συμφέροντά της, και, αφετέρου, την κατηγορία των λοιπών εμπιστευτικών πληροφοριών, στην οποία περιλαμβάνονται πληροφορίες «πέραν των επαγγελματικών μυστικών οι οποίες είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως εμπιστευτικές ενόσω η αποκάλυψή τους θα μπορούσε να βλάψει ουσιωδώς ένα πρόσωπο ή επιχείρηση». Τέλος, οι εμπιστευτικές πληροφορίες μπορούν να περιλαμβάνουν πληροφορίες που προστατεύονται τόσο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως τα στρατιωτικά μυστικά, όσο και ιδιωτικού συμφέροντος, όπως τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ( 19 ).
45.
Το Γενικό Δικαστήριο, με τη σειρά του, έχει ερμηνεύσει την έννοια των «πληροφοριών που καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο» προσδιορίζοντας τρία κριτήρια. Όπως έχει κρίνει, για να εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο τα πληροφοριακά στοιχεία απαιτείται, πρώτον, να είναι γνωστά σε περιορισμένο μόνον αριθμό προσώπων, δεύτερον, η δημοσιοποίησή τους να μπορεί να προκαλέσει σοβαρή ζημία στο πρόσωπο που τα προσκόμισε ή σε τρίτους και, τέλος, τρίτον, τα συμφέροντα που μπορεί να θιγούν από τη δημοσιοποίηση της πληροφορίας απαιτείται να χρήζουν αντικειμενικώς προστασίας ( 20 ). Το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι σήμερα την ευκαιρία να αποφανθεί επί των κριτηρίων αυτών ( 21 ).
ii) Επί του εύρους του ελέγχου που ασκεί ο σύμβουλος ακροάσεων
46.
Η αποστολή του συμβούλου ακροάσεων εντός της Επιτροπής, η οποία έχει εξελιχθεί ουσιωδώς από τον χρόνο συστάσεως της θέσεως αυτής, έγκειται στον έλεγχο του σεβασμού των διαδικαστικών δικαιωμάτων στις διαδικασίες ανταγωνισμού. Κρίθηκε απαραίτητο το έργο αυτό να ανατεθεί σε πρόσωπο ανεξάρτητο από τις υπηρεσίες της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού ( 22 ).
47.
Οι αρμοδιότητες του συμβούλου ακροάσεων καθορίζονται με την απόφαση 2011/695.
48.
Τα άρθρα 7 και 8 της εν λόγω αποφάσεως προβλέπουν ορισμένες αρμοδιότητες του συμβούλου ακροάσεων σχετικές με τις αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως. Ο σύμβουλος ακροάσεων αποφαίνεται σε σχέση με τις εν λόγω αιτήσεις, αφενός, στο πλαίσιο της προσβάσεως στον φάκελο υποθέσεως και, αφετέρου, στην περίπτωση δημοσιοποιήσεως πληροφοριών από την Επιτροπή.
49.
Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2011/695 ορίζει ότι ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ενημερώνεται προηγουμένως από την Επιτροπή, ενώ όταν πρόκειται για πληροφορίες που ενδέχεται να αποτελούν επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα, μπορεί να αντιταχθεί στην αποκάλυψή τους παραπέμποντας το θέμα στον σύμβουλο ακροάσεων. Αν ο σύμβουλος ακροάσεων διαπιστώσει ότι η πληροφορία μπορεί να δημοσιοποιηθεί, διότι δεν αποτελεί επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλη πληροφορία εμπιστευτικού χαρακτήρα ή διότι υπέρτερο συμφέρον επιτάσσει την αποκάλυψή της, το πόρισμα αυτό διατυπώνεται σε αιτιολογημένη απόφαση όπου προσδιορίζεται η ημερομηνία μετά την οποία πρόκειται να δημοσιοποιηθεί η πληροφορία και η οποία δεν πρέπει να είναι μικρότερη της μιας εβδομάδας.
50.
Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, της αποφάσεως 2011/695, οι διατάξεις αυτές ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για τη δημοσίευση των αποφάσεων της Επιτροπής.
iii) Η ανάλυση των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου
51.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2011/695, ο σύμβουλος ακροάσεων είναι αρμόδιος να αποφαίνεται σχετικά με όλες τις αντιρρήσεις όσον αφορά τη δημοσίευση, συμπεριλαμβανομένων αντιρρήσεων που αντλούνται από τις γενικές αρχές του δικαίου.
52.
Επισημαίνω ότι, αν το επιχείρημα αυτό της αναιρεσείουσας έχει την έννοια ότι η αρμοδιότητα του συμβούλου ακροάσεων καλύπτει αντιρρήσεις εκτός εκείνων που άπτονται του εμπιστευτικού χαρακτήρα πληροφορίας, τότε δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στην οικονομία του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695.
53.
Όσον αφορά το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, η εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2011/695 περιορίζεται σαφώς στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πληροφορίες που πρόκειται να δημοσιοποιηθούν «ενδέχεται να αποτελούν επιχειρηματικό απόρρητο ή άλλες πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα οποιασδήποτε επιχείρησης ή προσώπου».
54.
Όσον αφορά την οικονομία των διατάξεων αυτών, επισημαίνω ότι εντάσσονται στην ευρύτερη αποστολή του συμβούλου ακροάσεων, η οποία έγκειται στη διασφάλιση του σεβασμού των διαδικαστικών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων μερών και άλλων εμπλεκομένων στο πλαίσιο των διαδικασιών ανταγωνισμού. Λαμβανομένης υπόψη της ανεξαρτησίας του, ο σύμβουλος ακροάσεων σαφώς δύναται να επιλύσει διαφωνία μεταξύ του ενδιαφερομένου και των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα πληροφορίας, σταθμίζοντας, ενδεχομένως, τα αντικρουόμενα συμφέροντα.
55.
Φρονώ ότι οι σκέψεις αυτές ισχύουν αποκλειστικά για την εξέταση των αιτήσεων εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.
56.
Πράγματι, μολονότι δεν αποκλείονται και άλλες αντιρρήσεις στη δημοσίευση αποφάσεως, αντλούμενες για παράδειγμα από προσβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας ή του δικαιώματος στην εικόνα, οι αντιρρήσεις αυτές δεν συνδέονται με τη διεξαγωγή της διαδικασίας ανταγωνισμού και συνεπώς η εξέτασή τους δεν συνδέεται με τον ρόλο του συμβούλου ακροάσεων.
57.
Το αυτό ισχύει, εν προκειμένω, και όσον αφορά τις αντιρρήσεις που προέβαλε η αναιρεσείουσα βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, ανεξάρτητα από την αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλε.
58.
Όπως προκύπτει από τη σκέψη 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τον πρώτο λόγο προσφυγής, η αναιρεσείουσα προσήπτε στον σύμβουλο ακροάσεων ότι παρέλειψε να απαντήσει σε τρία ξεχωριστά επιχειρήματα αντλούμενα, πρώτον, από παραβίαση της αρχής της σκοπιμότητας, όπως αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 (το επιχείρημα αυτό δεν επαναλαμβάνεται στην αίτηση αναιρέσεως), δεύτερον, από διάψευση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της αναιρεσείουσας ως προς το ότι οι επίμαχες πληροφορίες δεν επρόκειτο να δημοσιοποιηθούν και, τρίτον, από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, λόγω του ότι η δημοσίευση αυτή μπορούσε να περιαγάγει την αναιρεσείουσα σε δυσμενέστερη θέση από ό,τι άλλοι αποδέκτες της αποφάσεως PHP.
59.
Εξάλλου, από την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτει ότι οι αντιρρήσεις αυτές προβλήθηκαν ανεξάρτητα από την αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως των πληροφοριών που προέρχονται από τις αιτήσεις επιείκειας.
60.
Επομένως, καθόσον επρόκειτο για αντιρρήσεις που διατυπώθηκαν ανεξάρτητα από την αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως, φρονώ ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο σύμβουλος ακροάσεων δεν ήταν αρμόδιος να απαντήσει σε αυτές.
61.
Κρίνω σκόπιμο να διευκρινίσω ότι το επιχείρημα το οποίο προέβαλε η αναιρεσείουσα ενώπιον του συμβούλου ακροάσεων και το οποίο θεμελιώνεται στις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως μπορεί να ερμηνευθεί κατά δύο διαφορετικούς τρόπους.
62.
Αφενός, μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποσκοπεί στο να γίνει δεκτό ότι οι πληροφορίες που περιέχονται σε αίτηση επιείκειας πρέπει να χαρακτηρίζονται ως εμπιστευτικές λόγω της εύλογης προσδοκίας του αιτούντος να μην περιαχθεί, στο πλαίσιο των αστικών διαφορών, σε λιγότερο ευνοϊκή θέση από άλλους συμμετέχοντες στην παράβαση, οι οποίοι επέλεξαν να μη συνεργαστούν. Στην περίπτωση αυτή, η επίκληση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως είναι έμμεση, για τη θεμελίωση του επιχειρήματος που αντλείται από τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των επίμαχων πληροφοριών. Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι ο σύμβουλος ακροάσεων εξέτασε και απέρριψε το επιχείρημα αυτό με την προσβαλλόμενη απόφαση.
63.
Αφετέρου, το ίδιο επιχείρημα της αναιρεσείουσας μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι σκοπεί να γίνει δεκτό ότι παραβιάστηκαν οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως, ανεξαρτήτως του αν οι επίμαχες πληροφορίες πρέπει να χαρακτηριστούν εμπιστευτικές. Ένα τέτοιο αυτοτελές επιχείρημα μπορεί να αντληθεί από το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι απαιτήσεις που άπτονται της ανακλήσεως διοικητικών πράξεων ή της τροποποιήσεως της προηγούμενης πρακτικής της Επιτροπής ( 23 ). Κατά την άποψή μου, όμως, τα επιχειρήματα αυτά, καθόσον δεν αφορούν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα πληροφορίας, δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του συμβούλου ακροάσεων.
64.
Εξάλλου, δεν θεωρώ πειστικό το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η αναγνώριση περιορισμών της αρμοδιότητας του συμβούλου ακροάσεων παραβιάζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας της.
65.
Υπενθυμίζω ότι η διαδικασία ενώπιον του συμβούλου ακροάσεων έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα όσον αφορά τη δημοσιοποίηση πληροφορίας και επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με την απόφαση AKZO Chemie και AKZO Chemie UK κατά Επιτροπής ( 24 ).
66.
Εντούτοις, η απαίτηση προηγούμενου δικαστικού ελέγχου της δημοσιοποιήσεως δικαιολογείται λόγω του ότι η αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών μπορεί να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στον ενδιαφερόμενο. Η αιτιολογία αυτή ισχύει μόνον εφόσον ο ενδιαφερόμενος επικαλείται τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της πληροφορίας και δεν μπορεί να επεκταθεί στις λοιπές αντιρρήσεις που διατυπώνονται κατά της δημοσιεύσεως.
67.
Συνεπώς, φρονώ ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αρμοδιότητα του συμβούλου ακροάσεων δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 2, της αποφάσεως 2011/695 δεν περιλαμβάνει και τις αντιρρήσεις που προέβαλε η αναιρεσείουσα επικαλούμενη τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως.
68.
Επισημαίνω, τέλος, ότι ένας από τους λόγους βάσει των οποίων το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα είναι διφορούμενος.
69.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, με τις σκέψεις 42 και 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως τις οποίες επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του συμβούλου ακροάσεων διότι, αντιθέτως προς τους κανόνες που διέπουν τη μεταχείριση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή το δικαίωμα προσβάσεως σε έγγραφα, δεν αποτελούν «κανόνες που σκοπούν την παροχή ειδικής προστασίας από τη δημοσιοποίηση πληροφοριών» και δεν «αποσκοπούν ειδικά στην προστασία του απορρήτου πληροφοριών ή εγγράφων».
70.
Το Γενικό Δικαστήριο δεν διευκρίνισε τι εννοούσε ως κανόνες που σκοπούν την παροχή ειδικής προστασίας από τη δημοσιοποίηση πληροφοριών ( 25 ). Αν αυτή η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεμελιώσει τον χαρακτηρισμό πληροφορίας ως εμπιστευτικής, τότε ενέχει, κατά την άποψή μου, πλάνη περί το δίκαιο.
71.
Ασφαλώς, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, η αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως πρέπει να στοιχειοθετείται δεόντως από τον ενδιαφερόμενο, αλλά, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου ( 26 ), μπορεί να στηρίζεται στο επιχείρημα ότι οι επίμαχες πληροφορίες διαβιβάστηκαν με την εύλογη προσδοκία ότι η Επιτροπή θα σεβόταν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους. Φρονώ ότι οι απαιτήσεις που άπτονται του σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ιδιώτη μπορούν κατ’ αρχήν να δικαιολογήσουν την εμπιστευτική μεταχείριση, ανεξαρτήτως της υπάρξεως ειδικής ρυθμίσεως.
72.
Εντούτοις, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι οι σκέψεις 42 και 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έχουν την έννοια αυτή, μια τέτοια πλάνη δεν μπορεί να συνεπάγεται την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεδομένου ότι το διατακτικό της κρίνεται βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους ( 27 ). Πράγματι, για τους λόγους αυτούς, το Γενικό Δικαστήριο απλώς διαπίστωσε ότι ορθώς ο σύμβουλος ακροάσεων εκτίμησε ότι δεν είναι αρμόδιος να απαντήσει στα «αυτοτελή» επιχειρήματα που βασίζονταν στις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως (σκέψεις 26 και 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
73.
Η διαπίστωση αυτή, καθεαυτή, είναι νομικά βάσιμη. Πράγματι, εφόσον η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε αυτά τα επιχειρήματα ανεξάρτητα από το αίτημα εμπιστευτικότητας που υπέβαλε, ο σύμβουλος ακροάσεων δεν ήταν αρμόδιος να τα κρίνει. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου που περιέχεται στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να επικυρωθεί.
74.
Συνεπώς, προτείνω να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
β) Επί του δεύτερου σκέλους
75.
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέρριψε τον λόγο προσφυγής που αντλείτο από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
76.
Υποστηρίζει ότι κακώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο ότι οι θέσεις των υπηρεσιών της Επιτροπής που περιέχονται στις επιστολές της 28ης Νοεμβρίου 2011 και της 15ης Μαρτίου 2012 αποτελούν τμήμα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως (σκέψεις 60 και 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
77.
Επισημαίνω ότι η διαπίστωση του Γενικού Δικαστηρίου, που εκτίθεται με τις σκέψεις 60 και 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της προηγούμενης αλληλογραφίας με την αναιρεσείουσα δεν είναι αποδοκιμαστέα καθεαυτή.
78.
Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, η επάρκεια της αιτιολογίας αποφάσεως εκτιμάται όχι μόνο βάσει του γράμματός της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, εφόσον είναι γνωστό στον θιγόμενο και καθιστά δυνατό σε αυτόν να λάβει γνώση του περιεχομένου του ληφθέντος εις βάρος του μέτρου ( 28 ).
79.
Εξάλλου, στο μέτρο που απόφαση οργάνου της Ένωσης απλώς και μόνο επιβεβαιώνει γνώμη που έχει εκφραστεί προηγουμένως, ακόμα και από άλλη υπηρεσία, το περιεχόμενο της εν λόγω γνώμης μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί το οικείο πλαίσιο για την αιτιολογία της αποφάσεως ( 29 ). Η προσέγγιση αυτή ισχύει και στην περίπτωση αιτήσεως που εξετάζεται από δύο ανεξάρτητα διοικητικά όργανα ( 30 ).
80.
Η άποψη ότι τούτο ισχύει και εν προκειμένω δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, ασυμβίβαστη με το ότι ο σύμβουλος ακροάσεων χαίρει ανεξαρτησίας εντός της Επιτροπής ( 31 ).
81.
Σε περίπτωση κατά την οποία δύο όργανα της Επιτροπής υιοθετούν την ίδια θέση όσον αφορά τη δημοσιοποίηση εγγράφου και την έκταση της εμπιστευτικότητας, το σύνολο των αιτιολογιών που προβάλλουν αποτελεί το οικείο πλαίσιο για τον έλεγχο της νομιμότητας της οριστικής αποφάσεως.
82.
Συνεπώς, εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο μπορούσε, εξετάζοντας την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, να λάβει υπόψη του τη θέση που εξέφρασαν οι υπηρεσίες της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού στην προηγούμενη αλληλογραφία τους με την αναιρεσείουσα.
83.
Συναφώς επισημαίνω ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει τους λόγους απορρίψεως της αιτήσεως εμπιστευτικότητας που υπέβαλε η αναιρεσείουσα. Πράγματι, ο σύμβουλος ακροάσεων, αφού υπενθύμισε τα όρια της αρμοδιότητάς του, απάντησε στις αντιρρήσεις της αναιρεσείουσας που βασίζονταν στον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που περιέχονταν στην αίτηση επιείκειας διαπιστώνοντας ότι ανάλογες πληροφορίες δεν πρέπει να θεωρείται ότι είναι εμπιστευτικές ή ότι καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο απλώς και μόνον επειδή διαβιβάστηκαν στο πλαίσιο της συνεργασίας με την Επιτροπή (σημεία 12, 14 και 18 έως 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
84.
Απορρίπτοντας στο σύνολό της την αίτηση εμπιστευτικής μεταχειρίσεως της αναιρεσείουσας, ο σύμβουλος ακροάσεων επικύρωσε τη θέση που συνάγεται από τις επιστολές της Επιτροπής της 28ης Νοεμβρίου 2011 και της 15ης Μαρτίου 2012, οι οποίες μνημονεύονται στις σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή είναι κρίσιμη για την εκτίμηση του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως.
85.
Εξάλλου, όσον αφορά τη θέση της οποίας είχε λάβει γνώση προ της προσφυγής στον σύμβουλο ακροάσεων, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να υποστηρίξει συννόμως ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση αυτή, το Γενικό Δικαστήριο παραβίασε το δικαίωμα ακροάσεώς της, για τον λόγο ότι αυτή δεν είχε τη δυνατότητα να αντικρούσει τα επιχειρήματα που είχαν προβληθεί με τις επιστολές αυτές.
86.
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου αυτών των παρατηρήσεων, προτείνω να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος και, κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως στο σύνολό του.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
87.
Με τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως, που αφορά τις σκέψεις 76 έως 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Γενικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας το επιχείρημά της ότι οι πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στην αίτηση επιείκειάς της έπρεπε να χαρακτηριστούν ως εμπιστευτικές, παρέβη το άρθρο 339 ΣΛΕΕ, το άρθρο 30 του κανονισμού 1/2003, και παραβίασε το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής της.
1. Αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
88.
Με τις σκέψεις 76 έως 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε τον τρίτο λόγο της προσφυγής, ο οποίος περιελάμβανε ουσιαστικά τρία σκέλη αντλούμενα, πρώτον, από παραβίαση του επιχειρηματικού απορρήτου της αναιρεσείουσας, δεύτερον, από παραβίαση της εμπιστευτικότητας πληροφοριών που κοινοποιήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας και, τρίτον, από προσβολή του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής (σκέψη 76 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
89.
Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, ακόμα και αν ορισμένες από τις οικείες εμπορικές πληροφορίες ενέπιπταν στο επαγγελματικό απόρρητο, θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει να θεωρηθούν παρωχημένες, δεδομένου ότι ανάγονταν σε χρόνο προ πέντε και πλέον ετών, ενώ η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε ότι, παρά την παλαιότητά τους, εξακολουθούν να αποτελούν σήμερα ουσιώδη στοιχεία της εμπορικής θέσεώς της (σκέψεις 84 έως 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
90.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αν, όπως υποστήριζε η νυν αναιρεσείουσα, οι πληροφορίες πρέπει να προστατεύονται στο πλαίσιο του επαγγελματικού απορρήτου απλώς και μόνον επειδή γνωστοποιήθηκαν οικειοθελώς στην Επιτροπή από επιχείρηση που επιθυμούσε να επωφεληθεί του προγράμματος επιείκειας (σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
91.
Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την άποψη ότι το εύρος της προστασίας από τη δημοσιοποίηση την οποία προβλέπει το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 έχει εν προκειμένω σημασία. Το ενδεχόμενο να ληφθεί υπόψη το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού, έτσι ώστε να απαγορευθεί στην Επιτροπή η δημοσίευση οποιασδήποτε πληροφορίας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως από το δικαίωμα προσβάσεως στα έγγραφα θα στερούσε από την Επιτροπή τη δυνατότητα να δημοσιεύει ακόμα και τα ουσιώδη σημεία της αποφάσεώς της, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το τεκμήριο που δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση Επιτροπή κατά EnBW ( 32 ), η εξαίρεση αυτή προστατεύει το σύνολο των στοιχείων του φακέλου της έρευνας (σκέψεις 91 και 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
92.
Η δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού διά της δημοσιεύσεως αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις για την εν λόγω παράβαση δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να συγχέεται με την πρόσβαση τρίτων σε έγγραφα περιλαμβανόμενα στον φάκελο έρευνας της Επιτροπής. Η δημοσίευση ανάλογων πληροφοριών δεν θα έχει ως αποτέλεσμα τη γνωστοποίηση σε τρίτους των αιτήσεων επιείκειας (σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
93.
Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τις τρεις προϋποθέσεις που έχουν διατυπωθεί με τη νομολογία του σχετικά με την έννοια του «επαγγελματικού απορρήτου» ( 33 ).
94.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι οι πληροφορίες ήταν γνωστές σε περιορισμένο αριθμό προσώπων και η δημοσιοποίησή τους μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ζημία στην αναιρεσείουσα. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι επίμαχες πληροφορίες συνίσταντο κατά κύριο λόγο στην περιγραφή συστατικών στοιχείων της παραβάσεως. Ορισμένα χωρία της αποφάσεως PHP της οποίας εξεταζόταν το ενδεχόμενο δημοσιεύσεως φώτιζαν κατά πολύ αναλυτικότερο τρόπο την παραβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και συνεπώς επέτρεπαν σε τρίτους ζημιωθέντες να αποδείξουν ευχερέστερα την αστική ευθύνη και το εύρος της ευθύνης της αναιρεσείουσας (σκέψεις 96 έως 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
95.
Αντιθέτως, όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας που ήταν δυνατόν να θιγούν από τη δημοσιοποίηση δεν ήταν αντικειμενικώς άξια προστασίας και συνεπώς οι επίμαχες πληροφορίες δεν ενέπιπταν στο επαγγελματικό απόρρητο. Το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι η εν λόγω προϋπόθεση απαιτεί τη στάθμιση μεταξύ του γενικού συμφέροντος περί διαφάνειας και των εύλογων συμφερόντων που αντιτίθενται στη δημοσιοποίηση. Προκειμένου να αντιταχθεί στη δημοσίευση πληροφοριών σχετικών με την παράβαση, η αναιρεσείουσα δεν μπορούσε να επικαλεστεί συννόμως ούτε το συμφέρον για την προστασία της φήμης της ούτε το συμφέρον της να προστατευθεί από ενδεχόμενη καταδίκη στην καταβολή αποζημιώσεως ούτε, τέλος, το δημόσιο συμφέρον για την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων επιείκειας (σκέψεις 106 έως 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
96.
Όσον αφορά, τέλος, το τρίτο σκέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο έρευνας για παράβαση του δικαίου της Ένωσης στον τομέα των συμπράξεων πρέπει κατ’ αρχήν να θεωρείται ότι αφορούν την ιδιωτική δραστηριότητα προσώπου, το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα προστασίας τους προκειμένου να αποφευχθεί προσβολή της φήμης του η οποία μπορούσε να προβλεφθεί ως συνέπεια δικών του ενεργειών (σκέψεις 124 έως 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
97.
Αποφαινόμενο επί των επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας περί προσβολής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης τα οποία προβλήθηκαν προς στήριξη του τρίτου λόγου της προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα επιχειρήματα αυτά ουσιαστικά συμπίπτουν με μέρος της επιχειρηματολογίας που προβλήθηκε προς στήριξη του τέταρτου λόγου προσφυγής και ότι έπρεπε να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτό (σκέψη 77 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τα επιχειρήματα αυτά στις σκέψεις 134 έως 158 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
2. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
98.
Ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως αρθρώνεται σε τέσσερα σκέλη.
99.
Με το πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι οι επίμαχες πληροφορίες είχαν απολέσει τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους απλώς και μόνο διότι ανάγονταν σε χρόνο παλαιότερο των πέντε και πλέον ετών (σκέψεις 84 έως 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
100.
Με το δεύτερο σκέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο έπρεπε να διαπιστώσει ότι οι πληροφορίες που προέρχονταν από τις αιτήσεις επιείκειας έπρεπε να χαρακτηριστούν εμπιστευτικές.
101.
Κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη αρνούμενο να εφαρμόσει εν προκειμένω τα ίδια κριτήρια με αυτά που είναι εφαρμοστέα στην πρόσβαση σε έγγραφα σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 (σκέψεις 92 και 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Η διάκριση στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο μεταξύ προσβάσεως στα έγγραφα και δημοσιεύσεως των πληροφοριών που περιλαμβάνονται σε αυτά είναι επίπλαστη.
102.
Κατά την αναιρεσείουσα, οι αιτήσεις επιείκειας υποβάλλονται αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς της ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίας και με την πεποίθηση ότι η Επιτροπή θα τηρήσει τις διαβεβαιώσεις που έχει δώσει στο σημείο 32 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2002 και στο σημείο 40 της ανακοινώσεώς της σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (στο εξής: ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006) ( 34 ).
103.
Κατά την αναιρεσείουσα, το σκεπτικό που παρατίθεται στις σκέψεις 93, 117, 138, 140 έως 150, 155 και 161 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι, συνεπώς, εσφαλμένο διότι βασίζεται στη διαπίστωση ότι η δημοσιοποίηση του περιεχομένου των αιτήσεων επιείκειας στο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως PHP δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τη μερική δημοσιοποίηση των ίδιων των αιτήσεων επιείκειας. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι κακώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο ότι η Επιτροπή ήταν ελεύθερη να δημοσιεύει κάθε είδος πληροφορίας που προέρχεται από τις αιτήσεις επιείκειας, ακόμα και αν πρόκειται για άμεση ή έμμεση παράθεση αποσπασμάτων τους.
104.
Επικουρικώς, με το τρίτο σκέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι επίμαχες πληροφορίες είναι εν πάση περιπτώσει εμπιστευτικές βάσει των κριτηρίων που απορρέουν από την απόφαση Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής ( 35 ). Αντιθέτως προς όσα επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 107 έως 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα συμφέροντά της είναι αντικειμενικώς άξια προστασίας βάσει της νομολογίας αυτής.
105.
Με το τέταρτο σκέλος, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 121 έως 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες αφορούν εικαζόμενη προσβολή του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής της. Υποστηρίζει ότι η δημοσιοποίηση του περιεχομένου των αιτήσεων επιείκειας, αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, δεν μπορεί να θεωρηθεί προβλέψιμη συνέπεια της συμμετοχής της στη σύμπραξη.
106.
Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά παραπέμποντας, κατ’ ουσίαν, στις σχετικές σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
3. Ανάλυση
α) Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
i) Επί του εμπιστευτικού χαρακτήρα των αιτήσεων επιείκειας
107.
Το κύριο επιχείρημα της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως άπτεται του φερόμενου ως εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών που περιέχονταν στις αιτήσεις επιείκειας και στην προστασία τους από δημοσιοποίηση στο πλαίσιο της δημοσιεύσεως των αποφάσεων της Επιτροπής.
108.
Επισημαίνω ότι οι δηλώσεις επιχειρήσεως που υποβάλλονται προκειμένου η επιχείρηση να τύχει επιεικούς μεταχειρίσεως διαφέρουν από κάθε άλλο έγγραφο που αποκτά η Επιτροπή στο πλαίσιο της έρευνας, δεδομένου ότι περιέχουν λεπτομερή περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την παράβαση, η οποία παρέχεται οικειοθελώς από τον άμεσα συμμετέχοντα ( 36 ). Αντιθέτως προς άλλα στοιχεία του φακέλου της Επιτροπής, πρόκειται για έγγραφο που περιέχει αξιολογικές κρίσεις, διαβιβάζεται οικειοθελώς, συντάσσεται ειδικά στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας και με αυτό ο συντάκτης του ομολογεί την παράβαση, παραιτούμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο του δικαιώματος μη αυτοενοχοποιήσεώς του.
109.
Η φύση του εγγράφου αυτού δικαιολογεί τις επιφυλάξεις όσον αφορά τη δημοσιοποίησή του.
110.
Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις περί συνεργασίας του 2002 και του 2006, η δημοσιοποίηση αιτήσεων επιείκειας και άλλων εγγράφων που διαβιβάζονται στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας κατ’ αρχήν αποκλείεται, ακόμα και μετά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής, λαμβανομένων υπόψη των εξαιρέσεων που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001, σχετικά με την προστασία των εμπορικών συμφερόντων και την προστασία των σκοπών των δραστηριοτήτων επιθεωρήσεως και έρευνας ( 37 ). Ανάλογες αιτήσεις δεν εμπίπτουν στην γνωστοποίηση εγγράφων στο πλαίσιο αστικών διαδικασιών. Αντιθέτως, η προστασία των αιτήσεων επιείκειας δεν εμποδίζει τη δημοσιοποίησή τους στα λοιπά μέρη που ασκούν τα δικαιώματά άμυνάς τους, στο πλαίσιο της προσβάσεως στον φάκελο της υποθέσεως ( 38 ). Τα έγγραφα που αφορούν το ευρωπαϊκό δίκτυο ανταγωνισμού προβλέπουν επιφυλάξεις όσον αφορά την ανταλλαγή αιτήσεων μεταξύ αρχών ανταγωνισμού ( 39 ).
111.
Η πρακτική που ακολουθεί η Επιτροπή, όπως προκύπτει από τα έγγραφα αυτά, βασίζεται σε διάκριση μεταξύ των αιτήσεων επιείκειας και των προϋφισταμένων εγγράφων που υποβάλλει ο αιτών επιείκεια. Οι αιτήσεις επιείκειας χαίρουν, κατ’ αρχήν, απόλυτης προστασίας από τη δημοσιοποίηση και τη διαβίβαση στα εθνικά δικαστήρια.
112.
Η Επιτροπή υπερασπίζεται παγίως αυτή την πρακτική ενώπιον του Δικαστηρίου ( 40 ) και, υπό την ιδιότητα του amicus curiae, ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων ( 41 ).
113.
Με την απόφαση Pfleiderer ( 42 ), το Δικαστήριο δέχθηκε τη δυνατότητα δημοσιοποιήσεως εγγράφων σχετικών με πρόγραμμα επιείκειας στο πλαίσιο αστικής διαφοράς. Κατά την εξέταση αιτήσεως προσβάσεως σε έγγραφα αυτού του είδους, τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να σταθμίζουν, κατά περίπτωση, τα συμφέροντα που δικαιολογούν, αφενός, την κοινοποίηση και, αφετέρου, την προστασία των πληροφοριών που έχουν παρασχεθεί εκουσίως από τον αιτούντα την υπαγωγή του σε καθεστώς επιείκειας. Επίσης, πρέπει να εξασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ του δικαιώματος των τρίτων που βλάπτονται από τη σύμπραξη να ασκούν αστικές αγωγές αποζημιώσεως ( 43 ) και της προστασίας της αποτελεσματικότητας των διώξεων που ασκούν οι δημόσιες αρχές. Εντούτοις, το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί σχετικά με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των αιτήσεων επιείκειας ( 44 ).
114.
Με την απόφαση Επιτροπή κατά EnBW ( 45 ), το Δικαστήριο δέχθηκε την ύπαρξη γενικού τεκμηρίου σύμφωνα με το οποίο η δημοσιοποίηση εγγράφων φακέλου σχετικού με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ θίγει, καταρχήν, την προστασία των εμπορικών συμφερόντων των εμπλεκομένων σε τέτοια διαδικασία επιχειρήσεων, καθώς και την προστασία των σκοπών της σχετικής με αυτήν έρευνας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001.
ii) Συνέπειες της προστασίας των αιτήσεων επιείκειας επί της δημοσιεύσεως των αποφάσεων της Επιτροπής
115.
Θα πρέπει να προσδιοριστεί αν η προστασία της οποίας χαίρουν οι αιτήσεις επιείκειας πρέπει να συνεπάγεται ορισμένα όρια όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των πληροφοριών που αντλούνται από τις εν λόγω αιτήσεις στο σκεπτικό των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες διαπιστώνεται η παράβαση.
116.
Επισημαίνω συναφώς ότι η προστασία από τη δημοσιοποίηση αφορά την ευαίσθητη πληροφορία, ανεξαρτήτως του μέσου διά του οποίου παρουσιάζεται. Επομένως, αν οι αιτήσεις επιείκειας προστατεύονται, η προστασία αυτή εκτείνεται, κατ’ αρχήν, και στην αναπαραγωγή τους σε άλλα έγγραφα.
117.
Τούτο γίνεται, κατά τα φαινόμενα, δεκτό και από την Επιτροπή. Σε παρέμβασή της υπό την ιδιότητα του amicus curiae ενώπιον δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου τον Νοέμβριο 2011 ( 46 ), η Επιτροπή υποστήριξε ότι οι επιφυλάξεις που άπτονται της δημοσιοποιήσεως των αιτήσεων επιείκειας ισχύουν και στην περίπτωση δημοσιοποιήσεως του εμπιστευτικού κειμένου της αποφάσεώς της σε αστική διαφορά, δεδομένου ότι η απόφαση αυτή περιέχει παραπομπές στις αιτήσεις επιείκειας.
118.
Το γεγονός ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στις αιτήσεις επιείκειας πρέπει να προστατεύονται ακόμα και όταν αναπαράγονται σε άλλο έγγραφο σημαίνει ότι η Επιτροπή πρέπει να επιδεικνύει κάποια αυτοσυγκράτηση όσον αφορά τη χρησιμοποίησή τους στο δημόσιο κείμενο των αποφάσεών της.
119.
Επισημαίνω, εντούτοις, ότι η προστασία των αιτήσεων επιείκειας δικαιολογείται λόγω του δημόσιου συμφέροντος να εξασφαλίζεται η ελκυστικότητα των προγραμμάτων επιείκειας, τα οποία συνιστούν ουσιώδες μέσο για την ανίχνευση συμπράξεων ( 47 ). Η αναιρεσείουσα όμως δεν μπορεί να επικαλεστεί ανάλογο δημόσιο συμφέρον έναντι της Επιτροπής.
120.
Τίθεται το ερώτημα αν η επίμαχη προστασία θεμελιώνεται και στο ιδιαίτερο συμφέρον του αιτούντος επιείκεια ( 48 ).
121.
Κατά την άποψή μου, η ύπαρξη ανάλογου συμφέροντος προκύπτει από τη λειτουργία των προγραμμάτων επιείκειας.
122.
Πράγματι, όταν η δημόσια αρχή θεσπίζει το πρόγραμμα επιείκειας, δημιουργεί ένα νομικό πλαίσιο που παρέχει κίνητρο σε επιχείρηση να καταγγείλει οικειοθελώς τη συμμετοχή της στην παράβαση, και συνεπώς να παραιτηθεί του δικαιώματος μη αυτοενοχοποιήσεώς της. Δημιουργείται επομένως δεσμός εμπιστοσύνης μεταξύ του αιτούντος και της Επιτροπής, παρόμοιος με αυτόν που υφίσταται μεταξύ της Επιτροπής και του πληροφοριοδότη ή του καταγγέλλοντος στις διαδικασίες ανταγωνισμού ( 49 ). Η επιχείρηση που αποφασίζει να παραιτηθεί του δικαιώματος μη αυτοενοχοποιήσεώς της πρέπει να μπορεί να λάβει τη σχετική απόφαση έχοντας πλήρη γνώση της υποθέσεως. Μπορεί να αναμείνει από την Επιτροπή ότι θα λάβει υπόψη τα συμφέροντά της όταν κάνει χρήση των πληροφοριών που ανακοινώνονται σε αυτό το ιδιόμορφο πλαίσιο.
123.
Εντούτοις, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι μπορεί εξ αυτών να συναχθεί κάποιας μορφής δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς την εμπιστευτική μεταχείριση, η εμπιστοσύνη αυτή αφορά αποκλειστικά τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών που αποκτώνται στο πλαίσιο της συνεργασίας κατά τρόπο που να επιτρέπει να ανιχνευθεί η πηγή τους και όχι την προστασία των πληροφοριών αυτών καθαυτές.
124.
Αυτό προκύπτει από το ότι η προστασία των επίμαχων πληροφοριών δεν απορρέει από το εγγενώς ευαίσθητο περιεχόμενό τους, αλλά από τον συνδυασμό μεταξύ του περιεχομένου και των περιστάσεων που περιβάλλουν την ανακοίνωσή τους στην Επιτροπή ( 50 ).
125.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, μολονότι η Επιτροπή πρέπει να επιδεικνύει κάποια αυτοσυγκράτηση όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των πληροφοριών αυτών κατά τη δημοσίευση των αποφάσεών της, οι περιορισμοί της δημοσιοποιήσεως, οι οποίοι προκύπτουν από το έννομο συμφέρον του αιτούντος επιείκεια, αφορούν μόνο τις πληροφορίες που επιτρέπουν να ανιχνευθεί ο δεσμός τους με την αίτηση επιείκειας. Μόνον η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών θα καθιστούσε δυνατή στον αναγνώστη την ανασύσταση του ακριβούς περιεχομένου των αποσπασμάτων εκ των αιτήσεων επιείκειας, ενδεχόμενο που θα ισοδυναμούσε με μερική δημοσιοποίησή τους.
126.
Αντιθέτως, θεωρώ ότι η Επιτροπή πρέπει να διαθέτει διακριτική εξουσία όσον αφορά τη χρησιμοποίηση, στο μη εμπιστευτικό κείμενο των αποφάσεών της, άλλων στοιχείων που αντλούνται από τις αιτήσεις επιείκειας.
127.
Αφενός, η Επιτροπή πρέπει να διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια κατά την περιγραφή της λειτουργίας της συμπράξεως στην απόφασή της, περιλαμβανομένου του μη εμπιστευτικού κειμένου της. Σε πολυάριθμες έρευνες, οι αιτήσεις επιείκειας συνιστούν, για ορισμένα τουλάχιστον επεισόδια της παραβάσεως και υπό την προϋπόθεση ότι επιβεβαιώνονται από άλλα ανεξάρτητα στοιχεία, το κύριο αποδεικτικό στοιχείο. Αν από την απόφαση αφαιρεθεί κάθε πληροφορία προερχόμενη από τις εν λόγω αιτήσεις, θα μπορούσε να απολέσει κάθε χρησιμότητα ως πηγή πληροφοριών για μια παράβαση. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, λόγω του ότι ο φάκελος της Επιτροπής προστατεύεται από το γενικό τεκμήριο που εκτίθεται στην απόφαση Επιτροπή κατά EnBW ( 51 ), το μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών για τρίτους οι οποίοι θεωρούν ότι ζημιώθηκαν από τη σύμπραξη ( 52 ). Η δυνατότητα των εν λόγω τρίτων να ασκήσουν αστικές αγωγές μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να περιοριστεί αδικαιολόγητα.
128.
Αφετέρου, αποφασίζοντας να καταγγείλει σύμπραξη, ο αιτών επιείκεια πρέπει να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάζονται στο πλαίσιο της συνεργασίας του αποτελούν σημαντική πηγή πληροφοριών και θα χρησιμοποιηθούν κατά μέγα μέρος από την Επιτροπή, προκειμένου να στοιχειοθετήσει και να περιγράψει τα πραγματικά περιστατικά, ακόμα και στο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως. Συνεπώς, θα πρέπει να αποδεχθεί ότι, με την εξαίρεση άμεσων παραπομπών στις δηλώσεις του και άλλων πληροφοριών που επιτρέπουν να ταυτοποιηθεί ως πηγή, οι πληροφορίες που διαβιβάζει στην Επιτροπή θα παρατεθούν στην απόφασή της, περιλαμβανομένου του μη εμπιστευτικού κειμένου της.
129.
Επισημαίνω ότι ο αιτών, αποφασίζοντας να συνεργαστεί με την Επιτροπή, μπορεί ευλόγως να προβλέψει ότι ο εμπιστευτικός χαρακτήρας της συνεργασίας του δεν μπορεί να προστατευθεί ανεπιφύλακτα. Η ταυτότητα του αιτούντος επιείκεια θα γίνει γνωστή από το κοινό μόλις εκδοθεί η απόφαση της Επιτροπής. Εξάλλου, ακόμα και αν μπορεί να αναμένει κανείς ότι η Επιτροπή θα λάβει εύλογα μέτρα προκειμένου να αποσιωπήσει την πηγή των αποδεικτικών στοιχείων που αποκτά στο πλαίσιο της συνεργασίας, είναι αναπόφευκτο ότι όποιος διαβάζει την απόφαση και γνωρίζει την ταυτότητα του αιτούντος ή των αιτούντων επιείκεια, είναι σε θέση να προβεί σε εικασίες για το ότι κάποια πληροφορία προέρχεται από τη συνεργασία τους.
β) Επί του πρώτου σκέλους
130.
Με το πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της εφαρμογής του τεκμηρίου των πέντε ετών, το οποίο βασίζεται στην παλαιότητα των εμπορικών πληροφοριών, στις σκέψεις 84 έως 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
131.
Σύμφωνα με την πρακτική της Επιτροπής ( 53 ) και τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου που αφορά τις αιτήσεις εμπιστευτικότητας ( 54 ), οι εμπορικές πληροφορίες που ανάγονται σε χρονικό διάστημα προγενέστερο των πέντε και πλέον ετών πρέπει, κατά κανόνα, να μην θεωρούνται εμπιστευτικές, εκτός αν, κατ’ εξαίρεση, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση αποδείξει ότι οι πληροφορίες αυτές εξακολουθούν να αποτελούν ουσιώδη στοιχεία της εμπορικής καταστάσεώς της.
132.
Η πρακτική αυτή εδράζεται στη γενική παραδοχή ότι οι εμπορικές πληροφορίες χάνουν τον ευαίσθητο χαρακτήρα τους με την πάροδο του χρόνου. Η παραδοχή αυτή δικαιολογεί, κατά την άποψή μου, την εφαρμογή τεκμηρίου που συνδέεται με πάγια περίοδο βασισμένη στην εμπειρία, το οποίο η ενδιαφερόμενη επιχείρηση μπορεί να ανατρέψει με την απόδειξη περί του εναντίου.
133.
Επισημαίνω ότι το τεκμήριο αυτό δεν αποκλείει τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας ορισμένων εμπορικών πληροφοριών για διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Συνεπώς, η εφαρμογή του συνάδει με την άποψη ότι οι εξαιρέσεις σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα μπορούν δυνητικά να ισχύουν επί περίοδο τριάντα ετών, ή ακόμη και πέραν αυτής αν τούτο κριθεί αναγκαίο ( 55 ).
134.
Διευκρινίζω ότι όλες αυτές οι σκέψεις αφορούν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες και δεν ισχύουν στην περίπτωση πληροφοριών οι οποίες ζητείται να χαρακτηρισθούν ως εμπιστευτικές για άλλο λόγο.
135.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 84 έως 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υποστηρίζοντας ότι οι πληροφορίες που προέρχονται από αίτηση επιείκειας δεν χάνουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους αποκλειστικά λόγω της παρόδου του χρόνου. Κατά την άποψή της, η προστασία πληροφοριών αυτού του είδους δεν μπορεί να περιορίζεται σε περίοδο που καθορίζεται αυστηρά.
136.
Φρονώ ότι η αιτίαση αυτή οφείλεται σε πεπλανημένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
137.
Με τις σκέψεις 84 έως 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η σκοπούμενη δημοσίευση περιελάμβανε εμπιστευτικές εμπορικές πληροφορίες σχετικές με τις επιχειρηματικές σχέσεις και την πολιτική τιμών που ακολουθούσε (πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου προσφυγής).
138.
Η απόρριψη του επιχειρήματος αυτού δεν θίγει την εξέταση από το Γενικό Δικαστήριο του ξεχωριστού επιχειρήματος της αναιρεσείουσας το οποίο αντλείται από το ότι οι επίμαχες πληροφορίες έπρεπε να προστατευθούν από τη δημοσιοποίηση λόγω του ότι προέρχονται από αίτηση επιείκειας (δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου προσφυγής, σκέψεις 88 έως 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
139.
Υποστηρίζοντας ότι το τεκμήριο της πενταετίας δεν είναι εφαρμοστέο στις πληροφορίες που περιέχονται στην αίτηση επιείκειας, η αναιρεσείουσα παραγνωρίζει το ότι η εφαρμογή του εν λόγω τεκμηρίου, με τις σκέψεις 84 έως 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αφορά αποκλειστικά το επιχείρημά της που αντλείται από ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες.
140.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο.
γ) Επί του δεύτερου σκέλους
141.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι οι επίμαχες πληροφορίες που περιέχονται στην αίτηση επιείκειάς της εμπίπτουν στην προστασία του επαγγελματικού απορρήτου και επομένως, λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 339 ΣΛΕΕ και του άρθρου 30 του κανονισμού 1/2003, ερμηνευομένων με γνώμονα το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001, η Επιτροπή μπορεί να τις περιλάβει στο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεώς της μόνον αν υφίσταται υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, στοιχείο που δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω.
142.
Το επιχείρημα αυτό θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι η χρησιμοποίηση των πληροφοριών που αντλούνται από αίτηση επιείκειας στο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής ισοδυναμεί με μερική δημοσιοποίηση της ίδιας της αιτήσεως.
143.
Λαμβανομένων, όμως, υπόψη των προεκτεθέντων ( 56 ), η παραδοχή αυτή είναι εσφαλμένη.
144.
Πράγματι, μολονότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της αιτήσεως επιείκειας όταν χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που περιέχονται σε αυτή στο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεώς της, οι σχετικοί περιορισμοί αφορούν τις πληροφορίες που επιτρέπουν να αποκαλυφθεί η προέλευσή τους, δηλαδή κατά κύριο λόγο την άμεση παράθεση της αιτήσεως και τις παραπομπές στην πηγή.
145.
Επομένως, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η αναιρεσείουσα έχει ιδιαίτερο συμφέρον στην εμπιστευτικότητα των αιτήσεων επιείκειας, ενδεχόμενο το οποίο η Επιτροπή αμφισβητεί εν προκειμένω, το συμφέρον αυτό μπορεί να αντιταχθεί αποκλειστικά στη δημοσίευση χωρίων της αποφάσεως που περιέχουν άμεση παράθεση αποσπασμάτων της αιτήσεως ή παραπομπές στην πηγή.
146.
Η δημοσιοποίηση όμως πληροφοριών αυτού του είδους δεν αποτελεί αντικείμενο της κρινόμενης υποθέσεως.
147.
Πράγματι, η Επιτροπή δηλώνει ότι έχει απαλείψει από το διευρυμένο μη εμπιστευτικό κείμενο το οποίο σκοπεύει να δημοσιεύσει όλες τις πληροφορίες που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προέρχονται από αιτήσεις ή έγγραφα τα οποία διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή στο πλαίσιο της συνεργασίας για λόγους επιείκειας. αποσιωπώντας από το κυρίως κείμενο και από τις υποσημειώσεις οποιαδήποτε σχέση μεταξύ των πληροφοριών και του γεγονότος ότι προέρχονται από τον αιτούντα επιείκεια.
148.
Επίσης, όπως προκύπτει από τη σκέψη 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έχει αποσιωπήσει όλες τις πληροφορίες που είναι δυνατόν να επιτρέψουν την άμεση ή έμμεση ταυτοποίηση της πηγής των πληροφοριών που αντλούνται από την αίτηση επιείκειας που υπέβαλε η αναιρεσείουσα.
149.
Μολονότι η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι τα χωρία που δημοσιεύονται συνεχίζουν να περιέχουν αυτούσια παράθεση αποσπασμάτων της αιτήσεως επιείκειας, το επιχείρημα αυτό πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα το τι εννοεί η αναιρεσείουσα ως «αυτούσια παράθεση».
150.
Πράγματι, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η έννοια αυτή δεν περιλαμβάνει μόνο «την επί λέξει παράθεση που σημειώνεται ως τέτοια», αλλά και «τα χωρία στα οποία επίσης αναπαράγεται κατά γράμμα, αλλά είτε (i) χωρίς να σημειώνονται ως παράθεση είτε (ii) σε πλάγιο λόγο, η διατύπωση δηλώσεων της επιχειρήσεως» και υποστηρίζει ότι συναφώς δεν αρκεί να αποσιωπά η Επιτροπή το όνομα της επιχειρήσεως ή τη συγκεκριμένη παραπομπή στο έγγραφο που περιλαμβάνεται στον φάκελο της Επιτροπής. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, εφόσον θεωρείται με την αιτιολογική σκέψη 85 της αποφάσεως PHP, η κύρια πηγή πληροφοριών της Επιτροπής, οι τρίτοι θα τη θεωρήσουν a priori ως την πηγή τουλάχιστον μεγάλου αριθμού των παραπομπών που περιέχονται στην απόφαση.
151.
Όπως όμως επισήμανα ανωτέρω ( 57 ), μολονότι μπορεί να αναμένεται ότι η Επιτροπή θα λάβει εύλογα μέτρα προκειμένου να αποσιωπήσει την πηγή των αποδεικτικών στοιχείων που αποκτά στο πλαίσιο της συνεργασίας, είναι αναπόφευκτο ότι ο αναγνώστης της αποφάσεως, ο οποίος γνωρίζει την ταυτότητα του αιτούντος ή των αιτούντων επιείκεια, θα προβεί σε εικασίες σχετικά με το ότι η μια ή η άλλη πληροφορία προέρχεται από τη συνεργασία τους. Το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να κριθεί νόμιμη η επιφύλαξη όσον αφορά τη δημοσίευση των οικείων αποσπασμάτων. Επομένως, εκτός από την άμεση παράθεση δηλώσεων και άλλων πληροφοριών που επιτρέπουν να ταυτοποιηθεί η πηγή τους και τις οποίες δεν αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί συννόμως να αντιταχθεί στη δημοσίευση, με την απόφαση της Επιτροπής, των πληροφοριών σχετικά με την παράβαση που περιέχονται στην αίτηση επιείκειάς της.
152.
Δεν κρίνω επίσης πειστική την άποψη της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο αγνόησε τα κριτήρια σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα, τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1049/2001.
153.
Ασφαλώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο της διαδικασίας ανταγωνισμού, η Επιτροπή δύναται να συναγάγει γενικό τεκμήριο αντιθέσεως μιας τέτοιας δημοσιοποιήσεως προς τα συμφέροντα που προστατεύονται με το άρθρο 4, παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 ( 58 ).
154.
Εντούτοις, το τεκμήριο αυτό το οποίο προβλέπεται υπέρ της Επιτροπής και της επιτρέπει να αποφύγει την εξέταση κάθε μεμονωμένου εγγράφου που περιέχεται στον φάκελό της δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να αντιταχθεί στην Επιτροπή. Πράγματι, όταν εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την παράβαση στο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεώς της, η Επιτροπή δεν μπορεί να ακολουθεί το τεκμήριο ότι το σύνολο του φακέλου της είναι εμπιστευτικό. Όπως ανέφερε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μια τέτοια ερμηνεία δεν θα καθιστούσε απλώς το άρθρο 30 του κανονισμού 1/2003 κενό περιεχομένου, αλλά θα είχε επίσης ως πρακτική συνέπεια την ανατροπή του βάρους αποδείξεως, το οποίο, στον τομέα της εμπιστευτικής μεταχειρίσεως, φέρει ο αιτών την εν λόγω μεταχείριση.
155.
Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία οι πληροφορίες πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο, καθόσον η εμπιστευτικότητά τους προκύπτει από εξαίρεση από το δικαίωμα προσβάσεως προβλεπόμενη από το άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001 ( 59 ).
156.
Τέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, εσφαλμένως κατά την άποψή μου, ότι η λύση που προκρίθηκε από το Γενικό Δικαστήριο επιτρέπει στην Επιτροπή να δημοσιεύει ελεύθερα κάθε πληροφορία που αντλείται από δήλωση επιείκειας.
157.
Επισημαίνω ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή δέχθηκε ορισμένα αιτήματα της αναιρεσείουσας, και ιδίως αυτά που αφορούσαν την απόκρυψη των παραπομπών στην πηγή των πληροφοριών. Συνεπώς, τα αιτήματα αυτά δεν περιλαμβάνονταν στο αντικείμενο της διαφοράς ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
158.
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο προέβη σε διάκριση, με τις σκέψεις 136 έως 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μεταξύ της δημοσιεύσεως πληροφοριών που αντλούνται από τις αιτήσεις επιείκειας και της δημοσιοποιήσεως των ίδιων των αιτήσεων, αναφερόμενο στο ότι η Επιτροπή απάλειψε όλες τις πληροφορίες οι οποίες μπορούσαν να καταστήσουν ευθέως ή εμμέσως δυνατό τον εντοπισμό της πηγής των πληροφοριών που είχαν κοινοποιηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας ( 60 ). Όπως προκύπτει, εξάλλου, από τη σκέψη 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η προστασία του εμπιστευτικού κειμένου αποφάσεως της Επιτροπής δικαιολογείται, μεταξύ άλλων, διότι περιέχει ενδείξεις σχετικά με την πηγή των πληροφοριών που έχουν κοινοποιηθεί στο πλαίσιο του προγράμματος και διότι ένα τέτοιο εμπιστευτικό κείμενο μπορεί να περιλαμβάνει αυτοενοχοποιητικές δηλώσεις των επιχειρήσεων αυτών. Από τη σκέψη αυτή συνάγεται ότι η ίδια επιφύλαξη ισχύει και για το μη εμπιστευτικό κείμενο αποφάσεως της Επιτροπής που δεν θα πρέπει να περιέχει ανάλογες ενδείξεις σχετικά με την πηγή των πληροφοριών.
159.
Κατά συνέπεια, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, δεν προκύπτει από το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής όσον αφορά τη δημοσίευση πληροφοριών που αποκτά στο πλαίσιο της συνεργασίας είναι απεριόριστο.
160.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ορθώς το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της αναιρεσείουσας το οποίο αντλείτο από την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που διαβιβάστηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας.
δ) Επί του τρίτου σκέλους
161.
Επικουρικώς σε σχέση με τα προηγούμενα σκέλη, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, αντιθέτως προς ό,τι διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 106 έως 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πληρούται εν προκειμένω η τρίτη προϋπόθεση σχετικά με τον χαρακτηρισμό ως επαγγελματικού απορρήτου, την οποία απαιτεί η νομολογία που διατυπώθηκε με την απόφαση Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής ( 61 ), δηλαδή η προϋπόθεση που άπτεται της υπάρξεως συμφερόντων αντικειμενικώς άξιων προστασίας.
162.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της απορρίψεως του επιχειρήματός της ότι η υπό εξέταση δημοσίευση επηρεάζει αδικαιολόγητα εκκρεμείς ή μελλοντικές αστικές αγωγές. Συναφώς υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο παραμόρφωσε το επιχείρημά της, διαπιστώνοντας ότι σκοπός του ήταν ουσιαστικά η προστασία της από το ενδεχόμενο να υποχρεωθεί σε καταβολή αποζημιώσεως από εθνικό δικαστήριο, στοιχείο που δεν συνιστά συμφέρον άξιο προστασίας (σκέψεις 109 και 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Κατά την αναιρεσείουσα, το συμφέρον της δεν έγκειται στην αποφυγή της καταβολής αποζημιώσεως, αλλά στην αποφυγή δυσμενών διακρίσεων εις βάρος της στο πλαίσιο των αγωγών αποζημιώσεως, διότι η δημοσιοποίηση πληροφοριών που αντλούνται από την αίτησή της την περιάγει σε δυσμενέστερη θέση σε σχέση με άλλους μετέχοντες στη σύμπραξη.
163.
Επισημαίνω ότι, όπως προκύπτει ιδίως από τις σκέψεις 103 και 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η πληρέστερη δημοσίευση στην οποία σκόπευε να προβεί η Επιτροπή αφορούσε, μεταξύ άλλων, τις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως PHP σχετικά με τη λειτουργία της συμπράξεως και κατά συνέπεια θα μπορούσε να επιτρέψει σε ζημιωθέντες τρίτους να στοιχειοθετήσουν ευχερέστερα την αστική ευθύνη τόσο της αναιρεσείουσας όσο και άλλων επιχειρήσεων που μετείχαν στην παράβαση. Πρόκειται συνεπώς για πληροφορίες που διευκολύνουν τη στοιχειοθέτηση της ευθύνης όλων των μετεχόντων στη σύμπραξη.
164.
Συναφώς, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η αναιρεσείουσα μπορεί να προβάλει συννόμως το συμφέρον της να αποφύγει τη σύνδεσή της με τις πληροφορίες που έδωσε, ως πηγής των πληροφοριών, το συμφέρον αυτό εξασφαλίζεται από την αποσιώπηση των άμεσων παραθέσεων και άλλων πληροφοριών που επιτρέπουν την ταυτοποίηση της πηγής.
165.
Αν, αντιθέτως, η αναιρεσείουσα επιθυμεί να επικαλεστεί το συμφέρον της να αποσιωπηθεί η σημασία του ρόλου που διαδραμάτισε στην οργάνωση της παραβάσεως, η οποία προκύπτει από τις επίμαχες πληροφορίες, προκειμένου το στοιχείο αυτό να μην προβληθεί στο πλαίσιο αγωγών αποζημιώσεως ή αγωγών με αναγωγικό αίτημα, τότε δεν πρόκειται, όπως αναφέρει η Επιτροπή παραπέμποντας στις σκέψεις 107 και 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και στη νομολογία του Δικαστηρίου που παρατίθεται σε αυτές, για συμφέρον άξιο προστασίας, λαμβανομένου υπόψη του δικαιώματος να ζητείται η αποκατάσταση της ζημίας που προκαλείται από συμπεριφορά αντίθετη στους κανόνες του ανταγωνισμού.
166.
Επομένως, φρονώ ότι το τρίτο σκέλος είναι αβάσιμο.
ε) Επί του τέταρτου σκέλους
167.
Με το τέταρτο σκέλος, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των σκέψεων 124 έως 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προβάλλοντας προσβολή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής της, το οποίο κατοχυρώνεται με το άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
168.
Όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι πληροφορίες που υποβάλλουν οι επιχειρήσεις στην Επιτροπή άπτονται της ιδιωτικής τους δραστηριότητας και συνεπώς υπόκεινται στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής.
169.
Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο ανέφερε ότι, αν και ανάλογη υποχρέωση επιβάλλεται όσον αφορά τις πληροφορίες που συλλέγονται στο πλαίσιο έρευνας για παράβαση του δικαίου της Ένωσης στον τομέα των συμπράξεων, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να την επικαλεστεί προκειμένου να προβάλει ότι εθίγη η φήμη του, κάτι το οποίο μπορούσε να προβλεφθεί ως συνέπεια δικών του παραβατικών ενεργειών (σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Ο σεβασμός της ιδιωτικής ζωής δεν μπορεί να εμποδίσει τη δημοσιοποίηση πληροφοριών οι οποίες αφορούν τη συμμετοχή επιχειρήσεως σε παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού, η οποία έχει διαπιστωθεί από την Επιτροπή (σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
170.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η κρίση αυτή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής εν προκειμένω, δεδομένου ότι η δημοσιοποίηση των επίμαχων πληροφοριών ως αποτέλεσμα της συμμετοχής της στην παράβαση δεν μπορούσε να προβλεφθεί.
171.
Επισημαίνω ότι η αναιρεσείουσα δεν βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου ότι δεν μπορεί να επικαλεστεί συννόμως ότι θίγεται η φήμη της λόγω της δημοσιεύσεως πληροφοριών που αφορούν τις παραβατικές ενέργειές της, διότι η προσβολή αυτή μπορεί να προβλεφθεί και προκύπτει από δικές της ενέργειες. Η διαπίστωση αυτή, εξάλλου, θεμελιώνεται στην πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την οποία κάνει παραλληλισμό το Γενικό Δικαστήριο ( 62 ).
172.
Εκτός από την προβαλλόμενη προσβολή του δικαιώματος στη φήμη, την οποία το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε, η αναιρεσείουσα δεν επισημαίνει κατά ποίον τρόπο η δημοσιοποίηση των επίμαχων πληροφοριών θα είχε συνέπειες ως προς το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής της.
173.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί το τέταρτο σκέλος και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στο σύνολό του.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
174.
Με τον τρίτο λόγο, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υποστηρίζει ότι υπέπεσε το Γενικό Δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
175.
Η αναιρεσείουσα βάλλει ουσιαστικά κατά της απορρίψεως του επιχειρήματός της ότι η νέα δημοσίευση της αποφάσεως PHP θα έθιγε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της, ιδίως διότι ισοδυναμεί, αφενός, με ανάκληση ευνοϊκής αποφάσεως που εκδόθηκε κατά την πρώτη δημοσίευση του 2007 και, αφετέρου, με τροποποίηση προηγούμενης πρακτικής της Επιτροπής.
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
176.
Με τις σκέψεις 159 έως 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε ως αβάσιμο το επιχείρημα που επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του τέταρτου λόγου προσφυγής ότι η δημοσίευση ενός πρώτου μη εμπιστευτικού κειμένου της αποφάσεως PHP το 2007 αποτελεί την πηγή των εύλογων προσδοκιών της.
177.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή ήταν ελεύθερη να δημοσιεύσει κείμενο της αποφάσεως PHP πληρέστερο από το κατ’ ελάχιστον απαιτούμενο και να περιλάβει σε αυτό και πληροφοριακά στοιχεία των οποίων δεν απαιτείται η δημοσιοποίηση, καθόσον η δημοσίευση των στοιχείων αυτών δεν είναι ασυμβίβαστη με την προστασία του επαγγελματικού απορρήτου. Στο πλαίσιο αυτό, το γεγονός ότι η Επιτροπή δημοσίευσε αρχικώς μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως PHP το 2007, χωρίς να το χαρακτηρίσει ως προσωρινό, δεν σημαίνει ότι παρέσχε στην προσφεύγουσα κάποια συγκεκριμένη διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται στο μέλλον να δημοσιευθεί αναλυτικότερο μη εμπιστευτικό κείμενο της εν λόγω αποφάσεως. Μια τέτοια μεταγενέστερη δημοσίευση θα μπορούσε, ιδίως, να λαμβάνει υπόψη το ότι, λόγω της παρόδου του χρόνου, οι ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες ήταν πλέον παρωχημένες.
2. Επιχειρηματολογία των διαδίκων
178.
Η αναιρεσείουσα βάλλει κατά της απορρίψεως, με τις σκέψεις 136 έως 165 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, του επιχειρήματός της που αντλήθηκε από παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
179.
Πρώτον, κατά την αναιρεσείουσα, το Γενικό Δικαστήριο παρέβλεψε τη νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία οι σύννομες διοικητικές πράξεις που ευνοούν ιδιώτη δεν μπορούν κατ’ αρχήν να αποσυρθούν ή να ανακληθούν ( 63 ). Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει συναφώς ότι, δημοσιεύοντας το 2007 το πρώτο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως PHP, η Επιτροπή δέχθηκε να αποσιωπήσει τα στοιχεία που ζητούσε η αναιρεσείουσα και έθεσε τέλος στη διαδικασία δημοσιεύσεως, λαμβάνοντας απόφαση ευνοϊκή για την αναιρεσείουσα, η ανάκληση της οποίας με την προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία.
180.
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη απορρίπτοντας το επιχείρημά της που αντλείται από τροποποίηση της προηγούμενης πρακτικής της Επιτροπής. Κατά την αναιρεσείουσα, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή είναι ελεύθερη να τροποποιήσει την πρακτική της που απορρέει από την ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006 και να μειώσει το επίπεδο προστασίας των αιτήσεων επιείκειας –για μελλοντικές περιπτώσεις–, αντιθέτως δεν μπορεί να παρέμβει, εις βάρος της αναιρεσείουσας, σε μια πραγματική κατάσταση την οποία έκρινε με τη δημοσίευση του 2007.
181.
Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά παραπέμποντας, κατ’ ουσίαν, στις σχετικές σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
3. Ανάλυση
182.
Η επιχειρηματολογία που αναπτύσσει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του παρόντος λόγου αναιρέσεως διαιρείται ουσιαστικά σε δύο σκέλη που αντλούνται, το πρώτο από παραβίαση των προϋποθέσεων ανακλήσεως διοικητικής πράξεως και το δεύτερο από παραβίαση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγω της προβαλλομένης τροποποιήσεως της πρακτικής της Επιτροπής.
α) Επί του πρώτου σκέλους
183.
Κατά πάγια νομολογία, η αναδρομική ανάκληση ατομικής διοικητικής πράξεως υπόκειται εν γένει σε πολύ αυστηρές προϋποθέσεις. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει το δικαίωμα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να ανακαλούν παράνομη πράξη, υπό την προϋπόθεση η ανάκληση να γίνεται εντός εύλογης προθεσμίας και λαμβάνοντας υπόψη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ωφελουμένου ( 64 ). Επομένως, η ανάκληση νόμιμης ατομικής πράξεως που παράγει έννομες συνέπειες κατ’ αρχήν αποκλείεται ( 65 ).
184.
Οι εγγυήσεις που παρέχονται στους ενδιαφερομένους στο πλαίσιο αυτό αναγνωρίζονται μόνον κατά το μέτρο που η εν λόγω πράξη γεννά δικαιώματα και επηρεάζει τη νομική και πραγματική τους κατάσταση ( 66 ).
185.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, δημοσιεύοντας το 2007 πρώτο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως PHP, δέχθηκε να αποσιωπήσει τα στοιχεία που επιθυμούσε η αναιρεσείουσα και ότι η απόφαση αυτή δεν μπορεί να ανακληθεί.
186.
Πριν δοθεί απάντηση στο επιχείρημα αυτό, θα πρέπει να προσδιοριστεί αν, στο πλαίσιο της δημοσιεύσεως του 2007, η Επιτροπή αποφάνθηκε σχετικά με τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που δεν περιλήφθηκαν στο κείμενο της αποφάσεως PHP που δημοσιεύθηκε τότε.
187.
Επισημαίνω ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν έλαβε ειδική απόφαση η οποία μπορεί να θεωρηθεί δέσμευση έναντι της αναιρεσείουσας να μη δημοσιεύσει στο μέλλον ορισμένες από τις πληροφορίες που αποσιώπησε το 2007.
188.
Το επιχείρημα της αναιρεσείουσας θέτει το ζήτημα αν η Επιτροπή αποφάνθηκε όσον αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των πληροφοριών που δεν δημοσιεύθηκαν το 2007 σιωπηρώς, απλώς και μόνο μην περιλαμβάνοντάς τες στο μη εμπιστευτικό κείμενο που δημοσιεύθηκε τότε.
189.
Φρονώ ότι η ύπαρξη σιωπηρής αποφάσεως αυτού του είδους δεν προκύπτει από τις περιστάσεις της δημοσιεύσεως που επήλθε το 2007. Πράγματι, όπως διαπιστώνεται με τη σκέψη 161 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για τον καθορισμό των πληροφοριών που δημοσιεύονται στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 30, παράγραφος 2, του κανονισμού 1/2003. Από τη διάταξη αυτή δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να λαμβάνει οριστική απόφαση για το θέμα κατά την πρώτη δημοσίευση.
190.
Αντιθέτως, υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν τη μεταγενέστερη, πληρέστερη δημοσίευση αποφάσεως.
191.
Πράγματι, προκειμένου να επιτρέπει στο κοινό να λάβει γνώση των αιτιολογιών της αποφάσεώς της, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αρχή της διαφάνειας και να συντάσσει αμελλητί μη εμπιστευτικό κείμενο, έστω και προσωρινό, της αποφάσεώς της, το οποίο να περιλαμβάνει τα στοιχεία τα οποία δεν εμπίπτουν στις αιτήσεις εμπιστευτικής μεταχειρίσεως οι οποίες δεν μπορούν να διεκπεραιωθούν αμέσως ( 67 ). Η απαίτηση περί διαφάνειας, λαμβανομένων υπόψη των σύντομων προθεσμιών τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός 1049/2001, μπορεί επομένως να δικαιολογήσει πολλές διαδοχικές δημοσιεύσεις της ίδιας αποφάσεως.
192.
Εξάλλου, όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 162 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η μεταγενέστερη δημοσίευση είναι δυνατόν να δικαιολογείται λόγω του ότι ορισμένες εμπιστευτικές πληροφορίες μπορούν να χάσουν τον ευαίσθητο χαρακτήρα τους με την πάροδο του χρόνου.
193.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, όπως ορθώς διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο με τις σκέψεις 106 και 161 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απλώς και μόνον ότι το μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως PHP που δημοσιεύθηκε το 2007 δεν είχε χαρακτηριστεί «προσωρινό» δεν αρκεί προκειμένου να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή είχε λάβει οριστική θέση όσον αφορά την έκταση της δημοσιεύσεως δεσμευόμενη σιωπηρώς να μη δημοσιεύσει στο μέλλον νέο, πιο λεπτομερές μη εμπιστευτικό κείμενο της εν λόγω αποφάσεως.
194.
Κατά συνέπεια, προτείνω την απόρριψη του πρώτου σκέλους.
β) Επί του δεύτερου σκέλους
195.
Όπως προκύπτει από τα επιχειρήματά της, η αναιρεσείουσα επικαλείται, ανεξαρτήτως του εμπιστευτικού ή μη χαρακτήρα των επίμαχων πληροφοριών, προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απορρέουσα κατ’ αυτήν από την τροποποίηση της πρακτικής της Επιτροπής.
196.
Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, το δικαίωμα επικλήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης προϋποθέτει ότι έχουν δοθεί από τις αρμόδιες αρχές της Ένωσης στον ενδιαφερόμενο συγκεκριμένες, ανεπιφύλακτες και συγκλίνουσες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες από αρμόδιες και αξιόπιστες πηγές ( 68 ).
197.
Επισημαίνω ότι οι δεσμεύσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνονται στις ανακοινώσεις περί συνεργασίας του 2002 και του 2006 αφορούν αποκλειστικά τη δημοσιοποίηση αιτήσεων επιείκειας και άλλων εγγράφων που υποβάλλονται στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας (σκέψεις 137 και 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
198.
Κατά την άποψή μου, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι οι ανακοινώσεις αυτές αποτελούν πηγή εύλογων προσδοκιών όσον αφορά την τήρηση της εμπιστευτικότητας των αιτήσεων επιείκειας, δεν γεννούν, εν πάση περιπτώσει, ανάλογες προσδοκίες όσον αφορά το ότι οι πληροφορίες σχετικά με την παράβαση οι οποίες περιλαμβάνονται στις εν λόγω αιτήσεις δεν θα περιληφθούν στο μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής.
199.
Φρονώ συνεπώς ότι το επιχείρημα της αναιρεσείουσας που αντλείται από παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης λόγω τροποποιήσεως της πρακτικής της Επιτροπής δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
200.
Επισημαίνω ότι είναι σαφώς σκόπιμο η λειτουργία του προγράμματος επιείκειας να περιβάλλεται από σαφείς και προβλέψιμους όρους για τους αιτούντες ( 69 ). Επισημαίνω επίσης ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η Επιτροπή δεν είχε θεσπίσει συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκπόνηση των μη εμπιστευτικών κειμένων των αποφάσεών της, επικαλούμενη σχετικά το ζήτημα της χρησιμοποιήσεως των πληροφοριών που συλλέγονται στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας. Εντούτοις, μόνο το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό να θεμελιώσει τη διαπίστωση ότι η Επιτροπή παραβίασε συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις που είχε παράσχει στην αναιρεσείουσα.
201.
Κατά συνέπεια, προτείνω να απορριφθεί ο τρίτος λόγος και επομένως η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Τελικές παρατηρήσεις
202.
Μετά την ολοκλήρωση της αναλύσεώς μου, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες παρατηρήσεις γενικής φύσεως σχετικές με το σύστημα κοινοποιήσεως αποδεικτικών στοιχείων που προβλέπει η οδηγία 2014/104. Η οδηγία αυτή ασφαλώς είναι μεταγενέστερη των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, αλλά, κατά την άποψή μου, θα έπρεπε εντούτοις να ληφθεί υπόψη από την Επιτροπή, εφόσον προχωρήσει στην προβλεπόμενη δημοσίευση μετά την ολοκλήρωση της παρούσας δίκης.
203.
Η οδηγία 2014/104 θέτει τέλος στη διχογνωμία όσον αφορά το εύρος της προστασίας των δηλώσεων που υποβάλλονται με σκοπό την υπαγωγή σε καθεστώς επιεικούς μεταχειρίσεως. Επιβάλει την απόλυτη προστασία των δηλώσεων αυτών από δημοσιοποίηση στο πλαίσιο αγωγών αποζημίωσης, μεταξύ άλλων κάνοντας διάκριση μεταξύ των δηλώσεων αυτών και των προϋπαρχουσών πληροφοριών, οι οποίες μπορούν να δημοσιοποιηθούν. Η λύση αυτή διασφαλίζει την προσήκουσα στάθμιση των αντιτιθεμένων συμφερόντων μέσω της νομοθετικής οδού ( 70 ).
204.
Φρονώ ότι η απόλυτη προστασία των αιτήσεων επιείκειας δεν επιβάλλει το ίδιο επίπεδο προστασίας στις πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της παραβάσεως που περιέχονται σε αυτές, στο πλαίσιο της δημοσιεύσεως των αποφάσεων της Επιτροπής. Η πρόσβαση του κοινού στις πληροφορίες που αφορούν τα πραγματικά περιστατικά της παραβάσεως αποτελεί ουσιώδες στοιχείο των αγωγών αποζημιώσεως, διότι επιτρέπει στους ζημιωθέντες τρίτους να ενημερωθούν σχετικά με την εξέλιξη της συμπράξεως και διευκολύνει τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που αφορούν την ύπαρξη και την έκταση της ευθύνης σε σχέση με όλους τους μετέχοντες.
205.
Αν η απόλυτη προστασία την οποία παρέχει η οδηγία 2014/104 στις αιτήσεις επιείκειας επεκταθεί στις πληροφορίες για τα πραγματικά περιστατικά της παραβάσεως που περιέχονται στις εν λόγω αιτήσεις, η ευαίσθητη ισορροπία που θεσπίστηκε με την οδηγία θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο. Μια τόσο ευρεία προστασία των εγγράφων επιείκειας δεν προκύπτει από την οδηγία 2014/104, η οποία δεν περιέχει ρητή διάταξη για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, η οδηγία αναφέρει ρητώς, στην αιτιολογική σκέψη 26, ότι οι περιορισμοί της κοινοποιήσεως αποδεικτικών στοιχείων δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τις αρχές ανταγωνισμού να δημοσιεύουν τις αποφάσεις τους σύμφωνα με το ισχύον ενωσιακό ή εθνικό δίκαιο.
206.
Κατά συνέπεια, φρονώ ότι οι πληροφορίες που περιέχονται στις αιτήσεις επιείκειας μπορούν να χρησιμοποιούνται στο μη εμπιστευτικό κείμενο των αποφάσεων της Επιτροπής, υπό τη μόνη προϋπόθεση να απαλείφεται ο σύνδεσμος που επιτρέπει την ταυτοποίηση της πηγής τους ( 71 ).
207.
Πράγματι, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι ο αιτών επιείκεια μπορεί ευλόγως να αποκτήσει εμπιστοσύνη όσον αφορά την εμπιστευτική μεταχείριση της αιτήσεως επιείκειας λόγω του ότι η συμμετοχή του στο πρόγραμμα επιείκειας σημαίνει ότι παραιτείται του δικαιώματος μη αυτοενοχοποιήσεώς του, η προσδοκία αυτή αφορά αποκλειστικά την προστασία της αιτήσεως καθεαυτής, της αυτούσιας παραθέσεως αποσπασμάτων της και άλλων πληροφοριών οι οποίες μπορεί απευθείας να γίνει αντιληπτό ότι προέρχονται από την εν λόγω αίτηση. Η προσδοκία αυτή δεν καλύπτει, αντιθέτως, τη δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικών με τα πραγματικά περιστατικά της παραβάσεως.
208.
Τέλος, επισημαίνω ότι η ένταση μεταξύ της εφαρμογής του δικαίου του ανταγωνισμού από τις δημόσιες αρχές και της λειτουργίας των αστικών αγωγών αποζημιώσεως εμφανίζεται εντός διαφόρων πλαισίων. Τα συμφέροντα των αιτούντων επιείκεια διαφυλάσσονται επίσης με άλλα μέσα, τα οποία θίγουν σε μικρότερο βαθμό τα συμφέροντα των ζημιωθέντων τρίτων, ιδίως με τον περιορισμό της αλληλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνης τους ( 72 ).
VIII – Πρόταση
209.
Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την Evonik Degussa GmbH στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) T‑341/12, EU:T:2015:51, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
( 3 ) Απόφαση της Επιτροπής της 24ης Μαΐου 2012 περί απορρίψεως της αιτήσεως εμπιστευτικής μεταχειρίσεως που υπέβαλε η Evonik Degussa, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8 της αποφάσεως 2011/695/ΕΕ του προέδρου της Επιτροπής, της 13ης Οκτωβρίου 2011, σχετικά με τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (υπόθεση COMP/38.620 – Υπεροξείδιο του υδρογόνου και υπερβορικό άλας, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
( 4 ) Επισημαίνω ότι η προβληματική σχετικά με τη δημοσιοποίηση και την εμπιστευτικότητα στο πλαίσιο αγωγών αποζημιώσεως συζητήθηκε πρόσφατα στο πλαίσιο του 27ου συνεδρίου FIDE (FIDE XXVII Congress Proceedings τόμος 2. Private Enforcement and Collective Redress in European Competition Law, Βουδαπέστη 2016, βλ. ερωτήσεις 44 έως 55).
( 5 ) Εκτός από την απόφαση που εκδόθηκε επί της υπό κρίση υποθέσεως, τα ίδια ζητήματα αφορούν τρεις αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου, κατά της μίας εκ των οποίων ασκήθηκε αναίρεση: αποφάσεις της 28ης Ιανουαρίου 2015, Akzo Nobel κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑345/12, EU:T:2015:50)· της 15ης Ιουλίου 2015, AGC Glass Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑465/12, EU:T:2015:505, για την οποία ασκήθηκε αναίρεση στην εκκρεμή υπόθεση C‑517/15 P), και της 15ης Ιουλίου 2015, Pilkington Group κατά Επιτροπής (T‑462/12, EU:T:2015:508).
( 6 ) Κανονισμός του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002 (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
( 7 ) Απόφαση του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 13ης Οκτωβρίου 2011 (ΕΕ 2011, L 275, σ. 29).
( 8 ) ΕΕ 2002, C 45, σ. 3.
( 9 ) Ο πέμπτος λόγος αντλούνταν από παράβαση του άρθρου 28, παράγραφος 1, του κανονισμού 1/2003 και της ανακοινώσεως της Επιτροπής περί των κανόνων πρόσβασης στον φάκελο υπόθεσης της Επιτροπής δυνάμει των άρθρων [101 ΣΛΕΕ] και [102 ΣΛΕΕ], των άρθρων 53, 54 και 57 της Συμφωνίας ΕΟΧ και του κανονισμού (ΕΚ) 139/2004 του Συμβουλίου (ΕΕ 2005, C 325, σ. 7, στο εξής: ανακοίνωση περί της προσβάσεως στον φάκελο υποθέσεως).
( 10 ) Απόφαση της Επιτροπής, της 23ης Μαΐου 2001, σχετικά με τα καθήκοντα του συμβούλου ακροάσεων σε ορισμένες διαδικασίες ανταγωνισμού (ΕΕ 2001, L 162, σ. 21).
( 11 ) Βλ. αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 2006, Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής (T‑198/03, EU:T:2006:136, σκέψη 34), και της 12ης Οκτωβρίου 2007, Pergan Hilfsstoffe für industrielle Prozesse κατά Επιτροπής (T‑474/04, EU:T:2007:306, σκέψη 66).
( 12 ) Βλ., αντιστοίχως, κανονισμό (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της [Ένωσης] και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 2001, L 8, σ. 1) και άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
( 13 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ 2004, L 123, σ. 18).
( 14 ) Βλ. αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 1986, AKZO Chemie και AKZO Chemie UK κατά Επιτροπής (53/85, EU:C:1986:256, σκέψη 28)· της 19ης Μαΐου 1994, SEP κατά Επιτροπής (C‑36/92 P, EU:C:1994:205, σκέψη 37)· της 14ης Φεβρουαρίου 2008, Varec (C‑450/06, EU:C:2008:91, σκέψη 49), και της 29ης Μαρτίου 2012, Interseroh Scrap and Metals Trading (C‑1/11, EU:C:2012:194, σκέψη 43).
( 15 ) Ο τομέας της αθέμιτης οικειοποιήσεως στοιχείων που εμπίπτουν στο επιχειρηματικό απόρρητο απετέλεσε πρόσφατα αντικείμενο εναρμονίσεως με την οδηγία (ΕΕ) 2016/943 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, περί προστασίας της τεχνογνωσίας και των επιχειρηματικών πληροφοριών που δεν έχουν αποκαλυφθεί (εμπορικό απόρρητο) από την παράνομη απόκτηση, χρήση και αποκάλυψή τους (ΕΕ 2016, L 157, σ. 1). Η οδηγία αυτή δεν θίγει τους κανόνες που διέπουν τη διαβίβαση πληροφοριών στις διοικητικές αρχές (άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ).
( 16 ) Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι πρόκειται για γενική αρχή η οποία έχει επίσης εφαρμογή σε πληροφορίες που παρέχουν φυσικά πρόσωπα, αν οι πληροφορίες αυτές είναι, ως εκ της φύσεώς τους, εμπιστευτικές. Βλ. απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 1985, Adams κατά Επιτροπής (145/83, EU:C:1985:448, σκέψη 34), και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα C. Lenz στην υπόθεση AKZO Chemie και AKZO Chemie UK κατά Επιτροπής (53/85, EU:C:1986:25).
( 17 ) Όσον αφορά την περίπτωση πληροφοριών που παρέχονται εντελώς εκούσια, αλλά συνοδεύονται από αίτημα τηρήσεως του απορρήτου προς προστασία της ανωνυμίας του πληροφοριοδότη, το όργανο που δέχεται να λάβει τις πληροφορίες αυτές υποχρεούται να τηρήσει τον όρο αυτό [βλ. αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 1985, Adams κατά Επιτροπής (145/83, EU:C:1985:448, σκέψη 34)· της 18ης Σεπτεμβρίου 1996, Postbank κατά Επιτροπής (T‑353/94, EU:T:1996:119, σκέψη 86)· της 6ης Ιουλίου 2000, Volkswagen κατά Επιτροπής (T‑62/98, EU:T:2000:180, σκέψη 279), και της 5ης Απριλίου 2006, Degussa κατά Επιτροπής (T‑279/02, EU:T:2006:103, σκέψη 409)].
( 18 ) Βλ., όσον αφορά την πρόσβαση στον φάκελο υποθέσεως, αποφάσεις της 1ης Απριλίου 1993, BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής (T‑65/89, EU:T:1993:31, σκέψη 33), και της 6ης Απριλίου 1995, BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής (C‑310/93 P, EU:C:1995:101, σκέψη 26). Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι τρίτες επιχειρήσεις οι οποίες προσκομίζουν στην Επιτροπή έγγραφα που θεωρούν ότι η προσκόμισή τους μπορεί να προκαλέσει αντίποινα σε βάρος τους δικαιούνται να αναμένουν ότι θα ληφθεί υπόψη το αίτημά τους περί τηρήσεως του απορρήτου. Βλ., επίσης, αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1999, Endemol κατά Επιτροπής (T‑221/95, EU:T:1999:85, σκέψη 66), και της 25ης Οκτωβρίου 2002, Tetra Laval κατά Επιτροπής (T‑5/02, EU:T:2002:264, σκέψη 98).
( 19 ) Βλ. ανακοίνωση περί προσβάσεως στον φάκελο υποθέσεως, σημεία 17 έως 20.
( 20 ) Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 2006, Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής (T‑198/03, EU:T:2006:136, σκέψη 71), και της 12ης Οκτωβρίου 2007, Pergan Hilfsstoffe für industrielle Prozesse κατά Επιτροπής (T‑474/04, EU:T:2007:306, σκέψη 65).
( 21 ) Επισημαίνω ότι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ερμηνεύσει το καθήκον τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου εκ μέρους εποπτικών αρχών (βλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2014, Altmann κ.λπ., C‑140/13, EU:C:2014:2362). Μια εκκρεμής υπόθεση αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι πληροφορίες που ανακοινώνονται στην αρχή εποπτείας των χρηματοπιστωτικών αγορών εμπίπτουν στην έννοια της «εμπιστευτικής πληροφορίας» (εκκρεμής υπόθεση Baumeister, C‑15/16).
( 22 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 3 και 8 της αποφάσεως 2011/695. Ανάλογο λειτούργημα προβλέπεται σε ορισμένα κράτη μέλη, μεταξύ άλλων ο Procedural Adjudicator (μεσολαβητής κατά τη διαδικασία) στο Office of Fair Trading (OFT) του Ηνωμένου Βασίλειου.
( 23 ) Βλ. σημείο 182 των παρουσών προτάσεων.
( 24 ) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986 (53/85, EU:C:1986:256, σκέψη 29).
( 25 ) Με μεταγενέστερη απόφαση της 15ης Ιουλίου 2015, AGC Glass Europe κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑465/12, EU:T:2015:505, σκέψη 59), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, παραπέμποντας στη σκέψη 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η αρμοδιότητα του συμβούλου ακροάσεων όσον αφορά τις εμπιστευτικές πληροφορίες περιορίζεται στις αντιρρήσεις που αντλούνται από την εφαρμογή «των κανόνων δικαίου που αφορούν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα της πληροφορίας καθεαυτής» και δεν επεκτείνεται στους κανόνες «των οποίων γίνεται επίκληση προκειμένου να επιτευχθεί εμπιστευτική μεταχείριση της πληροφορίας, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν αυτή είναι εμπιστευτική ως εκ της φύσεώς της».
( 26 ) Βλ. σημείο 43 των παρουσών προτάσεων.
( 27 ) Αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 1992, Lestelle κατά Επιτροπής (C‑30/91 P, EU:C:1992:252, σκέψη 28), και της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, FIAMM κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (C‑120/06 P και C‑121/06 P, EU:C:2008:476, σκέψη 187).
( 28 ) Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑350/88, EU:C:1990:71, σκέψη 16), και της 15ης Νοεμβρίου 2012, Συμβούλιο κατά Bamba (C‑417/11 P, EU:C:2012:718, σκέψεις 53 και 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 29 ) Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 6ης Νοεμβρίου 2014, Ιταλία κατά Επιτροπής (C‑385/13 P, EU:C:2014:2350, σκέψη 116), και, όσον αφορά τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου, αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 2003, Olivieri κατά Επιτροπής και EMEA (T‑326/99, EU:T:2003:351, σκέψη 55)· της 27ης Ιουνίου 2007, Nuova Gela Sviluppo κατά Επιτροπής (T‑65/04, EU:T:2007:189, σκέψη 49)· της 19ης Απριλίου 2013, Ιταλία κατά Επιτροπής (T‑99/09 και T‑308/09, EU:T:2013:200, σκέψεις 69 έως 72)· της 13ης Δεκεμβρίου 2013, Ουγγαρία κατά Επιτροπής (T‑240/10, EU:T:2013:645, σκέψη 91), και της 11ης Ιουνίου 2015, Laboratoires CTRS κατά Επιτροπής (T‑452/14, EU:T:2015:373, σκέψη 60).
( 30 ) Βλ., για παράδειγμα, σε σχέση με το δίκαιο των σημάτων της Ένωσης, τη νομολογία κατά την οποία, οσάκις τμήμα προσφυγών επικυρώνει την απόφαση του πρωτοβάθμιου τμήματος του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), λαμβάνονται υπόψη οι αιτιολογίες των δύο αποφάσεων. Βλ. αποφάσεις της 17ης Μαρτίου 2016, Naazneen Investments κατά ΓΕΕΑ (C‑252/15 P, EU:C:2016:178, σκέψη 31)· της 21ης Νοεμβρίου 2007, Wesergold Getränkeindustrie κατά ΓΕΕΑ – Lidl Stiftung (VITAL FIT) (T‑111/06, EU:T:2007:352, σκέψη 64), και της 18ης Μαρτίου 2016, El Corte Inglés κατά ΓΕΕΑ – STD Tekstil (MOTORTOWN) (T‑785/14, EU:T:2016:160, σκέψη 42).
( 31 ) Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 8 και 15 και άρθρο 1 της αποφάσεως 2011/695.
( 32 ) Απόφαση της 27η Φεβρουαρίου 2014 (C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψη 86).
( 33 ) Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 2006, Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής (T‑198/03, EU:T:2006:136, σκέψη 71), και της 12ης Οκτωβρίου 2007, Pergan Hilfsstoffe für industrielle Prozesse κατά Επιτροπής (T‑474/04, EU:T:2007:306, σκέψη 65).
( 34 ) ΕΕ 2006, C 298, σ. 17.
( 35 ) Απόφαση της 30ής Μαΐου 2006 (T‑198/03, EU:T:2006:136).
( 36 ) Η ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2002, η οποία ήταν εφαρμοστέα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, αναφέρει, χωρίς περισσότερες διευκρινίσεις, «οποιαδήποτε γραπτή δήλωση» προς την Επιτροπή (σημείο 33). Η έννοια της «δηλώσεως της επιχειρήσεως» που υποβάλλεται προκειμένου η επιχείρηση να τύχει επιεικούς μεταχειρίσεως, αντιθέτως, διευκρινίζεται στα σημεία 6 έως 9 και 31 της ανακοινώσεως περί συνεργασίας του 2006 και στο άρθρο 4α, παράγραφος 2, του κανονισμού 773/2004, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1348. Βλ., επίσης, τον ορισμό της έννοιας «δήλωση επιεικούς μεταχείρισης» στο άρθρο 2, σημείο 16, της οδηγίας 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2014, L 349,σ. 1).
( 37 ) Ανακοινώσεις περί συνεργασίας του 2002 (σημεία 32 και 33) και του 2006 (σημείο 40).
( 38 ) Ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006 (σημεία 6 και 33) και ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά την εφαρμογή των άρθρων [101 ΣΛΕΕ] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2004, C 101, σ. 54, σημείο 26, στο εξής: ανακοίνωση σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων).
( 39 ) Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού (ΕΕ 2004, C 101, σ. 43, σημεία 40 και 41) και πρότυπο πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού δικτύου ανταγωνισμού στον τομέα της επιείκειας (σημείο 30).
( 40 ) Ιδίως στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 2011, Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2011:389· βλ. σημείο 17 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα J. Mazák στην εν λόγω υπόθεση, C‑360/09, EU:C:2010:782), και της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW (C‑365/12 P, EU:C:2014:112· βλ. σημείο 31 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón στην εν λόγω υπόθεση, C‑365/12 P, EU:C:2013:643).
( 41 ) Βλ. σκέψη 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 42 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 2011 (C‑360/09, EU:C:2011:389, σκέψεις 30 και 31).
( 43 ) Αποφάσεις της 13ης Ιουλίου 2006, Manfredi κ.λπ. (C‑295/04 έως C‑298/04, EU:C:2006:461, σκέψη 91), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, Courage και Crehan (C‑453/99, EU:C:2001:465, σκέψη 27).
( 44 ) Στις προτάσεις του σχετικά με την υπόθεση Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2010:782, σημείο 44), ο γενικός εισαγγελέας J. Mazák πρότεινε τον περιορισμό της δυνατότητας δημοσιοποιήσεως των δηλώσεων στις οποίες προβαίνουν αιτούντες υπαγωγή σε καθεστώς επιείκειας, με τις οποίες συμβάλλουν οικειοθελώς στην ενοχοποίηση των αυτουργών.
( 45 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014 (C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψεις 92 και 93).
( 46 ) Βλ. σκέψη 145 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και έγγραφο που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής .
( 47 ) Πράγματι, η δημοσιοποίηση των δηλώσεων αυτών κινδυνεύει να στοιχειοθετήσει αστική ευθύνη των αιτούντων επιείκεια υπό συνθήκες δυσμενέστερες από τις συνθήκες στις οποίες βρίσκονται οι λοιποί μετέχοντες στην παράβαση, περιορίζοντας τα κίνητρα για την καταγγελία συμπράξεων. Βλ. ανακοίνωση σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων (σημείο 45), ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006 (σημείο 6) και απόφαση της 14ης Ιουνίου 2011, Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2011:389, σκέψεις 26 και 27).
( 48 ) Στο σημείο 45 των προτάσεών του για την υπόθεση Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2010:782), ο γενικός εισαγγελέας J. Mazák επισήμανε ότι οι αιτούντες την υπαγωγή τους σε καθεστώς επιείκειας μπορούν να έχουν σχηματίσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη λόγω της πρακτικής της Bundeskartellamt (ομοσπονδιακής υπηρεσίας για την καταπολέμηση των καρτέλ, Γερμανία).
( 49 ) Βλ. σημείο 43 των παρουσών προτάσεων.
( 50 ) Βλ., επίσης, σημείο 42 των παρουσών προτάσεων.
( 51 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014 (C‑365/12 P, EU:C:2014:112).
( 52 ) Το Γενικό Δικαστήριο έχει επισημάνει την πτυχή αυτή με τη νομολογία του. Βλ. απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2014, Schenker κατά Επιτροπής (T‑534/11, EU:T:2014:854, σκέψεις 114 και 115).
( 53 ) Ανακοίνωση περί προσβάσεως στον φάκελο υποθέσεως, σημείο 23.
( 54 ) Βλ. διατάξεις που παρατίθενται στη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως: διατάξεις της 15ης Νοεμβρίου 1990, Rhône-Poulenc κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑1/89 έως T‑4/89 και T‑6/89 έως T‑15/89, EU:T:1990:69, σκέψη 23)· της 22ας Φεβρουαρίου 2005, Hynix Semiconductor κατά Συμβουλίου (T‑383/03, EU:T:2005:57, σκέψη 60 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)· της 8ης Μαΐου 2012, Spira κατά Επιτροπής (T‑108/07, EU:T:2012:226, σκέψη 65), και της 10ης Μαΐου 2012, Spira κατά Επιτροπής (T‑354/08, EU:T:2012:231, σκέψη 47).
( 55 ) Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 7, του κανονισμού 1049/2001 και απόφαση της 28ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά Éditions Odile Jacob (C‑404/10 P, EU:C:2012:393, σκέψεις 124 έως 126).
( 56 ) Βλ. σημεία 115 έως 129 των παρουσών προτάσεων.
( 57 ) Βλ. σημείο 129 των παρουσών προτάσεων.
( 58 ) Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2014, Επιτροπή κατά EnBW (C‑365/12 P, EU:C:2014:112, σκέψεις 92 και 93).
( 59 ) Αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 2006, Bank Austria Creditanstalt κατά Επιτροπής (T‑198/03, EU:T:2006:136, σκέψη 75), και της 12ης Οκτωβρίου 2007, Pergan Hilfsstoffe für industrielle Prozesse κατά Επιτροπής (T‑474/04, EU:T:2007:306, σκέψη 64).
( 60 ) Από το έγγραφο κατευθύνσεων που εξέδωσε μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή συνήθως αποσιωπά αυτεπαγγέλτως, στο μη εμπιστευτικό κείμενο των αποφάσεών της σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, την παράθεση αποσπασμάτων των αιτήσεων επιείκειας και τις πληροφορίες που θα μπορούσαν να καταστήσουν ευθέως ή εμμέσως δυνατό τον εντοπισμό του αιτούντος ως πηγής μιας συγκεκριμένης πληροφορίας που κοινοποιείται στο πλαίσιο του προγράμματος επιείκειας. Βλ. «Guidance on the preparation of public versions of Commission Decisions adopted under Articles 7 to 10, 23 and 24 of Regulation 1/2003» (26 Μαΐου 2015) , σημείο 22(c).
( 61 ) Απόφαση της 30ής Μαΐου 2006 (T‑198/03, EU:T:2006:136).
( 62 ) Βλ. σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 63 ) Βλ. απόφαση της 17ης Απριλίου 1997, de Compte κατά Κοινοβουλίου (C‑90/95 P, EU:C:1997:198, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 64 ) Βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 3ης Μαρτίου 1982, Alpha Steel κατά Επιτροπής (14/81, EU:C:1982:76, σκέψεις 10 έως 12)· της 26ης Φεβρουαρίου 1987, Consorzio Cooperative d’Abruzzo κατά Επιτροπής (15/85, EU:C:1987:111, σκέψεις 12 έως 17)· της 20ής Ιουνίου 1991, Cargill κατά Επιτροπής (C‑248/89, EU:C:1991:264, σκέψη 20), και της 20ής Ιουνίου 1991, Cargill (C‑365/89, EU:C:1991:266, σκέψη 35).
( 65 ) Απόφαση της 22ας Μαρτίου 1961, Snupat κατά Ανωτάτης Αρχής (42/59 και 49/59, EU:C:1961:5, σ. 149).
( 66 ) Αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1961, Snupat κατά Ανωτάτης Αρχής (42/59 και 49/59, EU:C:1961:5, σ. 149)· της 24ης Ιανουαρίου 2002, Conserve Italia κατά Επιτροπής (C‑500/99 P, EU:C:2002:45, σκέψη 90)· της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (C‑362/09 P, EU:C:2010:783, σκέψη 79), και σημείο 75 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση Jager & Polacek κατά ΓΕΕΑ (C‑402/11 P, EU:C:2012:424). Βλ., επίσης, σχετικώς, αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1997, AssiDomän Kraft Products κ.λπ. κατά Επιτροπής (T‑227/95, EU:T:1997:108, σκέψη 41), και της 12ης Μαΐου 2011, Région Nord-Pas-de-Calais και Communauté d’Agglomération du Douaisis κατά Επιτροπής (T‑267/08 και T‑279/08, EU:T:2011:209, σκέψη 190).
( 67 ) Απόφαση της 7ης Οκτωβρίου 2014, Schenker κατά Επιτροπής (T‑534/11, EU:T:2014:854, σκέψη 137).
( 68 ) Απόφαση της 13ης Ιουνίου 2013, HGA κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑630/11 P έως C‑633/11 P, EU:C:2013:387, σκέψη 132 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
( 69 ) Με τις προτάσεις του στην υπόθεση Pfleiderer (C‑360/09, EU:C:2010:782, σημείο 32), ο γενικός εισαγγελέας J. Mazák επισήμανε ότι η διαφάνεια και η προβλεψιμότητα είναι αναγκαίες για την αποτελεσματική λειτουργία του προγράμματος επιείκειας.
( 70 ) Βλ. άρθρο 2, σημεία 16 και 17, και άρθρο 6, παράγραφος 6, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2014/104. Η ανακοίνωση περί συνεργασίας του 2006 και η ανακοίνωση σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων τροποποιήθηκαν σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ 2015, C 256, σ. 1 και σ. 5).
( 71 ) Μολονότι στην αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας 2014/104 αναφέρεται ότι η εξαίρεση από τη δημοσιοποίηση ισχύει για την «παράθεση αυτούσιων χωρίων από δηλώσεις», αυτό πρέπει, κατά την άποψή μου, να γίνει νοητό υπό την έννοια ότι προστατεύει τις αιτήσεις από μερική δημοσιοποίηση σε ένα πλαίσιο που επιτρέπει να ταυτοποιηθεί η πηγή του χωρίου.
( 72 ) Βλ. άρθρο 11, παράγραφος 4, της οδηγίας 2014/104.
Full & Egal Universal Law Academy